Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελεημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελεημοσύνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων

Κάποτε όταν ήμουν μόλις δεκαπέντε χρονών, διηγείται ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων, είδα μια νύχτα στον ύπνο μου μια ωραιοτάτη κοπέλα, τόσο πανέμορφη που δεν μπορώ να περιγράψω την ομορφιά της. Με πλησίασε και με ξύπνησε. Την ξαναβλέπω κοντά μου. Έλαμπε ολόκληρη από ένα ωραιότατο παράδοξο φως. Δεν ήταν όνειρο, ήταν μια ζωντανή πραγματικότητα.
-Ποια είσαι, τη ρωτάω. Από πού έρχεσαι, τι θέλεις;
Μου χαμογέλασε και με πολύ γλυκειά φωνή μου είπε.
-Είμαι η πρωτότοκος κόρη ενός μεγάλου βασιλεως, τον οποίον θα σου γνωρίσω εάν με εκτιμήσεις αληθινά. Έχω όλη την εμπιστοσύνη του. Όταν κατέβηκε στη γη και έλαβε σάρκα και οστά, εμένα συμβουλεύτηκε. Είμαι η ευσπλαχνία, η ελεημοσύνη, η αγάπη.
Και αμέσως εξαφανίστηκε.
Το θείο αυτό όραμα με απασχόλησε όλη τη νύχτα.
Το πρωί σηκώθηκα, ντύθηκα καλά, γιατί έκανε δυνατό κρύο, ήταν χειμώνας, και κατευθύνθηκα προς την εκκλησία για την πρωινή ακολουθία και Θεία Λειτουργία. Καθώς προχωρούσα, παρόλο που ήτο πολύ πρωί και με πολύ κρύο, συνάντησα στο δρόμο ένα ζητιάνο. Έτρεμε από το κρύο. Έβγαλα αμέσως το ζεστό μανδύα που φορούσα, τον τύλιξα στον ζητιάνο και συνέχισα το δρόμο μου. Λίγο πριν φθάσω στην εκκλησία συνήντησα έναν νέο άνδρα ωραιότατον, και όλως παραδόξως ντυμένο στα λευκά.
-Φίλε, μου είπε, σου προσφέρω αυτό το δώρο.
Και μου έδωσε ένα βαλάντιο γεμάτο νομίσματα χρυσά. Το πήρα με απορία. Και παρά την ανεξήγητη χαρά που ένοιωσα, σκέφτηκα ότι δεν έπρεπε να τα δεχθώ, αφού δεν τα είχα ανάγκη. Έτσι γύρισα για να επιστρέψω το βαλάντιο. Ο άγνωστος όμως δωρεοδότης είχε εξαφανιστεί. Και τότε φωτίσθηκα και κατάλαβα. Όση ελεημοσύνη δίνεις στον πλησίον σου για την αγάπη του Θεού, αυτή επιστρέφεται εκατονταπλάσια, για να συνεχίζεις το έργο της αγάπης. Από τότε απεφάσισα, να είμαι αδιακρίτως ελεήμων. Και να αφοσιωθώ στην εξυπηρέτηση των πτωχών και δεινοπαθούντων μέχρι το τέλος της ζωής μου. Ανεξάρτητα αν μερικοί απ’ αυτούς, το εκμεταλλεύονταν αυτό. Γι’ αυτό και πήρε το όνομα, ο Άγιος αυτός, Ελεήμων. Ελεούσε αδιακρίτως. Αυτά μας διηγείται.

Πηγή: "Φίλοι Φυλακισμένων" , Τεύχος 15ο

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Μοιράστε τα υπάρχοντά σας μαζί με τον Χριστό!


Και συ, λοιπόν, δεν μπορείς να ασκήσεις την ακτημοσύνη; Δώσε κάτι από αυτά που έχεις. Δεν μπορείς να σηκώσεις το φορτίο εκείνο; Μοίρασε τα υπάρχοντά σου με το Χριστό.

Δε θέλεις να του τα παραχωρήσεις όλα; Δώσε του έστω και τα μισά, ή ακόμη και το ένα τρίτο. Κάνε τον και στην εδώ ζωή συγκληρονόμο.

Όσα δώσεις σ’ εκείνον, τα δίνεις στον εαυτό σου. Δεν ακούς τί λέει ο Προφήτης; «Τους συγγενείς σου δε θα τους περιφρονήσεις» (Ησ. 58,7). Αν, λοιπόν, δεν πρέπει να περιφρονούμε τους συγγενείς μας, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να περιφρονείς τον Δεσπότη που σου έχει όχι μόνο το δικαίωμα της κυριότητος, αλλά και της συγγένειας και άλλα ακόμη πολύ περισσότερα. Σε έκανε, βέβαια, μέτοχο των αγαθών του, χωρίς να πάρει, μάλιστα, τίποτε από σένα, αλλά και πρώτος έκανε την αρχή της ανέκφραστης αυτής ευεργεσίας.


Επομένως, πώς δεν είναι υπόδειξη της πιο μεγάλης ανοησίας, το να μη γίνει κάποιος φιλάνθρωπος ούτε και γι’ αυτήν, έστω, τη δωρεά, ούτε να δώσει αμοιβή για τη χάρη, και να προσφέρει κάτι το μηδαμινό μπροστά σε αυτά τα τόσο μεγάλα και σπουδαία που έχει δεχθεί; Διότι αυτός σε έκανε κληρονόμο των ουρανών, ενώ εσύ δεν του δίνεις ούτε κάτι από αυτά που έχεις πάνω στη γη. Αυτός, και χωρίς καμμία δική σου προκοπή, αλλά αν και ήσουν εχθρός του, σε συμφιλίωσε με τον εαυτό του, εσύ δεν δίνεις ούτε σ’ αυτόν, που είναι φίλος σου και ευεργέτης σου;

Άραγε δε θα ήταν δίκαιο, πριν από τη βασιλεία και πριν από όλες τις δωρεές, να τον ευγνωμονεί κάποιος μόνο για τις δωρεές; Διότι και οι δούλοι, όταν προσκαλούν τους κυρίους τους, για να τους προσφέρουν γεύμα, πιστεύουν ότι δεν προσφέρουν, αλλ’ ότι δέχονται. Εδώ, όμως, έγινε το αντίθετο. Διότι δεν κάλεσε ο δούλος τον κύριο, αλλά ο κύριος πρώτος κάλεσε το δούλο του στο τραπέζι του. Εσύ, όμως, δεν τον προσκαλείς ούτε και μετά από αυτό;

Πρώτος σε έβαλε μέσα στο σπίτι του· εσύ δεν το κάνεις ούτε και δεύτερος; Αυτός, όταν εσύ ήσουν γυμνός, σε έντυσε· εσύ και μετά από αυτά, τώρα που είναι ξένος, δεν τον βάζεις στο σπίτι σου; Πρώτος σε πότισε από το ποτήρι του· εσύ δεν του δίνεις ούτε κρύο νερό; Σε πότισε με το Άγιο Πνεύμα, εσύ δεν ικανοποιείς ούτε τη σωματική του δίψα; Αυτός, αν και είσαι άξιος για την κόλαση, σε πότισε με το Πνεύμα· εσύ, αν και διψά, τον περιφρονείς και μάλιστα, όταν όλα αυτά πρόκειται να τα κάνεις από τις δικές του δωρεές!

Δεν το νομίζεις, δηλαδή, σπουδαίο πράγμα το να κρατήσεις στα χέρια σου το ποτήρι από το οποίο πρόκειται να πιει νερό ο Χριστός και να το φέρεις στο στόμα σου; Δεν βλέπεις ότι μόνο στον ιερέα επιτρέπεται να προσφέρει το ποτήρι του αίματος; Εγώ, όμως, λέει, δεν σου τα ζητώ όλα αυτά με λεπτομέρεια, αλλά τα δέχομαι, και αν ακόμη συ ο ίδιος το προσφέρεις, χωρίς να είσαι ιερέας. Και αν ακόμη είσαι λαϊκός, δεν σε αποφεύγω. Και δε ζητώ να μου δώσεις αυτό που σου έδωσα. Διότι δεν σου ζη­τώ αίμα, αλλά κρύο νερό. Σκέψου καλά ποιόν ποτίζεις και φρίξε. Σκέψου ότι εσύ γίνεσαι ιερέας του Χριστού, δίνοντας με τα ίδια σου τα χέρια, όχι σάρκα, άλλα ψωμί όχι αίμα, άλλα ένα ποτήρι με κρύο νερό (στον πλησίον σου).

Σε έντυσε με το ένδυμα της σωτηρίας, σε έντυσε με τον ίδιο τον εαυτό του. Εσύ ντύσε τον έστω και με το ένδυμα του δούλου. Σε δόξασε στους ουρανούς. Εσύ, τουλάχιστον, απάλλαξέ τον από τη φρίκη και τη γυμνότητα και την ντροπή. Σε έκανε συμπολίτη των αγγέλων. Εσύ δώσε του έστω μόνο τη στέγη, δέξου τον στο σπίτι σου, έστω όπως θα δεχόσουν και τον υπηρέτη σου.

Δεν περιφρονώ αυτό το καταφύγιο, και αν ακόμη για χάρη σου άνοιξα ολόκληρο τον ουρανό. Σε απάλλαξα από πάρα πολύ γερή φυλακή. Εγώ δε ζητώ αυτό, ούτε και λέω, απάλλαξέ με και συ· αλλά όταν θα είμαι δεμένος και μόνο με συμπάθεια να με δεις, αυτό είναι αρκετό για να με παρηγορήσει. Εγώ, ενώ ήσουν νεκρός, σε ανέστησα. Δε ζητώ, όμως, το ίδιο και από σένα. Αλλά λέω, απλά να με επισκεφθεις όταν είμαι άρρωστος.

Όταν, λοιπόν, είναι τόσο μεγάλα αυτά που μας έχει δώσει και πολύ μικρά αυτά που μας ζητάει, και δεν του δίνουμε ούτε αυτά, άραγε για πόση τιμωρία είμαστε άξιοι; Δικαιολογημένα θα οδηγηθούμε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμασθεί για το διάβολο και τους αγγέλους του, αφού είμαστε πιο αναίσθητοι και από τις πέτρες.

Διότι, πες μου, πόση μεγάλη είναι η αναισθησία μας, που, αν και δεχθήκαμε τόσα πολλά και πρόκειται να δεχθούμε και ακόμη περισσότερα, παραμένουμε δούλοι των χρημάτων, τα οποία ύστερα από λίγο, και χωρίς να το θέλουμε, θα τα αποχωρισθούμε; Και άλλοι, βέβαια, έδωσαν και την ψυχή τους και έχυσαν και το αίμα τους· εσύ, όμως, δεν πετάς ούτε και αυτά που είναι άχρηστα για χάρη των ουρανών και τόσων στεφάνων! Και ποιάς συγγνώμης θα ήσουν άξιος, ποιάς απολογίας, τη στιγμή, που για τον σπόρο της γης τα κάνεις όλα με πολλή ευχαρίστηση, και δανείζεις στους ανθρώπους, χωρίς καμμία φειδώ, όταν, όμως, πρόκειται να φιλοξενήσεις τον Κύριό σου, διά μέσου αυτών που έχουν ανάγκη, γίνεσαι τόσο σκληρός και απάνθρωπος;

Όλα, λοιπόν, αυτά, αφού τα χαράξουμε βαθειά στο νου μας, και σκεφθούμε καλά όσα έχουμε πάρει, και αυτά που ζητάμε από το Θεό, ας συγκεντρώσουμε όλο το ενδιαφέρον μας στα πνευματικά πράγματα.

Ας γίνουμε επί τέλους ήπιοι και φιλάνθρωποι, για να μη σύρουμε πάνω μας την ανυπόφορη καταδίκη. Διότι τί δεν μπορεί να μας καταδικάσει; Οι τόσο πολλές και τόσο σπουδαίες δωρεές του Θεού; Το ότι δεν φροντίσαμε για κάτι το αξιόλογο; Το ότι ενδιαφερθήκαμε για τέτοια πράγματα, τα οποία θα αφήσουμε εδώ και αν ακόμη δεν το θέλουμε; Το ότι συγκεντρώσαμε όλο το ενδιαφέρον μας και την αγάπη μας στα πράγματα του κόσμου; Το καθένα από αυτά και μόνο του μπορεί να μας καταδικάσει. Όταν, όμως, συγκεντρωθούν όλα μαζί, ποιά θα είναι η ελπίδα μας για τη σωτηρία μας;

Για ν’ αποφύγουμε, λοιπόν, όλη αυτή την καταδίκη, ας δείξουμε κάποια γενναιοδωρία στους φτωχούς. Διότι έτσι θα απολαύσουμε όλα τα αγαθά, και τα εδώ και τα εκεί, τα οποία εύχομαι να επιτύχουμε όλοι μας με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού…

(Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Κατά Ματθαίον, ΜΕ΄» ΕΠΕ 10,798-804.)

Αναδημοσίευση:orthodoxianpress.com

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Ελεημοσύνη και Εκκλησία

Όπως γνωρίζουμε, την ελεημοσύνη η Εκκλησία τη βλέπει σαν μια πολύτιμη δυνατότητα του ανθρώπου: τη βλέπει σαν το άνοιγμα στον άλλον και σαν την έμπρακτη απο-προσκόλληση από τα υλικά αγαθά. Ταυτόχρονα, ωστόσο, οι Πατέρες διακρίνουν εδώ έναν κίνδυνο. Η ελεημοσύνη μπορεί να διαστραφεί και να καταντήσει άλλοθι της κοινωνικής αδικίας, ιδίως όταν ασκείται από αυτόν που προκαλεί την κοινωνική αδικία. «Ποιό είναι το όφελος», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς με την εκμετάλευση και ανακουφίζεις έναν με την ελεημοσύνη; Άν δεν υπήρχε το πλήθος των εκμεταλευτών, δεν θα υπήρχε ούτε το πλήθος των εξαθλιωμένων». Παρόμοια ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Χρυσόστομος κ.α υπογραμμίζουν ότι ο πλούσιος που προσφέρει ελεημοσύνη, όχι μόνοδεν δικαιούται ανταμοιβή από τον Θεό, αλλά, αντιθέτως, είναι ένοχος για τις αδικίες που διαπράττει για να συσσωρεύσει τον πλούτο του. Στο πνεύμα αυτό βρίσκουμε και κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες κανονικές ρυθμίσεις. Ακολουθώντας τη βιβλική ρήση ότι «όποιος προσφέρει μια θυσία με των φτωχών τα χρήματα, είναι σαν να θυσιάζει ένα παιδί μπροστά στα μάτια του πατέρα του» (Σοφία Σειράχ 34:20), οι «Αποστολικές Διαταγές» (τον 4ον αιώνα) ζητούν από τους επισκόπους να μην αποδέχονται δωρεές πλουσίων οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τους αδυνάτους. Και μάλιστα ζητούν να απορρίπτουν αυτές τις δωρεές, ακόμη κι αν η εκκλησία τους κινδυνεύει να καταστραφεί από την έλλειψη πόρων. Δεν μπορεί (λένε, σητν ίδια γραμμή, ο Μ.Βασίλειος και ο Ιωάννης της Κλίμακος), να γίνει ο Θεός συνένοχος ληστών και αρπακτών. Διεκδίκηση και αντίσταση Σε κάποιο σημείο του έργου του ο άγιος Διάδοχος Δωτικής, (τον 5ον αιώνα) επισημαίνει ότι η ζωή του χριστιανού νοηματοδοτείται όχι από την οργή, αλλά από την αγάπη, ακόμα και προς αυτούς οι οποίοι τον αδικούν. Όμως (συνεχίζει) είναι λάθος να νομίσουμε πως η οργή οφείλει να λείψει εντελώς από τη ζωή του χριστιανού. Αυτό το οποίο οφείλει να ξερριζώσει ο πιστός, είναι ο στρεβλός προσανατολισμός της οργής, δηλαδή η χρήση της για την ικανοποίηση του εγωισμού του. Άν, όμως, η οργή φανερώνει φροντίδα για τον συνάνθρωπο, είναι θεμιτή. Αυτό, συνεπώς, που οφείλει να κάνει ο χριστιανός, είναι να οργίζεται εναντίον εκείνων που καταδυναστεύουν τους φτωχούς. Παρόμοια, ο Χρυσόστομος λέει ρητά ότι η οργή είναι φυσική δύναμη που εμφυτεύτηκε μέσα μας από τον Θεό, ακριβώς για να βοηθούμε τους αδικουμένους. Αντιθέτως, ο πόθος για τα χρήματα – συνεχίζει – δεν είναι φυσική δύναμη. [...] Κάποτε ο αββάς Μακάριος της Αλεξάνδρειας προχώρησε ακόμα και σε απάτη, προκειμένου να περιθάλψει τους ανίατους της Αλεξάνδρειας. Πήρε χρήματα από μια πλούσια και φιλοχρήματη γυναίκα με την υπόσχεση ότι θα της αγόραζε πολύτιμους λίθους σε τιμή ευκαιρίας. Όμως τα χρήματα τα διέθεσε στη νοσηλεία των ασθενών. Η Εκκλησία ήταν πάντα επιφυλακτική απέναντι στην άσκηση βίας. Στα Πατερικά κείμενα, ωστόσο, βρίσκουμε μερικές φορές τον προβληματισμό, ότι δεν είναι ίδιο πράγμα όλες οι περιπτώσεις βίας. Ο Χρυσόστομος, για παράδειγμα, καταδίκασε τις βίαιες ενέργειες του εξεγερμένου λαού της Αντιόχειας, αλλά τον υπερασπίστηκε ενώπιον του αυτοκράτορα. Κι εκεί πλέον, σε μιαν άλλη περίπτωση μιλάει προς τους εύπορους χριστιανούς και υπερασπίζεται τους πεινασμένους που καταφεύγουν στη βία: «δεν φρίττετε, δεν κοκκινίζετε από ντροπή, όταν χαρακτηρίζετε κακούργο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Ακόμα κι αν είναι κακούργος, αξίζει να βοηθηθεί, αφού πιέζεται από την πείνα τόσο πολύ, ώστε αναγκάζεται να κάνει τέτοια πράγματα». Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων δήλωνε ότι προκειμένου βα βοηθηθούν οι φτωχοί, δεν είναι καθόλου κακό αν μπορούσε κανείς να σκαρφιστεί τρόπους ώστε ακόμα και να γδύσει τους πλούσιους, ενώ ο άγιος Αθανάσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1289-1293 και 1303-1309) και εκ των πρώτων εισηγητών του ησυχασμού, πρωτοστάτησε σε μέτρα κοινωνικής μεταρρύθμισης και συνάντησε σφοδρή αντίθεση από επισκόπους και μοναχούς, όταν επιχείρησε να διαθέσει μοναστική περιουσία υπέρ των αδυνάτων.
Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, «προοπτικές της πατερικής σκέψης για μια θεολογία της απελευθέρωσης», στον τόμο «Βιβλική θεολογία της απελευθέρωσης, πατερική θεολογία και αμφισημίες της νεοτερικότητας», Αθήνα 2012 , εκδ Ίνδικτος, σελ 160-163

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Δεν είναι δυνατόν να μη λυπάται κανείς (Αγίου Ι.Χρυσοστόμου)


«Δεν είναι δυνατόν να μη λυπάται κανείς. Αυτό το απέδειξε και ο Χριστός· διότι εδάκρυσε προ του Λαζάρου. Αυτό κάμε και συ, δάκρυσε, αλλά ήρεμα, με ευπρέπειαν και φόβον Θεού. Αν δακρύσεις έτσι, το κάμνεις αυτό όχι ωσάν να δυσπιστείς εις την ανάστασιν, αλλά ως μη υποφέρων τον χωρισμόν. Βέβαια δακρύζομεν και δι’ αυτούς που αποδημούν και αναχωρούν δια ξένην χώρα, αλλά δεν το κάμνομεν αυτό ωσάν απελπισμένοι· έτσι και συ δάκρυσε, ωσάν να αποστέλλεις αποδημούντα. Αυτά δεν τα λέγω υπό μορφήν νόμου, αλλά ωσάν υπόδειξιν.

Διότι εάν μεν είναι αμαρτωλός ο αποθανών και διέπραξε πολλά παραπτώματα

απέναντι στον Θεόν, πρέπει να δακρύζωμεν, μάλλον δε όχι μόνον να δακρύζωμεν (διότι αυτό δεν τον ωφελεί εκείνον εις τίποτε), αλλά να κάμνωμεν εκείνα που ημπορούν να δώσουν εις εκείνον κάποιαν παρηγορίαν, όπως ελεημοσύνας και προσφοράς (πρέπει δε και δι’ αυτό να χαίρομεν, διότι έλαβον τέλος εις αυτόν τα της κακίας), εάν είναι δίκαιος, πρέπει να χαιρόμεθα επί πλέον, διότι ευρίσκονται τα κέρδη εκείνου εις ασφάλειαν και έχει απαλλαγή από την μέλλουσαν αβεβαιότητα· αν μεν είναι νέος, διότι απηλλάγη αμέσως από τα κακά του κόσμου, αν δε γέρων, διότι ανεχώρησε δια την άλλη ζωήν αφού έλαβε με υπεραφθονίαν αυτό που ποθεί ο κάθε άνθρωπος.

Συ όμως, αφήσασα κατά μέρος αυτάς τας σκέψεις, προτρέπεις τας υπηρέτριας να θρηνολογούν, ωσάν δήθεν να τιμάς τον αποθανόντα, πράγμα που είναι δείγμα μεγίστης ατιμίας, διότι η τιμή δια τον αποθανόντα δεν είναι οι θρήνοι και αι κραυγαί, αλλά ύμνοι και ψαλμωδίαι και βίος άριστος· καθ’ όσον εκείνος μεν αποθνήσκων, αναχωρεί δια την άλλην ζωήν μαζί με τους αγγέλους και αν ακόμη δεν παρευρεθή κανείς κοντά εις το λείψανό του, ενώ ο διεφθαρμένος, και αν ακόμη έχει όλην την πόλιν να τον αποστέλλει, δεν θα έχη κανένα όφελος. Θέλεις να τιμήσεις τον αποθανόντα, τίμησέ τον με άλλον τρόπον, κάμνων ελεημοσύνας, ευεργεσίας, λειτουργίας. Ποίον το όφελος από τους οδυρμούς;».

(Απόσπασμα από την 62η ομιλία εις το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, Έργα Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 14)


Αναδημοσίευση: http://exprotestant.blogspot.gr/
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...