Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Κίνητρα και κριτήρια του Χριστιανισμού

Κίνητρα είναι οι δυνάμεις που ωθούν τον άνθρωπο σε κάποια δραστηριότητα. Αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις του οργανισμού. Και, αντίστοιχα, οι πράξεις αποτελούν την φυσική κατάληξη των κινήτρων. Τα κίνητρα εμφανίζονται χωρίς συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους του ανθρώπου. Πηγή τους είναι συνήθως το ασυνείδητο. Αυτό το καταλαβαίνουμε εύκολα αν σκεφτούμε κίνητρα όπως την πείνα, τη σεξουαλική ορμή, την ανάγκη για γνώση, την επιθετική ορμή κτλ.. Από τη στιγμή που θα εκδηλωθούν όμως, βιώνονται από τον άνθρωπο με αρκετή σαφήνεια, γίνονται δηλαδή συνειδητές δυνάμεις, στις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να δώσει συγκεκριμένο προσανατολισμό. Η πείνα, π.χ.,
δεν παραμένει μια τυφλή δύναμη, αλλά εναπόκειται στον άνθρωπο το πώς θα την ικανοποιήσει (π.χ. αδικώντας τον διπλανό του ή όχι), όπως επίσης σ’ αυτόν εναπόκειται το πώς θα ανταποκριθεί στη σεξουαλική ορμή (π.χ. αν θα γίνει βιαστής, αν θα στρέψει τον έρωτά του σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο) κ.ο.κ..
Για τη ζωή του ανθρώπου, λοιπόν, και για τη συνύπαρξή του με τους άλλους, η διαμόρφωση των κινήτρων έχει εξαιρετική σημασία.

Όχι απλώς η τέλεση ή η παράλειψη μιας πράξης, αλλά ο λόγος για τον οποίον κάποιος τελεί ή παραλείπει μια πράξη, η πρόθεση και προαίρεση,
έχει να κάνει με τη στάση ζωής του συγκεκριμένου ανθρώπου. Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δεν είναι από μόνη της (αυτομάτως) καλή ή από
μόνη της κακή. Αυτό δε γίνεται εύκολα κατανοητό ή αποδεκτό. Πολύς κόσμος πιστεύει πως Χριστιανισμός είναι η επιβολή κάποιων σιδερένιων
νόμων και η εκτέλεση κάποιων συγκεκριμένων πράξεων. Τα πράγματα όμως στην ουσία τους δεν είναι έτσι. Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δε
σώζει αυτόματα, μαγικά, μηχανικά. Αυτό που μετράει είναι αν ο άνθρωπος είναι συνειδητά και ελεύθερα προσανατολισμένος προς εκείνον τον
αγαπητικό τρόπο ύπαρξης, υπόδειγμα του οποίου είναι η Αγία Τριάδα.
Δεν υπάρχει δηλαδή κατάλογος καλών και κακών πράξεων, αλλά κάθε πράξη θα αξιολογηθεί από το αν έγινε με κίνητρο και κριτήριο την Αγάπη και την Ελευθερία, και θα αποδοκιμαστεί αν έγινε με κίνητρο
τη διασφάλιση του ατομικισμού, του εγωισμού και του συμφέροντος.
Η Καινή Διαθήκη και η ζωή της Εκκλησίας διαπνέονται από το πνεύμα αυτό. Αντίθετα, π.χ., προς την άποψη ότι η προσευχή είναι μια δραστηριότητα πάντα και από μόνη της καλή, η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου την εξαρτά από τα κίνητρα και τον προσανατολισμό
του προσευχόμενου (Λουκ. 18: 9-14). Ο Φαρισαίος δε βαρύνεται με αμαρτήματα και ανηθικότητες. Παρόλα αυτά αποδοκιμάζεται από το Χριστό, επειδή τυλίχτηκε στο ατομικιστικό σάβανο της “ηθικότητας” και της “ευσέβειάς” του και απορρίπτει τους άλλους. Ενώ, αντίθετα, ο Τελώνης βαρύνεται μεν με χίλια δυο παραπτώματα, ο προσανατολισμός όμως που δίνει στην ύπαρξή του είναι η μεταστροφή και η συνάντηση με τον άλλον. Το θέμα του προσανατολισμού, δηλαδή της κατεύθυνσης που επιθυμώ να έχω, είναι εξαιρετικά σπουδαίο. Αν επιθυμώ να συναντηθώ με τον αγαπημένο μου, τότε ολόκληρη η ύπαρξή μου, οι προγραμματισμοί, οι ενέργειές μου εμπνέονται από τον προσανατολι-
σμό μου προς τη συνάντηση που επίκειται. Τι ώρα, π.χ., θα ξεκινήσω, αν προηγουμένως θα φάω ή όχι, τι θα φορέσω, αν θα πάω με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο, αν στη διαδρομή θα χρονοτριβώ στα καταστήματα ή όχι, όλα αυτά δεν έχουν ηθικό χαρακτήρα από μόνα τους, αποκτούν όμως θετική ή αρνητική φόρτιση ανάλογα με το τι εξυπηρετούν και τι δυσχεραίνουν: την ατομικότητά μου ή τη συνάντηση.
Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δεν έχει έτοιμα ηθικά συνταγολόγια. Και γι’ αυτό είναι επαναστατικός μέσα στις κοινωνίες που συνήθως επαναπαύονται στην τήρηση εξωτερικών τύπων.

Βαθμίδες ηθικής ωριμότητας
Λίγο μετά το Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν συλληφθεί, ο Χριστός μίλησε στους μαθητές του για πολλά ζητήματα. Ανάμεσα σε άλλα τους είπε και το εξής: “Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας ονόμασα φίλους, γιατί σας έκανα γνωστά όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου” (Ιω. 15, 15). Από αυτην την αντιδιαστολή “δούλου” και “φίλου”, φαίνεται πως η σχέση Θεού και ανθρώπου δεν είναι μονοδιάστατη ούτε στατική, αλλά περνάει από
ορισμένες βαθμίδες ωρίμανσης.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας επισημαίνουν ότι τρία κίνητρα ωθούν τους ανθρώπους στη σχέση τους με το Θεό, ο φόβος, ο μισθός και η αγάπη, που αντιστοιχούν σε τρεις ανθρώπινους τύπους, στο δούλο, το
μισθωτό και τον ελεύθερο ή υιό.
Ο “δούλος” (με την έννοια που είχε ο όρος στην αρχαιότητα) προσπαθεί να τηρεί τις εντολές του Θεού, για να αποφύγει την τιμωρία που πιστεύει πως επισύρει η παράβασή τους. Βασικό κίνητρό του είναι ο
φόβος της κόλασης. Η βαθμίδα αυτή μόνο ως πρώτο σκαλοπάτι μπορεί να κατανοηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επαναπαύεται κανείς θεωρώντας την ως υγιή σχέση.
Στην επόμενη βαθμίδα ο άνθρωπος ενεργεί επειδή προσβλέπει στην ανταπόδοση, στο “μισθό” που θα λάβει από το Θεό. Και τούτη η βαθμίδα, μολονότι ελευθερώνεται από τον βραχνά του φόβου, δεν φανερώνει πλήρη ωριμότητα, διότι θεμελιώνει μια “λογιστική” και υπαλληλική σχέση με το Θεό. Και στις δυο αυτές βαθμίδες το πρόσωπο του Θεού παραμορφώνεται. Ο “δούλος” έχει μπροστά στα μάτια του ένα Θεό δικαστή κι εκδικητικό, κι ο “μισθωτός” ένα Θεό ταμία.
Η κατεξοχήν βαθμίδα ωριμότητας είναι αυτή που κίνητρο έχει την αγάπη. Ο άνθρωπος εδώ ενεργεί σαν ελεύθερος κι όχι σαν δούλος, σαν γιος κι όχι σαν υπάλληλος. Ανοίγεται στον απέναντι (είτε αυτός είναι
ο Θεός είτε ο συνάνθρωπος) επειδή βρίσκει νόημα σ’ αυτό το άνοιγμα και το θέλει ελεύθερα και συνειδητά. Κι ο Θεός, επί τέλους, βιώνεται ως φίλος κι ως πατέρας.
 Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση: Η Εκκλησία συχνά αποκαλεί τον πιστό άνθρωπο “δούλο Θεού” (π.χ. “βαπτίζεται ο δούλος του Θεού ...”, “νυμφεύεται ο δούλος του Θεού...”). Αυτό δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση. Η Εκκλησία διαμόρφωσε τα σχετικά κείμενά της σε μια εποχή όπου υπήρχε ο θεσμός της δουλείας. Με την έκφραση αυτή η Εκκλησία δεν αποδεχόταν τη δουλεία, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Δήλωνε κάτι ανατρεπτικό: ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος από κάθε δουλεία σε ανθρώπους ή σε καταστάσεις. Απέναντι, λοιπόν, σε όλους τους επίδοξους αφέντες και τυράννους που επιθυμούν να τον σκλαβώσουν, ο Χριστιανός δηλώνει ότι δε δέχεται να δουλωθεί από κανέναν, αφού ο ίδιος είναι ήδη “δουλωμένος” σε έναν Κύριο, αλλά και κανένας δεν έχει δικαίωμα να υποδουλώνει αυτόν που ελεύθερα επιλέγει να είναι “δούλος” του Θεού. Μόνο που ο Κύριος αυτός είναι παράξενος. Έγινε
“δούλος” και θυσιάστηκε για να κάνει το “δούλο” του παιδί του και ελεύθερο. Με δυο λόγια, “δούλος Θεού” σημαίνει “γιος του Θεού”, άρα ελεύθερος από κάθε εξαναγκασμό και σκλαβιά. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Απ. Παύλου, ο οποίος επανειλημμένα αποκαλεί τον εαυτό του “δούλο” του Θεού και βιώνει αυτήν την πραγματικότητα ως κατεξοχήν πράξη ελευθερίας.


1. Εντοπίστε ποιες πράξεις (που συνήθως θεωρούνται ηθικές από μόνες τους) αναφέρει ο Παύλος ότι μπορεί να είναι κάτι ψεύτικο,
αν τους λείπει η αγάπη. Βρείτε κι άλλα παρόμοια παραδείγματα.

2. Μπορεί μια πράξη να έχει κίνητρο την αγάπη, αλλά όχι το σεβασμό της ελευθερίας (και αντίστροφα);



Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ: 38-41

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...