Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026
Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2025
Η αδικία στα μάτια του Θεού και των ανθρώπων
Η αδικία έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και αναφοράς στον φιλοσοφικό και κοινωνικό λόγο απ’ αρχής των οργανωμένων κοινωνιών, όταν οι σχέσεις των ανθρώπων άρχισαν να μεταφράζονται και μέσω οικονομικών σχέσεων. Με την εμφάνιση αυτής της μορφής κοινωνικών «συμβολαίων» μεταξύ των ανθρώπων, η πλεονεξία και η θέληση για συσσώρευση του πλούτου άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονη
Η Αγία Γραφή, ήδη από την Παλαιά Διαθήκη μας διδάσκει την απάρνηση του άδικου πλούτου και της πλεονεξίας: «Ἀγαθὸν τὸ ὀλίγον μετὰ δικαιοσύνης ἢ πολὺ μετὰ ἀδικίας», όπως μας αναφέρεται στην ιστορία του Τωβίτ. Και το κήρυγμα της ακτημοσύνης γίνεται εμφανέστατο μέσα από τα λόγια του ίδιου του Κυρίου μας, ο οποίος μας προτρέπει να δώσουμε τον έναν χιτώνα, αν έχουμε δύο, αλλά και να προσφέρουμε τον ίδιο μας τον εαυτό στην υπηρεσία του συνάδελφού μας
Η αδικία στα μάτια του Θεού και των ανθρώπων – κ. Θανάσης Παπαθανασίου, αναπληρωτής καθηγητής στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών.
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025
Οι ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΘΕΣΜΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΔΙΚΙΑ
O Iησούς, ως γνωστό, ξεκίνησε τη δημόσια δράση του με κήρυγμα στη συναγωγή της Ναζαρέτ. Σύμφωνα με την ευαγγελική αφήγηση, ο Ιησούς εκεί χρησιμοποίησε μια προφητεία του προφήτη Ησαΐα για να αναγγείλει την έναρξη του έργου του («Το Πνεύμα του Κυρίου είναι επάνω μου, διότι με έχρισε. Με έστειλε να φέρω στους φτωχούς χαρμόσυνο άγγελμα»). Πολλοί ερμηνευτές λένε ότι εδώ ως φτωχοί εννοούνται μεταφορικά οι εθνικοί, επειδή αυτοί στερούνταν ως τότε τον πλούτο των θείων δωρεών. Η ερμηνεία αυτή δηλαδή, δεν βλέπει στην προφητεία και κυριολεκτική, κοινωνική διάσταση. Ωστόσο η σύγχρονη βιβλική έρευνα έχει επισημάνει ότι με το κήρυγμα αυτό ο Χριστός έδωσε πράγματι και κοινωνικό μήνυμα.
Ο ευαγγελιστής Λουκάς λέει ότι ο Ιησούς στη συναγωγή ξετύλιξε το χειρόγραφο, και διάβασε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα από τον Ησαΐα. Ωστόσο, αν προσέξουμε το κείμενο, θα διαπιστώσουμε ότι δεν είναι ένα συγκεκριμένο απόσπασμα, αλλά σύνθεση αποσπασμάτων: Περιλαμβάνει τη φράση «ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει» (:«να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους»), η οποία φράση είναι από άλλο σημείο του Ησαΐα, όπου ο Θεός διευκρινίζει ποια είναι η αυθεντική νηστεία. Φαίνεται δηλαδή, ότι ο συγγραφέας του Ευαγγελίου έκανε μια σύνθεση χωρίων, ακριβώς για να αναδείξει την απελευθέρωση όχι μόνο ως εσωτερική ψυχική κατάσταση του κάθε ανθρώπου, αλλά και ως πραγματικό κοινωνικό γεγονός.
Αυτή η σύνδεση της αποστολής του Χριστού με την αυθεντική νηστεία έχει τεράστια σημασία. Στο προφητικό κείμενο του Ησαΐα ο Θεός ορίζει ότι η αυθεντική νηστεία δεν γίνεται με την τήρηση των τύπων, αλλά με την απελευθερωτική πράξη:
«Η νηστεία, όπως εγώ τη θέλω [λέει ο Θεός], δεν είναι να υποβάλλεσθε σε κάποιες δυσκολίες για μια μέρα…». Η αυθεντική νηστεία είναι το «να σπάτε τα δεσμά των αδικημένων, να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν, να απελευθερώνετε τους καταπιεσμένους και να συντρίβετε κάθε ζυγό».
Είναι χαρακτηριστικό πώς σχολίασε αυτό το κείμενο (και ειδικά την φράση: «να σπάτε τα δεσμά των αδικημένων, να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν, να απελευθερώνετε τους καταπιεσμένους και να συντρίβετε κάθε ζυγό») ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Στην τελική ανάσταση (λέει ο άγιος Γρηγόριος) οι άρπαγες και οι άδικοι δεν θα συναντήσουν τον Χριστό, διότι και στην εδώ ζωή αρνήθηκαν να τον συναντήσουν. Οι τεράστιες περιουσίες τις οποίες σχηματίζουν οι πλεονέκτες είναι στην πραγματικότητα κοινές, διότι προέρχονται από αυτά τα οποία ο Θεός τα έφτιαξε κοινά για όλους. Αρπαγή (λέει ο άγιος Γρηγόριος) είναι και αυτός ο πλουτισμός. Όχι μόνον η «κλασική» κλοπή, όπου ένας κλέφτης αρπάζει κάποιο ξένο αντικείμενο.
Αποκαλώντας αρπαγή τον τεράστιο πλουτισμό, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς θίγει ένα τεράστιο ζήτημα. Το ζήτημα της ΘΕΣΜΙΚΗΣ κοινωνικής αδικίας, δηλαδή της κοινωνικής αδικίας η οποία λαμβάνει χώρα όχι παράνομα (όπως μια «κλασική» κλοπή), αλλά σύμφωνα με τους νόμους και το οικονομικό σύστημα.
Μια ολόκληρη σειρά Πατέρων έχουν θέσει το θέμα αυτό (της θεσμικής, σύννομης κοινωνικής αδικίας), αλλά (κατά έναν περίεργο τρόπο) η οπτική τους μάλλον αγνοείται σήμερα. Έτσι σήμερα δίνεται έμφαση μόνο στην περιστασιακή φιλανθρωπία, και όχι στην κριτική του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος, δηλαδή των συνθηκών οι οποίες παράγουν αδικία και ανισότητα. Για να δούμε λοιπόν την κριτική των Πατέρων απέναντι στην ΘΕΣΜΙΚΗ κοινωνική αδικία, επιλέγω τέσσερα ενδεικτικά σημεία:
Είναι χαρακτηριστικό πώς σχολίασε αυτό το κείμενο (και ειδικά την φράση: «να σπάτε τα δεσμά των αδικημένων, να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν, να απελευθερώνετε τους καταπιεσμένους και να συντρίβετε κάθε ζυγό») ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: Στην τελική ανάσταση (λέει ο άγιος Γρηγόριος) οι άρπαγες και οι άδικοι δεν θα συναντήσουν τον Χριστό, διότι και στην εδώ ζωή αρνήθηκαν να τον συναντήσουν. Οι τεράστιες περιουσίες τις οποίες σχηματίζουν οι πλεονέκτες είναι στην πραγματικότητα κοινές, διότι προέρχονται από αυτά τα οποία ο Θεός τα έφτιαξε κοινά για όλους. Αρπαγή (λέει ο άγιος Γρηγόριος) είναι και αυτός ο πλουτισμός. Όχι μόνον η «κλασική» κλοπή, όπου ένας κλέφτης αρπάζει κάποιο ξένο αντικείμενο.
Υπάρχουν Πατέρες οι οποίοι επισημαίνουν ότι η ελεημοσύνη είναι μεν σημαντική, αλλά θέλει πολύ προσοχή. Συχνά (λένε οι Πατέρες) η ελεημοσύνη γίνεται επικίνδυνο εργαλείο, όταν όσοι παράγουν αδικία και φτώχεια, χρησιμοποιούν την ελεημοσύνη ως άλλοθι. «Ποιο είναι το όφελος», έλεγε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς με την εκμετάλλευση και κατόπιν ανακουφίζεις έναν με την ελεημοσύνη; Αν δεν υπήρχε το πλήθος των εκμεταλλευτών, δεν θα υπήρχε ούτε το πλήθος των εξαθλιωμένων». Ο δε άγιος Αστέριος Αμασείας προχώρησε περισσότερο: «Είναι αδύνατο να συγκεντρωθεί τεράστιος πλούτος δίχως να διαπραχθεί αμαρτία».
Αντίθετα προς την διαδεδομένη άποψη ότι η ταξική κοινωνία και η ανισότητα είναι θέλημα Θεού, πάρα πολλοί Πατέρες υποστηρίζουν ότι η ταξική ανισότητα είναι αποτέλεσμα της προπατορικής πτώσης και αντίθετη προς το θέλημα του Θεού. Συνεπώς (λέει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) ο νόμος τον οποίον πρέπει να δέχεται ο Χριστιανός, δεν είναι ο νόμος του ισχυρού (δηλαδή η ταξική ανισότητα), αλλά ο νόμος του δημιουργού (η ισότητα). Παρόμοια, μεγάλος αριθμός Πατέρων (ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων, Χρυσόστομος, ο Μ. Βασίλειος, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος κ.ά.) επιμένουν ότι η γη δόθηκε από τον Θεό σε όλους από κοινού. Είναι πολύ χαρακτηριστική η εικόνα την οποία μας δίνει ο Μ. Βασίλειος για να απαντήσει στους ισχυρισμούς των πλουσίων ότι δεν αδικούν κανέναν, αφού η ιδιοκτησία τους είναι νόμιμη. Ο πλούσιος (λέει ο Βασίλειος) μοιάζει με εκείνον που εισέρχεται πρώτος στο θέατρο, καταλαμβάνει όσα περισσότερα άδεια καθίσματα μπορεί και κατόπιν δεν αφήνει να καθίσουν εκεί όσοι μπαίνουν μετά.
Πολύ χαρακτηριστικό μάλιστα είναι το εξής: Σε κάποιο σημείο της Παλαιάς Διαθήκης, στον προφήτη Αγγαίο, ο Θεός λέει τα εξής: «Σε μένα, τον Κύριο του σύμπαντος, ανήκει το ασήμι και το χρυσάφι». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λοιπόν κατήγγειλε ότι στην πρόταση αυτή κάποιοι αργότερα πρόσθεσαν την φράση: «…και το δίνω [εγώ, ο Θεός, το χρυσάφι και το ασήμι] σε όποιον θέλω εγώ». Ο Χρυσόστομος καταδίκασε με οξύτητα αυτή την προσθήκη, η οποία τι έκανε; Εμφάνιζε ως θέλημα του Θεού την ταξική ανισότητα. Ο Χρυσόστομος λοιπόν υποστήριξε ότι την προσθήκη αυτή τη μεθόδευσε ο ίδιος ο διάβολος! Είναι αδιανόητο (καταλήγει με χαρακτηριστική σκληρότητα) να πιστεύει κάποιος ότι είναι θέλημα του Θεού ο πλουτισμός ανθρώπων βρώμικων, που δεν τους αξίζει να αντικρίζουν τον ήλιο και να αναπνέουν, αφού αναστατώνουν τα πάντα γύρω τους, αρπάζουν τα σπίτια των χηρών, αδικούν τους ορφανούς και καταδυναστεύουν τους αδύναμους. Και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης συμφωνεί: «Δεν προέρχεται από τον Θεό το ψωμί του πλεονέκτη».
Ξέρουμε ότι η πρώτη Εκκλησία στα Ιεροσόλυμα είχε βρει έναν τρόπο ώστε τα υλικά αγαθά να είναι κοινά σε όλους, και να μην υπάρχουν φτωχοί στην εκκλησιαστική κοινότητα. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λοιπόν οραματίστηκε, αυτό (το οποίο είχε γίνει στο εσωτερικό της εκκλησιαστικής κοινότητας) να γίνει και σε ολόκληρη την κοινωνία. Και μάλιστα –ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως– υπολόγιζε πόσοι πολλοί ήταν στις μέρες του οι Χριστιανοί και πόσο εύκολο ήταν να πραγματοποιηθεί αυτό. Και μάλιστα, ενώ η έκφραση «αγγελικός βίος» γενικά χρησιμοποιείται για τον μοναχισμό, ο Χρυσόστομος «αγγελικό βίο» χαρακτήριζε την ζωή της πρώτης Εκκλησίας όπου δεν υπήρχε κανένας φτωχός και κανένας αδικημένος.
Στο πλαίσιο αυτό είναι πολύτιμη και η στάση της πατερικής παράδοσης ειδικά απέναντι στον εργατικό μισθό:
Μια στερεότυπη εικόνα στην Παλαιά Διαθήκη είναι η κραυγή των αδικημένων, η οποία φτάνει ως τον ουρανό. Μία από αυτές τις κραυγές είναι των εργατών στους οποίος ο εργοδότης δεν δίνει τον δίκαιο μισθό. Υπάρχει λοιπόν μία γραμμή που ξεκινά από την Παλαιά Διαθήκη και φτάνει μέχρι την επιστολή του Ιακώβου, στην Καινή Διαθήκη, όπου η θεία οργή στρέφεται εναντίον όσων κατακράτησαν το μεροκάματο των θεριστών. Αυτή η γραμμή αποτυπώνεται και σε έργα Πατέρων, οι οποίοι ζητούν από τους εξομολόγους να επιβάλλουν το επιτίμιο του φονιά στον άδικο εργοδότη. Οι Πατέρες δηλαδή, εξισώνουν την εργασιακή αδικία με ανθρωποκτονία. Κατά τον Βασίλειο, αυτοί που δημιουργούν την πείνα είναι «θηρία», «μολυσμένοι» και «ανθρωποκτόνοι» στους οποίους πρέπει καταδίκη φονιά. Και μάλιστα ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Βασίλειος πηγαίνουν ακόμα παραπέρα, ισχυριζόμενοι ότι η αποστέρηση του μισθού είναι βασανιστική, είναι αργός θάνατος και γι’ αυτό είναι πιο βαριά από τον φόνο.
Όλα αυτά καλούν τον Χριστιανό σε πράξη – όχι μόνο σε θεωρητικό προβληματισμό.
Είναι γνωστή η διακήρυξη του αποστόλου Παύλου, «Όσοι […] εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Ουκ ένι Ιουδαίος ούδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν καί θήλυ πάντες γάρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού». Στο χωρίο αυτό ορισμένοι βλέπουν μόνο τη διαβεβαίωση ότι σε πνευματικό επίπεδο ο Χριστός δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Αντιθέτως, όμως, και κυριολεκτικές κοινωνικές διαστάσεις διέγνωσε στο χωρίο αυτό ο άγιος Ιωάννης, Πατριάρχης Αλεξανδρείας (στις αρχές του 7ου αι.), ο οποίος, ως γνωστόν, ονομάστηκε Ελεήμων ακριβώς εξαιτίας του εκτεταμένου φιλανθρωπικού έργου του. Ο Ιωάννης υποστήριξε ότι η πνευματική ισότητα συνεπάγεται αξίωση για κοινωνική ισότητα: «Αν είμαστε ίσοι ενώπιον του Χριστού», έλεγε, «να γίνουμε ίσοι και μεταξύ μας». Δεν είναι τυχαίο ότι Πατέρες όπως ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Μ. Βασίλειος, ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας έγραψαν λόγους εναντίον αυτών που δάνειζαν χρήματα με τόκο και εκμεταλλεύονταν τους αναγκεμένους. Οι Πατέρες μάλιστα ζητούσαν από τους αυτοκράτορες να παρέμβουν υπέρ των αδυνάτων. Αυτό που έκαναν δηλαδή, οι Πατέρες ήταν κριτική του τραπεζικού συστήματος της εποχής τους.
Αυτή η γραμμή αποτυπώνεται και σε έργα Πατέρων, οι οποίοι ζητούν από τους εξομολόγους να επιβάλλουν το επιτίμιο του φονιά στον άδικο εργοδότη. Οι Πατέρες δηλαδή, εξισώνουν την εργασιακή αδικία με ανθρωποκτονία. Κατά τον Βασίλειο, αυτοί που δημιουργούν την πείνα είναι «θηρία», «μολυσμένοι» και «ανθρωποκτόνοι» στους οποίους πρέπει καταδίκη φονιά. Και μάλιστα ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Βασίλειος πηγαίνουν ακόμα παραπέρα, ισχυριζόμενοι ότι η αποστέρηση του μισθού είναι βασανιστική, είναι αργός θάνατος και γι’ αυτό είναι πιο βαριά από τον φόνο.
Ωστόσο, η πράξη για κοινωνική δικαιοσύνη, κάποιες φορές περνά και μέσα από συγκρούσεις, παρόλο που η Εκκλησία ζητά κανένας να μην καταφεύγει στη βία. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Χρυσοστόμου, ο οποίος λέει ότι ο πραγματικά βίαιος, ο πραγματικά επιτιθέμενος, δεν είναι αυτός που πεινάει και παλεύει για το ψωμί του. Αυτός αντιδρά εξ ανάγκης. Οι πραγματικά βίαιοι, οι πρώτοι επιτιθέμενοι (λέει ο Χρυσόστομος) είναι αυτοί που παράγουν αδικία, κι από πάνω κατηγορούν τον πεινασμένο ότι για την φτώχεια του φταίει ο ίδιος επειδή τάχα είναι τεμπέλης.
Δείτε και το εξής εκπληκτικό, από τον άγιο Ειρηναίο Λυών. Στην εποχή του (τον 2ον αιώνα) κάποιοι αιρετικοί (οι Μαρκιωνίτες) υποστήριζαν ότι υπάρχουν δύο θεοί: Από τη μια ο κακός, ο ανήθικος θεός της Παλαιάς Διαθήκης, και από την άλλη ο καλός, ο ηθικός θεός της Καινής Διαθήκης. Ένα από τα επιχειρήματα που πρόβαλλαν προς ενίσχυση αυτής της πεποίθησής τους, ήταν ένα περιστατικό που μνημονεύεται στην Παλαιά Διαθήκη. Όταν ο Θεός προετοίμαζε τους Εβραίους για την έξοδό τους από τη δουλεία της Αιγύπτου, τους διέταξε να ζητήσουν σαν δανεικά από τους Αιγυπτίους πολύτιμα σκεύη και ρουχισμό, στην πραγματικότητα όμως όχι για να τους τα επιστρέψουν αργότερα, αλλά για να τα ιδιοποιηθούν. Κατά τη γνώμη των αιρετικών Μαρκιωνιτών, λοιπόν, αυτή η εξαπάτηση αποδείκνυε την ανηθικότητα του Θεού της Παλαιάς Διαθήκης Ο άγιος Ειρηναίος όμως υποστήριξε κάτι ολότελα διαφορετικό. Η εντολή του Θεού προς τους Εβραίους θεμελιώνει το δικαίωμα των εργαζομένων να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Με την υπεξαίρεση των πολυτίμων σκευών από τους Αιγυπτίους (λέει ο Ειρηναίος), οι Εβραίοι δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να εισπράξουν ένα μέρος των απλήρωτων μισθών τους, με τους οποίους οι Αιγύπτιοι είχαν πλουτίσει πολλαπλάσια.
Είδαμε ως τώρα τη ρεαλιστική διαπίστωση των Πατέρων, ότι ο πλούτος και η φτώχεια δεν είναι ούτε ουδέτερα φαινόμενα, ούτε φυσικά φαινόμενα, αλλά είναι καταστάσεις που οφείλονται στην κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση. Παράλληλα ωστόσο, υπάρχει άλλη μία διαπίστωση, η οποία φωτίζει ακόμη περισσότερο τον πλούτο ως πρόβλημα:
Ο πλούτος καθαυτόν (δηλαδή ακόμα κι αν αυτός υπάρχει ανεξάρτητα από την αδικία) αποτελεί ανθρωπολογικό πρόβλημα. Αποτελεί παγίδα της ψυχής, καθόσον με τον πλούτο ο άνθρωπος αναπτύσσει την ναρκισσιστική πεποίθηση ότι είναι αυτάρκης και παντοδύναμος. Στηρίζει την ελπίδα του στα χρήματα (θυμηθείτε την παραβολή του άφρονος πλουσίου). Και η φτώχεια αποτελεί ανθρωπολογικό κίνδυνο, υπό την έννοια ότι μπορεί να αιχμαλωτίσει τον άνθρωπο στην απόγνωση ή και να τον στρέψει κατά των άλλων δυστυχισμένων (εναντίων των σύν-δουλών του, όπως λέει το Ευαγγέλιο). Αλλά ειδικά το ότι ο πλουτισμός και η κοινωνική άνοδος συνιστούν τεράστιο ψυχικό κίνδυνο, έχει εξαιρετική επικαιρότητα σήμερα. Στις σύγχρονες αναπτυγμένες κοινωνίες (τις λεγόμενες «κοινωνίες της επίδοσης»), ο άνθρωπος υποδουλώνεται με την ίδια του την θέληση. Με την ίδια του την θέληση γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης, όχι για να επιβιώσει, αλλά για να ανέλθει, να επιτύχει πολύ υψηλές επιδόσεις, αλλιώς νιώθει ότι η ζωή του δεν έχει νόημα. Ολόκληρη η ζωή γίνεται ένας αγώνας κυριάρχησης και κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τους άλλους ως εργαλεία ή ως απειλή.
Στη ιστορική πορεία της Εκκλησίας βεβαίως συναντάμε περιπτώσεις εύπορων ανθρώπων που χειρίστηκαν σοφά τον πλούτο τους (όπως η αγία Μελάνη και ο Μέγας Αντώνιος που έδωσαν στους φτωχούς όλη την περιουσία τους, ή όπως το ζευγάρι Ουήρος και Βοσπορία, που κατά τη διάρκεια λιμού πρόσφεραν στους φτωχούς όλο το σιτάρι που είχαν στις αποθήκες τους). Αλλά αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν ακριβώς την έγκαιρη απεμπλοκή από τον πλούτο. Την κατανόηση ότι ο πλουτισμός αποτελεί κίνδυνο. Επίσης βρίσκουμε Πατέρες που υπερασπίζονται τον θεσμό της ιδιοκτησίας, όμως (προσοχή!) όχι για να δικαιολογήσουν την κοινωνική ανισότητα, αλλά για να απαντήσουν σε αιρετικούς οι οποίοι θεωρούσαν κακά τα υλικά αγαθά – θεωρούσαν δαιμονική την ύλη.
Για το λεπτό αυτό ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό να προσέξουμε δύο ιδιαίτερα σημεία του ευαγγελίου:
Το πρώτο σημείο είναι η απολυτότητα με την οποία ο Χριστός αντιδιέστειλε τον Θεό από τον Μαμωνά (τον θεό του πλούτου) και ζήτησε από τους μαθητές του (ωμά και ξεκάθαρα) να επιλέξουν πλευρά. Για τον Χριστό δεν υπάρχει καλός Μαμωνάς, και γι’ αυτόν είναι αδύνατον να υπηρετεί κάποιος ταυτόχρονα και τον Θεό και τον Μαμωνά.
Το δεύτερο σημείο είναι τα ξεκάθαρα λόγια του Χριστού για το μάτι της βελόνας. Διαβάζω το σχετικό απόσπασμα:
«Ο Ιησούς έστρεψε ολόγυρα τη ματιά του και είπε στους μαθητές του: “Πολύ δύσκολα αυτοί που έχουν τα χρήματα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού”. Οι μαθητές ταράχτηκαν από τα λόγια του. Ο Ιησούς όμως τους είπε ακόμη: “Παιδιά μου, είναι πολύ δύσκολο να μπουν στη βασιλεία του Θεού όσοι έχουν στηρίξει τις ελπίδες τους στα χρήματα. Πιο εύκολο είναι να περάσει καμήλα από βελονότρυπα, παρά να μπει πλούσιος στη βασιλεία του Θεού”».
Αξίζει να προσέξουμε την αντίδραση των μαθητών: «Ταράχτηκαν από τα λόγια του»! Φαίνεται ότι η ταραχή αυτή είναι φαινόμενο διαχρονικό! Οι μαθητές του Χριστού αδιάκοπα ταράζονται ακούγοντας τον δάσκαλό τους, αδιάκοπα δυσκολευόμαστε να τον καταλάβουμε!
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εκκλησιαστικός συγγραφέας Κλήμης Αλεξανδρεύς (στις αρχές του 3ου αι.) ήταν (αν δεν κάνω λάθος) ο πρώτος που προσπάθησε να καταδείξει ότι δεν είναι και τόσο επικίνδυνος ο πλούτος. Στο έργο του «Τις ο σωζόμενος πλούσιος» («Ποιοι πλούσιοι θα σωθούν») αναστατώνεται με την προτροπή του Ιησού προς τους πλουσίους, για πώληση των υπαρχόντων τους και διανομή του τιμήματος στους φτωχούς, δηλαδή για αναίρεση του πλούτου. Ο Κλήμης μεταφέρει το κέντρο βάρους σε ατομικό επίπεδο (δηλαδή στο αν και πόσο φιλοχρήματος είναι κάθε πλούσιος), και ταυτόχρονα συλλογίζεται με τρόμο ότι, αν θα εφαρμοζόταν η προτροπή του Χριστού, θα κατέρρεε ο θεσμός της ιδιοκτησίας και θα επερχόταν κοινωνικό χάος.
Αυτή η γραμμή αποτυπώνεται και σε έργα Πατέρων, οι οποίοι ζητούν από τους εξομολόγους να επιβάλλουν το επιτίμιο του φονιά στον άδικο εργοδότη. Οι Πατέρες δηλαδή, εξισώνουν την εργασιακή αδικία με ανθρωποκτονία. Κατά τον Βασίλειο, αυτοί που δημιουργούν την πείνα είναι «θηρία», «μολυσμένοι» και «ανθρωποκτόνοι» στους οποίους πρέπει καταδίκη φονιά. Και μάλιστα ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Βασίλειος πηγαίνουν ακόμα παραπέρα, ισχυριζόμενοι ότι η αποστέρηση του μισθού είναι βασανιστική, είναι αργός θάνατος και γι’ αυτό είναι πιο βαριά από τον φόνο.
Όλα αυτά βεβαίως συχνά δημιουργούν διαφωνίες και στο εσωτερικό της Εκκλησίας (από την αρχή είπα ότι συναντάει κανείς ποικιλία θέσεων). Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αγίου Αθανασίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και εκ των πρώτων εισηγητών του ησυχασμού στα τέλη του 13ου αιώνα. Ο Αθανάσιος προσπάθησε να κάνει κοινωνικές μεταρρυθμίσεις προς όφελος των αδυνάτων, και συνάντησε σφοδρή αντίθεση από επισκόπους και μοναχούς, όταν επιχείρησε να διαθέσει την μεγάλη μοναστική περιουσία υπέρ των φτωχών.
Αδιάκοπα, μέσα στην ιστορία, οι πιστοί αντιμετωπίζουν το ερώτημα, πώς θα πορευτούν χωρίς να χάσουν την πυξίδα τους. Τον δρόμο μας μπορεί συχνά να τον χάνουμε, συχνά χρειάζεται να κάνουμε συμβιβασμούς (επειδή η ιστορία είναι μια σειρά αναγκαιοτήτων), αλλά αυτό που δεν πρέπει να χάνουμε, είναι η πυξίδα – τα κριτήρια δηλαδή του Ευαγγελίου και των Πατέρων που διακόνησαν το Ευαγγέλιο.
Ο χριστιανικός αγώνας για κοινωνική δικαιοσύνη έχει και ένα χαρακτηριστικό, το οποίο δεν έχουν άλλοι αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, διαφόρων ιδεολογιών και κινημάτων: Ο χριστιανικός αγώνας την απελευθέρωση την εννοεί πανανθρώπινα. Την εννοεί δηλαδή και ως σωτηρία των αδυνάμων από την τυραννία των ισχυρών, αλλά και ως σωτηρία των ίδιων των τυράννων από την δαιμονική δουλεία στην οποία έχουν παραδώσει τον εαυτό τους.
Ο Θανάσης Ν. Παπαθανασίου είναι Αναπλ. Καθηγητής Ιεραποστολικής, Διαπολιτισμικής Χριστιανικής Μαρτυρίας & Διαλόγου (Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθήνας), Αρχισυντάκτης του περιοδικού «Σύναξη».
Το παρόν κείμενο είναι απόσπασμα από την εισήγηση του γράφοντος στην κατηχητική σύναξη της Ι. Μητρόπολης Γαλλίας σε συνεργασία με την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου, Πέμπτη 25-1-2024.
Το εικαστικό θέμα είναι έργο του Αφρο-αμερικανού καλλιτέχνη Jacob Lawrence με τίτλο “We Have No Property! We Have No Wives! No Children! We Have No City! No Country! — Petition of Many Slaves, 1773” [1955].
Θρησκευτικές παραδόσεις και διαχείριση της αδικίας.
Αδικία και συγχώρηση
«[...] Ο άλλος δρόμος που περνάει από το σταυροδρόμι της αδικίας είναι η συγχώρηση. Η πίκρα της αδικίας διαβρώνει την ύπαρξη τόσο βαθιά και μόνιμα που αποκλείει τη δυνατότητα χαράς από την προσωπική ζωή και από τις σχέσεις με τους άλλους. Όταν είσαι αναστατωμένος από τη συκοφαντία που έχεις δεχτεί δεν μπορείς να είσαι δημιουργικός. Όταν ασχολείσαι συνεχώς μ' αυτόν που σε έβλαψε ξεχνάς εκείνους που σε αγαπούν. Όταν βαλτώνεις στο παρελθόν ενθυμούμενος συνεχώς την αδικία που υπέστης, δεν μπορείς να κάνεις σχέδια φωτεινά, δημιουργικά κι ελπιδοφόρα για το μέλλον, παρά μόνο σχέδια αντεκδίκησης. Η αίσθηση της αδικίας είναι εγκλωβιστική, καθώς θέτει αδιέξοδα διλήμματα. Η κατάθλιψη είναι η κατάσταση στην οποία οδηγείται όποιος βουλιάζει. [...] Η συγχώρηση είναι μια απόφαση συνάντησης του άλλου προσώπου. Είναι η κατανόηση της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσης. Είναι η στροφή προς το μέλλον. Είναι η επιθυμία να μη μείνουμε προσκολλημένοι σ’ ένα οδυνηρό παρελθόν, αλλά να δώσουμε πρώτα στον εαυτό μας αλλά και στους άλλους τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες για νέα όμορφα βιώματα. Η συγχώρηση είναι η προϋπόθεση της χαράς, του ευχαριστιακού βιώματος και της ελευθερίας [...]. Όταν αισθανόμαστε αδικημένοι, να σκεφτόμαστε πως αυτός που έσφαλε απέναντί μας είναι ένας αδύναμος άνθρωπος, ακόμα κι αν φαίνεται ισχυρός, ακόμα κι αν με ανθρώπινα κριτήρια έχει εξουσία ή κύρος ή καλή μαρτυρία. Σε άλλη περίπτωση εμείς θα αποδειχθούμε αδύναμοι και άδικοι. Κοινή μας μοίρα είναι να υποπίπτουμε σε λάθη. Κοινή μας επιθυμία και ελπίδα είναι να μας συγχωρούνται τα λάθη, για να μπορούμε να συνεχίζουμε την πορεία μας, τον αγώνα μας σ’ αυτή τη ζωή. Αν δούμε τον κάθε διπλανό μας ως έναν ομοιοπαθή ασθενή, που προσδοκά όπως κι εμείς λίγη συμπόνια και κατανόηση, ακόμα κι αν δεν το δείχνει, τότε νομίζω πως δεν θα δυσκολευτούμε να συγχωρήσουμε.
Κακαμούκα, Μ. - Κουμενίδου, Στ. (2011), Στο σταυροδρόμι της αδικίας, Σεμινάρια Γονέων, Θεσσαλονίκη: Εκπαιδευτήρια Απ. Παύλος, σ. 78-81.
Τα πικρά φαρμάκια, μυστική τρυφή
[…] Πριν από λίγες μέρες με πλησίασε κάποια νεαρή κοπέλα, που το καντηλάκι της ζωής της φαίνεται να τρεμοσβήνει. Μέσα στον αβάσταχτο πόνο της διέκρινα την ελπίδα. Μέσα από τα δακρυσμένα μάτια της αντίκρισα τη χαρά, τη δύναμη και τη σοφία.
– Θέλω να ζήσω, μου είπε. Αλλά δεν ήρθα για να μου το επιβεβαιώσετε. Ήλθα για να με βοηθήσετε να φύγω έτοιμη από αυτό τον κόσμο.
– Εγώ είμαι παπάς της ζωής και όχι του θανάτου, της απαντώ. Γι’ αυτό και θέλω να ζήσεις. Επίτρεψέ μου, όμως, να σε ρωτήσω κάτι: Μέσα στη δοκιμασία σου, ρωτάς ποτέ «γιατί σε μένα, Θεέ μου;»
– Δεν σας καταλαβαίνω, πάτερ, μου λέει. Εγώ ρωτώ «γιατί όχι σε μένα, Θεέ μου;» Και δεν περιμένω το θάνατό μου, αλλά προσδοκώ το φωτισμό μου! […]
[…] Είναι φοβερό! Πώς αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια ερωτήματα με μας μέσα τους; Πάντα χαμογελαστοί, πάντα χαρούμενοι, πάντα μεγαλειώδεις. Ίσως τελικά για τον Θεό η τραγικότητα του θανάτου ή μιας αναπάντεχης δοκιμασίας να μην ζυγίζει το ίδιο με τη δική μας ζυγαριά.
Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο οι άγιοι εκφράζονται με προκλητικά θετικό τρόπο για τους πειρασμούς, τις θλίψεις και τις δοκιμασίες. «Δόξα τω δεσπότη τω εν φαρμάκοις στριφνοίς την τρυφήν της υγείας προσάγοντι», γράφει ο μέγας ασκητής και ησυχαστής αββάς Ισαάκ (Ασκητικά, σ. 199).
Ονομάζει τρυφή της πνευματικής ζωής τα πικρά φαρμάκια. Μέτοχοι αυτής της λογικής και εμπειρίας, κάποιοι συνάνθρωποί μας μεταμορφώνουν τις φοβερές δοκιμασίες τους σε εξωτερική μόνον εικόνα, με περιεχόμενο όμως αδύναμο να καταστρέψει την ευτυχία της ψυχής τους και με τη ζωή τους αναδίδουν την αίσθηση μιας μυστικής τρυφής, ενώ με τον λόγο τους εκφράζουν μια συνεχή και βαθειά δοξολογία.
Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής (2015). Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός. Αθήνα: Σταμούλης, σ. 104-105.
Ο θυμός του Αχιλλέα
Η αξιοποίηση του Ομηρικού έπους, της Ιλιάδας, με την ψυχοδυναμική μελέτη των δυναμικών του Αχιλλέα επιτρέπει την καταγραφή των υπαρξιακών δυναμικών της κατάθλιψης, όταν η εμμονή στην αδικία εγκλωβίζει. Παράλληλα όμως αναζητούνται οι όροι της υπέρβασης, όπου η συγχώρηση δεν αποτελεί ηθική επιταγή, αλλά ικανότητα που απαιτεί πολυεπίπεδη απαιτητική επεξεργασία, η οποία οδηγεί στην κατάκτηση της ελευθερίας μέσω της θαυμαστής υπέρβασης των φορτίων του παρελθόντος. [...]
Ο Εκτορας [...] επιτίθεται στον Πάτροκλο και τον σκοτώνει. Ο Αχιλλέας πια νιώθει αφόρητο γνήσιο πόνο, που ξεπερνά την οργή του για τον Αγαμέμνονα. Βγαίνει να πολεμήσει όχι για τον Αγαμέμνονα, όχι για τους Έλληνες, αλλά για τον ίδιο. Θέλει να εκδικηθεί την απώλεια του αγαπημένου του φίλου. Όσο πιο βαθιά έχεις επιτρέψει να σε αγγίξει η αδικία, τόσο πιο πολύ αναζητάς τη δριμύτητα στην εκδίκηση. Όποιος κινητοποιείται από το μένος της εκδίκησης, κινδυνεύει να ρισκάρει με επικίνδυνο τρόπο. Επιτίθεται αυτοκαταστροφικά σ’ εκείνους που τον αδίκησαν. Τα λογικά επιχειρήματα για τις συνέπειες της εμμονής δεν έχουν ισχύ στο οργισμένο θύμα της αδικίας. Ο συναισθηματικός κόσμος είναι τόσο φορτισμένος, που το μόνο που ενδιαφέρει είναι η δικαίωση έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Οι ανθρώπινες όμως επιλογές δεν βρίσκονται σε μονόδρομο.
[...] Άνθρωποι που ήταν ναρκωμένοι στον εθισμό της πίκρας ξεσηκώνονται για να συμπαρασταθούν σε [...] άλλους αδικημένους, και μεταμορφώνονται σε κοινωνικούς εργάτες. [...] Η απόκτηση προσωπικού νοήματος επιτρέπει στους ανθρώπους να ανατρέπουν μια αρνητική πορεία και να εκπλήσσουν με τις ικανότητές τους που παρέμεναν ανενεργές, σε ύπνωση. Επομένως [...] οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν, όταν έχουν προσωπικούς λόγους για να το πετύχουν. Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν ξεφύγουν από την καταγγελία των συνθηκών που ευθύνονται για τα προβλήματά τους. Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν σταματήσουν να στρέφονται κατά των άλλων και αναλάβουν ευθύνη για τη ζωή τους. Οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν δεν κλείνονται στα όρια της ατομικότητάς τους, αλλά ανοίγονται προς τους άλλους. Τελικά οι άνθρωποι είναι δυνατόν να αλλάξουν, όταν αγαπήσουν όχι συναισθηματικά, αλλά οντολογικά, με όλη τους την ύπαρξη. Είναι η αγάπη που αλλάζει τους ανθρώπους.
Καραγιάννης, Δ. (2010). Η αδικία που πληγώνει. Αθήνα: Αρμός, σ. 14, 244-248.
Ο Θεός και η αδικία στον κόσμο (θεοδικία).
Από την Αγία Γραφή
Ψλμ 118, 137: Δίκαιος είσαι, Κύριε, κι οι αποφάσεις σου σωστές.
Μτ 5, 6: Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν για την επικράτηση του θελήματος του Θεού, γιατί ο Θεός θα ικανοποιήσει την επιθυμία τους.
Ιω 9, 1-2: Ο εκ γενετής τυφλός Καθώς πήγαινε στο δρόμο του ο Ιησούς, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Τον ρώτη σαν, λοιπόν, οι μαθητές του: «Διδάσκαλε, ποιος αμάρτησε και γεννήθηκε αυτός τυφλός, ο ίδιος ή οι γονείς του;»
Α Κορ 6, 9: «Δεν ξέρετε ότι άνθρωποι άδικοι δε θα έχουν θέση στη βασιλεία του Θεού;»
Α Κορ 10, 13: [...] ο Θεός, που κρατάει τις υποσχέσεις του, δε θα επιτρέψει σε κανέναν πειρασμό να ξεπεράσει τις δυνάμεις σας· αλλά, όταν έρθει ο πειρασμός, θα δώσει μαζί και τη διέξοδο, ώστε να μπορέσετε να τον αντέξετε.
Γιατί σε μένα, Θεέ μου;
Δεν είμαι παιδί Σου; Δεν είσαι Θεός αγάπης; Τι σχέση μπορεί να έχει η αγάπη Σου με το μαρτύριό μου; Πώς να με προσελκύσουν τα μαστιγώματά σου; Πώς συνδυάζεται η καλοσύνη Σου με την ανερμήνευτη λογική του πόνου, με τη θλίψη, με το ενδεχόμενο του σκανδαλισμού; […] Ο πόνος δεν απαντιέται με επιχειρήματα. Ούτε η αδικία και ο θάνατος αντιμετωπίζονται με τη λογική. Τα προβλήματα αυτά λύνονται με το εμφύσημα και την πνοή που μόνο ο Θεός δίνει. Λύνονται με το Άγιο Πνεύμα. Ξεπερνιούνται με την ταπεινή αποδοχή του θελήματος του Θεού, που είναι τόσο αληθινό αλλά συνήθως και τόσο ακατανόητο. […] Στο διάλογο με τον πόνο, την αδικία και το θάνατο είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε από τα ανθρώπινα μέτρα. Αυτή είναι όχι μόνο η έξοδος από τη δοκιμασία αλλά και η ευεργεσία της. Νικόλαος, Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής (20063). Άνθρωπος μεθόριος, Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της «άλλης λογικής». Αθήνα: Εν πλω, σ. 19, 32-33, 36.
Θεοδικία
[…] Ο Θεός ως αγαθός και παντοδύναμος, κυρίαρχος πάνω σε όλα, δεν πρέπει να επιτρέπει τη δυστυχία και την οδύνη των αθώων υπάρξεων, όπως άλλωστε το απαιτεί ο στοιχειώδης κανόνας του δικαίου και της ηθικής. Όποιος προβάλλει μια τέτοια απαίτηση καταρχήν σωστά αποδέχεται το μεγαλείο και την κυριότητα του Θεού. […] Η αγαθότητα, η παντοδυναμία και η δικαιοσύνη του Θεού εκλαμβάνονται με φυσική και νομική έννοια. Η απαίτηση του ανθρώπου σ’ αυτά τα πλαίσια της θεοδικίας είναι περίπου τα εξής: όπως ο άνθρωπος έχει δυνάμεις με τις οποίες κυριαρχεί πάνω στη φύση και στην κοινωνική ζωή, το ίδιο θα έπρεπε να κάνει και ο Θεός κατά μείζονα λόγο. Όσοι κάνουν αυτή τη σκέψη δεν αντιλαμβάνονται ότι ζητούν χωροφύλακα, εισαγγελέα και ένα προστάτη και τροφοδότη συνεχώς πάνω από τη δημιουργία και τα κεφάλια μας. Τίποτα να μη γίνεται που να μας γεννάει οδύνη, και καμιά αδικία να μην επιτελείται, αφού ο Θεός θα τη σταματάει ή θα την ανατρέπει αμέσως. Πέρα από το ότι ένας τέτοιος Θεός θα ήταν πολύ στενάχωρο πράγμα, θα ήταν συνάμα μια φυσική δύναμη και μια αναγκαιότητα. Κατά βάση, αφού θα προστατευόταν συνεχώς, κυριαρχικώς και μηχανικώς, δεν θα υπήρχε χώρος για την προσωπική και ελεύθερη αυτοδημιουργία. Και έτσι ο άνθρωπος κατά βάση πρέπει να παραιτηθεί από το δώρο της συνδημιουργίας. Θα ήταν ένα λιθάρι, ένα φυτό, ένα ζώο ίσως, μια μηχανή, ποτέ όμως συνδημιουργός. […] Με ένα λόγο, δεν θα υπάρχουν ελεύθερα πλάσματα, αλλά κατευθυνόμενα. […] Το βιβλίο του Ιώβ είναι κλασικό για την περίπτωση της θεοδικίας. Πέρα από την απαράμιλλη λογοτεχνική δύναμη αυτού του βιβλίου, το θεολογικό του περιεχόμενο καταυγάζει τον ανθρώπινο προορισμό και τη σχέση προς το Δημιουργό του. Οι τρεις φίλοι του Ιώβ παγιδεύονται στο νομικό πνεύμα, θεωρώντας το κακό ως μέσο τιμωρίας για τις αμαρτίες του ανθρώπου. […] Ποιος ξέρει ποια είναι η δικαιοσύνη του Θεού; Και γιατί αυτή να μοιάζει με την ανθρώπινη; Πώς ο άνθρωπος, ο «γη και σποδός» και επομένως δημιούργημα από το μηδέν, μπορεί να αποδίδει στον Θεό ιδιό τητες ειλημμένες από τη φυσική και τη νομική τάξη; […] Άλλωστε η υποδούλωση του ανθρώπου στη φυσική και στη νομική πραγματικότητα τον εξωθεί στην απαίτηση να ζητάει από τον Θεό, καθώς κυριαρχεί στον κόσμο η αρρώστια και η αδικία, να ενεργεί κάθε φορά σαν επιδέξιος γιατρός και εισαγγελέας. […]
Ματσούκας, Ν. (19862). Το πρόβλημα του κακού. Δοκίμιο πατερικής θεολογίας. Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, σ. 279-283.
Ένα γιατί που γίνεται πίστη...
«Γιατί;» [...] Μια λέξη που κυριαρχεί στη γλώσσα μας ζητώντας λύτρωση. [...] Μια οργή κι ένας θυμός που δεν φανερώθηκε. «Γιατί;» Μια λέξη που αγιάστηκε πάνω στον Σταυρό του Χριστού μας, εκείνη τη στιγμή που η καρ διά του φοβήθηκε και κραύγασε απεγνωσμένα, «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί», τουτέστιν, «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μέ ἐγκατέλιπες;». Την πρόφερε και νοηματοδοτήθηκε. Έγινε οδός, τρόπος να ρωτάς και να εμπιστεύεσαι συγχρόνως μια μεγάλη Αγάπη. Πάνω στον Σταυρό ο πόνος έγινε σχέση. [...] Μην ξεχνάμε ότι ο μεγαλύτερος πόνος είναι το «γιατί» του πόνου. Πες λοιπόν το «γιατί» της καρδιάς σου, μην φοβάσαι ότι θα αμαρτήσεις, το είπε πρώτος ο Χριστός μπροστά στη μοναξιά και την προδοσία. Να θυμάσαι, όμως, ότι Εκείνος μετά την αγωνία, μετά το βαθύ υπαρξιακό ερώτημα, πέρασε στην παράδοση του εαυτού του στο θέλημα του Θεού. Δηλαδή σταμάτησε να σκέφτεται κι αφέθηκε να νιώσει. Δεν ρωτούσε πλέον αλλά αισθανόταν. Τι αισθανόταν; Το σχέδιο του Θεού. Την παρουσία Εκείνου. Το μυαλό ρωτά μα η καρδιά γνωρίζει, πιστεύει και εμπιστεύεται.
Παπαδόπουλος, π. Χαράλαμπος (2015). Κάθε τέλος μια αρχή. Αθήνα: Αρμός, σ. 45-46.
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025
Υπάρχει Θεός σ’ έναν άδικο κόσμο;
– Απ' όπου θέλεις άρχισε, ακόμα κι «αντίστροφα». Χτες μόλις υποστήριξες στου πατέρα πως
δεν υπάρχει Θεός, είπε ο Αλιόσα και κοίταξε εξεταστικά τον αδερφό του.
– …Φαντάσου λοιπόν πως ίσως και γω να πιστεύω στο Θεό, γέλασε ο Ιβάν. Αυτό πια δεν το
περίμενες, ε;
– Μα και βέβαια. Εκτός πια κι αν αστειεύεσαι και τώρα.
– Αστειεύομαι! Αυτό το είπαν και χτες στου στάρετς, πως αστειεύομαι. Βλέπεις, καλέ μου, υπήρ-
χε ένας γέρος αμαρτωλός τον δέκατο όγδοο αιώνα, που είπε πως αν δεν υπήρχε Θεός θα 'πρεπε να
τον εφεύρουμε· «S’il n’existait pas Dieu il faudrait l’inventer». Και πραγματικά ο άνθρωπος εφεύρε
το Θεό. Και δεν είναι παράξενο κι ούτε θα 'ταν αξιοθαύμαστο που υπάρχει πραγματικά ο Θεός,
μα είναι αξιοθαύμαστο που μια τέτοια ιδέα –η ιδέα της αναγκαιότητας του Θεού– μπόρεσε να τρυπώσει στο κεφάλι ενός τόσο άγριου και κακού ζώου όπως είναι ο άνθρωπος. Τόσο ιερή είναι
αυτή η σκέψη, τόσο συγκινητική, τόσο σοφή και τιμάει τόσο τον άνθρωπο. Όσο για μένα, από
καιρό πια τ' αποφάσισα να μη σκέφτομαι για το αν ο άνθρωπος δημιούργησε το Θεό ή ο Θεός
τον άνθρωπο… Λοιπόν όχι μονάχα παραδέχομαι το Θεό πρόθυμα, μα παραδέχομαι και τη σοφία
Του και το σκοπό Του – που αυτά πια μας είναι εντελώς άγνωστα. Πιστεύω στην τάξη, στο νόημα
της ζωής, πιστεύω στην αιώνια αρμονία που μέσα της θα διαλυθούμε όλοι μας, πιστεύω στον
Λόγο που προς αυτόν τείνει το Σύμπαν, το Λόγο που ην προς τον Θεόν και που είναι ο ίδιος ο
Θεός, κ.ο.κ. εις το άπειρον! Από λόγια πάνω σ' αυτό άλλο τίποτα. Νομίζω πως βρίσκομαι σε καλό
δρόμο, ε; Κι όμως φαντάσου πως στο τέλος δεν παραδέχομαι αυτόν τον κόσμο του Θεού, δεν
τον παραδέχομαι, αν και ξέρω πως υπάρχει, μα δεν τον αναγνωρίζω καθόλου. Δεν είναι πως δεν
παραδέχομαι το Θεό, νιώσε το αυτό, μα τον κόσμο που δημιούργησε αυτός, τον κόσμο του Θεού
δεν τον παραδέχομαι κι αρνιέμαι να τον παραδεχτώ […]. Ας είναι, ας είναι, όλα αυτά θα γίνουν, το
παραδέχομαι, μα δεν το αποδέχομαι κι ούτε θέλω να το αποδεχτώ! Ας συναντηθούν ακόμα και οι
παράλληλες ευθείες κι ας το δω και μονάχος μου: θα το δω και θα πω πως συναντήθηκαν, μα δε
θα το αποδεχτώ […].
Ντοστογιέφκι Φ., Αδελφοί Καραμαζώφ, Μτφρ. Α. Αλεξάνδρου, τ. ΙΙ, Γκοβόστης, Αθήνα, 1990, σελ. 123-126.
Τετάρτη 6 Απριλίου 2016
Γιατί ο Θεός ανέχεται το άδικο;

Ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που θέτουν οι νέοι στην Εκκλησία είναι το γιατί ο Θεός να ανέχεται το άδικο. Άνθρωποι πονηροί και γόητες που προκόπτουν και δοξάζονται. Λαοί που ξεριζώνονται από τις πατρογονικές εστίες τους. Παιδιά που πεινούν και πεθαίνουν, χωρίς να προλάβουν να ζήσουν και να χαρούν. Νέοι που πεθαίνουν ξαφνικά, σκοτώνονται σε δυστυχήματα ή αρρωσταίνουν από θανατηφόρες αρρώστιες.
Κάποτε το ερώτημα γίνεται αμείλικτο. Ο Θεός ανέχεται το άδικο, ενώ κάνουμε προσευχή σ’ Αυτόν για το αντίθετο. Δεν εκπληρώνει αυτό που Του ζητούμε. Αντίθετα, αφήνει τα πράγματα να οδηγηθούν στον θρίαμβο του κακού.
Πόσο εύκολα μπορεί να απαντηθούν αυτοί οι προβληματισμοί;
Η λογική μας ταράζεται, το ίδιο και η ψυχή μας μπροστά σε τέτοιες περιστάσεις. Η Εκκλησία όμως δίνει ως απάντηση δύο δρόμους και τρόπους συνάμα, έχοντας ως συνεπίκουρό τους μία προϋπόθεση. Είναι ο Σταυρός, η Ανάσταση και η Πίστη. Όλες οι αδικίες της ζωής είναι απεικόνιση της μεγαλύτερης αδικίας που έγινε στην Ιστορία: αυτής της Σταύρωσης του Θεού.
Ο Χριστός ανέλαβε τον Σταυρό Του, τον έφερε στον Γολγοθά, ανέλαβε όλα τα πάθη, τα θελήματα, την κακία που ο άνθρωπος έδειξε, δείχνει και θα δείξει μέχρι το τέλος της Ιστορίας και τα γεύτηκε στην ύπαρξή Του. Η σάρκα Του δεν γνώρισε διαφθορά. Ωστόσο έπαθε εν σαρκί για μας τους ανθρώπους, για να μας δείξει ότι η ήττα είναι η δόξα. Η ταπείνωση είναι η βάση για να καθαρθεί ο άνθρωπος από κάθε τι που βασανίζει όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και την ανθρωπότητα εν γένει. Γιατί ο καθένας από μας φέρει επάνω του την ανθρώπινη φύση σε όλες της τις πτυχές. Και δοκιμάζοντας το άδικο η φύση μας οδηγείται στην τελείωσή της, «εν ασθενεία».
Θα ήταν όμως μόνο απόγνωση να μέναμε στον σταυρό. Ο Χριστός αναστήθηκε. Αυτό σημαίνει ότι η αδικία και η ήττα του θανάτου, που δεν έχει να κάνει μόνο με την βιολογική του πλευρά, αλλά και με την πνευματική και την κοινωνική (πεθαίνουμε όταν δεν αγαπούμε), δεν μένει αθεράπευτη. Η Ανάσταση φωτίζει τα πάντα διαφορετικά. Κανένας θάνατος δε θα κρατήσει για πάντα. Καμία ήττα δεν είναι οριστική. Η Ανάσταση του Χριστού μάς δείχνει ότι ο Θεός δεν λησμονεί τον αδικημένο, αλλά και όσους υποφέρουν. Αντίθετα, δίνει τη δυνατότητα τόσο στην Βασιλεία της αιωνιότητας, όσο και στη ζωή του κόσμου σε όποιον θέλει, πιστεύει και ακολουθεί να μην είναι μόνος του, αλλά να Τον ακολουθεί στην ανόρθωση. Κι ανάσταση σημαίνει αγάπη. Σημαίνει ελευθερία από εξαρτήσεις. Σημαίνει αφύπνιση από το ψεύτικο. Επίγνωση του τι είναι αληθινό και τι νοηματοδοτεί τη ζωή μας. Μέσα από τη δοκιμασία είτε την προσωπική είτε των άλλων κατανοούμε τι αξίζει.
Προϋπόθεση όμως είναι η Πίστη στον Χριστό. Η εμπιστοσύνη στο θέλημά Του. Η μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας. Και την ίδια στιγμή ο αγώνας να διορθώσουμε ό,τι περνά από το χέρι μας. «Δικαιοσύνην μάθετε οι ενοικούντες επί της γης». Ο αναστημένος άνθρωπος κάνει τη δικαιοσύνη όπλο και έγνοια του. Κι ό,τι δεν μπορεί ο ίδιος, το εμπιστεύεται σ’ Αυτόν που είναι βέβαιο ότι μας αγαπά. Για να γίνει η πίστη η αλήθεια που ελευθερώνει.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της 30ής Μαρτίου 2016
πηγή
Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013
Απαράδεκτη αδικία

Κάποτε ένας άρχοντας καλός και αγαθός, ελεήμων και εύσπλαχνος, θέλησε να κάνει έναν μοναχικό περίπατο στο γειτονικό δάσος. Στον δρόμο που πήγαινε, συνάντησε έναν ζητιάνο με αξιολύπητη εμφάνιση, ο οποίος του ζήτησε ελεημοσύνη. Τον ευσπλαχνίστηκε και, γενναιόδωρος καθώς ήταν, άδειασε τις τσέπες του στα χέρια του. Είχε πάνω του 168 λίρες. Του έδωσε τις 166 και κράτησε μόνο τις δύο! Ο ζητιάνος έκθαμβός μπροστά σ΄ αυτή τη γενναιοδωρία, τον χιλιοευχαρίστησε , πρόσεξε όμως και τις δύο λίρες που κράτησε ο άρχοντας. Μετά από αυτό, ο ελεήμων άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του προς το δάσος. Ο ζητιάνος, όμως, ο οποίος ήταν μεταμφιεσμένος ληστής, χώθηκε στο δάσος και από άλλον δρόμο του βγήκε μπροστά κι εκεί στην ερημιά χτύπησε και σκότωσε τον ευεργέτη του και του πήρε και τις δύο λίρες που είχε κρατήσει!!!
Αγανακτεί κανείς μπροστά σ’ αυτή την αχαριστία και απληστία. Κι όμως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε , μπαίνουμε στην θέση αυτού του αχάριστου και άπληστου ληστού! Ο Πανάγαθος Θεός μας χαρίζει 168 ώρες ζωής την εβδομάδα για να τις αξιοποιήσουμε όπως θέλουμε, και κρατάει για Εκείνον μόνον δύο ώρες, τις ώρες που πρέπει να συμμετέχουμε στην Θεία Λατρεία της Κυριακής, στην Θεία Λειτουργία. Κι αυτό, πάλι για μας. Για να μας ξεκουράσει ψυχικά, να μας θρέψει με το Πανάγιον Σώμα και Αίμα Του, για να ανανεώσει τις δυνάμεις μας με το ουράνιο οξυγόνο της Χάριτος. Του τις αφαιρούμε ληστρικά κι αυτές με διάφορες προφάσεις.
Έτσι αδικούμε τον Πανευεργέτη μας και Σωτήρα μας Χριστό, αλλά κυρίως την ψυχή μας, που την αφήνουμε νηστική από την θεία Χάρη και εξαντλημένη.
Απόσπασμα από το βιβλίο:
"Εκφράσεις του πνευματικού κόσμου"
Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2013
Το κακό και η αδικία στον κόσμο μέσα από τα μάτια των μαθητών
Υπεύθυνη καθηγήτρια: Βασιλική Τσίφτη
Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013
Γιατί οι άδικοι προοδεύουν;...
Σάββατο 25 Αυγούστου 2012
Η ανθρώπινη δικαιοσύνη και η πνευματική ζωή
Γέροντα, τί θέση έχει ή ανθρώπινη δικαιοσύνη στην πνευματική ζωή;
-Η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν είναι γιά τους πνευματικούς ανθρώπους, είναι φρένο γιά τους κοσμικούς ανθρώπους.
Ό πνευματικός άνθρωπος είναι ανόητος, άν άποβλέπη σ' αυτήν, γιατί μπροστά στην θεία δικαιοσύνη ήηανθρώπινη είναι μηδέν. Αλλά και ό κοσμικός άνθρωπος, άν πετύχη κάτι σ' αυτήν την ζωή εφαρμόζοντας τήν ανθρώπινη δικαιοσύνη, δεν θά έχη τήν πραγματική χαρά και ανάπαυση.
Ας υποθέσουμε ότι δύο αδέλφια έχουν ένα κτήμα δέκα στρέμματα. Ανθρώπινη
δικαιοσύνη είναι νά πάρη ό καθένας άπό πέντε στρέμματα. Θεία δικαιοσύνη είναι νά πάρη
ό καθένας αυτό πού έχει ανάγκη.
Αν δηλαδή ό ένας αδελφός έχη επτά παιδιά και ό άλλος δύο ή ή δουλειά του ενός είναι κατώτερη άπό τήν δουλειά του άλλου, πρέπει νά πάρη περισσότερο εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Σ' αυτήν τήν περίπτωση είναι αδικία νά πάρη ό δεύτερος όσα καί ό πρώτος. Ό κοσμικός άνθρωπος όμως δεν λαμβάνει ύπ' όψιν του ότι ό αδελφός του δυσκολεύεται νά τά βγάλη πέρα. Δεν καταλαβαίνει ότι ή μοιρασιά πού πάει νά κάνη είναι άδικη, γιατί δεν σκέφτεται πνευματικά.
Τού λές: πρέπει νά βοηθήσης τήν οικογένεια σου νά δεχθή νά δώσης περισσότερα στον αδελφό σου πού έχει ανάγκη καί σου λέει:
Γιατί; δεν τον αδικώ!
Έάν ήταν πνευματικός άνθρωπος, ακόμα καί άν ή γυναίκα του καί τά παιδιά του αντιδρούσαν, έπρεπε νά τους πείση νά δεχθούν ό,τι του δώση ό αδελφός του. Αν ό αδελφός του έλεγε: εσύ θά πάρης ένα στρέμμα, νά έπαιρνε τό ένα, χωρίς νά πή τίποτε, γιά νά νιώθη άνετα ό αδελφός του πού πήρε τά υπόλοιπα.
Πάντως τό Ευαγγέλιο κάνει τήν καλύτερη μοιρασιά.
Μού κάνει εντύπωση ή αρχοντιά του 'Αβραάμ. Όταν μάλωναν οι τσομπάνηδες του Λώτ καί
του Αβραάμ γιά τά βοσκοτόπια, πήγε ό Αβραάμ στον Λώτ καί του είπε: Δέν κάνει να μαλώνουμε είμαστε συγγενείς.
Πού σέ αναπαύει εσένα νά πας; Θέλεις να πάς από 'δώ η θέλεις να πάς από 'κεί;. Ο Λώτ κινήθηκε καί λίγο ανθρώπινα και διάλεξε τά Σόδομα καί τα Γόμορρα, γιατί είχαν πρασινάδα καί βοσκοτόπια, καί τί έπαθε μετά! Ο Αβραάμ κινήθηκε μέ την θεία δικαιοσύνη, θέλησε νά ανάπαυση τον Λώτ, καί χάρηκε κιόλας πού ό Λώτ πήγε στον καλύτερο τόπο
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ
