Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025
Ο Ρωμαιοκαθολικισμός στον σύγχρονο κόσμο
Διαδραστική παρουσίαση με θέμα τον Ρωμαιοκαθολικισμό στον σύγχρονο κόσμο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να εμπλουτίσουν οι μαθητές τις γνώσεις τους σχετικά με την εξάπλωση της Καθολικής Εκκλησίας στον κόσμο, τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και τις αποφάσεις της, καθώς και τις αιτίες, τις θέσεις και τους εκπροσώπους της θεολογίας της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική.
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025
Το χριστιανικό ήθος ως υπέρβαση των προκαταλήψεων του κόσμου - Σύγχρονες θεολογικές ζυμώσεις
α) Η προκατάληψη ως φαινόμενο
Προκατάληψη ονομάζεται η άποψη που διαμορφώνει κανείς για πρό σωπα, ιδέες ή καταστάσεις χωρίς προηγουμένως να έχει πλήρη ενημέρωση και γνώση, χωρίς να έχει χρησιμοποιήσει τη λογική και την κριτική σκέψη. Η προκατάληψη διαμορφώνει στερεότυπα που καταλήγουν να δικαιολογούν συμφέροντα και αδικίες. Τέτοια φαινόμενα παρουσιάστηκαν στο παρελθόν, όταν παγιώθηκαν συγκεκριμένες φυλετικές προκαταλήψεις που οδήγησαν σε διωγμούς και διακρίσεις. Αυτό συνέβη κυρίως εναντίον των εγχρώμων στην Αμερική και εναντίον των Ιουδαίων στην Ευρώπη. Μέχρι σήμερα πολλοί λαοί διαμορφώνουν στερεότυπα για άλλους λαούς (π.χ. ότι ο τάδε λαός είναι εκ φύσεως βάρβαρος ή πολιτισμένος κτλ.), για διαφορετικές φυλές (π.χ. ότι η μαύρη φυλή είναι εκ φύσεως κατώτερη διανοητικά), διαφορετικές θρησκείες, κοινωνικές ομάδες ή φύλα. Στην τελευταία περίπτωση ανήκει και η από παλαιά εδραιωμένη κοινωνική διάκριση εις βάρος της γυναίκας από τη μεριά του άνδρα.
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Ρατσιστικοί νόμοι και οικονομική εκμετάλλευση ακολουθούν την προκατάληψη απέναντι στους θεωρούμενους «κατώτερους» ή «απολίτιστους». Επίσης, η προκατάληψη συμβάλλει στην περιθωριοποίηση και την πολιτιστική υπανάπτυξη κοινωνικών ή εθνικών μειονοτήτων επειδή σε κάθε χώρα λίγοι ενδιαφέρονται για να κατοχυρωθούν ίσες εκπαιδευτικές ή επαγγελματικές ευκαιρίες στους κάθε φορά «διαφορετικούς από μας».
β) Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός απέναντι στην προκατάληψη
Ο Χριστιανισμός από την εμφάνισή του έθεσε νέα κριτήρια για την αξιολόγηση όλων των ανθρώπων: Οι άνθρωποι ως παιδιά του ίδιου Πατέρα βασανίζονται από τον κοινό εχθρό, τη φθορά και το θάνατο, και σώζονται με την Ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός ενώνει τους ανθρώπους στο Σώμα Του και οι διακρίσεις ανάμεσά τους παύουν. «Σ’ αυτήν τη νέα κατάσταση δεν υπάρχουν πια εθνικοί και Ιουδαίοι,... βάρβαροι, Σκύθες, δούλοι, ελεύθεροι· του Χριστού είναι όλα και ο Χριστός είναι σε όλα» διακηρύττει ο απόστολος Παύλος (Κολ. 3, 11). Έτσι,μέσα στην Εκκλησία αρχίζει ο αγώνας για μια νέα κοινωνία. Βέβαια, ο Χριστιανισμός δεν επεδίωξε θεαματική ή βίαιη αλλαγή στο σύνολο της κοινωνίας (π.χ. γενική κατάργηση της δουλείας ή νομοθετική αλλαγή της θέσης της γυναίκας). Διαμόρφωσε όμως, σταδιακά τις συνειδήσεις με το να δίνει το παράδειγμα για την υπέρβαση των προκαταλήψεων μέσα στο δικό του χώρο. Στο ευχαριστιακό τραπέζι, στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, στα κοινόβια μοναστήρια αργότερα, πλούσιοι και φτωχοί, δούλοι και ελεύθεροι αντιμετωπίζονταν όμοια και ισότιμα, ενώ και οι γυναίκες ανέλαβαν ενεργότερο ρόλο στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνέχισε την οργάνωση της ζωής της γύρω από την Ευχαριστία ξεπερνώντας αυστηρά τους κοινωνικούς και εθνικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολύ αργότερα, το 19ο αιώνα, όταν παρουσιάστηκαν οι εθνικισμοί στις διάφορες χώρες των Βαλκανίων και επιδιώχθηκε να δημιουργηθούν ενορίες και επισκοπές χωριστά ανά έθνος σε μια περιοχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με μια ιστορική του απόφαση καταδίκασε ως αίρεση τον εθνοφυλετισμό* που διασπούσε το ενιαίο σώμα του Χριστού. Με τα παραπάνω δεν πρέπει να εννοήσει κανείς ότι στο Χριστιανισμό όλα είναι τέλεια. Η Εκκλησία αποτελείται και από το ανθρώπινο στοιχείο που διακρίνεται από αδυναμία και αμαρτωλότητα. Έτσι, πολλές φορές, παρατηρούνται αδικίες και προκαταλήψεις και ανάμεσα στους χριστιανούς. Γι’ αυτό πρέπει να εκδιώκουν διαρκώς από τη ζωή τους και τις σχέσεις τους την προκατάληψη μιμούμενοι το Θεάνθρωπο Χριστό, που θυσιάστηκε για όλους τους ανθρώπους χωρίς εξαίρεση.
γ) Σύγχρονες θεολογικές ζυμώσεις
Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός με την ανάπτυξη της δημοκρατίας και της επιστήμης από τη μια αλλά και των γενοκτονιών, των παγκόσμιων πολέμων και της οικονομικής εκμετάλλευσης από την άλλη, αντιμετώπισε ένα στάσιμο θεολογικά Χριστιανισμό. Ο δυτικός Χριστιανισμός μετά το 17ο αιώνα περιορίστηκε σ’ έναν αντιδραστικό ρόλο προσπαθώντας να διατηρήσει τα κεκτημένα του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους ανίκανη να αντιδράσει ουσιαστικά.
Έτσι, ο αγώνας για μια καινούργια κοινωνία χωρίς διακρίσεις,αδικίες και προκαταλήψεις αναλήφθηκε από τα διάφορα κοινωνικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και φάνηκε να εγκαταλείπεται από το Χριστιανισμό. Μπροστά σ’ αυτές τις εξελίξεις πολλοί σύγχρονοι δυτικοί θεολόγοι μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσπάθησαν να βγάλουν το Χριστιανισμό από το τέλμα. Έτσι, αναπτύχθηκαν θεολογικά ρεύματα που ανανέωσαν τον αγώνα ενάντια στην αδικία και την προκατάληψη. Τότε διαμορφώθηκε στην Ευρώπη η «πολιτική θεολογία» που έδινε ιδιαίτερη σημασία στον ενεργό ρόλο του χριστιανού στα κοινά.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η «Θεολογία της απελευθέρωσης» που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’60 στη Λατινική Αμερική με βασικούς εκπροσώπους τον Γκουσταύο Γκουτιέρεζ, τον Ντον Χέλντερ Καμάρα και τον Καμίλο Τόρρες. Η θεολογία αυτή στράφηκε στην έρευνα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και οργάνωσε θεωρητικά και πρακτικά την αντίσταση των φτωχών τάξεων εναντίον της.
Παράλληλα, στην Αμερική ο μαύρος πάστορας Μάρτιν Λούθερ Κινγκ πάλεψε ενάντια στην προκατάληψη κατά των μαύρων και στους ρατσιστικούς αμερικανικούς νόμους αλλά δολοφονήθηκε το 1968. Μετά τη δεκαετία του’70 αναπτύχθηκε η «θεολογία της ελπίδας» με κυριότερο εκφραστή το Γιούργκεν Μόλτμαν που έδωσε έμφαση στο άνοιγμα της Εκκλησίας στο εσχατολογικό μέλλον, ένα άνοιγμα που δίνει ελπίδα για αλλαγή της κοινωνίας προς το καλύτερο.
Επίσης, η «υπαρξιακή θεολογία» αξιοποίησε τις αναφορές της υπαρξιακής φιλοσοφίας στη σχέση Θεού - ανθρώπου. Τέλος, η «φεμινιστική θεολογία» αγωνίζεται για μια γλώσσα και πρακτική που θα αποκαθιστά τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και στο Χριστιανισμό, ενώ η «μαύρη θεολογία» κάνει το ίδιο για τους μαύρους. Παρά τις υπερβολές αυτών των θεολογικών τάσεων, που παρουσιάζονται τόσο στη ρωμαιοκαθολική όσο και στην προτεσταντική θεολογία, υπάρχουν αναζητήσεις που υπενθυμίζουν ότι ο Χριστιανισμός έχει υποχρέωση να μην αγνοεί την προκατάληψη και την αδικία ως ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα και να παλεύει για τη λύση του. Έτσι, η ορθόδοξη θεολογία παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις σύγχρονες θεολογικές κινήσεις και διαλέγεται γόνιμα μ’ αυτές στο δικό της ιστορικό χώρο
ΚΕΙΜΕΝΑ
1. «Αδελφοί μου, την πίστη σας στον Κύριο της δόξας, τον Ιησού Χριστό, να μην την εκδηλώνετε με μεροληπτικές πράξεις προς τους συνανθρώπους σας. Για παράδειγμα: Έρχεται στη σύναξή σας κάποιος με χρυσά δαχτυλίδια και πολυτελή ενδύματα. Κι έρχεται κι ένας φτωχός με λερωμένα ρούχα. Αν δώσετε σημασία στον καλοντυμένο λέγοντάς του: “κάθισε σε παρακαλώ, εδώ στην καλή θέση”, και στο φτωχό πείτε: “εσύ στάσου εκεί ή κάθισε εδώ κάτω, δίπλα στο σκαμνί που βάζω τα πόδια μου”, δε μεροληπτείτε και δε γίνεστε κριτές, κάνοντας πονηρές σκέψεις; Ακούστε αγαπητοί μου αδελφοί. Ο Θεός διάλεξε αυτούς που για τον κόσμο είναι φτωχοί να γίνουν πλούσιοι στην πίστη και να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του, αυτήν που υποσχέθηκε σ’ όσους τον αγαπούν». (Ιακ. 2, 1-5).
2. Η θεολογία της ελπίδας στηρίζει την αλλαγή της κοινωνίας στην ελπίδα για τον ερχομό του Χριστού: «Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας επειδή ο Χριστός είναι το μέλλον μας. Αυτό σημαίνει: αναμένουμε και ελπίζουμε τη Δευτέρα Του Παρουσία και προσευχόμαστε: έρχου Κύριε Ιησού, έλα στον κόσμο, έλα σε μας! Όπως η πίστη στην ανάσταση θεμελιώνει την ελπίδα, έτσι και η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου αποτελεί τον Ορίζοντα αυτής της ελπίδας. Χωρίς την αναμονή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού δεν υπάρχει καμιά χριστιανική ελπίδα, γιατί χωρίς αυτήν την αναμονή η ελπίδα δεν εγγυάται μια ριζοσπαστική εναλλακτική λύση για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτός ο κόσμος. Δε σημάδεψε την αστικοποίηση του Χριστιανισμού ακριβώς το ότι απενεργοποιήθηκε η προσμονή της Παρουσίας; το ότι αυτή μετατοπίστηκε στο θρησκευτικό υπέδαφος της αστικής κοινωνίας, στις λεγόμενες σέκτες*;». (J. Moltmann, Hoffnung, Angst, Mystik, München 1979, σ. 23).
Χριστιανισμός και Θρησκεύματα σελ. 155-160
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025
Η διαδικασία της απελευθέρωσης
Έχοντας πηγάσει από ένα παλιό ιστορικό κίνημα, αυτή η ελπίδα για απελευθέρωση αρχίζει να
υιοθετείται από τη χριστιανική κοινότητα ως σημείο των καιρών. Ως πρόσκληση για στράτευση
και ερμηνεία. Το μήνυμα της Βίβλου, το οποίο παρουσιάζει το έργο του Χριστού ως μια απελευθέ-
ρωση, μας προσφέρει το πλαίσιο αυτής της ερμηνείας. Η θεολογία μοιάζει να απέφευγε για πολύ
καιρό να στοχαστεί τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της ανθρώπινης ιστορίας, τη διαμάχη μεταξύ
ανθρώπων, κοινωνικών ομάδων και χωρών. Ο απόστολος Παύλος μάς θυμίζει όμως διαρκώς τη
βαθιά σχέση που έχει η χριστιανική ύπαρξη και κάθε ανθρώπινη ζωή με το Πάσχα: το πέρασμα
από τον «παλιό» στον «καινό άνθρωπο», από την αμαρτία στη θεία χάρη, από τη σκλαβιά στην
ελευθερία.
Ἡμᾶς Χριστὸς ἠλευθέρωσεν· στήκετε οὖν, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε (Γαλ 5, 1), λέει
ο απόστολος Παύλος. Πρόκειται για την απελευθέρωση από την αμαρτία, στο βαθμό που αυτή
αποτελεί μια εγωιστική εσωστρέφεια. Το να αμαρτάνεις σημαίνει πράγματι ότι αρνείσαι να αγα-
πήσεις τους άλλους και, κατ’ επέκταση, τον ίδιο τον Κύριο. Η αμαρτία, που καταργεί τη φιλία με
τον Θεό και τον πλησίον, είναι για τη Βίβλο η υπέρτατη αιτία της φτώχειας, της αδικίας και της
καταπίεσης την οποία βιώνει η ανθρωπότητα. Το να πούμε ότι αποτελεί την υπέρτατη αιτία δεν
σημαίνει επ’ ουδενί ότι αρνούμαστε τις δομικές αιτίες και τους αντικειμενικούς λόγους αυτών των
καταστάσεων. Θέλουμε όμως να τονίσουμε ότι τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι από τύχη, αλλά
ότι πίσω από μια άδικη δομή υπάρχει η προσωπική ή συλλογική ευθύνη για όλα, μια διάθεση
απόρριψης του Θεού και των άλλων. Θέλουμε επίσης να θυμίσουμε ότι μια κοινωνική μεταρρύθ-
μιση, όσο ριζοσπαστική και αν είναι, δεν φέρνει αυτομάτως την απάλειψη όλων των κακών.
Gutiérrez, G., Θεολογία της απελευθέρωσης, Mτφρ. Κ. Παλαιολόγος, Eπιμ. Θ. Δρίτσας, Άρτος Ζωής, Αθήνα,
2012, σελ. 128-129, 142 και 146-147.
*Σ ημ. Ο Γκουστάβο Γουτιέρεζ (γεν. το 1928) είναι περουβιανός φιλόσοφος και θεολόγος, ένας από
τους σημαντικότερους εκφραστές της Θεολογίας της Απελευθέρωσης. Είναι εξάλλου δομηνικανός
μοναχός και ιερέας καθώς και μέλος της Περουβιανής Ακαδημίας της Γλώσσας.
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025
ΓΚΟΥΣΤΑΒΟ ΓΚΟΥΤΙΕΡΡΕΣ (8 Ιουνίου 1928 – 22 Οκτωβρίου 2024)
Ο Περουβιανός καθολικός θεολόγος και ιερέας Γκουστάβο Γκουτιέρρες, ένας εκ των σημαντικότερων πατέρων της Θεολογίας της Απελευθέρωσης της Λατινικής Αμερικής, αποτελεί μια απ’ τις πιο εμβληματικές θεολογικές φωνές του 20ού αιώνα. Άρθρωσε τη θεολογική του προσέγγιση με αφετηρία τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο (1962-1965) και τη Δεύτερη Σύνοδο των Επισκόπων της Λατινικής Αμερικής, η οποία διεξήχθη στο Μεντεγίν της Κολομβίας το 1968, τα πορίσματα της οποίας επικαιροποιήθηκαν δέκα χρόνια αργότερα στη Σύνοδο της Πουέμπλα. Σπούδασε στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στην Ιταλία αλλά τα ποιμαντικά βιώματά του στις φτωχογειτονιές της Λίμα ήταν αυτά που καθόρισαν την κατεύθυνση της σκέψης του. Η εξαθλίωση των ανθρώπων που διακονούσε έθετε ως επείγουσα ανάγκη να μπορέσει να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα «με ποιο τρόπο το ευαγγέλιο είναι καλά νέα για τους φτωχούς;» και τι σημαίνει η διακήρυξη του Ιησού «πνεῦμα κυρίου ἐπ᾽ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέν με εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς· ἀπέσταλκέν με ἰάσασθαι τοὺς συντετριμμένους τὴν καρδίαν· κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν, καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει, κηρύξαι ἐνιαυτὸν κυρίου δεκτόν» (Λουκ 4:18-19);
Όλα αυτά για τον Περουβιανό ιερέα δεν γίνεται να εξαντλούνται στο πνευματικό πεδίο, ωσάν ο άνθρωπος να μην έχει σώμα, αλλά αφορούν το όλον, ακολουθώντας το νόημα πλήθους βιβλικών χωρίων, όπως το 2:15-16 της επιστολής Ιακώβου, στην οποία ο Γκουτιέρρες επιστρέφει συχνά: «Ἐὰν δὲ ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσιν καὶ λειπόμενοι ὦσιν τῆς ἐφημέρου τροφῆς, εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, Ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος;» Με άλλα λόγια, τα μυστήρια, τα κηρύγματα και οι προσευχές δεν φτάνουν. Η εκκλησία, λέει ο Γκουτιέρρες, καλείται να συμπορευτεί με τους φτωχούς της γης, να καταδικάσει ό,τι τους καταπιέζει, και να πάρει θέση υπέρ των αναγκεμένων.
Μια από τις πιο γνωστές αλλά συχνά παρεξηγημένες του φράσεις είναι ότι ο Θεός διακρίνεται (και κατ’ επέκταση οφείλουμε κι εμείς) από μια «preferential option for the poor», η οποία μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «δικαιωματική προτεραιότητα» για τους φτωχούς.[1] Το «δικαιωματική» μπορεί να είναι παραπλανητικό καθώς η φράση αυτή δεν απορρέει απ’ τη συζήτηση περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά είναι πρωτίστως θεολογική. Πηγάζει από τη μέριμνα του Θεού για όσους ο κόσμος συνήθως απορρίπτει. Δεν επιλέγουμε τον φτωχό, λέει ο Γκουτιέρρες, επειδή είναι απαραίτητα καλύτερος ή ανώτερος ηθικά από άλλους. Επιλέγουμε τον φτωχό γιατί ο Θεός είναι αυτός που είναι. Στον φτωχό φανερώνεται η ύπαρξη της αγάπης ή η απουσία της στον κόσμο, η ύπαρξη ή η απουσία της δικαιοσύνης, άρα και η ύπαρξη ή η απουσία του Θεού, και γι’ αυτό ο φτωχός έχει προτεραιότητα έναντι των άλλων.
Με άλλα λόγια, τα μυστήρια, τα κηρύγματα και οι προσευχές δεν φτάνουν. Η εκκλησία, λέει ο Γκουτιέρρες, καλείται να συμπορευτεί με τους φτωχούς της γης, να καταδικάσει ό,τι τους καταπιέζει, και να πάρει θέση υπέρ των αναγκεμένων.
Με τη φράση «δικαιωματική προτεραιότητα» ο Γκουτιέρρες δεν μιλάει για αποκλειστικότητα. Σαφώς θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις ενδεείς ομάδες, σε όσους βρίσκονται στο περιθώριο για οποιονδήποτε λόγο. Αυτοί είναι οι πρώτοι αποδέκτες της αλληλεγγύης των Χριστιανών αλλά όχι και οι μοναδικοί. Ο Θεός είναι ο Θεός όλων, αλλά ιδιαίτερα των φτωχών. Όπως έλεγε κι ο Αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο «εκ του μέσου των φτωχών, η εκκλησία μπορεί να είναι για όλους».[2] Ακόμα, η κλήση αυτή απευθύνεται τόσο στον πλούσιο όσο και στον ίδιο τον φτωχό. Και ο φτωχός θα πρέπει να κάνει την ίδια αυτή επιλογή.
Αρκετά σημαντικές ήταν οι διασαφηνίσεις του σχετικά με την έννοια της φτώχειας. Από τη μία υπάρχει η «υλική φτώχεια» με την οποία εννοούμε την έλλειψη των αναγκαίων υλικών αγαθών που επιτρέπουν στον άνθρωπο να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή. Η φτώχεια, με αυτή την έννοια, αντιστρατεύεται τη ζωή και την ευημερία του ανθρώπου. Τον υποτιμά και τον εξαθλιώνει. Ταυτόχρονα επισημαίνει ότι οι Χριστιανοί έχουν συχνά την τάση να βλέπουν την υλική φτώχεια ως κάτι το θετικό, σχεδόν ως θρησκευτικό ιδανικό. Η αδιαφορία απέναντι στα γήινα, η αυστηρή λιτότητα, η ταπεινοφροσύνη, θεωρούνται αναγκαία προϋπόθεση για μια άγια ζωή. Αυτό, λέει ο Γκουτιέρρες, δίνει την εντύπωση ότι ο Χριστιανισμός βρίσκεται σε αντίφαση με την επιθυμία των ανθρώπων να εξαλείψουν την εκμετάλλευση και να ευημερήσουν, φαίνεται να εξωραΐζει τη φτώχεια με αποτέλεσμα να οδηγεί σε μια παθητική αποδοχή μιας υποτιμητικής κατάστασης για τον άνθρωπο.
Η «πνευματική φτώχεια», λέει ο Γκουτιέρρες, είναι μια εσωτερική στάση αποσύνδεσης από τα υλικά αυτού του κόσμου. Εδώ ο φτωχός δεν είναι αυτός που δεν έχει αγαθά, αλλά αυτός που δεν είναι προσκολλημένος σε αυτά ακόμα κι αν τα κατέχει. Ο πλούσιος, λοιπόν, μπορεί να είναι «φτωχός» πνευματικά και ο φτωχός εσωτερικά «πλούσιος». Ο Γκουτιέρρες προειδοποιεί ότι αυτή η κατανόηση μπορεί να λειτουργεί καθησυχαστικά. Να κατανοηθεί δηλαδή ότι μπορεί κανείς να συνεχίσει να συσσωρεύει ή να διατηρεί τον πλούτο του στον βαθμό που δεν είναι «προσκολλημένος» σε αυτόν και ως αποτέλεσμα η πνευματική αυτή διάσταση να μην σαρκώνεται ποτέ. Από τη στιγμή που ο πλούτος δεν έχει σημασία παρά μόνο η στάση της καρδιάς, τότε δεν υπάρχει και λόγος να νοιάζεται κανείς για όσους ζουν στην ανέχεια.
Ερευνώντας τις βιβλικές έννοιες της φτώχειας και θέλοντας να συνθέσει μια τρίτη χριστοκεντρική κατανόηση, εξετάζει πρώτα τη φτώχεια ως μια καταδικαστέα, σκανδαλώδη, κατάσταση ενάντια στην οποία κηρύττουν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο νόμος του Μωυσή, επίσης, διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζει την εδραίωσή της, να ανακουφίζει τους αναγκεμένους, αλλά και να προσφέρει τη δυνατότητα επανεκκίνησης της κοινωνίας μέσω της επιστροφής των περιουσιών που είχαν κατασχεθεί από τους φτωχούς (π.χ. Ιωβηλαίο έτος). Το μωσαϊκό όραμα μιας κοινωνίας χωρίς φτώχεια και καταπίεση εδράζεται στο ιδρυτικό αφήγημα της εξόδου του Ισραήλ από τη σκλαβιά της Αιγύπτου. «Φτώχεια σημαίνει θάνατος» λέει ο Γκουτιέρρες. Φτώχεια είναι η έλλειψη σίτισης, στέγης, η απουσία ή δυσκολία πρόσβασης στην υγεία και στην παιδεία, η εργασιακή εκμετάλλευση, η χρόνια ανεργία και –προσθέτω – η αισχροκερδής και ιλιγγιωδώς αυξανόμενη εμπορία ανθρώπων. Από τη στιγμή που ο Θεός μας είναι ο Θεός της ζωής, εφόσον αυτός είναι που προστάζει «διαλέξτε τη ζωή για να ζήσετε!» (Δευτ. 30:19), είναι προφανές ότι η φτώχεια αντιστρατεύεται το θείο θέλημα και η εκκλησία οφείλει να την ανιχνεύσει, να την καταγράψει, να την αποκηρύξει όπως έκαναν και οι βιβλικοί συγγραφείς.
Ο πλούσιος, λοιπόν, μπορεί να είναι «φτωχός» πνευματικά και ο φτωχός εσωτερικά «πλούσιος». Ο Γκουτιέρρες προειδοποιεί ότι αυτή η κατανόηση μπορεί να λειτουργεί καθησυχαστικά. Να κατανοηθεί δηλαδή ότι μπορεί κανείς να συνεχίσει να συσσωρεύει ή να διατηρεί τον πλούτο του στον βαθμό που δεν είναι «προσκολλημένος» σε αυτόν και ως αποτέλεσμα η πνευματική αυτή διάσταση να μην σαρκώνεται ποτέ.
Στην Αγία Γραφή, ο Γκουτιέρρες επισημαίνει κι ένα άλλο είδος φτώχειας, τη φτώχεια ως «πνευματική παιδικότητα», η οποία απαντάται τόσο στην Παλαιά Διαθήκη (π.χ. Σφν. 2:3, 3:12-13, Ησ. 66:2) όσο και στην Καινή (π.χ. «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» Ματ. 5:3). Εδώ χρησιμοποιείται η φτώχεια ως μεταφορά για την αυτοδιάθεση του ανθρώπου στο θείο θέλημα, για το άνοιγμα του ανθρώπου προς τον Θεό με μια στάση «παιδικής» παράδοσης και ολικής αφοσίωσης σε αυτόν. Αυτή η χρήση της λέξης και των συγγενικών της λέξεων αναπτύσσεται κυρίως στην περίοδο της Βαβυλωνιακής εξορίας και αναφέρεται σε όσους δεν αποκάμνουν αλλά συνεχίζουν να προσμένουν το απελευθερωτικό έργο του Θεού διαμέσου του Μεσσία του. Σε αυτή τη φτώχεια θεωρεί ο Γκουτιέρρες ότι κάνει αναφορές η Επί του Όρους ομιλία, όπου το να είναι κανείς φτωχός, πράος, πεινών και διψών σημαίνει να είναι σαν τον Χριστό.
Η βιβλική θεώρηση της φτώχειας, κατά τον Γκουτιέρρες, δεν θολώνει τη διάκριση των δυο εννοιών. Η υλική φτώχεια είναι πάντοτε απευκταία, δεν «ασβεστώνεται» ποτέ. Η «πνευματική φτώχεια» από την άλλη, η πνευματική παιδικότητα, το παράδειγμα του Χριστού, είναι ο τρόπος με τον οποίο η εκκλησία υπάρχει εν τω κόσμω. Η σύνθεση των δύο αυτών εννοιών που συνυπάρχουν στη Βίβλο δημιουργούν για τον Γκουτιέρρες μια κατανόηση της φτώχειας ως αλληλεγγύης προς τον φτωχό αλλά και διαμαρτυρίας για τη φτώχεια του.
Παρόλο που η θεολογία του Γκουτιέρρες είχε και τους επικριτές της, εντούτοις επηρέασε όχι μόνο την καθολική εκκλησία αλλά και τον προτεσταντισμό στη Λατινική Αμερική. Η ιεραποστολική διακονία πολλών εκκλησιαστικών παραδόσεων έχει πλέον αλλάξει με περισσότερη έμφαση στην ολιστική φροντίδα του ανθρώπου (διακονίες σχετικές με την έλλειψη στέγης, τις εξαρτήσεις, την εμπορία ανθρώπων, κ.ά.). Εκκρεμεί, παρόλα αυτά, μια πιο τολμηρή στάση εκ μέρους των εκκλησιών για κατανόηση και καταγγελία των βαθύτερων αιτιών της φτώχειας και της καταπίεσης που βιώνουν οι συνάνθρωποί μας.
Με άλλα λόγια, η πνευματική φτώχεια πρέπει να σαρκωθεί. Το παράδειγμα του Χριστού δεν υπάρχει μόνο για να καταδείξει πώς επωφεληθήκαμε απ’ αυτό αλλά για να αναπαράγει το ίδιο φρόνημα στο σώμα του Χριστού, τους πιστούς. Η κένωση του Χριστού διδάσκεται από τον Απ. Παύλο για έναν βασικό σκοπό: «τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν χριστῷ Ἰησοῦ» (Φιλ. 2:5). H εθελούσια φτώχεια του Χριστού είχε σκοπό τον πλουτισμό της εκκλησίας ώστε και η εκκλησία, αδέσμευτη από την προσκόλληση στον πλούτο και στη δύναμη, να μπορεί να πτωχεύει αλληλέγγυα για χάρη όσων την έχουν ανάγκη: «δι᾽ ὑμᾶς ἐπτώχευσεν πλούσιος ὤν, ἵνα ὑμεῖς τῇ ἐκείνου πτωχείᾳ πλουτήσητε» (Β΄ Κορ. 8:9). Η εκκλησία, ομοίως, επιλέγει να πτωχεύει όχι γιατί είναι υπέρ της φτώχειας αλλά γιατί είναι υπέρ του αγώνα κατά της φτώχειας. Όπως έγραψαν και οι επίσκοποι της Λατινικής Αμερικής στη Σύνοδο του Μεντεγίν της Κολομβίας, η εκκλησία είναι αυτή που ακούει την κραυγή του καταπιεσμένου και συντάσσεται μαζί του στις αξιώσεις του για ζωή, ελευθερία και χάρη. Η Σύνοδος παρουσιάζει «το πρόσωπο μιας αυθεντικά φτωχής, ιεραποστολικής, πασχάλιας εκκλησίας, χωρίς δεσμούς με πρόσκαιρες εξουσίες και γενναία ταγμένη στην απελευθέρωση του ανθρώπου ως όλον και των ανθρώπων όλων. (Medellín, “Document on Youth,” no. 15).
Παρόλο που η θεολογία του Γκουτιέρρες είχε και τους επικριτές της, εντούτοις επηρέασε όχι μόνο την καθολική εκκλησία αλλά και τον προτεσταντισμό στη Λατινική Αμερική.[3] Η ιεραποστολική διακονία πολλών εκκλησιαστικών παραδόσεων έχει πλέον αλλάξει με περισσότερη έμφαση στην ολιστική φροντίδα του ανθρώπου (διακονίες σχετικές με την έλλειψη στέγης, τις εξαρτήσεις, την εμπορία ανθρώπων, κ.ά.). Εκκρεμεί, παρόλα αυτά, μια πιο τολμηρή στάση εκ μέρους των εκκλησιών για κατανόηση και καταγγελία των βαθύτερων αιτιών της φτώχειας και της καταπίεσης που βιώνουν οι συνάνθρωποί μας. Όπως έλεγε και ο Γκουτιέρρες, απαιτείται η αναγνώριση ότι το κακό εδράζεται σε άδικες κοινωνικές δομές και συστήματα και όχι μόνο στις καρδιές των ανθρώπων, όπως και πεποίθηση ότι αυτές οι δομές μπορούν να ξεριζωθούν και να αντικατασταθούν από άλλες.
Ο Γκουστάβο Γκουτιέρρες πέθανε στις 22 Οκτωβρίου 2024 σε ηλικία 96 ετών, και η επιρροή της θεολογίας του στην παγκόσμια χριστιανική σκέψη δεν θα μπορούσε να υπερεκτιμηθεί. Όταν ρωτήθηκε πώς θα ήθελε οι άνθρωποι να τον θυμούνται, απάντησε: «ελπίζω η ζωή μου στο τέλος να ήταν μια προσπάθεια μαρτυρίας του μηνύματος του Ευαγγελίου: Πάνω απ’ όλα, ο Θεός αγαπά όλους τους ανθρώπους, ιδιαίτερα αυτούς που ο κόσμος θεωρεί ως τους πιο ασήμαντους.»[4]
[1] Βλ. Γκουστάβο Γκουτιέρρες, Θεολογία της Απελευθέρωσης, μετ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, επιμ. Θοδωρής Δρίτσας (Αθήνα: Άρτος Ζωής, 2012), 35-42.
[2] “From among the poor, the church can be for everyone.” Gustavo Gutiérrez, “Option for the Poor” in Systematic Theology: Perspectives from Liberation Theology, eds. John Sobrino and Ignacio Ellacuría (Maryknoll, NY: Orbis Books, 1996), 48.
[3] Franco Iacomini, “The Evangelical Legacy of Gustavo Gutierrez’s Liberation Theology,” Christianity Today, October 25, 2024, online: https://www.christianitytoday.com/2024/10/died-gustavo-gutierrez-liberation-theology/?utm_source=facebook&utm_medium=post&utm_campaign=article
[4] Dennis Brown, “In memoriam: Rev. Gustavo Gutiérrez, O.P., renowned Notre Dame theologian, father of ‘liberation theology’,” Notre Dame News, 23 October 2024, Online: https://news.nd.edu/news/in-memoriam-rev-gustavo-gutierrez-o-p-renowned-notre-dame-theologian-founder-of-liberation-theology/

