Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξη Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθόδοξη Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

Η Ορθόδοξη Θεολογία με...καρέκλες: Η Αγάπη Νικά!

                                   

Και για ακόμη μια φορά ευχαριστώ τη Μαρία Θεοδωροπούλου που τα ανακαλύπτει και ..... μου τα προωθεί!!!!!

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

Πενταρχία και Παπικό Πρωτείο: Ιστορική και Εκκλησιολογική Ανάλυση

Πηγή

Συνοδικότητα, Πρωτείο και Πενταρχία: Από την Εκκλησία των Αποστόλων μέχρι τη Ρώμη

Πώς λειτουργούσε η Εκκλησία στους πρώτους αιώνες; Ποιος ήταν ο ρόλος του επισκόπου; Τι σημαίνει «πρώτος»; Στο βίντεο που ακολουθεί, απόσπασμα από θεολογικό σεμινάριο της Απαρχής, παρουσιάζεται η ιστορική και εκκλησιολογική πορεία που οδήγησε από τη συνοδικότητα στην έννοια του παπικού πρωτείου.

Το βίντεο αποτελεί απόσπασμα Σεμιναρίου της Απαρχής με τους Σεβ. Μητροπολίτη Περιστερίου κκ. Γρηγόριο και τον κ. Δημήτριο Μόσχο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής

Αναζητήστε το Σεμινάριο “Ανάδυση του παπικού πρωτείου” εδώ: https://aparchi.gr/2023/05/12/anadysi-toy-papikoy-proteioy/

 

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Η ιστορική διάσταση του Filioque



γράφει  κ. Σάββας Αγουρίδης  καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να εκθέσει τη διά των αιώνων σημασία του Filioque για τους ανατολικούς θεολόγους, μάλιστα μετά τον 17ο αι., και ιδίως κατά τον 20ό αι. Εδώ εκτίθεται μόνο το πώς ξεκίνησε το Filioque στις σχέσεις μεταξύ των δύο τμημάτων της χριστιανοσύνης.
Η επίσκεψη του Πάπα στη χώρα μας έφερε κατ’ ανάγκη στο προσκήνιο και το ερώτημα αυτό. Βέβαια, οι Νεορθόδοξοι της Ελλάδας, μετά ιδίως τη δεκαετία του ’60, δεν έθεσαν ποτέ το ερώτημα στη μορφή που το θέτουμε εμείς: όχι μόνο το ιστορικό πλαίσιο της αρχικής εμφάνισης των μεταξύ μας διαφορών δεν τους απασχόλησε ιδιαίτερα, αλλά ούτε και η προς την ιστορία σχέση της εξέλιξης ορισμένων από τις διαφορές αυτές. Η Νεορθόδοξη, π.χ., άποψη περί του Filioque σήμερα στην Ελλάδα δεν έχει ποτέ εξετάσει για ποιο λόγο υπήρξε η ίδια ιστορικώς άγνωστη από τον 15ο αι. μ.Χ. μέχρι και την έκδοση των εγχειριδίων Δογματικής της Ορθόδοξης Εκκλησίας που έγραψαν άνδρες πανεπιστημιακοί, όπως οι καθηγητές Χ. Ανδρούτσος, Παν. Τρεμπέλας και Ι. Καρμίρης. Οι Νεορθόδοξοι υποστηρίζουν με πλήρη βεβαιότητα ότι οι λόγοι της εμφάνισης της διάστασης Ανατολής – Δύσης είναι βαθύτατα θεολογικοί και μάλιστα «Τριαδολογικοί», συνδέονται δηλ. αποκλειστικώς με το θέμα της σχέσης του Ιησού ως «Υιού του Θεού» και του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα Θεό εντός της Αγίας Τριάδος.
* Οι διαπιστώσεις των Νεορθόδοξων
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των Νεορθόδοξων, στο ερώτημα κατά τι διαφέρω εγώ από έναν ολλανδό Δυτικό χριστιανό π.χ., η απάντηση δεν μπορεί να είναι πως έχουμε διαφορετική γνώμη για την αξία της ποδοσφαιρικής ομάδας του Αγιαξ· ούτε στις απόψεις μας περί ευθανασίας ή περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, τίποτε απ’ αυτά! Μόνο αν κατέβουμε βαθύτερα, εκεί πιστεύεται πως θα βρούμε την κύρια διαφορά μας, κι αυτή είναι Τριαδολογική, με την παραπάνω σημειωθείσα έννοια. Οποια, π.χ., ξένη μη Καθολική, θεολογική εγκυκλοπαίδεια κι αν ανοίξει κανείς διαβάζει πως το Filioque παρουσιάστηκε στη Δυτική Εκκλησία κατά τον 5ο αι. μ.Χ. όχι ως δογματική διδασκαλία αλλά στο κήρυγμα των ιεραποστόλων της Ρώμης προς Γότθους (Οστρογότθους, Βησιγότθους κτλ.), εγκατεστημένους στην Ισπανία, στη Β. Ιταλία και στη Ν. Γαλλία, κι ο λόγος αυτής της προσθήκης κατά το κήρυγμα έγινε αναγκαίος γιατί αυτοί οι παράξενοι επήλυδες νέοι Ευρωπαίοι δέχθηκαν πολύ εύκολα τον χριστιανισμό αλλά με μια αρειανική μορφή. Δηλαδή η αποστολή του Υιού όπως και του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο γίνεται από τον ακατάληπτο Θεό Πατέρα, επομένως τα άλλα δύο αυτά πρόσωπα δεν μπορούν να εξισωθούν προς τον Θεό Πατέρα. Ας σημειωθεί ότι η όποια άρνηση της ισότητας του Πνεύματος προς τον Πατέρα και τον Υιό τινάζει στον αέρα τον «θεϊκό» χαρακτήρα της Εκκλησίας, η οποία γενικώς πιστεύεται ως η «οικονόμος» του Πνεύματος του Θεού προς τον κόσμο. Ετσι ξεκίνησαν οι ιεροκήρυκες της Ρώμης προς τους Γότθους τη διδασκαλία περί Filioque: πως όχι μόνον ο Υιός αλλά και το Αγιο Πνεύμα κατάγεται από τον Θεό Πατέρα ­ δεν είναι δηλ. κατώτερο της θεότητας των λοιπών προσώπων, όπως και το Σύμβολο της Νίκαιας (325) διδάσκει: «… το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον…». Αυτό επετράπη από τη Ρώμη να γίνει προς καταπολέμηση του Αρειανισμού και προς υποστήριξη και διαφύλαξη του Συμβόλου της Πίστεως της Νίκαιας, της οικουμενικής δηλ. πίστης της Εκκλησίας. Αυτά όμως όλα έγιναν στο κήρυγμα. Το πρόβλημα άρχισε κυρίως να δημιουργείται όταν με το πες πες έγινε συνήθεια αυτή η κηρυγματική διασάφηση του Συμβόλου της Νίκαιας, της ορθόδοξης δηλ. πίστης της καθόλου Εκκλησίας, κι άμα γίνει κάτι αναγκαία μακρά συνήθεια για την Εκκλησία δημιουργούνται τότε τέτοιες καταστάσεις που η Εκκλησία δεν μπορεί να αρνηθεί την επίσημη καθιέρωση σε μια αρχικά κηρυγματική διασάφηση που θεωρείται αναγκαίο να γίνεται επί αιώνες σε κάποια Εκκλησία· μετά δύο ή τρεις αιώνες η αρχική διασάφηση έρχεται και παίρνει τελικά τη θέση επίσημης δογματικής διδασκαλίας. Αυτό καταβλήθηκε σε μια πρώτη απόπειρα να γίνει στη Σύνοδο του Toledo, το 596 μ.Χ. Αρχικά το Τολέδο ήταν πρωτεύουσα των Γότθων, μεταξύ των οποίων πολλοί ήσαν Αρειανοί, και ύστερα έγινε πρωτεύουσα των Μαυριτανών. Η Ρώμη κατάφερε να αντισταθεί τότε· παρά ταύτα, τον 9ο αι. η πίεση εκ μέρους των πιστών και του κλήρου ήταν μεγάλη και τότε η Ρώμη περιέλαβε την προσθήκη του Filioque (= και εκ του Υιού) στο Σύμβολο της Πίστεως!
Ολοι καταλαβαίνουμε πως, αν αρχίσουμε εδώ και εκεί να προσθέτουμε στο Σύμβολο της Πίστεως (ορθόδοξες έστω) διασαφήσεις, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά. Παρά ταύτα, πρέπει να πούμε πως το θέμα αυτό στις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. δεν γέννησε κάποια σοβαρή εκκλησιαστική αναταραχή, παρ’ ότι οι Βυζαντινοί ήσαν πολύ πικραμένοι για την απώλεια των βυζαντινών αποικιών στη Ν. Ιταλία και στη Σικελία εξαιτίας της επέλασης των βαρβάρων Λομβαρδών στην περιοχή αυτή. Κατά την ιστορική μου μάλιστα ενημέρωση, εντελώς αδικαιολόγητα, ήσαν πικραμένοι οι Βυζαντινοί με τον Πάπα, γιατί δεν παρενέβη για τη σωτηρία των αποικιών αυτών. Ας σημειωθεί σχετικώς ότι οι Λομβαρδοί είχαν καταλάβει και το Παπικό Κράτος, το οποίο μόνο με επέμβαση των Γερμανών αποκαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, ο Πάπας δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για τις αποικίες μας στην Ιταλία. Δεν είναι θέμα αν ήθελε ή όχι, αφού δεν μπορούσε έτσι κι αλλιώς. Δεν σημειώθηκαν δηλ. αντιδράσεις από πουθενά.
Από όσα είπαμε περί Filioque μέχρι τώρα ο αναγνώστης καταλαβαίνει γιατί ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα δεν είχε καμιά δυσκολία να απαγγείλει το Σύμβολο της Πίστεως της Εκκλησίας του χωρίς το Filioque· δεν επρόκειτο απλώς περί διπλωματικής ενέργειας που δεν επιτρέπεται σε ζητήματα θρησκευτικής πίστεως. Από όσα λέμε παραπάνω φαίνεται πως μπορούσε να το κάνει άνετα.
Πώς, τέλος πάντων, και κάτω από ποιες ιστορικές συνθήκες το Filioque έγινε τελικά θέμα διάσπασης της ενότητας μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας; Τα πράγματα, νομίζω, έγιναν ως εξής: Ο Λέων ο Ισαυρος (γύρω στο 730 μ.Χ.), για λόγους στρατηγικούς, αφαίρεσε από την πανάρχαια εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πάπα το καλούμενο «Ανατολικό Ιλλυρικό», την περιοχή δηλ. που περιλαμβάνεται μεταξύ Αδριατικής, Αιγαίου και Μαύρης Θάλασσας, η οποία τότε είχε αποικισθεί κυρίως από Σλάβους. Οι Ισαυροι υπήγαγαν την περιοχή αυτή υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Πάπας έντονα διαμαρτυρήθηκε και ουδέποτε αποδέχθηκε ως τετελεσμένο το γεγονός. Κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτό στηρίζεται, εν μέρει, η φήμη που επικράτησε στο Βυζάντιο πως ο Πάπας θέλει να καταλάβει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γιατί δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί δικαιώματα εκκλησιαστικά στην περιοχή αυτή.
Εξαρση του προβλήματος του Ανατολικού Ιλλυρικού παρουσιάστηκε όταν οι Σλάβοι της Βουλγαρίας έγιναν χριστιανοί και ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις θέλησε να βαπτισθεί. Ο Πάπας τότε αξίωσε αυτός να τον βαπτίσει, αφού η Βουλγαρία, κατά αρχαία παράδοση, ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του, ενώ οι Βυζαντινοί κανόνισαν νονός του να είναι ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας και τελετουργός του βαπτίσματος ο Πατριάρχης Φώτιος. Κι αυτό ακριβώς το δεύτερο έγινε. Ο Πάπας Νικόλαος τότε εξαπέλυσε βροντές και απειλές κι ο Φώτιος ανταποκρίθηκε κατηγορώντας τον μάλιστα αυτή τη φορά σε επιστολή του για αποκλίσεις από την ορθή πίστη! Η κυριότερη εξ αυτών είναι αυτή περί του Filioque. Αυτά έγιναν το 866 μ.Χ. μετά από confusio στις σχέσεις της Βουλγαρίας είτε με τον Πάπα είτε με την Κωνσταντινούπολη, αφού διαπραγματευόταν και με τους δύο! Τελικά, προτίμησε εμάς. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πάπας είχε από πριν ιδιαίτερα προσωπικά προβλήματα με τον Φώτιο, αφού σταθερά υποστήριζε τον αντίπαλο του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο του Βυζαντίου, τον πατριάρχη Ιγνάτιο.
* Το Πρώτο Σχίσμα Ανατολής και Δύσης
Υπ’ αυτές τις ιστορικές συνθήκες έγινε θέμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών το Filioque για πρώτη φορά. Τα γεγονότα του έτους 866 μ.Χ. αποτελούν το Πρώτο Σχίσμα Ανατολής και Δύσης! Μόλις όμως αφανίστηκε ο αυτοκράτορας Βάρδας και έπεσε από το πατριαρχείο ο Φώτιος, που τον διαδέχθηκε ο Ιγνάτιος, πολύ φίλος του Πάπα, οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών αποκαταστάθηκαν και διατηρήθηκαν έτσι μέχρι το 1051, οπότε έγινε το λεγόμενο «Τελικό Σχίσμα» Ανατολής και Δύσης, με πολύ μεγάλη συμβολή σ’ αυτό του ενός εκ των παπικών απεσταλμένων, του καρδινάλιου Ουμβέρτου, προπαντός όμως του δικού μας Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου. Τα γεγονότα και τις ευθύνες των πρωταγωνιστών παρατηρεί όλη η διεθνής βιβλιογραφία. Οταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας και ο τότε Πάπας έμαθαν για τα συμβάντα μεταξύ αυτών των δύο στην Κωνσταντινούπολη και για τον αφορισμό των Παπικών εναντίον μας, μόνον που δεν έπαθαν αποπληξία, γιατί και οι δύο ήσαν βέβαιοι και έτσι είχαν συνεννοηθεί, ότι δηλ. σίγουρα θα υπογραφεί συμφωνία Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας!
Ο Φώτιος είχε δίκιο, νομίζω, ως προς το Filioque, με την έννοια ­ όσο σοβαρός και αν ήταν ο λόγος ­ ότι δεν μπορεί να προσθέτει ο οποιοσδήποτε, είτε Πάπας είναι είτε Σύνοδος, οτιδήποτε στο Σύμβολο της Πίστεως που ήταν προϊόν Οικουμενικής της Εκκλησίας Συνόδου. Ως προς όλα τα άλλα όμως, τα εδαφικά συμφέροντα Ανατολής και Δύσης, καθώς και τα προσωπικά του Φωτίου (τα σχετικά με τον πατριαρχικό θρόνο!) έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών επιδεινώθηκαν εξαιτίας νέων ιστορικών δυσμενών παραγόντων: Σταυροφορίες, Πολιτική Ορθοδοξία, Οθωμανική Κατοχή με το έντονο αντιδυτικό μίσος της. Κι αυτοί οι νέοι παράγοντες μόνο επιδείνωση έφεραν στις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, όχι την εξομάλυνση, παρά τις λογικές προσπάθειες που έγιναν ενίοτε και από τις δύο πλευρές.
Στο γενικότερο ερώτημα ως προς το τι έπαιξε κατά την εξέλιξη της περί «Πνεύματος» διδασκαλίας στην Ανατολή τον κυριότερο λόγο, η θεολογία ή η ιστορία, η δική μας άποψη είναι ότι η ιστορία έπαιξε πρωτεύοντα λόγο: Οσο, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, γινόταν εντονότερη η εχθρική σχέση μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας τόσο μεγάλωνε και η σημασία της δογματικής διαφοράς του Filioque.
 www.tovima.gr

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

16 Ιουλίου 1054-Το μεγάλο σχίσμα

 Σαν σήμερα, το Μεγάλο Σχίσμα
Με τον όρο Σχίσμα εννοούμε τη διάσπαση της αδιαίρετης κατά την πρώτη χιλιετία Χριστιανικής Εκκλησίας, που συνέβη συμβατικά το 1054. Το Σχίσμα επηρεάστηκε από πολιτικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς παράγοντες, αλλά η βασική του αιτία δεν ήταν κοσμική, αλλά θεολογική. Οι Χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης διαφωνούσαν για τις Παπικές αξιώσεις και το Filioque.


Πολλούς αιώνες πριν από το Σχίσμα προέκυψαν ορισμένες διαφορές ανάμεσά τους, που σταδιακά τους αποξένωσαν. Αφορούσαν τον τρόπο της εκκλησιαστικής διοίκησης (Συνοδικό σύστημα στην Ανατολή, μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση), τον τρόπο ερμηνείας της Παράδοσης (Filioque) και κυρίως τον τρόπο τέλεσης της Λατρείας (Εικονομαχία, διαφορές στη νηστεία και την τέλεση των μυστηρίων, χρήση αγαλμάτων στους ναούς της Δύσης, υποχρεωτική αγαμία για όλο τον κλήρο στη Δύση κ.ά).

Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινική Δύσης επιταχύνθηκε από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, που σημειώθηκαν κυρίως τον 8ο αιώνα, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η ανασύσταση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους, ως ανταγωνίστριας δύναμης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Ρώμη, που μέχρι τότε ήταν τμήμα του Βυζαντινού Κόσμου, περνούσε προοδευτικά στην επιρροή των Φράγκων, ιδιαίτερα από την εποχή του Καρλομάγνου. Από την περίοδο εκείνη υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για το λεγόμενο Μεγάλο Σχίσμα και έλλειπαν μόνο οι αφορμές που δεν άργησαν να έλθουν.
Τα δύο μεγάλα «αγκάθια» που οδήγησαν στο Σχίσμα ήταν οι Παπικές Αξιώσεις και το Filioque. Οι Παπικές Αξιώσεις συνοψίζονται στο Πρωτείο του Ποντίφικα, έναντι των άλλων τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας Αντιοχείας και Ιεροσολύμων). Στη Δύση υπήρχε μόνο μία μεγάλη επισκοπική έδρα που προέβαλε το προνόμιο της ίδρυσής της από τον Απόστολο Πέτρο. Η Ορθόδοξη Ανατολή δεν αρνείται το Πρωτείο της Εκκλησίας της Ρώμης, αλλά το εντάσσει στο πλαίσιο της Συνοδικότητας.
Η άλλη μεγάλη δυσκολία ήταν το Filioque. H διαμάχη είχε σχέση με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως («Πιστεύω») για το Άγιο Πνεύμα. Το επίμαχο σημείο, όπως διαμορφώθηκε από τις Συνόδους Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως και ισχύει έως σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησίας, είχε ως εξής: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον…». Η Δυτική Εκκλησία παρενέβαλε μια πρόσθετη φράση «Και εκ του Υιού» (Filioque στα Λατινικά), έτσι ώστε το Σύμβολο της Πίστεως να διαβάζεται στο συγκεκριμένο σημείο: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον …».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ ανακάλεσαν τους αφορισμούς το 1965.
Δεν υπάρχει βεβαιότητα για το πότε παρενεβλήθη η προσθήκη, φαίνεται όμως ότι κατάγεται από την Ισπανία και χρησιμοποιήθηκε από τους εκεί Χριστιανούς ως προστασία κατά της αίρεσης του Αρειανισμού. Οι Ορθόδοξοι αποκρούουν την προσθήκη του Filioque για δύο λόγους. Τη θεωρούν θεολογικό λάθος και υποστηρίζουν ότι η όποια αλλαγή στο Σύμβολο της Πίστεως θα πρέπει να γίνει μόνο με τη σύγκληση Οικουμενικής Σύνοδος.
Η πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας σημειώθηκε το 857 με τη διαμάχη Ιγνατίου και Φωτίου για τον Θρόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Στη διαμάχη επενέβη ο Πάπας Νικόλαος Β', ο οποίος έθεσε το θέμα των Πρωτείων του και αξίωσε να έχει λόγο στην εκλογή του Πατριάρχη. Η αντιπαράθεση έληξε το 869 με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αφού ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α' ο Μακεδών είχε χρίσει Πατριάρχη τον εκλεκτό του Πάπα, Ιγνάτιο, στοχεύοντας στην υποστήριξή του, προκειμένου να κατοχυρώσει τα συμφέροντα του Βυζαντίου στην Ιταλία, που απειλούνταν από τους Φράγκους.
Η νέα διαμάχη, που έφθασε τα πράγματα στα άκρα και τη ρήξη, σημειώθηκε επί πατριαρχίας του Μιχαήλ Κηρουλάριου (1043-1059), ο οποίος θέλησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά την προσπάθεια του Πάπα Λέοντος Θ' (1049-1054) να επιβάλλει εκκλησιαστικές καινοτομίες στις βυζαντινές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας. Ο Πάπας, περνώντας στην αντεπίθεση, αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη στον Μιχαήλ και ζήτησε να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Ιλλυρίας (σημερινής Αλβανίας).
Το επόμενο βήμα ήταν ο αφορισμός του Πατριάρχη από τον Πάπα. Ο απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη καρδινάλιος Ουμβέρτος επέθεσε επιδεικτικά τη Βούλα Αφορισμού στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου 1054, πριν από την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, παρόντων του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη. Αμέσως μετά ο Ουμβέρτος και η ακολουθία του αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τη Ρώμη, έχοντας πληροφορηθεί τον θάνατο του Νικόλαου Β'. Καθώς περνούσαν από τη δυτική πύλη της Βασιλεύουσας, ο καρδινάλιος ακούστηκε να λέει «Ο Θεός ας δει και ας κρίνει». Μάταια ένας διάκονος έτρεξε πίσω του παρακαλώντας τον να πάρει πίσω το έγγραφο του Αφορισμού. Ο Ουμβέρτος αρνήθηκε και πέταξε το έγγραφο στον δρόμο.
Η αντίδραση του Μιχαήλ ήταν άμεση. Παρά τις επιφυλάξεις του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου συγκάλεσε την ενδημούσα σύνοδο στις 24 Ιουλίου και ανταφόρισε όσους Παπικούς είχαν συντάξει τον αφορισμό ή συμφωνούσαν με το περιεχόμενό του. Επί πλέον ζήτησε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες να αποδεχθούν την απόφαση αυτή της ενδημούσας Συνόδου. Έτσι, οριστικοποιήθηκε το Μεγάλο Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης, το οποίο επισφραγίστηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).
Μέχρι την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους (1453) έγιναν κάποιες προσπάθειες για την επανένωση των Εκκλησιών. Προσέκρουσαν, όμως, στις αξιώσεις του Πάπα και στο ανθενωτικό κλίμα που επικρατούσε στο Βυζάντιο. Οι σημαντικότερες ήταν οι Σύνοδοι της Λυόν (1274) και της Φεράρας - Φλωρεντίας (1438-1445). Το Σχίσμα υφίσταται και σήμερα, παρά το γεγονός ότι στις 7 Δεκεμβρίου του 1965 ο Πάπας Παύλος ΣΤ' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακάλεσαν τους αφορισμούς του Πάπα Λέοντα Θ' και του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου, με τους οποίους είχε επέλθει η ρήξη του 1054.

 sansimera.gr/αντιγραφή

Αναδημοσίευση: http://proskynitis.blogspot.gr

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Ποιες είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ ορθοδοξίας και καθολικισμού

Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου

Πηγή: http://www.briefingnews.gr/orthodoxy/item/44651-poies-einai-oi

Αναδημοσίευση:http://nzals.blogspot.gr/2013/04/blog-post_14.html

1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.

2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 κατεδίκασαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτήν την εισαγωγή κατεδίκασε τότε και ο ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης, κατεδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ’ το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η’ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθή.

Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πύρ, το πρωτείο του Πάπα κλπ.

4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στον Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:

– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατρός, να καταργήται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος, να υποτιμάται το Άγιον Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αφού παρουσιάζεται ωσεί “πρόσωπο στείρο”,

– η χρησιμοποίηση αζύμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός ετέλεσε το μυστικό δείπνο,

– ο καθαγιασμός των “τιμίων δώρων” που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού “λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού πάντες…”,

– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,

– η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,

– ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και θείας Ευχαριστίας,

– η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,

– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιερωσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),

– η μη μετάληψη των λαϊκών από το “Αίμα” του Χριστού,

– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι “ο episcopus episcoporum και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητος κεφαλή και ο Καθηγεμών της Εκκλησίας, κυβερνών αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γής” (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,

– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,

– το αλάθητο του Πάπα,

– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,

– οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο.

– η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,

– η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,

– η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.



5. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστεως με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νού, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού και ουνίτη Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.

6. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία “η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται”. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως “συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα”. Αρκεί να βγή ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχη κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: “θά ήταν πιο ακριβείς οι ρωμαιοκαθολικοί αν εκφωνώντας το “Πιστεύω” έλεγαν: “καί εις έναν Πάπαν” παρά να λένε: “καί εις μίαν… Εκκλησίαν””.

Επίσης, “η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί”. Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι “η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες”. Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική “Εκκλησία” ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διϊστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται ως αδελφάς Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.



7. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 755 από τον Πιπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ’: “ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους”. Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη είναι το Βατικανό και το Ιράν.

Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216): “Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων… Σά σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων”.

Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας”. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώση ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος – αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γή, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...