Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λατρεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λατρεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Η λατρεία ως έκφραση πίστης


Η λατρεία στην ορθόδοξη παράδοση δεν αποτελεί μια απλή θρησκευτική τελετουργία, αλλά συνιστά την εξωτερίκευση της πίστης και την έμπρακτη εκδήλωση της ευγνωμοσύνης και της αγάπης του πιστού προς τον Θεό. Θεωρείται το «ασίγαστο στόμα» της Ορθοδοξίας, καθώς μέσα από τους ύμνους, τις ευχές και τις λειτουργικές πράξεις ομολογείται καθημερινά η διδασκαλία της Εκκλησίας και η πίστη στον Τριαδικό Θεό. 
Η σχέση μεταξύ πίστης και λατρείας είναι αδιαχώριστη, καθώς η λατρεία προσφέρει τη θεολογία που καθοδηγεί τον πιστό στην αλήθεια, ενώ ταυτόχρονα η ορθή πίστη επικυρώνεται μέσα από τη συμμετοχή στα μυστήρια, ιδιαίτερα στη Θεία Ευχαριστία.
Ένα από τα βασικότερα γνωρίσματα της χριστιανικής λατρείας είναι ο λογικός της χαρακτήρας, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος πλησιάζει τον Θεό ως ον με συνείδηση και ελευθερία, συμμετέχοντας ενεργά με τον νου και την καρδιά του. 
Η λατρεία αυτή δεν είναι «μαγική», αλλά πνευματική, καθώς η καθαρότητα της καρδιάς είναι εκείνη που την καθιστά αληθινή και ουσιαστική. Στο γεγονός της λατρείας μετέχει ολόκληρος ο άνθρωπος ως ψυχοσωματική ενότητα, χρησιμοποιώντας τις αισθήσεις του για να προσεγγίσει το Θείο: η όραση αναπαύεται στις εικόνες, η ακοή στις μελωδίες των ύμνων και η όσφρηση στην ευωδία του θυμιάματος.
Κεντρικό σημείο αναφοράς και πηγή ολόκληρης της λατρευτικής ζωής είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, το οποίο φανερώνει την ίδια την ταυτότητα της Εκκλησίας.
 Μέσα στη Θεία Λειτουργία, ο πιστός δεν είναι απλός θεατής, αλλά «συλλειτουργός» που ενώνεται μυστηριακά με τον Χριστό και τους αδελφούς του, υπερβαίνοντας τον ατομικισμό του. 
Η συμμετοχή στο κοινό ποτήριο καθιστά τους πιστούς «σύσσωμους και σύναιμους», μεταμορφώνοντας τη σύναξη σε μια κοινωνία προσώπων που εικονίζει τη Βασιλεία του Θεού.
Η λατρεία λειτουργεί επίσης ως μέσο εξαγιασμού όλων των πτυχών της ανθρώπινης ζωής και ολόκληρης της κτίσης. Μέσα από τα μυστήρια και τις αγιαστικές πράξεις, όπως ο Αγιασμός ή η Αρτοκλασία, η ύλη (το νερό, το λάδι, ο άρτος, ο οίνος) αγιάζεται και μεταμορφώνεται σε φορέα της θείας χάρης. 
Με αυτόν τον τρόπο, ο Θεός συναντά τον άνθρωπο σε κάθε περίσταση του βίου του —από τη γέννηση και τον γάμο μέχρι την ασθένεια και τον θάνατο— προσφέροντάς του παρηγοριά και πνευματική ισορροπία.
Η λατρευτική εμπειρία δεν περιορίζεται εντός των τειχών του ναού, αλλά οφείλει να συνεχίζεται ως «λειτουργία μετά τη Λειτουργία» στην καθημερινή ζωή. Ο πιστός, έχοντας γευτεί τη θεία αγάπη, καλείται να μεταφέρει αυτό το πνεύμα θυσίας και ενότητας στον κόσμο, αγωνιζόμενος για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη. Έτσι, η λατρεία μεταμορφώνει τον άνθρωπο από άτομο σε πρόσωπο που αγαπά ανιδιοτελώς, αποτελώντας μια πρόγευση της αιωνιότητας μέσα στον ιστορικό χρόνο

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Ο λατρευτικός πλούτος της Εκκλησίας

Λογισμικό για την υποστήριξη της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών. Στόχοι του λογισμικού είναι να ενημερωθούν οι μαθητές για τα βασικότερα μέρη της Θείας Λειτουργίας, να γνωρίσουν τις σημαντικότερες γιορτές και τη σημασία τους, να κατανοήσουν την ουσία των χριστιανικών μυστηρίων και να εξοικειωθούν με τους συμβολισμούς των ορθόδοξων ναών (αρχιτεκτονική, ζωγραφική). Το λογισμικό διαπραγματεύεται δύο θεματικές ενότητες: α) Λατρεία και β) Χώρος λατρείας. Εκτός από το πλούσιο πληροφοριακό υλικό (κείμενα, εικόνες, βίντεο), περιλαμβάνονται, επίσης, ασκήσεις και θέματα προς συζήτηση, καθώς και βιβλιοθήκη πολυμέσων.


Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Ο Χριστός εγκαινιάζει την αληθινή λατρεία

α) Ο Χριστός σεβάστηκε και τήρησε την ιουδαϊκή λατρεία

Ο Κύριος ως άνθρωπος γεννήθηκε στην Ιουδαία. Έζησε, δίδαξε και θαυματούργησε, πέθανε και αναστήθηκε στη χώρα αυτή. Σεβάστηκε την ιουδαϊκή παράδοση και λατρεία. Τήρησε ό,τι όριζε η παράδοση και ο μωσαϊκός νόμος και συμβούλευε τους ακροατές του να κάνουν και αυτοί το ίδιο. Στις μεγάλες γιορτές στα Ιεροσόλυμα, διδάσκει και προσεύχεται στον περίβολο του Ναού. Στις συναγωγές κηρύττει και θαυματουργεί.

Από τους συμπατριώτες του. που λάτρευαν το Θεό τυπικά, εξωτερικά, από συνήθεια, ο Κύριος απαιτούσε πραγματική λατρεία, όπως το εκφράζει ο Δαβίδ: «Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει». Δηλαδή θυσία και λατρεία αρεστή στο Θεό, που ποτέ δεν την απορρίπτει, είναι τούτη: πνεύμα συντριμμένο από μετάνοια και ταπεινή καρδιά. Γι’ αυτό καυτηριάζει την υποκρισία των Φαρισαίων με τα τρομερά εκείνα «οὐαί» (=αλίμονο), γιατί τα λόγια τους δε συμπορεύονταν με τις πράξεις τους. Τους θυμίζει τη φράση του προφήτη Ησαΐα, που είναι επίκαιρη σε κάθε εποχή: «Αυτός ο λαός με το στόμα του με πλησιάζει και με τα χείλη με τιμάει, ενώ η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα» (Ησ. 29. 13· Ματθ. 15, 8).


β) Η χριστιανική λατρεία είναι πνευματική και αληθινή

Στο διάλογό του με μια γυναίκα, τη Σαμαρείτισσα, ο Κύριος φανερώνει ποια είναι η πραγματική λατρεία.

Διάλογος του Κυρίου με τη Σαμαρείτισσα (αποσπάσματα)

... Έφτασε (ο Ιησούς) σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Συχάρ... Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ... Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δώσ’ μου να πιω». Η γυναίκα του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πώς μπορείς να ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» – οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού και ποιος είναι αυτός που σου λέει «δώσ’ μου να πιω», τότε εσύ θα του ζητούσες κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ από πού, λοιπόν, το ’χεις το τρεχούμενο νερό;»... Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ’ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι· όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θα αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης· οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό σ’ αυτό το βουνό (το Γαριζίν) εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ’ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα... Είναι κοντά ο καιρός, ήρθε κιόλας, που όσοι πραγματικά λατρεύουν, θα λατρέψουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια· γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια». Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ που σου μιλάω αυτή τη στιγμή» (Ιωάν. 4. 5-26).


Ο Κύριος στη συνομιλία του με τη Σαμαρείτισσα, αποκαλύπτεται ως Θεός (εγώ είμαι ο Μεσσίας) και φανερώνει πως η προσκύνηση και η λατρεία του Θεού, που είναι πνεύμα, γίνεται με τη δύναμη του Πνεύματος. Λατρεύουμε, λοιπόν; το Θεό πραγματικά, όταν η αναφορά μας σ’ αυτόν δεν είναι εξωτερική και τυπική αλλά εσωτερική, πνευματική και γίνεται με όλη μας την καρδιά. Μόνο τέτοια λατρεία ταιριάζει στο Θεό. Ύστερα, ο Θεός δεν περιορίζεται ούτε από τον τόπο ούτε από το χρόνο. Παντού, σε κάθε τόπο και σε κάθε ευκαιρία μπορούμε να προσευχηθούμε και να ζητήσουμε την ευλογία και τη δύναμή του. Αρκεί να ’ναι η καρδιά μας καθαρή, γιατί στις πλάκες αυτής της καρδιάς γράφει ο Θεός τους νόμους της καινής του διαθήκης, όπως δύο προφήτες, ο Ιερεμίας και ο Ιεζεκιήλ, το είχαν προφητέψει (Ιερ. 38, 33-34 Ιεζ, 11,19). Αυτό βέβαια δεν καταργεί το ναό που είναι ο οίκος του Θεού, ο χώρος όπου γίνεται η λατρεία του. Εκεί ο πιστός διευκολύνεται να συγκεντρώσει το νου του, να υψώσει την καρδιά του στο Θεό, να ενώθεί καλύτερα με αυτόν. Ωραία συνδυάζει τον τόπο και την καθαρή καρδιά ο απόστολος Παύλος όταν λέει: «Επιθυμώ, λοιπόν, να προσεύχονται οι άντρες σε κάθε τόπο προσευχής, χωρίς οργή και εριστικότητα, και τα χέρια που υψώνουν στον ουρανό να είναι καθαρά. Παρόμοια και οι γυναίκες να προσεύχονται με κόσμια αμφίεση» (Α΄ Τιμ. 2, 8-9).

γ) Οι αιματηρές θυσίες των Ιουδαίων και η θυσία του Χριστού

Για να καταλάβουμε το μυστήριο* της Θείας Ευχαριστίας*, που είναι ο πυρήνας της χριστιανικής λατρείας, πρέπει να θυμηθούμε τις θυσίες των Ιουδαίων και ιδιαίτερα τις αιματηρές. Με αυτές οι Ιουδαίοι έδειχναν την ευγνωμοσύνη τους στο Θεό και εξαγόραζαν τις αμαρτίες τους. Αντί να προσφέρουν το δικό τους αίμα –τη ζωή τους– πρόσφεραν το αίμα του ζώου. Πιο παραστατικά γινόταν αυτό την ημέρα του εξιλασμού (δηλ. της συγχώρησης). Ο αρχιερέας, βάζοντας τα χέρια πάνω στο ζώο της θυσίας, μεταβίβαζε σ’ αυτό τις αμαρτίες του λαού και τις δικές του.

Από τις αιματηρές θυσίες ξεχωρίζει μέχρι σήμερα η θυσία του αμνού στη γιορτή του Πάσχα. Η γιορτή αυτή ήταν και είναι η σπουδαιότερη γιορτή των Ιουδαίων. Πανηγυρίζουν την απελευθέρωση των προγόνων τους από τους Αιγυπτίους και περιμένουν το Μεσσία, που θα τους χαρίσει γήινη εξουσία, ευτυχία και δόξα.

Όλα όμως αυτά είναι προεικονίσεις της θυσίας του Χριστού. Αυτός είναι ο Μέγας Αρχιερέας, που πρόσφερε στο Θεό - Πατέρα το δικό του Αίμα για χάρη μας, εξασφαλίζοντας μας έτσι την αιώνια ελευθερία και σωτηρία. Ο Χριστός είναι, όπως το είπε ο Πρόδρομος, «ο αμνός του Θεού που παίρνει πάνω του την αμαρτία των ανθρώπων» (Ιωάν. 1, 29). «Η δική μας γιορτή του Πάσχα συνίσταται στο γεγονός ότι θυσιάστηκε για χάρη μας ο Χριστός»(Α΄ Κορ. 5, 7).

Η θυσία του Χριστού επαναλαμβάνεται στη χριστιανική λατρεία. Γιατί το βράδυ του Μυστικού Δείπνου ο Κύριος μετέβαλε για χάρη μας τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα του, ιδρύοντας έτσι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.


Οι λόγοι που καθιέρωσαν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας*

«Ἐσθιόντων δέ αὐτῶν (στο Μυστικό Δείπνο) λαβών ὁ Ἰησοῦς τόν ἂρτον και εὐχαριστήσας ἔκλασε (=κομμάτιασε) και ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς και εἶπε· λάβετε φάγετε τοῦτο ἐστι τό σῶμά μου και λαβών τό ποτήριον καί εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τό αἷμά μου τό τῆς καινῆς διαθήκης τό περί πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἂφεσιν αμαρτιῶν» (Ματθ. 26. 26-28). 


Η Θεία Κοινωνία* μας χαρίζει άφεση αμαρτιών, αιώνια ζωή, ένωση με τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας. Όταν τελείται το μυστήριο αυτό, θυμόμαστε όλη τη ζωή του Χριστού: από τη Γέννησή του ως τα Πάθη, την Ανάσταση και την Ανάληψή του. Ο ίδιος μας το παράγγειλε: «Αυτό που κάνω τώρα να το κάνετε σε ανάμνησή μου» (Λουκ. 22, 19). Η θύμηση αυτή είναι ζωντανή ανάμνηση, μια αναπαράσταση. Μια πράξη που κάνει το παρελθόν σημερινό και σύγχρονο. Όπως το λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Το δείπνο αυτό είναι το ίδιο με εκείνο (το Μυστικό Δείπνο)· σε τίποτα δεν υστερεί. Δεν έκαμε εκείνο ο Χριστός και αυτό ο άνθρωπος, αλλά και τούτο αυτός ο ίδιος το κάνει». Σε κάθε Θεία Λειτουργία, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι, που κάθισαν και οι μαθητές εκείνο το βράδυ.

Στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, είναι παρών ο Κύριος, ο σταυρωμένος, αυτός που θα ξανάρθει. Αυτός «που κάθεται μαζί με τον Πατέρα στους ουρανούς και αόρατα είναι εδώ μαζί μας» (Από ευχή της Θείας Λειτουργίας).

Η πνευματική και αληθινή λατρεία

Ποιοι είναι λοιπόν οι αληθινοί προσκυνητές; Αυτοί που δεν περιορίζουν τη λατρεία σε τόπο και λατρεύουν το Θεό πνευματικά όπως λέει και ο Παύλος· «Ο Θεός που τον λατρεύω με το πνεύμα μου διαδίδοντας το ευαγγέλιο του Υιού του» (Ρωμ. 1,9)· και πάλι, «Σας παρακαλώ να του προσφέρετε όλο τον εαυτό σας θυσία ζωντανή, άγια, ευπρόσδεκτη στο Θεό» (Ρωμ. 12,1). Κι όταν πει «ο Θεός είναι Πνεύμα», τίποτε άλλο δε δηλώνει, παρά το ασώματο. Πρέπει λοιπόν και η λατρεία του ασώματου να ’ναι τέτοια και να προσφέρεται μ’ εκείνο που είναι μέσα μας ασώματο, δηλαδή με την καθαρότητα της ψυχής και του νου. Γι’ αυτό λέει: «Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια» (Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ιωάν. ομιλ. 33, 2, ΕΠΕ 13, 286).

1. Τι φανερώνει η τήρηση του μωσαϊκού νόμου και των ιουδαϊκών συνηθειών από τον Κύριο;
2. Ποια είναι τα κοινά σημεία της Θ. Λειτουργίας με το «Μυστικό Δείπνο»;
3. Μία από τις εικόνες του Χριστού, που έχουμε στο ναό, είναι και εκείνη που επιγράφεται «ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς». Τι σημαίνει η επιγραφή;
4. Ένα περασμένο γεγονός απλά το θυμόμαστε ή φέρνοντάς το στη μνήμη μας το ζούμε. Τι φέρνουμε στη μνήμη μας και τι ζούμε κατά τη Θεία Ευχαριστία;

Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία ( Παλιό βιβλίο Θρησκευτικών Α Λυκείου)

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

3.1. Η λατρεία ως έκφραση πίστης


Ιστορικό πλαίσιο διαμόρφωσης και εξέλιξης της Λειτουργικής – Τελετουργικής

 Έννοια, σκοπός και περιεχόμενο της Λειτουργικής-Τελετουργικής

 Η Θεία Λατρεία αποτελεί έκφραση της πίστης της Εκκλησίας και της νέας πραγματικότητας, που ο Χριστός έφερε στον κόσμο με την σάρκωσή του, τη σταυρική του θυσία και την  ανάστασή του. Περιεχόμενο της Θείας Λατρείας αποτελούν όλες οι πτυχές της προσευχητικής αναφοράς του ανθρώπου προς τον Τριαδικό Θεό. Τα μυστήρια π.χ., με πρώτιστο τη Θεία Ευχαριστία, οι διάφοροι
καιροί της προσευχής, οι Ακολουθίες δηλαδή που πλουτίζουν το νυχθήμερο και δίδουν νόημα στον χρόνο, οι εορτές του λειτουργικού έτους, τα λειτουργικά σκεύη, άμφια και βιβλία, ο ιερός ναός, οι περιστατικές ακολουθίες και οι διάφορες μυστηριοειδείς τελετές, όπως είναι οι Αγιασμοί, οι Παρακλήσεις, η τάξη των Εγκαινίων κ.ά, αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης της Λειτουργικής-Τελετουργικής επιστήμης.
Η εν λόγω επιστήμη είναι γνωστή από τον 16ο αι. και έχει ως σκοπό τη συστηματική και με βάση τις πηγές, αλλά και τις ποιμαντικές ανάγκες της Εκκλησίας, μελέτη της ιστορικής εξέλιξης, του θεολογικού-συμβολικού νοήματος, και του τρόπου τέλεσης των Ακολουθιών και όλων των λειτουργικών πράξεων. Ο όρος Λειτουργική προέρχεται από την έννοια της λέξης λειτουργία, που αρχικά σήμαινε το δημόσιο και κοινωφελές έργο («λεῖτος» =λαός και «ἔργον»). Σημαίνει επίσης και τη δημόσια λειτουργική πράξη, προσευχή, τελετή, και θυσία, ενώ στη χριστιανική μας παράδοση παραπέμπει στη χριστιανική λατρεία συνολικά και στο γεγονός της λατρευτικής πράξης της Εκκλη-
σίας. Η Τελετουργική, ως έννοια, προέρχεται από τις λέξεις «τελετή» και «ἔργον». Ως εκ τούτου μελετά το λειτουργικό τυπικό, τις ποικίλες παραδόσεις του, αλλά και την ισχύουσα τάξη, η γνώση της οποίας είναι αναγκαία από τους Ιερείς, τους ψάλτες και ευρύτερα το λαό του Θεού για την εύρυθμη ιερουργία των τελουμένων και την «εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν» (Α΄Κορ.14,40) πράξη και συμμετοχή μας στα λειτουργικά δρώμενα. Γενικότερα, η Λειτουργική αναφέρεται στο ιστορικό και θεωρητικό περιεχόμενο της Θείας Λατρείας και η Τελετουργική εξετάζει την πρακτική εφαρμογή των τελουμένων.

 Προχριστιανικά λατρευτικά πρότυπα της Θείας Λατρείας
Η Εκκλησία, ως θεσμός θεανθρώπινος, γεννήθηκε σε συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Από την άποψη αυτή προσέλαβε
τον κόσμο, προσδίδοντάς του μια νέα φυσιογνωμία και προοπτική. Η πρωτοχριστιανική λατρεία είναι γεγονός ότι θεμελιώθηκε σε πρότυπα της ιουδαϊκής λατρείας, που ίσχυε αρχικά στον ισραηλιτικό ναό και αργότερα στη συναγωγή. Ο ίδιος ο Κύριος συμμετείχε στην παραδοσιακή λατρεία (Λουκ. 4,16 -28) και οι Απόστολοι σε ό,τι ετελείτο «εἰς τὸ ἱερόν» (Πράξ.21,26), όπως π.χ. η προσφορά θυσίας και τα σχετιζόμενα με τους τελετουργικούς καθαρ-
μούς. Οι πρώτοι χριστιανοί μετέβαιναν καθημερινά στους τόπους λατρείας των εβραϊκών κοινοτήτων, αλλά είχαν και τον δικό τους χώρο, όπου «ὁμοθυμαδὸν» (Πράξ. 2,1) συμμετείχαν στις συνάξεις τους. Στην καθημερινή λατρεία και προσευχή διατηρήθηκαν οι παραδεδομένοι καιροί προσευχής (Δαν. 6,10) κατά το εσπέρας, το πρωί και τη μεσημβρία (Ψαλμ.54,18).

Κεντρικό στοιχείο της χριστιανικής λατρείας, κατά μίμηση της ιουδαϊκής, είναι η ανάγνωση του νόμου και των προφητών (Πράξ.
13,14-15), καθώς και οι ψαλμοί και οι ωδές της Παλαιάς Διαθήκης. Η ευχαριστία συνδέεται με
τα εβραϊκά δείπνα και κατ’ εξοχήν με το πασχάλιο δείπνο. Λειτουργικές εκφράσεις, όπως το «Ἀμὴν» και το «Ἀλληλούϊα», είναι κοινές στην ιουδαϊκή και τη χριστιανική λειτουργική πράξη. Οι εορτές επίσης του Σαββάτου, του Πάσχα, της Πεντηκοστής κληρονομούνται και στην Εκκλησία, με διαφορετικό νόημα και περιεχόμενο. Γενικότερα υπάρχει απ’ αρχής μια τάση κριτικής της ιουδαϊκής τελετουργίας και απομάκρυνσης από τα πρότυπά της. Έτσι παρατηρείται μια εναντίωση στο νομικό πνεύμα της ιουδαϊκής λατρείας και γίνεται λόγος για λογική λατρεία (Ρωμ.12,1) «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» τελούμενη (Ιω.4,24), για ύμνους και ωδές πνευματικές (Εφ.5,19∙ Κολ. 3,16), για προσευχή, που δεν πρέπει να γίνεται με φαρισαϊκό πνεύμα (Ματθ. 6,5-6). Αναπτύχθηκαν, μάλιστα, νέα πρότυπα προσευχής στη βάση της προσευχής, που δίδαξε ο Κύριος (Λουκ. 11, 2-4∙ Ματθ. 6, 9-13).
Εκτός των ιουδαϊκών λατρευτικών προτύπων η Εκκλησία γνώρισε και τα εθνικά – ειδωλολατρικά λατρευτικά δρώμενα, όπως π.χ. τον μακρόσυρτο προσευχητικό λόγο («βαττολογία».Ματθ. 6, 7-8), τη λατρεία των ειδώλων – δαιμονίων με πομπές και θυσίες, τις παγανιστικές εορτές και τα μυστήρια. Από όλα αυτά η χριστιανική λατρεία διαφοροποιείται πλήρως, διότι αυτά αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο και έρχονται σε αντίθεση με τη λατρεία, ως λειτουργικού σώματος του Χριστού. Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος συνιστά στους χριστιανούς την από τα είδωλα επιστροφή στον ζωντανό και αληθινό Θεό (Α΄ Θεσ. 1,9).

Πηγές της Λειτουργικής – Τελετουργικής 

Ως πηγή της Θείας Λατρείας εννοούνται τα κείμενα εκείνα που με άμεσο ή έμμεσο τρόπο κάνουν λόγο για την εμφάνιση, την εξέλιξη, την τάξη και το βαθύτερο θεολογικό περιεχόμε νο των τελουμένων. Εννοούμε επίσης και την άγραφη παράδοση, που διασώζει παμπάλαιες πληροφορίες και πολιτισμικά αρχέτυπα πολύ σημαντικά για τη Θεία Λατρεία. Η παλαιότερη πηγή είναι η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) από την οποία επιλέγονται τα αναγνώσματα που διαβάζονται στις διάφορες Ακολουθίες και προσδιορίζουν το θέμα πολλών εορτών του έτους. Ειδικά η Καινή Διαθήκη είναι σπουδαία πηγή της λατρείας μας, γιατί η λατρεία σε μεγάλο βαθμό προηγήθηκε αυτής. Γιατί ο λαός πρώτα λάτρευσε και μετά θεολόγησε. Στην Αγία Γραφή επίσης διασώζονται συγκεκριμένες ώρες προσευχής (τρίτη, έκτη και ενάτη), μαρτυρούνται σημαντικοί λειτουργικοί όροι (όπως «ψαλμός», «ύμνος», «ωδή», «αμνός», «θυσία», «ευχαριστία», «βάπτισμα», «χρίσμα» κ.λπ.), γίνεται λόγος για τα μυστήρια της Εκκλησίας ιδίως το Βάπτισμα και την Ευχαριστία, διασώζεται στην Καινή Διαθήκη
το διάγραμμα της Ευχαριστίας, οι πρώτοι χριστιανικοί ύμνοι και προσδιορίζεται το πνεύμα της Θείας Λατρείας, η οποία πρέπει να είναι λογική, δηλαδή πνευματική, αδιάλειπτη και να τελείται με την δέουσα τάξη και ευσέβεια. Έχουμε όμως και περιπτώσεις όπου και ορισμένα απόκρυφα κείμενα της Καινής Διαθήκης αποτελούν σημαντική πηγή της Λειτουργικής. Σημαντικότερο από αυτά είναι το απόκρυφο Ευαγγέλιο του Ιακώβου, για τον λόγο ότι σ’ αυτό στηριζόμαστε για τις περισσότερες θεομητορικές γιορτές (Σύλληψη, Γενέθλιο, Εισόδια, Σύναξη Ιωακείμ και Άννας) και από αυτό επηρεάζονται άλλες σπουδαίες γιορτές, όπως Ευαγγελισμός, Κοίμηση της Θεοτόκου, γιορτή Ζαχαρία και Ελισάβετ.
Πολλά επίσης πατερικά κείμενα , όπως των Αποστολικών Πατέρων Κλήμεντος Ρώμης, Ιουστίνου, των Τριών Ιεραρχών κ.ά. δίνουν σημαντικές πληροφορίες για τη δομή και το περιεχόμενο των Ακολουθιών. Μεγάλοι ιεράρχες, όπως οι Μέγας Βασίλειος και Ιερός Χρυσόστομος, συνδέονται με την συγγραφή Θείων Λειτουργιών και άλλων ευχολογικών κειμένων.
Αρχαίες κανονικολειτουργικές συλλογές, όπως η Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων (αρχές 2ου αι.), η Αποστολική Παράδοση του Ιππολύτου (3ος αι.), οι Αποστολικές Διαταγές, κείμενα του Τερτυλλιανού (2ος αι.) και του Ωριγένους (3ος αι.). Οι Μυσταγωγικές Κατηχήσεις επίσης του Κυρίλλου Ιεροσολύμων, Ιωάννου Χρυσοστόμου και Αμβροσίου Μεδιολάνων, ερμηνεύουν θεολογικά τα τρία Μυστήρια, του Βαπτίσματος, του Χρίσματος και της Θείας Ευχαριστίας. Πρόκειται για μυσταγωγικά κηρύγματα που εκφωνούνταν προς τους νεοφωτίστους κατά την Διακαινήσιμο Εβδομάδα.Από τον 8ο αι. διασώζονται τα λειτουργικά χειρόγραφα, με παλαιότερο αυτό του Βαρβερινού Κώδικα 336. Στα χειρόγραφα αυτά καταγράφονται τα λειτουργικά κείμενα του Ευχολογίου, με σημαντικές διατάξεις τελετουργικού χαρακτήρα. Το ίδιο γίνεται και από τον 10ο αι. με τα λειτουργικά Τυπικά, όπου με κάθε λεπτομέρεια πληροφορούμαστε για τον τρόπο τέλεσης των Ακολουθιών. Παλαιότερο είναι το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως (10ος αι.), που διασώζει την τάξη των ασματικών - ενοριακών Ακολουθιών. 

Το αρχαιότερο μοναστηριακό λειτουργικό Τυπικό προέρχεται από την Παλαιστίνη, αυτό του Αγίου Σάββα (6ος αι.), και την Κωνσταντινούπολη, αυτό της Ι. Μονής Στουδίου (9ος αι.) και της Ι. Μονής της Παναγίας της Ευεργέτιδος (11ος αι.). Σημαντική ακόμη πηγή της επιστήμης της Λειτουργικής-Τελετουργικής είναι και τα λειτουργικά υπομνήματα, βυζαντινά και μεταβυζαντινά. Πρόκειται για κείμενα που ερμηνεύουν θεολογικά τη Θεία Λειτουργία και στοχεύουν στη λειτουργική παιδεία και αγωγή τόσο των Ιερέων όσο και όλων των μελών του πληρώματος της Εκκλησίας. Στην ενότητα αυτή ανήκουν τα βυζαντινά υπομνήματα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, Μαξίμου Ομολογητού, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Σωφρονίου Ιεροσολύμων, Θεοδώρου Ανδίδων, Νικολάου Καβάσιλα, Συμεών Θεσσαλονίκης. Στα μεταβυζαντινά υπομνήματα παλαιότερο είναι του Ιωάννου Ναθαναήλ (16ος αι.) και ακολουθούν του Νικολάου Βούλγαρη, Μελετίου Συρίγου κ.α. 

Η ανά τους αιώνες ιστορική εξέλιξη και διαμόρφωση της Χριστιανικής Λατρείας 

 
Η Θεία Λατρεία με τις διάφορες πτυχές και εκφάνσεις της έχει μια μακραίωνη διαδρομή εξέλιξης και διαμόρφωσης. Η πρώτη περίοδος είναι αυτή της αποστολικής εποχής (1ος αι.), πληροφορίες για την οποία έχουμε από την Καινή Διαθήκη και τους Αποστόλους. Την περίοδο αυτή υπάρχει η Λατρεία, σε όλες της τις εκφάνσεις, ως βασικός παράγοντας της ζωής των πρώτων χριστιανών, τελείται όμως πολύ απλά. Παραδίδεται και διδάσκεται κυρίως με προφορικό τρόπο. Η δεύτερη περίοδος είναι αυτή των διωγμών (2ος αι. - 313 μ.Χ.). Η Εκκλησία δοκιμάζεται, αλλά η Θεία Λατρεία δεν σταματά να αναπτύσσεται, έστω και αν ακόμα δεν έχουμε επαρκή γραπτά κείμενα. Σε κάθε περίπτωση η λειτουργική ζωή και εμπειρία διαμορφώνει και το ανάλογο ήθος, για τη στήριξη των χριστιανών την εποχή των διωγμών.
Η περίοδος της ακμής είναι από τον τέταρτο έως τον ένατο αι. Την εποχή αυτή καταγράφονται τα λειτουργικά κείμενα, υπάρχει ελευθερία στην έκφραση και την άσκηση της Θείας Λατρείας, εμφανίζονται μεγάλες πατερικές μορφές, αναπτύσσεται ο μοναχισμός, καλλιεργείται η υμνογραφία με τα Κοντάκια και τους Κανόνες και διαμορφώνονται οι λειτουργικοί τύποι στην Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Κωνσταντινούπολη, Ιεροσόλυμα.
Όσον αφορά το εορτολόγιο διαμορφώνονται οι μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές, Χριστουγέννων, Μεταμορφώσεως, Βαΐων, Αναλήψεως, Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Ευαγγελισμού. Διαμορφώνονται επίσης και οι νηστείες πριν το Πάσχα και πριν τα Χριστούγεννα (4ος αι.). Η επόμενη σημαντική ιστορική περίοδος είναι από την Εικονομαχία μέχρι την Άλωση (9ος αι. - 1453 μ.Χ). Σε αυτήν η Θεία Λατρεία σταθεροποιείται και βαίνει προς την παρακμή με την έννοια ότι δεν έχουμε πρότυπα μιας νέας δημιουργίας. Καθιερώνεται ο βυζαντινός ρυθμός με τον τρούλο, εισάγονται εορτές, όπως των Εισοδίων της Θεοτόκου και των Τριών Ιεραρχών, μνήμες νέων αγίων, οσίων,μαρτύρων, ιεραρχών, πατέρων Συνόδων, ιερών λειψάνων κ.λπ. Διαδίδεται η ορθόδοξη πίστη και το λειτουργικό τυπικό που συνδέεται με αυτήν στο σλαβικό κόσμο από τους θεσσαλονικείς αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο.
Η επόμενη περίοδος είναι αυτή της Τουρκοκρατίας, που όσο δύσκολη και σκοτεινή και αν είναι έχουμε και φαινόμενα που μαρτυρούν μια προσπάθεια αναζήτησης των πνευματικών και λειτουργικών παραδόσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η τυπογραφία συμβάλλει στην έκδοση των λειτουργικών βιβλίων, οι νεομάρτυρες δημιουργούν νέα δεδομένα στο εορτολόγιο της εκκλησίας, οι Κολλυβάδες (άγιοι Νικόδημος Αγιορείτης, Αθανάσιος Πάριος κ.ά.) δημιουργούν το φιλοκαλικό κίνημα, με σκοπό την ανανέωση της πνευματικής και λειτουργικής ζωής.
Στις μέρες μας, με την έρευνα για την Θεία Λατρεία (βλ. Θεολογικές Σχολές) και την πρωτοβουλία της Εκκλησίας της Ελλάδος για την λειτουργική αναγέννηση, λαμβάνεται η μέριμνα για την επίλυση πολλών ζητημάτων που αφορούν την ιστορική τεκμηρίωση, τη θεολογική εμβάθυνση και την τελετουργική προσέγγιση των τελουμένων στη λατρεία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι δραστηριότητες με συνέδρια και εκδόσεις της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής Λειτουργικής Αναγεννήσεως.


Οι Θυσίες Ολοκαυτωμάτων Λευ. 1,1-5
ΚΑΙ ἀνεκάλεσε Μωυσῆν, καὶ ἐλάλησε Κύριος αὐτῷ ἐκ τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου
λέγων·
2 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἄνθρωπος ἐξ ὑμῶν ἐὰν προ-
σαγάγῃ δῶρα τῷ Κυρίῳ, ἀπὸ τῶν κτηνῶν καὶ ἀπὸ τῶν βοῶν καὶ ἀπὸ τῶν προβάτων
προσοίσετε τὰ δῶρα ὑμῶν.
3 Ἐὰν ὁλοκαύτωμα τὸ δῶρον αὐτοῦ ἐκ τῶν βοῶν, ἄρσεν ἄμωμον προσάξει· πρὸς
τὴν θύραν τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου προσοίσει αὐτὸ δεκτὸν ἐναντίον Κυρίου.
4 Καὶ ἐπιθήσει τὴν χεῖρα ἐπὶ τὴν κεφαλὴν τοῦ καρπώματος, δεκτὸν αὐτῷ ἐξιλάσα-
σθαι περὶ αὐτοῦ.
5 Καὶ σφάξουσι τὸν μόσχον ἔναντι Κυρίου. Καὶ προσοίσουσιν οἱ υἱοὶ Ἀαρὼν οἱ ἱε-
ρεῖς τὸ αἷμα, καὶ προσχεοῦσι τὸ αἷμα ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κύκλῳ τὸ ἐπὶ τῶν θυρῶν
τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου.


Ο Εσπερινός κατά τις Αποστολικές Διαταγές
Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοῦ Χριστοῦ διάταξις περὶ ἑσπερινοῦ
Καγὼ Ἰάκωβος, ἀδελφὸς μὲν κατὰ σάρκα τοῦ Χριστοῦ, δοῦλος δὲ ὡς Θεοῦ μονογενοῦς, ἐπίσκοπος δὲ ὑπ΄ αὐτοῦ τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ἀποστόλων Ἱεροσολύμων χειροτονηθεὶς, τάδε φημί∙ Ἑσπέρας γενομένης, συναθροίσεις τὴν ἐκκλησίαν, ὦ ἐπίσκοπε, καὶ μετὰ τὸ ρηθῆναι τὸν ἐπιλύχνιον ψαλμὸν, προσφωνήσει ὁ διάκονος ὑπὲρ τῶν κατηχουμένων, καὶ χειμαζομένων, καὶ τῶν φωτιζομένων, καὶ τῶν ἐν μετανοίᾳ ὡς προείπομεν. Μετὰ δὲ τὸ ἀπολυθῆναι αὐτοὺς, ὁ διάκονος ἐρεῖ∙ Ὅσοι πιστοὶ, δεηθῶμεν τοῦ Κυρίου. Καὶ μετὰ τὸ προσφωνήσαι αὐτὸν τὰ τῆς πρώτης εὐχῆς, ἐρεῖ∙..

Πηγή: Παναγιώτης Σκαλτσής, Παύλος Σεραφείμ, π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου, Στοιχεία Λειτουργικής και Τελετουργικής Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ σελ: 7-12

 

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Οι χριστιανικές εορτές στον χώρο της ορθόδοξης παράδοσης

Το νόημα των εορτών στη ζωή των χριστιανών 

Οι χριστιανικές εορτές στον χώρο της ορθόδοξης παράδοσης, αποτελούν τον κεντρικό άξονα της λατρευτικής ζωής των πιστών. Με αυτές, οι Εκκλησία, υπενθυμίζει στα μέλη της το έργο της Θείας Οικονομίας και την παρουσία των αγίων μέσα στην ιστορία. Η Εκκλησία, τελώντας τις εορτές αυτές, ξαναζεί τα λυτρωτικά γεγονότα, ως ένα αιώνιο παρόν. Και οι πιστοί, καθώς τα βιώνουν και τα εορτάζουν, προσελκύουν τη Θεία Χάρη και αγιάζονται. Οι ψυχές τους γεμίζουν ευγνωμοσύνη, κατάνυξη και ελπίδα των ουρανίων. Και όταν φεύγουν από τον τόπο της Λατρείας, μεταφέρουν μέσα τους αυτές τις εμπειρίες, που διαποτίζουν ολόκληρη τη ζωή τους. Ο βαθύτερος σκοπός, όμως, όλων των εορτών δεν είναι απλά να καλυφτεί μια ψυχική ανάγκη του ανθρώπου. Οι χριστιανικές εορτές επιτελούνται για να μας βοηθήσουν να ζήσουμε έντονα τα σωτήρια γεγονότα της ζωής του Χριστού και να μιμηθούμε τη ζωή και τις αρετές των αγίων. 

 Ο χρόνος, για τον άνθρωπο της Εκκλησίας, δεν είναι μια αδιάκοπη και μονότονη ροή χρονικών στιγμών, αλλά σηματοδοτείται από τα πνευματικά γεγονότα και την παρουσία του προσώπου του Κυρίου και των αγίων. Μέσα από τον χρόνο των εορτών μεταφέρεται το μήνυμα της ελπίδας στον κόσμο. Οι εορτές δεν αποτελούν απλά την ανάμνηση ενός γεγονότος, αλλά κυρίως μια ευκαιρία προσωπικής βίωσής του, πέρα από τον παράγοντα του τόπου και του χρόνου. Για να καταφέρει, όμως, ο άνθρωπος να κατανοήσει το νόημα των εορτών, είναι ανάγκη να τις προσεγγίσει με βιωματικό τρόπο. Με την ανάλογη προετοιμασία, οι πιστοί γίνονται άξιοι να εορτάσουν τα πνευματικά γεγονότα ή τα πρόσωπα, που η Εκκλησία έχει ορίσει, σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. 

 Η «όγδοη ημέρα» στη Λατρεία της Εκκλησίας Μέσα στον χώρο της Λατρείας απαντά η έννοια της «όγδοης ημέρας». Ως όγδοη ημέρα θεωρείται η Κυριακή, η οποία ονομάζεται άλλοτε «όγδοη» και άλλοτε «πρώτη» ημέρα. Η Κυριακή θεωρείται ως η όγδοη ημέρα, αν τη θεωρήσουμε προέκταση της έβδομης ημέρας του Σαββάτου (σύμφωνα με την ιουδαϊκή θρησκευτική παράδοση). Με αυτό τον όρο («όγδοη ημέρα»), οι πατέρες της Εκκλησίας εννοούν την περίοδο που υπερβαίνει τον εγκόσμιο χρόνο. Η όγδοη ημέρα είναι το σύμβολο της αιωνιότητας και της Δευτέρας Παρουσίας, διότι, εκτείνεται έξω από τον χρόνο της ανακύκλησης των επτά ημερών της εβδομάδας. 

Στη Λατρεία της Εκκλησίας υπάρχουν Ακολουθίες (π.χ. Ονοματοδοσία, Ακολουθία Απόλουσης κ.ά.), οι οποίες συν δέονται με την όγδοη ημέρα. Οι Ακολουθίες αυτές παραπέμπουν  στα «έσχατα», δηλαδή στην «άληκτη» περίοδο που θα αρχίσει με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. 

 Οι μεγάλες χριστιανικές εορτές, ολοκληρώνονται με την απόδοσή τους, που γίνεται έπειτα από οκτώ ημέρες, δηλαδή «ξαναεορτάζονται», θα λέγαμε, οκτώ ημέρες μετά την κυριώνυμο ημέρα, συμβολίζοντας την αιωνιότητα μετά τη Δευτέρα Παρουσία, η οποία θεωρείται όγδοη ημέρα, ως συνέχεια και ολοκλήρωση των επτά ημερών της Δημιουργίας. 

«Όταν αναφερόμαστε σε “όγδοη ημέρα” είναι προφανές ότι εκφράζουμε μία διάσταση εκτός της ροής του χρόνου και, κατά συνέπεια, του παρόντος κόσμου· ότι υποδηλώνουμε μία κατάσταση, στην οποία ο χρόνος δεν υπόκειται πλέον σε κατάτμηση ημερών και εβδομάδων, εφόσον έχει απολέσει τα ιδιώματα της αρχής και του τέλους του». Γ.Ν. Φίλια, «Η έννοια της “ογδόης ημέρας” στη Λατρεία της Εκκλησίας», Αθήνα, Γρηγόρης, 2001, σ. 8.

  Οι εορτές του εβδομαδιαίου κύκλου

 Ένας είδος εορτών είναι και αυτές, που επαναλαμβάνονται κάθε εβδομάδα. Η κάθε εβδομάδα θεωρείται μια μικρή εορτή και ένα μικρό εορτολόγιο, στο οποίο η κάθε ημέρα, μας υπενθυμίζει κάποιον άγιο ή κάποιο γεγονός. 

Από τις εβδομαδιαίες εορτές η σπουδαιότερη είναι η ημέρα της Κυριακής. Η Κυριακή είναι η ημέρα του Κυρίου. Είναι η ημέρα, κατά την οποία εορτάζεται η Ανάσταση του Χριστού, το μικρό Πάσχα κάθε εβδομάδας. Αυτή την ημέρα, οι πιστοί συνάζονται στην Εκκλησία για να συναντήσουν και να λατρεύσουν το πρόσωπο του Κυρίου. 

 Η Δευτέρα είναι αφιερωμένη στους Αγγέλους και σε όλα τα αγγελικά τάγματα. Εορτάζοντας τους Αγγέλους, ζητάμε τη βοήθειά τους ώστε να ζούμε με το πνεύμα της αγγελικής Λατρείας.

  Την Τρίτη τιμούμε τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή του Χριστού, τον οποίο ο Κύριος επαίνεσε, λέγοντας ότι δεν έχει γεννηθεί άνθρωπος ανώτερος από αυτόν. 

 Η Τετάρτη είναι αφιερωμένη στο ιερό πρόσωπο της Παναγίας και στο γεγονός της προδοσίας του Ιούδα, μετά τη συμφωνία που έκανε ο ίδιος με τους Αρχιερείς. Γι’ αυτό και την Τετάρτη τηρούμε νηστεία.

 Η Πέμπτη είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους και στον Άγιο Νικόλαο, τον οποίο ιδιαίτερα τιμά ο λαός μας. 

Η Παρασκευή είναι η ημέρα ανάμνησης της σταυρικής θυσίας και του θανάτου του Χριστού, για τη σωτηρία του κόσμου. Γι’ αυτό και αυτή είναι ημέρα νηστείας. Η Τετάρτη είναι αφιερωμένη στο γεγονός της προδοσίας του Ιούδα. 

Το Σάββατο είναι αφιερωμένο στους μάρτυρες, αλλά και στη μνήμη των «κεκοιμημένων» πιστών. Την ημέρα αυτή συνήθως τελούνται τα μνημόσυνα.

Οι ακολουθίες του νυχθημέρου Ο απόστολος Παύλος προτρέπει τους χριστιανούς ώστε να προσεύχονται συνεχώς («αδιαλείπτως προσεύχεσθε», Α΄Θεσ.5,17). Γι’ αυτό και η Εκκλησία όρισε σε συνέχεια της παραπάνω προτροπής, να τελείται μέσα στο εικοσιτετράωρο μια σειρά Ακολουθιών, οι οποίες βοηθούν, ώστε τη ζωή των πιστών να συνοδεύει η διαρκής προσευχή. 

Στη Λατρεία μας, το εικοσιτετράωρο αρχίζει με την απογευματινή Ακολουθία του Εσπερινού (από τη λέξη «εσπέρα», που σημαίνει «απόγευμα»). Επίσης, ονομάζεται και Λυχνικόν, επειδή συνέπιπτε με το άναμμα των λύχνων. Στην ακολουθία του Εσπερινού ψάλλονται ύμνοι που αναφέρονται στην ημέρα που ακολουθεί, δηλαδή, στην επομένη. Στον Εσπερινό των Χριστουγέννων, για παράδειγμα, που τελείται την παραμονή, ψάλλουμε ύμνους της εορτής των Χριστουγέννων. Η τελευταία Ακολουθία της ημέρας είναι το Απόδειπνο, το οποίο, διαβάζεται μετά το δείπνο και περιλαμβάνει διαφόρους ψαλμούς, τροπάρια και δεήσεις, δια των οποίων, ο πιστός ευχαριστεί και δοξολογεί τον Ύψιστο για τα αγαθά που του προσφέρθηκαν από Αυτόν. Συγχρόνως, δέεται, ώστε να του παρασχεθούν κατά τον ύπνο, ανάπαυση σώματος και ψυχής. Τις περισσότερες ημέρες του χρόνου τελείται το μικρό Απόδειπνο, στο  οποίο και προστίθενται οι Χαιρετισμοί της Παναγίας. Κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αντί του Μικρού Αποδείπνου τελείται το Μέγα Απόδειπνο. 

Το Μεσονυκτικό αποτελεί μια μοναστηριακή κατανυκτική Ακολουθία, η οποία, τελείται το μεσονύκτιο, δηλαδή στην έκτη ώρα της νύχτας. Κύριος σκοπός και κεντρικό θέμα της είναι η έγερση από τον νυχτερινό ύπνο και η κοινή προσευχή στον Ναό. Εξέχουσα θέση στην τέλεση του Μεσονυκτικού κατέχει ο 118ο Ψαλμός που ονομάζεται «άμωμος». Το Μεσονυκτικό συνδέεται άμεσα με την ανάσταση των νεκρών, κυρίως δε με την Ανάσταση του Κυρίου, η οποία συνέβη νωρίς το πρωί της «μιας των Σαββάτων» και την ευαγγελική ρήση «μέσης δε νυκτός, κραυγή γέγονεν, ιδού, ο νυμφίος έρχεται...». Συν δέεται, δηλαδή, και με την παραβολή των δέκα παρθένων, αλλά και με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου και την τελική κρίση. 

 Ο Όρθρος είναι η σπουδαιότερη ιερή ακολουθία του νυχθημέρου και η αρχαιότερη της Εκκλησίας. Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, «Όρθρος» ονομάζεται η πρωινή ακολουθία που τελείται στους Ναούς. Η ακολουθία του Όρθρου μπορεί να τελεστεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ακολουθία κατά τις πρωινές ώρες. Ο όρθρος τελείται κατά το τέλος της νύχτας και τις πρώτες ώρες της ημέρας. Η ακολουθία αποτελεί ένα είδος δοξολογίας προς τον Χριστό, που είναι το Φως του κόσμου και ο Ήλιος της Δικαιοσύνης· είναι, επίσης, μία παράκληση στον Κύριο του Σύμπαντος με την ανατολή της καινούργιας ημέρας. Γι΄αυτό και με τη δοξολογία που ψάλλεται στο τέλος της ακολουθίας, υμνείται το λαμπρό φως της ημέρας με την αναφώνηση «Δόξα Σοι τω δείξαντι τό Φως».  

  Ενδεικτικές Δραστηριότητες  

1η Δραστηριότητα: Καταιγισμός ιδεών με τη λέξη «Εορτές». 

 2η Δραστηριότητα: Διαβάζουμε το παρακάτω κείμενο του Ι. Φουντούλη, με τις πληροφορίες για την ακολουθία του Όρθρου. Ακολούθως, γράφουμε κι εμείς μια παράγραφο, με αντίστοιχες πληροφορίες για την ακολουθία του Εσπερινού που αντλούμε από το επόμενο κείμενο του Δ. Βακάρου.

 «Η ακολουθία του Όρθρου έχει τις ρίζες της (όπως και πολλά άλλα στοιχεία της θείας Λατρείας) στην ιουδαϊκή παράδοση, δηλαδή στη λατρεία του ισραηλιτικού ναού και στην προσευχή της συναγωγής. Ο Κύριος και οι Απόστολοι και οι πρώτοι Μαθητές ήταν Εβραίοι και οι συναγωγές των Εβραίων ήταν τα πρώτα κέντρα, προς την εκπόρθηση των οποίων στράφηκε η χριστιανική ιεραποστολή. Σύμφωνα με την εβραϊκή λειτουργική παράδοση, κάθε πρωί έπρεπε να προσφέρεται ως θυσία (στον ιουδαϊκό ναό) ένα νεογέννητο πρόβατο. Τη θυσία αυτή συμπλήρωνε και δεύτερη θυσία, αλλά αναίμακτη. Το όλο αυτό τελετουργικό περιλάμβανε (εκτός από τη θυσία) προσευχές, ψαλμούς και ευλογίες. Αυτή η ιερή τελετουργία επέδρασε στη διαμόρφωση ιδιωτικών προσευχών των Εβραίων κατά την πρωινή ώρα. Στα Ευαγγέλια υπάρχουν μαρτυρίες ότι ο Χριστός προσευχόταν κατά την προβλεπόμενη πρωινή ώρα της προσευχής, το ίδιο δε και οι Απόστολοι και οι μαθητές τους». Ι. Φουντούλη, «Η ακολουθία του Όρθρου»,στο βιβλίο του ίδιου Λειτουργικά θέματα, Η´, Θεσσαλονίκη 1987, σσ. 9-13

  «Η ακολουθία του εσπερινού ή απλά ο εσπερινός αποτελεί την πιο αγαπητή και ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των πιστών μελών της Εκκλησίας προσευχή. Είναι η εσπερινή προσευχή της Εκκλησίας. Είναι η ώρα που η ανθρώπινη ψυχή ύστερα από τους κόπους και τους μόχθους της ημέρας έρχεται να συναντήσει τον Δημιουργό της και να εναποθέσει ενώπιον του Κυρίου και Θεού της τις ευχαριστίες, την ευγνωμοσύνη, αλλά και τα αιτήματά της να ευλογήσει ο Θεός τα έργα των χειρών της και να χαρίσει “την παρούσαν εσπέραν και την προσιούσαν νύκτα ειρηνικήν”. Ακόμη, να την διαφυλάξει “εν παντί καιρώ, και κατά την παρούσαν εσπέραν και την προσιούσαν νύκτα, από παντός εχθρού, από πάσης αντικειμένης ενεργείας διαβολικής, και διαλογισμών ματαίων και ενθυμήσεων πονηρών”. Ο εσπερινός θυμίζει την συνάντηση “του Θεού περιπατούντος εν τω παραδείσω το δειλινόν” με τον Αδάμ και την Εύα, τους γενάρχες του ανθρώπινου γένους. Αυτή την ώρα του δειλινού έρχεται ο άνθρωπος στο Ναό για να συναντηθεί με τον Τριαδικό Θεό, με τους αγίους Προφήτες, τους Αποστόλους, την Παναγία και όλους τους αγίους· να συναντηθεί με τις ψυχές των αγαπημένων του προσώπων που βρίσκονται ήδη κοντά στο Θεό και με “τους αδελφούς, οι οποίοι συνέρχονται επί τω αυτώ” για να προσφέρουν την επιλύχνια ευχαριστία. Σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου, ο πιστός άνθρωπος σφραγίζει την ημέρα του με την προσευχή. “Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής· η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής”. Τώρα, στο “φως ιλαρόν, της αγίας δόξης”, τώρα “ιδόντες φως εσπερινόν”, τώρα είναι η ώρα να ψάλλουμε “υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν”. Τον 14ο μ.Χ. αιώνα, ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει (και είναι ο πρώτος στην ιστορία της χριστιανικής Λατρείας) την ακολουθία του εσπερινού. Είναι ο πρώτος που σχολιάζει θεο λογικά τον προοιμιακό ψαλμό του εσπερινού, τη Μεγάλη Συναπτή, το Κάθισμα του ψαλτηρίου “Μακάριος ανήρ”, την εσπερινή είσοδο, το προκείμενο, τις λιτανευτικές δεήσεις που ακολουθούν, τη Λιτή και την ευλογία των άρτων (αρτοκλασία). Η μέθοδος του υπομνηματισμού του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης αντανακλά την έμφαση της εποχής του. Το υπόμνημά του ειναι γεμάτο από συμβολισμούς. Στα μάτια του σχολιαστού, οι διάφοροι ύμνοι, οι ιεροτελεστίες και οι λειτουργικές κινήσεις του ιερέως, ακόμη και τα άμφιά του, έχουν έναν καθαρό συμβολικό σκοπό. “Όθεν και με την είσοδο αυτή, και το σκύψιμο της κεφαλής, καθώς και με την ανύψωσή της και με την εκφώνηση Σοφία, Ορθοί, και η σφράγιση σταυροειδώςμε το θυμιατό, ή η ανύψωση του Ευαγγελίου, εάν η είσοδος προβλέπει αντί να γίνεται με το θυμιατό να γίνεται με το Ευαγγέλιο, και η επιστροφή πάλι στο Ιερό Βήμα, όλα φανερώνουν το μυστήριο της σωτηρίας. Η έξοδος από το Ιερό Βήμα και η κάθοδος στον κεντρικό Ναό συμβολίζει την κατάβαση του Χριστού από τους ουρανούς και την ταπείνωση. Η ένδυση του ιερέως με τα άμφια δηλώνει την ενσάρκωση. Η στάση του στο μέσον του Ναού και το σκύψιμο της κεφαλής φα νερώνουν την σταύρωση του Χριστού για εμάς στη μέση της γης και τον θάνατό του και την κάθοδο του Σωτήρος στον άδη”. Αυτά τα λόγια του Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης για την είσοδο του εσπερινού επικεντρώνονται στην έλευση στον κόσμο του Ιησού Χριστού, ο οποίος ήταν και είναι παρών μεταξύ των πιστών, στο πρόσωπο του ιερέως ο οποίος τελεί τον εσπερινό. Από της απόψεως αυτής, η ερμηνεία προσεγγίσεως της πνευματικής κατανοήσεως του εσπερινού, όπως τον τελούσε η πρώτη Εκκλησία, ηχεί στα λόγια του μάρτυρος Επισκόπου Καρθαγένης Κυπριανού, ο οποίος έγραψε αναφορικά με την εσπερινή προσευχή: “Τόσο κατά την ανατολή, όσο και κατά τη δύση του ηλίου και το κλείσιμο της ημέρας, πρέπει να προσευχόμαστε. Αφού ο Χριστός είναι ο αληθινός ήλιος και η αληθινή ημέρα, και καθώς ο ήλιος της ημέρας και η ημέρα του κόσμου φεύγει, όταν εμείς προσευχόμαστε και ζητούμε αυτό το φως να έλθει και πάλι σ᾽ εμάς, προσευχόμαστε για την έλευση του Χριστού, ο οποίος θα μας χαρίσει το αιώνιο φως... Όταν σύμφωνα με τον νόμο της φύσεως η νύχτα εναλλάσσεται με την ημέρα, δεν μπορεί να υπάρξει κακό που να πηγάζει από το σκοτάδι της νύχτας γι᾽αυτούς που προσεύχονται, διότι τα τέκνα του φωτός ζουν την ημέρα ακόμη και στο σκοτάδι της νύχτας. Διότι από πότε είναι χωρίς φως, εκείνος που έχει φως στην καρδιά του; Ή πότε δεν έχει ήλιο και ημέρα, εκείνος του οποίου Ήλιος και Ημέρα είναι ο Χριστός;” Η αρχαία εκκλησιαστική παράδοση της ευχαριστίας για το εσπερινό φως και η πίστη, την οποία αυτή η παράδοση υπονοεί, αφορά στην παρουσία του Χριστού εν τω μέσω αυτών που συνάχθηκαν στο όνομά Του. Ωστόσο, η ίδια η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί υπολείμματα αυτής της αρχαίας και ιεράς παραδόσεως. Η Εκκλησία ακόμη αποκαλεί τον εσπερινό με τον αρχαίο του τίτλο: “Η ακολουθία του Λυχνικού ή Λυχνικόν”. Η τάξη της μεταφοράς των μανουαλίων με αναμμένα φώτα από το Ιερό Βήμα ακόμη τελείται· και το Τυπικό προσδιορίζει την τυπική διάτα ξη της επιλυχνίου ευχαριστίας. Ακόμη ψάλλουμε το “φως ιλαρόν, αγίας δόξης”… Δ. Βακάρου, Ο ορθόδοξος εσπερινός (λειτουργική ιστορία), Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 9-10 και 149-153. 

3η Δραστηριότητα: Σκεφτόμαστε όσα συζητήσαμε για τον ημερήσιο και εβδομαδιαίο εορταστικό κύκλο, καθώς και τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Επιλέγουμε την ακολουθία που μας ενδιαφέρει, συζητού με με τον συμμαθητή/συμμαθήτριά μας, καταγράφουμε τις απόψεις μας και προτείνουμε έναν νέο τίτλο γι΄αυτήν. Ο Καθηγητής μας τον σημειώνει στον πίνακα. Συζητούμε στην ολομέλεια της τάξης τις προτάσεις μας και επιλέγουμε τον πιο αντιπροσωπευτικό για κάθε ακολουθία. 

 4η Δραστηριότητα: Κατασκευάζουμε/σχεδιάζουμε έναν εννοιολογικό χάρτη με τις ακολουθίες του νυχθημέρου. 

 5η Δραστηριότητα: Χωριζόμαστε σε ομάδες και κατασκευάζουμε πόστερ με τον ημερήσιο και τον εβδομαδιαίο εορτολογικό κύκλο και με τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Τα αναρτούμε στην τάξη.

 6η Δραστηριότητα: Προετοιμάζουμε επισκέψεις στον ενοριακό μας Ναό και συμμετέχουμε στις ακολουθίες του νυχθημέρου. 

«Φως ιλαρόν, αγίας δόξης, αθανάτου Πατρός, ουρανίου, αγίου, μάκαρος. Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί την ηλίου δύσιν, ειδότες φως εσπερινόν, υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν. Άξιόν σε εν πάσι καιροίς υμνείσθαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς· διο ο κόσμος σε δοξάζει». (Λυχνικός ύμνος) 

Πηγή: Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος, Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας
Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ , σελ:11-118

 

 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025

Παράδοση και εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας

«Η “καινότητα της ζωής” που μας παρέχεται δια του Αγίου Βαπτίσματος ευρίσκει την πλήρη έκφρασή της μέσα στη Λατρεία της Εκκλησίας και τη συμμετοχή μας σ’ αυτή. Η λειτουργική ζωή δεν είναι για τον βαπτισμένο μια ζωή απλώς παράλληλη με τη βιολογική του. Είναι (ή πρέπει να είναι) η κεντρική αρτηρία της χριστιανικής του υπάρξεως και, συγχρόνως, ο σύνδεσμός του με την αναμενόμενη αιωνιότητα.
Μέσα από την εκκλησιαστική Λατρεία, εκείνος που έλαβε τη βαπτισματική δωρεά κατορθώνει να συνειδητοποιήσει το “προσωπικό” του μυστήριο, αυτό που τίθεται μετ’ επιτάσεως στην Προς Διόγνητον Επιστολή των αρχών του 2ου μ.Χ. αιώνα: ότι ο Χριστιανός είναι ταυτόχρονα «πολίτης του κόσμου τούτου» και «πολίτης του ουρανού». Κι είναι αλήθεια ότι, η συνειδητοποίηση αυτού του “μυστηρίου” αποτελεί τη μόνη πηγή πνευματικής ισορροπίας για τα μέλη της Εκκλησίας σε κάθε εποχή».


Γ. Φίλια, Παράδοση και εξέλιξη στη Λατρεία της Εκκλησίας,
Αθήνα, Γρηγόρης, 2006, σ.7.

Η δύναμη της λατρείας

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται η πιο “λειτουργική Εκκλησία” της χριστιανοσύνης. Πράγματι, η λειτουργική ζωή κατέχει κεντρικότατη θέση στην εν γένει εκκλησιαστική ζωή και αποτελεί εικόνα της εκκλησιολογικής, δογματικής, ιεραποστολικής και κοινωνικής αυτοσυνειδησίας της κάθε εκκλησιαστικής κοινότητας-ενορίας,καθώς και κάθε τοπικής Εκκλησίας. Γι᾽ αυτό και η μελέτη του λειτουργικού πλούτου
και της λειτουργικής ζωής της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελεί ύψιστο καθήκον για τη Θεολογία. Η Λειτουργική Θεολογία, ως μία επιστημονική μέθοδος προσέγγισης και ερμηνείας της λειτουργικής παράδοσης θεωρείται σήμερα (σε διεθνές επίπεδο) ως η πιο αξιόλογη.

 Η Θεολογία και η Εκκλησία έχουν χρέος να ακούσουν τα μηνύματα της Λειτουργικής Θεολογίας και να τα προσλάβουν δημιουργικά. Η “Λατρεία εν πνεύματι και αληθεία”, καθώς και το κεντρικό γεγονὸς της Θείας Ευχαριστίας αποτελούν μία “μήτρα”, μέσα στην οποία θα κυοφορηθεί η ιστορική συνέχεια της
Εκκλησίας και η αποστολή της στον σύγχρονο κόσμο».


Γ. Μπασιούδη, Η δύναμη της Λατρείας (η συμβολή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν
στη Λειτουργική Θεολογία), Αθήνα, Εν πλώ, 2008, σσ. 23-24 και 420.

Εισαγωγή στη Λειτουργική

Τα χαρακτηριστικά και το νόημα της χριστιανικής Λατρείας

Η Λατρεία που προσφέρουμε στον Θεό έχει ένα βασικό χαρακτηριστικό: είναι Λατρεία «πνευματική», δηλαδή λατρεύουμε τον Θεό (Τον δοξολογούμε και Του απευθύνουμε κάποια αιτήματα) μέσα από την καρδιά μας. Όπως γνωρίζουμε, η χριστιανική Εκκλησία γεννήθηκε μέσα σε εβραϊκό περιβάλλον, στο οποίο οι Εβραίοι λάτρευαν τον Θεό χρησιμοποιώντας (με αυστηρότητα) πολλούς κανόνες. Τους κανόνες αυτούς οι Εβραίοι τούς «λάτρευαν», δηλαδή,θεωρούσαν ότι όταν τους εφάρμοζαν, τότε αυτόματα είχαν λατρεύσει πραγματικά τον Θεό (εβραϊκή τυπολατρία).
Ο Χριστός, όμως, δίδαξε ότι τον Θεό Τον λατρεύουμε με την καθαρότητα της καρδιάς μας, όταν δηλαδή η καρδιά και το πνεύμα μας είναι αγνά και απαλλαγμένα από κακίες και μικρότητες. Γι’ αυτό, τονίζουμε ότι η λειτουργική μας ζωή, θα είναι λαμπρή και σωστή, όταν είμαστε καλύτεροι άνθρωποι. Διότι, ο Θεός δεν έχει ανάγκη, όταν Τον λατρεύουμε, από την τήρηση κανόνων ούτε από υλικές  προσφορές, αλλά από την εσωτερική μας καθαρότητα. Μόνο τότε, η Λατρεία Του αποκτά το πραγματικό νόημά της: όταν Τον δοξολογούμε και Τον παρακαλούμε για διάφορα αιτήματα,  αναγνωρίζοντας ότι είναι ο Δημιουργός μας, εκείνος που θέλει να γίνουμε άγιοι, πλησιάζοντάς Τον όσο μπορούμε. Η ιστορική εξέλιξη της χριστιανικής Λατρείας
Όπως αναφέραμε λίγο πριν, η Λατρεία μας γεννήθηκε και εξελίχτηκε, για να φθάσει μέχρι την εποχή μας. Γι’ αυτό, αναφερόμαστε στην «ιστορική εξέλιξη» της Λατρείας, δηλαδή στο πώς η Λατρεία (τα Μυστήρια, οι Ακολουθίες και οι προσευχές), εμφανίστηκαν για πρώτη φορά και πώς έλαβαν διάφορες μορφές -στο πέρασμα των αιώνων- μέχρι να αποκτήσουν την οριστική τους διαμόρφωση. Ενδιαφερόμαστε να μάθουμε για την ιστορική εξέλιξη της Λατρείας μας, όχι μόνο για να  εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας, αλλά και για να μυηθούμε στο βαθύτερο νόημά της. Διότι, όταν γνωρίσουμε την εξέλιξη αυτή, μαθαίνουμε ταυτόχρονα τη σημασία της και μπορούμε να  αξιοποιήσουμε τη γνώση αυτή για το σήμερα, δηλαδή για να είμαστε σωστότεροι Χριστιανοί, όταν συμμετέχουμε στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας.

 Ο λειτουργικός χωροχρόνος και ο ανθρώπινος βίος
Παραπάνω τονίσαμε ότι οι Ακολουθίες και οι προσευχές της Εκκλησίας τελούνται σε ορισμένο
χρόνο και, συνήθως, σε ορισμένο τόπο. Όταν, για παράδειγμα, λατρεύουμε τον Θεό κατά την
Ακολουθία του Εσπερινού, αυτή η Ακολουθία γίνεται σε ορισμένη ώρα της ημέρας, το «εσπέρας», δηλαδή το απόγευμα, και, συνήθως, τελείται στον Ναό, αν και μπορεί να τελεστεί οπουδήποτε αλλού. Γι’ αυτό, χρησιμοποιούμε τη φράση «λειτουργικός χωροχρόνος», εννοώντας δηλαδή τις δύο αυτές παραμέτρους (του χρόνου και του τόπου), κατά την τέλεση των Ακολουθιών στη λειτουργική μας ζωή.
Αυτός, όμως, ο λειτουργικός χωροχρόνος σχετίζεται άμεσα με τη ζωή του ανθρώπου (με τον ανθρώπινο βίο). Η Λατρεία της Εκκλησίας μας, δηλαδή, έρχεται να συναντήσει τις ανάγκες της
ζωής μας και να ανταποκριθεί σε αυτές. Ο χώρος και ο χρόνος που τελείται η Λατρεία, ακολουθούν την ανθρώπινη ζωή και ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και σε έκτακτες περιστάσεις ή δοκιμασίες στις οποίες ο άνθρωπος θα βρεθεί. Η λειτουργική ζωή «αγκαλιάζει» την ανθρώπινη ζωή, την ακολουθεί στην πορεία της και διαμορφώνεται ανάλογα με αυτήν.

 Η Λατρεία ως έκφραση του Δόγματος της Εκκλησίας
Το Δόγμα της Εκκλησίας είναι η αλήθειά της, το περιεχόμενο της πίστης της. Η Εκκλησία αγωνίστηκε, κυρίως κατά τους οκτώ πρώτους αιώνες από την ίδρυσή της, για να υπερασπιστεί την αλήθειά της απέναντι στις προσβολές των αιρέσεων. Οι αιρέσεις αλλοίωναν το Δόγμα της Εκκλησίας, διαδίδοντας τις κακοδοξίες τους και παραπλανώντας τους πιστούς. Για να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις, η Εκκλησία συγκάλεσε Οικουμενικές και τοπικές Συνόδους, ενώ, όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας έγραψαν έργα εναντίον των αιρέσεων, καταδεικνύοντας την ουσία της ορθόδοξης πίστης.
Αμέσως μετά την αντιμετώπιση των αιρέσεων, οι Πατέρες της Εκκλησίας έγραψαν ευχές για τα Μυστήρια και τις Ακολουθίες της Λατρείας, στις οποίες ενσωμάτωσαν την ορθόδοξη διδασκαλία με τρόπο περιεκτικό, αλλά και σαφή. Έτσι, ισχύει η διαπίστωση ότι στη Λατρεία της Εκκλησίας καταχωρίζεται ολόκληρο το ορθόδοξο Δόγμα. Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, επομένως, είναι η έκφραση του Δόγματος αυτού, η έκφραση, δηλαδή, της απόλυτης αλήθειας, με τη χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.

Πηγή:Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος, Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ,σελ : 7-10

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

3.1. Η λατρεία ως έκφραση πίστης


Η έννοια του χρόνου στη Χριστιανική Λατρεία

Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται και ο χρόνος. Η νέα περί του χρόνου αντίληψη της Εκκλησίας κινείται στα όρια της Χριστιανικής σωτηριολογίας. Ο χρόνος «εκκλησιοποιείται» με την υπέρβαση της «κυκλικής» έννοιάς του (στον Ελληνισμό) και της «ευθύγραμμης» (στον Ιουδαϊσμό). Σωτηρία Χριστιανικά δεν είναι η φυγή από τον χρόνο και τον κόσμο, αλλά η νίκη πάνω στη δαιμονικότητα και το κακό του κόσμου, την ενοικούσα σ’ αυτόν αμαρτία (Ιω. 17,15). Ιστορία και χρόνος δεν καταργούνται, αλλά καινοτομούνται.

 

      Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας δεν χάνει τη γραμμικότητά του, διότι έχει αρχή και τέλος, το πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. 6,4), που συντελείται με τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Ο χρόνος έλαβε αρχή από τον Θεό κατά τη δημιουργία και έχει «τέλος» τον Χριστό, που δίνει σε κάθε χρονική στιγμή σωτηριολογική σημασία («Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας», Β΄ Κορ. 6,2). Με την ενανθρώπησή του Λόγου του Θεού η ιστορία εισέρχεται στα έσχατα, διότι το «έσχατον» είναι ο Χριστός, μετά τη σάρκωση του Οποίου «ουδέν καινόν» αναμένεται ιστορικά, παρά μόνο η ολοκλήρωση του εσχάτου με την δευτέρα Παρουσία Του. Ο Χριστός στη λατρεία είναι «ο πάλιν ερχόμενος» και ο Εμμανουήλ», «ο Θεός μεθ’ ημών» (Ματθ. 1,23).

 

      Ο λειτουργικός χρόνος έχει και μια κατακόρυφη διάσταση, αφού ο Χριστός και η άκτιστη βασιλεία Του έρχονται «εκ των άνω», δείχνοντας μας έτσι τον αιώνιο προορισμό μας («άνω σχώμεν τας καρδίας»). Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας βιώνεται ως διαρκές παρόν της σωτηρίας. Στη λατρεία της Εκκλησίας συναιρούνται οι χρονικές διαστάσεις (παρελθόν, παρόν και μέλλον) σε ένα διαρκές παρόν της θείας παρουσίας. Γι’ αυτό είναι τόσο συχνές στη λειτουργική μας γλώσσα οι ενεστωτικές εκφράσεις: «σήμερον ο Χριστός γεννάται…», «σήμερον ο Χριστός βαπτίζεται εν Ιορδάνη», «σήμερον κρεμμάται επί ξύλου». Δεν είναι απλή ιστορική μνήμη. «Ανάμνηση» λειτουργικά δεν σημαίνει διανοητική ανάκληση ή ιστορική επανάληψη, διότι τα γεγονότα, που συνδέονται με τη σωτηρία μας, συνέβησαν «εφ’ άπαξ» και ισχύουν σωτηριολογικά «εις το διηνεκές». Στη λατρεία λαμβάνει χώρα η πνευματική επέκταση και παροντοποίησή τους, ώστε κάθε γενεά πιστών να μετέχει εξίσου στη σωστική Χάρη, που απορρέει από αυτά. Η λατρεία μας δεν θέλει να προκαλέσει μια πλατωνική νοσταλγία, αλλά να γεννήσει τη συνείδηση της επέκτασης στο μέλλον της βασιλείας του Θεού.

 

      Έτσι, η λατρεύουσα Εκκλησία συνθέτει τις διαστάσεις του χρόνου, εντάσσοντάς τες στο αιώνιο «νυν» της θείας παρουσίας. Η μνήμη του παρελθόντος γίνεται μνήμη «εν Χριστώ» και η ελπίς του μέλλοντος ελπίς «εν Χριστώ». Το μέλλον αποκτά υπόσταση, όπως και η «ζωή του μέλλοντος αιώνος» (Εβρ. 11, 1), όταν ο πιστός φθάσει στην αγιότητα, στην ένωση με την άκτιστη θεία Χάρη. Λειτουργικά μιλούμε για ανάμνηση του μέλλοντος, αφού όλα κινούνται προς αυτό. Κάθε χρονική στιγμή μεταβάλλεται σε «καιρό» (δυνατότητα) σωτηρίας. Κατ’ εξοχήν «καιρός» είναι η Εορτή, λειτουργική «ανάμνηση» των δωρεών του Θεού και της φιλανθρωπίας Του. Η εορτή είναι η έκφραση της νοσταλγίας του ανθρώπου για το αιώνιο, που ενσαρκώνουν οι τιμώμενοι Άγιοι και τα σωτηριολογικά γεγονότα. Οι εορτές της Εκκλησίας συνδέονται όχι με κάποιο μύθο, όπως στα ειδωλολατρικά μυστήρια, αλλά με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Ήδη τον α’ αιώνα καθιερώθηκε η εορτή της Κυριακής, ως πρώτη ημέρα της αναδημιουργίας όλης της κτίσεως, η ημέρα της Ανάστασης. Η θεία Ευχαριστία είναι η κορύφωση του εορτασμού της Εκκλησίας και κάθε μέρα είναι εκκλησιαστική γιορτή, αφού μπορεί να τελεσθεί κατ’ αυτήν η Θ. Ευχαριστία.

 

Πηγή 


H Χριστιανική λατρεία

 Πηγή

Ο Χριστιανισμός, ως Εκκλησία του Χριστού, εκφράστηκε από την ίδρυσή του, την ημέρα της Πεντηκοστής, όχι μόνο ως διδασκαλία, αλλά και ως λατρεία, που κατέλαβε κεντρική θέση στη ζωή του. Η λατρεία αποδείχτηκε όχι μόνο ο τρόπος, που η Εκκλησία εξέφρασε τον βαθύτερο εαυτό της, αλλά και ως το κατ’ εξοχήν μέσο διαμόρφωσης της πίστης και όλης συνολικά της ζωής της. Χωρίς να εξαντλείται στη λατρεία η ζωή της Εκκλησίας, μεταμορφώνεται ολόκληρη σε λατρεία του Τριαδικού Θεού, ως απόλυτου κέντρου και κεφαλής της.

      Η εκκλησιαστική λατρεία είναι κατανοητή μόνο εν Χριστώ, στον Οποίον γίνεται γνωστός ο Θεός  ( Ιω. 1, 18). Η πίστη στον Χριστό, ως Θεό και Σωτήρα, προηγείται της λατρείας Του. Ο Χριστός είναι Αυτός, που διαφοροποιεί τη Χριστιανική από κάθε άλλη λατρεία. Ο Χριστοκεντρικός χαρακτήρας της εκκλησιαστικής λατρείας τη διαχώρισε ριζικά όχι μόνο από την εθνική, αλλά και από την ιουδαϊκή λατρεία (βλ. Εβρ. Κεφ. 9). Τα οποιαδήποτε εθνικά ή ιουδαϊκά τελετουργικά στοιχεία, που προσέλαβε η Εκκλησία, είναι δευτερεύοντα και περιφερειακά και δεν αλλοιώνουν τη λατρεία της.

 

      Ουσιαστικό στοιχείο της Χριστιανικής λατρείας είναι η εσωτερικότητα. η καρδιακή ευχαριστία και δοξολογία του Θεού για τις δωρεές Του. Γι’ αυτό η Χριστιανική λατρεία θεμελιώνεται στα όσα έπραξε ο Θεός για τον άνθρωπο και όχι στο τι μπορεί ο άνθρωπος να πράξει, για να ευχαριστήσει τον Θεό και να Τον εξευμενίσει. Σκοπός της δεν είναι μία θρησκευτική τελετουργία, αλλά η μέσω αυτής φανέρωση της Εκκλησίας ως «σώματος Χριστού». Ο μόνος και αληθινός λειτουργός της Εκκλησίας είναι ο Ιησούς Χριστός ( Εβρ. 8, 2), ο οποίος στο πρόσωπό Του εισάγει στην ιστορία ένα άλλο είδος ιερωσύνης. Οι όροι «ιερεύς», «θυσία», «ιερωσύνη» στην Προς Εβραίους επιστολή, το πρώτο λειτουργιολογικό κείμενο της Εκκλησίας, συνδέονται αποκλειστικά με τον Χριστό, τον μόνο αυθεντικό Αρχιερέα, που προσέφερε και προσφέρει την τέλεια θυσία, δηλαδή τον εαυτό Του. Η θυσία Του στη λατρεία της Εκκλησίας είναι αναίμακτη και πνευματική και ο Χριστός, τελικά, είναι «ο προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος» τη θυσία. Οι ιερείς της Εκκλησίας δεν θυσιάζουν, όπως στα διάφορα θρησκεύματα του κόσμου, αλλά «δανείζουν» τη γλώσσα και τα χέρια τους στον Χριστό, για να τελέσει Αυτός τα πάντα (I. Χρυσόστομος). Όλοι οι πιστοί, με το βάπτισμα και το χρίσμα τους, μετέχουν στην ιερωσύνη του Χριστού, «παριστώντες τα σώματα αυτών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ» (Ρωμ. 12, 1).

 

      Η Λατρεία της Εκκλησίας συνιστά αποκάλυψη του τριπλού μυστηρίου της ζωής: του μυστηρίου του Θεού, του μυστηρίου του ανθρώπου και του μυστηρίου της κτήσεως, καθώς και της μεταξύ τους σχέσης. Στην Ορθόδοξη Λατρεία συντελείται η βίωση του νέου «καιρού», που έχει «εισβάλει» στην ιστορία με την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού και προσφέρει τη δυνατότητα νίκης μας πάνω στην αμαρτία, στην φθορά και στο θάνατο. Ολόκληρη η ανθρώπινη ύπαρξη τάσσεται υπό την εξουσία του Χριστού και δοξάζει τον Τριαδικό Θεό, όπως Τον δοξάζουν στον ουρανό οι αγγελικές Δυνάμεις (Ης. 6, 1 ε).

 

      Στη Χριστιανική λατρεία πραγματοποιείται μία διπλή κίνηση: του ανθρώπου προς τον Θεό, που δέχεται την ευχαριστία και δοξολογία μας, και του Θεού προς τον άνθρωπο, που αγιάζεται από τη θεϊκή Χάρη. Είναι ένας διάλογος μεταξύ Πλάστη και πλάσματος, συνάντηση του ανθρώπου με τον «Αληθινόν» (Α’ Ιω. 5, 20), προσφορά της ύπαρξης στην πηγή της, κατά τον λειτουργικό λόγο: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Ο πιστός ευχαριστεί τον Θεό για τη σωτηρία του και τις συνεχείς δωρεές του Θεού, «υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα». Προσφέρει στον Θεό «άρτον και οίνον» και λαμβάνει σώμα και αίμα Χριστού. Προσφέρει θυμίαμα και δέχεται άκτιστη Χάρη. Η λατρεία της Εκκλησίας δεν προσφέρεται στον Θεό, διότι ο Θεός την έχει ανάγκη, αλλά για τον ίδιο τον άνθρωπο, που δέχεται πολύ περισσότερα και σημαντικότερα από τα όσα προσφέρει.

 

      Η λατρεία τότε είναι εκκλησιαστική, όταν διατηρεί τον υπερκόσμιο και πνευματικό της χαρακτήρα και ελευθερώνει τον άνθρωπο, οδηγώντας τον στην τέλεια γνώση («επίγνωση») του Θεού (Εφες. 4,13. Αποκ. 4,10. 5,6 κ.λ.π.). Σκοπός της όμως δεν είναι να κατεβάσει τον ουρανό στη γη, αλλά να ανεβάσει στον ουρανό τον άνθρωπο και τον κόσμο. Δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο και όλη την κτίση να «βαπτιστούν» - να πεθάνουν και να αναστηθούν – μέσα στη θεία Χάρη.

 

 

2. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Η εκκλησιαστική λατρεία έχει την τάξη της, σύνολο δηλαδή τελετουργικών κανόνων, που τη διέπουν. «Τυπικόν» ονομάζεται το ειδικό λειτουργικό βιβλίο, που προσφέρει το διάγραμμα και τη δομή της λατρείας της Εκκλησίας, καθώς όρισαν οι άγιοι Πατέρες στο πέρασμα των αιώνων. Με την καθιερωμένη «τάξη» και τη λειτουργική ενότητα περιφρουρείται το ορθόδοξο φρόνημα, παρόλες τις περιπτωσιακές αναπροσαρμογές και τοπικές ιδιαιτερότητες, τις φυσιολογικές δηλαδή εξελίξεις, που σημειώθηκαν στο παρελθόν, εμπλουτίζοντας τη λειτουργική πράξη, αποκρούοντας διάφορες κακοδοξίες και καταπολεμώντας τις αιρέσεις. Η ανάπτυξη όμως της εκκλησιαστικής λατρείας έγινε οργανικά, με εσωτερική τάξη και συνοχή, χωρίς να διασπάται η ενότητά της. Τα νέα στοιχεία μοιάζουν με κλαδιά ενός δένδρου, που απλώνονται χωρίς να εμποδίζουν την ομαλή ανάπτυξή του. Έτσι και στην Ορθοδοξία οι μεν σλαβόφωνες Εκκλησίες ακολουθούν την τάξη της «Ιεράς Μονής των Ιεροσολύμων» (του αγίου Σάββα), ενώ οι ελληνόφωνες στηρίζονται, κατά κανόνα, στην τάξη της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (Κωνσταντινουπόλεως), της Ιεράς Μονής Στουδίου. Η διαφορά αυτή στην τάξη δεν καταλύει την ενότητα της ορθόδοξης λατρείας. Η λειτουργική δομή είναι συγκεκριμένη και κοινή, όπως διαπιστώνεται στην τέλεση μιας διορθόδοξης Θείας Λειτουργίας.

 

      Ήδη στη Χριστιανική αρχαιότητα είχαν προκύψει διάφοροι λειτουργικοί τύποι (της Ανατολής: αλεξανδρινός, αντιοχειανός ή συριακός και βυζαντινός. της Δύσεως: αφρικανικός, ρωμαϊκός, παλαιοϊσπανικός ή μοζαραβικός, αμβροσιανός, παλαιογαλλικός, κελτικός κ.λ.π.). Η απόκρουση των αιρέσεων, που ανέκυψαν στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, συνέβαλε στην εμφάνιση των τοπικών διαφορών, μέσα σ’ ένα πνεύμα ελευθερίας. Γι’ αυτό οι λειτουργικοί τύποι βοηθούν στη διαπίστωση και διακρίβωση της λειτουργικής εξέλιξης των τοπικών Εκκλησιών, αλλά και των αλληλεπιδράσεών τους στο πλαίσιο της ενότητας της ορθόδοξης πίστης.

 

      Σταθμό στην εξέλιξη της εκκλησιαστικής λατρείας αποτέλεσε η εποχή του Μ. Κωνσταντίνου, με τον εγκαινιασμό της Κωνσταντινούπολης- Νέας Ρώμης (το 330), που άνοιξε νέες, κοσμογονικές προοπτικές. Η ανάπτυξη σ’ όλους τους χώρους του εκκλησιαστικού βίου, έργο των αγίων Πατέρων, είχε οργανική συνέχεια, χωρίς στο ελάχιστο να σημαίνει «πτώση» από τον «αρχέγονο Χριστιανισμό». Η μετά το 313 νίκη πάνω στην ειδωλολατρία, γέννησε ένα πάγκοινο συναίσθημα και μια θεολογία «νίκης» και θριάμβου, που διαπότισε και τις δομές της λατρείας. Η ανάπτυξή της συμβαδίζει με τη συνοδική διατύπωση του τριαδικού δόγματος, την καλλιέργεια των θεολογικών γραμμάτων, την οργάνωση του μοναχισμού, την ανέγερση πλήθους ναών κ.λ.π. Με βραδύ, αλλά σταθερό ρυθμό, οι λατρειακές ιδιαιτερότητες περιορίζονται, και μορφοποιούνται οικουμενικά σχήματα, με βάση ένα σταθερό και αμετάβλητο πυρήνα, που αφομοιώνει και ενοποιεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Καρποί αυτών των εξελίξεων είναι οι μορφές της ναοδομίας, η ανάπτυξη των λειτουργικών κύκλων (ημερήσιος, εβδομαδιαίος, ετήσιος), η προσθήκη νέων εορτών και ακολουθιών. Οι εξελίξεις αυτές ταξιθετούνται χρονολογικά ως εξής: οι αιώνες 4ος και 5ος διακρίνονται για τη μεγάλη λειτουργική άνθηση και τις βαθειές τομές στη λατρεία. στους 6ο και 7ο αιώνες σταθεροποιούνται οι μορφές. τον 8ο και 9ο αιώνα συντελείται η τελική σύνθεση του «βυζαντινού τύπου», που μετά τον 14ο και 15ο αιώνα (Ησυχασμός, Συμεών Θεσσαλονίκης) οδήγησε στη λειτουργική τάξη, που ισχύει και σήμερα.

 

      Η «βυζαντινή» σύνθεση της Εκκλησιαστικής Λατρείας επιτεύχθηκε διά του Μοναχισμού, που συνιστά την αυθεντική συνέχεια της εκκλησιαστικής κοινωνίας και μόνιμη διασφάλιση της καθαρότητας και της μαρτυρίας του εκκλησιαστικού βίου. Ο Μοναχισμός διασώζει σε κάθε εποχή την εσχατολογική συνείδηση, αποτρέποντας την εκκοσμίκευση. Γι’ αυτό η επίδρασή του στην πορεία της Εκκλησίας αποδεικνύεται όχι μόνο καθοριστική, αλλά και ευεργετική.

 

      Ο Μοναχισμός ενσωμάτωσε τη λατρεία στην άσκησή του, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην προσευχή και καθιστώντας μέσω της «ευχής» όλη τη ζωή σε λατρεία. Ο Μοναχισμός καλλιέργησε και πλούτισε τη λατρευτική πράξη, προσφέροντας στην Εκκλησία τη λειτουργική τάξη και όλο σχεδόν τον υμνογραφικό, μουσικό, και καλλιτεχνικό πλούτο της.

 

      Μετά τη νίκη του Μοναχισμού και το τέλος της εικονομαχίας (9ος αιώνας) το μοναστικό τυπικό μεταδόθηκε και στις κοσμικές ενορίες και η σύνθεση αυτή θα επικρατήσει, τελικά, στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στις μονές καλλιεργήθηκαν τα κύρια δομικά στοιχεία της ορθόδοξης λατρείας, η υμνογραφία (ποίηση) και η μουσική, και σ’ αυτές βιώνεται ως σήμερα η αλήθεια, ότι η λατρεία δεν είναι «κάτι» στη ζωή της Ορθοδοξίας, αλλά το κέντρο και η πηγή της ανακαίνισης και αγιασμού όλων των πτυχών της ζωής μας.

 

 

3. Η ΛΑΤΡΕΥΟΥΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Ορθόδοξη Εκκλησία φανερώνεται ιστορικά ως λατρεύουσα κοινωνία. Ακόμη και ετερόδοξοι, όπως ο Erich Seeberg, κορυφαίος προτεστάντης θεολόγος, την ονομάζουν «θρησκεία της λατρείας στο έδαφος του Χριστιανισμού». Ο πιστός, μέσα στη λατρεία, μετέχει στον τρόπο υπάρξεως της Εκκλησίας του, η οποία αποβαίνει «πανήγυρις πρωτοτόκων», «οίκος εορταζόντων» και «αιωνίως ευφραινομένων», σε μία εσχατολογική πρόγευση της ουράνιας βασιλείας.

 

      Η λατρεία της Εκκλησίας υπήρξε από τη αρχή πράξη της κοινότητας, της τοπικής Εκκλησίας, και όχι των πιστών ως ατόμων. Το άτομο μέσα στη λατρεία γίνεται μέλος της εν Χριστώ κοινωνίας, στην οποία εισέρχεται με το βάπτισμά του, μετέχοντας στη ζωή μιας συγκεκριμένης τοπικής κοινότητας και όχι σε μια οικουμενική και γενικευμένη ιδέα περί Χριστιανισμού. Στη λατρεία φανερώνεται το εκκλησιαστικό σώμα στην τοπική συγκρότησή του. Ακόμη και η «κατ’ ιδίαν» προσευχή νοείται ορθόδοξα μέσα στην εκκλησιαστική κοινωνία, ως προέκτασή της. Ιδιαίτερα η Θείας Ευχαριστία είναι το μυστήριο της Εκκλησίας ως σώματος και ο σκοπός της λειτουργικής πράξης.

 

      Η λατρεία της Εκκλησίας συνδέει τον πιστό διαχρονικά με όλους τους Αγίους και τους προαπελθόντας πιστούς, και συγχρονικά με τους ζώντες εν Χριστώ αδελφούς του. Έτσι, και η Εκκλησία αποδεικνύεται στη λατρεία της «μία ποίμνη ανθρώπων και αγγέλων και μία βασιλεία» (ι. Χρυσόστομος). Αυτή την ενότητα της Εκκλησίας, με κέντρο τον Χριστό ως κεφαλή της, εικονίζει η «συστολή» των Τιμίων Δώρων μετά τη μετάληψη. Ο Λειτουργός «συστέλλει» (μαζεύει) μέσα στο Άγιο Ποτήριο, τον Αμνό – Χριστό, από τον Οποίο έχουν κοινωνήσει κληρικοί και λαϊκοί, την μερίδα της Θεοτόκου, των Αγγέλων και όλων των Αγίων, των ζώντων και τεθνεώτων, με πρώτο τον Επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας, που συνιστά το ορατό κέντρο της (το αόρατο είναι ο Χριστός). Έτσι, το «ατομικό» σώμα του Χριστού ενώνεται, «ασύγχυτα και αδιαίρετα», με το «κοινωνικό» (συλλογικό) σώμα Του, τους πιστούς Του. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο είναι συναγμένη η εν Χριστώ κοινωνία των Πιστών με τον Χριστό και μεταξύ τους. Ο Χριστός φανερώνεται, έτσι, ως το απόλυτο κέντρο και η Κεφαλή της Εκκλησίας, η Εκκλησία σώμα Χριστού και οι πιστοί, ζώντες και κεκοιμημένοι, μέλη αυτού του σώματος.

 

 

4.  ΕΚΚΛΗΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ

Η Εκκλησία μεταμορφώνει στη λατρεία της μεγέθη του παρόντος αιώνος σε πραγματικότητες της ουράνιας βασιλείας, ανανοηματοδοτώντας τη λειτουργία και αναφορά τους. Ένα από αυτά τα μεγέθη είναι:

 

α) ο τόπος. Η λατρεία της Εκκλησίας αποσυνδέθηκε γρήγορα από τον ιουδαϊκό Ναό και τη Συναγωγή. Η Θεία Ευχαριστία ετελείτο αρχικά σε ιδιωτικούς χώρους («κατ’ οίκον») και η σύναξη των πιστών ονομάσθηκε «κατ’ οίκον εκκλησία». Η Εκκλησία, αναπτυσσόμενη σε ελληνιστικό περιβάλλον, προσέλαβε τον ελληνικό όρο «εκκλησία», που και εδώ σημαίνει τη σύναξη του «δήμου» (λαού), αλλά με κέντρο και κεφαλή τον Χριστό. Η έννοια του ναού υποτάσσεται, αρχικά, στο γεγονός της σύναξης των πιστών εν Χριστώ (Ιω. 4, 21). Ο διάκονος Στέφανος θα διακηρύξει, ότι «ο Ύψιστος ουκ εν χειροποιήτοις ναοίς κατοικεί» (Πραξ. 7, 48). Μετά το 313 ο ναός θα αποκτήσει και Χριστιανικά ιδιαίτερη σημασία.

 

      Ο Ναός, ως ο ιερός χώρος της συνάξεως, συνδέθηκε με την ιδέα του ουρανού επί της γης, αφού η λειτουργία της Εκκλησίας είναι η «ανάληψη» των πιστών στο υπερουράνιο Θυσιαστήριο. Αυτό εκφράζει ένας ύμνος: «εν τω ναώ εστώτες της δόξης Σου, εν ουρανών εστάναι νομίζομεν».

 

      Υπάρχει ειδική ακολουθία για την καθιέρωση του Ναού (Ακολουθία των Εγκαινίων), που εκφράζει την περί του Ναού θεολογία της Εκκλησίας. Οι Άγιοι όλων των αιώνων δεν παύουν να διασώζουν η συνείδηση του Στεφάνου, όπως λ.χ. ο ι. Χρυσόστομος (+ 407): «Ο Χριστός ελθών πάσαν την οικουμένην εξεκάθαρεν. άπας τόπος ευκτήριον γέγονεν …». Ο ναός, δηλαδή, διευκολύνει τη σύναξη, αλλ’ αυτή δεν χάνει ποτέ την ουράνια προοπτική της.

 

      Σε ένα «βυζαντινό» ναό, ο Παντοκράτορας του τρούλου δίνει την πατρική εποπτεία του Θεού. Συνειδητοποιούνται, έτσι, οι λειτουργικές αντιθέσεις: κάτω – άνω, γη – ουρανός, κοσμικό - άγιο, θάνατος – ζωή, ενδοκοσμικό – υπερκόσμιο κ.λ.π. Με τα μάτια των Αγίων, των «θεουμένων», βλέπουμε και μεις το άκτιστο φως της ουράνιας βασιλείας στη λειτουργία της Εκκλησίας μας. Κατά τα «εγκαίνια» του ναού τοποθετούνται άγια λείψανα μέσα στην αγία Τράπεζα, για να είναι η λατρεία της Εκκλησίας μόνιμη αναφορά στην άκτιστη θεία Χάρη, που ενσκηνώνει στους Αγίους. Έτσι, στη Χάρη του Θεού θεμελιώνονται όλα τα μυστήρια και οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας, χωρίς να εξαρτώνται από την ηθική καθαρότητα του λειτουργού. Κάθε τι που έχει σχέση με τη λειτουργία του ναού «καθιερώνεται» και αγιάζεται, τα ιερά σκεύη, τα ιερά άμφια, τα λειτουργικά βιβλία, οι εικόνες, καθιστάμενα αγωγοί της θείας Χάρης.

 

β) Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται και ο χρόνος. Η νέα περί του χρόνου αντίληψη της Εκκλησίας κινείται στα όρια της Χριστιανικής σωτηριολογίας. Ο χρόνος «εκκλησιοποιείται» με την υπέρβαση της «κυκλικής» έννοιάς του (στον Ελληνισμό) και της «ευθύγραμμης» (στον Ιουδαϊσμό). Σωτηρία Χριστιανικά δεν είναι η φυγή από τον χρόνο και τον κόσμο, αλλά η νίκη πάνω στη δαιμονικότητα και το κακό του κόσμου, την ενοικούσα σ’ αυτόν αμαρτία (Ιω. 17,15). Ιστορία και χρόνος δεν καταργούνται, αλλά καινοτομούνται.

 

      Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας δεν χάνει τη γραμμικότητά του, διότι έχει αρχή και τέλος, το πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. 6,4), που συντελείται με τη σάρκωση του Θεού Λόγου. Ο χρόνος έλαβε αρχή από τον Θεό κατά τη δημιουργία και έχει «τέλος» τον Χριστό, που δίνει σε κάθε χρονική στιγμή σωτηριολογική σημασία («Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας», Β΄ Κορ. 6,2). Με την ενανθρώπησή του Λόγου του Θεού η ιστορία εισέρχεται στα έσχατα, διότι το «έσχατον» είναι ο Χριστός, μετά τη σάρκωση του Οποίου «ουδέν καινόν» αναμένεται ιστορικά, παρά μόνο η ολοκλήρωση του εσχάτου με την δευτέρα Παρουσία Του. Ο Χριστός στη λατρεία είναι «ο πάλιν ερχόμενος» και ο Εμμανουήλ», «ο Θεός μεθ’ ημών» (Ματθ. 1,23).

 

      Ο λειτουργικός χρόνος έχει και μια κατακόρυφη διάσταση, αφού ο Χριστός και η άκτιστη βασιλεία Του έρχονται «εκ των άνω», δείχνοντας μας έτσι τον αιώνιο προορισμό μας («άνω σχώμεν τας καρδίας»). Ο λειτουργικός χρόνος της Εκκλησίας βιώνεται ως διαρκές παρόν της σωτηρίας. Στη λατρεία της Εκκλησίας συναιρούνται οι χρονικές διαστάσεις (παρελθόν, παρόν και μέλλον) σε ένα διαρκές παρόν της θείας παρουσίας. Γι’ αυτό είναι τόσο συχνές στη λειτουργική μας γλώσσα οι ενεστωτικές εκφράσεις: «σήμερον ο Χριστός γεννάται…», «σήμερον ο Χριστός βαπτίζεται εν Ιορδάνη», «σήμερον κρεμμάται επί ξύλου». Δεν είναι απλή ιστορική μνήμη. «Ανάμνηση» λειτουργικά δεν σημαίνει διανοητική ανάκληση ή ιστορική επανάληψη, διότι τα γεγονότα, που συνδέονται με τη σωτηρία μας, συνέβησαν «εφ’ άπαξ» και ισχύουν σωτηριολογικά «εις το διηνεκές». Στη λατρεία λαμβάνει χώρα η πνευματική επέκταση και παροντοποίησή τους, ώστε κάθε γενεά πιστών να μετέχει εξίσου στη σωστική Χάρη, που απορρέει από αυτά. Η λατρεία μας δεν θέλει να προκαλέσει μια πλατωνική νοσταλγία, αλλά να γεννήσει τη συνείδηση της επέκτασης στο μέλλον της βασιλείας του Θεού.

 

      Έτσι, η λατρεύουσα Εκκλησία συνθέτει τις διαστάσεις του χρόνου, εντάσσοντάς τες στο αιώνιο «νυν» της θείας παρουσίας. Η μνήμη του παρελθόντος γίνεται μνήμη «εν Χριστώ» και η ελπίς του μέλλοντος ελπίς «εν Χριστώ». Το μέλλον αποκτά υπόσταση, όπως και η «ζωή του μέλλοντος αιώνος» (Εβρ. 11, 1), όταν ο πιστός φθάσει στην αγιότητα, στην ένωση με την άκτιστη θεία Χάρη. Λειτουργικά μιλούμε για ανάμνηση του μέλλοντος, αφού όλα κινούνται προς αυτό. Κάθε χρονική στιγμή μεταβάλλεται σε «καιρό» (δυνατότητα) σωτηρίας. Κατ’ εξοχήν «καιρός» είναι η Εορτή, λειτουργική «ανάμνηση» των δωρεών του Θεού και της φιλανθρωπίας Του. Η εορτή είναι η έκφραση της νοσταλγίας του ανθρώπου για το αιώνιο, που ενσαρκώνουν οι τιμώμενοι Άγιοι και τα σωτηριολογικά γεγονότα. Οι εορτές της Εκκλησίας συνδέονται όχι με κάποιο μύθο, όπως στα ειδωλολατρικά μυστήρια, αλλά με ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Ήδη τον α’ αιώνα καθιερώθηκε η εορτή της Κυριακής, ως πρώτη ημέρα της αναδημιουργίας όλης της κτίσεως, η ημέρα της Ανάστασης. Η θεία Ευχαριστία είναι η κορύφωση του εορτασμού της Εκκλησίας και κάθε μέρα είναι εκκλησιαστική γιορτή, αφού μπορεί να τελεσθεί κατ’ αυτήν η Θ. Ευχαριστία.

 

      γ) Η εκκλησιαστική λατρεία διακονεί, εξ άλλου, το μυστήριο του Λόγου σ’ όλες τις πτυχές του. Ο εκκλησιαστικός και λειτουργικός λόγος εκφράζεται ως ευχή- προσευχή, ανάγνωση των Γραφών, υμνωδία, κήρυγμα, θεία Ευχαριστία («κλάση του άρτου». Πραξ. 2,42). Πρόκειται για διάφορες όψεις του ίδιου μυστηρίου. Σ’ όλες αυτές τις λειτουργικές εκφράσεις προσφέρεται ο ίδιος Λόγος του Θεού με ειδικό κάθε φορά τρόπο. Ο Λόγος του Θεού συνάγει το σώμα Του, για να ενοικήσει σ’ αυτό. Χωρίς τον θείο Λόγο το μυστήριο νοείται ως μαγικό μέσο. χωρίς το μυστήριο ο Λόγος μεταβάλλεται σε άσαρκο δογματισμό ή θρησκευτική ιδεολογία.

 

      Τα αγιογραφικά αναγνώσματα, με πρώτο το Ψαλτήριο, είναι προσφορά της καταγραφής της αγιοπνευματικής εμπειρίας των Προφητών και των Αποστόλων, που προϋποθέτει την αποκάλυψη του Θεού (το Λόγο του Θεού) μέσα στην καρδιά των Αγίων Του. Παλαιά και Καινή Διαθήκη αναγινώσκονται στην εκκλησιαστική σύναξη με βάση μια καθορισμένη από τους Αγίους Πατέρες μας τάξη. Όλο το εκκλησιαστικό σώμα μετέχει στη λειτουργική ανάγνωση της Αγίας Γραφής: η αποστολική περικοπή διαβάζεται από λαϊκό, η ευαγγελική από τον Διάκονο και το κήρυγμα γίνεται από τον Επίσκοπο ή τον Πρεσβύτερο. Η Γραφή διαβάζεται εκκλησιαστικά, όχι με τον συνήθη πεζό ή έντεχνο θεατρικό τρόπο, αλλά «λογαοιδικά» (λόγος και ωδή), δηλαδή ημίψαλτα. Μαρτυρείται, έτσι, ότι η Αγία Γραφή δεν είναι ένα οποιοδήποτε ανθρώπινο βιβλίο, αλλά το διαρκές μήνυμα του Θεού μέσω των Αγίων Του στη σύναξη των πιστών Του. Το Ευαγγέλιο στην Εκκλησία είναι ιερό και τιμάται ιδιαίτερα, τοποθετούμενο στην Αγία Τράπεζα, προσκυνείται, θυμιάζεται και ευλογείται με αυτό ο λαός. Η «είσοδος» με το Ευαγγέλιο δηλώνει την παρουσία του αναστάντος Χριστού ανάμεσά μας.

 

      Το κήρυγμα, ως ερμηνεία και εμπέδωση του αγιογραφικού λόγου, επικαιροποιεί το μήνυμα της Γραφής στη λειτουργική σύναξη. Το λειτουργικό κήρυγμα επιμένει όχι στο «πως έγιναν τα ευαγγελικά γεγονότα», αλλά στο «πού αυτά οδηγούν». Η Αγία Γραφή ερμηνεύεται από την Εκκλησία στην Εκκλησία, σε άμεση σχέση με τον Χριστό και τους Αγίους, διότι μόνο με τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος είναι δυνατή η κατανόηση και ερμηνεία της.

 

      Ο λειτουργικός όμως λόγος αρθρώνεται και ως απάντηση της σύναξης προς τον Θεό, με τη μορφή της ευχής και του ύμνου. Ευχογραφία και Υμνογραφία συνιστούν την καρδιά της εκκλησιαστικής λατρείας, αλλά και τη σημαντικότερη λογοτεχνική δημιουργία του Βυζαντίου / Ρωμανίας. Ο ποιητικός λόγος των ύμνων προσφέρει σπουδαίες δυνατότητες, ώστε να γίνεται το αποτελεσματικότερο μέσο για τη μυσταγωγία του εκκλησιαστικού σώματος, το οποίο βιώνει και ομολογεί την πίστη του «Λόγω πλέκον εκ λόγων μελωδίαν». Η υμνογραφία της Εκκλησίας γίνεται το ασίγαστο στόμα της, που ομολογεί την πίστη της σε ένα συνεχές και ευλογημένο τραγούδι Ορθοδοξίας.

 

      δ) Στην εκκλησιαστική λατρεία εκκλησιοποιείται και η τέχνη σ’ όλες τις μορφές της. Μόνο η γλυπτική για τον πολύ γήινο χαρακτήρα της δεν έγινε δεκτή στην Εκκλησία.

 

Η τέχνη γίνεται στη λατρεία θεολογική γλώσσα, διακονώντας την ευχαριστιακή βίωση της θεανθρώπινης κοινωνίας. Η λειτουργική τέχνη έχει κάλλος, τάξη, ρυθμό, μελωδία. Τα στοιχεία όμως αυτά γίνονται λειτουργικά – διακονικά, υπηρετώντας την οικοδομή του σώματος. Η αισθητική της λειτουργικής τέχνης είναι πνευματική, αποσκοπώντας όχι στον εντυπωσιασμό, διότι δεν απευθύνεται στις αισθήσεις, αφού φανερώνει «το θείον και άκτιστον κάλλος των αρετών του Χριστού». Γι’ αυτό θαυματουργούν τα παράγωγα της εκκλησιαστικής τέχνης, ως π.χ. οι Εικόνες, διότι μετέχουν στην άκτιστη θεία δόξα (Χάρη), φανερώνοντας έτσι τη μετοχή στο Άκτιστο. Η τέχνη της εκκλησιαστικής λατρείας είναι τόσον «ωραία», ώστε να εκπληρώνει τον πνευματικό σκοπό της, τη διακονία της πίστεως. Γι’ αυτό και είναι σταθερό στην Ορθοδοξία το αίτημα να διατηρεί η λειτουργική τέχνη την ομοουσιότητά της με το "δόγμα", την πίστη που διακονεί, για να είναι δυνατή η αδιάκοπη εκπλήρωση την πνευματικής αποστολής της.

 

      Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην εκκλησιαστική – λειτουργική τέχνη και τη θρησκευτική. Η πρώτη εκφράζει το γεγονός της σωτηρίας, όπως ιστορικά συνέβη, ως και τη συλλογική αποδοχή του από το εκκλησιαστικό σώμα. Η θρησκευτική τέχνη, αντίθετα, εκφράζει τα ατομικά συναισθήματα του καλλιτέχνη και συνιστά ατομική προσέγγιση του μυστηρίου. Γι’ αυτό δεν γίνεται λειτουργική. Υπάρχει κάποια αντιστοιχία σ’ αυτό με τη διαφορά δημοτικής και λόγιας ποίησης. Όπως σ’ όλη τη λατρεία, έτσι και στα δημιουργήματα της εκκλησιαστικής τέχνης, είναι έντονη η σφραγίδα του μοναχικού κόσμου, της παραδοσιακότερης μερίδας της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

 

 

5.  ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Η πίστη, ως φρόνημα εκκλησιαστικό και πιστότητα στο Σωτήρα Χριστό, αλλά και ως διδασκαλία, είναι βασική και απαράβατη προϋπόθεση της εκκλησιαστικής λατρείας. Είναι η κινητήρια δύναμη του λατρεύοντος πιστού, εκφραζόμενη με εξωτερικές ενέργειες και πράξεις, που συνιστούν το τελετουργικό της. Η λατρεία υλοποιεί την πίστη και την καθιστά ομαδικό γεγονός, ενώ συνάμα την συντηρεί και την αυξάνει, βοηθώντας στην εμβάθυνσή της.

      Η ορθόδοξη λατρεία είναι τριαδοκεντρική στη θεματική και τη δομή της. Από τον Τριαδικό Θεό πηγάζει η δύναμη και η ελπίδα της . Η Εκκλησία αναπέμπει λειτουργικά «δόξαν τω Πατρί, και τω Υιώ, και τω Αγίω Πνεύματι».

 

      Η ευχαριστιακή αναφορά απευθύνεται στον Θεό – Πατέρα. Ο Υιός αποδέχεται την προσφερόμενη θυσία και αυτός, ως ομοούσιος και σύνθρονος τω Πατρί και ο κεντρικός άξονάς της. Αυτός είναι ο «ο προσφέρων και προσφερόμενος και διαδιδόμενος», στη Θεία Ευχαριστία. Η εκκλησιαστική λατρεία είναι η συνέχεια του σωτηρίου έργου του Χριστού και ενσωματώνει το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Ο Χριστός είναι ο «εκκλησιαστής», που μας συνάγει στο σώμα Του και οι πιστοί οι «εκκλησιαζόμενοι», που μετέχουν στη λατρεία Του και δέχονται τη δόξα Του. Αυτός που μεταλαμβάνει «αξίως» (Α’ Κορ. 3,16) αναδεικνύεται σε ναό του Χριστού και στην καρδιά του τελεσιουργείται το μυστήριο της Πίστεως.

 

      Η εκκλησιαστική λατρεία όμως είναι εξ ίσου και Πνευματοκεντρική, διότι το Άγιο Πνεύμα είναι παρόν στη λατρεία, όπως η φωτεινή νεφέλη κατά τη Μεταμόρφωση (Ματ. 17,5), που «επεσκίασε» τους Μαθητές και όλο το Όρος.

 

Η αληθινή λατρεία της Ορθοδοξίας είναι η προσευχητική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του πιστού, όπως συμβαίνει στους Αγίους, τους αληθινούς λατρευτές του Θεού, διότι μετέχουν στην ουράνια λατρεία. Όλη η λατρεία είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, που «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Η προσευχή «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας» εισάγει σε κάθε ακολουθία.

 

     Στη θεία λατρεία πραγματοποιείται «Πνεύματος Αγίου κοινωνία». Τα πάντα διέπει η αγιαστική δύναμη του Παρακλήτου. Στην κορύφωση του Μυστηρίου παρακαλούμε το Άγιο Πνεύμα να «έλθη εφ ημάς» (τους λειτουργούς) και στα «άγια δώρα» (το ψωμί και το κρασί), αλλά και «επί πάντα τον λαόν» και να τελέσει την «πνευματική θυσία», μεταβάλλοντας τα προσφερόμενα δώρα σε Σώμα και Αίμα Χριστού και ενώνοντας όλους τους μετέχοντες εις το ένα σώμα.

 

    Η λατρεία της Εκκλησίας διακρίνεται για την παραδοσιακότητά της. Είναι ο δυναμικότερος φορέας της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Παράδοση στην Εκκλησία είναι η συνέχεια του Χριστιανικού τρόπου ύπαρξης, της ζωής εν Αγίω Πνεύματι, που μπορεί να οδηγεί στο σκοπό της Εκκλησίας, τη θέωση του ανθρώπου και τον αγιασμό της κτίσεως. Ο αληθινά πιστός εμμένει στα στοιχεία εκείνα, που συνιστούν την αληθινή εκκλησιαστικότητα. Αυτό κυρίως είναι η Πίστη: Το να μένει κανείς πιστός και αμετακίνητος στο θέλημα του Θεού και την παράδοση των Αγίων. Η παραδοσιακότητα της εκκλησιαστικής λατρείας είναι κριτήριο της γνησιότητάς της. Συντελεί δε και στη διακράτηση της ενότητας των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών, διαχρονικά και συγχρονικά.

 

      Τα λειτουργικά κείμενα προσφέρουν τη λειτουργική θεολογία, που συνιστά σαφή έκφραση του εκκλησιαστικού δόγματος. Γι’ αυτό η λατρεία γίνεται «διδακτήριον ευσεβείας», που διδάσκει την πίστη, βοηθούμενη σ’ αυτό με τα μέσα της τέχνης, και μάλιστα την εικονογραφία, το «γλωττοφόρον βιβλίον» της Εκκλησίας, κατά τον άγιο Ι. Δαμασκηνό. Η Ορθόδοξη Λατρεία σ’ όλους τους αιώνες διαμορφώνει το φρόνημα των πιστών, όπως φαίνεται σε πρόσωπα φιλακόλουθα, όπως ο Ι. Μακρυγιάννης ή ο Αλ. Παπαδιαμάντης. Η σχέση του πιστού με τη λατρεία είναι δείκτης της εκκλησιαστικότητάς του.

 

      Ευνόητο, συνεπώς, είναι ότι μπορεί να γίνει λόγος για ορθόδοξη και μη ορθόδοξη λατρεία. Διότι αυτό, που συνιστά την ορθοδοξία της λατρείας δεν είναι οι απρόσωπες δομές, αλλά η πίστη, που αυτές ενσαρκώνουν. Από την αρχαιότητα η ομολογία της πίστεως συνδέθηκε άμεσα με τη λατρεία. Η λατρεία μένει στους αιώνες κήρυγμα αληθείας, που προβάλλεται στα πρόσωπα των Αγίων και με την «ανάμνηση» των σωτηριωδών γεγονότων της Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

 

Η εκκλησιαστική όμως λατρεία πέρα από το κήρυγμα της πίστης, συμβάλλει και στην υπεράσπισή της, με την απόκρουση της αιρετικής πλάνης. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η εκκλησιαστική θεολογία διατυπώνεται συνήθως ως απάντηση στις αιρετικές προκλήσεις. Αυτό δείχνουν λ.χ. οι αφιερωμένες στους Αγίους Πατέρες ή στις Οικουμενικές Συνόδους εορτές και οι ακολουθίες τους. Ο Εσπερινός και ο Όρθρος προσφέρουν τη θεολογία κάθε γιορτής ως πνευματικό και θεολογικό οπλοστάσιο των πιστών. Ο φιλακόλουθος πιστός γίνεται πρακτικά θεολόγος της Εκκλησίας.

 

 

6. Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

Η Θεία Λειτουργία είναι το επίκεντρο όλης της εκκλησιαστικής λατρείας και κορυφώνεται στη Θεία Ευχαριστία, το κέντρο της ζωής, της εμπειρίας και της συνειδήσεως των Ορθοδόξων. Κατά τον π. Αλ. Σμέμαν, μεγάλο λειτουργιολόγο της εποχής μας, «η Θεία Λειτουργία μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα ταξίδι ή πορεία, που μας οδηγεί τελικά στον τελικό μας προορισμό, στην οποία πορεία κάθε στάδιο είναι εξίσου σημαντικό». Η πορεία αυτή αρχίζει από τη στιγμή, που οι πιστοί ξεκινούν από τα σπίτια τους για τη λειτουργική σύναξη.

      Η σύναξη του σώματος είναι η πρώτη και βασική πράξη, που εισάγει τον πιστό στον καινούριο κόσμο, που εδραίωσε ο Θεός στην ιστορία, την Εκκλησία. Οι πιστοί προσέρχονται στο ναό, για να λειτουργηθούν και να λειτουργήσουν μαζί με όλους τους Αγίους και τους εν Χριστώ αδελφούς τους, ζώντες και τεθνεώτες. Αυτή η κίνηση κορυφώνεται με τη «Μικρά Είσοδο», κατά την οποία, μαζί με τον Επίσκοπο, όλη η σύναξη – εκκλησία πορεύεται προς το ουράνιο θυσιαστήριο.

 

      Δεν νοείται Χριστιανός έξω από τη λειτουργική σύναξη. Σε περιόδους διωγμών οι Χριστιανοί κινδύνευαν για να λάβουν μέρος στη σύναξη της τοπικής τους κοινότητας. «Ανήκω στην Εκκλησία» σημαίνει: παίρνω μέρος στη λειτουργική σύναξή της. Διότι μέσω αυτής φανερώνεται στο «εδώ και τώρα» το εκκλησιαστικό σώμα. Είναι η «συναγωγή» του λαού του Θεού, στην οποία μετέχουν, ως ένα σημείο, και οι κατηχούμενοι και οι μετανοούντες, και όχι κάποια «ελίτ» εκλεκτών. Οι πιστοί προσκομίζουν συνεχώς την αμαρτία τους στη Θεία Αγάπη, για να μεταμορφωθεί, μέσω της μετανοίας, σε αγιότητα. Γι’ αυτό οι Άγιοι Πατέρες συνιστούν συχνή μετοχή στη λειτουργική σύναξη, διότι έτσι «καθαιρούνται αι δυνάμεις του Σατανά… εν τη ομονοία της πίστεως» (αγ. Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, + 107).

 

      Στο α’ μέρος της Λειτουργίας, ως το τέλος των βιβλικών αναγνωσμάτων, συμμετείχαν και οι κατηχούμενοι και γι’ αυτό ονομάσθηκε «λειτουργία των Κατηχουμένων». Το υπόλοιπο μέρος ονομάζεται «λειτουργία των πιστών» και περιέχει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, κύριος χαρακτήρας της οποίας είναι η θυσία. Η Ευχαριστία είναι θεοφάνεια και μεταβάλλει όλη την κτίση σε θεοφάνεια. Η Εκκλησία με τη Θεία Ευχαριστία προσφέρει την «αναίμακτον» θυσία της. Οι πιστοί προσφέρουν τα δώρα του Θεού («τα σα εκ των σων Σοι προσφέρομεν»), ομολογώντας την αναξιότητα και την πνευματική φτώχεια τους («… ου γαρ εποιήσαμεν τι αγαθόν επί της γης…). Η μόνη δυνατή ανταπόκριση στις δωρεές του Θεού είναι η εκούσια αυτοπαράδοση στη Θεία Αγάπη.

 

      Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μια προσευχή ή τελετή, όπως οι άλλες ακολουθίες. Είναι το μυστήριο της πραγματικής παρουσίας του Χριστού μαζί με την προσευχόμενη Εκκλησία Του. Είναι Ευχαριστία πρώτα του Χριστού και μετά γίνεται και δική μας. Διότι ο Χριστός, χωρίς να πάψει να είναι «ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος», είναι ταυτόχρονα και «ώδε (εδώ κάτω) ημίν αοράτως συνώ». Κατά τον ι. Χρυσόστομο «οσάκις αν κοινωνή (ο πιστός) μετά καθαρού συνειδότος, Πάσχα επιτελεί… Ουδέν πλέον έχει το εν τω Πάσχα Μυστήριον του νυν τελουμένου». Μεταλαμβάνοντας ο πιστός την «ανθρωπότητα» (ανθρώπινη φύση) του Χριστού, που είναι ενωμένη ασύγχυτα και αδιαίρετα με τη θεότητά Του, δέχεται μέσα τον όλο Χριστό, ενούμενος μαζί Του.

 

      Στη Θ. Ευχαριστία ζει το εκκλησιαστικό σώμα μια παρατεινόμενη Πεντηκοστή. Πεντηκοστή – Ευχαριστία - Σύνοδος συνδέονται στη ζωή της Εκκλησίας, με την πραγματική παρουσία του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι. Αυτό εκφράζει και η λειτουργική μας γλώσσα. Μιλούμε για «πνευματικά μυστήρια», «πνευματική θυσία», «πνευματική λατρεία», «πνευματική τράπεζα», «πνευματικόν σώμα», «πνευματικήν βρώσιν και πόσιν» κ.λ.π. Πνευματικά γίνονται όλα στη Θ. Λειτουργία όχι με την έννοια κάποιας εξιδανίκευσης ή εξαΰλωσης, αλλά με την παρουσία σ’ αυτήν του Αγίου Πνεύματος.

 

      Πάνω απ’ όλα όμως η Θ. Ευχαριστία γίνεται το μυστήριο της ενότητας της Εκκλησίας. Οι μετέχοντες σ’ αυτήν γίνονται «ΕΙΣ» εν Χριστώ (Γαλ. 3,28), με την ενότητα των καρδιών τους («εν ενί στόματι και μια καρδία»). Αυτό διδάσκει ο Απ. Παύλος στην Α’ Προς Κορινθίους (10, 15 – 17). Το ένα εκκλησιαστικό σώμα ταυτίζεται εκεί με τον ευχαριστιακό άρτο: «Ότι εις άρτος, εν σώμα οι πολλοί εσμεν». Είναι γι’ αυτό αντίφαση να μη μεταλαμβάνουν όλοι οι πιστοί, ενώ όλοι ακούουν τις ευχαριστιακές ευχές, που προετοιμάζουν για τη θεία κοινωνία…

 

      Η μετάληψη μεταδίδει τη ζωή του Χριστού σε κάθε μέλος, για να ζει εν Χριστώ, μαζί με όλα τα άλλα μέλη. Ο άγιος Συμεών, ο νέος Θεολόγος, βλέπει την ένωση με τον Χριστό ως άρση της μοναξιάς του ανθρώπου: «Των γαρ θείων ο μετέχων / και θεοποιών χαρίτων / ούμενουν ουκ έστι μόνος / αλλά μετά Σου, Χριστέ μου / του φωτός του τρισηλίου / του φωτίζοντος τον κόσμο…». Με την θεία κοινωνία τα άτομα γίνονται μέλη του Κυριακού Σώματος και η ατομική επιβίωση μεταλλάσσεται σε κοινωνία ζωής. Η ύπαρξη, από τους πρώτους αιώνες, της Λειτουργίας των Προηγιασμένων (Δώρων) βεβαιώνει, ακριβώς, την ανάγκη μετοχής στη Θ. Ευχαριστία. Βέβαια, όλα αυτά δεν γίνονται με κάποιο αυτοματισμό, αλλά όταν οι κοινωνούντες ζουν τη ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Γι’ αυτό «ο τρώγων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει» (Α’ Κορ. 11,29).

 

      Μέσα στη Θ. Λειτουργία η Εκκλησία αναλαμβάνεται κυριολεκτικά στους ουρανούς, μετέχουσα στο θάνατο, την ανάσταση και την ανάληψη του Χριστού και ζώντας τη δική της «ανάληψη» στην ουράνια βασιλεία. «Και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν Σου εχαρίσω την μέλλουσαν…», ομολογούμε στη Λειτουργία. Η Λειτουργία γίνεται η πασχάλια σύναξη όλων εκείνων, που συναντούν τον Κύριο και εισέρχονται στη βασιλεία Του. Δεν κινούμεθα σε πλατωνικά σχήματα, αναζητώντας το τέλειο στην «αρχή», αλλά στα έσχατα, στην ολοκλήρωση εκείνου, που εξελίσσεται μέσα στο χρόνο, ως την τελική έκβαση της ύπαρξης του πιστού στον Χριστόν ανθρώπου. Η λατρεία της Εκκλησίας κατευθύνεται, έτσι, από το ιστορικό παρελθόν της θείας οικονομία, στο επιβεβαιωμένο εν Χριστώ μέλλον.

 

Στη Θ. Λειτουργία βιώνεται ως γεγονός του παρελθόντος ακόμη και η Β’ Παρουσία! «Μεμνημένοι […] πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου Αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεων, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας» - ομολογούμε πριν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων.

 

      Η υποτίμηση της λειτουργικής σύναξης είναι συσκότιση του εσχατολογικού της χαρακτήρα. Εξ άλλου, με τον πολλαπλασιασμό των ευχαριστιακών συνάξεων σε πολλές ενορίες, σε παρεκκλήσια, μοναστήρια κ.λ.π. και την απουσία του Επισκόπου, της κεφαλής της σύναξης της τοπικής Εκκλησίας, ο όρος σύναξη έχει χάσει το αληθινό νόημά του. Η εσχατολογική ατμόσφαιρα της Λειτουργίας μαρτυρείται με τον χαρμόσυνο χαρακτήρα της, σε σημείο που να θεωρείται ασυμβίβαστη με τη νηστεία. Κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή, περίοδο αυστηράς νηστείας, δεν τελείται στις καθημερινές Θ. Λειτουργία, αλλά η Λειτουργία των Προηγιασμένων. Η Θ. Λειτουργία δεν είναι ένα από τα πολλά μέσα αγιασμού για την «ενίσχυση» του ανθρώπου. Είναι το Μυστήριο της Εκκλησίας, που μεταθέτει τους πιστούς στον μέλλοντα αιώνα. Εκκλησία και Θ. Ευχαριστία αλληλοπεριχωρούνται.

 

 

7. ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ ΚΟΣΜΟΥ

Σκοπός της εκκλησιαστικής λατρείας είναι ο αγιασμός του σύμπαντος κόσμου. Αγιάζεται η ζωή του ανθρώπου, αλλά και η περιβάλλουσα τον άνθρωπο κτίση. Στα όρια της λατρείας ο άνθρωπος αναδεικνύεται εν Χριστώ σε κύριο και βασιλέα της Κτίσης, που καλείται να αναφέρει τον εαυτό του και τη κτίση στον Δημιουργό, την πηγή της ύπαρξης και του αγιασμού τους.

      α) Ο αγιασμός του χρόνου: Το λειτουργικό έτος είναι η εν Xριστώ υπέρβαση του «ημερολογιακού έτους» και η μεταβολή του ημερολογίου σε εορτολόγιο. Η Εκκλησία, με τις γιορτές και ακολουθίες της, αγιάζει και μεταμορφώνει το χρόνο της καθημερινής ζωής, ενοποιώντας και προσανατολίζοντάς τον στη βασιλεία του Θεού. Λειτουργικά παύει ο χρόνος να είναι ένα απλό φυσικό πλαίσιο, μεταβαλλόμενος σε αρχή, που καθορίζει το περιεχόμενο της λατρείας. Αυτό δείχνει η χρησιμοποιούμενη ορολογία: Όρθος, Εσπερινός, Μεσονυκτικό, Ώρες κ.λ.π. «Λειτουργία του χρόνου» ονομάζεται λειτουργιολογικά η οργάνωση του χρόνου με βάση τις χρονικές περιόδους (ημέρα, εβδομάδα, έτος) και ανάλογη οργάνωση και της ίδιας της ζωής.

 

      Το λειτουργικό έτος βαπτίζει όλη τη ζωή του ανθρώπου στη λατρεία της Εκκλησίας. Η επανάληψη του εορτολογίου κάθε χρόνο ανανεώνει την κατήχηση του πιστού και δίνει νόημα στην ευχή «και του χρόνου» ή «χρόνια πολλά», ως ευχή για την παροχή νέων ευκαιριών μαθητείας. Το λειτουργικό έτος συνδέεται με το εορτολόγιο της Εκκλησία, βασικό δομικό στοιχείο του οποίου είναι η γιορτή. Υπάρχει ο κύκλος των κινητών εορτών με κέντρο το Πάσχα και των ακινήτων εορτών με κέντρο τα Θεοφάνεια – Χριστούγεννα. Στον πρώτο ανήκουν οι περίοδοι του Τριωδίου και του Πεντηκοσταρίου, που πήραν το όνομά τους από τα κυρίαρχα σε κάθε μια λειτουργικά βιβλία.

 

      Η περίοδος του Τριωδίου σπονδυλώνεται, όπως το ανθρώπινο σώμα: οι τέσσερις πρώτες εβδομάδες μπορούν να θεωρηθούν ως άκρα, ως σώμα το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κεφαλή η Μεγάλη Εβδομάδα. Ύμνοι, αναγνώσματα και δρώμενα προετοιμάζουν πνευματικά για τη μετοχή στη Μ. Εβδομάδα και την Ανάσταση. Από την ημέρα του Πάσχα αρχίζει η περίοδος του Πεντηκοσταρίου, Πάσχα και Πεντηκοστή ήσαν ήδη εορτές της προκωνσταντίνειας τάξης, με εβραϊκή μεν προέλευση, αλλά Χριστιανικό περιεχόμενο. Ο Χριστός και το πάθος Του διαφοροποιούν το Χριστιανικό από το εβραϊκό Πάσχα, που γίνεται σύμβολο της νέας ζωής, της θείας βασιλείας. Η έλευση του Αγίου Πνεύματος κατά την Πεντηκοστή εγκαινιάζει τον νέον αιώνα.

 

      Ο κύκλος των ακινήτων εορτών οργανώθηκε με κέντρο την εορτή των Θεοφανείων (6 Ιανουαρίου), που περιέκλειε αρχικά και τα Χριστούγεννα. Ο χωρισμός των δύο εορτών, για λόγους ιστορικούς και θεολογικούς, έγινε στα μέσα του 4ου αιώνα. Με βάση τα Χριστούγεννα (25 Δεκεμβρίου) καθορίσθηκαν και οι άλλες Δεσποτικές Εορτές (Περιτομή, Βάπτιση, Υπαπαντή, Μεταμόρφωση). Αλλά και η Θεοτόκος αποτελεί «μυστήριον λειτουργικόν». Οι θεομητορικές εορτές (Γενέθλιο, Εισόδια, Ευαγγελισμός, Κοίμηση κ.λ.π.) συνδέονται με τις Δεσποτικές, εκφράζοντας το ίδιο μυστήριο. Ο εορτασμός της μνήμης Αγίων είναι προέκταση της λειτουργικής τιμής της Θεοτόκου. Το περίεργο, βέβαια, για τον κόσμο είναι ότι η Εκκλησία «πανηγυρίζει», τιμώντας τη μνήμη, δηλαδή την κοίμηση, των τέκνων της και όχι τη γέννησή τους. Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν γιορτάζουμε τα γενέθλιά μας, αλλά στη μνήμη του Αγίου του οποίου φέρουμε το όνομα. «Γενέθλιος ημέρα» ονομάζεται Χριστιανικά η ημέρα της κοιμήσεως, ως γέννηση στην αιωνιότητα. Οι Άγιοι ενσαρκώνουν την «κοινή ζωή» και προβάλλονται ως ηγέτες της ανθρωπότητας στην πορεία για την αληθοποίηση του ανθρώπου. Η σύνδεση του λαού μας με τους Αγίους, με πρώτη την Παναγία, φαίνεται στη διπλή πανήγυρη, που τελείται στη μνήμη τους, μέσα στο ναό, με κέντρο την αγία Τράπεζα και έξω από το ναό, με κέντρο τη βιοτική τράπεζα. Τα «συναξάρια» των Αγίων είναι αγαπητά στο λαό ως «θησαύρισμα» της ιστορικής μνήμης της Εκκλησίας και παιδαγωγία των πιστών. Η πορεία των πιστών αναπτύσσεται «συν πάσι τοις Αγίοις».

 

      Η λειτουργική οργάνωση του χρόνου στη μικροχρονική διάστασή της αναλύεται στον εβδομαδιαίο κύκλο και τις ακολουθίες του νυχθημέρου. Ο εβδομαδιαίους κύκλος συντίθεται από δύο μέρη: τον κύκλο Σαββάτου και Κυριακής και του πενθημέρου. Κάθε μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη στη μνήμη κάποιου σωτηριολογικού γεγονότος ή κάποιου Αγίου: Η Κυριακή είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση του Χριστού. η Δευτέρα στους Αγγέλους. η Τρίτη στον άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή. η Τετάρτη και η Παρασκευή συνδέονται αντίστοιχα με την προδοσία του Ιούδα και τη Σταύρωση του Χριστού και γι’ αυτό είναι μέρες νηστείας την Παρασκευή η Εκκλησία μνημονεύει και την παρουσία της Παναγίας στο Σταυρό. η Πέμπτη αφιερώνεται στους Αποστόλους και τον άγιο Νικόλαο και το Σάββατο στους κεκοιμημένους.

 

      Ο εβδομαδιαίος κύκλος οργανώθηκε με βάση την Κυριακή, την πρώτη ιστορικά γιορτή της Εκκλησίας. Ταυτιζόμενη με τον Κύριο, τον Ιησού Χριστό (Α’ Κορ. 12,3) ισχύει ως ομολογία της πίστης σ’ Αυτόν. Ταυτιζόμενη και με την «ογδόη ημέρα», συνδέθηκε με τη Θ. Ευχαριστία, ως μόνιμη και σταθερή ημέρα τέλεσής της. Η αργία της Κυριακής, που επέβαλε ο Μ. Κωνσταντίνος το 324, δεν ταύτισε την Κυριακή με το Σάββατο, αλλά έδειξε την υπέρβασή του. Η Κυριακή είναι «η μία των Σαββάτων (πρώτη μέρα της εβδομάδος), η βασιλίς και Κυρία». Το Σάββατο καταφάσκει τη φυσική ζωή του κόσμου, η Κυριακή είναι η εσχατολογική ημέρα της εισόδου στον νέο αιώνα.

 

      Το νυχθήμερο περιλαμβάνει επτά ακολουθίες. Ο κύκλος του εικοσιτετραώρου αρχίζει το εσπέρας (πρβλ. Γεν. 1: «και εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί…») και οι ακολουθίες του συμπίπτουν με την αρχαία διαίρεση του χρόνου (εσπερινή, μεσονύκτια, ορθρινή, τρίτη, έκτη, ένατη). Οι ακολουθίες του νυχθημέρου είναι: Εσπερινός, ή Λυχνικόν, Απόδειπνον (Μέγα και Μικρό), Μεσονυκτικόν, Όρθος, η εκτενέστερη και πλουσιότερη θεολογικά ακολουθία, και οι Ώρες (Α’, Γ’, ΣΤ’, και Θ’), ανάμνηση των μεγάλων στιγμών της σωτηρίας μας (Σταύρωση, Θάνατος του Χριστού, κάθοδος του Αγίου Πνεύματος).

 

      Ενώ όμως ολόκληρη η εκκλησιαστική λατρεία διαπλέχθηκε αδιάσπαστα με το φυσικό χρόνο, η Θ. Λειτουργία έμεινε έξω από το χρόνο και τους περιορισμούς του. Έτσι, δεν ανήκει στον κύκλο των ακολουθιών του νυχθημέρου, ούτε κάποια από τις άλλες ακολουθίες θεωρείται ως προετοιμασία της. Γι’ αυτό μπορεί να τελεστεί οποιαδήποτε ώρα, πρωί – μεσημέρι ή βράδυ, ως η κατ’ εξοχήν εορτή και πανήγυρη της Εκκλησίας.

 

      β) Αγιασμός του βίου: Επίκεντρο της αγιαστικής λειτουργίας της Εκκλησίας είναι ο άνθρωπος. Από τη στιγμή της γέννησής του στον κόσμο και της πνευματικής ανα – γέννησής του στην Εκκλησία, ως την τελευταία στιγμή της παρουσίας του στη ζωή αυτή, η εκκλησιαστική λατρεία προσφέρει συνεχώς στον άνθρωπο δυνατότητες «εκκλησιασμού» και συνεχούς αναγέννησης. Την καθολικότητα της πνευματικής και βιοτικής μέριμνας της Εκκλησίας για τον πιστό δείχνει το λειτουργικό βιβλίο «Μέγα Ευχολόγιο». Στη δομή και στα κείμενά του ενσαρκώνει το σκοπό της Εκκλησίας, που είναι η «ολοτελής» ένταξη του ανθρώπου στο εκκλησιαστικό σώμα, ο αγώνας για τη νίκη πάνω στο διάβολο, τις δαιμονικές δυνάμεις του κόσμου και την αμαρτία και η αντιμετώπιση των βιοτικών προβλημάτων και των αναγκών του. Ο πλούτος και η ποικιλία των ευχών και Ακολουθιών του Ευχολογίου δείχνει την αγάπη και το ενδιαφέρον της Ορθοδοξίας για την ατομική και κοινωνική ζωή των πιστών, όλους τους κύκλους της ζωής του και τα πιο κοινά και καθημερινά έργα του.

 

      Η Εκκλησία αγιάζει τον άνθρωπο από την γέννησή του, ευλογώντας τη λεχώνα και το νεογέννητο, προετοιμάζοντάς το για την υποδοχή του στους κόλπους της. Από το Μυστήριο του γάμου, άλλωστε, αρχίζει ο αγιασμός της οικογένειας. Την 8η ημέρα το βρέφος λαμβάνει, με ειδική λειτουργική πράξη, το όνομά του και καταφάσκεται η προσωπική ετερότητά του, η οποία αναδεικνύεται με την ένταξή του στο εκκλησιαστικό σώμα. Την τεσσαρακοστή ημέρα το βρέφος «προσάγεται» στο ναό, για να «εκκλησιασθεί», να αρχίσει την εκκλησιαστική ζωή του, κάτι που αντιστοιχεί στην έναρξη της κατήχησης των ενηλίκων.

 

      Μετά από αυτή την πνευματική προετοιμασία ακολουθεί το βάπτισμα, η είσοδος στο σώμα του Χριστού, που δίνει την δυνατότητα να ζήσει ο άνθρωπος τη ζωή του Χριστού και να δέχεται συνεχώς τη Χάρη Του. Ο νηπιοβαπτισμός, γνωστός από τη Χριστιανική αρχαιότητα, κατανοείται μόνο στις περιπτώσεις ευσεβών γονέων και αναδόχων, σε Χριστιανικό δηλαδή περιβάλλον, και δεν μπορεί να επιβληθεί με καμία νομοθεσία. Με το βάπτισμα εντάσσεται ο «νεοφώτιστος» σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, την τοπική Εκκλησία, μετέχοντας στο ήθος και τον τρόπο ύπαρξης της Εκκλησίας. Όσο τελειότερη είναι αυτή η ένταξη, τόσο συνεπέστερη αποβαίνει και η Χριστιανικότητά του.

 

      Ο πιστός καλείται όμως να αυξήσει το δώρο, που έλαβε με το βάπτισμά του, προσανατολίζοντας Χριστοκεντρικά τη ζωή του. Έτσι, μετά τη «φύση» (ψυχή και σώμα), που πεθαίνει και ανασταίνεται στο βαπτιστήριο ή την κολυμβήθρα, αγιάζεται και το ανθρώπινο πρόσωπο με το μυστήριο του Χρίσματος, που λειτουργεί ως προσωπική Πεντηκοστή του πιστού, για να γίνει με τον πνευματικό του αγώνα «ναός» του Θεού και η ζωή του αληθινή Λειτουργία. Το μυστήριο της Μετανοίας (εξομολόγηση) δίνει την δυνατότητα συνεχούς υπέρβασης της αμαρτίας και μεταποίησης του θανάτου σε ζωή.

 

      Η Εκκλησία ευλογεί, ακόμη, τις «οδούς», που αυτοπροαίρετα επιλέγει ο πιστός για την τελείωσή του, τον (εν Χριστώ) γάμο ή το μοναστικό βίο. Είναι και τα δύο «μυστήρια αγάπης», με άμεση αναφορά στον Χριστό. Ο γάμος, μένοντας στο πλαίσιο της εν Χριστώ ζωής, οδηγεί στην υπέρβαση της σάρκας και στην τέλεια παράδοση στον Χριστό, συναντώμενος – έτσι- με την μοναστική άσκηση. Έτσι, το μυστήριο του γάμου φανερώνει την αλήθεια της Εκκλησίας, χωρίς να χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση συμβατικών σκοπιμοτήτων της καθημερινότητας. Όπου ο γάμος νοείται απλώς ως ηθικολογική ρύθμιση ή «νομικό συνάλλαγμα», επιλέγεται ο «πολιτικός» γάμος, ίσος μεν νομικά, αλλά όχι και «ισότιμος» πνευματικά, με τον εκκλησιαστικό, που είναι μυστήριο Χάρης.

 

      Η εκκλησιαστική λατρεία διαθέτει, περαιτέρω, αγιαστικές πράξεις για κάθε στιγμή της ζωής. Αποδεικνύεται μάλιστα μέσω αυτών, ότι δεν είναι μία «σπιριτουαλιστική» (αφηρημένα πνευματική) ή «θρησκευτική» υπόθεση, διότι ο αγιασμός που προσφέρει συνιστά και πρόταση για την αντιμετώπιση των βιοτικών προβλημάτων κάθε άνθρωπο. Σε μία Ευχή του Όρθρου ζητούμε από τον Θεό να χαρίσει στον άνθρωπο «τα εγκόσμια και υπερκόσμια αγαθά» Του.

 

      Υπάρχουν ευχές και για περιπτώσει του βίου, που φαίνονται πεζές και τετριμμένες, όπως λ.χ. «εις το κουρεύσαι παιδίον», «όταν απέρχηται παιδίον μανθάνειν τα ιερά γράμματα», «εις παίδας κακοσκόπους» (δυστρόπους) κ.λ.π.. Άλλες Ευχές αναφέρονται στην πρόσληψη τροφής, αγιαζόνται τα διάφορα «επιτηδεύματα» και έργα του πιστού (π.χ. ταξίδια), τα «επαγγέλματα», ευλογούνται οι διαπροσωπικές σχέσεις, για να υπάρχει δικαιοσύνη, ειρήνη και αγάπη, ζητείται η Χάρη του Θεού για τις θλίψεις του ανθρώπου, τις ασθένειές του, τα ψυχικά νοσήματα και τα ψυχοσωματικά πάθη. Σημαντική θέση καταλαμβάνει στη λατρεία της Εκκλησίας ο θάνατος, η άρση της συλλειτουργίας ψυχής και σώματος, ως τη στιγμή της «κοινής αναστάσεως». Η Εκκλησία δεν παραβλέπει το κορυφαίο αυτό υπαρξιακό γεγονός της ζωής. Πλησιάζει, μάλιστα, τον άνθρωπο από την στιγμή, που ο θάνατος κάνει την εμφάνισή του. Εξομολογεί και κοινωνεί τον ψυχορραγούντα και κηδεύει το σώμα, που παραδόθηκε στη νέκρωση και τη φθορά, προπέμποντας την ψυχή στο στερνό της ταξίδι και παρακαλώντας τον Χριστό να δεχθεί το τέκνο Του, που εγκαταλείπει τον κόσμο με την ελπίδα «ζωής αιωνίου». Η νεκρώσιμος ακολουθία είναι από τα πιο τρυφερά και συγκινητικά κείμενα της εκκλησιαστικής λατρείας.

 

      Παράλληλα, η Εκκλησία εύχεται για διάφορες στιγμές του δημοσίου βίου: περιστάσες και συμφορές, κινδύνους, δυσλειτουργίες της δημόσιας ζωής, τόσο στη μικροκοινωνία του χωριού ή της πόλης, όσο και στη μακροκοινωνία της πατρίδας και του έθνους. Το σχετικό ευχολογικό υλικό αναφέρεται στις εθνικές επετείους, τις δομές της πολιτειακής ζωής, την παιδεία, στον στρατό, την δημόσια υγεία. Ο απαράμιλλος αυτός λειτουργικός πλούτος μένει ευρύτερα άγνωστος και έτσι αγνοούμε τα στοιχεία εκείνα, που μπορούν να δώσουν νόημα στη ζωή μας.

 

γ) Αγιασμός της υλικής κτίσης: Η κτίση, λειτουργικά και θεολογικά, είναι ο ευρύτερος χώρος πραγμάτωσης του ανθρώπου, το πλαίσιο της καθημερινής ζωής του, ιδιαίτερα στις αγροτικές κοινωνίες, όπου αυτό γίνεται βαθύτερα αισθητό. Η σχέση του ανθρώπου με τη κτίση αποτελεί ιδιαίτερη θεματική της εκκλησιαστικής λατρείας και αναπτύσσεται σε ειδικές ακολουθίες, που δείχνουν την εκκλησιαστική κατάφαση της υλικής κτίσης, που έχει προσληφθεί στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, και μεταβάλλεται συνεχώς σε «σάρκα» Χριστού στη Θεία Ευχαριστία. Στη λειτουργική μας πράξη ευλογούνται και αγιάζονται το νερό, το κρασί, οι τροφές, ο χώρος κατοικίας και του επαγγέλματος, η πανίδα, η χλωρίδα, τα φυσικά φαινόμενα (άνεμος, βροντή, βροχή, σεισμός κ.τ.ο.) για την προστασία και σωτηρία, τελικά του ανθρώπου. Ο πιστός προσφέρει στη λατρεία τα δώρα του Δημιουργού ως ευχαριστία, για να «βαπτισθούν» στη Θεία Χάρη και να επιστραφούν στους προσφέροντες για τον αγιασμό και τη συντήρησή τους. Κατά τη Θ. Λειτουργία «συντελείται μια πορεία, μια παρέλαση θα έλεγε κανείς, του όλου κόσμου προς την αγία Τράπεζα» (Περγάμου Ιωάννης). Αίρεται, έτσι, κάθε αντίληψη για αντίθεση μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, αφού η προσφερόμενη στον Θεό κτίση γίνεται φορέας του Ακτίστου (Χάρης) και αγιάζει τους μετέχοντες.

 

      Με τη θεολογία των κειμένων αυτών του Ευχολογίου εμπνέεται η θεοκεντρικότητα της ύπαρξης. Από την κτίση ανάγεται ο πιστός στον Κτίστη, κατανοώντας τον κόσμο ως δώρο του Δημιουργού, μαθαίνοντας να χρησιμοποιεί ευχαριστιακά την Κτίση και αποκτώντας της εμπειρική βεβαιότητα, ότι το πρόβλημα δεν είναι «τι τρώει ο άνθρωπος», αλλά με ποιες προϋποθέσεις το τρώει, αφού η αγιασμένη κτίση συναγιάζει και τον άνθρωπο. Έτσι, ο πιστός μαθαίνει να γίνεται «ιερουργός» της κτίσεως, σε μια «κοσμική λειτουργία», που τελεσιουργείται από τους Αγίους. Οι Άγιοι, με τα άφθαρτα και θαυματουργικά λείψανα τους, φανερώνουν τον προορισμό της κτίσεως, που είναι ο αγιασμός και αφθαρτισμός της . Κάθε πιστός καλείται στη λατρεία μας να αγιαστεί ολόκληρος, για να μπορεί να συναγιάζει και την κτίση, μέσα από τη σχέση του μαζί της.

 

 

8.  ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ

Η πορεία προς τη θέωση επιτυγχάνεται με την ένταξη ολόκληρης της ύπαρξης στο σώμα του Χριστού, με ένα τρόπο ζωής, που επιτρέπει την αδιάκοπη συνέργεια του ανθρώπου με τη Χάρη του Θεού. Κύριο συστατικό αυτής της ζωής είναι η άσκηση, ως μόνιμο πάλαισμα του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ο λόγος του Χριστού, ότι «η βασιλεία των ουρανών βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν» (Ματθ. 11,12). Η άσκηση είναι μία συνεχής πορεία μετανοίας, για να μένει ο πιστός δεκτικός της Χάρης του Θεού, χωρίς την οποία νεκρώνεται η ύπαρξή του. Με την άσκηση, αντίθετα, νεκρώνεται η επαναστατημένη φύση μας, για να ξαναβρεί την θεοκεντρικότητά της.

 

      Η ασκητική όμως προσπάθεια του πιστού δεν έχει ηθικό χαρακτήρα. Δεν αποβλέπει, δηλαδή, σε μια βελτίωση του χαρακτήρα και των συμπεριφορών, αλλά στη δυνατότητα μετοχής στη γιορτή και χαρά του εκκλησιαστικού σώματος. Γι’ αυτό και δημιουργεί στον πιστό αίσθηση χαράς ανεκλάλητης, αναιρώντας κάθε τεχνητή (φαρισαϊκή) συνοφρύωση και επίπλαστη κατήφεια, που δεν είναι παρά επιτηδευμένη ευσεβοφάνεια. Η Χριστιανική άσκηση είναι μετοχή εκούσια στην υπακοή του Χριστού και των Αγίων, για τη νέκρωση του ατομικού θελήματος και την τελική ταύτισή του με το θέλημα του Χριστού (Φιλ. 2,5).

 

      Η ευσέβεια όμως της Ορθοδοξίας είναι λειτουργική. Έτσι κατανοείται η συμπληρωματικότητα άσκησης και λειτουργικής ζωής. Η εκκλησιαστική λατρεία είναι εορτάσιμη στο ήθος της. Η άσκηση είναι η πρόγευση της χαράς από τη μετοχή στη γιορτή της Εκκλησίας, αλλά και προετοιμασία των πιστών για την είσοδό τους σ’ αυτή την πνευματική πανήγυρη. Είναι η οδός επιστροφής στο «κατά φύσιν», την αυθεντικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, για να καταστεί δυνατό το πέρασμα στο «υπέρ φύσιν», στο οποίο ανυψώνει η Λατρεία. Αυτό που αναζητεί, άλλωστε, στη λατρεία κατά τον ι. Χρυσόστομο είναι «ψυχή νήφουσα, διεγηγερμένη διάνοια, καρδιά κατανενυγμένη, λογισμός ερρωμένος, συνειδός κεκαθαρμένον».

 

      Η πνευματική πρόοδος, που πραγματοποιεί ο πιστός με την άσκησή του, μέσα στη λατρεία εκκλησιοποιείται, εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και από «ατομικό» γεγονός, γίνεται εκκλησιαστικό, δηλαδή κοινωνικό. Αν δεν εκκλησιοποιηθεί η ατομικότητα, δεν σώζεται. Έξω από το σώμα του Χριστού όχι μόνο δεν υπάρχει σωτηρία, αλλά και η τελειότερη αρετή μένει «ράκος αποκαθημένης» (Ης. 64,6), πνιγηρά δηλαδή ακαθαρσία. Η λατρεία εν – Χριστώνει τη ζωή του πιστού. Η άσκηση παρέχει αυτή τη δυνατότητα, αφού ο κυριαρχούμενος από τα πάθη του άνθρωπος δεν μπορεί να δοξολογήσει αληθινά τον Θεό. Η «καθαρά καρδία» είναι το σκοπούμενο στη Χριστιανική άσκηση (Ψαλμ. 50,12). Διότι μόνο «εν καθαρά καρδία» είναι δυνατόν να δει ο άνθρωπος τον Θεό (Ματθ. 5,8), φθάνοντας στο σκοπό της υπάρξεώς του.

 

Αυτό εκφράζει ο αναστάσιμος ύμνος του αγίου Ι. Δαμασκηνού: «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της Αναστάσεως Χριστόν εξαστράπτοντα…». Η λατρεία οδηγεί δια της Θ. Ευχαριστίας στη θέωση, όταν όμως υπάρχει η καθαρότητα της καρδιάς και μεταμόρφωση των αισθήσεων από σωματικές σε πνευματικές. Αν η λατρεία, συνεπώς, είναι η είσοδος στην ουράνια βασιλεία, η άσκηση είναι η οδός προς τη βασιλεία. Η λατρεία καθορίζει και αποκαλύπτει τον σκοπό της ύπαρξής μας. η άσκηση συνεργεί στην πραγμάτωση αυτού του σκοπού.

 

 

 

9.  ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

      Η εκκλησιαστική λατρεία είναι ο «χωροχρόνος», στον οποίο διαμορφώνεται το Χριστιανικό ήθος. Ο πιστός στη λατρεία ξαναβρίσκει το ορθό νόημα του ηθικού βίου, ο οποίος δεν διαμορφώνεται με βάση κάποια δικανική σχέση με τον Θεό, αλλά μέσω της μεταμόρφωσης και ανακαίνισης της κτίσης και του ανθρώπου εν Χριστώ. Το Χριστιανικό ήθος είναι λειτουργικό και πηγάζει από την προσωπική σχέση με τον αυτοπροσφερόμενο «εις τροφήν του σύμπαντος κόσμου» Κύριο της Εκκλησίας. Αυτή η σχέση, με τριπλή αναφορά (άνθρωπος – Θεός – κόσμος), πραγματώνεται μέσα στη λατρεία, κατά τον λόγο του Απ. Παύλου: «Ει ουν συνηγέρθητε εν Χριστώ […] νεκρώσατε τα μέλη υμών τα επί της γης […] απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον […] και ενδυσάμενοι τον νέον…» (Εάν λοιπόν έχετε αναστηθεί μαζί με τον Χριστό… νεκρώσατε ότι γήινο είναι μέσα σας […] έχοντας αποβάλει τον παλαιό άνθρωπο και ενδυθεί τον νέο», Κολ. 3,1 ε. Είναι το συνεχές «βάπτισμα» του πιστού στη νέα ζωή του μυστηρίου της πίστεως.

      Στη λατρεία της Εκκλησίας ανανοηματοδοτείται Χριστοκεντρικά σύνολη η ζωή του ανθρώπου. «Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός…». Οι πιστοί, λουόμενοι μέσα σ’ αυτό το φως, καλούνται να γίνουν ένας πνευματικός ποταμός, εκπορευόμενος από την Αγία Τράπεζα, για να αρδεύσει σωστικά τον κόσμο. Η εκκλησιαστική λατρεία τεκμηριώνει, έτσι, σε τι συνίσταται η προσφορά της Εκκλησίας μέσα στην Ιστορία. Δεν προσφέρει κάποιο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς ή σύστημα ηθικών κανόνων, αλλά μια ζωή και μια αγιασμένη κοινωνία, που μπορεί να λειτουργήσει ως «ζύμη» και να ζυμώσει με την αγιαστική παρουσία της τον κόσμο, αρχίζοντας από τη μικροκοινωνία. Η μετοχή στη λατρεία – αν είναι γνήσια – είναι μετοχή στο θάνατο των ιδιοτελών και ατομικιστικών διεκδικήσεων και ανάσταση στην εν Χριστώ πραγματικότητα, που είναι ο σκοπός της Εκκλησίας. Η εμπνεόμενη από την ορθόδοξη λατρεία εσχατολογική συνείδηση, προσανατολίζει σε εσχατολογικές συμπεριφορές, με την υπέρβαση του κινδύνου της εκκοσμίκευσης και οιωνδήποτε συμβιβασμών και συσχηματισμών.

 

      Είναι ευνόητο, συνεπώς, ότι η αποξένωση από τη λειτουργική εμπειρία, πέρα όλων των άλλων, αλλοτριώνει το φρόνημα και αποσυνθέτει όλη τη ζωή, μεταβάλλοντας το εκκλησιαστικό ΕΙΝΑΙ σε διάφορα αντι-Χριστιανικά υποκατάστατα (ηθικισμός, ευσεβισμός, ριτουραλισμός κ.λ.π.). Μη λησμονούμε, άλλωστε, ότι το κοινοτικό ήθος της ελληνορθοδοξίας και το ελεύθερο φρόνημα στους χαλεπούς καιρούς της δουλείας διαπλασσόταν μέσα στη λατρεία, τη μόνη λαοσύναξη, που δεν έπεσε ποτέ σε μαρασμό. Και είναι αληθινή ευλογία, που με τη Χάρη του Θεού, στους δύσκολους καιρούς μας, ο Λαός και ιδιαίτερα η Νεολαία, ξαναβρίσκουν το δρόμο προς την Εκκλησία και τη λατρεία της.

 

      Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας (αυτή ήταν η αρχαία κατάληξή της) ο Λειτουργός λέγει προς τον λαό: «Εν ειρήνη προέλθωμεν» («ας φύγουμε ειρηνικά»). Δεν είναι τυπική εξαγγελία του τέλους ενός «θρησκευτικού καθήκοντος», αλλά κινητοποίηση για μεταφορά του φωτός της θεϊκής ειρήνης στο σκοτάδι του κόσμου μας. Η Εκκλησία και η Λατρεία της υπάρχουν για τον κόσμο, για τη σωτηρία του. Η Λειτουργία της Εκκλησίας προετοιμάζει την έξοδο των πιστών στον κόσμο ως μαρτυρία των «Μεγαλείων του Θεού», αλλά και ιεραποστολική κλήση στην εν Χριστώ σωτηρία. Η θυσία του Χριστού και η Ανάστασή Του, μυστήρια συνεχώς παροντοποιούμενα και βιούμενα στη λατρεία, αρδεύουν συνεχώς λυτρωτικά τον κόσμο. Αγωγοί αυτής της Χάρης στη διψώσα γη των κοινωνιών μας γίνονται οι πιστοί, μέσω των οποίων το «Φως του Χριστού» μπορεί να «φαίνη πάσι». Να φωτίζει τα πάντα!

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:

  • π. Γ. Δ. Μεταλληνού, Θεολογική μαρτυρία της Εκκλησιαστικής Λατρείας, Αθήνα 19962.

  • Χρ. Γιανναρά, Η ελευθερία του Ήθους, Αθήνα 19792. Ζηζιούλα Ιωάννου (μητροπ. Περγάμου), Η κτίση ως ευχαριστία. Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας, Αθήνα 1992.

  • Του Ιδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία του Θεού, Σύναξη, τ. 49 (1994) – 51 (1994).

  • Ευαγγ. Γ. Θεοδώρου, Μαθήματα Λειτουργικής, Εν Αθήναις 1986.

  • π. Αλ. Σμέμαν, Η λειτουργική αναγέννηση και η Ορθόδοξη Εκκλησία (μεταφρ. Ν. Χριστοδούλου), Λάρνακα 1989.

  • Του Ιδίου, Η Εκκλησία προσευχομένη – Εισαγωγή στη Λειτουργική Θεολογία (μετάφρ. Δ. Θ. Τζέρπου), Αθήνα 1991.

  • Τρεμπέλα, Π.Ν., Αρχαί και χαρακτήρ της Χριστιανικής Λατρείας, Αθήναι 19932.

  • Φειδά, Βλ. Ι., Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α’ – Β’ Αθήναι 1992 και 1994,

  • Χάνς – Γιοακίμ Σούλτς, Η Βυζαντινή Λειτουργία – Μαρτυρία πίστεως και συμβολική έκφραση (μετάφρ. π. Δημ. Τζέρπου), Αθήνα 1998.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...