Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταμοσχεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταμοσχεύσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Διαθρησκειακή θεώρηση των μεταμοσχεύσεων

 Καθολική Εκκλησία 

Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένα επίσημο κείμενο γενικής αποδοχής σχετικό με τις μεταμοσχεύσεις, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει ευλογήσει τη δωρεά οργάνων ως πράξη ύψιστης αγάπης και φιλαλληλίας. […] Όσον αφορά στον εγκεφαλικό θάνατο, κατά την παρελθούσα δεκαετία τρεις ποντιφικές σύνοδοι και ακαδημίες ανέλαβαν το έργο της γνωμοδοτήσεως περί αυτού και κατέληξαν σε κείμενα αποδοχής του ως συμφώνου με την πίστη και διδασκαλία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. [….]

 Προτεσταντικές Ομολογίες 

Μεταξύ των διαφόρων προτεσταντικών ομολογιών, ακόμη και των πλέον φονταμενταλιστικών, φαίνεται να υπάρχει μία γενικευμένη και άνευ επιφυλάξεων αποδοχή του εγκεφαλικού θανάτου και των μεταμοσχεύσεων γενικότερα. Κατ’ αρχήν, η Επισκοπελιανή Εκκλησία με απόφασή της του 1982, προτρέπει τους πιστούς της να γίνουν δωρητές οργάνων, ιστών και αίματος στα πλαίσια της διακονίας τους προς τον πλησίον στο όνομα του Χριστού, ο οποίος έδωσε την ζωή Του ώστε κι εμείς να απολαμβάνουμε το πλήρωμα της ζωής. […]

Ιουδαϊσμός Σύμφωνα με τον Ιουδαϊκό νόμο επιτρέπεται η λήψη οργάνων από έναν άνθρωπο σε άλλον, εφόσον κάτι τέτοιο δεν επισπεύδει τον θάνατο του δότη και γίνεται με σεβασμό στο ανθρώπινο σώμα. Γενικά, η ιουδαϊκή θρησκεία ενθαρρύνει τις μεταμοσχεύσεις. Παρά ταύτα, δεν υπάρχει μια εγκύκλιος γενικής ισχύος δεσμευτική για όλους τους Εβραίους. Για τον λόγο αυτό συχνά διατυπώνονται ή και εκφράζονται δημόσια απόψεις διαφοροποιημένες από τις παραπάνω αντιλήψεις. […] Γενικά επιτρέπεται και θεωρείται καλό το να προσφέρει κανείς εν ζωή μέλος ή όργανο του σώμα τός του που δεν του είναι αναγκαίο για την επιβίωσή του, προκειμένου να ζήσει κάποιος άλλος. 

Ισλάμ  

Το Ισλάμ γενικά απαγορεύει κάθε χρήση του νεκρού σώματος ακόμη και των ζώων. Εξαίρεση απο τελεί η περίπτωση κατά την οποία με τον τρόπο αυτόν σώζεται μία άλλη ζωή που κινδυνεύει. Έτσι, το 1986 το Συμβούλιο της Ισλαμικής Νομικής Ακαδημίας, στην 3η Συνέλευσή του στο Αμμάν της Ιορδανίας, αποδέχθηκε τον εγκεφαλικό θάνατο για ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο. […] Σύμφωνα με το Κοράνιο, και πιο συγκεκριμένα με τον Ισλαμικό Κώδικα Ηθικής, οι μεταμοσχεύσεις επιτρέ πονται με την προϋπόθεση ότι υπάρχει συναίνεση του δότη, ευγενής πρόθεση, σεβασμός του ατόμου και του γεγονότος του θανάτου και σαφής αίσθηση ότι όλοι και όλα ανήκουν στον Θεό. […] Επίσης δεν υπάρχει διάκριση φύλου μεταξύ των δοτών ή των ληπτών ούτε και διαφοροποιείται η πράξη στην περίπτωση που ο δότης ή ο λήπτης δεν είναι μουσουλμάνος. Τέλος η αγοραπωλησία οργάνων απαγορεύεται αυστηρά και θεωρείται προσβολή προς την ανθρώπινη αξία. 

Ινδουισμός

  Στην Ινδουιστική σκέψη δεν υπάρχουν γενικά αποδεκτές ηθικές αρχές. Αυτό όμως που έχει ση μασία είναι να παραμένουν ανόθευτες οι διδασκαλίες της μετενσάρκωσης, του ντάρμα (dharma) και κάρμα (karma). […] Επειδή η Ινδουιστική θρησκεία στηρίζεται στον νόμο του κάρμα και τη μετενσάρκωση, η ιδέα των μεταμοσχεύσεων δεν είναι μόνο αποδεκτή από τον Ινδουισμό αλλά και απόλυτα συμβατή με τη διδασκαλία του. Η ψυχή αναγεννάται και μετεμφυτεύεται σε άλλα υγιή σώματα, ενώ τα προηγούμενα γηράσκουν. Αυτός είναι και ο λόγος που το σώμα, αφού ακολου θήσει την πορεία του, αποτεφρώνεται για να επανέλθει στα αρχικά του στοιχεία: χώμα, νερό και αέρα. Στη μυθολογική παράδοση των Hindu δεν υπάρχει τίποτε που να απαγορεύει την εξ αγάπης προσφορά σώματος. Αντ’ αυτού, υπάρχουν ιστορίες κατά τις οποίες μέλη του σώματος ανθρώπων προσφέρονται για το καλό συνανθρώπων τους ή της κοινωνίας. 

 Βουδισμός 

 Η Βουδιστική φιλοσοφία δέχεται τη δωρεά μέρους ή και ολόκληρου του σώματος - ζώντος ή νεκρού - ως πράξη γενναιοδωρίας (alabha) και σύμπνοιας (karuna). Η προσφορά είναι αληθινή και αγνή, όταν είναι ξένη προς κάθε σκέψη ανταπόδοσης. Ο προσφέρων πρέπει να ξεχνά και τον ευ εργετούμενο και την πράξη της προσφοράς καθεαυτή. Η φιλοσοφία των Σίντο, που είναι επικρατούσα στην Ιαπωνία, είναι αντίθετη προς την ιδέα της δωρεάς των οργάνων. Η αντίθεσή της αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι διδάσκει τη βασική άποψη ότι το σώμα είναι εξαιρετικά μολυσμένο μετά τον θάνατο. Επίσης, κάθε τομή, βλάβη ή παρέμβαση στο νεκρό σώμα θεωρείται βαρύτατο παράπτωμα και αποτελεί προσβολή του νεκρού σώματος και τιμωρία του. [….] 

 Αλκ. Κωστάκης, Καθηγητής Χειρουργικής, Πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων, Καθηγητής και διευθυντής της ιατρικής υπηρεσίας του «Λαϊκού Νοσοκομείου». Κωστάκης, Α., Μεταμοσχεύσεις Ιστών και Οργάνων, Ιστοσελίδα Transplantation, 12/1/2005 (Ανακτήθηκε 14/5/2017). 

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

1.5 ΣΧΕΣΗ ΖΩΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Θεολογική προβληματική των μεταμοσχεύσεων (Γ)

Δ. Το πρόβλημα των πτωματικών μοσχευμάτων

Αυτά βέβαια ισχύουν για ζωντανούς δότες. Τί συμβαίνει όμως με τα πτωματικά μοσχεύματα; Τί συμβαίνει δηλαδή, όταν πρέπει, να παρεμβληθεί ο θάνατος του δότη;

Το κρίσιμο σημείο για την πραγματοποίηση των μεταμοσχεύσεων στην περίπτωση αυτή είναι ο ακριβής προσδιορισμός του θανάτου .

Ο θάνατος ορίζεται από την Εκκλησία ως χωρισμός ή ως έξοδος της ψυχής από το σώμα. Αντιπαραθέτοντας μάλιστα τη ζωή προς τον θάνατο ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει ότι η ζωή είναι η “σώματός τε και ψυχής δέσις”, ενώ θάνατος η διάστασή τους . Η θέση αυτή υποστηρίζει σιωπηρώς την περαιτέρω διατήρηση των χωριζομένων. Σαφέστερα μάλιστα ο ιερός Χρυσόστομος παρατηρεί ότι ο θάνατος δεν εξαφανίζει το σώμα, αλλά τη φθορά· “ο γαρ θάνατος ούτος, ου το σώμα απόλλυσιν, αλλά την φθοράν δαπανά. Ως η γε ουσία μένει κατά πλείονος ανισταμένης της δόξης, αλλ’ ουχί πάντων” . Παρομοίως και στα αεροπαγιτικά κείμενα λέγεται: “Θάνατος έστιν εφ’ ημών ου της ουσίας ανυπαρξία κατά το δόξαν ετέροις, αλλ’ η των ηνωμένων διάκρισις” .


Ο θάνατος του ανθρώπου δεν σημαίνει και αφανισμό του προσώπου του. Ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ δεν είναι “Θεός νεκρών, αλλά ζώντων” . Και οι άγιοι, που επικαλείται η Εκκλησία στις προσευχές της, δεν είναι νεκροί αλλά ζωντανοί. Με τον θάνατο επέρχεται “η των αισθητηρίων σβέσις και η προς τα συγγενή, των στοιχείων διάλυσις” . Αυτά όμως δεν σημαίνουν αφανισμό του προσώπου. Ο Μ. Αθανάσιος ταυτίζοντας την ζωή με την κίνηση πα-ρατηρεί ότι η κίνηση της ψυχής είναι η ζωή της, όπως και το σώμα “τότε ζην λέγομεν, ότε κινείται, και τότε θάνατον αυτόν είναι, ότε της κινήσεως παύεται” . Με το κριτήριο αυτό ο θάνατος πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την παύση κάθε λειτουργίας του οργανισμού, και οπωσδήποτε της καρδιακής λειτουργίας

Την παύση της λειτουργίας της καρδιάς, που συνδέεται με την παύση της λειτουργίας των πνευμόνων και την απώλεια της συνειδήσεως, προϋπέθετε η έννοια του θανάτου ως τα μέσα του αιώνα μας. Με τις εξελίξεις όμως που σημειώθηκαν στην ιατρική κατά τις τελευταίες δεκαετίες αποσυνδέθηκαν μεταξύ τους οι βασικές αυτές λειτουργίες και υποστηρίχθηκε ότι ο θάνατος του ανθρώπου μπορεί να ταυτισθεί με τον εγκεφαλικό θάνατό του. Στην περίπτωση αυτήν έχουμε παύση της λειτουργίας του εγκεφάλου, που είναι μη αναστρέψιμη και χαρακτηρίζεται από οριστική απώλεια της συνειδήσεως, ενώ η λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων συνεχίζεται μόνο με τεχνητή υποστήριξη. Έτσι γίνεται δυνατή η λήψη για μεταμόσχευση οργάνων, που δεν θα προσφέρονταν για το σκοπό αυτό μετά την παύση της λειτουργίας της καρδιάς και των πνευμόνων.

Ο προσδιορισμός του εγκεφαλικού θανάτου στο πλαίσιο της ιατρικής διαρκώς βελτιώνεται. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι τα εκάστοτε κριτήρια δεν είναι επαρκή. Εδώ υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Προβληματικότερη όμως είναι η ταύτιση του θανάτου με τον εγκεφαλικό θάνατο. Παλαιότερα η αλληλεξάρτηση των λειτουργιών της καρδιάς, των πνευμόνων και του εγκεφάλου είχε ως συνέπεια την σχεδόν ταυτόχρονη παύση όλων των λειτουργιών. Για την αποφυγή μάλιστα οποιασδήποτε περιπτώσεως νεκροφάνειας δεν επιτρεπόταν η ταφή του νεκρού, πριν περάσουν εικοσιτέσσερις ώρες από την επέλευση του θανάτου. Το πρόβλημα δημιουργείται σήμερα με την τεχνητή υποστήριξη της λειτουργίας της καρδιάς και των πνευμόνων μετά την παύση της λειτουργίας του εγκεφάλου. Μπορεί όμως η παύση της λειτουργίας του εγκεφάλου να ταυτισθεί με τον θάνατο του ανθρώπου; Δεν θα μπορούσε από καθαρώς ιατρική σκοπιά ο εγκεφαλικός αυτός θάνατος να χαρακτηρισθεί ως αθεράπευτη βλάβη του εγκεφάλου; Άλλωστε και η αρχική περιγραφή της καταστάσεως αυτής στη γαλλική γλώσσα ήταν “coma depasse” (μετακωματώδης κατάσταση). Αργότερα οι Αμερικανοί την ονόμασαν “brain death” (εγκεφαλικό θάνατο), πράγμα που είχε πολλές πρακτικές συνέπειες .

Ιδιαίτερα για την ορθόδοξη χριστιανική ανθρωπολογία, που δίνει κεντρική θέση στην καρδιά του ανθρώπου, η ταύτιση αυτή ξενίζει. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς χαρακτηρίζει την καρδιά ως “το του λογιστικού ταμείον και πρώτον σαρκικόν όργανον λογιστικόν” . Και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ακολουθώντας τη θέση αυτή αρνούνταν την άποψη των “φυσικών και μεταφυσικών” της εποχής του, που υποστήριζαν ότι η ουσία της ψυχής βρίσκεται στον εγκέφαλο και το εγκεφαλικό στέλεχος .

Όπως ήδη όμως επισημάναμε, η ορθόδοξη παράδοση βλέπει τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες λειτουργίες εικονιστικά. Και εικονιστικά δεν σημαίνει απλώς συμβολικά, αλλά πραγματικά και δυναμικά. Όπως ο άνθρωπος δεν είναι το σώμα ή η ψυχή του ή η ανάμιξή τους, αλλά κάτι που συνέχει και ξεπερνά όλα αυτά, χωρίς να συνέχεται και να προσδιορίζεται με τίποτε από αυτά, έτσι και η ψυχή του είναι, “πολυδύναμον πράγμα”, που χρησιμοποιεί ως όργανο το σώμα, όπως και ο νους την καρδιά, χωρίς να συνέχεται και να προσδιορίζεται από αυτά . Με τον τρόπο αυτόν επισημαίνεται όχι μόνο η πρωταρχική σπουδαιότητα της καρδιάς, αλλά και η ιδιαίτερη λειτουργικότητα της στην ψυχοπνευματική ζωή του ανθρώπου, που γίνεται εμπειρικά αισθητή από τους αγίους, ιδιαίτερα στην κατάσταση της καθαράς προσευχής. Ταυτόχρονα όμως αποκρούεται κάθε αφελής αναγωγή της ψυχής ή του νου του ανθρώπου στη χοϊκή φύση τους.

Όσο λειτουργεί η καρδιά του ανθρώπου, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για χωρισμό της ψυχής από το σώμα, έστω και αν ο άνθρωπος βρίσκεται σε κωματώδη κατάσταση. Όταν όμως σημειωθεί ο λεγόμενος εγκεφαλικός θάνατος, αλλά εξακολουθεί η λειτουργία της καρδιάς με μηχανική υποστήριξη, μπορούμε να πούμε ότι επήλθε ο χωρισμός αυτός; Με άλλα λόγια, αν είναι βέβαιο ότι χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα η ψυχοσωματική αυτοσυνειδησία, και η λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων γίνεται με τεχνητή υποστήριξη, μπορεί να λεχθεί ότι πρόκειται για μια καθαρώς μεταθανάτια διαδικασία, όπως εκείνες που διατηρούνται σε κάθε περίπτωση νεκρού σώματος χωρίς μηχανική υποστήριξη ή μήπως πρόκειται για παράταση ζωής πριν τον θάνατο;

Πολλοί πιστεύουν ότι ο εγκεφαλικός θάνατος επινοήθηκε για τις μεταμοσχεύσεις. Αυτό φαίνεται πιθανό. Αν όμως ήταν βέβαιο ότι μετά την επέλευσή του η λειτουργία της καρδιάς και των πνευμόνων με μηχανική υποστήριξη δεν είναι τίποτε περισσότερο από κάποια μεταθανάτια διαδικασία, θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο θάνατος αυτός και ως κανονικός. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι ο εγκεφαλικός θάνατος πρέπει να βεβαιώνεται με όλη την απαιτούμενη διαδικασία και να μην επισπεύδεται η πιστοποίησή του για πρακτικούς λόγους. Όσο όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο εγκεφαλικός θάνατος ταυτίζεται με τον οριστικό θάνατο του ανθρώπου, το πρόβλημα παραμένει. Και το πρόβλημα αυτό συγκεκριμενοποιείται, όταν ληφθεί υπ’ όψη ότι κατά τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές ο εγκεφαλικός θάνατος ταυτίζεται με τη νέκρωση του εγκεφαλικού στελέχους, ενώ κατά τις αμερικανικές πρέπει να συμπεριλαμβάνει και την νέκρωση του φλοιού.

Θα μπορούσε όμως να λεχθεί ότι για τον Χριστιανό, που ζει τη σχετικότητα της ζωής και του θανάτου και πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών, το πρόβλημα αυτό έρχεται σε δεύτερη θέση. Η αυτεξούσια διακινδύνευση ή και η θυσία της ζωής από αγάπη για τον πλησίον έχει οπωσδήποτε θετικό χαρακτήρα και βρίσκεται στον αντίποδα της αυτοκτονίας ή της ευθανασίας. Αν λοιπόν αυτός θελήσει να γίνει δότης, όταν βρεθεί σε κατάσταση εγκεφαλικού θανάτου, στη χειρότερη περίπτωση θα πραγματοποιήσει κάποια έσχατη αυτοθυσία.

Οι πτωματικές μεταμοσχεύσεις διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α) Στις εκούσιες, κατά τις οποίες ο δότης ορίζει θεληματικά να δοθούν τα όργανά του μετά τον θάνατό του, και β) στις απροσδιόριστες που μπορεί να είναι και ακούσιες, κατά τις οποίες δεν έχει εκφρασθεί επιθυμία προσφοράς από τον δότη, άλλα αυτή γίνεται με βάση την “εικαζόμενη” συγκατάθεσή του.

Με τις νέες αυτές παραμέτρους δημιουργούνται ασφαλώς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις στην όλη προβληματική των μεταμοσχεύσεων, που απαιτούν ανάλογες ηθικές προσεγγίσεις.

α) Όταν η δωρεά ορίζεται από τον υποψήφιο δότη να γίνει μετά τον θάνατό του, ο χαρακτήρας της δωρεάς αλλοιώνεται. Με την επέλευση του θανάτου η δωρεά αυτονομείται από τα αισθήματα του δότη. Έτσι όχι μόνο δεν υφίσταται αυτοθυσία, αλλά και λαμβάνονται δικαιολογημένα όλα τα μέτρα, ώστε να μην υποστεί κάποια βλάβη ο δότης στην κρίσιμη κατάστασή του. Αν χρησιμοποιούσαμε μάλιστα την επισήμανση του Μ. Βασιλείου για τις μεταθανάτιες περιουσιακές δωρεές, θα λέγαμε ότι η χάρη δεν ανήκει πλέον στον δωρητή αλλά στον θάνατο, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα γινόταν δωρεά . Επιπλέον εδώ είναι εύκολο να παρεισφρύσει και η διάθεση της ευθανασίας ή και να επιχειρηθεί η έμμεση νομιμοποίησή της. Σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να τονισθεί ότι είναι ανήθικο να συνδεθεί η προσφορά οργάνων για μεταμόσχευση με την ευθανασία του δότη. Η ευθανασία, είτε με την ενεργητική, είτε με την παθητική μορφή της, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ή να καλυφθεί από την Εκκλησία. Ούτε πάλι μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Τα μόνα ηθικά στοιχεία στην περίπτωση αυτή είναι η θετική αντιμετώπιση του ενδεχομένου αιφνίδιου θανάτου και η σύνδεσή του με τη βοήθεια κάποιου ανώνυμου ασθενούς. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί κάποιος κανόνας. Άλλωστε πάντοτε σε τέτοια προβλήματα ο Χριστιανός δεν αποφασίζει μόνο ως άτομο, αλλά και ως μέλος της Εκκλησίας. Και η εκκλησιαστική θέση έχει καίρια σπουδαιότητα για τις αποφάσεις των πιστών. Από την άλλη πλευρά η Εκκλησία δεν κατευθύνει τους πιστούς της νομικά και απρόσωπα, αλλά προσωπικά και περιπτωτικά. Εδώ έγκειται και η παρέμβαση του πνευματικού πατέρα στη ζωή των πιστών.

β) Όταν δεν εκφρασθεί επιθυμία δωρεάς, τότε το ανθρώπινο σώμα, ακόμα και νεκρό, πρέπει να γίνει σεβαστό. Δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως ανταλλάξιμο αγαθό. Ποιά στοιχεία από την κορυφαία εκδήλωση της αγάπης μπορεί να διατηρήσει η δωρεά αυτή, όταν μετατρέπεται σε θεραπευτική μεθοδολογία, που έρχεται να καλύψει προβλήματα του βιολογικού μηχανισμού του ανθρώπου; Μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πράξη αγάπης κάποια μεταμόσχευση οργάνου, που λαμβάνεται από δότη με εικαζόμενη συγκατάθεση; Και αν αυτή δεν είναι πράξη αγάπης, τί άλλο μπορεί να δικαιώσει τον ακρωτηριασμό του νεκρού ανθρώπινου σώματος; Μήπως η αγάπη τρίτων, όπως π.χ. των ιατρών ή της κοινωνίας για τον πάσχοντα; Νομιμοποιεί όμως η αγάπη τους αυτή την παρέμβαση σε ξένο ανυπεράσπιστο σώμα; Ο σεβασμός της ιερότητας του ανθρώπινου σώματος οδηγεί στην περίπτωση αυτή σε αρνητική απάντηση. Η νομική επιβολή της προσφοράς οργάνων από “εικαζόμενη συναίνεση” για κοινωνικούς λόγους δεν τιμά το ανθρώπινο πρόσωπο. Μήπως η κοινωνική σκοπιμότητα δεν αποτελεί το συνηθέστερο άλλοθι για την άρνηση της αξίας του ανθρώπου;

Συζητήσιμη εδώ είναι μόνο η περίπτωση κατά την οποία θα συμφωνούσαν για την προσφορά οργάνων πρόσωπα αμέσως συνδεόμενα με τον υποψήφιο δότη (γονείς, παιδιά, σύζυγος). Τα πρόσωπα αυτά, που επωμίζονται συνήθως και τις υποχρεώσεις για την περίθαλψή του όσο ζει, είναι, φυσικό να μπορούν να έχουν κάποιο λόγο για ενδεχόμενη προσφορά οργάνων μετά τον θάνατό του. Εξάλλου αυτά είναι συνήθως σε θέση να γνωρίζουν τις διαθέσεις του και να κινούνται από ανιδιοτελή αγάπη. Και πάλι όμως χρειάζεται μεγάλη επιφύλαξη, γιατί κάθε συναίνεση είναι καθαρώς προσωπική πράξη.

Από τη στιγμή που οι μεταμοσχεύσεις καθιερώνονται ως συνήθης θεραπευτική τακτική και αναζητούνται ανώνυμοι δότες για ανώνυμους ή επώνυμους λήπτες, αρχίζει η αλλοτρίωσή τους. Πολύ μεγαλύτερη βέβαια γίνεται η αλλοτρίωση αυτή, όταν παρεμβάλλονται και οικονομικοί παράγοντες. Κι επειδή η μεγάλη μάστιγα της εποχής μας είναι η εμπορευματοποίηση των πάντων, η διάσταση αυτή στις μεταμοσχεύσεις δεν πρέπει καθόλου να παραθεωρηθεί.

Ε. Συμπεράσματα

Συμπερασματικά επισημαίνουμε ότι η ορθόδοξη θεολογία δεν παρουσιάζει συνήθως για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της καθημερινής ζωής συγκεκριμένους κανόνες, αλλά θέτει τις προϋποθέσεις και επισημαίνει τα βασικά κριτήρια, που μπορούν να έχουν διάφορες εφαρμογές. Και το κάνει αυτό, όχι γιατί αρέσκεται στην αοριστία ή τη διγλωσσία, αλλά γιατί σέβεται την αλήθεια και το πρόσωπο. Αν η προσέγγιση της ανόργανης ύλης υιοθετεί δύο αμοιβαίως αποκλειόμενες θέσεις ως συμπληρωματικές (κύματα-σωματίδια) και απαιτεί να λαμβάνεται υπ’ όψη πάντοτε η θέση του ανθρώπου που την παρατηρεί, πώς μπορεί να θεωρείται ως ικανοποιητική η μονοδιάστατη και μηχανιστική προσέγγιση του ανθρώπου και των προβλημάτων της ζωής και της υγείας του; Το ίδιο αντικειμενικό γεγονός μπορεί να σημαίνει δύο διαμετρικώς αντίθετα πράγματα σε δύο διαφορετικές περιστάσεις. Η αλήθεια των πραγμάτων δεν περιορίζεται σε εξωτερικούς τύπους. Όπως η αφαίρεση της ζωής μπορεί να συνιστά πράξη κορυφαίας αγάπης (αυτοθυσία), αλλά και πράξη πλήρους αυτοπεριορισμού και έσχατης απογνώσεως (αυτοκτονία ή και ευθανασία), έτσι και η μεταμόσχευση ιστών ή οργάνων από άνθρωπο σε άνθρωπο μπορεί να είναι πράξη κορυφαίας αγάπης, αλλά και πράξη περιφρονήσεως του ανθρώπου ή έσχατης συναλλαγής. Μπορεί να είναι νίκη εναντίον του θανάτου με εκούσια αποδοχή του θανάτου, αλλά μπορεί να είναι και πλήρης συμμόρφωση προς τη θνητότητα με ταυτόχρονο αφανισμό κάθε πνευματικού στοιχείου. Η ορθόδοξη θεολογία δεν μπορεί να δεχθεί τις μεταμοσχεύσεις ιστών ή οργάνων από άνθρωπο σε άνθρωπο ακόμα και την απλή μετάγγιση αίματος ως κάποια μηχανιστική θεραπεία. Μπορεί όμως να τις δεχθεί ως πράξεις αυτοπροσφοράς και αυτοθυσίας. Γι’ αυτό δεν αντιμετωπίζει την προβληματική των μεταμοσχεύσεων με κάποια προδιαγεγραμμένη περιπτωσιολογία, αλλά βλέπει, τις διάφορες περιπτώσεις με βάση τον σεβασμό του προσώπου και την ωφέλεια του ανθρώπου.

(Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις, εκδ. Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2001, σ. 268-277)

Για την προβληματική της σχέσεως των μεταμοσχεύσεων με τον εγκεφαλικό θάνατο από ηθική και θεολογική άποψη βλ. την ομιλία του πρώην Μητροπολίτη Δημητριάδος και ήδη Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου Παρασκευαΐδη, Εγκεφαλικός ή Καρδιακός θάνατος; Αθήναι 1991, σ. 118.

Ποιήματα ηθικά, 1,2,3,4,25,PG 37, 947A.

Εις Ψαλμόν 48,PG 55, 230.

Περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας 2,3,7,PG 25,65C.

Ματθ.22,23.

Κατά Ευνομίου 2,PG 45,545B.

Λόγος κατά Ελλήνων 33, PG 25,65C.

Βλ. Μαρκ Αντρόνικοφ, «Μεταμοσχεύσεις και εγκεφαλικός θάνατος», Σύναξη 68(1998), σ.24.

Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,2,3, Γρηγορίου Παλαμά, Συγγράμματα, εκδ. Π.Χρήστου, τομ 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ.396.

«Εν εγκεφάλω δε, ως εν οργάνω, ευρίσκεται ουχί η ουσία και η δύναμις του νοός, ήτοι της ψυχής, αλλά μόνη η του νοός ενέργεια… και άφες τους νεωτέρους φυσικούς και μεταφυσικούς να λέγωσιν, ότι η ουσία της ψυχής ευρίσκεται εις τον εγκέφαλον και εις το του εγκεφάλου κωνάριον», Συμβουλευτικόν εγχειρίδιον, Αθήναι 1995, σ. 164.

«Υμείς δε και αυτοί, ει και μήτε ένδον ως εν αγγείω, και γαρ ασώματον, μήτε έξω, και γαρ συνημμένον, αλλ’εν τη καρδία ως εν οργάνω το λογιστικόν ημών επιστάμεθ’ακριβώς, ου παρ’ ανθρώπου τούτο διδαχθέντες, αλλά παρ’ αυτού του πλάσαντος τον άνθρωπον», Γρηγορίου Παλαμά, ο.π.,σ. 395-396.

Βλ. Ομιλία προς πλουτούντας 9,PG 31,304A.

Θεολογική προβληματική των μεταμοσχεύσεων (Β’ Μέρος)

Γ. Πνευματική προσέγγιση στη δυνατότητα προσφοράς οργάνων.

Ειδικότερα για την αντιμετώπιση των δυνατοτήτων, που προσφέρει η σύγχρονή ιατρική με τις μεταμοσχεύσεις, σημειώνουμε τα ακόλουθα. Ο Χριστιανός μπορεί να προχωρήσει στην προσφορά ιστού ή οργάνου για μεταμόσχευση με πνεύμα αυτοθυσίας. Η προσφορά αυτή έχει βέβαια και την κλιμάκωσή της. Αρχίζει από την αιμοδοσία, προχωρεί στην προσφορά ενός από τα διπλά όργανα, πράγμα που δεν προϋποθέτει τον θάνατο του δότη, και καταλήγει στην προσφορά κάποιου κεντρικού οργάνου, που προϋποθέτει τον θάνατο του δότη.

Από πολλούς όμως εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους διατυπώνονται σοβαρές επιφυλάξεις ή και κατηγορηματικές αντιρρήσεις για το δικαίωμα του ανθρώπου να προβεί σε τέτοιες προσφορές. Και οι αντιρρήσεις αυτές κορυφώνονται, όπως είναι φυτικό, όταν πρόκειται για προσφορά κάποιου οργάνου του σώματός του, όπως είναι η καρδιά που προϋποθέτει και τον θάνατο του δότη.


Η αρνητική επιχειρηματολογία για τις μεταμοσχεύσεις θεμελιώνεται πρωτίστους στην ιερότητα του ανθρώπινου σώματος και στην πνευματική διάσταση που έχουν τα βασικά όργανά του κατά τη βιβλική και την πατερική παράδοση. Η καρδιά, το αίμα, το ήπαρ, οι νεφροί συνδέονται ιδιαίτερα στην Παλαιά Διαθήκη με την πνευματική ζωή του πιστού . Επιπλέον η αρνητική επιχειρηματολογία υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος οφείλει το σώμα του στον Θεό και δεν μπορεί να το δωρίζει, ή ότι οφείλει τη ζωή του στον Θεό και δεν μπορεί να την αφαιρεί από τον εαυτό του.

Το σώμα του Χριστιανού χαρακτηρίζεται ως ναός του Θεού ή ως μέλος του Χριστού, άλλωστε ολόκληρος ο Χριστιανός γνωρίζει ότι δεν ανήκει στον εαυτό του, αλλά “ηγοράσθη τιμής” . Επομένως δεν μπορεί να διαχειρίζεται κατά βούληση τον εαυτό του ή το σώμα του. Μπορεί όμως και οφείλει, να ενεργεί κατά τη βούληση του Χριστού, που εκφράζεται με τις εντολές του. Οι εντολές του Χριστού διατυπώνουν τις “προδιαγραφές” για την κατά φύση λειτουργία του ανθρώπου. Η εντολή του Θεού προσφέρεται στον άνθρωπο ως “αιώνια ζωή” . Και ό,τι γίνεται σύμφωνα με την εντολή αυτή, γίνεται στην προοπτική της ζωής, έστω και αν περνά μέσα από τον θάνατο.

Ο Χριστός θυσιάστηκε για τον κόσμο. Τρέφει τους πιστούς με το σώμα και το αίμα του. Δεν έχει σκοπό να παρατείνει τη ζωή τους, αλλά να την ανακαινίσει και να την αφθαρτίσει. Και παράταση όμως ζωής δίνει με τα θαύματα. Με αυτά ο Χριστός “συγκαταβαίνει” στην ανθρώπινη αδυναμία. Σκοπός του όμως δεν είναι τα θαύματα, αλλά η απελευθέρωση του ανθρώπου από την αμαρτία: “’Ινα δε είδήτε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου αφιέναι επί της γης αμαρτίας, λέγει τω παραλντικώ· σοι λέγω, έγειρε και άρον τον κράβαττόν σου και ύπαγε εις τον οίκον σου” .

Οι θαυματουργικές θεραπείες ή οι νεκραναστάσεις, που πραγματοποιεί ό Χριστός, είναι ταυτόχρονα και “σημεία” της παρουσίας της βασιλείας του. Αν ο άνθρωπος δεν οδηγηθεί σε αυτήν, τότε το “σημείο” χάνει το νόημά του. Και η Εκκλησία λοιπόν καλείται να δραστηριοποιείται στο επίπεδο αυτό παρουσιάζοντας “σημεία” της αγάπης της, χωρίς όμως να λησμονεί τον κύριο σκοπό της. Σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι η προσωρινή απαλλαγή του ανθρώπου από τον βιολογικό θάνατο, αλλά η οριστική απαλλαγή του από τον φόβο του θανάτου και τον ίδιο τον θάνατο. Για την Εκκλησία “του απαλλάξαι του θανάτου, το πείσαι θανάτου καταφρονείν πολλώ μείζον” .

Οποιαδήποτε προσφορά σωματικού ιστού ή οργάνου, ως αυτοπροσφορά ανιδιοτελούς αγάπης, είναι ιερή πράξη. Αντίστοιχα και η λήψη ιστού ή οργάνου, ως εκούσια αποδοχή προσφερόμενης αγάπης, έχει ιερό χαρακτήρα. Η όλη διαδικασία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ιερουργία αγάπης. Άλλωστε και ο ίδιος ο Χριστός με το αίμα του ζωογονεί τους ανθρώπους . Αυτά όμως σημαίνουν ότι οι διαδικασίες αυτές χρειάζονται και ανάλογους χειρισμούς. Και η απλή μετάγγιση αίματος δεν κινείται έξω από τα όρια αυτά. Πρέπει να θεωρηθεί απαραίτητη και κάποια αγιαστική πράξη της Εκκλησίας για τις περιπτώσεις αυτές. Όταν ο Απόστολος Παύλος βεβαιώνει ότι οι Γαλάτες θα ήταν έτοιμοι να του προσφέρουν και τα μάτια τους ακόμα, αν ήταν δυνατό, δεν κάνει κάποιο σχήμα λόγου, αλλά περιγράφει την προθυμία τους για αυτοθυσία . Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Αββάς Αγάθων, όταν λέει ότι θα ήταν ευτυχής, αν μπορούσε να δώσει το σώμα του σε κάποιον λεπρό και να πάρει το δικό του, εκφράζει την πλησμονή της αγάπης του, που πρακτικοί λόγοι δεν επέτρεπαν να υλοποιήσει . Εκφράζει το επίπεδο εκείνο της αγάπης, όπου ο πιστός βλέπει στον πλησίον τον αληθινό εαυτό του.

Αν μια τέτοια αγάπη διευκολύνεται σήμερα με την παρέμβαση της ιατρικής, όχι μόνο δεν μπορεί να κατακριθεί, άλλα είναι επόμενο και να επαινεθεί, Ποιός δεν θα επαινέσει κάποια μητέρα, που δίνει το μάτι ή το νεφρό της, για να δει ή να ζήσει το παιδί της; Και τί θα μπορούσε να πει κάποιος, αν αυτή η μητέρα προσφερόταν να δώσει το ήπαρ ή την καρδιά της, για να ζήσει το παιδί της; Βέβαια δεν θα βρισκόταν μάλλον γιατρός, για να πραγματοποιήσει την μεταμόσχευση αυτή. Ποιός όμως θα μπορούσε να αρνηθεί το μεγαλείο της προφοράς αυτής; Αν πάλι η αυτεξούσια αυτή προσφορά ήταν δυνατό να γίνει σε μια έσχατη κατάσταση ζωής, όπως π.χ. σε περίπτωση εγκεφαλικού θανάτου, δεν θα μπορούσε να επικροτηθεί; Το κίνητρο της προσφοράς δεν θα ήταν κάποια διάθεση αυτοκτονίας ή ευθανασίας, αλλά η ανιδιοτελής αγάπη και η αυτοθυσία.

Αυτοί όμως που απορρίπτουν τις μεταμοσχεύσεις ερωτούν: Έχει ο άνθρωπος το δικαίωμα αυτό; Μπορεί να προσφέρει ιστούς ή όργανα του σώματός του που έλαβε από τον Θεό; Τί σημαίνει αυτό για τη μετα-θανάτια ακεραιότητά του;

Ό,τι έχει ο άνθρωπος, το έλαβε από τον Θεό. Και ό,τι έλαβε από τον Θεό, οφείλει να το καταξιώσει στον υψηλότερο δυνατό βαθμό. Η καταξίωση πάλι αυτή είναι δυνατή μόνο με την τήρηση των εντολών του Θεού που συνοψίζονται στην αγάπη. Και όταν ο άνθρωπος κινείται στην προοπτική αυτή της αγάπης, τότε δεν θεωρεί τη ζωή του “τιμίαν εαυτώ” , αλλά είναι έτοιμος να την προσφέρει για το θέλημα του Θεού. Ιδιαίτερα εκφραστική μέσα στην προοπτική αυτή είναι η φράση του Γέροντα Παϊσίου: “Αυτό που λέει η καρδιά μου είναι να πάρω ένα μαχαίρι, να την κόψω κομματάκια, να την μοιράσω, και ύστερα να πεθάνω” .

Ο άνθρωπος δεν είναι το σώμα ή η ψυχή του, ή η άναμιξή τους ή το άθροισμά τους, αλλά κάτι που ξεπερνά όλα αυτά και τα συνέχει, χωρίς να συνέχεται με κανένα τρόπο από αυτά και χωρίς να προσδιορίζεται με τίποτε από αυτά . Ως δημιούργημα “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν” Θεού ο άνθρωπος κατανοείται πάντοτε εικονιστικά, αλλά και καταξιώνεται εικονιστικά . Και η εικονιστική κατανόηση και καταξίωσή του αφορά ταυτόχρονα ολόκληρη την ανθρωπότητα, όπως και τον κάθε άνθρωπο και τις επιμέρους ενέργειες του. Άλλωστε η Ορθοδοξία είναι η αλήθεια των εικόνων. Είναι η ορθή θεώρηση, η ορθή προσέγγιση, η ορθή εκτίμησή τους . Μέσα στο πλαίσιο της καθολικής αναφοράς προς τον Θεό βρίσκει ο άνθρωπος ως μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας και ως φορέας προσωπικών χαρισμάτων την πληρότητα της υπάρξεώς του. Πέρα από κάθε διχοτομική διάκριση ύλης και πνεύματος, σώματος και ψυχής, ατόμου και κοινωνίας οι λογικοί άνθρωποι, ως εικόνες του Λόγου του Θεού, τηρώντας την εντολή της αγάπης μένουν στον Θεό που είναι αγάπη και συναποτελούν το ένα σώμα της Εκκλησίας του Χριστού ως “μέλη εκ μέρους” .

Μέσα στη δυναμική και πολυδιάστατη αυτή ανθρωπολογία κάθε σταγόνα αίματος, που προσφέρεται από αγάπη προς τον πλησίον, αποτελεί καθολική προσφορά του όλου ανθρώπου, αλλά και κάθε σχο-λαστική αναζήτηση για τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στη μεταθανάτια ακεραιότητα της υπάρξεώς του η προσφορά κάποιου σωματικού ιστού ή οργάνου χάνει το νόημά της. Ταυτόχρονα όμως γίνεται φανερό, πόσο ασυμβίβαστη προς την ανθρωπολογία αυτή είναι η μηχανιστική θεώρηση του ανθρώπου και η αντιμετώπιση των ιστών και των οργάνων του ως ανταλλακτικών μέσων. Όλα αυτά δεν αποτελούν απλά υλικά ή εξαρτήματα κάποιας απρόσωπης μηχανής, αλλά μέλη και συστατικά στοιχεία της ενιαίας και αδιαίρετης προσωπικής υπάρξεως.

(«Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις», εκδ. Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2001, σ. 261-268)

Βλ.π.χ. Λευϊτ. 17,14, Γεν. 49,6. Ψαλ. 72,21, Ιερ. 17,10.

Α΄Κορ. 6,20.

Ιω.12, 49-50.

Μαρ. 2, 10-11.

Ιω. Χρυσοστόμου, Υπόμνημα εις Ματθαίον 34, PG 57, 375-6.

«Ώσπερ πελεκάν τετρωμένος την πλευράν σου, Λόγε, σους θανόνυας παίδας εζώωσας, επιστάζων ζωτικούς αυτοίς κρουνούς», Εγκώμια, στάσις β΄.

Γαλ. 4,15.

«Ει δυνατόν ην μοι ευρείν κελεφόν και δούναι αυτώ το εμόν σώμα, και λαβείν το αυτού, ηδέως είχον· αύτη γαρ εστιν η τελεία αγάπη», Αποφθέγματα αγίων Γερόντων( Περί αββά Αγάθωνος 26), PG 65, 116C.

Βλ. Πραξ. 20, 24.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Α΄, Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 1998, σ. 23.

Βλ. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, PG. 91, 1225D.

Βλ. Π. Νέλλα, Ζώον θεούμενον, Αθήνα 1979, σ.285. Πρεσβ. Ν. Λουδοβίκου, «Μεταφυσική ή εσχατολογία του σώματος», Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής, νέα σειρά, Τμήμα Θεολογίας, τομ. 1, Θεσσαλονίκη 1990,σ. 124.

Γ. Μαντζαρίδη, Η εμπειρική θεολογία στην οικολογία και την πολιτική, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 20, όπου και περισσότερα.

Α΄Κορ. 12, 27. Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος παραθέτοντας το χωρίο «οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ ο δε καθ’εις αλλήλων μέλη» (Ρωμ. 12,5) σημειώνει: «Ιδού το θεολογικόν θεμέλιο των μεταμοσχεύσεων, το οποίο βέβαια παραπέμπει στην εσχατολογική πανενότητα εν Χριστώ, η οποία αρχίζει ήδη από την ζωή αυτή».Ό.π., σ. 134.

Θεολογική προβληματική των μεταμοσχεύσεων (Α΄ Μέρος)

Α. Εισαγωγή

Οί μεταμοσχεύσεις έχουν μπει στην καθημερινή μας ζωή. Οι θετικές ή οι αρνητικές τοποθετήσεις, που διατυπώνονται γι’ αυτές από εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους, έχουν συνήθως αποσπασματικό χαρακτήρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τοποθετήθηκε ακόμα απέναντι σ’ αυτές. Και η τοποθέτησή της δεν μπορεί να γίνει από μεμονωμένα άτομα, που προσπαθούν να στηρίξουν τις απόψεις τους στην παράδοσή της. Σκοπός του κειμένου αυτού δεν είναι να παρουσιάσει τις ορθόδοξες θέσεις, αλλά να διατυπώσει απόψεις, που μπορούν να βοηθήσουν στον ορθόδοξο προβληματισμό σχετικά με το θέμα αυτό. Γι’ αυτό και οι απόψεις που θα διατυπωθούν αποτελούν απλές δοκιμές προσεγγίσεως του θέματος για ευρύτερη συζήτηση και αντιμετώπισή του από την Εκκλησία.

Οι απαρχές των μεταμοσχεύσεων ανάγονται στους αρχαίους χρόνους. Μεταμοσχεύσεις δέρματος έκαναν και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι . Οι πρώτες όμως μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων και ιστών του ανθρώπινου σώματος έγιναν στην εποχή μας. Έτσι η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση νεφρού πραγματοποιήθηκε το 1954, ενώ η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση καρδιάς το 1967. Στη συνέχεια οι μεταμοσχεύσεις διαδόθηκαν ευρύτατα και προκάλεσαν ενθουσιασμό σε παγκόσμια κλίμακα. Ο ενθουσιασμός αυτός οφείλεται ασφαλώς στο μέγεθος του κατορθώματος, αλλά ίσως και στην επιθυμία του σύγχρονου ανθρώπου για κάποια επίγεια αθανασία. Γι’ αυτό δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί οτι εμπεριέχει τον κίνδυνο του αποπροσανατολισμού του ανθρώπου από τον σκοπό της υπάρξεως και τα πραγματικά προβλήματά του. Αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψη ότι οι ανθρώπινες ζωές που μπορούν να σωθούν με τις μεταμοσχεύσεις δεν είναι δυνατό να καλύψουν ουτε το ενα χιλιοστό εκείνων που καταστρέφονται με τις εκτρώσεις, η σχετικότητα του ενθουσιασμού για την προστασία του ανθρώπου γίνεται σαφέστερη.



Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να λησμονούνται και οι οδυνηρές προϋποθέσεις των μεταμοσχεύσεων. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε, κάθε μεταμόσχευση οργάνου μετατρέπει ή προσπαθεί να μετατρέψει σε σχετική επιτυχία μια διπλή ιατρική αποτυχία: α) την αποτυχία της ιατρικής μπροστά στον ασθενή που αδυνατεί να θεραπεύσει, και β) την αποτυχία της ιατρικής και της κοινωνίας, που αδυνατούν να εμποδίσουν τη μοιραία εξέλιξη μιας μετακωματώδους καταστάσεως, στην οποία περιέρχεται κάποιο νέο και ως πριν λίγο υγιές άτομο. Στις δύο αυτές αποτυχίες προστίθεται συνήθως και η πνευματική αποτυχία του ατόμου, που ενισχύεται από την κοινωνία και αναζητεί κάποια επίγεια και αστεία αθανασία .

Οι μεταμοσχεύσεις ιστών και οργάνων καθιερώθηκαν στην εποχή μας ως θεραπευτικές μέθοδοι, που θεωρούνται μάλιστα ιδιαίτερα αποτελεσματικές, γιατί δεν περιορίζονται στη συντήρηση, αλλά προχωρούν ως τη ριζική εξαφάνιση προβλημάτων υγείας. Η εφαρμογή των μεταμοσχεύσεων πραγματοποιείται σε ευρύτατο φάσμα και προσλαμβάνει διάφορες μορφές. Αρχίζει από τη μετάγγιση αίματος, που αποτελεί μεταφορά υγρού ιστού, και φθάνει ως την μεταμόσχευση πνευμόνων και καρδιάς. Εξάλλου οι μεταμοσχεύσεις μπορούν να αφορούν ενα μόνο άτομο, όταν μεταφέρεται κάποιος ιστός από ενα σημείο του σώματος σε κάποιο άλλο, ή να εμπλέκουν και άλλο ή άλλα άτομα, όταν οι ιστοί ή τα όργανα παραλαμβάνονται από αυτά. Τέλος ο δότης του μοσχεύματος μπορεί να είναι ζωντανός, ή ακόμα και νεκρός (συνήθως σε κατάσταση εγκεφαλικού θανάτου, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα).

Η υπερβολική εμπιστοσύνη στις μεταμοσχεύσεις επικεντρώνει το ενδιαφέρον του ανθρώπου στη σωματική μόνο ακεραιότητα, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί την ψευδαίσθηση κάποιας αθανασίας και αποφυγής του θανάτου. Τα σοβαρότερα όμως προβλήματα που δημιουργούν στη χριστιανική συνείδηση οι μεταμοσχεύσεις, όπως και γενικότερα οι εφαρμογές της νεώτερης ιατρικής τεχνολογίας στον άνθρωπο, συνδέονται με τη μηχανιστική ανθρωπολογία που προϋποθέτουν.

Β. Πνευματική θεώρηση της ιατρικής πρακτικής και επιστήμης.

Η σύγχρονη ιατρική βλέπει τον άνθρωπο ως μηχανή. Περιορίζει ουσιαστικά το ενδιαφέρον της στο ανθρώπινο σώμα παραθεωρώντας ή και σωματοποιώντας εντελώς την ψυχή του. Η ανθρωπολογία, στην οποία θεμελιώνεται η σύγχρονη ιατρική, είναι ουσιαστικά ξένη προς την χριστιανική. Επιπλέον όμως η ανθρωπολογία αυτή είναι αναχρονιστική. Ενώ οι φυσικές επιστήμες σημείωσαν στην εποχή μας αλματώδη πρόοδο και απέδειξαν την ανεπάρκεια της κλασσικής μηχανικής στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο, η ιατρική βλέπει τον άνθρωπο μηχανιστικά και μονοδιάστατα, πράγμα που δεν συνέβαινε στην αρχαία ελληνική, όπως και στη μεταγενέστερη ιατρική.

Βέβαια υπάρχουν και άλλες ιατρικές, που συνδέονται με διαφορετικούς πολιτισμούς και θρησκείες, και στηρίζονται σε διαφορετικές ανθρωπολογίες. Συνήθως οι σύγχρονοι γιατροί επικρίνουν και απορρίπτουν τις ιατρικές αυτές για σοβαρούς επιστημονικούς ή και θρησκευτικούς ακόμα λόγους. Κι εδώ έχουν δίκαιο. Λησμονούν όμως να κρίνουν και το είδος της ιατρικής που οι ίδιοι ασκούν, μολονότι στηρίζεται σε χριστιανικώς αλλά και επιστημονικώς μη αποδεκτή πλέον ανθρωπολογία. Η ιατρική αυτή, παρά τα εκπληκτικά της κατορθώματα, εκφράζει και προεκτείνει την ουμανιστική ανθρωπολογία που αποκρούσθηκε στον ορθόδοξο χώρο, γιατί εγκλωβίζει τον άνθρωπο στα όρια της κτιστότητας και της θνητότητας. Γι’ αυτό διαπιστώνεται συνήθως ότι όπου κυριαρχεί η ιατρική αυτή εκτοπίζεται ο Θεός. Ιδιαίτερα λοιπόν μέσα στον ορθόδοξο χώρο είναι απαραίτητο να προβληματισθεί η σύγχρονη ιατρική για την αντίληψη που διατηρεί για τον άνθρωπο. Έτσι και η προβληματική της Εκκλησίας στα αναφυόμενα βιοϊατρικά θέματα θα είναι απλούστερη.

Στην προοπτική της Εκκλησίας η βιολογική ζωή και ο βιολογικός θάνατος χάνουν τη δραματική αντιπαλότητά τους και σχετικοποιούνται. Άλλωστε από τη φύση τους η ζωή και ο θάνατος συμπλέκονται και συνυφαίνονται. Η ζωή εκδιπλώνεται ως διαδικασία θανάτου. Και ο θάνατος υπάρχει σε κάθε φάση της ζωής . Ιδίως υπάρχει ως φάση οριστικής εναλλαγής της ζωής. Η προοπτική αυτή δεν εξαφανίζει μόνο την τραγικότητα του θανάτου, αλλά και δημιουργεί τη δυνατότητα για θετική ή και επιθετική ακόμα αντιμετώπισή του. Ο βιολογικός θάνατος είναι κοινός στα ζώα και τον άνθρωπο. Ο Χριστιανός δεν είναι απαραίτητο να περιμένει παθητικά αυτόν τον θάνατο. Μπορεί να τον δεχθεί και θεληματικά, για να κερδίσει με’ αυτόν τη ζωή.

Όπως όμως ο σωματικός θάνατος μπορεί να υπηρετήσει την πνευματική ζωή, έτσι και η σωματική αρρώστια μπορεί να υπηρετήσει την πνευματική υγεία. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος σημειώνει ότι τις αρρώστιες “διά την υγείαν της ψυχής επάγει ο Θεός” . Γι’ αυτό και η ιατρική αντιμετώπισή τους δεν είναι η μόνη πρόσφορη. Ειδικότερα στην ασκητική παράδοση της Εκκλησίας η καταφυγή στους γιατρούς και τα φάρμακα γίνεται με φειδώ . Αυτό άλλωστε ισχύει και γενικότερα για τον ασκητή. Τίποτε δεν εμποδίζει τον άνθρωπο να συνάψει γάμο, να επιδοθεί στο εμπόριο και να απολαύσει άλλα αγαθά του κόσμου. Και αυτά είναι δώρα του Θεού, που παρέχονται κατ’ οικονομία σε αυτόν μετά την πτώση. Ο ασκητής, όμως, που αποξενώνεται εκουσίως από αυτά, είναι φυσικό να τα αποφεύγει. Με την ίδια λογική είναι φυσικό να αποφεύγει και τις ιατρικές φροντίδες, αφού εμπιστεύθηκε τον εαυτό του τελείως στο Χριστό, ο οποίος υποσχέθηκε να παρέχει στους πιστούς όλα όσα χρειάζονται . Έτσι επισημαίνεται η συνετή χρήση της ιατρικής. Αυτή αφορά πρωτίστως τους ασκητές, αλλά κατ’ επέκταση και κάθε Χριστιανό, γιατί και αυτού η ζωή έχει χαρακτήρα ασκητικό.



Παράλληλα όμως δεν παραθεωρείται η αξία της ιατρικής που έρχεται ως δώρο του Θεού να παρηγορήσει τον άνθρωπο στην ασθενή πνευματικά και σωματικά κατάστασή του. Ο ίδιος ο Χριστός ήρθε στον κόσμο ως ιατρός των ψυχών και των σωμάτων των ανθρώπων. Η φανέρωση της βασιλείας του Θεού σηματοδοτείται και με θεραπείες αρρώστων. Αλλά και οι ποικίλες θεραπείες που πραγματοποιούν οι άγιοι στον κόσμο, αναγνωρίζονται ως συνέπειες ιδιαίτερης χάριτος του Θεού. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στις θεραπείες αυτές συμπεριλαμβάνονται η συμπλήρωση σωματικού οργάνου, όπως στην περίπτωση της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού από τον Κύριο , αλλά και η μεταμόσχευση σωματικού μέλους, όπως στην περίπτωση της μεταμοσχεύσεως κνήμης από πτώμα σε ασθενή, που πραγματοποίησαν οι άγιοι Κοσμάς και Δαμιανός. Τέλος η σωματική ασθένεια παραβάλλεται συχνά προς την ψυχική ασθένεια και η θεραπεία από τη σωματική ασθένεια προβάλλεται ως τύπος για την ψυχική αγωγή και θεραπεία του ανθρώπου. Όπως η σωματική ασθένεια επιβάλλει την αποφυγή των βλαβερών τροφών, έτσι και η ασθένεια της ψυχής επιβάλλει την τήρηση των εντολών του Θεού.

Ο Χριστιανός δεν έχει κανένα λόγο να αποφεύγει την ιατρική ή να μην αναζητεί τους πιο εμπείρους γιατρούς . Είτε όμως καταφεύγει στη βοήθεια των ιατρών είτε παραιτείται από αυτούς, πρέπει να προσβλέπει στον Θεό και την ωφέλεια της ψυχής του: “Είτε ουν εσθίετε, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε” . Ο πιστός λοιπόν καταφεύγει στους ιατρούς και την ιατρική επιστήμη, όποτε χρειάζεται, χωρίς όμως να εναποθέτει εκεί όλες τις προσδοκίες του . Ο Θεός φροντίζει για τον άνθρωπο και δεν τον αφήνει να δοκιμασθεί πέρα από τις δυνάμεις του .

Η ιατρική φροντίζει για την αποκατάσταση ή τη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου. Φροντίζοντας όμως γι’ αυτά φροντίζει και για την παράταση της ζωής του. Η θεολογία δεν εμποδίζει την ιατρική στην προσπάθειά της, αλλά και δεν αγνοεί τη σχετικότητά της. Παράλληλα όμως προβάλλει ορισμένες προϋποθέσεις για την ορθή ανάπτυξη και άσκησή της. Και οι προϋποθέσεις αυτές μπορούν να συνοψισθούν σε δύο: α) στο σεβασμό του προσώπου και β) στην ωφέλεια του πλησίον.

Το πρόσωπο κατά τη χριστιανική διδασκαλία έχει υπέρτατη αξία. Η αλήθεια του προσώπου βρίσκεται πρωτίστως στον Θεό. Αλλά και ο “κατ’ εικόνα Θεού” δημιουργημένος άνθρωπος είναι δυνάμει πρόσωπο και καλείται να ολοκληρωθεί κατά το πρότυπο του αρχετύπου του. Εξάλλου η ωφέλεια του πλησίον είναι το ασφαλέστερο κριτήριο, γιατί εκφράζει ανιδιοτελή αγάπη. Έτσι στις δύο αυτές προϋποθέσεις αποτυπώνονται ουσιαστικά η αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον συνοψίζεται, ολόκληρη η χριστιανική ηθική. Ο σεβασμός του προσώπου δεν μπορεί να συγκρούεται με την ωφέλεια του πλησίον. Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ή το πρόσωπο δεν θεωρείται σωστά, ή η ωφέλεια του πλησίον παρερμηνεύεται.

Όταν τηρείται η αρχή του σεβασμού του προσώπου και της ωφέλειας του πλησίον, μπορούν να γίνονται τα πάντα. Έτσι δικαιούται ο άνθρωπος να προσδιορίζει ακόμα και το τέλος της ζωής του με την αυτοθυσία. Αυτή, μολονότι μπορεί τυπικά να μοιάζει με την αυτοκτονία, ουσιαστικά βρίσκεται στον αντίποδά της. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για εκούσιο τερματισμό της ζωής. Στην πραγματικότητα όμως η διαφορά ανάμεσα στην αυτοθυσία και την αυτοκτονία είναι τεράστια. Κριτήρια για την διάκρισή τους είναι τα κίνητρα που οδηγούν στον τερματισμό της ζωής. Όταν αυτά είναι ανιδιοτελή, έχουμε αυτοθυσία. Όταν είναι ιδιοτελή, έχουμε αυτοκτονία. Στην πρώτη περίπτωση ο άνθρωπος ενεργεί με υπερβολή αγάπης και πληρότητα προσωπικής ζωής. Στη δεύτερη περίπτωση παρατηρείται έλλειψη αγάπης και στειρότητα προσκοπικής ζωής. Κατά την αυτοθυσία ο άνθρωπος νικά τον θάνατο με την αγάπη. Κατά την αυτοκτονία βυθίζεται στον θάνατο, γιατί αδυνατεί να αγαπήσει.

Η αυτοθυσία κατέχει περίοπτη θέση στην Εκκλησία. Ο ίδιος ο Χριστός προβάλλει την αυτοθυσία ως αποκορύφωση της αγάπης: “Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού” . Βέβαια και η αυτοθυσία δεν νοείται ως αυθαίρετη πράξη, αλλά ως ανταπόκριση σε κάποια πρόκληση, που συνδέεται με το θέλημα του Θεού. Με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορούν να εξετάζονται οι παρεμβάσεις για την καθυστέρηση ή την επίσπευση της στιγμής του θανάτου.

Εδώ όμως προβάλλει το ερώτημα: Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον άνθρωπο η ιατρική δείχνει σεβασμό προς το πρόσωπό του; Και οι θεραπείες ή οι άλλες δυνατότητες που προσφέρει στον άνθρωπο μπορούν να συμπορεύονται με την ανεπανάληπτη προσωπική τους αξία ή έστω να μην την φαλκιδεύουν;

Η ιατρική, όπως και κάθε επιστήμη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπηρετήσει τον άνθρωπο και το θέλημα του Θεού. Μπορεί όμως και να χρησιμοποιηθεί για να βλάψει τον άνθρωπο ή να πολεμήσει το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν. Αυτά εξαρτώνται κυρίως από τον άνθρωπο και από τη διάθεση με την οποία χρησιμοποιεί την επιστήμη. Είναι άραγε δυνατό να υπάρξει εδώ από χριστιανική πλευρά κάποιος κανόνας για να τηρηθεί;

Όταν οι Φαρισαίοι και οι Ηρωδιανοί θέλησαν να παγιδεύσουν τον Χριστό με το θέμα της καταβολής του φόρου στον Καίσαρα, ο Χριστός απήντησε: “Απόδοτε τα Καίσαρος Καισαρι και τα του Θεού τω Θεώ” .

Η Εκκλησία του Χριστού, όπως και ο ίδιος ο Χριστός, δεν αρνείται δικαιώματα στην ανθρώπινη εξουσία. Αλλά και ο εξουσιαζόμενος πρέπει να γνωρίζει πώς θα τοποθετηθεί απέναντι στην εξουσία. Η ιατρική επιστήμη δίνει στον άνθρωπο κάποια εξουσία. Και η εξουσία αυτή αποδεικνύεται συχνά που στην πράξη αποδεικνύεται σημαντικότερη και αποφασιστικότερη από την εξουσία του Καίσαρα για πολλούς ανθρώπους. Πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η εξουσία αυτή; Πώς να την ασκήσει ο γιατρός, και πώς να την αντιμετωπίσει ο ασθενής ή γενικότερα ο άνθρωπος ως δέκτης των υπηρεσιών που μπορεί να του προσφέρει;

Συχνά μεταφέρεται όλη η ευθύνη στους γιατρούς και την ιατρική, και λησμονούνται οι διαθέσεις ή και οι απαιτήσεις που εκφράζονται από τον κόσμο. Αποδίδονται όλες οι ευθύνες σε επώνυμα ή ανώνυμα άτομα που ασκούν το επάγγελμά τους ή ικανοποιούν τα συμφέροντά τους, και αμνηστεύονται αυτοί που επιβάλλουν την δραστηριοποίησή τους ως αποδέκτες ή καταναλωτές των προσφορών τους.

Όπως στο επίπεδο της κρατικής εξουσίας υπάρχουν “οι δοκούντες άρχειν των εθνών” , αυτοί δηλαδή που χρησιμοποιούν την εξουσία τους χωρίς συναίσθηση περιορισμών και χωρίς αναφορά στον ένα Κύριο, έτσι και στο επίπεδο της ιατρικής εξουσίας υπάρχουν “οι δοκούντες ιατρέυειν τους ανθρώπους”, αυτοί δηλαδή που χρησιμοποιούν την ιατρική τους χωρίς συναίσθηση περιορισμών και χωρίς αναφορά στον ένα Κύριο και δημιουργό αυτών που ιατρεύουν, αλλά και των ιδίων.

Κατά την άσκηση λοιπόν της ιατρικής επιστήμης, όπως και κατά την εξυπηρέτηση του ανθρώπου από αυτήν, πρέπει να τίθεται το ερώτημα, αν και κατά πόσο προσφέρονται ή προσλαμβάνονται “τα της ιατρικής” από την ιατρική ή “τα του Θεού” από αυτήν. Αυτό μάλιστα ισχύει ιδιαίτερα στην εποχή μας. Όσο η χριστιανική πίστη προσδιόριζε την προσωπική και την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, υπήρχε κάποιο πλαίσιο ασκήσεως και της ιατρικής. Με την διάδοση όμως της εκκοσμικεύσεως τα πράγματα άλλαξαν. Αμφισβητήθηκαν όλοι οι θρησκευτικοί και ηθικοί φραγμοί και θεοποιήθηκαν η ανθρώπινη κρίση και η έρευνα. Παράλληλα επικράτησε στην ιατρική η μηχανιστική ανθρωπολογία, που δημιουργεί και τη σοβαρότερη προβληματική στη θεολογία. Έτσι, εκτός από τον άνθρωπο και τη διάθεσή του κατά τη χρήση της ιατρικής, εμφανίζεται ως πρόβλημα και η ίδια η ιατρική με τη μηχανιστική θεώρηση του ανθρώπου.

(«Εκκλησία και Μεταμοσχεύσεις», εκδ. Κλάδου Εκδόσεων Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 2001, σ. 251-261)

Κ.Τούντα, Μεταμοσχεύσεις οργάνων, Επιστήμη και ζωή, τομ. 12, σ.49.

Βλ. M. Andronikof, Transplantation d’ organes et ‘ethique chretienne, Paris 1993, σ.97.

«Ζωή γουν και θάνατος, ταύθ’άπερ λέγεται, πλείστον αλλήλων διαφέρειν δοκούντα, εις άλληλα περιχωρεί πως και αντικαθίσταται», Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 18,42, PG 35,1041Α.

Λόγος 5, εκδ. Ι. Σπετσιέρη, σ. 24.

Σχετικά παραδείγματα βλέπε στον Ευεργετινό, τομ. 3, Υπόθεσις ιδ΄και ιε΄, εκδ. Ματθαίου Λαγγή, Αθήναι 1985, σ. 178 κ.ε.

Βλ. Ευεργετινός, τομ. 3, Υπόθεσις ιδ΄, β, του αγίου Εφραίμ, σ. 189.

Βλ. Ιω.9,1-7.

Βλ. Ιω.Χρυσοστόμου, Προς Ολυμπιάδα 17, PG 52, 590.

Α΄Κορ. 10, 31.

«Και σπουδαστέον ούτω κεχρήσθαι τη τέχνη, είποτε δέοι, ως μη εν αυτή πάσαν αιτίαν του υγιαίνειν ή νοσείν τίθεσθαι, αλλ’ ως εις δόξαν Θεού και τύπον της των ψυχών επιμελείας την χρήσιν των απ’ αυτής παραλαμβάνειν», Μ.Βασιλείου, Όροι κατά πλάτος, 55, 2, PG 31,1045B.

Πρβλ. Α΄Κορ. 10, 13.

Ιω. 15, 13.

Ματθ. 22, 21.

Μαρκ. 10, 42.

Μεταμοσχεύσεις και εγκεφαλικός θάνατος

Οι μεταμοσχεύσεις έχουν μπεί στην καθημερινή ζωή της σύγχρονης κοινωνίας. Οι θετικές ή οι αρνητικές τοποθετήσεις που διατυπώνονται γι’ αυτές από εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους έχουν συνήθως αποσπασματικό χαρακτήρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν τοποθετήθηκε ακόμα τελικά απέναντι σε αυτές. Και η τοποθέτησή της δεν μπορεί να γίνει από μεμονωμένα άτομα ή από επιτροπές που προσπαθούν να στηρίξουν τις απόψεις τους στην παράδοσή της, αλλά πρέπει να υπαγορευθεί από την καθολική συνείδησή της.



Oι απαρχές των μεταμοσχεύσεων ανάγονται στους αρχαίους χρόνους. Μεταμοσχεύσεις δέρματος έκαναν ήδη οι αρχαίοι Αιγύπτιοι1. Οι πρώτες όμως μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων και ιστών του ανθρωπίνου σώματος έγιναν στην εποχή μας. Έτσι η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση νεφρού πραγματοποιήθηκε το 1954, ενώ η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση καρδιάς το 1967. Στη συνέχεια οι μεταμοσχεύσεις, ως θεραπευτικές μέθοδοι που δεν περιορίζονται στη συντήρηση, αλλά προχωρούν ώς τη ριζική εξαφάνιση προβλημάτων υγείας, διαδόθηκαν ευρύτατα και προκάλεσαν ενθουσιασμό σε παγκόσμια κλίμακα.

Μεταμοσχεύσεις χωρίς βιοηθικά διλήμματα, με ελληνική σφραγίδα


Διαβάζοντας κανείς το άρθρο που αναφέρεται στη βράβευση της Ελληνίδας ερευνήτριας Ελένης Αντωνιάδου ως γυναίκας της χρονιάς, στο πλαίσιο του θεσμού «FDM everywoman in technology Awards 2013», πλημμυρίζει οπωσδήποτε με αισθήματα χαράς, και εθνικής υπερηφάνειας. Στην παρούσα συγκυρία, δεν είναι λίγο μια συμπατριώτισσά μας να λαμβάνει μια τόσο υψηλή διάκριση, και μάλιστα εργαζόμενη σε έναν τόσο αξιόλογο τομέα.

Στόχος της ερευνητικής προσπάθειας της κ. Αντωνιάδου είναι η μείωση του χρόνου αναμονής για μεταμοσχεύσεις, με τη δημιουργία τεχνητών οργάνων από βιοϋλικά και βλαστοκύτταρα. Ήδη υπάρχουν ως κλινικά δεδομένα για μεταμοσχεύσεις τεχνητών οργάνων και συγκεκριμένα: τραχείας, μύτης, αυτιών, σε ασθενείς που βρίσκονταν στο τελικό στάδιο του καρκίνου (εγκεκριμένο από τους ανώτατους θεσμικούς οργανισμούς ελέγχου FDA και European Medicines Agency). Ο συνδυασμός τόσο της επιστημονικής έρευνας πάνω στην τεχνολογία των τεχνητών οργάνων, όσο και η αξιοποίηση της κλινικής εμπειρίας από τις ζώσες και πτωματικές μεταμοσχεύσεις, έφεραν αυτό το ελπιδοφόρο και πολλά υποσχόμενο μεταμοσχευτικά μέλλον, προσμετρώντας στα θετικά και το γεγονός ότι υπερβαίνονται τα όποια ηθικο-κοινωνικά προβλήματα-διλήμματα, τα οποία γεννώνται από τον κλασικό τρόπο μεταμόσχευσης.

Eπιδίωξη της όλης προσπάθειας είναι να υπάρξει μία εναλλακτική μέθοδος, με την οποία δεν θα χρειάζεται να περιμένει κάποιος για χρόνια ολόκληρα σε λίστες για να λάβει κάποιο όργανο. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της αισιόδοξης προοπτικής αναπτύσσεται και η έρευνα για την κλωνοποίηση οργάνων προς μεταμόσχευση από ταυτόσημο DNA.

Συλλογιζόμενη ανασκοπικά την ιστορία των μεταμοσχεύσεων, αντιλήφθηκα πως κάθε εποχή, ανάλογα με την επιστημονική γνώση, τεχνογνωσία, κλινική εμπειρία και τεχνολογία που διέθετε, προσέφερε τις δικές της καινοτόμες λύσεις στα προβλήματα που απασχόλησαν την ανθρώπινη ύπαρξη.

Δεν μπορώ να αγνοήσω την ευρηματική και ευφυή επέμβαση με την προκλητική τεχνική της ξενομεταμόσχευσης, από τον Αρχιεπίσκοπο Κριμαίας και Συμφερουπόλεως και Καθηγητή Χειρουργικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Τασκένδης, άγιο Λουκά Βόινο-Γιασενέτσκι, όταν το 1924 για πρώτη φορά στην ιστορία των μεταμοσχεύσεων καταγράφεται η πρώτη επιτυχής μεταμόσχευση νεφρού από ζώο (μοσχάρι), σε νεαρό ασθενή που έπασχε από νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου. Θυμήθηκα το πρόσωπο, που έκανε πράξη τη Θεολογία, διακονώντας τον άνθρωπο υπό τη διπλή ιδιότητά του: ως επισκόπου (ιατρού των ψυχών) και ως χειρουργού (θεραπευτή των σωμάτων), προσφέροντας στον πάσχοντα άνθρωπο τα δώρα της επιστήμης – την οποία «Κύριος έδωκεν ανθρώποις».

Οι αντιδράσεις σε κάθε καινοτόμο δράση είναι αναμενόμενη. Άλλωστε νόμος της φύσης είναι πως κάθε δράση, φέρνει αντίδραση. Ευχής έργον θα ήταν, τέτοιες επαναστατικές τεχνικές να μη συνοδεύονταν από αντίστοιχα ηθικά διλήμματα καταστάσεων, κάτι που υπόσχεται η αναγεννητική ιατρική με το τεχνικά επιτεύξιμο της μεταμόσχευσης τεχνητών οργάνων.

Ωστόσο δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και να υποβαθμίσουμε τις επιτυχείς τεχνικές μεταμόσχευσης που προέρχονται από το διπολικό σχήμα, ζώντες και πτωματικοί δότες. Πηγές μοσχευμάτων, από τις οποίες πολλοί συνάνθρωποί μας οφείλουν όχι απλά την ποιότητα ζωής τους, αλλά την Ύπαρξή τους. Αυτό το δώρο ζωής που γίνεται σήμερα από τους συνανθρώπους μας μέσω της επιστήμης, η αναγεννητική ιατρική “υπόσχεται” να το προσφέρει απευθείας στον πάσχοντα.

Επιλογικά, θα ήθελα να τονίσω πως οι μεταμοσχεύσεις “έζησαν” γιατί οι άνθρωποι έμαθαν να δίνουν. Εύχομαι να έρθει σύντομα η ώρα που η επιστήμη έχοντας εμπλουτιστεί από την κλινική, εμπειρική, εργαστηριακή και τεχνολογική γνώση και μέσα από την εργαστηριακή έρευνα, να αξιοποιήσει τον όγκο των νέων δεδομένων για ένα μέλλον με ευοίωνες προβλέψεις στο χώρο των μεταμοσχεύσεων και με τεχνικές επίτευξης που να μην δημιουργούν βιοηθικούς προβληματισμούς, όπως αυτή της αναγεννητικής ιατρικής.

Μεταμοσχεύσεις: η θεολογική συζήτηση στην Ελλάδα τα τελευταία τριάντα έτη

Ο Καθηγητής του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Βασίλειος Φανάρας μιλάει για τη θεολογική συζήτηση για τις μεταμοσχεύσεις τα τελευταία τριάντα έτη, η οποία εκφράστηκε τόσο μέσω Εγκυκλίων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όσο και διατριβών και άλλων μονογραφιών για το θέμα.



Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/video
 

Εκκλησία και μεταμόσχευση

Η μεταμόσχευση δεν είναι κάτι που η εκκλησία πρέπει ή δεν πρέπει να επιτρέψει, άλλα κάτι που θα μπορούσε να ευλογήσει.
Η εκκλησία θα μπορούσε μέσα από τις μεταμοσχεύσεις να διακρίνει ένα θαυμάσιο πεδίο ποιμαντικής αγωγής των πιστών της, η οποία δεν θα είναι προσανατολισμένη στο ότι κάποιος βιολογικά θα ζήσει λίγο παραπάνω, γιατί ύστερα από λίγο ούτως ή άλλως και αυτός θα πεθάνει, αλλά στο ότι η αγάπη κάποιου συνανθρώπου του δεν θα του επιτρέψει να πεθάνει "τώρα".
Ο δότης προσφέρει μόσχευμα που σε λίγο θα πεθάνει -δεν γίνεται αλλιώς.
Δίνει όμως και αγάπη, ενδιαφέρον, έκφραση συναλληλίας, και αισθήματα αυτοπροσφοράς, που όχι μόνο ποτέ δεν πεθαίνουν, αλλά και αιώνια τον συνοδεύουν.
Γι' αυτό, ενώ προσφέρει, δεν στερείται, χαρίζει όργανα, άλλα δέχεται ζωή.
Αυτό το φρόνιμα και η διάθεση της αυτοπροσφοράς αποτελεί τον πνευματικό άξονα της ηθικής της εκκλησίας στο θέμα των μεταμοσχεύσεων.
Με βάση αυτό, θα μπορούσε να προσεγγίσει το θέμα των μεταμοσχεύσεων ως ευκαιρία μετάγγισης πνευματικού ήθους στην κοινωνία.
Η Εκκλησία, ούτε την αλήθεια θυσιάζει, ούτε το πρόσωπο υποδουλώνει.
Ενώ επικροτεί και προτιμά κάθε ιδέα αυτοπροσφοράς, αν σε κάποιον η δωρεά οργάνου δεν τον οικοδομεί, τον αποτρέπει -αν τον ωφελεί, τον προτρέπει.
Αυτή είναι η προστασία του προσώπου.
Το πνεύμα της δεν υποτάσσεται στην ανάγκη των μεταμοσχεύσεων, άλλα υπηρετεί το σεβασμό του προσώπου.
Κυρίως του προσώπου ως δότη! 


 Μητρ. Νικόλαος Χατζηνικολάου

Απο το βιβλίο του Μητροπολίτη: "Ελεύθεροι απο το γονιδίωμα" (σελ.343)

Στο κεφάλι της νεκρής Νατάσας

Χτυπάει το τηλέφωνο. Από την άλλη μεριά η Διευθύνουσα του Γενικού Κρατικού. Γρήγορα μπαίνει στο θέμα. Μια κοπέλα δεκαεννέα ετών, η Νατάσα, έκανε κατακλυσμιαία εγκεφαλική αιμορραγία και διαγνώστηκε εγκεφαλικά νεκρή. Δυστυχώς, έγιναν και οι προβλεπόμενες επαναληπτικές διαγνωστικές δοκιμασίες και όλα επιβεβαιώνουν την οριστική νέκρωση του εγκεφάλου. Στο Ωνάσειο ένα νέο παλληκάρι περιμένει απεγνωσμένα μια καρδιά. Στις λίστες για νεφρικές ή ηπατικές μεταμοσχεύσεις κοντά στα χίλια άτομα. 

Το δίλημμα είναι μεγάλο: ή σε λίγες ώρες η αποσύνθεση των οργάνων της Νατάσας ή για χρόνια το δώρο της ζωής σε εννέα περίπου συνανθρώπους μας. Οι αρμόδιοι προσπάθησαν διστακτικά να μιλήσουν για τη δυνατότητα δωρεάς οργάνων στους γονείς. Πώς όμως να φορτώσουν στον αβάσταχτο πόνο τους ένα πρόσθετο ασήκωτο δίλημμα; Πώς να προσθέσουν στη ζάλη τους την πίεση για μια άμεση απόφαση που απαιτεί γνώση, ψυχραιμία, ψυχικό σθένος, χρόνο, ξεκάθαρη συνείδηση. Ποιος είναι αυτός που γνωρίζει τις σωστές και σίγουρες απαντήσεις στα ερωτήματα που εγείρονται για να βοηθήσει; 

 Μέσα στην όλη έντονη αυτήν ατμόσφαιρα, οι γονείς ζητούν τη γνώμη της Εκκλησίας. Έτσι δικαιολογείται το τηλεφώνημα της Διευθύνουσας σε μένα. Σε λίγη ώρα βρίσκομαι σε ένα γραφείο με τους γονείς, τον διευθυντή της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, έναν γιατρό και την προϊσταμένη. Η ένταση εμφανής. Αρχικά σύντομη σιωπή. Παίρνω εγώ την πρωτοβουλία να σπάσω την αμηχανία.

– Γιατρέ, τι ακριβώς έχει η Νατάσα; ρωτώ.– 

Είναι, δυστυχώς, εγκεφαλικά νεκρή, απαντά ξερά, όχι από σκληρότητα αλλά από ψυχολογική αμηχανία και δυσκολία.

– Γιατί λέτε «εγκεφαλικά νεκρή» και όχι «νεκρή»; Μήπως κάπως ζει;– Ζουν κάποια όργανά της υποστηριζόμενα μηχανικά και έχει νεκρωθεί ο εγκέφαλος από την αι μορραγία, συνεχίζει.– Αυτό τι ακριβώς σημαίνει; ξαναρωτώ.– Σημαίνει ότι δεν αισθάνεται, δεν καταλαβαίνει, δεν πονάει και, το χειρότερο, δεν μπορεί πλέον να επανέλθει. Αν της κόψουμε το πόδι με ένα πριόνι δε θα αντιδράσει. Αν ρίξουμε επάνω της μία ισχυρή δέσμη φωτός μέσα στο σκοτάδι, τα μάτια της δεν θα καταλάβουν τη διαφορά. Ο εγκέφαλός της έχει ήδη αρχίσει να αυτολύεται. Ό,τι λειτουργεί, λειτουργεί με τη βοήθεια των μηχανημάτων και μόνο. Μάλιστα σε λίγο και τα υπόλοιπα όργανά της σταδιακά θα καταστραφούν παρά ταύτα. Εγώ θα έλεγα ότι είναι νεκρή.

– Λέτε «εγώ θα έλεγα» και όχι ότι «είναι νεκρή»; Αυτό δεν δείχνει μια ασάφεια;

– Η ασάφεια προκύπτει από τη μηχανική εικόνα της ότι αναπνέει, η καρδιά της χτυπάει.

– Και είστε τόσο σίγουρος, γιατρέ, ότι δεν μπορεί να επανέλθει; συνέχισα να ρωτώ.

–Δυστυχώς, είμαστε σίγουροι, διότι υπάρχουν έξι tests που πρέπει να το αποδείξουν και να ισχύουν όλα μαζί και μάλιστα είμαστε υποχρεωμένοι και να επαναλάβουμε μετά από λίγες ώρες τη διάγνωσή μας ώστε να μπορέσουμε να την επιβεβαιώσουμε. Ποτέ δεν έχει επανέλθει κάποιος που σωστά διαγνώστηκε εγκεφαλικά νεκρός. 

 Μας διακόπτει κάπως η μητέρα λέγοντας: Δηλαδή τώρα μόνον ένα θαύμα.

– Ναι! Μόνο θαύμα, άπαντα αμήχανα ο γιατρός, συντηρώντας όμως έτσι κάποιες λάθος ελπίδες. Ακολουθεί σιωπή, την όποια σε λίγο διακόπτω με παρέμβασή μου.

– Γιατρέ, τι θαύμα; ανάσταση νεκρού ή θεραπεία ασθενούς;

– Ανάσταση νεκρού, απαντά ο γιατρός, σαφώς ανακουφισμένος για τη δυνατότητα εξόδου από το αδιέξοδο που προηγουμένως είχε ο ίδιος προκαλέσει. Νέα αμηχανία και σιωπή.

– Θα θέλατε να διαβάσουμε μια ευχούλα στο παιδί; ρωτώ κάπως δειλά.

– Βεβαίως, πάτερ, απαντούν με μια φωνή οι δύστυχοι γονείς. Προφανώς, διατηρούν ακόμη ελπίδες, σκέφτηκα. Και πώς να μην τις διατηρούν; Όταν βλέπουν το παιδί τους να αναπνέει, έστω και μηχανικά, όταν ακούν τους χτύπους της καρδιάς του, όταν το ασπάζονται και είναι ακόμη ζεστό, όταν δεν διαφέρει καθόλου η εικόνα του από αυτήν του κώματος, τότε εύκολα κανείς λειτουργεί στη λογική του «μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος», του «μήπως γίνει θαύμα», του «λίγο ακόμα», των πάσης φύσεως δικαιολογιών 

Είναι τόσο φυσικό∙ τον γιατρό τον εμπιστευόμαστε περισσότερο, όταν δίνει ελπίδες θεραπείας, παρά όταν τις εξαφανίζει. Προχωρούμε νευρικά στον διάδρομο, χωρίς να συνομιλούμε. Σα να περιμένουμε την τελική απάντηση. 

Στο μεταξύ σκεφτόμουν τι προσευχή να διαβάσω. Υπέρ υγείας; Ούτε το πιστεύω ούτε και είμαι βέβαιος ότι δεν έχει πεθάνει. Νοιώθω πως μάλλον πέθανε και απλά της φουσκώνουμε και ξεφουσκώνουμε τα πνευμόνια με τεχνητό αναπνευστήρα, προσφέροντας σε αυτήν αέρα και σε μας παρατεινόμενη τυραννία. 

Είναι στιγμές που η ίδια επιστήμη και τεχνολογία που χαρίζει ζωή, η ίδια οδηγεί και σε βασανιστικά αδιέξοδα. Να διαβάσω την ευχή εις ψυχορραγούντα; Μα δεν ταιριάζει, δεν δείχνει ζόρι και δυσκολία, δεν ψυχορραγεί. Να διαβάσω τρισάγιο; Ούτε γι’ αυτό είμαι σίγουρος ούτε πάλι είναι έτοιμοι οι συγγενείς. 

Φτάνουμε στο κρεβάτι. Η Νατάσα πρησμένη, παραμορφωμένη, αναπνέει βαριά με τον αναπνευστήρα, η μητέρα πέφτει πάνω στο ανήμπορο να ανταποκριθεί στο όποιο ερέθισμα ανέκφραστο σώμα της δύστυχης κόρης της, ο πατέρας γονατιστός στο πάτωμα, ο γιατρός –ένας εξαιρετικός άνθρωπος τόσο εξοικειωμένος από ανάλογα περιστατικά, χωρίς όμως καθόλου κατεστραμμένο τον κόσμο των ευαισθησιών του, παρακολουθεί εμφανώς συγκινημένος. 

Γύρω γύρω εικονούλες. Όλοι, ο καθένας με τον διαφορετικό αλλά άγνωστο σε μένα τρόπο τους, περιμένουν να διαβάσω την ευχή. Εγώ διαλέγω μια ευχή από το Ευχολόγιο και στη μέση κάνω τροποποιήσεις αυτοσχεδιάζοντας. Ούτε τον Θεό να κοροϊδέψω μπορώ ούτε και τον εαυτό μου ούτε πάλι και την ελπίδα των γονέων εγώ να πνίξω. Ζητούμε από τον Θεό να σκεπάσει τη ζωή της Νατάσας, να τη συνοδεύει στην κρίση που περνά και να χαρίζει σε μας αφενός μεν δύναμη να δεχθούμε το θέλημα Του, αφετέρου δε φωτισμό να ξεπεράσουμε τα διλήμματά μας με ταπείνωση, σεβασμό και πίστη. Κάνω την απόλυση και βγάζω το πετραχήλι μου. 

Νικόλαος (Χατζηνικολάου), Μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, Εκεί που δεν φαίνεται ο Θεός, Σταμούλη, Αθήνα, 32010, σσ. 177193

Σχέση ζωής με τον Θεό (Μεταμόσχευση)


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Είναι αποδεκτή η μεταμόσχευση; - κ. Κλεάνθης Νιζάμης

Με τον κ. Κλεάνθη Νιζάμη, εντεταλμένο διδάσκοντα του τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

 

Η μεταμόσχευση δεν είναι απλώς ιατρική πράξη· είναι υπαρξιακή στάση ζωής. Δεν αφορά μόνο μια κρίσιμη στιγμή ανάγκης, αλλά μια συνειδητή επιλογή αγάπης και προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Από την απλή αιμοδοσία μέχρι τη δωρεά οργάνων, κάθε πράξη προσφοράς είναι έκφραση σεβασμού στην ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου. Η Εκκλησία της Ελλάδος, αναγνωρίζοντας το μεγαλείο αυτής της προσφοράς, ευλογεί όσους επιλέγουν να δωρίσουν, χωρίς να κατακρίνει όσους δυσκολεύονται. Η μεταμόσχευση είναι βαθιά συνδεδεμένη με την πίστη μας, καθώς στη θεία λατρεία κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, δηλαδή την ίδια την προσφερόμενη ζωή. Με τον κ. Κλεάνθη Νιζάμη, εντεταλμένο διδάσκοντα του τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Μεταμοσχεύσεις, όταν οι ασθενείς πεθαίνουν από «μαχαιρώματα» και όχι από νυστέρι


2011-04-21 Το Κουτί Της Πανδώρας - Μεταμοσχεύσεις, όταν οι ασθενείς πεθαίνουν από «μαχαιρώματα» και όχι από νυστέρι
Σε λίγο καιρό, με νόμο του ελληνικού κράτους, όλοι οι Έλληνες θα είναι δότες ζωτικών οργάνων. Στην Ελλάδα υπάρχει το μικρότερο ποσοστό δωρητών οργάνων στην Ευρώπη. Παραδόξως όμως, παρότι δεν υπάρχουν όργανα για να καλυφθούν οι εγχώριες ανάγκες, η Ελλάδα εξάγει όργανα. Πώς μια μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, με τους ελάχιστους δότες, στέλνει όργανα στο εξωτερικό, επειδή στις ελληνικές λίστες δεν βρίσκονται κατάλληλοι λήπτες; Πώς τα ιατρικά «μαχαιρώματα» θεωρούνται πιο αναγκαία από τα νυστέρια της Ιατρικής; Πώς ο «χορός» εκατομμυρίων με ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία εξωτερικού, αλλά και προσωπικές περιουσίες συνοδεύουν στην Ελλάδα μια από τις πιο θαυματουργές ιατρικές πράξεις; Γιατί επιδοτούμενα κέντρα μεταμοσχεύσεων στην Ελλάδα, δεν κάνουν αυτή τη στιγμή μεταμοσχεύσεις;
Το «Κουτί της Πανδώρας» ανοίγει για τις μεταμοσχεύσεις: Για ένα θέμα ζωής και θανάτου, που στην Ελλάδα είναι και ντροπής.

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Η Ι.Μ.Ξάνθης για τις μεταμοσχεύσεις και την δωρεά οργάνων σώματος

Ζούμε σε μία εποχή όπου τα επιτεύγματα της βιοτεχνολογίας και της βιοϊατρικής παρέχουν ποικίλες δυνατότητες για την αντιμετώπιση ασθενειών, ιδιαίτερα μέσω των μεταμοσχεύσεων, οι οποίες έχουν δώσει παράταση και ποιότητα ζωής σε χιλιάδες συνανθρώπους μας.



Η Πολιτεία με τον Νόμο 3984/2011 «περί Μεταμοσχεύσεων και Δωρεάς Οργάνων», ο οποίος αντικατέστησε παλαιότερον ισχύοντα, εισήγαγε την έννοια της εικαζομένης συναίνεσης, σύμφωνα με την οποία όποιος δεν δηλώσει εγγράφως εν ζωή, ότι αρνείται την μετά θάνατον δωρεάν των οργάνων του, τότε αυτομάτως θεωρείται και δωρητής.

Στην παραπάνω διάταξη αντέδρασαν για διαφορετικούς λόγους πολλοί αρμόδιοι φορείς, ώστε αυτή να διορθωθεί με τροπολογία στο Νόμο 4075/2012, όπου εισάγεται η έννοια της οικογενειακής συναινέσεως. Επομένως, με την νέα νομοθετική διάταξη απαιτείται η συγκατάθεση των στενών συγγενών δια τας μεταμοσχεύσεις και την δωρεάν οργάνων.

Ο θόρυβος λοιπόν που δημιουργήθηκε από πολλούς ανησυχούντες χριστιανούς, ότι είμαστε δήθεν όλοι «εν δυνάμει ακούσιοι δότες», είναι παντελώς αβάσιμος.



Με την επισήμανση αυτή αφήνουμε την αντιμετώπιση του ζητήματος της δωρεάς οργάνων εις την ευσυνειδησίαν ενός εκάστου χριστιανού, με βάση το κριτήριο της προς τον πλησίον αγάπης.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...