Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρόνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Η έννοια του χρόνου στον Χριστιανισμό και στις άλλες θρησκευτικές παραδόσεις σε σχέση με την ιστορία και τον πολιτισμό

Η έννοια του χρόνου στον Χριστιανισμό 

  «Η ουσία της πρωτοχριστιανικής λατρείας, χωρίς καμιά αμφιβολία, δε συνίσταται μόνο στο κήρυγμα και στη μελέτη των Γραφών, βάσει του προτύπου της συναγωγής. Μάλλον η χαρακτηριστική χριστιανική εικόνα των πρωτοχριστιανικών συγκεντρώσεων εμφανίζεται καθαυτή στον τελικό σκοπό της, την οικοδομή του Σώματος του Χριστού. Η Ανάσταση του σώματος του Χριστού πρέπει να αποκτήσει μια οριστική μορφή μέσα στη σύναξη. Έτσι το ύψιστο σημείο κάθε πρωτοχριστιανικής λατρευτικής ακολουθίας είναι η Θεία Ευχαριστία στην οποία ο Χριστός είναι παρών μαζί με το λαό του. Από την άλλη πλευρά, αυτό το ευχαριστιακό γεύμα έχει δύο προεκτάσεις και αναφορές, τη μια προς το παρελθόν, στο «Μυστικό Δείπνο» του ιστορικού Ιησού και στο αναστάσιμο γεύμα του εγερθέντος με τους μαθητές του, και την άλλη προς το μέλλον, το τέλος, που ήδη στον Ιουδαϊσμό είχε παρασταθεί με την εικόνα του μεσσιανικού γεύματος. Έτσι σε κάθε πρωτοχριστιανική λατρευτική ακολουθία […] «εν Χριστώ» ολόκληρη η γραμμή της σωτηρίας γίνεται φανερή. Δεν εί ναι σαν να απαλείφεται ο μοναδικός χαρακτήρας της εξέλιξης της γραμμής μέσα στο χρόνο, αλλά αντίθετα ο Χριστός χαρίζει στο πλήρωμα της Εκκλησίας του, που είναι συναθροισμένο γύρω από την τράπεζα, μια θέα της αλληλουχίας ολόκληρης της πορείας της σωτηρίας, και επιτρέπει στην Εκκλησία να μετέχει στους καρπούς αυτής της πορείας. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί επίσης και η αρχαιότερη πιθανόν λειτουργική προσευχή, «Maranatha» («Κύριέ μας, έλα!»), που αναμφίβολα κατενοείτο στη διπλή της έννοια, σαν μια προσευχή δηλ. για τον ερχομό του αναστάντος στο συγκεντρωμένο εκκλησίασμα, και ταυτόχρονα για τον τελικό ερχομό του, που προεικονίζεται από τον παρόντα ερχομό του στην τέλεση της λατρείας. […] 

Στη λατρεία του Θεού πραγματώνεται κάθε φορά από τώρα αυτό που μόνο στο τέλος των αιώνων θ’ αποτελέσει την κατακλείδα της ιστορία της σωτηρίας. Έτσι πάλι, η χριστιανική μέρα της λατρείας, η μέρα της Ανάστασης του Χριστού, ονομάζεται Κυριακή, δηλαδή ημέρα του Κυρίου, έκφραση που δεν αναφέρεται μόνο στην Ανάσταση, αλλά επίσης στην «ημέρα του Κυρίου», «yom Yahweh», που αναμένεται στο μέλλον.

Αυτό που αληθεύει προκειμένου για τη λατρεία ισχύει επίσης και για τον αγιασμό καθενός από τους πιστούς προσωπικά. […] Το θεμελιακό μοτίβο όλης της καινοδιαθηκικής ηθικής είναι ότι, χάρη στο Άγιο Πνεύμα και με την πίστη στο τετελεσμένο έργο του Χριστού, ο άνθρωπος είναι κιόλας αυτό ακριβώς που θα αποβεί μόνο στο μέλλον, ότι δηλαδή είναι ήδη λυτρωμένος από την αμαρτία, ήδη άγιος, αν και αυτό γίνεται πραγματικότητα μόνο στο μέλλον». 

 Cullmann, O., Χριστός και Χρόνος, Μτφρ. π. Π. Κουμάντος, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 1980, σελ. 81-83. 

  Το όραμα της Βασιλείας  

Για την Ορθόδοξη θεολογία, η στάση των Χριστιανών μέσα στην ιστορία δεν μπορεί να είναι παθη τική αναμονή του τέλους. Η ιστορία δεν αποτελεί ένα «στημένο» παιχνίδι, αλλά μια πραγματική σύγκρουση μεταξύ των φιλό-θεων και των αντί-θεων δυνάμεων. Ακριβώς επειδή το τέρμα της (η Βασιλεία) είναι μεταϊστορικό, κι όχι ενδοϊστορικό, η ιστορία δεν αποτελεί προκαθορισμένη διαδικασία, αλλά πορεία ανοιχτή στην ελεύθερη ανθρώπινη δράση και σε απρόσμενες εκβάσεις.[…] Ο Χριστιανός, λοιπόν, εμπνεόμενος από το όραμα της Βασιλείας, καλείται σε ιστορική δράση και σε αγώνα κατά των ποικιλόμορφων δυνάμεων του θανάτου, κατά της ανισότητας, της αδικίας, της εξαθλίωσης του ανθρωπίνου προσώπου. Στον αγώνα αυτόν δεν είναι πάντα νικητής, απλούστατα επειδή, όπως είπαμε, πρόκειται για αληθινό κι όχι για «στημένο» αγώνα. 

 Παπαθανασίου, Θ., Κοινωνική δικαιοσύνη και ορθόδοξη θεολογία: Μία προκήρυξη, Ακρίτας, Αθήνα, 32006, σελ. 36-37

  Χρόνος και Εκκλησία 

 «Η Εκκλησία υποδηλώνει μέσα στον κόσμο την αιωνιότητα και κατευθύνει τον κόσμο προς αυτήν. Οι θεσμοί της Εκκλησίας, παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, μεταφέρουν το νου του ανθρώπου «από των παρόντων επί τα μέλλοντα». Έτσι, συνεχίζει ο ίδιος ιεράρχης, με κάθε γονυκλισία και ανόρθωση ο πιστός μαρτυρεί έμπρακτα «ότι διά της αμαρτίας εις ην κατερρύημεν, και δια της φιλανθρωπίας του κτίσαντος ημάς εις ουρανούς ανεκλήθημεν». Η απλή και εκφραστική αυτή εκδήλωση της γονυκλισίας δίνει στο Μ. Βασίλειο την αφορμή να μνημονεύσει τις νέες διαστάσεις, μέσα στις οποίες εκδιπλώνεται η ζωή του πιστού. Με την αποδοχή της φιλανθρωπίας του Θεού (ως δυνάμεως που ανυψώνει από τη γη στον ουρανό, διαπιστώνει ο άνθρωπος νέους προσανατολισμούς μέσα στον ευθύγραμμο χρόνο της Ιστορίας. Η αιωνιότητα συνδέεται με τη χρονικότητα. Έτσι κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή στον ευθύγραμμο χρόνο προσλαμβάνει απεριόριστη ευρύτητα και απύθμενο βάρος. Γίνεται δοχείο της αιωνιότητας και προσφέρεται ως δυνατότητα κοινωνίας του πεπερασμένου με το υπερβατικό. Το αιώνιο γίνεται μεθεκτό μέσα στο χρόνο. Και ο χρόνος δεν περιορίζεται σε μια φευγαλέα και μη αντιστρεπτή ροή, αλλά η κάθε στιγμή του παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ενταχθεί στην άπειρη αγάπη του αιώνιου Θεού. […] Η Εκκλησία δεν αποστρέφεται το χρόνο, αλλά φανερώνεται μέσα στο χρόνο. Δε λυπάται γι’ αυτό που έφυγε, ούτε αγωνιά γι’ αυτό που έρχεται. Το κλείσιμο της μέρας που περνάει γίνεται απαρχή της μέρας που έρχεται. Κάθε Εσπερινός εισάγει στην καινούργια μέρα. Κι ενώ οάνθρωπος μπορεί να στενοχωρείται γι’ αυτό που έχασε ή να χαίρεται γι’ αυτό που περιμένει, ενώ μπορεί να λυπάται για το παρελθόν και να φοβάται για το μέλλον, η Εκκλησία τον καλεί σταθερά και αδιατάρακτα σε μια πορεία εμπιστευμένη στα χέρια του Θεού. Αυτού που είναι ο Κύριος του χρόνου και της Ιστορίας, ο Παντοκράτωρ». 

 Μαντζαρίδης, Γ., Χρόνος και Εκκλησία, Ιστοσελίδα Πεμπτουσία, 1/9/2014 (Ανακτήθηκε 14/5/2017).

Ινδοϊσμός και χρόνος  

«Ο κόσμος, για την ινδουιστική σκέψη, δεν δημιουργήθηκε από τον Θεό εκ του μηδενός. Κινείται με απρόσωπους φυσικούς νόμους. Ό,τι αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας είναι παραισθήσεις. Ο πολύμορφος κόσμος αποτελεί φανταστική εικόνα, οφθαλμαπάτη, “μάγια” και όχι πραγματικότη τα. Το σύμπαν περιοδικά καταστρέφεται και αναδημιουργείται. Οι κόσμοι ανακυκλούνται. Αφού διανυθεί ορισμένη χρονική περίοδος ζωής, η οποία ονομάζεται “κάλπα”, το σύμπαν καταστρέφεται. Μεσολαβεί περίοδος αδράνειας, ανυπαρξίας, και ακολουθεί νέα φάση διαμορφώσεως καινούργιου κόσμου. Η “κάλπα” χαρακτηρίζεται σαν ημερονύκτιο του “μπράχμαν” (η απρόσωπη αρχή του σύμπαντος) και υπολογίζεται σε 4.320 εκατομμύρια έτη. Για την ινδική σκέψη υπάρχει διαβάθμιση των όντων, που αρχίζει από τα φυτά, τα ζώα και φθάνει στους υπέρτατους θεούς. Ο άνθρωπος βρίσκεται σε ενδιάμεση βαθμίδα και είναι δυνατόν να ξαναγεννηθεί –όπως και τα άλλα όντα– παίρνοντας διάφορες μορφές υπάρξεως. Το δόγμα της μετενσαρκώσεως, της ανακυκλήσεως των μεταβιώσεων, αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο τού Ινδουισμού και των φιλοσοφικών συστημάτων, τα οποία αναπτύχθηκαν στον χώρο του. […] Το ουσιαστικότερο στοιχείο του άνθρωπου είναι το “άτμαν”. Ή πρώτη σημασία της λέξεως ήταν “αναπνοή”, ζωή, τελικά όμως έφθασε να σημαίνει την ψυχή, το εγώ, τη συνείδηση, το όχημα του νου και του χαρακτήρα, τη βαθύτερη ουσία ενός όντος. Με τον θάνατο, το “άτμαν” αναχωρεί από το φυσικό σώμα, για να κατοικήσει σ' ένα καινούργιο. Το αν στη συνέχεια ενσωματωθεί σε κατώτερη ή ανώτερη μορφή υπάρξεως, αυτό εξαρτάται από το “κάρμα”. Βασικά, αυτή η λέξη σημαίνει πράξη, έργο. Άλλα στην ινδουιστική ορολογία δηλώνει το ποσό ενέργειας, θετικής ή αρνητικής, που συσσωρεύει μια ύπαρξη καθώς ζει και δρα. Η αλυσίδα των γεννήσεων, θανάτων και αναγεννήσεων, στην οποία είναι καταδικασμένο το “άτμαν”, ονομάζεται τροχός της ζωής ή “σαμσάρα”, ανακύκληση των μεταβιώσεων… Ο τελικός σκοπός, τον οποίο πρέπει να επιδιώξει ο άνθρωπος, είναι η λύτρωση από την αδιάκοπη ροή της “σαμσάρα”…». 

Αναστάσιος (Γιαννουλάτος), Αρχεπίσκοπος Αλβανίας, Ίχνη από την αναζήτηση του υπερβατικού, Ακρίτας, Αθήνα, 2004, σελ. 154-159. 

 Ινδοϊσμός και ιστορία

  «Κατά την βιβλική διδασκαλία, ευθύς εξ αρχής, με τη δημιουργία του κόσμου, αρχίζει μια ευθύγραμμη και μη επαναλαμβανόμενη ιστορία, η οποία οδηγεί τον κόσμο με μια μακρά πορεία, που βαίνει από στιγμή σε στιγμή και προς το μέλλον, σε ένα οριστικό τέρμα, που το καθόρισε ο Θεός. Με την ιστορία της θείας Οικονομίας κατέρχεται ο θεός καθέτως μέσα στην οριζόντια ιστορική πορεία του κόσμου και εκεί συναντά το πλάσμα του. Έτσι, ο κόσμος δεν ανακυκλώνεται αιωνίως από την τυφλή δύναμη του κάρμαν, αλλά κατευθύνεται από τον προσωπικό Θεό μέσα στην οριζόντια και ευθύγραμμη ιστορία του κόσμου και οδηγείται σε ένα ευτυχές τέλος.  Επομένως δεν χάνεται η έννοια του ιστορικού χρόνου μέσα σε μια μυθική ανακύκληση των πάντων.

 Η αποκάλυψη του Θεού, λέει η χριστιανική διδασκαλία, κορυφώνεται στην Καινή Διαθήκη, όπου πραγματοποιείται η ζωντανή κοινωνία του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού με τον άνθρωπο. Έτσι ο Χριστός είναι η αρχή και το τέλος, αλλά και το κέντρο της ιστορίας. Γι’ αυτό ο Θεός είναι στο κέντρο της ιστορίας του κόσμου και ευλογεί τον αγώνα του ανθρώπου για κάθε πρόοδο. Στην ευθύγραμμη και ανεπανάληπτη πορεία της ιστορίας καλείται να αγωνισθεί ο άνθρωπος με την τήρηση του θείου θελήματος και την άσκηση έργων αγάπης, για την αναμόρφωση του κόσμου.

Στον Ινδοϊσμό, και στις μεγάλες κατευθύνσεις του (Βουδισμό και Τζαϊνισμό), η μοναδικότητα του κόσμου και του προσώπου δεν έχουν νόημα. Η προσοχή εδώ στρέφεται προς τον αδυσώπητο νόμο της ανακυκλήσεως, δηλαδή προς ένα είδος νόμου παγκόσμιας αιτιότητας, που συνιστούν τα έργα των ανθρώπων (κάρμαν) και καταδικάζουν τον άνθρωπο στις αναρίθμητες μετενσαρκώσεις. Ολόκληρος ο κόσμος, με όλες τις ανθρώπινες πράξεις και με όλη την ιστορία του, ακόμη και ο κόσμος των θεών, δεν είναι κάτι το μοναδικό και ανεπανάληπτο, αλλά το αποτέλεσμα των προηγουμένων συσσωρευμένων πράξεων, που τον αναγκάζουν να περιφέρεται συνεχώς σε ατέρμονες κύκλους υπάρξεως, οι οποίοι δεν έχουν αρχή και τέλος. Η αιώνια ανακύκληση του κόσμου (σαμσάρα) και οι συνεχείς γεννήσεις, το γήρας και ο θάνατος των όντων, αυτά είναι που απασχολούν την σκέψη του Ινδοϊστή. Ο κόσμος μοιάζει με έναν τροχό που γυρίζει συνεχώς και η ιστορία του, καθώς και η ιστορία των όντων, επαναλαμβάνεται αδιάκοπα. Το κάρμαν συνιστά έναν ηθικό νόμο ανταποδόσεως των πράξεων, από τον οποίο ανακύπτει αναγκαστικά και ένας φυσικός νόμος γενέσεως και φθοράς. Γι’ αυτό η σωτηρία δεν είναι συλλογική, αλλά αυστηρά ατομική». 

Ζιάκας, Γρ., Ταξίδι στις Θρησκείες και τους Πολιτισμούς της Ασίας, Harptree Publishing, Λονδίνο, 2014, σελ. 463-464 

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

🕰️ Τι είναι αυτό το πράγμα που το λέμε Χρόνο; 🕰️

 

00:00 Εισαγωγή 

 02:06 Τι είναι ο Χρόνος (για τη φυσική) 

 02:49 Τι είναι γεγονός 

 05:50 Χρόνος - είναι αυτό που μετράνε τα ρολόγια 

 09:59 Το βέλος του Χρόνου 

 14:45 Ευχαριστίες

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Η «ιστορία» του χρόνου: απαραίτητο στοιχείο για τον προσδιορισμό του



Ο χρόνος είναι ένα φυσικό μέγεθος που επινόησε ο άνθρωπος για τη διευκόλυνση και τον προγραμματισμό της καθημερινότητάς του. Η έννοια του χρόνου είχε γίνει αντιληπτή από αρχαιοτάτων χρόνων, καθώς η υλική φθορά των ζωντανών οργανισμών και λιγότερο της άβιας ύλης, αλλά και οι μεταβολές και τα φυσικά φαινόμενα που συνέβαιναν στη Γη και στον Ουρανό οδήγησαν στη δημιουργία της έννοιας του χρόνου και στην ανάγκη προσδιορισμού και μέτρησής του.

Η χρονική ροή διαιρείται νοητά σε πολλά μικρά χρονικά τμήματα (χρονικές στιγμές). Κάθε γεγονός είναι ξεχωριστό στην κλίμακα του χρόνου, ενώ χαρακτηρίζεται και οριοθετείται νοητά από δύο χρονικές στιγμές, εκείνες της έναρξης και λήξης του γεγονότος. Η πορεία, ή αλλιώς ιστορία, ενός γεγονότος στο χρόνο προσδιορίζεται από μια ακολουθία καταστάσεων, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους χρονικά με τη σχέση προηγουμένου – επόμενου.

Καταρχάς, ο άνθρωπος προσπάθησε να προσδιορίσει τις δύο αυτές χρονικές στιγμές για καθετί που συνέβαινε γύρω του. Γρήγορα όμως, όντας πολύ σοφός, κατάλαβε ότι το κλειδί στην αναζήτησή του ήταν η συσχέτιση των όσων παρατηρούσε με την ίδια τη χρονική διάρκεια των γεγονότων, την πορεία τους και τη μεταβολή τους στο χρόνο. Για τον ορισμό του χρόνου, επομένως, αναγκαία προϋπόθεση ήταν η ίδια η ιστορία του χρόνου, με την έννοια της γνώσης.

Ο όρος ιστορία δεν παραπέμπει αποκλειστικά σε αλληλουχία γεγονότων. Ετυμολογικά το ουσιαστικό ιστορία προέρχεται από το ρήμα ίσημι, το οποίο σημαίνει γνωρίζω-κατέχω και είναι συνώνυμο του ρήματος οίδα. Έτσι, ιστορία σημαίνει η εξαρχής και εξολοκλήρου γνώση ενός πράγματος και το άτομο που αποκτά τη γνώση, ο γνώστης, καλείται ίστωρ. Η γνώση μπορεί να αποκτηθεί μέσω της εμπειρίας των αισθήσεων και πιο συγκεκριμένα με την όραση, την παρατήρηση, την ακοή και την ανταλλαγή απόψεων για οποιοδήποτε θέμα, υπαρκτό ή διδακτέο.

Οι πρώτες ενδείξεις για την αναγκαιότητα ορισμού του μεγέθους του χρόνου προέκυψαν από παρατηρήσεις του φυσικού κόσμου. Η γνώση για τον χρόνο αποκτήθηκε με τη βοήθεια της αίσθησης της όρασης από παρατηρήσεις των γήινων και ουράνιων φαινομένων και μεταβολών. Η συστηματική παρατήρηση των φυσικών μεταβολών, υποβοηθούμενη από την αίσθηση της ακοής, οδήγησε σε διατύπωση απόψεων για τον τρόπο μέτρησης του χρόνου.

Η ιστορία του χρόνου όμως είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ιστορία της φύσης και την ιστορία των ουράνιων σωμάτων.

Ιστορία της φύσης: Από αρχαιοτάτων χρόνων δημιουργήθηκαν Σχολές φιλοσοφίας που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν θέματα κοσμολογικής και αστρονομικής φύσης. Η έννοια της ιστορίας της φύσης του κόσμου απασχόλησε για πρώτη φορά τους Ίωνες φιλοσόφους. Θεμελιωτής της Ιωνικής Σχολής (και ιδιαίτερα της Σχολής της Μιλήτου) ήταν ο Θαλής ο Μιλήσιος (624-546 π.Χ.) και συνεχιστές ο Αναξίμανδρος και ο Αναξιμένης. Κύριο αντικείμενο έρευνας της Ιωνικής φιλοσοφίας ήταν η προέλευση και η εξέλιξη του κόσμου και πιο συγκεκριμένα η εύρεση της πρώτης ουσίας που δημιούργησε τον κόσμο. Ουσιαστικά, η αναζήτηση της αρχικής υλικής υπόστασης του κόσμου οδήγησε και στην αναζήτηση προσδιορισμού της στιγμής δημιουργίας του σύμπαντος και άρα της έναρξης του χρόνου.

Ιστορία των ουράνιων σωμάτων: Η αναζήτηση της προέλευσης του κόσμου γρήγορα συνοδεύτηκε από την ανάγκη για την ιστορία, δηλαδή για τη γνώση των ουρανίων σωμάτων. Τα ουράνια σώματα και οι κινήσεις τους ήταν άμεσα συνδεδεμένες με τη θεϊκή ύπαρξη. Ο φωτοδότης Ήλιος και η εμφάνιση της Σελήνης στον έναστρο νυκτερινό ουρανό κέντρισαν γρήγορα την περιέργεια του ανθρώπινου είδους προκαλώντας παράλληλα έντονο θαυμασμό και δέος. Η περιέργεια για τη γνώση της υλικής σύστασης των αστέρων και των πλανητών οδήγησε και εκείνη με τη σειρά της στη διατύπωση πολλών ερμηνευτικών θεωριών από τους αρχαίους Έλληνες φυσικούς φιλοσόφους. Ο Αναξαγόρας (Α΄59) είναι ο πρώτος αστροφυσικός, καθώς ονομάζει τον Ήλιο διάπυρον μύδρον (μύδρος = είδος πέτρας). Είναι επομένως πολύ λογικό, όσο βαθύτερη είναι η γνώση για τα ουράνια σώματα τόσο μεγαλύτερη να είναι η γνώση για το μέγεθος του χρόνου.

Οι Ίωνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι για ακόμη μια φορά υπήρξαν πρωτοπόροι. Κατέρριψαν την ισχύ του μύθου και στήριξαν τις απόψεις τους στα πορίσματα στης έρευνάς τους αναζητώντας τις αιτίες των φαινομένων. Η συστηματική παρακολούθηση της κίνησης των ουρανίων σωμάτων εισήγαγε γρήγορα την έννοια του χρόνου. Η παρατηρούμενη περιοδικότητα που χαρακτήριζε την κίνηση των ουρανίων σωμάτων αποκτήθηκε μέσω της παρατήρησης της θέσης τους στο ουράνιο στερέωμα και της μεταβολής της όψης τους.

Από την ουσιαστική γνώση της φύσης και των ουρανίων σωμάτων προήλθε και η γνώση του χρόνου, αφού ο ίδιος ο χρόνος ήταν αναγκαίο μέγεθος για την περιγραφή των φυσικών μεταβολών. Επομένως, η ιστορία του χρόνου με την ιστορία της φύσης και των ουρανίων σωμάτων χαρακτηρίζονταν από αμφίδρομες σχέσεις.

Στηριζόμενοι σε αυτή τη σχέση οι αρχαίοι αστρονόμοι μετέφεραν τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων από την ουράνια σφαίρα στην επιφάνεια της Γης. Αυτό πραγματοποιήθηκε με την παρατήρηση της κίνησης της σκιάς ενός γνώμονα που ήταν ανάλογη της κίνησης του Ηλίου στην ουράνια σφαίρα. Με τον τρόπο αυτόν ο χρόνος, κάτι που οριζόταν σε ουράνιο επίπεδο, μπόρεσε να μετρηθεί πάνω στη Γη.

Ο Αναξίμανδρος (610-540 π.Χ.), μαθητής του Θαλή, εισήγαγε την πειραματική έρευνα για τη μελέτη των φυσικών φαινομένων συνδέοντας την ιστορία της φύσης,που αφορούσε τη γνώση και κατ’ επέκταση τη διδασκαλία της φύσης του κόσμου, με το πείραμα. Ο Αναξίμανδρος, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Διογένης ο Λαέρτιος (Βίοι Φιλοσόφων ΙΙ, 1) επινόησε τον γνώμονα και κατασκεύασε ηλιακά ρολόγια διδάσκοντας τη χρήση τους στους Έλληνες. Ακολούθησαν πολλές αρχαίες κατασκευές για τη μέτρηση του χρόνου, μεταξύ των οποίων και γλυπτά ηλιακά ρολόγια, τα οποία υπάρχουν (ολόκληρα ή τμήματά τους) ακόμη και σήμερα εντοιχισμένα σε μνημεία ή στις εκθέσεις των Μουσείων. Η κατασκευή των ρολογιών και η τοποθέτησή τους σε ανοιχτούς χώρους, όπως αρχαίες αγορές των πόλεων, ήταν ένδειξη της αναγκαιότητας της μέτρησης του χρόνου στον προγραμματισμό των καθημερινών ανθρώπινων δραστηριοτήτων και ένδειξη της σημαντικότητας της ιστορίας του χρόνου στην οργάνωση ενός πολιτισμού.

Η ιστορία του χρόνου μεταδόθηκε και βελτιώθηκε μέσα από προφορικές και γραπτές διατυπώσεις αρχαίων θεωριών, από συνεχείς διαδικασίες ερωτήσεων-απαντήσεων και εσωτερικών αναζητήσεων του ίδιου του γνώστη. Η αναζήτηση αυτή συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Ο χρόνος σήμερα δεν είναι μετρήσιμος με βάση την κίνηση του Ηλίου ή της Σελήνης στον ουρανό. Παρόλα αυτά, η διαθέσιμη σημερινή τεχνολογία δεν έχει διαλευκάνει την ιστορία του χρόνου. Η γνώση και κατανόηση του μεγέθους του χρόνου σε φιλοσοφικό και επιστημονικό επίπεδο απασχόλησε, απασχολεί και θα απασχολεί πάντα τους ερευνητές. Και αυτό, γιατί η έννοια του χρόνου ήταν εκείνη που έδωσε ουσία και υπόσταση στην πρωταρχική στιγμή δημιουργίας του συμπαντικού κόσμου.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία
Θεοδοσίου Ε., Εισαγωγή στην Ιστορία και Φιλοσοφία των Φυσικών Επιστημών-Τα θεμέλια και οι μεγάλες μορφές της Φυσικής, Αθήνα (2005), σ. 23-25.
Παραρηγόπουλος Κ., Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος πρώτος, εκδόσεις Ν.Δ. Νίκας, Αθήνα (1925), σ. 30-31.
Καλαχάνης Κ., Θεοδοσίου Ε., Πάνου Ε. και Μανιμάνης Β., Η αντίληψη του χρόνου από τον άνθρωπο στην διδασκαλία του Ιωάννη Φιλοπόνου και η συσχέτισή της με την Ειδική και τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, PhysicsNews, τεύχος 4, Ένωση Ελλήνων Φυσικών (2013)

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Εξαγοράζοντας το χρόνο

Κάθε φορά, που ένα ημερολογιακό έτος φεύγει και ένα καινούριο ανατέλλει, αυθόρμητη μας έρχεται στο νου η σκέψη και η διαπίστωση «πώς περνούν τα χρόνια»!...
Δυστυχώς, δεν είναι τα χρόνια, που περνούν, αλλά εμείς, που φεύγουμε… Ο χρόνος είναι μια αφηρημένη έννοια, αντιληπτή μέσα από τη μεταβολή των πραγμάτων και τη ροή των γεγονότων…
Το παρόν κάθε στιγμή γίνεται παρελθόν, το αύριο γίνεται σήμερα…
Οι αρχαίοι Έλληνες, μάλιστα, αναζήτησαν και εννοιολογική και ετυμολογική συγγένεια στις λέξεις Κρόνος και Χρόνος. Ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του, ο Χρόνος «τρώει», εξαφανίζει όσα συμβαίνουν στη διάρκειά του…
Από την άλλη, η ζωή μας είναι μια αείροη και διαρκής κίνηση, μια αδιάλειπτη μεταβολή και μια συνεχής παραγωγή… Είναι μια δημιουργός εξέλιξη, μια διαρκής πορεία προς το μέλλον…Εκείνος, που την ελέγχει και την καθορίζει είναι ο χρόνος, μοναδικός και ανεπανάληπτος στην κάθε του στιγμή, όπως το ρεύμα του ποταμού!
Το χρόνο ο άνθρωπος μπορεί να μην τον ελέγχει! Έχει, όμως, τη δυνατότητα και την ικανότητα να τον αξιοποιεί.
Από το είδος και την ποιότητα της αξιοποίησης και της εκμετάλλευσης του χρόνου εξαρτάται και η προσωπική μας καταξίωση, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Αν θα συμβάλλουμε, δηλαδή, σε ό, τι μας αφορά στην πρόοδο της τοπικής και εθνικής μας κοινότητας, ή αν θα καταντήσουμε «άχθος αρούρης», βάρος της γης…
Η ζωή, όταν δεν εκμεταλλευόμαστε κατάλληλα το χρόνο, βλέποντάς την προς τα εμπρός, μας φαίνεται, ίσως, μεγάλη. Βλέποντας, όμως, προς τα πίσω, μας φαίνεται απελπιστικά μικρή.
Αν, όμως, ζήσουμε δημιουργικά, τότε κοιτάζοντας προς το μέλλον, η ζωή φαίνεται μικρή, αλλά στρέφοντας το βλέμμα μας προς το παρελθόν μας φαίνεται μεγάλη.
Οι Λατίνοι έλεγαν ότι « η ζωή είναι μικρή, αλλ’, αν ξέρεις να τη χρησιμοποιείς, είναι μεγάλη», ενώ ένας Γερμανός σοφός έλεγε ότι «θα γινόταν πάμπλουτος, αν ζητούσε και έπαιρνε, σαν ελεημοσύνη, από τους ανθρώπους κάθε άσκοπα χαμένη στιγμή της ζωής τους»!
Πολύτιμος ο χρόνος, ανεκτίμητος και δυσαναπλήρωτος! Είναι το μόνο αγαθό, που αν χαθεί, δεν μπορεί να αναπληρωθεί!
Γι’ αυτό και πολύ πριν τους ορθολογιστές Άγγλους, ο Απόστολος Παύλος συμβούλευε τους Εφεσίους, και κατ’  επέκταση όλους μας, «να προσέχουν πώς πορεύονται στο δρόμο της ζωής, όχι ως άσοφοι, αλλ’  ως σοφοί, εξαγοράζοντας το χρόνο»!
Για τους Χριστιανούς, ο χρόνος έχει και άλλη, σοβαρώτερη διάσταση, πέραν της υλικής: είναι μια διαρκής πορεία, ένας αγώνας και ταυτόχρονα μια αγωνία προς την ατομική βελτίωση, την προσέγγιση με την πηγή της ζωής και τον δημιουργό του χρόνου, το Θεό, αξιοποιώντας το χρόνο τους σωστά και δημιουργικά!
Άλλωστε, κατά πώς επισημαίνει και ο Δημοσθένης,  «όσοι δεν εκμεταλλεύονται σωστά τις ευκαιρίες, που τους προσφέρει ο χρόνος, ούτε κι’  αν τους συνέβη κάτι καλό από τους θεούς δεν το θυμούνται».
Δώρο Θεού και ο νέος χρόνος!
Ας τον βιώσουμε σωστά και δημιουργικά, για τους εαυτούς μας, για την οικογένειά μας, για την πατρίδα μας, για την ανθρωπότητα ολόκληρη…
Στο χέρι μας είναι να μην επαναλάβουμε τα πικραμένα λόγια του ποιητή:
« Άφησα να περάσει ένα ποτάμι μέσα από τα χέρια μου, χωρίς να πιω ούτε μια στάλα»!          
             
† Ο ΣΥΡΟΥ ΔΩΡΟΘΕΟΣ Β΄
Αναδημοσίευση: http://albanaki.blogspot.gr

Φώτης Κόντογλου - Ο χρόνος και ο κόσμος της φθοράς

Από το ιστολόγιο της Σοφίας

Η πιο φοβερή και η πιο ανεξιχνίαστη δύναμη στον κόσμο είναι ο Χρόνος, ο Καιρός. Καλά-καλά τι είναι αυτή η δύναμη δεν το ξέρει κανένας, κι όσοι θελήσανε να την προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε.

Το μυστήριο του Χρόνου απόμεινε ακατανόητο, κι ας μας φαίνεται τόσο φυσικός αυτός ο Χρόνος. Τον ίδιο τον Χρόνο δε μπορούμε να τον καταλάβουμε τι είναι, αλλά τον νοιώθουμε μοναχά από την ενέργεια που κάνει, από τα σημάδια που αφήνει πάνω στην πλάση. Η μυστηριώδης πνοή του όλα τ’ αλλάζει. Δεν απομένει τίποτα σταθερό, ακόμα κι όσα φαίνονται σταθερά κι αιώνια.

Μια αδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει όλα τα πάντα, μέρα-νύχτα, κι αυτή την άπιαστη και κρυφή κίνηση δε μπορεί να τη σταματήσει καμμιά δύναμη. Τούτο το πράγμα που το λέμε Χρόνο, το έχουμε συνηθίσει, είμαστε έξοικειωμενοι μαζί του, αλλιώς θα μας έπιανε τρόμος, αν είμαστε σε θέση να νοιώσουμε καλά τι είναι και τι κάνει. 
Όπως είπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αιώνες αιώνων, αδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι όλα τ’ αλλάζει με μία καταχθόνια δύναμη, άπιαστος, αόρατος, ανυπάκουος, τόσο, που να τον ξεχνά κανένας και να θαρρεί πως δεν υπάρχει, αυτός που είναι το μόνο πράγμα που υπάρχει και που δε μπορεί η διάνοιά μας, με κανέναν τρόπο, να καταλάβει πως κάποτε δεν θα υπάρχει, πως θα καταστραφεί, πως θα λείψει. Πως, αφού αυτό το «κάποτε» είναι ο ίδιος ο Χρόνος; Πώς μπορεί να φανταστεί κανένας πως κάποτε θα πάψει να υπάρχει αυτό το ίδιο το «κάποτε»;

Αν λείψει ο Χρόνος θα λείψουνε όλα τα πάντα. Αυτός τα γεννά, κι αυτός πάλι τα λυώνει, τα κάνει θρύψαλα, και τα εξαφανίζει. Γι αυτό οι αρχαίοι Έλληνες λέγανε στη Μυθολογία τους πώς ο Κρόνος, δηλαδή ο Χρόνος, έτρωγε τα παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορά και θάνατος είναι τ ακατάπαυστα έργα του. Ενώ βρίσκεται γύρω μας, απάνω μας, μέσα μας, δεν τον νοιώθουμε ολότελα, αυτόν τον ακατανόητο άρχοντά μας, αυτόν πού είναι φίλος κ εχθρός μας, γιατί αυτός μάς φέρνει όλα τα καλά πού μάς χαροποιούνε, κι όλα τα κακά πού μάς πικραίνουνε. 
Μάς δίνει τη γέννηση, τη γλυκειά λέξη της ζωής, τη χαρά της νιότης, τη δύναμη της αντρείας, μάς δωρίζει παιδιά, εγγόνια, έργα λαμπρά πού μάς ξεγελούνε, κάθε λογής ευχαρίστηση κι ανάπαψη. Και πάλι, ο ίδιος μάς δίνει τις στενοχώριες, τις θλίψεις, τους πόνους, τις αρρώστειες, το απίστευτο άλλαγμα και χάλασμα του κορμιού μας και των έργων, πού κοπιάσαμε να τα κάνουμε, και στο τέλος μας ποτίζει το φαρμάκι από το ίδιο ποτήρι πού μάς πότισε το γλυκό κρασί της χαράς, δίνοντάς μας τον θάνατο, σ εμάς και στους δικούς μας.

Ω! ποιός θα πιάσει αυτόν τον κλέφτη, που μέρα-νύχτα, χειμώνα καλοκαίρι, την ώρα που κοιμόμαστε και την ώρα που είμαστε ξυπνητοί, αδιάκοπα, χωρίς να σταματήσει μήτε όσο ανοιγοκλείνει το μάτι μας, τριγυρίζει παντού, ολόγυρά μας, μέσα μας, στο φως και στο σκοτάδι, μπαίνει σε κάθε μέρος, στον ουρανό που γυρίζουνε τ’ άστρα και στα καταχθόνια, σε κάθε στεριά και σε κάθε θάλασσα, σε κάθε τρύπα, σε κάθε ζωντανό κι άψυχο, σε κάθε αρμό του βράχου, σε κάθε καρδιά, κι όλα τα παλιώνει, τα τρίβει σαν τη μυλόπετρα, τα κάνει σκόνη· και πάλι από την άλλη μεριά ο ίδιος φτιάνει κάθε λογής κτίσμα και κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τι που υπάρχει σε τούτον τον κόσμο!

Όπως λοιπόν όλα τα πάντα, έτσι κι εμείς οι άνθρωποι είμαστε παίγνια στα χέρια αυτού του ακαταμάχητου γίγαντα, που είναι μαζί ευεργέτης μας και τύραννός μας. Και δεχόμαστε το ποτήρι που μας κερνά με το να χέρι του και που ναι γεμάτο γλυκό κρασί, και πίνουμε, και τ’ άλλο ποτήρι που κρατά στ’ άλλο χέρι του και που έχει μέσα το πικρό φαρμάκι. 
Τι είναι λοιπόν αυτό το σκληρό παιχνίδι πού παίζει μ’ εμάς αυτό το τέρας, που δεν έχει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα απ’ ό,τι έχουνε όσα πλάσματα γεννά και σκοτώνει, και που το παίζει δίχως να γελά, μήτε να κλαίει, αδιάφορος κι ανέκφραστος, κρύος σαν φάντασμα, αυτός ο ίδιος που ανάβει τη φλόγα της ζωής;

Αλλοίμονο! Αυτή την άσπλαχνη μυλόπετρα που τ’ αλέθει όλα στον κόσμο, τη γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, και τη φχαριστούμε για όσα μας έκανε πρίν, και για όσα θα μας κάνει ύστερα, για τα πολλά κακά που θα πάθουμε απ’ αυτή, κοντά στα λίγα καλά που θα μας φέρει και που θα μας τα πάρει βιαστικά. 
Εμείς είμαστε σαν τους δυστυχισμένους κατάδικους που καλοπιάνουνε τον δήμιό τους, σαν τους μονομάχους της Ρώμης που χαιρετούσανε τον Καίσαρα, πριν να σφάξει ο ένας τον άλλον, κράζοντάς του: «Χαίρε, ω Καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούνε»! Έτσι, κ εμείς, χαιρετάμε τον καινούριο Χρόνο που θα μας πάει πιο κοντά στο στόμα του για να μας φάγει, και χοροπηδάμε και τραγουδάμε οι δύστυχοι, σαν τα σαλιγκάρια του Αισώπου, την ώρα που ψηνόντανε.

Τούτος ο υλικός κόσμος είναι το βασίλειο του Χρόνου, που τον κάνει ν’ ανθίζει και να μαραίνεται αδιάκοπα. Η φθορά είναι ο σκληρός νόμος που έβαλε απάνω του τούτος ο τύραννος. Μ’ αυτή την άσπαστη αλυσίδα βαστά και τον άνθρωπο, σκλάβο ανήμπορον κάτω από τα πόδια του.

Μόνο μία ελπίδα υπάρχει γι αυτόν, να γλυτώσει από τη φθορά: ο Χριστός, ο λυτρωτής, ο καθαιρέτης της φθοράς. Εκείνος που πάτησε τον θάνατο και που είπε: «ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται. Εγώ ειμι ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς. Εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου, ζήσεται εις τον αιώνα»!

Ο απόστολος Παύλος, ο κλειδοκράτορας του μυστικού κόσμου, λέγει: «Η κτίσις υποτάχθηκε στη ματαιότητα, άθελά της, με την ελπίδα πως κι αυτή η κτίση θα λευτερωθεί από τη σκλαβιά της φθοράς, στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού. Γιατί γνωρίζουμε, πως όλη η κτίση αναστενάζει και πονά μαζί μας ως τώρα. Κι όχι μοναχά η κτίση, αλλά κι εμείς οι ίδιοι που έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αναστενάζουμε, περιμένοντας την υιοθεσία (δηλ. να γίνουμε τέκνα του Θεού), ήγουν να λυτρωθεί το σώμα μας από τη φθορά». Κι αλλού λέγει: «Αν κατοικεί μέσα σας το Πνεύμα Εκείνου που ανάστησε τον Ιησού, Αυτός που ανάστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματά σας με το άγιον Πνεύμα, που κατοικεί μέσα σας».

Ναι. Μοναχά ο Χριστός, που είναι ο Λόγος του Πατρός και που πήρε απ Αυτόν κάθε εξουσία, θα δώσει την αφθαρσία στους αγαπημένους του, καταργώντας και τον χρόνο και τον τόπο της ύλης, από τον κόσμο της φθοράς. Να, τι λέγει ο άγιος Πέτρος γι αυτή την αλλαγή: «Ήξει δε η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί, εν η ουρανοί ροιζηδόν παρελεύσονται, στοιχεία δε καυσούμενα λυθήσονται, και γη και τα εν αυτή έργα κατακαήσεται».

Και στην Αποκάλυψη είναι γραμμένα τα παρακάτω λόγια για τον καινούριο κόσμο της παλιγγενεσίας: «Και νυξ ουκ έσται εκεί, και χρείαν ουκ έχουσι λύχνου και φωτός ηλίου, ότι Κύριος ο Θεός φωτιεί αυτούς, και βασιλεύσουσιν εις τους αιώνας των αιώνων».
Πηγή: Μικρό εορταστικό, Ακρίτας, 2006
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...