Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεομητορικές Γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεομητορικές Γιορτές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Οι εορτές της Θεοτόκου

Η συμβολή της Θεοτόκου στο έργο της σωτηρίας  

Το ιερό πρόσωπο της Θεοτόκου αποτελεί, σύμφωνα με την θεολογία της Εκκλησίας μας, μέρος του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η συμβολή της Θεοτόκου στο σχέδιο αυτό, ήταν τόσο ουσιαστική, ώστε, χωρίς την δική της συγκατάθεση θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί, εφόσον ο Θεός σέβεται την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως, για την υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, ο Θεός έδωσε τον Υιό Του τον Μονογενή και το ανθρώπινο γένος έδωσε την Παναγία. Η Παναγία αποτελεί την αγνότερη προσφορά της ανθρωπότητας στον Θεό. Αυτή η αγνότητά της, υπήρξε η προϋπόθεση για να γεννήσει τον Υιό και Λόγο του Θεού, ώστε να επιτευχθεί έτσι, η συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο. Η ευλογημένη ρήση της προς τον αρχάγγελο Γαβριήλ «ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου» (Λκ.1,38), αποτελεί την πεμπτουσία της συμβολής της στο έργο της εν Χριστώ σωτηρίας του κόσμου. Ο Θεός για να σαρκωθεί, ζήτησε τη συνεργασία του ανθρώπου, και η Παναγία, ως εκπρόσωπος όλων, συγκατένευσε και δέχθηκε τη Χάρη και τη θεία αυτή αποστολή. Στην επιλογή του προσώπου της συνετέλεσαν ιδιαίτερα η αγιότητα και η απόλυτη καθαρότητα της ψυχής της. Οι λόγοι της στον αρχάγγελο δεν ήταν μόνο η συγκατάθεσή της, αλλά η συγκατάθεση ολοκλήρου του κόσμου. Το στόμα της Θεοτόκου έγινε στόμα ολόκληρης της δημιουργίας και ταυτόχρονα το όργανο της σωτηρίας της. Γι᾽αυτό και οι πιστοί θεωρούν τη Θεοτόκο, ακόμα και μετά τον θάνατό της, ως τη μεσίτρια μεταξύ Θεού και ανθρώπων. 

Οι Θεομητορικές Εορτές 

Εξ αιτίας της σπουδαίας συμβολής της Θεοτόκου στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων, οι ορθόδοξοι χριστιανοί την τιμούν και την ευλαβούνται ιδιαιτέρως. Μέσα δε στον ετήσιο εορτολογικό κύκλο, έχουν αφιερώσει συγκεκριμένες ημέρες προς τιμήν του προσώπου της. Οι εορτές αυτές, που ονομάζονται «Θεομητορικές», εξαιτίας της αναφοράς τους στο πρόσωπό της, δεν αποτελούν μία απλή εορτολογική κατηγορία, αλλά συνιστούν μία από τις προσφιλέστερες πτυχές της ορθόδοξης Λατρείας. Σχετιζόμενες με τα γεγονότα της  ζωής ενός από τα ιερότερα πρόσωπα στην ιστορία της Εκκλησίας, οι εορτές της Θεοτόκου βιώνονται -ακόμα και από εκείνους οι οποίοι δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με τον Θεό και την Εκκλησία- ως ο εορτασμός της «Μητέρας» του ανθρώπου. Ακολούθως, αναφέρονται οι εορτές προς τιμήν της Θεοτόκου μέσα στο χριστιανικό εορτολόγιο. 

Το Γενέθλιο της Θεοτόκου εορτάζεται στις 8 Σεπτεμβρίου. Οι συγγραφείς των Ευαγγελίων δεν αναφέρουν πληροφορίες για την καταγωγή και τη γέννηση της Θεοτόκου. Στοιχεία γύρω από τα γεγονότα του Γενεθλίου της Θεοτόκου διασώζονται μόνο στο απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (2ος αιώνας). Η γιορτή της γέννησης της Θεοτόκου καθιερώθηκε για πρώτη φορά στα τέλη του 5ου ή στις αρχές του 6ου αιώνα στα Ιεροσόλυμα και, από εκεί, διαδόθηκε σε όλη τη χριστιανική Ανατολή. Η εισαγωγή της στη Ρώμη έγινε στα τέλη του 7ου αιώνα από Έλληνες μοναχούς, οι οποίοι κατέφυγαν στην Ιταλία μετά τους διωγμούς των Αράβων. Ο πάπας Σέργιος Α΄ (687-701) ήταν ο πρώτος που την καθιέρωσε ως επίσημη εορτή και την περιέλαβε, μαζί με άλλες θεομητορικές εορτές, στο εορτολόγιο της Δυτικής Εκκλησίας. Μέχρι τον 11ο αιώνα, η εορτή της γέννησης της Θεοτόκου είχε επικρατήσει σε ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη. 

Τα Εισόδια της Θεοτόκου
εορτάζονται στις 21 Νοεμβρίου. Για το γεγονός, δεν μας παραδίδουν πληροφορίες τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά δύο απόκρυφα Ευαγγέλια: το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (κεφ. 6-7) και το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Σύμφωνα με τις περιγραφές αυτές, η Παναγία οδηγήθηκε και αφιερώθηκε στον Ναό των Ιεροσολύμων από τους γονείς της, όταν ήταν τριών ετών. Εκεί παρέμεινε μέχρι την ηλικία των 14 ετών. Μετά την παραμονή της στον Ναό, ακολούθησαν τα γεγονότα της μνηστείας της με τον Ιωσήφ και της Γέννησης του Χριστού. Τα Εισόδια της Θεοτόκου καθιερώθηκαν ως εκκλησιαστική εορτή κατά τον 7ο αιώνα, πρώτα στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. 

Στις 26 Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται η Σύναξη της Θεοτόκου, δηλαδή η συγκέντρωση των πιστών για την απόδοση τιμής στη Μητέρα του Σωτήρος. 

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, που τιμάται στις 25 Μαρτίου, είναι μια από τις θεομητορικές εορτές, σε ανάμνηση της χαρμόσυνης αναγγελίας από τον αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Παρθένο Μαρία, ότι ο Θεός την επέλεξε (ανάμεσα στις γυναίκες όλης της οικουμένης), για να φέρει στον κόσμο τον Υιό Του. Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά (α’ 26-38), ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου συνέβη έξι μήνες μετά τη θαυμαστή σύλληψη του Ιωάννη του Προδρόμου από την Ελισάβετ, τη γυναίκα του Ζαχαρία. Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου καθιερώθηκε κατά τον 4ο αιώνα περίπου και μετά τον ορισμό της εορτής των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου. Όπως είναι ευνόητο, μεταξύ των δύο αυτών εορτών υπάρχει στενή σχέση, καθώς θα έπρεπε ο εορτασμός του Ευαγγελισμού να τοποθετηθεί εννέα μήνες πριν από τη Γέννηση του Χριστού, δηλαδή στις 25 Μαρτίου. 

 Στις 15 Αυγούστου τιμάται η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου,

δηλαδή ο θάνατος και η ταφή της Παναγίας και, κατά δεύτερο, η μετάσταση του σώματός της στους ουρανούς. Για την Κοίμηση της Θεοτόκου, επίσης, δεν υπάρχουν πληροφορίες στην Καινή Διαθήκη, αλλά μαθαίνουμε γι΄ αυτήν από τις διηγήσεις σημαντικών εκκλησιαστικών ανδρών, όπως των Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, Μόδεστου Ιεροσολύμων, Ανδρέα Κρήτης, Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, Ιωάννη Δαμασκηνού κ.ά., καθώς και από τα σχετικά τροπάρια της εκκλησιαστικής υμνολογίας. Ο εορτασμός του γεγονότος καθιερώθηκε κατά τον 5ο αιώ να, την εποχή που ο αυτοκράτορας Μαρκιανός έκτισε Ναό στη Γεσθημανή, στον τόπο όπου, κατά την παράδοση, ετάφη η Θεοτόκος. Κατά την εκκλησιαστική παράδοση, της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προηγείται νηστεία, η οποία καθιερώθηκε τον 7ο αιώνα. Από την παραπάνω αναφορά στις Θεομητορικές εορτές αποδεικνύεται η ιδιαίτερη αγάπη και ο σεβασμός των πιστών χριστιανών απέναντι στη Θεοτόκο Αειπάρθενο Μαρία.  

Το πρόσωπο της Θεοτόκου και η ζωή του Χριστιανού 

Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι η πνευματική Μητέρα των Χριστιανών. Το πρόσωπό της αποτελεί το υπέρτατο παράδειγμα χριστιανικού τρόπου ζωής μέσα στην Εκκλησία. Η Παναγία ως άνθρωπος, μετείχε σε όλα, όσα χαρακτηρίζουν το ανθρώπινο γένος. Η απόλυτη ταπείνωση και η υπακοή της στο θέλημα του Θεού, την κατέστησε υπόδειγμα για όλους. Η Παναγία, δεν τήρησε μόνο τον Νόμο του Θεού, αλλά έκανε και το θέλημά Του δικό της θέλημα. Τα αναρίθμητα Θεοτοκία, τα τροπάρια και οι ύμνοι που έχουν καταγραφεί προς τιμήν της, αποδεικνύουν πως ο άνθρωπος αναγνωρίζει τη Θεοτόκο ως την μόνη συμπαραστάτη, παραμυθία και μεσίτριά του προς τον Κύριο και «ταχέως προστατεύουσα». Ακόμα και τα εκατοντάδες επίθετα ή προσωνύμια που αναφέρονται σε αυτήν, αποδεικνύουν την αγάπη όλων, αλλά και την ιδιαίτερη φροντίδα της για τον καθένα ξεχωριστά 

 

 1η Δραστηριότητα:  Καταιγισμός ιδεών με τη φράση «Θεομητορικές Εορτές». 

 2η Δραστηριότητα : Διαβάζουμε τα παρακάτω κείμενα και συζητούμε: 

Γιατί χρησιμοποιούμε με τόση έμφαση δοξολογικούς, ευχαριστιακούς ύμνους και τροπάρια προς την Παναγία; 

Πώς συνδέεται το περιεχόμενότους με τη ζωή μας; 

 «Οι Θεομητορικές εορτές θεσμοθετούνται μετά τον 5ο αιώνα, όταν δηλαδή αποκρυσταλλώνεται το περί της Θεοτόκου ορθόδοξο δόγμα και όταν αναπτύσσεται η ναοδομία πέριξ των ιερών προσκυνημάτων. Ο πανηγυρισμός των γεγονότων της ζωής της Θεοτόκου αποτελεί γεγονός πνευματικού αναβαπτισμού, υπό την έννοια μιας πορείας προς τα έσχατα, προς το πλήρωμα της θεϊκής αγάπης για τον άνθρωπο και τον κόσμο». Από το βιβλίο Το χριστιανικό εορτολόγιο, Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 345 και 346. 

 «Η Γέννησή σου Θεοτόκε, σήμανε τη χαρά σε όλη την οικουμένη. Διότι από σένα ανέτειλε ο Ήλιος της δικαιοσύνης, ο Χριστός και Θεός μας, ο οποίος, αφού έλυσε την κατάρα, μας έδωσε την ευλογία και αφού κατάργησε το θάνατο μας δώρισε την αιώνια ζωή». Απολυτίκιο του Γενεθλίου της Θεοτόκου.

 «Σήμερα πραγματοποιείται το κεφάλαιο της σωτηρίας μας και η φανέρωση του Μυστήριου που υπήρχε πριν από αιώνες. Ο Υιός του Θεού γίνεται Υιός της Παρθένου και ο Γαβριήλ αναγγέλλει το χαρμόσυνο μήνυμα της χάρης (του Θεού). Γι᾽ αυτό κι εμείς μαζί του ας φωνάξουμε προς τη Θεοτόκο· χαίρε, εσύ που είσαι γεμάτη από τη θεία Χάρη, ο Κύριος ας είναι μαζί σου». Απολυτίκιο του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. 

 «Θεοτόκε, όταν γέννησες τον Χριστό παρέμεινες Παρθένος και όταν κοιμήθηκες (έφυγες από τη γη αυτή) δεν εγκατέλειψες τον κόσμο. Μεταφέρθηκες κοντά στη ζωή, εσύ που ήσουν η Μητέρα της ζωής. Με τις δικές σου μεσιτείες, ας λυτρωθούν οι ψυχές μας από τον θάνατο». Απολυτίκιο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. 

3η Δραστηριότητα: Αφού διαβάσουμε το παρακάτω κείμενο, γράφουμε μια περίληψη στην οποία θα αποτυπώνεται επιγραμματικά, η προσπάθεια της Εκκλησίας να θεσμοθετήσει και να εντάξει τις Θεομητορικές εορτές στον εορτολογικό κύκλο της. 

 «Η μελέτη της γενέσεως, εξελίξεως και τελικής διαμορφώσεως των θεομητορικών εορτών οδηγεί στο γενικό συμπέρασμα ότι, η τιμή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου και τα γεγονότα της ζωής της χρονολογούνται από τις πρώτες ώρες ζωής της χριστιανικής Εκκλησίας. Οι λόγοι, ένεκα των οποίων η πρωτοχριστιανική τιμή προς τη Θεοτόκο δεν οδήγησε σε άμεση θεσμοθέτηση θεομητορικών εορτών, υπήρξε ο ενδοιασμός της Εκκλησίας μήπως η εορτολογική τιμή προς τα γεγονότα της ζωής της Θεοτόκου αποτελέσει σημείο συγχύσεως με ειδωλολατρικές εορτές μητρικών θεοτήτων. Άλλωστε, τα γεγονότα του Πάθους, της Αναστάσεως, της Αναλήψεως του Κυρίου, καθώς και της Πεντηκοστής, απετέλεσαν το μόνο εορτολογικό σύνολο, το οποίο η Εκκλησία εθεώρησε ως επιβεβλημένο να υφίσταται· πολύ σύντομα προστέθηκαν και οι εορτές των Μαρτύρων. Η έρευνα σχετικά με το περιεχόμενο των θεομητορικών εορτών αποτελεί μια “περιήγηση” στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας. Όπως αναφέρει ο τίτλος Ομιλίας στην Κοίμηση του Νικολάου Χούμνου, η εορτή της Θεοτόκου είναι εορτασμός “του κατά Χριστόν παντός μυστηρίου”. 

Τα γεγονότα όλων των θεομητορικών εορτών εισάγουν στο μυστήριο της Σαρκώσεως και της σωτηρίας του ανθρώπου. Οι θεομητορικές Ομιλίες ανακεφαλαιώνουν τη Χριστολογία της Εκκλησίας υπό την έννοια αποτυπώσεως της “προαιωνίου βουλής” του Θεού για τον άνθρωπο και την υπόλοιπη δημιουργία. Υπό την έποψη αυτή, οι εν λόγω Ομιλίες αποτελούν πηγές όχι μόνο της εορτολογίας, αλλά και της συστηματικής θεολογίας, καθώς και της εκκλησιαστικής ιστορίας, που εισάγουν στο ευρύτερο θέμα της σχέσεως του Θεού με την ιστορία. Η προσέγγιση των θεομητορικών εορτών προσπαθεί να ψηλαφίσει τον λεγόμενο “οργανικό ιστό” των εορτών, δηλαδή την ένταξή τους στην ιστορία και θεολογία της Εκκλησίας. Οι θεομητορικές Ομιλίες δεν αποτελούν ρητορικά κείμενα της εκκλησιαστικής γραμματείας, αλλά συνιστούν την προέκταση της δογματικής θεολογίας, όπως εκφράστηκε στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τα αντιαιρετικά έργα των Πατέρων της Εκκλησίας. Το εορτολογικό περιεχόμενο, άλλωστε, το οποίο καταγράφεται στις θεομητορικές Ομιλίες, υπήρξε η πρώτη “πρόκληση” για τους συγγραφείς, προκειμένου να τοποθετηθούν έναντι της σχέσεως της Βίβλου με τα Απόκρυφα κείμενα, δηλαδή έναντι της εγκυρότητας των ποικίλων περί Θεοτόκου χριστιανικών παραδόσεων. Οι συγγραφείς των θεομητορικών Εγκωμίων χρησιμοποιούν την απόκρυφη γραμματεία ως πηγή των γεγονότων της εορτής. Η χρησιμοποίηση αυτή συνιστά ταυτοχρόνως αποδοχή της συγκεκριμένης απόκρυφης παραδόσεως, επομένως πρέπει να θεωρηθεί ως επικύρωση της ορθότητας των απόκρυφων πληροφοριών. 

Στις Ομιλίες, τους Λόγους και τα Εγκώμια περί Θεοτόκου επενεργεί ένα “εκκλησιαστικό κριτήριο”, με βάση το οποίο διακρίνεται το αληθινό από το πλασματικό στοιχείο. Η θεομητορική εκκλησιαστική γραμματεία πραγματώνει μία “ορθόδοξη ερμηνεία” της αποκρύφου περί Θεοτόκου παραδόσεως. Υπάρχουν, βεβαίως, και διαφοροποιήσεις της εκκλησιαστικής γραμματείας ως προς τις αντίστοιχες απόκρυφες πηγές, κυρίως δε το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει την ιδιαίτερη δυναμική της εκκλησιαστικής γραμματείας για τη διαμόρφωση της θεομητορικής παραδόσεως, αλλά και την κριτική τοποθέτηση έναντι της απόκρυφης γραμματείας. Υφίσταται, δηλαδή, κάποια “συμφωνία” της εκκλησιαστικής θεομητορικής γραμματείας τόσο ως προς τα υιοθετούμενα, όσο και ως προς τα απορριπτόμενα στοιχεία εκ της αποκρύφου παραδόσεως. Η διαμέσου των θεομητορικών Ομιλιών μελέτη των αντίστοιχων εορτών απεκάλυψε ότι υφίσταται ένας βαθύτατος σύνδεσμος μεταξύ των εν λόγω εορτών. Η καταγραφή και ο σχολιασμός των γεγονότων της ζωής της Θεοτόκου συντελείται πολλάκις δια μιας “αλληλοπεριχωρήσεως” των γεγονότων. Η αναφορά, για παράδειγμα, στην Κοίμηση της Θεοτόκου διαμορφώνεται  μέσα από την παράλληλη εκτίμηση των υπολοίπων γεγονότων της ζωής της. Ο βίος της Θεοτόκου νοείται ως μία ολότητα, ως ενιαίο μυστήριο με διαφορετικές πτυχές. Τα επιμέρους γεγονότα ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των υπολοίπων, ενώ οι διηγήσεις παραλλάσουν μόνο ως προς τις χρονικές συγκυρίες, όπως στην περίπτωση της εξαγγελτικής παρουσίας του αγγέλου τόσο στον Ευαγγελισμό, όσο και προ της Κοιμήσεως. Όλα όσα επισημαίνει μία εορτολογική θεομητορική μελέτη αποτελούν το πηγαίο υλικό, το οποίο διαμόρφωσε τα Μηνολόγια και την υμνολογία εκάστης θεομητορικής εορτής. Το εορτολογικό περιεχόμενο, άλλωστε, και η επιτέλεση της πανηγύρεως συνιστούν δύο αλληλένδετα μεγέθη. Η έννοια της εορτής, ως ανάπτυξη της θεολογίας της, και η επιτέλεσή της ευρίσκονται σε θαυμαστή συνάφεια. Η θεομητορική θεολογία συναντά το τελετουργικό της εορτής (ακολουθία των Μηναίων/ Υμνολογικά στοιχεία), καθιστώντας έτσι, την επιτέλεση μιας θεομητορικής εορτής γεγονός πνευματικό και όχι τελετουργικό. Γι’ αυτό και τα θεομητορικά Εγκώμια μαρτυρούν περί επιτελέσεως των θεομητορικών εορτών όχι ως κείμενα τυπικών διατάξεων, αλλά ως “θεολογικές κατηχήσεις”, οι οποίες συστοιχούνται προς μία λατρεία “έν Πνεύματι και αληθεία”. Ο πανηγυρισμός των γεγονότων της ζωής της Θεοτόκου αποτελεί γεγονός εκκλησιαστικού αναβαπτισμού, υπό την έννοια μιας πορείας προς τα έσχατα, προς το πλήρωμα της θεϊκής αγάπης για τον άνθρωπο και την κτίση». 

Γ. Φίλια, Οι θεομητορικές εορτές στη Λατρεία της Εκκλησίας, Αθήνα, Γρηγόρης, 2002, σσ. 185-188.

Πηγή : Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος,Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 142-150

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Το εκκλησιαστικό ημερολόγιο ( Ίνδικτος)

Τα Ιουδαϊκά και ρωμαϊκά ημερολόγια

 
Το ημερολόγιο είναι ένα σύστημα μέτρησης του χρόνου που χωρίζεται σε ημέρες, μήνες και έτη. Τα ημερολόγια καθορίζονταν από τη θέση του ήλιου, του φεγγαριού και των άστρων. Ο ήλιος είναι το σημείο εκείνο που μας δίνει το μέγεθος της ημέρας και τις εποχές του έτους. Επιπλέον, η αύξηση και ελάττωση της σελήνης, μας βοηθούν να χωρίσουμε τον χρόνο σε ημερήσιες περιόδους των 29-30 ημερών. Συνεπώς, έχουμε ηλιακά και σεληνιακά ημερολόγια. Το εβραϊκό ή ιουδαϊκό ημερολόγιο είναι ένας συνδυασμός μεταξύ ηλιακού και σεληνιακού ημερολογίου. Ο υπολογισμός του έτους αρχίζει με την εορτή του Πάσχα, που υπενθυμίζει ακριβώς την έξοδο των Εβραίων από την Αίγυπτο. Έτσι,
το ιουδαϊκό ημερολόγιο αποτελείται από δώδεκα σεληνιακούς μήνες και έναν εμβόλιμο. Μέχρι και τη βαβυλώνια αιχμαλωσία, οι μήνες του ιουδαϊκού ημερολογίου δεν είχαν ονόματα, ενώ, την εποχή του Χριστού, γινόταν χρήση Ρωμαϊκών ονομάτων. Το συγκεκριμένο ημερολόγιο ακολουθείται ήδη από την εποχή της Εξόδου. Σήμερα είναι το επίσημο ημερολόγιο του Ισραήλ και το θρησκευτικό ημερολόγιο όλων των Εβραίων. Το ρωμαϊκό ημερολόγιο καθιερώθηκε από τον μυθικό βασιλιά Νουμά Πομπίλιο και αποτελούνταν από δώδεκα μήνες. Την περίοδο που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Ιούλιος
Καίσαρας, το ρωμαϊκό ημερολόγιο εμφάνιζε προβλήματα, τα οποία προσπάθησε να επιλύσει ο ίδιος.
Όμως, παρότι το Ιουλιανό ημερολόγιο αποδίδεται στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα, στην πραγματικότητα είναι έργο του Έλληνα αστρονόμου Σωσιγένη. Με αυτό, προσδιορίζεται η διάρκεια του ηλιακού έτους σε 365 ημέρες. Για να μη θεωρηθεί δε το ημερολόγιο ελλιπές, προσέθεταν μία επιπλέον ημέρα στον
Φεβρουάριο κάθε τέσσερα χρόνια. Στο ρωμαϊκό ημερολόγιο, οι πρώτες ημέρες κάθε μήνα ονομάζονταν καλένδες, κατά την αντιστοιχία της «νουμηνίας» των Ελλήνων. Οι Χριστιανοί των πρώτων αιώνων χρησιμοποιούσαν διάφορα ημερολόγια, με κυριότερο το ρωμαϊκό, δεδομένου ότι ο Χριστιανισμός αναπτύχθηκε την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Η έναρξη του εκκλησιαστικού έτους γίνεται κατά την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου. Η ημέρα αυτή ονομάζεται και Ίνδικτος. Η λέξη προέρχεται από τη λατινική «indictio», που σημαίνει τη δεκαπενταετή περίοδο, κατά την οποία πληρώνονταν οι φόροι στους Ρωμαίους αυτοκράτορες. Μάλιστα κατά την έναρξη της Ινδίκτου καθορίζονταν το ύψος του φόρου επί της γεωργικής παραγωγής που θα πλήρωναν οι υπήκοοι της αυτοκρατορίας, για τη συντήρηση και τη διατροφή των στρατιωτών. Ο Αύγουστος Καίσαρας (1-14 μ.Χ.) εισήγαγε την αρχή της Ινδικτίωνος, όταν, την περίοδο της γέννησης του Χριστού, έκανε γενική απογραφή του πληθυσμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και εισέπραττε φόρους κατά την πρώτη του μηνός Σεπτεμβρίου. Η Ίνδικτος, από την περίοδο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (313) και μετέπειτα, χρησιμοποιούνταν ως μονάδα μέτρησης του χρόνου. Μάλιστα, με αυτόν τον τρόπο δηλώνονταν η χρονική περίοδος των δεκαπέντε ετών. Από τότε, η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης (μέχρι και σήμερα), εορτάζει την πρώτη Σεπτεμβρίου ως αρχή του εκκλησιαστικού έτους. Τότε τελείται και η Ακολουθία της Ινδίκτου, σε συνδυασμό με τη Θεία Λειτουργία για την ευλογία του εκκλησιαστικού έτους.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει στον Συναξαριστή του:
«Πρέπει να ηξεύρωμεν, αδελφοί, ότι η του Θεού αγία Εκκλησία εορτάζει σήμερον την Iνδικτιώνα ..επειδή κατά την σημερινήν ημέραν, επήγεν ο Kύριος ημών Iησούς Xριστός μέσα εις την Συναγωγήν των Iουδαίων, και εδόθη εις αυτόν το Bιβλίον του Προφήτου Hσαΐου, καθώς γράφει ο Eυαγγελιστής Λουκάς (Λουκ. δ΄). Tο οποίον Bιβλίον ανοίξας ο Kύριος, ω του θαύματος! ευθύς εύρε τον τόπον εκείνον, ήτοι την αρχήν του εξηκοστού πρώτου κεφαλαίου του Hσαΐου, εις το οποίον είναι γεγραμμένον διά λόγου του τα λόγια ταύτα:
«Πνεύμα Kυρίου επ’ εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Kυρίου δεκτόν». Aφ’ ου δε ανέγνωσεν ο Kύριος τα περί αυτού λόγια ταύτα, εσφάλισε το Bιβλίον και το έδωκεν εις τον υπηρέτην. Έπειτα καθίσας, είπεν εις τον λαόν «ότι σήμερον ετελειώθησαν οι λόγοι της Προφητείας ταύτης εις τα εδικά σας αυτία».
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Συναξαριστής τῶν δώδεκα μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τόμ. Α΄, ἐκδ. «Δόμος», σσ.3-6.

Οι χριστιανικές εορτές 

 
Με τον όρο «χριστιανικές εορτές» εννοούμε τις ημέρες εκείνες που καθιερώθηκαν από την
Εκκλησία για την ανάμνηση των γεγονότων της ζωής του Κυρίου και της Παναγίας, καθώς και
της ημέρας του μαρτυρίου των αγίων. Οι χριστιανικές εορτές έχουν θρησκευτική σημασία, δι-
ότι αποτελούν ευκαιρία για Λατρεία του Θεού και συμμετοχή στα Mυστήρια της Εκκλησίας.


i. Οι ετήσιες εορτές
Το εκκλησιαστικό έτος (όπως αναφέρθηκε και παραπάνω), ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου και περιλαμβάνει μια σειρά ετήσιων εορτών, που χωρίζονται ανάλογα με το αντικείμενό τους σε
Δεσποτικές, Θεομητορικές και εορτές αγίων. Στην ενότητα αυτή θα ασχοληθούμε με τις Ετή-
σιες Δεσποτικές Εορτές και με τις εορτές των αγίων που τιμούνται κατά τη διάρκεια του έτους.


ii. Οι Δεσποτικές Εορτές

Με τον τίτλο Δεσποτικές ονομάζονται εκείνες οι εορτές, που τελούνται προς τιμήν του Δεσπότου Χριστού. Αυτές χωρίζονται σε κινητές και ακίνητες: 

Ακίνητες Δεσποτικές Εορτές είναι εκείνες οι εορτές, που μέσα στον ετήσιο ημερολογιακό κύκλο εορτάζονται πάντα σε σταθερή ημερομηνία, αλλά σε διαφορετική ημέρα της εβδομάδας. Ακίνητες Δεσποτικές εορτές έχουμε τα Χριστούγεννα (25η Δεκεμβρίου), καθώς και εκείνες που σχετίζονται με την εορτή των Χριστουγέννων, όπως, την
Περιτομή του Κυρίου (1η Ιανουαρίου) και την Υπαπαντή του Κυρίου (2α Φεβρουαρίου). Ακίνητες
Δεσποτικές εορτές είναι, επίσης, τα Άγια Θεοφάνεια (6η Ιανουαρίου) και η Μεταμόρφωση του Κυρίου (6η Αυγούστου).
Κινητές Δεσποτικές εορτές είναι όλες εκείνες οι εορτές, που δεν έχουν σταθερή ημερομηνία εορ-
τασμού, αλλά έχουν σταθερή ημέρα της εβδομάδας, κατά την οποία εορτάζονται μέσα στο χρόνο. Η εορτή του Πάσχα, που ορίζεται ως η Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, αποτελεί την κατεξοχήν Κινητή Δεσποτική εορτή. Σύμφωνα με αυτήν, όσες εορτές συνδέονται άμεσα με την εορτή του Πάσχα διατηρούν το χαρακτήρα της ακίνητης Δεσποτικής εορτής. Μάλιστα, οι εορτές αυτές χωρίζονται σε αυτές που εορτάζονται πριν τον εορτασμό του Πάσχα (και αποτελούν τις δέκα Κυριακές του Τριωδίου), ενώ έχουμε και τις εορτές μετά το Πάσχα, που αποτελούν τον κύκλο των εορτών του Πεντηκοσταρίου. Έτσι, έχουμε τις Κυριακές του Πεντηκοσταρίου, την εορτή της Ανάληψης, που εορτάζεται 40 ημέρες μετά τον εορτασμό του Πάσχα, καθώς και την εορτή της Πεντηκοστής, που εορτάζεται ακριβώς 50 ημέρες μετά τον εορτασμό του Πάσχα. Θα πρέπει να σημειωθεί πως, η εορτή του Αγίου Γεωργίου, αν και είναι καθιερωμένη στις 23 Απριλίου, όταν συμπίπτει με την περίοδο της Μ. Σαρακοστής, μετακινείται πάντα τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα.


iii. Οι εορτές των αγίων
Εκτός από τις Δεσποτικές εορτές, υπάρχουν και οι καθημερινές εορτές των αγίων, με τις οποίες, η Εκκλησία αγιάζει κάθε μέρα και ολόκληρο το έτος. Σε αυτές εορτάζουμε συνήθως την ημέρα της κοίμησης ή του μαρτυρίου του αγίου. Οι ημέρες εορτασμού των αγίων μας θυμίζουν και μας καλούν να βιώσουμε θαυμαστά και σωτήρια γεγονότα, όπως αυτά περιγράφονται μέσα στα συναξάρια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία προβάλλει τον βίο και την πολιτεία των Αγίων για να τους τιμήσουμε, να τους μιμηθούμε και να τους παρακαλέσουμε να μας βοηθήσουν, ώστε, με τη Χάρη του Κυρίου, να βρούμε κι εμείς τον δρόμο, που
πήραν κι εκείνοι και να βαδίσουμε, έτσι, προς τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι, εξάλλου, ο
σκοπός της ζωής του ανθρώπου και ο προορισμός του πάνω στη γη.

1η Δραστηριότητα
Έρευνα: Αφού διαβάσουμε το κείμενο που ακολουθεί, αναζητούμε πληροφορίες για έναν τοπικό μας άγιο, αγία ή μάρτυρα.


«Το ζήτημα των αγιολογικών εορτών- ή της μνήμης των αγίων, φράση που απαντά εξίσου συχνά στις λειτουργικές πηγές- συνιστά ένα πολυσύνθετο αντικείμενο έρευνας που απαιτεί την ενδελεχή εξέταση των σχετικών αγιολογικών, υμνογραφικών και ιστορικών πηγών, αλλά και των αρχαιολογικών τεκμηρίων (ναοί, μαρτύρια, εικονογραφία, σφραγιστικό υλικό) και τον προσανατολισμό της έρευνας σε ποικίλες ιστορικές και θεολογικές παραμέτρους, όπως στη διαμόρφωση και καθιέρωση των εορτών των παλαιών αγίων στην αρχαία Εκκλησία, στην εξέλιξη και τις προϋποθέσεις της εισαγωγής νέων εορτών κατά την βυζαντινή περίοδο και στην εξέταση των διαφόρων συλλογών που καθίστανται μάρτυρες της διαχρονικής εξελίξεως του Εορτολογίου, καθώς και στη διάκρισή τους σε κατηγορίες με γνώμονα είτε
κριτήρια λειτουργικού χαρακτήρα, όπως οι εορτές των “συνάξεων” ή η κατάταξη ενός αγίου σε έναν από τους σχηματοποιημένους στην πατερική και λειτουργική παράδοση “χορούς”, είτε ιστορικά κριτήρια, αλλά και καίρια παρεμφερή θέματα, όπως είναι η διαδικασία αναγνωρίσεως των αγίων και η εξέλιξη που αυτή γνώρισε κατά την πάροδο των αιώνων, από την πρωτοχριστιανική εποχή ως την περί-
οδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και κατά τον εικοστό αιώνα, με την παγίωση μιας καθορισμένης διαδικασίας από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μία ρηξικέλευθη πρωτοβουλία στην κατεύθυνση καταρτισμού ενός νέου Εορτολογίου στο πλαίσιο της οικουμενικής Ορθοδοξίας, αποτελεί ο Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που άρχισε να συγκροτείται από το έτος 1987 με επιμέλεια του π. Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου και εκδόθηκε εκτός της ελληνικής και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Η συστηματική έρευνα του συντάκτη και επιμελητού της εκδόσεως αυτής στις πρωτογενείς αγιολογικές πηγές είχε ως αποτέλεσμα την προσθήκη στην εν λόγω συναξαριακή συλλογή ενός σημαντικού αριθμού εορτών βυζαντινών ή νεοτέρων αγίων, προερχόμενων από όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, αλλά και από τη Δύση προ του Σχίσματος».
Σ. Πασχαλίδη, «Οι εορτές των αγίων», από το βιβλίο «Το χριστιανικό εορτολόγιο», Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 365-366, 383-384.

 2η Δραστηριότητα
Από το περιεχόμενο των δύο επόμενων κειμένων του Δ. Καϊμάκη και του Π. Παχή, συγκρί-νουμε τις γιορτές των αρχαίων Ελλήνων και των Εβραίων και φτιάχνουμε έναν πίνακα που να τις αντιπαραβάλλει.


«Ο Ισραήλ, όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοί του λαοί, παρουσιάζει μεγάλο αριθμό γιορτών που δεν σχετίζονται πάντοτε με την καθαυτό λατρευτική ζωή. Πρόκειται κυρίως για οικογενειακές ή φυλετικές γιορτές που επισημαίνουν διάφορα γεγονότα, όπως ο απογαλακτισμός του παιδιού (Γεν. 21, 8), ο γάμος ενός προσώπου (Γεν. 29, 22 Εξ.) ή ακόμα και ο θάνατος (Γεν. 23, 2·Β΄Βασ. 1, 11-12, 17εξ.). Η
αγροτική ζωή έδινε συχνά την ευκαιρία στο λαό να χαρεί και να γιορτάσει με διάφορες εκδηλώσεις. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το κούρεμα των ζώων (Γεν.38, 12· Α΄Βας. 25, 2-38· Β΄Βας. 13, 23-29). Οι τρεις βασικές γιορτές του Ισραήλ συνδέονται με τη ζωή των αγροτών και των βοσκών. Ακόμα, διάφορα γεγονότα της δημόσιας ζωής γίνονται αφορμή για να γιορτάσουν με τραγούδια και χορούς. Η ενθρόνιση ενός βασιλιά, π.χ., συνοδευόταν από ανάλογες εκδηλώσεις. Πολλές είναι οι γιορτές, για τις οποίες δεν έχουμε αρκετές πληροφορίες, που γιορτάζονται σε κατά τόπους ιερά του Ισραήλ (Ωσ. 4, 15/12, 12· Αμ. 4, 4-5 κ.λπ.). Στο βιβλίο των Αριθμών (κεφ. 28-29) γίνεται αναφορά στις κυριότερες γιορτές του αρχαίου Ισραήλ. Αναφέρεται το καθημερινό λατρευτικό τυπικό, η προσφορά για τα Σάββατα, η νέα σελήνη, η γιορτή του Πάσχα και των Αζύμων, η γιορτή των Εβδομάδων, η πρώτη μέρα του νέου έτους, η ημέρα του Εξιλασμού και η γιορτή της σκηνοπηγίας. Οι γιορτές αυτές είναι κατανεμημένες στον ετήσιο λατρευτικό κύκλο, όπως αυτός υπήρξε κατά την εποχή του Έδρα. Αργότερα, προστέθηκαν και άλλες γιορτές στο θρησκευτικό ημερολόγιο του Ισραήλ. Ορισμένες από αυτές δεν διατηρήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως η γιορτή για την κατάληψη της 
ακρόπολης της Ιερουσαλήμ από το Σίμωνα τον Μακκαβαίο, η γιορτή για τα ξύλα που προορίζονταν για τον βωμό, ή ακόμα, η γιορτή του Νικάνορα. Άλλες γιορτές που καθιερώθηκαν την ίδια περίοδο με τις προηγούμενες διατηρούνται μέχρι και σήμερα, όπως η γιορτή των Πουρίμ, η γιορτή του Εγκαινιασμού του ναού (Χανουκά) και η γιορτή του Εξιλασμού.
Δ. Καϊμάκη, «Οι γιορτές του Ισραήλ», από το βιβλίο Το χριστιανικό εορτολόγιο, Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 65-66.


«Ο 6ος π.Χ. αιώνας θεωρείται σύμφωνα με τα δεδομένα της σύγχρονης έρευνας ως ο αιώνας του μετασχηματισμού για την αρχαιοελληνική πραγματικότητα. Στο τέλος του, η Αθήνα είχε εφοδιαστεί με Ιερά μνημειακής κλίμακας, ενώ στην αρχή του είχε σημειωθεί παράλληλα ίσως ένας από τους μεγαλύτερους σταθμούς της αρχαιοελληνικής θρησκείας. Αυτό σχετίζεται με το σχεδιασμό από το Σόλωνα, ενός γραπτού ημερολογίου θυσιών, πιθανόν το πρώτο και μοναδικό στο είδος του. Ίσως είναι σωστό να υποστηρίξουμε ότι η κύρια λειτουργία αυτού του εορτολογίου ήταν ο καθορισμός της διαίρεσης των τελετουργικών προνομίων και υπευθυνοτήτων. Αυτά τα ζητήματα μπορεί να είναι ενδεχομένως αμφιλεγόμενα. Μία πρώτη λειτουργία του κώδικα του 6ου π.Χ. αιώνα ήταν ασφαλώς να καθορίσει πόσοι χρηματικοί πόροι του Αθηναϊκού λαού έπρεπε να δαπανώνται και για ποιους θεούς.
Στα κλασικά χρόνια, οι γιορτές ήταν περισσότερες παρά στα προηγούμενα ή στα επόμενα χρόνια. Δεν ήταν όλες θρησκευτικές, αλλά η πόλη που τις οργάνωνε τις συνέδεε με θεούς, ώστε όσοι μετέχουν σε αυτές να πιστεύουν πως με την απλή συμμετοχή τους τιμούσαν τους θεούς. Σε αυτό όμως δεν μπορούσε να αρκείται η μερίδα εκείνη των ευλαβών ανθρώπων που ήταν συνηθισμένοι σε μεγαλύτερη και γνησιότερη θρησκευτική συγκίνηση. Έτσι, λοιπόν, πολλοί κατέφευγαν σε μυστηριακές λατρείες και με τη μύησή τους στα μυστήρια γνώριζαν απόλυτους ιερούς λόγους, στους οποίους προσπαθούσαν να εμβαθύνουν διευρύνοντας τη θρησκευτική τους σκέψη ή βρίσκοντας απάντηση σε καίρια προβλήματα της ζωής και του θανάτου. Άλλοι, γίνονταν μέλη θρησκευτικών θιάσων, όπου έβρισκαν εντονότερη θρησκευτική ζωή με τα κοινά λατρευτικά δείπνα και με τη συμμετοχή στην προβλεπόμενη ή θερμότερη λατρεία ορισμένων θεών και ηρώων. Παράλληλα όμως υπάρχει κι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των Αθηνών, που θεωρούν τις γιορτές ως μία ευκαιρία ανάπαυλας από τους καθημερινούς τους κόπους. Αυτό ισχύει, κυρίως, για τις πιο φανταχτερές γιορτές, που δεν είχαν θρησκευτικό, αλλά πολιτικό πυρήνα, όπως για παράδειγμα τα Παναθήναια ή τα “Συνοίκια” ή ακόμα για το εύθυμο μέρος των θρησκευτικών γιορτών, ιδίως Διονυσιακών, ή για γυμνικούς αγώνες και τις λαμπαδηφορίες που συνόδευαν άλλες γιορτές.
Π. Παχή, «Οι Ελληνορωμαϊκές Εορτές», από το βιβλίο Το χριστιανικό εορτολόγιο, Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007, σσ. 89-90.

 3η Δραστηριότητα
Προετοιμάζουμε την εορτή του πολιούχου αγίου του σχολείου μας.


4η Δραστηριότητα
Έρευνα: Ερευνούμε τοπικά ήθη και έθιμα που σχετίζονται με συγκεκριμένη εορτή του ετήσιου
εορτολογικού κύκλου.


5η Δραστηριότητα
Φτιάχνουμε ένα ημερολόγιο τοίχου με τις εορτές του έτους. Βρίσκουμε μικρές εικόνες των πιο
σημαντικών εορτών και τις κολλάμε σε αυτό.


6η Δραστηριότητα
Αναζητούμε και εντοπίζουμε τις εορτές των αγίων στο χριστιανικό ημερολόγιο. Φτιάχνου-
με ένα ψηφιακό ημερολόγιο στον υπολογιστή μας, με τη βοήθεια του ιστότοπου

7Δραστηριότητα
Ιστοεξερεύνηση: Ο άγιός μου/ η αγία μου. Βρίσκουμε την αγιογραφία του/της, πληροφορίες
για τον βίο του/της, το μαρτύριο που πιθανά υπέστη, το μέρος που έζησε και θυσιάστηκε, τα
θαύματά του/της, ναούς ή μοναστήρια που είναι αφιερωμένοι στη μνήμη του/της και με το υλικό που έχουμε συλλέξει, εκτυπώνουμε ένα μικρό συναξάρι. Το ανατυπώνουμε και το μοιράζουμε στην τάξη την ημέρα της ονομαστικής εορτής μας.


«“Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος”, διαπίστωσε ο Δημόκριτος. Η εορτή γενικώς είναι μια βαθειά ψυχική ανάγκη του ανθρώπου και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο όλων των πολιτισμών, όλων των λαών, όλων των θρησκευμά των και όλων των εποχών. Στην περίπτωση όμως των χριστιανικών εορτών, ή ορνθότερον των εκκλησιαστικών εορτών, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα και έχουν ένα βάθος πολύ μεγαλύτερο από την απλή ψυχική ανάγκη του ανθρώπου για σχολασμό. Η αληθινή εκκλησιαστική εορτή πόρρω απέχει από οποιοδήποτε κοσμικό, εμπαθές, ακάθαρτο ή σαρκικό στοιχείο. Και τούτο διότι έχει χαρακτήρα πνευματικό, δηλαδή αγιοπνευματικό».
«Το χριστιανικό εορτολόγιο», Αθήνα, Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2007,σ. 32 

 
Πηγή:

Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος, Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου,  σελ: 111 -118

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Θεομητορικές Γιορτές

Θεομητορικές Γιορτές ονομάζονται οι θρησκευτικές  χριστιανικές γιορτές αφιερωμένες στην Παναγία.

Οι Θεομητορικές εορτές είναι: Ο Ευαγγελισμός, της Ζωοδόχου Πηγής, η Κοίμηση της Θεοτόκου,  η Κατάθεσης της Τιμίας Ζώνης, η Γέννηση της Υπεραγίας Θεοτόκου,  η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου, τα Εισόδια της Θεοτόκου, η Σύναξις της Υπερ. Θεοτόκου

Ο Ευαγγελισμός                                                                     (25 Μαρτίου)

Της Ζωοδόχου Πηγής                                               (Παρασκευή της Διακ/σίμου)

Η Κοίμηση της Θεοτόκου                                                   (15 Αυγούστου)

Η Κατάθεσης της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου                (31 Αυγούστου)

Γέννηση της  Θεοτόκου                                                  (8 Σεπτεμβρίου)

Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου                                                 (28 Οκτωβρίου)

Τα Εισόδια της Θεοτόκου                                                      (21 Νοεμβρίου)

Η Σύναξη της  Θεοτόκου                                           (26 Δεκεμβρίου)


Παρασκευή 15 Αυγούστου 2014

Η Κοίμηση της Υπεραγίας Θεοτόκου +15 Αυγούστου


Η Κοίμησις της Υπεραγίας Θεοτόκου συνιστά τη μεγαλύτερη από όλες τις Θεομητορικές εορτές της Εκκλησίας μας.
Καί τούτο γιατί επιστεγάζει την όλη αγιασμένη επί γης πορεία της. Όπως συμβαίνει με τον Ιησού Χριστό που η εκ νεκρών Ανάστασή Του νοηματοδοτεί τη Γέννησή Του και τα άλλα
γεγονότα της ζωής Του, οπότε καταλαβαίνουμε και το γιατί η Ανάσταση θεωρείται και η μεγαλύτερη εορτή της χριστιανοσύνης, όπως συμβαίνει και γενικά με το τέλος της ζωής ενός ανθρώπου που ρίχνει φως σε ό,τι προηγήθηκε από τη ζωή του, κατά τον ίδιο τρόπο και εδώ, με την Κοίμηση της Παναγίας: το τέλος της φανέρωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί της ῾Κεχαριτωμένης᾽ και της ῾ευλογημένης εν πάσαις ταις γυναιξί᾽.

Διότι το τέλος της δεν απετέλεσε το τέλος ενός κοινού ανθρώπου. Ναι μεν φεύγει από τη ζωή αυτή, αλλά με θαυμαστό τρόπο παρευρίσκονται όλοι οι Απόστολοι, ῾μετάρσιοι γενόμενοι᾽, ῾συναθροισθέντες εν Γεθσημανή τω χωρίω᾽, αλλά πολύ περισσότερο: παρευρίσκονται όλοι οι άγιοι άγγελοι, και πάνω από όλα: ο ίδιος ο Υιός και Θεός της, ο Οποίος και παραλαμβάνει τη με μορφή παιδούλας παναγία ψυχή της. Έτσι στο γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται με έντονο τρόπο ό,τι συμβαίνει πάντοτε στην Εκκλησία μας στις διάφορες εορτές της: ῾επίγειον το φαινόμενον, ουράνιον το νοούμενον᾽. Στην Εκκλησία μας με άλλα λόγια τα πάντα προσεγγίζονται μ᾽ ένα διπλό τρόπο: με τις υλικές αισθήσεις, αλλά και με τις πνευματικές αισθήσεις. Στην Εκκλησία ζούμε όλη την πραγματικότητα του κόσμου: την επιφάνεια, αλλά και το βάθος του. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα από τα παραπάνω σημεία.


1. Η Εκκλησία μας επιμένει καταρχάς στη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η Παναγία υπακούει και αυτή στους νόμους της φύσεως: πεθαίνει, όπως όλοι οι άνθρωποι, και κηδεύεται από τους Αποστόλους και όλους τους οικείους της. Και δεν ήταν δυνατόν να μη συμβεί τούτο, όταν ο ίδιος ο Κύριος, ο Υιός και Θεός της, πέρασε από τη διαδικασία του φυσικού θανάτου. Κατά τον υμνογράφο ῾μιμουμένη τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις᾽. Απλώς εκείνη δέχεται από άγγελο την πληροφορία περί της εξόδου της από τον κόσμο και ετοιμάζει με θαυμαστό πράγματι τρόπο, πνευματικά και υλικά, τα της κηδείας της, ενώ προτρέπει με στοργή τους πενθούντες αποστόλους, που είχαν συναθροιστεί εκ περάτων της γης: ῾το εμόν σώμα, καθώς εγώ σχηματίσω τη κλίνη, κηδεύσατε᾽.


2. Η φυσική αυτή τάξη όμως συνιστά την επιφάνεια. Η Κοίμηση της Θεοτόκου αποκαλύπτει και το βάθος: Καταρχάς, οι απόστολοι γνωρίζουν το γεγονός και συναθροίζονται στη Γεθσημανή υπέρ φύσιν: ο Κύριος επί νεφελών τους φέρνει εκεί που είναι η Παναγία Μητέρα Του, για να πενθήσουν, κυρίως όμως να δοξολογήσουν το γεγονός της κοιμήσεως και της μεταστάσεώς της. Κατά την παρατήρηση μάλιστα που τους κάνει η ίδια η Θεοτόκος, όταν τους βλέπει να θρηνούν για τον επικείμενο θάνατό της: ῾Μη φίλοι μαθηταί, του εμού Υιού και Θεού, μή πένθος εργάσησθε την εμήν χαράν᾽. Μη κάνετε πένθος τη χαρά μου. Και είναι ευνόητο: η Παναγία μας μετατίθεται πλήρως στην αγκαλιά του Χριστού, ο Οποίος της προανήγγειλε διά του αγγέλου: ῾μη ταραχτείς για τον θάνατό σου, αλλά μετ᾽ ευφροσύνης δέξαι τον λόγον. Γιατί έρχεσαι προς την αθάνατη ζωή᾽. Έπειτα, παρευρίσκονται στην κοίμησή της όλοι οι άγιοι άγγελοι, οι οποίοι με πολύ σεβασμό και σεμνότητα ῾ανοίγουν τις πύλες του παραδείσου᾽ για να περάσει η πλατυτέρα των ουρανών, προπέμποντάς την με υπέροχους ύμνους και δοξολογίες. ῾Αξίως ως έμψυχον, σε ουρανόν υπεδέξαντο, ουράνια Πάναγνε, θεία σκηνώματα᾽. ῾Επήρθησαν πύλαι ουράνιαι, και Άγγελοι ανύμνησαν...Χερουβίμ υπείξε σοι, εν αγαλλιάσει, Σεραφίμ δε δοξάζει σε χαίροντα᾽. Και πάνω από όλα: έρχεται ο ίδιος ο Κύριος και Θεός, προκειμένου να παραλάβει την στα χέρια Του παραθεμένη ψυχή της Παναγίας Μητέρας Του. ῾Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα᾽.


3. Έτσι στην Κοίμηση της Θεοτόκου, πέραν των άλλων συγκλονιστικών, φωτίζεται το μυστηριώδες όριο της ζωής και του θανάτου. Αυτό το μεταίχμιο, που πάντοτε κέντριζε και κεντρίζει τις ανθρώπινες συνειδήσεις και πολλοί πολλά μαρτυρούν, βγαλμένα τις περισσότερες φορές όμως από το χωρίς φωτισμό Θεού μυαλό τους. Εδώ έχουμε τη συγκεκριμένη αποκάλυψη: όταν πρόκειται περί αγίου ανθρώπου, άγγελοι κι ακόμη κι ο ίδιος ο Κύριος, έρχονται να παραλάβουν την ψυχή του ανθρώπου. Κι έχουμε στην ιστορία της Εκκλησίας μας, εκτός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εννοείται, πολλές τέτοιες καταγραφές που φανερώνουν το τι διαδραματίζεται στην ῾κρίσιμη᾽ αυτή και απρόσιτη στις σωματικές αισθήσεις ώρα. Σαν το τέλος, μεταξύ άλλων, του οσίου Παμβώ, που λέει το Γεροντικό, στο οποίο παραβρέθηκαν άγγελοι, αλλά και η Παναγία, όπως εν τέλει και ο ίδιος ο Κύριος, με την παρουσία του Οποίου άρρητη ευωδία χύθηκε παντού. Κι από την άλλη βεβαίως έχουν καταγραφεί περιπτώσεις αθέων και αρνητών και χλευαστών της πίστεως, που το τέλος τους ήταν τόσο τραγικό και ῾βρωμερό᾽ στην όσφρηση, που οι μετέχοντες ομολόγησαν ότι ποτέ δεν θα ήθελαν να ξαναβρεθούν σε παρόμοιο γεγονός, που φανέρωνε τη δαιμονική παρουσία.


4. Το όλο αυτό ῾σκηνικό᾽ του ενδόξου τέλους της Παναγίας μας, η συμπλοκή της επιφάνειας και του βάθους, η ύπαρξη του φυσικού και του υπερφυσικού, οδηγεί τον υμνογράφο της εορτής που λειτουργεί ως η συνείδηση της Εκκλησίας, να μιλά για την Κοίμηση ως γεγονός μυστηρίου, το οποίο με φωτισμένη από τον Θεό πίστη προσπαθεί να το κατανοήσει, έστω και εκ μέρους, και να το δει στις αληθινές του διαστάσεις. ῾Ω, του παραδόξου θαύματος᾽ κραυγάζει. ῾Βαβαί των σων μυστηρίων αγνή!᾽ Και δικαιολογημένα: ῾η πηγή της ζωής, εν μνημείω τίθεται και κλίμαξ προς ουρανόν ο τάφος γίνεται᾽. Ό,τι μυστήριο περικλείει τον θάνατο του Χριστού και την ταφή Του, το ίδιο μυστήριο, κατά τον υμνογράφο που κινείται δοξολογικά σε επίπεδο υπερβολής, περικλείει και την κοίμηση της Παναγίας Μητέρας Του, κάτι που δικαιολογεί και το γιατί οι Χριστιανοί κατ᾽ αντανάκλαση του θανάτου του Κυρίου, ψέλνουν τα εγκώμια και κάνουν περιφορά επιταφίου και στην Θεοτόκο.

Και βεβαίως έτσι συνυπάρχει και η ανάσταση που ακολουθεί. Θέλουμε να πούμε ότι όπως μετά την ταφή του Κυρίου έρχεται η ανάσταση, με την οποία νικήθηκε ο Άδης και ῾ζωής ηξιώθημεν᾽, έτσι και μετά την κοίμηση της Θεοτόκου έρχεται και η δική της ανάσταση. Διότι, κατά την παράδοσή μας, η Παναγία ναι μεν πέθανε και ετάφη, την τρίτη όμως ημέρα, όταν ανοίχτηκε ο τάφος της προς χάρη ενός από τους μαθητές του Κυρίου, που δεν παραβρέθηκε στην κοίμησή της, διαπιστώθηκε η εν σώματι μετάστασή της, συνεπώς η Παναγία βίωσε από τότε αυτό που θα βιώσουμε όλοι μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας, την ανάσταση των σωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι στους Χαιρετισμούς της αδιάκοπα διαλαλείται ότι ῾αναστάσεως τύπον εκλάμπει᾽, όπως εξίσου δεν είναι τυχαίο ότι ο πιστός λαός μας με το αισθητήριο που διαθέτει, χαρακτηρίζει την Κοίμησή της ως το ῾Πάσχα του καλοκαιριού᾽.


Ο υμνογράφος βεβαίως δεν βλέπει το μυστήριο της Κοιμήσεως μεμονωμένα. Θεωρεί ότι η Παναγία μας με όλη τη ζωή της ζει το μυστήριο της παρουσίας του Θεού κατά μοναδικό τρόπο, οπότε και η Κοίμησή της προεκτείνει φυσιολογικά το όλο μυστήριο. ῾Έπρεπε τοις αυτόπταις του Λόγου και υπηρέταις, και της κατά σάρκα Μητρός αυτού, την Κοίμησιν εποπτεύσαι, τελευταίον ούσαν επ᾽ αυτή μυστήριον᾽. Δηλαδή: Έπρεπε οι μαθητές του Χριστού να εποπτεύσουν και την Κοίμηση της κατά σάρκα Μητέρας Του, η οποία αποτελεί το τελευταίο σ᾽ αυτήν μυστήριο. Διότι ασφαλώς και η δική της η Γέννηση ως καρπός έντονης και πολυχρόνιας προσευχής είναι μυστήριο, αλλά πολλαπλασίως περισσότερο ο Ευαγγελισμός της και η Γέννηση δι᾽ αυτής του Θεού στον κόσμο ως ανθρώπου.


Παρ᾽ όλα αυτά! Υπάρχει και συνέχεια του μυστηρίου για την Παναγία. Δεν τελειώνουν δηλαδή γι᾽ αυτήν τα πράγματα με την Κοίμησή της. Το αντίθετο: θα έλεγε κανείς ότι ιδίως τότε, και μέχρι της συντέλειας των αιώνων, το μυστήριο της παρουσίας της θα συνεχίζεται, γεγονός που συνιστά την παρηγοριά και την ελπίδα μας. Κι εννούμε βεβαίως αυτό που όλοι ζούμε και ψάλλει η Εκκλησία μας με το απολυτίκιο ιδίως της εορτής: ῾Εν τη Κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε᾽. Η έξοδός της από τον κόσμο δεν συνιστά μία φυγή, μία λησμονιά από πλευράς της για εμάς. Η Παναγία φεύγει και ταυτοχρόνως παραμένει πιο κοντά μας. Διότι ζώντας καθ᾽ ολοκληρίαν πια μέσα στον Κύριο και Θεό της μετέχει κατά κάποιον τρόπο της πανταχού παρουσίας Εκείνου. Εκείνος της ανοίγει τα μάτια για να μας βλέπει, να μας ακούει, να συμπάσχει και να συγχαίρει μαζί μας, και κυρίως να έχει τη δύναμη να μας βοηθά. Κι αυτό είναι πια εμπειρία όλης της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι μπορεί να γίνει και γίνεται εμπειρία και του καθενός μας, όπως συνέβη και με τον Άγιο Σιλουανό του Άθω, ο οποίος γράφει στα κείμενα που μας διέσωσε ο Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ, ότι μετανόησε για τις αποκλίσεις της ζωής του, όταν η ίδια η Παναγία του είπε με πόνο ότι θλίβεται για την αμαρτωλή ζωή του. Ποιος άραγε λόγος αιτιολογεί την αγάπη του πιστού λαού προς Εκείνην, παρά η αίσθηση της εγγύτητάς της στη ζωή μας; Και η Παναγία το είχε διαβεβαιώσει, λίγο πριν τον θάνατό της, σκορπώντας την παρηγοριά ήδη από τότε στους πιστούς, με πρώτους τους αποστόλους: ῾Μη θρηνείτε, γιατί με τη μετάστασή μου σας διαβεβαιώνω ότι όχι μόνον εσάς, αλλά και όλον τον κόσμο θα περισκέπω και θα εφορώ᾽. Αν κάτι παρόμοιο έλεγε και ο Γέροντας Πορφύριος στην εποχή μας, ότι δηλαδή μετά τον θάνατό του θα βρίσκεται πιο κοντά στους ανθρώπους, πόσο περισσότερο, ας φανταστούμε, ισχύει τούτο για την Παναγία;
5. Μέσα στο θάμβος της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, μπροστά σε όλα τα θαυμαστά που εξαγγέλλει η χαρά της από τη μετάστασή της στους ουρανούς, προβάλλει επιτακτικά το ερώτημα: τι ήταν αυτό που έκανε την Παναγία να φτάσει σ᾽ αυτό το ύψος; Και τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αντιστοίχως, ώστε έστω και ελάχιστα, μια που η προοπτική μας είναι να γίνουμε κι εμείς ῾Παναγίες᾽, να σαρκώνουμε δηλαδή στη ζωή μας τον Χριστό, να γευόμαστε λίγο από τη χάρη της, χάρη στην πραγματικότητα του Κυρίου μας; Η απάντηση είναι γνωστή κι αυτήν διαλαλεί διαρκώς η Εκκλησία μας: Αν η Παναγία έγινε ό,τι έγινε, τούτο οφείλεται στην ετοιμότητά της να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Το ῾ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου᾽ είναι το ῾μυστικό᾽ της εξυψώσεώς της στα υπερουράνια. Αυτό το ῾μυστικό᾽, ας γίνεται καθημερινά φανερό και στις δικές μας καρδιές.
http://pgdorbas.blogspot.gr

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Το Γενέθλιον Της Θεοτόκου

ΓΕΝΙΚΑ: Η Παναγία έχει κεντρική θέση στην θεία Λατρεία. Το εκκλησιαστικό έτος πλαισιώνεται με θεομητορικές εορτές. Αρχίζει με το «Γενέσιον της Υπεραγίας Θεοτόκου», ενώ τελειώνει με την «Κατάθεσιν της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου».
Σήμερα εορτάζουμε την γέννηση της αειπαρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, του άνθους «εκ της ρίζης Ιεσσαί».
Εορτάζουμε «παγκοσμίου ευφροσύνης γενέθλιον και την είσοδο όλων των εορτών και το προοίμιο του μυστηρίου του Χριστού» (Άγιος Ανδρέας Κρήτης). Είναι η κορύφωση, η ολοκλήρωση της παλαιοδιαθηκικής παιδαγωγικής προετοιμασίας της ανθρωπότητος για την υποδοχή του σαρκωθέντος Σωτήρος Υιού και Λόγου του Θεού. Η Θεοτόκος είναι το μεταίχμιο Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.

Στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε το κήρυγμα των προφητών, την προσδοκία των δικαίων ενώ στην Καινή Διαθήκη γίνεται ο γλυκασμός των αγγέλων, η δόξα των αποστόλων, το θάρρος των μαρτύρων, το εντρύφημα των οσίων, το καύχημα του ανθρωπίνου γένους. Η Παναγία μας είναι «ο καρπός των κτισμάτων» κατά τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, δηλαδή το σημείο εκείνο στο οποίο κατατείνει ολόκληρη η κτίση. Κατά την σημερινή ημέρα ευεργετείται όλη η κτίση από την γέννηση της πανάμωμης Παναγίας μας. Η Θεοτόκος δεν ήταν απλά η καλύτερη γυναίκα στην γη, αλλά ήταν Αυτή η μοναδική που θα μπορούσε να κατεβάσει τον ουρανό στην γη, να κάνει τον Θεό άνθρωπο.

Ο «αχώρητος παντί» θα χωρέσει στην παρθενική μήτρα της Θεοτόκου, ώστε η Παναγία μητέρα του να καταστεί η «χώρα του Αχωρήτου». Σήμερα λύνεται η στειρότητα της Αννας και γεννάται «το κειμήλιον της Οικουμένης», κατά την έκφραση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Παρόμοιο θαύμα έκανε ο Θεός πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη στην Σάρρα την σύζυγο του πατριάρχου Αβραάμ, στην Ρεβέκκα την σύζυγο του Ισαάκ, στην Αννα την μητέρα του προφήτου Σαμουήλ, στην Ελισάβετ την μητέρα του προφήτου Προδρόμου. Μπορεί τα τέκνα των παραπάνω μητέρων, των οποίων η μακροχρόνια στειρότητα λύθηκε θαυματουργικά, να ήταν ενάρετα και άγια, αλλά μόνον η Μαρία -το τέκνο της Αννας και του Ιωακείμ- ήταν «η κεχαριτωμένη» και κατέστη -το ακατάληπτο για τους ανθρώπους και τους αγγέλους- η μητέρα του Θεού.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ: Πληροφορίες για τη Γέννηση της Θεοτόκου έχουμε μόνον από το Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου, ένα απόκρυφο ιερό κείμενο, εκτός του κανόνος των βιβλίων της Αγίας Γραφής. Αυτές οι πληροφορίες πέρασαν στον εκκλησιαστικό κύκλο και έγιναν αποδεκτές από το πλήρωμα των πιστών διά της θείας λατρείας.

Σύμφωνα με τη διήγηση αυτή ο ευσεβής και πλούσιος Ιωακείμ και η σύζυγός του, Άννα, θλίβονταν καθότι, λόγω της στειρότητας της Άννας, δεν είχαν αποκτήσει κάποιο τέκνο. Όταν μάλιστα απαγορεύτηκε στον Ιωακείμ να προσφέρει πρώτος θυσίες σε κάποια εορτή, αναχώρησε για την έρημο, όπου για σαράντα μέρες νήστευε και προσεύχονταν στο Θεό ζητώντας να αποκτήσει ένα τέκνο. Η Άννα παρέμεινε στο σπίτι της και παρά τις ταπεινώσεις που δεχόταν ακόμη και από την υπηρέτριά της για τη στειρότητά της, προσευχόταν συνεχώς στον Κύριο να εισακουστεί το αίτημα για απόκτηση ενός παιδιού.

Μερικές ημέρες αργότερα εμφανίστηκε μπροστά στην Άννα, άγγελος Κυρίου, που της υποσχέθηκε ότι σύντομα θα πραγματοποιηθεί η επιθυμία της. Κι εκείνη, περιχαρής, υποσχέθηκε ότι το αναμενόμενο τέκνο θα το αφιέρωνε στο Θεό. Ένας άλλος άγγελος, στο μεταξύ, είχε εμφανισθεί στο Ιωακείμ στην έρημο υποσχόμενος τα ίδια. Τότε ο Ιωακείμ περιχαρής επέστρεψε στο σπίτι του. Πραγματικά εννέα μήνες αργότερα η Άννα έφερε στη ζωή μία κόρη, την οποία ονόμασε Μαριάμ και την ανέθρεψε με μεγάλη προσοχή, ενώ αργότερα την αφιέρωσε στο Θεό.

Η ΕΟΡΤΗ: Μετά την τρίτη Οικουμενική Σύνοδο, αποφασίστηκε να εορτάζονται όλες οι Θεομητορικές εορτές σε διαφορετικό χρόνο. Αφορμή γι' αυτό ήταν το πλήθος των ιερών Ναών προς τιμήν της Θεοτόκου. Μέχρι τότε η Θεοτόκος ετιμάτο κατά την εορτή της Υπαπαντής. Έτσι από τα τέλη του ε΄αιώνα ορίστηκε ο εορτασμός του Γενεθλίου της Θεοτόκου κατά την 8η Σεπτεμβρίου. Το περιεχόμενο της εορτής αντλήθηκε από τη διήγηση του Πρωτευαγγελίου και περιελήφθη στους επίσημους Συναξαριστές. Στις Δυτικές εκκλησίες η εορτή επικράτησε κατά τον 11ο αιώνα.

ΠΑΤΕΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ: Ο Ιωάννης Δαμασκηνός διακρίνει πολλές προτυπώσεις της Θεοτόκου στην Παλαιά Διαθήκη. Έτσι, η Θεοτόκος είναι η κιβωτός που διά της γέννησης του Κυρίου, σώζει τον κόσμο κατασιγάζοντας τα κύματα της αμαρτίας. Η Θεοτόκος είναι φλεγόμενη αλλά όχι καιόμενη άφθαρτη βάτος. Λέει ακόμη ο μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας: “Εσένα προεικόνισε η βάτος, Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες, Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του νόμου και Σένα είχαν φανερά προτυπώσει η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών που 'χε βλαστήσει.

Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω από όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάτησε από Σένα με σώμα ανθώπινο. Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε;

Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου; Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν__ Άγγελοι, έτσι κι εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σε μάς ο Θεός, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου που βλέπει τον Θεό. Πού θα αποδώσουμε ακόμη τα κηρύγματα των Προφητών;

Σ' Εσένα, αν θέλουμε να δείξουμε ότι είναι αληθινά! Γιατί, ποιο είναι το Δαβιτικό μαλλί του προβάτου που πάνω του έπεσε σαν βροχή ο Υιός του Θεού, που είναι συνάναρχος με τον Πατέρα; Δεν είσαι Συ ολοφάνερα;Ποια είναι επίσης η Παρθένος, που ο Ησαϊας προορατικώς προφήτευσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν τον Θεό, που είναι μαζί μας; Και ποιο είναι το βουνό του Δανιήλ, από το οποίο κόπηκε πέτρα, αγκωνάρι, ο Χριστός, χωρίς να υποκύψει σε ανθρώπινο εργαλείο;Ας έρθει ο Ιεζεκιήλ ο θεϊκότατος κι ας δείξει πύλη που έχει κλειστεί και που πέρασε από μέσα της μόνο ο Κύριος και παραμένει κλειστή. Εσένα, λοιπόν, κηρύττουν οι Προφήτες. Εσένα διακονούν οι Άγγελοι και υπηρετούν οι Απόστολοι.”

Αναδημοσίευση:http://vlaxerna.blogspot.gr/2012/09/8.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...