Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Το ασύμβατο του χριστιανικού ήθους με τον φανατισμό
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026
3.7 Το ασύμβατο του χριστιανικού ήθους με τον φανατισμό (Σύνοψη)
Νοσηρό Βίωμα: Η Εκκλησία θεωρεί τον φανατισμό ως παρέκκλιση και νοσηρή έκφραση της θρησκευτικότητας.
Πολιτική Εκμετάλλευση: Πολλές φορές θρησκευτικές ιδέες χρησιμοποιούνται δόλια για την εξυπηρέτηση εθνικιστικών ή πολιτικών σκοπών.
Όχι στον Ιερό Πόλεμο: Η Ορθόδοξη Εκκλησία απέρριψε ιστορικά την έννοια του «ιερού πολέμου» και της βίας στη διάδοση της πίστης.
Φονταμενταλισμός: Είναι ένα ακραίο ρεύμα που εχθρεύεται την επιστήμη και επιδιώκει την επιστροφή σε μια άκαμπτη παράδοση.
Ανεξιθρησκία: Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστο δικαίωμα και θεσμική έκφραση του σεβασμού στον άνθρωπο.
Πνευματικό Λάδι: Ο δούλος του Κυρίου οφείλει να είναι ήπιος και ανεκτικός, παιδαγωγώντας τους άλλους με πραότητα.
Φόβος του Διαφορετικού: Ο φανατισμός συχνά πηγάζει από την άρνησή μας να δούμε τον εαυτό μας κριτικά μέσα από τα μάτια του άλλου.
Οικουμενικό Πνεύμα: Η αυθεντική Ορθοδοξία παραμένει ανοιχτή σε όλους, ανεξαρτήτως φυλής ή θρησκείας, εφαρμόζοντας την αγάπη προς τους εχθρούς.
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026
Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2025
«Ο φανατισμός αποτελεί διαστρέβλωση του Ευαγγελίου»
Με τον κ. Θανάση Παπαθανασίου, αναπληρωτή καθηγητή στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών.
Ο θρησκευτικός φανατισμός αποτελεί μια από τις πιο συχνές μορφές φανατισμού, όχι μόνο τα τελευταία χρόνια (όπως βλέπουμε με τα γεγονότα στο Ισραήλ), αλλά ήδη από την αρχαία εποχή και τις λατρείες των αρχαίων θεοτήτων. Με την συνύπαρξη διαφόρων θρησκειών και δογμάτων σε μια περιοχή, όπως η Ευρώπη ή η Μέση Ανατολή, οι διαρκείς συγκρούσεις και αντιπαλότητες έχουν πολλές φορές οδηγήσει σε καταστροφές και απώλεια ζωής.
Στον χριστιανικό κόσμο συγκρούσεις μεταξύ δογμάτων, που προέρχονται από τον θρησκευτικό φανατισμό και ίσως και την πολιτική εκμετάλλευση αυτού του φανατισμού είναι συχνές. Σε κάθε περίπτωση όμως έρχονται ενάντια στον λόγο του Θεού, ο Οποίος προσέφερε τον Εαυτό Του θυσία στον κόσμο για τη σωτηρία του κόσμου. Ο χριστιανικός λαός πορεύεται με βάση το ειρηνοποιό μήνυμα της ομόνοιας και της αγάπης, η οποία τα πρώτα χρόνια ευδοκίμησε ακόμα και εν μέσω ρωμαϊκών διωγμών, δίχως φανατισμούς και ζηλωτές «στις επάλξεις».
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025
Φανατισμός και ανεξιθρησκία
α) Το φαινόμενο του φανατισμού και τα αίτιά του
Φανατισμός (fanum=ιερό) γενικά ονομάζεται η αποκλειστική και με πάθος προσπάθεια επιβολής των ιδεών ενός ατόμου ή μιας ιδεολογίας. Ο φανατικός δεν ανέχεται αντίθετες απόψεις και είναι πρόθυμος να χρησιμοποιήσει βία για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του. Σχεδόν συνώνυμη είναι και η μισαλλοδοξία (μίσος για τις απόψεις του άλλου). Ο φανατισμός μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος στις πολιτικές, εθνικιστικές, θρησκευτικές ιδεολογίες, ή ακόμη και στην υποστήριξη αθλητικών ομάδων. Το σημαντικότερο, όμως, πεδίο όπου εκδηλώνεται είναι οι θρησκευτικές ιδέες, όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες της Μ. Ανατολής, Ινδίας, Β. Ιρλανδίας κ.α. Πρέπει να διακρίνουμε το θρησκευτικό φανατισμό από την αγωνιστικότητα για την αληθινή πίστη και να επισημάνουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι θρησκευτικές ιδέες για να φανατιστούν τα πλήθη, με σκοπούς καθαρά πολιτικούς.
Ο θρησκευτικός φανατισμός έχει πολλές μορφές: εμφανίζεται με τη μορφή της θρησκοληψίας (σχολαστικής τήρησης θρησκευτικών εντολών με δεισιδαιμονικά και ψυχοπαθολογικά χαρακτηριστικά), του πουριτανισμού (άκριτης αυστηρότητας στην ηθική καθαρότητα), του συντηρητισμού (προσκόλλησης στο παρελθόν) ή του προσηλυτισμού (στρατολόγησης οπαδών με δόλια μέσα). Σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες μπορεί να πάρει μορφές, όπως η θεοκρατία (διοίκηση του κράτους με θρησκευτικούς νόμους) ή ο θρησκευτικός επεκτατισμός (με κάθε μέσον προσπάθεια επέκτασης μιας θρησκείας, όπως συνέβη με τον Ισλαμισμό).
Έδαφος για να ριζώσει ο φανατισμός είναι κυρίως το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των ανθρώπων, η άγνοια, η έλλειψη δημοκρατικής δια παιδαγώγησης και διαμόρφωσης δημοκρατικής συνείδησης (άρνηση της άλλης άποψης) και η μειωμένη κριτική ικανότητα
Τα αίτια του θρησκευτικού, αλλά και κάθε φανατισμού, τοποθετούνται καταρχήν στο ψυχολογικό επίπεδο (πρώτιστα στην ατομική και κατόπιν στην ομαδική ψυχολογία). Πρόκειται για ποικιλία νευρώσεων (συμπλέγματα, άγχη, ατελής διαμόρφωση ταυτότητας), που οδηγούν το άτομο να αναζητά φανταστικούς εχθρούς στα διαφορετικά άτομα και να προβάλλει τα προβλήματά του επάνω τους. Σε συλλογικό επίπεδο η κάθε ομαδική πλέον νεύρωση τροφοδοτείται από την ψυχολογία της μάζας, την έκρηξη του συναισθήματος και άλλους μηχανισμούς που φαίνονται γενικά στις εξεγέρσεις. Μια δεύτερη κατηγορία αιτίων είναι τα πολιτικά και κοινωνικά. Όταν υπάρχουν προβλήματα κοινωνικής σταθερότητας ή οικονομικά, αναζητούνται εχθροί που εντοπίζονται στους διαφορετικούς από εμάς. Οι πολιτικές ηγεσίες τροφοδοτούν το μίσος αυτό και για πολιτικούς λόγους. Τέτοιο παράδειγμα είναι ο αντισημιτισμός που χαρακτήριζε τη ναζιστική Γερμανία την περίοδο 1933 1945. Τέλος, είναι τα θρησκευτικά αίτια, που προέρχονται από την ίδια τη θρησκεία. Ο φανατισμός ανάγεται σε αρετή και η βία είναι το μέσον για την εξάπλωση και επικράτηση των ιδεών ή μιας θρησκείας (επέκταση του Ισλαμισμού, άρνηση σε άλλες θρησκείες να αναπτυχθούν παράλληλα στον ίδιο χώρο).
β) Θρησκευτικός φανατισμός και ανεξιθρησκία στην ιστορία
Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα ο θρησκευτικός φανατισμός εμφανίστηκε με ένταση σε μερικές φάσεις της ιστορίας. Οι διωγμοί κατά των χριστιανών στην αρχαία Ρώμη (1ος - 4ος αιώνας μ.Χ.) αλλά και οι βίαιες συγκρούσεις στο εσωτερικό του Χριστιανισμού με τις αιρέσεις λίγο αργότερα είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Στο Μεσαίωνα έχουμε τους διωγμούς βυζαντινών αυτοκρατόρων κατά αιρετικών, τους διωγμούς του Ισλάμ κατά των χριστιανών της Μέσης Ανατολής και αργότερα των Βαλκανίων. Πριν από την πτώση του Βυζαντίου έχουμε τις Σταυροφορίες των Δυτικών χριστιανών κατά των ορθοδόξων χριστιανών και μουσουλμάνων από τον 11ο έως το 15ο αιώνα, με τις γνωστές επιδιώξεις της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και τον αντισημιτισμό αργότερα (μίσος κατά των Ιουδαίων), που αναπτύχθηκε σ’ όλη τη Δυτική Ευρώπη. Επίσης, τις δίκες της Ιεράς Εξέτασης, το «κυνήγι μαγισσών» στη Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. Τέλος, από τις χειρότερες ενδείξεις θρησκευτικού φανατισμού (με πολιτικά αίτια) υπήρξαν οι θρησκευτικοί πόλεμοι μεταξύ Προτεσταντών και Ρωμαιοκαθολικών στην Ευρώπη από το 16ο έως το 18ο αιώνα. Όλη αυτή η βιαιότητα οδήγησε τους πιο φωτισμένους ανθρώπους να θέτουν το αίτημα της ανεξιθρησκίας, του σεβασμού δηλαδή από το κράτος, αλλά και από κάθε άνθρωπο των θρησκευτικών πεποιθήσεων του καθενός. Παρά τις μεμονωμένες στιγμές, όπως το διάταγμα του Μ. Κωνσταντίνου (313 μ.Χ.), η υπόθεση της ανεξιθρησκίας προωθήθηκε κυρίως με το Διαφωτισμό στη «Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη» της Γαλλικής Επανάστασης (1789). Παρά τις διάφορες αντιδράσεις, καθιερώθηκε παγκοσμίως το 1948 στην «Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (άρθρο 18). Από τότε έγινε μέρος των συνταγμάτων πολλών κρατών, αν και πολλές φορές έμεινε στα χαρτιά.
γ) Ο Χριστιανισμός απέναντι στο φανατισμό και τους αλλόδοξους
Ο Χριστιανισμός ως θρησκεία της αγάπης και της ελευθερίας δεν μπορεί παρά να αρνείται το φανατισμό. Αυτό φαίνεται στη ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού που χαρακτηρίστηκε από την αγάπη και το σεβασμό στον άνθρωπο. Το ίδιο και στη συμπεριφορά των Αποστόλων, ενώ στα κείμενα της Καινής Διαθήκης δεν αναφέρεται πουθενά εντολή για χρήση βίας στη διάδοση του Χριστιανισμού. Στην πορεία, βέβαια, της ιστορίας πρέπει να διακρίνουμε ανάμεσα στην ουσία του Χριστιανισμού και στα λάθη μερικών χριστιανών, που δεν αντιλήφθηκαν σωστά το χριστιανικό μήνυμα της ελευθερίας ή για αλλότριους προς την πίστη σκοπούς χρησιμοποίησαν βία στην αντιπαράθεσή τους να επιβάλουν την άποψή τους. Βλέπουμε, όμως, μερικά βασικά σημεία που λειτουργούν ως κριτήρια στην Ορθόδοξη Εκκλησία:
• η Εκκλησία καταδίκασε το λεγόμενο «εισπηδητικό μαρτύριο», την απρόκλητη δηλαδή επιδίωξη χριστιανών να μαρτυρήσουν μόνοι τους, χωρίς να υποχρεωθούν, καταδικάζοντας έτσι τον «οὐ κατ’ ἐπί γνωσιν» ζήλο.
• η Ορθόδοξη Εκκλησία αρνήθηκε την έννοια του «ιερού πολέμου» σε όλες τις φάσεις της ιστορίας της.
• η ιεραποστολή της ορθόδοξης Εκκλησίας, παρότι απευθύνεται σε αλλόθρησκους, διακρίνεται από σεβασμό προς τη θρησκεία των ανθρώπων στους οποίους απευθύνεται και προς τον πολιτισμό τους και προσπαθεί να τους προσελκύσει με έργα αγάπης και πραγματικού ενδιαφέροντος.
Με βάση τα παραπάνω η θέση του χριστιανού απέναντι στους αλλόθρησκους και αλλόδοξους πρέπει να χαρακτηρίζεται από σεβασμό και ανοχή των ιδεών τους, χωρίς να προδίδει τις δικές του αρχές και πεποιθήσεις. Η χριστιανική πίστη δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από την πιθανή αντιπαράθεση με την πίστη και τις ιδέες των άλλων, γιατί ο πιστός γνωρίζει ότι κατέχει την αλήθεια του Χριστού και όχι μια οποιαδήποτε αλήθεια. Διαλέγεται και σέβεται τα πρόσωπα που πρεσβεύουν διαφορετικές πεποιθήσεις και δε φοβάται να μαρτυρήσει για την αλήθεια, όταν προκληθεί
δ) Η ανεξιθρησκία στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα η ανεξιθρησκία διακηρύχθηκε ήδη από το 1827 στο Σύνταγμα της Τροιζήνας. Στο σημερινό Σύνταγμα (άρθρο 13) προβλέπεται η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Εκεί, διακηρύσσεται η προστασία της θρησκευτικής συνείδησης και της θρησκευτικής λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας με τον όρο να μην προσβάλλει τα χρηστά ήθη και να μην ασκεί προσηλυτισμό. Βέβαια, επειδή η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρείται «επικρατούσα θρησκεία» (άρθρο 3), αφού εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού (97%), προστατεύεται από κάθε είδος προσηλυτισμού και επιβάλλεται σεβασμός προς αυτήν και τα μέσα που χρησιμοποιεί (ιερείς, μυστήρια, τελετές). Επίσης, η πολιτεία ακολουθεί τις αργίες και το εορτολόγιο της ορθόδοξης Εκκλησίας και πολιτειακοί παράγοντες εκπροσωπούν την πολιτεία στις εορταστικές και επετειακές της εκδηλώσεις. Αυτή η ιδιαίτερη μεταχείριση δε σημαίνει ότι δεν προστατεύονται και οι άλλες θρησκείες ή ομολογίες, αφού στο άρθρο 13 ορίζεται ότι οι λειτουργοί των γνωστών θρησκειών υφίστανται την ίδια εποπτεία της Πολιτείας με εκείνη που υφίστανται οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. Οι χριστιανοί πρέπει να διαφυλάξουν το καθεστώς ανεξιθρησκίας στην Ελλάδα και να συμβάλουν στην εμβάθυνσή του, αφού η ανεξιθρησκία είναι η θεσμική έκφραση του σεβασμού στο συνάνθρωπο
ΚΕΙΜΕΝΑ
1. «Να αγωνίζεσαι για τη δικαιοσύνη, την πίστη, την αγάπη, την ειρήνη, μαζί μ’ εκείνους που ομολογούν με καθαρή καρδιά ότι ανήκουν στον Κύριο. Μην παίρνεις μέρος στις ανόητες κι ανώφελες συζητήσεις, γιατί ξέρεις καλά ότι καταλήγουν σε φιλονικίες. Κι ο δούλος του Κυρίου δεν πρέπει να φιλονικεί, αλλά να είναι ήπιος απέναντι σε όλους, πρόθυμος να διδάξει, ανεκτικός. Πρέπει να παιδαγωγεί με πραότητα τους αντιθέτους, για να τους δώσει κάποτε ο Θεός μετάνοια να καταλάβουν την αλήθεια και να συνέλθουν, ξεφεύγοντας από την παγίδα του διαβόλου, που τους είχε αιχμαλωτίσει να κάνουν το θέλημά του». (2 Τιμ. 2, 22-25).
2. «Ὁ παρών κανών λέγει: ὅποιος Ἐπίσκοπος ἤ πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος κτυπᾷ τούς χριστιανούς ἐκείνους ὁποῦ σφάλλουν εἰς αὐτόν, ἤ τούς ἀπί στους, ὁποῦ ἤθελαν ἀδικήση ἄλλους, καί θέλει τάχα, ὅτι μέ τά τοιαῦτα κτυπήματα, νά κάμη νά τόν φοβοῦνται οἱ λοιποί, προστάζομεν νά καθαίρηται ὁ τοιοῦτος. Διότι ὁ Κύριος εἰς κανένα μέρος τοῦ Εὐαγγελίου δέν μᾶς ἐδίδαξε τοῦτο νά κάμνωμεν· μάλιστα δέ ὅλο τό ἐναντίον μᾶς ἐδίδαξε μέ τό παράδειγμά του. Ἐπειδή δερνόμενος ἀπό τούς στρατιώ τας καί Ἰουδαίους, ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους, δέν ἐσήκωσε χέρι νά τούς δείρῃ καί αὐτός. Κατηγορούμενος καί ὑβριζόμενος, δέν ὕβριζεν, οὔτε ἐκατηγόρει. Καί πάσχων ἐπάνω εἰς τόν σταυρόν, δέν ἐφοβέριζε νά τούς παιδεύση, ἀλλά παρεκάλει τόν Πατέρα του νά τούς συγχωρήση». (Πηδάλιο, Ερμηνεία του Νικόδημου Αγιορείτη στον 27ο Αποστολικό Κανόνα).
3. «Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας· στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνεται η ελευθερία για την αλλαγή θρησκείας ή πεποιθήσεων, όπως και η ελευθερία να εκδηλώνει κανείς τη θρησκεία του ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, μόνος ή μαζί με άλλους, δημόσια ή ιδιωτικά, με τη διδασκαλία, την άσκηση, τη λατρεία και με την τέλεση θρησκευτικών τελετών». (Οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, άρ. 18).
4. «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστος. Η απόλαυσις των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται εκ των θρησκευτικών εκάστου πεποιθήσεων. 2. Πάσα γνωστή θρησκεία είναι ελευθέρα και τα της λατρείας αυτής τελούνται ακωλύτως υπό την προστασίαν των νόμων. Η άσκησις της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει την δημοσίαν τάξιν ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3. Οι λειτουργοί όμως των γνωστών θρησκειών υπόκεινται εις την αυτήν εποπτείαν της Πολιτείας και εις τας αυτάς έναντι ταύτης υποχρεώσεις, ως και οι της επικρατούσης θρησκείας. 4. Ουδείς δύναται ένεκα των θρησκευτικών αυτού πεποιθήσεων να απαλλαγεί της εκπληρώσεως των προς το Κράτος υποχρεώσεων ή να αρνηθεί την συμμόρφωσίν του προς τους νόμους». (Σύνταγμα της Ελλάδος, άρθρο 13).
Χριστιανισμός και Θρησκεύματα σελ.173-179
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025
Μορφές φανατισμού (συλλογή εικόνων)
Συλλογή δεκαοκτώ εικόνων με θέμα τις διάφορες μορφές φανατισμού στον κόσμο. Στόχοι του μαθησιακού αντικειμένου είναι να εξασκηθούν οι μαθητές στην παρατήρηση εποπτικού υλικού και κυρίως να αντιληφθούν την καθολικότητα και τη διαχρονική διάσταση του φαινομένου. Οι εικόνες της συλλογής, μάλιστα, συμβάλλουν στην οπτικοποίηση εννοιών και συνδέονται με την καθημερινή πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από έργα τέχνης και σύγχρονες φωτογραφίες θίγεται το πρόβλημα του θρησκευτικού, εθνικού, πολιτικού και κοινωνικού φανατισμού και προβάλλονται εκδηλώσεις βίας από τον 1ο μ.Χ. αιώνα μέχρι και τη σύγχρονη εποχή. Για κάθε εικόνα, επίσης, δίνονται σύντομες πληροφορίες, με σκοπό τον εμπλουτισμό των γνώσεων των μαθητών, καθώς και σχετικός υπερσύνδεσμος.
Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025
Το ασύμβατο του Χριστιανικού ήθους με τον φανατισμό
Έννοια του φανατισμού:
Φανατισμός (fanum = ιερό) γενικά ονομάζεται η αποκλειστική και με πάθος προσπάθεια επιβολής των ιδεών ενός ατόμου ή μιας ιδεολογίας. Ο φανατικός δεν ανέχεται αντίθετες απόψεις και είναι
πρόθυμος να χρησιμοποιήσει βία για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του. Σχεδόν συνώνυμη είναι
και η μισαλλοδοξία (μίσος για τις απόψεις του άλλου)
Μορφές θρησκευτικού φανατισμού
Σχέση φανατισμού - μισαλλοδοξίας:
Το πρώτο γνώρισμα του φανατικού είναι η μισαλλοδοξία του. Χωρίς να ενδιαφερθεί καν να μάθει τι ακριβώς υποστηρίζουν οι αντίπαλοί του, απορρίπτει ευθύς εξ αρχής κάθε θέση τους ως εσφαλμένη και στη συνέχεια ψάχνει να βρει τα επιχειρήματα για την απόρριψη.
Άλλωστε βλέπει πάντα τα πράγματα άσπρα μαύρα, χωρίς καμιά ενδιάμεση απόχρωση. Όλες οι δικές του απόψεις είναι σωστές, ενώ όλες οι διαφορετικές απόψεις είναι εσφαλμένες.
Αυτή η στάση του φανατικού προέρχεται από την πεποίθησή του ότι οι δικές του απόψεις και πράξεις είναι απόλυτα σωστές και ορθές. Καμιά αμφιβολία δεν γεννιέται ποτέ μέσα του για ό,τι λέγει και πράττει. Πάντα έχει δίκιο και ενεργεί σωστά. Όχι μόνον οι γενικές αλήθειες, αλλά και κάθε λεπτομέρειά τους είναι αναμφισβήτητα ορθή. Σ’ όλα πορεύεται όπως πρέπει.
Με τέτοιες προϋποθέσεις δεν είναι δυνατόν να ανοίξει διάλογο ο φανατικός. Όταν μιλεί, το κάνει μόνο για να διαφωτίσει τους άλλους και να τους φέρει στο σωστό δρόμο. Όταν μιλούν οι άλλοι, συνήθως κλείνει τ’ αυτιά του και συνεχίζει μετά το δικό του, το ίδιο πάντα τροπάριο, χωρίς καμιά παραλλαγή. Ουσιαστικά δεν ενδιαφέρεται για απόψεις που απορρίπτει ευθύς εξ αρχής με μόνη τη δικαιολογία ότι δεν συμφωνούν με τις δικές του!
Για ποιους λόγους το χριστιανικό ήθος είναι ασύμβατο με τον φανατισμό;
Το φαινόμενο του θρησκευτικού φανατισμού, όμως, καλεί και εμάς τους Ορθόδοξους Έλληνες σε μετάνοια και αυτοκριτική εγρήγορση, καθώς και στην υπέρβαση του διαχρονικού πειρασμού μας πως είμαστε ο νέος περιούσιος, ο νέος εκλεκτός λαός του Θεού, ένας πειρασμός που συχνά οδηγεί στον αποκλεισμό των άλλων και των διαφορετικών, καθώς και στην απόρριψη των ξένων, των προσφύγων και των μεταναστών.
Επιτρέψτε μου να θυμίσω στην αγάπη σας ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί στο μέτρο και το βαθμό που παραμένουμε πιστοί στην ευαγγελική εντολή της αγάπης όλων ανεξαιρέτως των ανθρώπων, ανεξαρτήτως φυλής, φύλου, θρησκείας, κοινωνικής τάξης και προέλευσης, μιας αγά πης που περιλαμβάνει ακόμη και τους εχθρούς, είμαστε αυθεντικοί ορθόδοξοι, όταν δεν υποκύπτου με στον πειρασμό να επιβάλουμε, με τα κοσμικά μέσα, τη βασιλεία του Θεού και να εκριζώσουμε με τη βία τα ζιζάνια που εμποδίζουν ή καθυστερούν την έλευσή της.
Και είμαστε πιστοί στο διαχρονικά οικουμενικό πνεύμα του Ελληνισμού, όταν παραμένουμε ανοιχτοί και καταδεκτικοί σε όσους, διά των γραμμάτων, της παιδείας και της υιοθέτησης των αξιών μας επιθυμούν να ενταχθούν, να ζήσουν και να προκόψουν στην κοινωνία μας. [...]
Ιγνάτιος, Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού (2015). Η εξάπλωση του φαινομένου του θρησκευτικού φανατισμού και η μαρτυρία και το μαρτύριο των χριστιανών στο σύγχρονο κόσμο. Εισήγηση στο Διεθνές Διεπιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Θρησκεία και Βία» (Α.Π.Θ., 2729 Απριλίου 2015) (απόσπασμα).
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
Παρουσιάστρια από την Νορβηγία, απολύθηκε φορούσε …σταυρό...

Δημοφιλής παρουσιάστρια από την Νορβηγία, απολύθηκε επειδή βγήκε στον αέρα φορώντας ένα…σταυρό, κάτι που η μουσουλμανική κοινότητα της χώρας θεώρησε σκανδαλώδες.
Η εμφάνιση της Siv Kristin Sællmann στο κανάλι NRK με ένα χρυσό μενταγιόν το οποίο ήταν διακοσμημένο με μαύρα πετράδια σε σχήμα σταυρού, φέρεται να προκάλεσε την οργή μελών της μουσουλμανικής κοινότητας που διοργάνωσαν διαμαρτυρίες, υποστηρίζοντας ότι η αλυσίδα με τον σταυρό,
Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013
O ελλαδικός θρησκευτικός φονταμεταλισμός
Συχνά η προσκόλληση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών στο ιστορικό παρελθόν και η συντήρηση των ηθών και των εθίμων εγκλώβισε τον βίο των συγχρόνων Ορθοδόξων πιστών στα ποικίλα σχήματα του παρελθόντος και λειτούργησε μάλλον ως καταφύγιο εθνικών αναμνήσεων και ιδεών και όχι ως ζωντανός και αξιόμαχος παράγων εντός της σύγχρονης πραγματικότητας. Μολονότι στην εποχή μας συμβαίνουν ραγδαίες αλλαγές και ποικίλες ανακατατάξεις στην ελληνική κοινωνία, ορισμένα ρεύματα της σύγχρονης ελλαδικής Ορθοδοξίας προσκολλώνται πεισματικά και αναπολούν νοσταλγικά, εξωραΐζοντας ή ανακατασκευάζοντας ιδεολογικά το ένδοξο παρελθόν. Αντικειμενοποιώντας τα γλωσσικά, πολιτισμικά και εθιμικά σχήματα του ιστορικού παρελθόντος, εκλαμβάνοντας ως κλειστή και συντελεσμένη την έννοια της παράδοσης, οι κύκλοι αυτοί των Ορθοδόξων κλείνονται σε ένα είδος ναρκισσισμού, καθεστωτικής και ιδιοκτησιακής αντίληψης για την κατοχή της αλήθειας.
Αν και η σχέση της ελλαδικής Ορθοδοξίας με τη νεωτερικότητα υπήρξε εν πολλοίς ανταγωνιστική, η νεωτερική ιδέα του έθνους-κράτους έγινε σταδιακά μια σχεδόν «ιερή» έννοια και ένα «εκκλησιολογικό» εργαλείο. Η παράξενη μίξη εθνικών και θρησκευτικών στοιχείων δημιούργησε νέα πολιτισμικά στερεότυπα, τα οποία εξυπηρέτησαν ξεκάθαρα συγκεκριμένες εθνικές ή και πολιτικές σκοπιμότητες. Το ίδιο έπραξαν και σχεδόν όλες οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες στα Βαλκάνια και στη Ρωσία με εξαίρεση το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο υπέστη πλήγματα από τις ιστορικές και γεωπολιτικές ανακατατάξεις των νεωτέρων χρόνων και κυρίως από τον εθνικισμό του 19ου και του 20ού αιώνα. Μολονότι η περίφημη συνοδική καταδίκη της αίρεσης του εθνοφυλετισμού το 1872, με αφορμή το βουλγαρικό σχίσμα, μοιάζει να αποκρυσταλλώνει την αντινομία μεταξύ Ορθοδοξίας και εθνικισμού, ωστόσο οι ιστορικές περιπέτειες των Ορθοδόξων ως τις μέρες μας έδειξαν ότι η οικουμενικότητα είναι και παραμένει περισσότερο αίτημα παρά κεκτημένο.
Η ελλαδική Ορθοδοξία εκφράζοντας, αφενός, τη συντήρηση των παραδοσιακών ηθών και τη νοσταλγία του βυζαντινού μεγαλείου και, αφετέρου, αποτελώντας τον πλέον συνεκτικό παράγοντα του κοινωνικού ιστού στο νεοελληνικό κράτος, έδωσε τη δυνατότητα να διαμορφωθούν νέα σχήματα κατανόησης και ερμηνείας της ιστορίας και να καλλιεργηθούν νέα εθνικοθρησκευτικά οράματα και μεγάλες ιδέες. Ο ιστορικός αυτός ρόλος της ελλαδικής Ορθοδοξίας την οδήγησε αναπότρεπτα να ζει και μετά την επανάσταση του 1821 με την ιδέα του έθνους και κάτω από τον κρατικό μηχανισμό του ελλαδικού κράτους. Διάφορες πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα προσέβλεπαν παραδοσιακά στη στήριξη της Εκκλησίας, προκειμένου να υλοποιήσουν τα πολιτικά σχέδιά τους. Η προσπάθεια χρησιμοποίησης του θεσμού της Εκκλησίας από πολιτικούς χώρους ή πρόσωπα για ίδιον κομματικό όφελος είναι σχεδόν παράδοση στη χώρα μας. Ουδέποτε, όμως, η Εκκλησία ως θεσμός παρείχε υποστήριξη σε ανελεύθερα και δικτατορικά καθεστώτα. Ό,τι δεν μπόρεσε να κάνει η δικτατορία του Μεταξά στον μεσοπόλεμο, συνέβη αργότερα με τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Έχοντας ακόμη νωπές τις πληγές της κατοχής και του εμφυλίου, η δικτατορία του 1967 επιχείρησε, δίπλα στη στρατιωτική της ισχύ, να χρησιμοποιήσει τον θεσμό της Εκκλησίας για να στηρίξει με τα εθνικοθρησκευτικά ιδεώδη την ιδεολογία και το πολιτικό της πρόγραμμα, σε μια κοινωνία που εμφάνιζε ανάγλυφα τα στοιχεία μιας ραγδαίας πολιτισμικής εκκοσμίκευσης.
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012
Ο Μητροπολίτης Σιατίστης απαντά στην Χρυσή Αυγή
Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη!
Εἶδες τόν Ἀδελφό σου, εἶδες Κύριον τόν Θεόν σου!
Πυρά Σιατίστης Παύλου για ''Corpus Christi'' και ''Χρυσή Αυγή''
Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012
Χριστιανισμός, βία κι επανάσταση
Κάθε τόσο διαβάζομε ή ακούμε μια πράξη βίας, μια τρομοκρατική εκδήλωση ή κάποια μεγάλη ή μικρή επανάσταση. Η βία σ’ όλες της τις μορφές βρίσκεται σχεδόν καθημερινά στην επικαιρότητα. Ληστείες, φόνοι, απαγωγές καλύπτουν μια μόνιμη στήλη στην ειδησεογραφία, του ελληνικού και του διεθνούς χώρου. Και κοντά σ’ αύτη, την κοινή εγκληματικότητα παρουσιάζονται φαινόμενα τρομοκρατίας, που συγκλονίζουν την κοινή γνώμη και δίνουν αφορμή για ποικίλες αντιδράσεις και σχόλια. Κάπου-κάπου γίνεται γνωστή και κάποια επανάσταση σ’ ένα σημείο του πλανήτη μας από κάποια ομάδα δυσαρεστημένη προφανώς με την κρατούσα τάξη πραγμάτων. Η τρομοκρατία και οι επαναστάσεις είναι βέβαια φαινόμενο που δεν εμφανίζεται μόνο στο δικό μας χώρο. Η βία όμως στις διάφορες μορφές της παρουσιάζεται κι έδώ, αραιά βέβαια, αλλά υπάρχει. Η Εκκλησία αντιμετωπίζει έτσι κι αύτη μια σειρά από ερωτήματα κοινωνικής ηθικής και δεοντολογίας, στα οποία καλείται να δώσει μιαν απάντηση. Αλλιώς μένει εκτεθειμένη στην καλόπιστη ή κακόπιστη κριτική της κοινής γνώμης. Φυσικά δεν πρόκειται να μιλήσουμε για την «επίσημη» άποψη της Εκκλησίας. Αυτή μπορεί να την κάνει γνωστή μονάχα η ηγεσία της, όσοι είναι ταγμένοι στο αξίωμα των ηγετών. Ωστόσο όλοι μας έχουμε —και πρέπει να έχουμε— μια διαμορφωμένη γνώμη πάνω σε τόσο καυτά προβλήματα. Για να είναι όμως σωστή η γνώμη μας, πρέπει να βγαίνει από την πρακτική της Εκκλησίας στο διάβα του χρόνου και να αποδίδει τις θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής πίστεως. Αλλιώς η άποψή μας θα είναι υποκειμενική και μόνο συμπτωματικά θα συμφωνεί με τη χριστιανική αλήθεια.
Όσο για τη βία τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Η αντίθεση του χριστιανού δεν μπορεί παρά να είναι απόλυτη, χωρίς καμιά εξαίρεση. Σε καμιά περίπτωση δεν ευλογεί η πίστη μας πράξεις βίας, γιατί αποτελούν παράβαση των βασικών εντολών του Θεού στο Δεκάλογο και της καινής εντολής της αγάπης. Κανένας άλλωστε λογικός άνθρωπος, με κοινωνική συνείδηση δεν υπερασπίζεται την εγκληματικότητα, ανοιχτά τουλάχιστον…
Τα πράγματα αρχίζουν να μπερδεύονται όταν περάσαμε στην τρομοκρατία, τη βία δηλαδή που ασκείται για πολιτικούς λόγους. Εδώ αρχίζει η προσπάθεια ομάδων, εθνικών ή πολιτικών, να συνδέσουν την άσκηση βίας, την τρομοκρατία, με την αναγκαιότητα αντιδράσεως σε συνθήκες καταπιέσεως της ομάδας, στην μόνη διέξοδο αντιδράσεως και διαμαρτυρίας και τα όμοια. Γενικά η τάση είναι να δικαιολογείται η βία ως αναγκαίο κακό, ως μόνος ακουστός τρόπος διαμαρτυρίας στην ισχύ των κρατούντων, ως μικρογραφία αυτού που γίνεται από τις οργανωμένες επίσημες δυνάμεις σε ευρύτερη κλίμακα. Γιατί πρέπει η Εκκλησία να είναι εναντίον αυτής της διαμαρτυρίας, όταν δεν διαμαρτύρεται για την άσκηση βίας από τα κράτη και τις κυβερνήσεις τους; Ή μήπως η ηθική είναι θέμα δυνατότητας για πρακτική επικράτηση;
Η απάντηση σ’ αυτά τα επιχειρήματα είναι σαφής: η Εκκλησία ήταν και παραμένει οπαδός της μη βίας σ’ οποιαδήποτε μορφή και για οποιουσδήποτε λόγους. Η ιστορία της και η πίστη της είναι σαφείς στο σημείο αυτό. Ασαφές παραμένει δυστυχώς για πολλούς ανθρώπους το πραγματικό νόημα της μη βίας, της αρνήσεως δηλαδή της ασκήσεως βίας. Σε πολλούς η προσήλωση του χριστιανισμού στα ειρηνικά μέσα για τη διεκδίκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων φαίνεται πρακτικά ανίσχυρη και ατελέσφορη μέθοδος. Πώς μπορεί να ακουστεί κανείς, όταν η διαμαρτυρία του δεν συνοδεύεται από βία; Τί θα αποδώσει μια ειρηνική διαμαρτυρία, όταν οι κρατούντες έχουν τα μέσα να πνίξουν αυτή τη φωνή, πριν καλά-καλά γίνει γνωστή;
Όσοι έχουν τέτοιου είδους αντιρρήσεις, φαίνεται πως αγνοούν την ιστορία της Εκκλησίας. Ξεχνούν ή δεν ξέρουν πως η πίστη μας έγινε γνωστή με τους διωγμούς των οπαδών της. Λησμονούν πως το δέντρο της πίστεως αυξήθηκε και μεγάλωσε, φούντωσε κι έκανε καρπούς, γιατί ποτίστηκε με το αίμα των μαρτύρων, χιλιάδων μαρτύρων, όλων οπαδών της μη βίας. Προτίμησαν αυτό το δύσκολο δρόμο οι πρώτοι χριστιανοί, για να διαμαρτυρηθούν, για ν’ αντιδράσουν στις πιέσεις, για να κάνουν γνωστά στη κοινή γνώμη της εποχής τα αιτήματά τους, Και παρόλες τις μηδαμινές για την εποχή εκείνη δυνατότητες διαδόσεως των ειδήσεων, παρόλη την αυταρχικότητα του αρχαίου κράτους, κατόρθωσαν όχι μόνο να συγκινήσουν, αλλά να κερδίσουν τη κοινή γνώμη για την υπόθεσή τους. Ο αρχαίος κόσμος δεν έγινε χριστιανικός με αυτοκρατορικά διατάγματα —όπως κακόβουλα ή από βαθειά άγνοια των πραγμάτων ισχυρίζονται ορισμένοι—, αλλά με την αυτοθυσία των μαρτύρων και των υπερμάχων της πίστεως. Γιατί έτσι φαινόταν η πνευματικότητα των πιστών και η αλήθεια της υποθέσεως της Εκκλησίας. Ο πολύς κόσμος καταλάβαινε χωρίς κόπο το βάθος, την πνευματική ομορφιά, τη θεϊκή προέλευση του χριστιανισμού, περισσότερο άμεσα, από ό,τι θα έκαναν τα λόγια και η θεωρία.
Θεωρητικότερα άλλωστε η μη βία βρίσκεται στη σωστή γραμμή, στη συνέχεια της αγάπης, της καρδίας της νέας ηθικής. Και η αγάπη δεν γνωρίζει παρεκκλίσεις και εξαιρέσεις ή σκοπιμότητες. Ισχύει για όλους και χωρίς καμιά εξαίρεση. Ακόμη και όταν διαφωνεί κανείς, κυρίως τότε, δεν μπορεί να παραβεί τα καθήκοντά του απέναντι στους άλλους, που απορρέουν από την εντολή της αγάπης. Γιατί παραβαίνοντας την αγάπη, παραθεωρεί την πίστη, την αναγνώριση του Χριστού στο πρόσωπο του ανθρώπου – αδελφού.
Αυτή η στάση της μη βίας, της παραιτήσεως από κάθε πράξη βίας για χάρη και εν ονόματι της αγάπης, δεν είναι βέβαια εύκολο πράγμα. Απαιτεί ψυχικό ηρωισμό, για να καταπνίγουμε την αγανάκτηση και την εκδικητικότητα που φωλιάζει μέσα στον παλαιό άνθρωπο. Απαιτεί ακόμα αφαίρεση από την ατομική ή και συλλογική περίπτωσή μας και ένταξη στην πανανθρώπινη νέα οικογένεια του Θεού, όπως μας την φανέρωσε ο Χριστός. Δεν είναι εύκολο να δει κανείς τον αντίδικό του ως αδελφό που αξίζει την αγάπη…
Κι έτσι φτάνουμε αβίαστα στο πρόβλημα της επαναστάσεως. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί, στο εξωτερικό βασικά, μια ολόκληρη θεολογία της επαναστάσεως, όπως αυτοαποκαλείται. Στη λατινική Αμερική, στην Αφρική, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε άλλες χώρες υπάρχουν ομάδες κληρικών και λαϊκών που υποστηρίζουν θεωρητικά και πρακτικά διάφορα επαναστατικά, εθνικά, φυλετικά ή κοινωνικοπολιτικά λαϊκά κινήματα. Το πρακτικό μέρος βέβαια δεν μπορεί να μας απασχολήσει εδώ. Άλλωστε δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί παρά σε συνάρτηση με τα ειδικά προβλήματα και τις πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές συνθήκες των χωρών που αναπτύσσεται. Το θεωρητικό όμως, που εκπροσωπείται σε μια κάποια μορφή και από ολιγάριθμους θεωρητικούς οπαδούς του και στη χώρα μας, χρειάζεται να συζητηθεί. Γιατί πέρα από την απήχησή του σε πολλούς ή λίγους ανθρώπους, δημιουργεί ερωτηματικά στον ανίδεο περί τα τοιαύτα και αφορμή για επίθεση κατά της Εκκλησίας από διάφορους αντιπάλους της. Οι λίγοι υποστηρικτές της συμμετοχής των χριστιανών σε μια επανάσταση γίνονται σχεδόν αυτόματα οι «φωτισμένοι», ενώ οι υπόλοιποι γίνονται αντιδραστικοί, σκοταδιστές κ.τ.ό.
Σε τελευταία ανάλυση το όλο πρόβλημα συνοψίζεται στο ερώτημα: Πρέπει να μετέχει η Εκκλησία σε λαϊκά κινήματα που έχουν ως στόχο την αλλαγή της υφισταμένης τάξεως πραγμάτων με τη βία; Γιατί και η επανάσταση είναι μια μορφή βίας. Βέβαια δεν πρόκειται για κοινή εγκληματική πράξη ή για ατομική τρομοκρατία. Οπωσδήποτε όμως η επανάσταση δεν αποκλείει τη βία, για να μεταχειριστούμε μια ήπια έκφραση. Η απόλυτη άρνηση κάθε μορφής βίας σημαίνει αυτόματα, θα έλεγε κανείς, και τη μη αποδοχή της επαναστάσεως ως μέσου μεταβολής των υπαρχουσών συνθηκών διαβιώσεως προς το καλύτερο. Αυτή η άρνηση καθίστα όμως, έμμεσα αλλά καθαρά, την Εκκλησία στήριγμα των κρατούντων, αντιτείνουν οι θεολόγοι της επαναστάσεως.
Για να δούμε το όλο θέμα σε μια σωστή βάση, πρέπει να έχουμε μέσα μας ξεκάθαρη την χριστιανική αντίληψη για τον άνθρωπο και την πορεία του μέσα στην ιστορία. Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά του προβλήματα, που στηρίζονται στις διαφορές του μεταπτωτικού ανθρώπου από τον συνάνθρωπό του, δεν μπορούν και δεν πρέπει να μας κάνουν να παραθεωρήσουμε τα κοινά όλων των ανθρώπων και τους νέους δεσμούς τους εν Χριστώ. Η υπέρβαση όλων των σχετικών προβλημάτων μας οφείλεται κατά τη χριστιανική πίστη στην απομάκρυνσή μας από τον Θεό και στη ρήξη των δεσμών της αγάπης. Συνεπώς και η αποκατάσταση της ευρυθμίας στη ζωή μας δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, παρά με την επιστροφή μας κοντά στον Θεό και τη σύνδεσή μας με τους αδελφούς. Αυτό δεν σημαίνει προσκόλληση στην υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, αλλά αγώνα για μια βαθειά και ουσιαστική αλλαγή στις διαπροσωπικές, αλλά και τις γενικότερες σχέσεις των ανθρώπων. Εδώ βρίσκεται η δική μας, η χριστιανική επανάσταση, διαφορετική από όλες τις άλλες, τόσο στα μέσα όσο και στον τελικό σκοπό.
Από όσα ειπώθηκαν έγινε φανερό πως ο χριστιανός, που ακολουθεί συνειδητά το δρόμο του Χριστού δεν είναι δυνατό να συμφωνεί με καμιά μορφή βίας. Όχι από λόγους συντηρήσεως ή συμφωνίας με την κρατούσα τάξη πραγμάτων, αλλά ακριβώς ένεκα της βαθειάς και ριζικής διαφωνίας του. Σωστότερα τη χριστιανική θεωρία και πρακτική τη ρυθμίζει μια ανθρωπολογική αφετηρία, τελείως διαφορετική από αυτήν που επικαλούνται οι διάφοροι κοινωνικοί ή πολιτικοί μεταρρυθμιστές. Ο χριστιανός δεν βλέπει γύρω του φίλους και εχθρούς, αλλά αδελφούς του Χριστού, άξιους της αγάπης του και της προσευχής του. Βλέπει περισσότερο από τον καθένα την αδικία, την καταπίεση, την απάνθρωπη ποιότητα της ζωής. Μόνο που δεν σταματά στην επιφάνεια, αλλά προχωρεί στο βάθος της ψυχής για να βρει τα αίτια και τον τρόπο αλλαγής. Γι’ αυτό αντιτίθεται σε κάθε μορφή βίας, που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε μέσο, που αδιαφορεί για την ψυχή του, που τον δηλητηριάζει με το μίσος και τη διχόνοια. Σκοπός του χριστιανισμού άλλωστε δεν είναι να αλλάξει το περίβλημα, αλλά το βάθος του κόσμου με την προοδευτική προσαρμογή του στον κόσμο του Χριστού.
Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε πως ο χριστιανισμός αντιτίθεται όχι μόνο στο έγκλημα και την τρομοκρατία, αλλά σε κάθε μορφή βίας, από σεβασμό και αγάπη στον άνθρωπο. Το όχι του χριστιανού στη βία δεν είναι εξάλλου πρόσχημα για βόλεμα και απομόνωση από τα κοινά, αλλά αφετηρία για ένα διαρκές πνευματικό παρόν σ’ όλα τα καυτά προβλήματα της εποχής και του τόπου του. Είναι η καθημερινή παρουσία του στον κοινωνικό χώρο, η συνεχής διαμαρτυρία του για την περιφρόνηση του ανθρώπου, η αγωνία του για την πορεία του κόσμου. Με ένα λόγο: η στάση του χριστιανού είναι η στάση του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αγωνίστηκε όσο λίγοι για τη δικαιοσύνη και τη μεταβολή των συνθηκών της ζωής.
(Βασ. Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», εκδ. Π. Πουρναρά – Θεσ/νίκη, σ. 169-174)
Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012
Φανατισμός και ανεκτικότητα
Στην καθημερινή πράξη των χριστιανών εμφανίζονται σε πολλά ζητήματα, δείγματα δύο διαμετρικά αντίθετων συμπεριφορών: του φανατισμού και της ανεκτικότητας. Αντιπροσωπεύουν, θα έλεγε κανένας, δυο τύπους πιστών σε κάθε λεπτομέρεια της εκκλησιαστικής ζωής. Από την μια μεριά ο φανατικός χριστιανός, που ψάχνει να βρει ευκαιρία για να εκφράσει με τον εντονότερο δυνατό τρόπο τη μισαλλοδοξία του. Κι από την άλλη ο ανεκτικός, που παρά τις επιθέσεις του προηγούμενου διατηρεί πάντα μια διαλλακτική στάση σ’ όλα τα θέματα. Οι δυο τύποι διευρύνονται σε ομάδες πολλές φορές και δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο οι μεταξύ τους διαφορές να απολήξουν και σε ένα μικρό πόλεμο λέξεων από τις στήλες των περιοδικών. Η αφορμή μπορεί να είναι σοβαρή ή και ασήμαντη. Η αντιδικία βασικά οφείλεται σε μια διάφορη αντιμετώπιση των άλλων μέσα σε μια πολύφωνη κοινωνία με ποικίλες ιδεολογίες, όπως η δική μας σήμερα. Είτε για την αλλαγή της αμφιέσεως του ιερού κλήρου πρόκειται είτε για τις σχέσεις με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες είτε για τη χρήση της πολυφωνίας στη λατρεία μας, πάντα ο φανατικός και ο ανεκτικός θα βρεθούν αντίπαλοι, γιατί αντιπροσωπεύουν δυο αντίθετες νοοτροπίες. Επειδή κι οι δυο εμφανίζονται ως γνήσιοι εκπρόσωποι του χριστιανισμού, ο απλός και συνήθως απληροφόρητος πιστός μπερδεύεται, αμφιταλαντεύεται και τελικά δεν ξέρει ποιός έχει δίκιο. Αξίζει, λοιπόν, να ασχοληθούμε λίγο με την τυπολογία αυτών των δύο τύπων και να δούμε ποιός βρίσκεται πλησιέστερα προς το πνεύμα και την παράδοση της Εκκλησίας.
Το πρώτο γνώρισμα του φανατικού είναι η μισαλλοδοξία του. Χωρίς να ενδιαφερθεί καν να μάθει τι ακριβώς υποστηρίζουν οι αντίπαλοί του, απορρίπτει ευθύς εξ αρχής κάθε θέση τους ως εσφαλμένη και στη συνέχεια ψάχνει να βρει τα επιχειρήματα για την απόρριψη. Άλλωστε βλέπει πάντα τα πράγματα άσπρα – μαύρα, χωρίς καμιά ενδιάμεση απόχρωση. Όλες οι δικές του απόψεις είναι σωστές, ενώ όλες οι διαφορετικές απόψεις είναι εσφαλμένες. Αυτή η στάση του φανατικού προέρχεται από την πεποίθησή του ότι οι δικές του απόψεις και πράξεις είναι απόλυτα σωστές και ορθές. Καμιά αμφιβολία δεν γεννιέται ποτέ μέσα του για ό,τι λέγει και πράττει. Πάντα έχει δίκιο και ενεργεί σωστά. Όχι μόνον οι γενικές αλήθειες, αλλά και κάθε λεπτομέρειά τους είναι αναμφισβήτητα ορθή. Σ’ όλα πορεύεται όπως πρέπει.
Με τέτοιες προϋποθέσεις δεν είναι δυνατόν να ανοίξει διάλογο ο φανατικός. Όταν μιλεί, το κάνει μόνο για να διαφωτίσει τους άλλους και να τους φέρει στο σωστό δρόμο. Όταν μιλούν οι άλλοι, συνήθως κλείνει τ’ αυτιά του και συνεχίζει μετά το δικό του, το ίδιο πάντα τροπάριο, χωρίς καμιά παραλλαγή. Ουσιαστικά δεν ενδιαφέρεται για απόψεις που απορρίπτει ευθύς εξ αρχής με μόνη τη δικαιολογία ότι δεν συμφωνούν με τις δικές του!
Ο φανατικός ακόμη δεν διακρίνει ανάμεσα σε ιδέες και πρόσωπα. Όποιος διαφωνεί μαζί του στη θεωρία, είναι καταδικασμένος και στη ζωή του. Αρκεί να διαφωνήσει σ’ ένα σημείο, για να βγει το συμπέρασμα ότι διαφωνεί σ’ όλα θεωρητικά και πρακτικά, θεωρεί επί παραδείγματι κάποιον για αιρετικό με βάση τις δικές του απόψεις; Πολύ σύντομα θα γενικεύσει την κρίση του για κάθε σημείο της πίστεως του άλλου, αλλά και για κάθε σημείο της ζωής του. Η γενίκευση και η αδιαφορία για τις λεπτομέρειες είναι βασικό γνώρισμα του φανατικού. Προέρχεται κι αυτό από την τάση του να μην διακρίνει τις αποχρώσεις. Όποιος διαφωνεί μαζί του θεωρητικά, δεν μπορεί κατά την πίστη του να πορεύεται σωστά στην πράξη. Έτσι συχνά οι επιθέσεις του αναφέρονται όχι στο συζητούμενο θέμα, αλλά στο πρόσωπο και τη ζωή του αντιπάλου του,
Και μια και δεν μπορεί ν’ ανοίξει διάλογο, αρχίζει την πολεμική. Πολεμική εναντίον ιδεών και προσώπων αδιακρίτως.
Φυσικά δεν την ονομάζει πολεμική αυτή τη διαγωγή του. Συνήθως την αποκαλεί έλεγχο, κριτική ή κάπως έτσι. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για πόλεμο χωρίς έλεος στο όνομα της αλήθειας. Για καλόπιστη κριτική σε θέματα ουσίας ούτε λόγος να γίνει. Επίσης δεν μπορεί να γίνει λόγος για μέτρο στη χρήση όρων και λέξεων. Όλα βρίσκονται στο μέτρο της υπερβολής, ανακατεμένα προσωπικά και πραγματικά, αληθινά και φανταστικά, υποκειμενικά και αντικειμενικά, χωρίς καμιά διάκριση. Όπως στον πόλεμο, έτσι και στην πολεμική του φανατικού σκοπός είναι η εξόντωση του αντιπάλου με κάθε τρόπο και κάθε μέσο. Δεν είναι σπάνιο να χρησιμοποιηθεί η συκοφαντία, τα υπονοούμενα που συμπληρώνονται με καλά οργανωμένη εκστρατεία ψιθύρων, η απομόνωση ενεργειών ή λόγων ώστε να βγει το ποθούμενο συμπέρασμα και άλλα παρόμοια.
Όλα αυτά δεν είναι βέβαια γνωρίσματα του θρησκευόμενου φανατικού αποκλειστικά, ούτε παρουσιάζονται όλα μαζί πάντοτε. Η παθολογία που αναφέρουμε ισχύει για κάθε φανατικό, άσχετα προς την ιδεολογική και κοσμοθεωρητική τοποθέτησή του. Είναι εκδηλώματα του φανατισμού σε πανανθρώπινη κλίμακα. Ο φανατικός χριστιανός είναι απλώς μια επιμέρους περίπτωση. Έχει όμως και το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του: προσπαθεί πάντα να συνδέσει τον φανατισμό του με τον χριστιανισμό και την ορθοδοξία. Επιχειρεί να καλύψει την όλη τακτική του με λόγους ή πράξεις του Χριστού, των Αποστόλων και των Πατέρων. Ό,τι κάνει και λέγει είναι πάντα η συνέχεια του δρόμου που χάραξε ο Χριστός και που οι αντίπαλοι νοθεύουν! Η κριτική του είναι ανάλογη με την κριτική του Χρυσοστόμου, ο έλεγχός του είναι το μαστίγιο του Χριστού εναντίον των συγχρόνων κολλυβιστών, η διαφωνία του με την εκκλησιαστική διοίκηση είναι η ίδια με τη διαμαρτυρία του αποστόλου Παύλου εναντίον του ιουδαίου αρχιερέως. Όλα έχουν την αφετηρία τους στο άγιο παρελθόν της Εκκλησίας μας…
Φυσικά τα επιχειρήματα των φανατικών δεν είναι σωστά ούτε ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα. Ο Χριστός δεν ήταν φανατικός. Αυτό το γνωρίζομε από όλη τη ζωή του, από τη στάση του απέναντι στους αμαρτωλούς, από την αγάπη του για κάθε άνθρωπο. Η περίφημη σκηνή με το μαστίγιο στον ναό έχει τελείως διαφορετικό νόημα: δείχνει ότι αρχίζει μια νέα εποχή που απαιτεί μια ηθική και λειτουργική καθαρότητα ουσιαστική και όχι τυπική. Όσο για τα «ουαί» κατά των φαρισαίων είναι κι αυτά ενδεικτικά: μια μόνο φορά κατακρίνει ανθρώπους ο Χριστός, κι αυτοί είναι οι φανατικοί θρησκευόμενοι της εποχής του!
Η ίδια έλλειψη φανατισμού διακρίνει και τους Πατέρες της Εκκλησίας. Μισαλλόδοξοι και φανατικοί ήταν οι αιρετικοί. Έχει αξιοπρόσεκτες παρατηρήσεις σχετικά ο Μ. Αθανάσιος και δίνει πολύ ζωντανές περιγραφές των διωγμών και των βιαιοπραγιών των αιρετικών κατά των ορθοδόξων. Αιρετικοί κατέστρεψαν τους αρχαίους ναούς κατά τον 4ο αιώνα από πνεύμα φανατισμού και μισαλλοδοξίας και αιρετικοί κατέφευγαν ακόμη και σε συμμαχίες με αλλόθρησκους για να βλάψουν τους ορθοδόξους!
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν ήταν φανατικοί, γιατί δεν τους συνόδευαν τα γνωρίσματα του φανατισμού που είδαμε πριν λίγο. Η εμμονή τους σε θέματα πίστεως δεν σχετίζεται με τον φανατισμό, αλλά με τον ένθεο ζήλο τους και την πιστότητά τους στην ορθή πίστη της Εκκλησίας του Χριστού. Άλλο ζήλος όμως και ακράδαντη και σταθερή πίστη και άλλο φανατισμός. Ο ζήλος δεν στρέφεται εναντίον προσώπων ή ιδεών, αλλά βασικά σχετίζεται με την ιεραποστολή και τον συνεχή διάλογο με τους συνανθρώπους με τελικό στόχο τον ευαγγελισμό του κόσμου και τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο ζήλος δεν φθάνει ποτέ συνειδητά στην υπερβολή του φανατισμού, γιατί ο ζηλωτής αφήνει τον εαυτό του στην καθοδήγηση του αγίου Πνεύματος. Ακόμη έχει ο ζηλωτής ζέση και όρεξη για τη διάδοση της πίστεως, που τον κάνει όχι μόνο να ακούει τους άλλους, αλλά και να διαλέγεται μαζί τους. Ο ζήλος άλλωστε όπως ξέρομε από τους Πατέρες ποτέ δεν εκτοπίζει άπα τη ζωή και τη δράση του πιστού την αγάπη του Χριστού.
Η ιστορία της Εκκλησίας δεν είναι ιστορία φανατισμού, αλλά μια πορεία αγάπης για τον κόσμο. Κι η αγάπη έχει ως ένα γνώρισμα και την ανεκτικότητα απέναντι στους άλλους, σ’ όσους δεν συμφωνούν μαζί μας. Όταν ο ίδιος ο Θεός μας ανέχεται όλους, είναι φυσικό να ανεχόμαστε και μείς όσους δεν συμφωνούν μαζί μας. Έτσι δίδαξαν και έτσι έζησαν στον κόσμο οι άγιοι, αυτοί που στερέωσαν την Εκκλησία.
Ανεκτικότητα δεν σημαίνει βέβαια άρση της διαφωνίας ούτε συμφωνία με ιδέες που είναι αντίθετες με την πίστη μας. Σε θέματα πίστεως δεν θα υποχωρήσει ποτέ ο χριστιανός, θα μάθει όμως να σέβεται τον άλλον, προσπαθώντας, όταν το μπορεί, με τον ειλικρινή και έντιμο διάλογο να δείξει που βρίσκεται το λάθος του άλλου. Η σταθερότητα στην πίστη συνδέεται με την ιεραποστολή. Αυτή όμως βασίζεται σ’ ένα καλόπιστο διάλογο με τον συνάνθρωπο. Παράδειγμα ο απόστολος Παύλος, που δεν άρχισε τον λόγο του στην Αθήνα με αφορισμούς κατά των ειδωλολατρών, αλλά με έξαρση των θετικών σημείων που βρήκε. Παράδειγμα επίσης ο Μ. Βασίλειος που έφερε στην Εκκλησία πλήθος ημιαρειανών, δείχνοντάς τους ότι δεν διέφεραν παρά στην ορολογία. Πάντα υπάρχουν κοινά σημεία με τους άλλους. Αρκεί να έχομε αγάπη και πραγματικό ένθεο ζήλο για να τα δούμε, με μάτι καθαρό από κάθε φανατισμό.
Η ανεκτικότητα είναι η χριστιανική στάση απέναντι σ’ όσους έχουν διαφορετικές απόψεις. Κι αυτό σημαίνει ανεκτικότητα για τις ιδέες τους. Σημαίνει ακόμη μελέτη των ιδεών που διαφωνούμε, με σκοπό να βρούμε ό,τι καλό και σωστό περιέχουν, ώστε να οδηγηθούμε σ’ ένα διάλογο με στόχο την αλήθεια. Σημαίνει ακόμη σταθερότητα στην πίστη μας, ώστε να βλέπομε καθαρά με το μάτι της αγάπης που μας δίνει το άγιο Πνεύμα. Σημαίνει αγάπη για τον συνάνθρωπο, ανεξάρτητα από τις όσες και οποίες διαφωνίες μας. Σημαίνει τέλος ζήλο για τον ευαγγελισμό των συνανθρώπων, όχι για να θεριέψει με την τυχόν επιτυχία ο εγωισμός μας, αλλά με στόχο την επικράτηση του Ευαγγελίου και τη θεμελίωση των ανθρωπίνων σχέσεων πάνω στην αγάπη του Χριστού.
(Β. Π. Στογιάννος, «Η Εκκλησία στην ιστορία και στο παρόν», φκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νίκη, σ. 117-121)
