Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ Εκκλησιαστικού Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Η σημασία του προσώπου του Χριστού σε έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο (Χριστολογικές Αιρέσεις)

Οι νέες μορφές που πήρε η ζωή της Εκκλησίας τον 4ο αιώνα με την καλύτερη οργάνωση, τις επαρχιακές και Οικουμενικές Συνόδους, την ανάπτυξη του μοναχισμού αλλά και τη μαζική είσοδο πολλών εθνικών ή Ιουδαίων έ φε ραν εξελίξεις στη διοίκηση της εκκλησιαστικής ζωής και τη θεολογική αναζήτηση. Κάποτε τα νέα μέλη της Εκκλησίας έφεραν μαζί και τις παλιές τους αντιλήψεις για τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, και δεν έλειπαν οι αιρέσεις, ιδίως οι λεγόμενες Γνωστικές.* Μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) η αυτοκρατορική εξουσία και τα κέντρα της (Ρώμη, Κωνσταντινούπολη) επιθυμούν να αναμειγνύονται στη ζωή της Εκκλησίας.

 Η ανάδυση της Κωνσταντινούπολης και η δημιουργία των πατριαρχικών θρόνων 

Σε μεγάλο διοικητικό και θεολογικό κέντρο εξελίχθηκε την περίοδο εκείνη η Αλεξάνδρεια, γιατί διέθετε την αποστολική παράδοση, πολιτική υπεροχή, αλλά και λαμπρό θεολογικό έργο μεγάλων ποιμένων. Σύντομα απέκτησε τον πρώτο ρόλο στη χειροτονία των άλλων επισκόπων στις περιοχές της Αιγύπτου και της Λιβύης. Επίσης η Ρώμη, και μαζί της και η νέα πρωτεύουσα, η Κωνσταντινούπολη ή Νέα Ρώμη, ασκούσαν κι αυτές μια ανώτερη αυθεντία από τους άλλους μεγάλους επισκοπικούς θρόνους Ανατολής και Δύσης, όπως η Έφεσος, η Καισάρεια, η Κόρινθος, τα Μεδιόλανα, κλπ. Αυτό αφορούσε ιδίως κρίσεις και χειροτονίες και συνέβαινε για πολιτικούς λόγους καθώς και εξαιτίας της αποστολικής αυθεντίας. Παράλληλα αναπτύσσονταν νέες θεολογικές αναζητήσεις γύρω από το πρόσωπο του Χριστού. Χρειαζόταν λοιπόν ένα σταθερό σύστημα επίλυσης προβλημάτων που να εγγυάται και  να φανερώνει την ουσία της Εκκλησίας, στην ενότητα, τη διδασκαλία και τον τρόπο ζωής. Έτσι, οι τρεις μεγάλοι θρόνοι και σχεδόν αμέσως και η μεγάλη μητρόπολη της Μέσης Ανατολής, η Αντιόχεια, απέκτησαν μόνιμη ηγετική θέση σε υπερμητροπολιτικές συνόδους. Λίγο αργότερα προ στέθηκαν τι μη τικά και τα Ιεροσόλυμα, ως η «μήτηρ των Εκκλησιών». Οι πέντε πρωτοκορυφαίοι θρόνοι σχημάτισαν μόνιμο διοικητικό σχήμα, τη λεγόμενη «Πενταρχία των Πατριαρχών», που απετέλεσε εικόνα της ενότητας της Εκκλησίας από τη βάση ως την κορυφή της

Οι μεγάλες σχολές της Αντιόχειας και της Αλεξανδρείας: η απαραίτητη πολυμορφία

  Μέσα από τη συνάντηση του χριστιανικού Ευαγγελίου με τον κόσμο και τον τρόπο που στοχαζόταν, αναπτύχθηκε μια ποικιλία στον τρόπο που η Εκκλησία ερμήνευε το έργο και την ταυτότητα του Ιησού Χριστού. Οι παλιές μορφές και όροι («υιός του ανθρώπου», «μεγάλης βουλής άγγελος», «εικών του Θεού του αοράτου») από την ιουδαϊκή κυρίως σκέψη δεν επαρκούσαν, ενώ οι γνωστικοί* μύθοι περί Ιησού Χριστού ως άχρονου πλάσματος είχαν καταδικαστεί. Τώρα, η συνάντηση του Ευαγγελίου με την τελευταία αναγεννημένη μορφή της ελληνικής σκέψης (αριστοτελισμός, στωικισμός, νεοπλατωνισμός) συνέχιζε τη συζήτηση της προηγούμενης εποχής με νέο τρόπο. Μια ομάδα  επισκόπων στη Συρία, η λεγόμενη «Αντιοχειανή Σχολή», ακολουθούσε την ιστορικογραμματική μέθοδο ερμηνείας των κειμένων, που προσέφερε πολλά και επικράτησε ιστορικά. Όμως ο κύριος εκφραστής της, Θεόδωρος επίσκοπος Μοψουεστίας, τονίζοντας την ανθρωπότητα του Ιησού Χριστού θεωρούσε ότι εξελίχθηκε ηθικά και ο Υιός του Θεού «κατοίκησε» μέσα του και έτσι έγινε ομοούσιος με τον Πατέρα. Αυτή η χριστολογία παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα. Αντίθετα, στην Αίγυπτο δινόταν (ειδικά μετά τον Μέγα Αθανάσιο) σταθερή έμφαση στο ότι ο Υιός του Θεού ήταν πάντοτε ένας και ο αυτός Ιησούς Χριστός με πλήρη ανθρώπινη φύση: ήταν η «Αλεξανδρινή Σχολή». Και οι δύο σχολές μέσα από τη διδασκαλία τους για τον Ιησού Χριστό πρόβαλλαν και την άποψή τους για το πώς μπορούσε να σωθεί ο άνθρωπος: οι Αντιοχειανοί με τη μίμηση του Χριστού στον αγώνα για τελείωση, οι Αλεξανδρινοί με την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό.

 Από την ποικιλία στη σύγκρουση 

 Η ποικιλία αυτή μετατράπηκε σε σύγκρουση, όταν ένας εκπρόσωπος της Αντιοχειανής Σχολής, ο Νεστόριος, έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και διακήρυξε ότι η Παρθένος Μαρία δεν έπρεπε να αποκαλείται με το προσωνύμιο «Θεοτόκος», αφού ο Χριστός δεν ήταν από την αρχή Θεός. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση πολλών πιστών εκεί, αλλά και του επιφανούς εκπροσώπου της Αλεξανδρινής θεολογίας, πατριάρχη Αλεξανδρείας Κυρίλλου. Ο Κύριλλος επικοινώνησε γρήγορα με τον πάπα της Ρώμης Καιλεστίνο και λίγο αργότερα το 431 έγινε Σύνοδος στην Έφεσο (η Γ΄ Οικουμενική). Εκεί  οι εκπρόσωποι της Ρώμης και της Αλεξανδρείας ήταν περισσότεροι και ο Νεστόριος καταδικάσθηκε. Όμως, η συζήτηση μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη και συνεχίσθηκε με την παρέμβαση της εξουσίας, μέχρι που οι δύο αντίπαλοι συμφώνησαν το 433 σε ένα κείμενο (Όρος των Διαλλαγών).

Αυτό επιβεβαίωνε τη διδασκαλία της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι ο Χριστός ήταν ένας και η Παναγία ήταν Θεοτόκος, αλλά δεν ταπείνωνε τους Αντιοχειανούς. Επικράτησε η πρόνοια για την ενότητα της Εκκλησίας, όπως υπέδειξε ο Κύριλλος Αλεξανδρείας (βλ. σχετική επιστολή). Όμως, κάποιοι οπαδοί θεωρούσαν πως έπρεπε να αφορισθούν όλοι οι Αντιοχειανοί. Ένας απ’ αυτούς, ο μοναχός Ευτυχής στην Κωνσταντινούπολη, κήρυξε ότι ο Χριστός με τη γέννησή του είχε μόνο μία φύση, τη θεϊκή, υποτιμώντας την ανθρώπινη. Αυτή η διδασκαλία ονομάσθηκε αργότερα Μονοφυσιτισμός. Ο Ευτυχής τιμωρήθηκε από τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Φλαβιανό το 448, αλλά έκανε έφεση (έκκλητο). Έτσι συγκλήθηκε νέα, ευρύτερη σύνοδος στην Έφεσο το 449 για να κρίνει οριστικά. Ο νέος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Διόσκορος πήρε την προεδρία της Συνόδου, δικαίωσε τον Ευτυχή, καταδίκα σε τον Φλαβιανό και υποβίβασε την Κωνσταντινούπολη. Στη σύνοδο όμως αυτή έγιναν έκτροπα και οι αποφάσεις αυτές πάρθηκαν με βία: μοναχοί, οπαδοί του Μονοφυσιτισμού, χτυπούσαν τους αντιπάλους τους. Έτσι, η Σύνοδος ονομάσθηκε «Ληστρική» και ο μέχρι τότε σύμμαχος της Αλεξάνδρειας πάπας Ρώμης διαχώρισε τη θέση του. Την ίδια εποχή που ο ελληνορωμαϊκός κόσμος στη Δύση κατέρρεε από τα χτυπήματα των Ούννων και των γερμανικών λαών, συγκλήθηκε νέα σύνοδος το 451 στη Χαλκηδόνα για την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Ήταν η Δ΄ Οικουμενική, η οποία αποφάσισε με βάση την Αγία Γραφή, τα υπάρχοντα Σύμβολα της Πίστεως, την απόφαση (Όρο) της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου κι ένα κείμενο του πάπα Ρώμης Λέοντος Α΄ (τόμος Λέοντος) και ξεκαθάρισε ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις (θεία και ανθρώπινη) ενωμένες στο πρόσωπο του ενός Υιού και Λόγου του Θεού. Ο όρος της Συνόδου λέει ότι είναι ενωμένες «ασυγχύτως και αδιαιρέτως, ατρέπτως και αχωρίστως».

Ο Πατριάρχης Διόσκορος δεν πήγε στη Σύνοδο και καταδικάσθηκε για την προηγούμενη συμπεριφορά του. Η καταδίκη αυτή δεν άρεσε στους επισκόπους της Αιγύπτου, οι οποίοι αντέδρασαν, ενώ και πολλοί άλλοι επίσκοποι στη Μέση Ανατολή και μοναχοί θεώρησαν ότι η Σύνοδος επαναφέρει τον καταδικασμένο Νεστοριανισμό. Μολονότι η Σύνοδος της Χαλκηδόνας εκτός από την κλασική διατύπωση του χριστολογικού δόγματος, όρισε με τους κανόνες της όλο το σύστημα της Πενταρχίας, την οργάνωση της μοναχικής ζωής και πολλά άλλα, την ίδια στιγμή αποκηρύχθηκε από ένα μεγάλο τμήμα χριστιανικών πληθυσμών στην Αίγυπτο και τη Μέση Ανατολή, που ονομάσθηκαν «Προχαλκηδόνειοι» και σήμερα «Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες».

  Ο διάλογος, η ενότητα και η εξουσία Οι αυτοκράτορες όλη αυτή την εποχή και μετά προσπάθησαν να φτιάξουν μια τεχνητή ενότητα στην Εκκλησία με διάφορα διατάγματα που απαγόρευαν την περαιτέρω θεολογική συζήτηση, επιβάλλοντας πότε τη μια σύνοδο πότε την άλλη με στόχο μια τεχνητή ειρήνευση. Αυτό οδήγησε στο αντίθετο αποτέλεσμα, καθώς η Ρώμη διέκοψε την κοινωνία με την Ανατολή, τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Αλεξανδρείας ακολούθησαν φιλομονοφυσιτική πολιτική και μέσα στην Αλεξάνδρεια δημιουργήθηκαν πολλά κόμματα. Αντίθετα, όσο ακόμα γίνονταν συζητήσεις μέσα στην Εκκλησία (με τελευταία την περίοδο του Ιουστινιανού, 527-565), έγινε μια μεγάλη προσπάθεια να ξεκαθαρίσουν πολλά θεολογικά ζητήματα με βάση την κοινή γλώσσα της εποχής, δηλαδή με τη χρήση της αριστοτελικής λογικής, αλλά και των κοινών θεμελίων της χριστιανικής πίστης: την Αγία Γραφή, το τριαδικό δόγμα, τη σκέψη των Πατέρων του 4ου αιώνα και τη λειτουργική ζωή. Η διάλυση του ενιαίου ελληνορωμαϊκού κόσμου από τους γερμανικούς λαούς στη Δύση, η απομάκρυνση των νεστοριανών χριστιανών μέσα στο περσικό κράτος και τελικά η αραβική κατάκτηση, οδήγησε όλους τους χριστιανούς της Ανατολής μέχρι σήμερα σε απομόνωση. Ο διάλογος για τη χριστολογική διδασκαλία άρχισε με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες (των Προχαλκηδονίων) ξανά τον 20ό αιώνα, λαμβάνοντας υπόψη και την ποικιλία των γλωσσών που φέρουν διαφορετικό νόημα στη χρήση των λέξεων. Εδώ επιβεβαιώνεται ότι όταν η Εκκλησία διαλέγεται ελεύθερα έχει πιο πολλές πιθανότητες να επιτύχει την ενότητά της εν αληθεία, απ’ ό,τι όταν εκτελεί υποχρεωτικά διαταγές από κάθε λογής εξουσία. 

Κείμενα 

Ο Χριστός δεν είναι θεωθείς άνθρωπος, είναι ο σαρκωθείς Θεός «Όταν ο άνθρωπος απέτυχε να γίνει Θεός, ο Θεός έγινε άνθρωπος για να με τιμήσει», γράφει ο Γρηγόριος [Θεολόγος]. «Ο Θεός ήταν ασύνθετος εξαρχής. Ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση και ύστερα σταυρώθηκε από τα χέρια των σταυρωτών Του. Αυτή είναι η διδασκαλία μας για τον Θεό, που έγινε ένα μαζί μας». Ο Χριστός είναι σαρκωθείς Θεός, όχι θεωθείς άνθρωπος.[…] Ο Γρηγόριος δίνει πολλή προσοχή στα πάθη και τον θάνατο του Θεού, αφού με αυτό ομολογεί την ενότητα των φύσεων στο Πρόσωπο του Θεανθρώπου. Γι’ αυτό επίσης τονίζει το όνομα «Θεοτόκος». «Εκείνος που δεν αναγνωρίζει ότι η Μαρία είναι η Θεοτόκος αποξενώνεται από τον Θεό». Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι η θέωση είναι δυνατή για μας μόνο μεσω της ανθρώπινης φύσεως του Λόγου και της ομοουσιότητάς της με μας. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Οι Ανατολικοί Πατέρες του Τετάρτου Αιώνα, μτφρ. Π. Πάλλης (Θεσσαλονίκη: Πουρ να ράς,1991), 206-208.

 Το νόημα του Σταυρού του Χριστού Ο σταυρός [του Χριστού] προφητικά δείχνει προς την εσχατολογική, την τελική μοίρα του κόσμου. Γι’ αυτόν το λόγο, συνδέουμε το σημείο του σταυρού με την Αγία Τριάδα και με τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο λόγος που στην Ορθόδοξη Λειτουργία ο σταυρός αποτυπώνεται στο πρόσφορο που χρησιμοποιείται για την Ευχαριστία. π. Δημήτριος Στανιλοάε, Η Νίκη του Σταυρού, μτφρ. Λάμπρος Ψωμάς (Αθήνα: Μαΐστρος, 2010), 45.

  Η σημασία των χριστολογικών προσεγγίσεων Η Αντιοχειανή θεολογική παράδοση τόνιζε το ιστορικό, το συγκεκριμένο. Στο εξηγητικό τους έργο στην Αγία Γραφή αυτοί [οι Αντιοχειανοί θεολόγοι] επικέντρωναν την προσοχή τους πάνω στο ιστορικό και κατά γράμμα πλαίσιο και, γενικά προσπαθούσαν να αποφύγουν υπερβολικές αλληγορικές ερμηνείες. Στη Χριστολογική τους σκέψη τόνιζαν την πλήρη ανθρωπότητα του Χριστού χωρίς να αρνούνται ότι ο Χριστός ήταν ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα. Απεχθάνονταν κάθε τάση που μπορούσε να καταβροχθίσει την ανθρωπότητα του Χριστού μέσα στη Θεότητά του. Θεολογικά τόνιζαν το διαχωρισμό των δύο φύσεων, της θείας φύσεως και της ανθρώπινης φύσεως. Ο κίνδυνος για την Αντιόχεια ήταν ότι αυτοί μπορούσαν να υπερτονίσουν το διαχωρισμό των δύο φύσεων και να υπονομεύσουν την ενότητα του Χριστού. Οι Αλεξανδρινοί θεολόγοι τόνιζαν τη Θεότητα του Χριστού. Η αφετηρία τους ήταν ο Αιώνιος Θεός που έγινε ο άνθρωπος. Η ανθρώπινη φύση, ενωμένη με τη Θεία Φύση του Θείου Λόγου μπορούσε να θεωθεί. Ο κίνδυνος για την Αλεξάνδρεια ήταν ότι αυτοί μπορούσαν να υπερτονίσουν τη Θεότητα και να υπονομεύσουν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Οι Βυζαντινοί Πατέρες του 5ου Αιώνα, μτφρ. Π. Κ. Πάλλης, (Θεσσαλονίκη: Πουρναράς, 1992), 388-389

Πενταρχία και συνοδικότητα Η εύκολα εξηγούμενη προτίμηση της Πολιτείας να επιλύει τα κατά καιρούς δημιουργούμε να προ βλήματα με απ’ ευθείας συνεννοήσεις με τις πέντε διοικητικές κεφαλές της Εκκλησίας και όχι με την υπέρτατη αυθεντία στην Εκκλησία, δηλαδή την Οικουμενική Σύνοδο, έδειχνε σαφώς ότι η Πολιτεία θα δεχόταν με χαρά να υποκατασταθεί αυτή η υπέρτατη αυθεντία στην Εκκλησία με την ανώτατη διοικητική αρχή της. Η υποκατάσταση αυτή όμως δεν είχε στήριγμα στους κανόνες, γι’ αυτό και οδήγησε σε σθεναρή αντίδραση του Γιατί να προτιμάει η Πολιτεία να συνομιλεί με σώματος των επισκόπων. Οι πέντε πατριάρχες δεν μπορούσαν να καθορίζουν το περιεχόμενο της πίστεως της Εκκλησίας, αλλά να το εκφράζουν, γι’ αυτό και δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα εκκλησιαστικά ζητήματα που αναφέρονταν στην πίστη ερήμην του σώματος των επισκόπων [...]. Ο κανονικός θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών δεν θα μπορούσε στο εξής να νοηθεί ερήμην του σώματος των επισκόπων που υπάγονταν στους Πατριάρχες, γι’ αυτό και οι πέντε πατριάρχες δεν θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την Οικουμενική Σύνοδο. Βλάσιος Φειδάς, Ο Θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχών, τόμ. Β΄ Ιστορικοκανονικά Προβλήματα περί την Λειτουργίαν του Θεσμού (451553) (Αθήναι 1977), 255. 

Ο «Μαραθώνιος» της Εκκλησίας 

Σε πολλές περιπτώσεις η Εκκλησία υπέστη δοκιμασίες τόσο από τον κοσμικό παράγοντα όσο και από τους ίδιους τους χριστιανούς. Η πιο σοβαρή περίπτωση δοκιμασίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο «μαραθώνιος» της Εκκλησίας μέχρι να ολοκληρωθεί η ορθή πρόταση του δόγματος. Η σοβαρότητα του προβλήματος φαίνεται από το γεγονός ότι χρειάστηκαν αιώνες γι’ αυτή την υπόθεση και ότι εκδηλώθηκαν τέτοιας εντάσεως αντιπαραθέσεις, που πολλές φορές οδήγησαν σε βιαιοπραγίες αδιανόητες και ανεπίτρεπτες. Την πιο χαρακτηριστική περίπτωση, σε σχέση με τις παραπάνω βιαιοπραγίες έζησε η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας τον 4ο αιώνα και ιδιαίτερα στο διάστημα που την ποίμανε ο Μέγας  Αθανάσιος. Υπενθυμίζουμε ότι ο Μέγας Αθανάσιος στα χρόνια της ιεραρχίας του εξορίστηκε από την επισκοπή του τέσσερις φορές και άλλες τόσες επέστρεψε! Η κοσμική εξουσία στην υπόθεση αυτή έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Ηλίας Βουλγαράκης, Καθημερινές Ιστορίες Αγίων και Αμαρτωλών στο Βυζάντιο, Β΄ έκδοση (Αθήνα: Μαΐστρος, 2002), 46-47.

Πατριαρχική Διαμεσολάβηση και Παρέμβαση 

 Επιστολή Κυρίλλου Αλεξανδρείας προς τον Πρόκλο Κωνσταντινουπόλεως, στην οποία του ζητάει να μην επιτρέψει τον αναθεματισμό του Θεοδώρου Μοψουεστίας, παρά τις λάθος διδασκαλίες του, με σκοπό την ειρήνη στην Εκκλησία. Μόλις πρόσφατα οι ανά την οικουμένη Εκκλησίες του Θεού απέβαλαν τις κενές περιεχομένου διδασκαλίες του Νεστορίου, χάρη στον πολύ ιδρώτα της οσιότητός σου και της αγίας συνόδου που συγκαλέστηκε στην Έφεσο. Κάποιοι εκεί κατά την Ανατολή δυσφορούν πολύ με όλα αυτά, και όχι μόνο λαϊκοί αλλά και από όσους έχουν ταχθεί προς ιερουργία. Όμως οι Εκκλησίες διαλαλούν και κηρύττουν τον έναν Χριστό και αναθεμάτισαν τις ασεβείς περιττολογίες του Νεστορίου. Τώρα όμως λένε κάποιοι να καταλάβουν τη μεγάλη πόλη της Αντιόχειας και να ζητήσουν από τους βασιλείς να αναθεματιστούν τα βιβλία του Θεοδώρου Μοψουεστίας αλλά και αυτός ο ίδιος ο άνδρας. Η αγία όμως Σύνοδος καταδίκασε όσους φρονούσαν τη διδασκαλία του Νεστορίου αλλά με πνεύμα οικονομίας δεν μνημόνευσε πρόσωπα, ούτε επέβαλε στον Θεόδωρο ονομαστική καταδίκη. Και επειδή έχει ήδη αποδημήσει προς τον Θεό, αρκεί όπως νομίζω όσοι δέχονται τη σωστή διδασκαλία να μη λαμβάνουν υπόψη τους ό,τι άτοπο έχει γράψει όταν θα διαβάζουν τα βιβλία του. Μπορούμε λοιπόν να εξηγήσουμε και σε εκείνους που δημιουργούν προβλήματα την οικονομία του πράγματος και να τους πείσουμε να επιλέξουν καλύτερα να ηρεμήσουν παρά να γίνουν αιτία σκανδαλισμού στις εκκλησίες. Κύριλλος Αλεξανδρείας, Επιστολή 72, Προς Πρόκλον, Patrologia Graeca 77, 343-344 [Διασκευή].  

Πηγή: Δημήτριος Ν. Μόσχος, Ευαγγελία Βουλγαράκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες  και Θεολόγοι της Εκκλησίας,  ΤΕΥΧΟΣ Α΄,  ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ  Γ´  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ 35-41

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

H θεολογική μαρτυρία των Αποστολικών Πατέρων και των Απολογητών

 Η έννοια του όρου Πατήρ υπάρχει και θεμελιώνεται ήδη στην Αγία Γραφή και στα κείμενα της αρχαίας Εκκλησίας. Πατέρες αρχικά ονομάζονταν οι μαθητές των Αποστόλων, σαν τα πνευματικά τους τέκνα, όπως και οι πνευματικοί οδηγοί και διδάσκαλοι των Χριστιανών καθώς και οι κατά τόπους επίσκοποι. Αργότερα, τον 4ο αιώνα, Πατέρες ονομάσθηκαν και οι πιο ονομαστοί ηγέτες του μοναστικού βίου. Ορισμένοι Πατέρες της Εκκλησίας που διακρίθηκαν για την αγιότητα του βίου τους, για τα συγγράμματά τους, για τη διδασκαλία τους και για τη συμβολή τους στην έκφραση και προβολή της ορθόδοξης δογματικής διδασκαλίας και στους αγώνες τους εναντίον των διαφόρων αιρέσεων ονομάσθηκαν από την Εκκλησία Μεγάλοι Πατέρες και Διδάσκαλοι καθώς και Οικουμενικοί Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. 

 Αποστολικοί Πατέρες  

 Ως Αποστολικούς Πατέρες χαρακτηρίζουμε και εννοούμε τους Πατέρες εκείνους και εκκλησιαστικούς συγγραφείς της μεταποστολικής εποχής (1ος – 2ος αι.), μαζί με ορισμένα άλλα ψευδεπίγραφα έργα, και που πράγμα τι ή υποθετικά υπήρξαν μαθητές των Αποστόλων και συνέθεσαν συγγράμματα για την κατά Χριστό οικοδομή και πορεία των πιστών, ακολουθώντας και συνεχίζοντας το κήρυγμα και τη διδασκαλία των Αποστόλων. Κυριότεροι Αποστολικοί Πατέρες θεωρούνται κατά χρονολογική σειρά ο Κλήμης Ρώμης, ο Ιγνάτιος Αντιοχείας (ο Θεοφόρος) και ο Πολύκαρπος Σμύρνης. Η διδασκαλία που έχουν διατυπώσει στα συγγράμματά τους οι Αποστολικοί Πατέρες είναι η πρώτη προσπάθεια έκθεσης της χριστιανικής διδασκαλίας μετά το κήρυγμα των Αποστόλων. 

 Ο Κλήμης Ρώμης, πιθανώς Χριστιανός εξ Ιουδαίων, ήταν επίσκοπος Ρώμης κατά τα έτη 92-101. Έγραψε μία Επιστολή προς Κορινθίους (Α΄ Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους). Υπό το όνομά  του είναι γνωστή και μία Β΄ Ἐπιστολὴ πρὸς Κορινθίους, η οποία όμως δεν είναι γνήσιο έργο του. Τα θέματα της διδασκαλίας του αναφέρονται στην τήρηση της ειρήνης και της ομόνοιας στη ζωή της Εκκλησίας, στην άσκηση της αγάπης, της σύνεσης, της υπακοής, της μετάνοιας και της ταπεινοφροσύνης. Κάνει επίσης λόγο για την πίστη στην ανάσταση των νεκρών και για τη λειτουργία του πολιτεύματος της Εκκλησίας με τη χρήση των όρων Επίσκοποι ή Πρεσβύτεροι και Διάκονοι.

Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος υπήρξε δεύτερος κατά σειρά επίσκοπος Αντιοχείας κατά τα έτη 70 107. Κατά την Παράδοση γνώριζε και συναναστρεφόταν τους Αποστόλους και ήταν μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Κατά τον διωγμό στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού συνελήφθη, οδηγήθηκε στη Ρώμη και καταδικάσθηκε σε θάνατο με κατασπάραξη από άγρια θηρία μεταξύ των ετών 112-113. Έγραψε 7 Επιστολές: Πρὸς Ἐφεσίους, Πρὸς Μαγνησιεῖς, Πρὸς Τραλλιανοὺς, Πρὸς Φιλαδελφεῖς, Πρὸς Σμυρναίους, Πρὸς Πολύκαρπον Σμύρνης και Πρὸς Ρωμαίους. Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο επισκοπικό αξίωμα και διδάσκει ότι η ενότητα της καθολικής (καθόλου) Εκκλησίας επιτυγχάνεται εν Χριστώ ( Ὅπου ἂν ᾖ Χριστός, ἐκεῖ καὶ ἡ καθολικὴ ἐκκλησία) και ότι η τοπική Εκκλησία ενώνεται στο πρόσωπο του επισκόπου. Ο επίσκοπος είναι εἰς τύπον Χριστού. Σύμφωνα με τον Ιγνάτιο όλες οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης εκπληρώθηκαν στο πρό Μαρτύριο Αγίου Ιγνατίου, 17ος αι. Μουσείο Πούσκιν, Μόσχα. σωπο του Ιησού Χριστού. Ο Τριαδικός Θεός δεν είναι αόριστος και άγνωστος, αλλά Θεός ζών και ερχόμενος σε κοινωνία με τον άνθρωπο. Ο καθαγιαζόμενος άρτος στη Θεία Ευχαριστία είναι «σὰρξ Ἰησοῦ Χριστοῦ παθοῦσα» και το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι «φάρμακον ἀθανασίας» και «ἀντίδοτον τοῦ μὴ ἀποθανεῖν».

Ο Πολύκαρπος Σμύρνης γεννήθηκε περί το 70 μ.Χ. πιθανότατα στη Σμύρνη, στο στάδιο της οποίας υπέστη μαρτυρικό θάνατο το 167 μ. Χ. επί Μάρκου Αυρηλίου. Κατά την Παράδοση υπήρξε μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη, από τον οποίο και τοποθετήθηκε επίσκοπος Σμύρνης. Έγραψε μία μόνο Επιστολή, Πρὸς Φιλιππησίους, στην οποία κάνει ιδιαίτερη αναφορά στην πραγματικότητα της σάρκωσης του Κυρίου και επισημαίνει την ανάγκη καταπολέμησης των αιρετικών Δοκητών. Καθοριστική ήταν η συμβολή του στην αποσόβηση του σχίσματος μεταξύ της Εκκλησίας της Ρώμης και των Εκκλησιών της Μικράς Ασίας εξ αφορμής του εορτασμού του Πάσχα με την ειρηνευτική του αποστολή που ανέλαβε με τη μετάβασή του στη Ρώμη. 

 Οι Απολογητές -όπως αποκαλείται μία ομάδα εκκλησιαστικών συγγραφέων και θεολόγων- έζησαν και έδρασαν τον 2ο μ.Χ. αιώνα τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Ήταν πρόσωπα με πολύ μεγάλη παιδεία και φιλοσοφική μόρφωση και ανέλαβαν με τα συγγράμματά τους και την  προσωπική τους δράση την υποστήριξη και υπεράσπιση του Χριστιανισμού που διωκόταν. Έγραψαν έργα απολογητικά τόσο προς τους Εθνικούς όσο και προς τους Ιουδαίους εκείνης της εποχής υπέρ της χριστιανικής πί στης, προκειμένου να αποκρούσουν και ανασκευάσουν τις κατηγορίες που απευθύνονταν κατά των Χριστιανών για αθεΐα, ανηθικότητα (οιδιπόδειες μίξεις), καννιβαλισμό (θυέστεια δείπνα), εχθρότητα προς την πολιτεία, ταύτιση με τον Ιουδαϊσμό ή συνέχειά του και αρνητική στάση προς τη φιλοσοφία. Στα συγγράμματά τους οι Απολογητές τονίζουν την αρχαιότητα, την πνευματικότητα, την αθωότητα και αγνότητα του Χριστιανισμού, καθώς και τα στοιχεία της χριστιανικής ηθικής. Προβάλλουν επίσης τη διδασκαλία ότι η χριστιανική πίστη είναι η απόλυτη αλήθεια και η «αληθής φιλοσοφία» και ότι οι επαγγελίες των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης συνιστούν επιβεβαίωση της θεότητας του Ιησού Χριστού. Χρησιμοποιώντας πολλές φορές φιλοσοφική γλώσσα και ορολογία επιδεικνύουν στην πλειονότητά τους επιεική στάση και διαλλακτική και διαλεκτική προσέγγιση προς τη φιλοσοφία. Οι πιο σημαντικοί από τους Απολογητές ήταν ο Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυρας, ο Αθηναγόρας και ο Θεόφιλος Αντιοχείας. 

Ιουστίνος θεωρείται ο πιο σημαντικός από τους Απολογητές του 2ου αιώνα και από τις πιο μεγάλες μορφές της αρχαίας Εκκλησίας. Γεννημένος το 110 μ.Χ. στη Φλαβία Νεάπο λη (σημερινή Ναμπλούς της Παλαιστίνης) σπούδασε Στωϊκή, Αριστοτελική, Πυθαγόρεια και Πλατωνική φιλοσοφία για να ικανοποιήσει τις φιλοσοφικές και υπαρξιακές του αναζητήσεις. Απογοητευμένος από τη φιλοσοφική αυτή αναζήτηση και μετά από σχετική συζήτηση με κάποιο γέροντα -όπως ο ίδιος αναφέρει-, από τον οποίο διδάχθηκε τη χριστιανική πίστη, προσχώρησε στον Χριστιανισμό. Αργότερα μετέβη στη Ρώμη και ίδρυσε μία σχολή (χριστιανική, κατηχητική), στην οποία επιδόθηκε κυρίως στη διδασκαλία της χριστιανικής πίστης. Το έτος 165 συνελήφθη στη Ρώμη και υπέστη μαρτυρικό θάνατο με αποκεφαλισμό επί αυτοκράτορα Μάρκου Αυρηλίου και επάρχου Ιουνίου Ρουστικού. Ο Ιουστίνος συνέγραψε τα εξής γνήσια έργα: α΄. Α΄ Ἀπολογία ὑπὲρ Χριστιανῶν, που απευθύνεται στον αυτοκράτορα Αντωνίνο τον Ευσεβή. β΄. Β΄ Ἀπολογία ὑπὲρ Χριστιανῶν, που απευθύνεται στον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. γ΄. Διάλογος πρὸς Τρύφωνα, που περιλαμβάνει θεολογικό διάλογο μεταξύ του Ιουστίνου και του Ιουδαίου Τρύφωνα. Σύμφωνα με τη θεολογική του διδασκαλία ο Θεός είναι άναρχος, υπερβατικός και ανώνυ μος, αλλά είναι και δημιουργός και διακοσμητής όλης της κτιστής φύσης. Ο Λόγος υπάρχει προαιώνια στον Πατέρα και διακρίνεται υποστατικά από αυτόν, είναι δε «μεσίτης» μεταξύ του Θεού και του κόσμου. Θέλοντας να αναδείξει την πραγματικότητα της σάρκωσης του Λόγου τονίζει ότι ο Χριστός είναι «ἄνθρωπος ἐν ἀνθρώποις». Ο Ιουστίνος έγινε γνωστός για τη θε ωρία του περί του Σπερματικού Λόγου. Ερμηνεύοντας την περί Λόγου διδασκαλία των Στωϊκών και του Φίλωνα του Ιουδαίου και διατυπώνοντάς την υπό το φως της θεολογίας του Ευαγγελι στή Ιωάννη υπογραμμίζει ότι ο Θεός Λόγος ως «αυτοαλήθεια», και ενεργώντας ως «Λόγος» και «αλήθεια» και πριν τη σάρκωσή του, αποκαλυπτόταν και αποκαλύπτεται «εν σπέρματι» σε όλους τους ανθρώπους ως «αλήθεια» και ανάλογα βέβαια με τη δεκτικότητά τους της αξιοποίησης των «σπερμάτων» αυτών «του Λόγου», που είναι οι θείες δωρεές και που τους οδηγούν στην αληθινή γνώση περί Θεού. Μέσω του δωρηθέντος αυτού «Σπερματικού Λόγου» οδηγήθηκαν ορισμένοι επιφανείς αρχαίοι φιλόσοφοι και συγγραφείς, με την κατάλληλη και πρέπουσα αξιοποίησή του, στην περί του ενός και μόνου Θεού αντίληψη. Γι’ αυτό και αυτοί «οἱ μετὰ Λόγου βιώσαντες» μπορούν να χαρακτηρίζονται Χριστιανοί, παρότι θεωρήθηκαν άθεοι. 

  Ο Αθηναγόρας ήταν σύγχρονος του Ιουστίνου και χαρακτηριζόταν ως «Ἀθηναῖος φι λόσοφος Χριστιανός». Κάτοχος μεγάλης φιλοσοφικής παιδείας συνέγραψε τα έργα, Πρεσβεία περὶ Χριστιανῶν και Περὶ ἀναστάσεως νεκρῶν. Στο πρώτο έργο ανασκευάζει ο Αθηναγόρας όλες τις κατηγορίες που στρέφονταν κατά των Χριστιανών. Στο δεύτερο έργο του με τη χρήση φιλοσοφικών συλλογισμών και επιχειρημάτων αποδεικνύει τη δυνατότητα και την αλήθεια, δηλαδή την αναγκαιότητα, της ανάστασης των νεκρών, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τίποτε για την Ανάσταση του Κυρίου.

Ο Θεόφιλος Αντιοχείας γεννημένος στην ανατολική Συρία, πιθανότατα σε περιοχή κοντά στον Ευφράτη, από γονείς εθνικούς και με πολύ καλή γνώση της κλασικής γραμματείας, υπήρξε επίσκοπος Αντιοχείας κατά τα έτη 169-177. Συνέγραψε 1 μόνο έργο που έχει τον τίτλο Πρὸς Αὐτόλυκον και αποτελείται από 3 Βιβλία. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «Τριάς» για την Τριαδική θεότητα, προκειμένου να προβάλει την ενότητα των τριών θείων προσώπων. Την Τριάδα συνιστούν ο Θεός, ο Λόγος και η Σοφία. Σύμφωνα με τον Θεόφιλο ο Θεός είχε προαιώνια μέσα του τον Λόγο ως «Λόγο ενδιάθετο» και όταν αποφάσισε να προβεί στη δημιουργία, γέννησε τον Λόγο προ των όλων ως «Λόγο προφορικό» μαζί με τη Σοφία του. Έτσι αυτόν τον Λόγο είχε ως «υπουργό» ο Θεός κατά τη δημιουργία των όντων. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ούτε ως θνητό ούτε ως αθάνατο, αλλά ελεύθερο να επιλέξει με την αυτεξούσια προαίρεσή του μεταξύ της αθανασίας και του θανάτου. 

  Δραστηριότητες δημιουργικής έκφρασης 

 1. Ας χωριστούμε σε 6 ομάδες, με βάση και τα ονόματα των Αποστολικών Πατέρων και Απολογητών που είδαμε σήμερα. Κάθε ομάδα ας προσπαθήσει να βρει στον χάρτη τις πόλεις με τις οποίες συνδέεται κάθε ένα από τα πρόσωπα αυτά, σημειώνοντας αυτές πάνω στον χάρτη. Στη συνέχεια, με βάση όσα κάναμε σήμερα, κάθε ομάδα ας γράψει ένα σύντομο ρεπορτάζ για τη ζωή τού κάθε προσώπου, αναφέροντας κάτι σημαντικό από όσα είπε ή έκανε. Ένας εκπρόσωπος από κάθε ομάδα θα παρουσιάσει στην ολομέλεια της τάξης όσα έγραψε η ομάδα του. 


  2. Διαβάζοντας το παρακάτω κείμενο, να καταγράψετε με ποιο τρόπο προτείνει στους χριστιανούς ο Άγιος Ιγνάτιος να σταθούν απέναντι σε κάποιον που … 

α) έχει απομακρυνθεί από όσα πρεσβεύει η Εκκλησία  β) υπερηφανεύεται για το ποιος είναι:.   γ) θυμώνει και οργίζεται:  δ) βλασφημεί

«Αλλά να προσεύχεσθε αδιάκοπα και για τους άλλους ανθρώπους. Διότι υπάρχει σ’ αυτούς ελπίδα μετανοίας, για να κερδίσουν τον Θεό. Επιτρέψετε λοιπόν σ’ αυτούς να μαθητεύσουν σε εσάς έστω και με τα έργα τους αυτά. 2. Στις οργές τους να είσαστε πράοι, στις καυχησιολογίες τους εσείς να είσαστε ταπεινοί, στις βλασφημίες τους εσείς να αντιτάσσετε τις προσευχές, στην πλάνη τους εσείς να μένετε σταθεροί στην πίστη, στην αγριότητά τους εσείς να είστε ήρεμοι, χωρίς να σπεύδετε να τους μιμηθείτε». «Ας γίνουμε αδελφοί τους με την επιείκεια και να προσπαθούμε να είμαστε μιμητές του Κυρίου -ποιος αδικήθηκε περισσότερο από εκείνον, ποιος στερήθηκε, ποιος προδόθηκε-, για να μη βρεθεί μέσα σας ζιζάνιο του διαβόλου, αλλά να μένετε σαρκικά και πνευματικά ενωμένοι με τον Ιησού Χριστό με κάθε αγνεία και σωφροσύνη». (Άγιος Ιγνάτιος, Πρὸς Ἐφεσίους, ΕΠΕ, τ. 4, σσ. 83-85) 

3. Ας δούμε την εικόνα του Αγίου Ιγνατίου. Τι παρατηρείτε; Τι σκέψεις μπορείτε να κάνετε για αυτά που παρατηρείτε; Υπάρχει κάτι επιπλέον για το οποίο αναρωτιέστε και θα θέλατε να μάθετε, βλέποντας τη συγκεκριμένη απεικόνιση; Παρατηρώντας, τώρα, τη μορφή του Αγίου Ιγνατίου σε συνδυασμό με τη δεύτερη παράγραφο από το προηγούμενο κείμενο, ποια θα λέγατε ότι είναι εκείνα τα στοιχεία που αναδεικνύουν τον Άγιο Ιγνάτιο ως έναν από τους Αποστολικούς Πατέρες;

4. Ας διαβάσουμε προσεκτικά μια επιστολή, που γράφτηκε τον 2ο αι. μ.Χ. από κάποιον Χριστιανό. 

«Οι Χριστιανοί δεν ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους στην γλώσσα ομιλίας, ούτε στις συνήθειες. Ούτε κατοικούν σε δικές τους ξεχωριστές πόλεις, ούτε χρησιμοποιούν κάποια γλωσσική διάλεκτο διαφορετική, ούτε ζουν με “περίεργο” τρόπο! Δεν έχουν επινοήσει κάποιο “παράξενο” τρόπο ζωής στηριγμένοι στην ανθρώπινη περιέργεια, ούτε και προΐστανται όπως μερικοί μιας ανθρώπινης διδασκαλίας. Κατοικούν σε ελληνικές ή βαρβαρικές πόλεις, όπως συνέπεσε ο καθένας, και διαβιούν με τις τοπικές συνήθειες και τον τρόπο ενδυμασίας και τροφής του κάθε τόπου ενώ συγχρόνως γίνεται φανερή η θαυμαστή και αξιοπρόσεκτη συμπεριφορά τους. Ζουν στην δική τους ο καθένας πατρίδα αλλά ως πάροικοι. Μετέχουν σε όλα τα κοινά ως πολίτες και υπομένουν τα πάντα, όμως σαν να ήσαν ξένοι. Η ξενιτειά είναι πατρίδα τους και η πατρίδα τους ξενιτειά. Παντρεύονται όπως όλοι και γεννούν παιδιά αλλά δεν τα σκοτώνουν. Γήινοι άνθρωποι είναι αλλά δεν ζουν με ζωώδη τρόπο. Διαβιούν στην γη αλλά έχουν το πολίτευμα στον ουρανό. Υπακούουν στους κρατικούς νόμους αλλά με τον τρόπο ζωής τους ξεπερνούν τους νόμους. Αγαπούν τους πάντες έστω κι αν διώκονται από όλους. Αγνοούνται και κατακρίνονται από πολλούς, φονεύονται αλλά “ζωοποιούνται”. Γίνονται φτωχοί από πεποίθηση και “πλουτίζουν” τους άλλους. Στερούνται σχεδόν των πάντων αλλά δίνουν σε όλους. Περιφρονούνται από τους ανθρώπους αλλά γίνεται δόξα γι’ αυτούς η περιφρόνηση. Συκοφαντούνται αλλά δικαιώνονται. Χλευάζονται και αυτοί ευλογούν. Υβρίζονται και τιμούν. Ενώ κάνουν το καλό, τιμωρούνται ως κακοί· όταν όμως τιμωρούνται χαίρουν γιατί έτσι αποκτούν την “ἐν Χριστῷ” ζωή. Οι Ιουδαίοι τους πολεμούν ως αλλόφυλους και οι ειδωλολάτρες τους διώκουν, και αυτοί που τους μισούν δεν μπορούν να προσδιορίσουν την αιτία της έχθρας τους. Να το πω απλά: Ό,τι είναι για το σώμα η ψυχή, είναι και για τον κόσμο οι Χριστιανοί. Όπως είναι διάχυτη σ’ όλο το σώμα η ψυχή, με τον ίδιο τρόπο είναι και οι Χριστιανοί στον κόσμο. Κατοικεί στο σώμα η ψυχή αλλά δεν είναι στοιχείο του σώματος· και οι Χριστιανοί κατοικούν στον κόσμο αλλά δεν είναι του κόσμου. […] Ευτυχία δεν είναι να τυραννάς τους συνανθρώπους σου και να θέλεις να έχεις περισσότερα από εκείνους· αυτές είναι καταστάσεις με τις οποίες δεν μιμείσαι τον Θεό αλλά αποξενώνεσαι από την μεγαλειότητα του Θεού. Ευτυχία είναι, να αναλαμβάνεις το φορτίο της ανάγκης του πλησίον σου, να θέλεις να μοιράζεσαι τα δικά σου με αυτούς που έχουν λιγότερα. Αυτός που, όσα έλαβε εκ Θεού, τα μοιράζεται με όσους βρίσκονται σε ανάγκη, γίνεται “Θεός” γι’ αυτούς αφού είναι μιμητής του Θεού». (Απόσπασμα από την Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολήν, μτφρ. π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος. Ανακτήθηκε από: https://www.enoriako.info/index.php/2017-12-03-18-32-08/ 150-2011-05-06-20-40-44)  

Σε ποιους νομίζετε ότι απευθύνεται αυτό το γράμμα και σε τι αναφέρεται;

Αν θα έπρεπε να επιλέξεις δύο σημεία που σου άρεσαν ποια θα ήταν αυτά; Αντάλλαξε αυτά που έγραψες με τον διπλανό σου/τη διπλανή σου. 

  Πώς θα μετασχηματίζατε το παραπάνω κείμενο σε έναν σύντομο θεατρικό διάλογο ή σε στί χους σύγχρονου τραγουδιού ή σε τίτλους εφημερίδων; 

 5. Συνεργαζόμενοι σε ομάδες, να φτιάξετε ένα πόστερ με έμπνευση από τα θέματα που εξετάζονται στο προηγούμενο κείμενο/επιστολή, δίνοντάς του έναν δικό σας τίτλο. Ύστερα θα το παρουσιάσετε στους συμμαθητές σας, απαντώντας στις όποιες ερωτήσεις τους. 

Πηγή: Κωνσταντίνος Λιάκουρας, Αθανάσιος Γλάρος, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες  και Θεολόγοι της Εκκλησίας, ΤΕΥΧΟΣ B΄, ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, Γ´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 7-14

Ενότητα και συνοδικότητα στη ζωή της Εκκλησίας. Aλλαγή στην κοινωνία

Η Εκκλησία οργανώνεται 

 Η εξάπλωση της Εκκλησίας έξω από τον ιουδαϊκό κόσμο την έφερε μπροστά σε νέα προβλήματα στην οργάνωση και τη διδασκαλία. Έτσι ανακάλυψε και νέους τρόπους να διασώζει την αλήθεια του Ευαγγελίου στη διδασκαλία, τη λατρεία και τη ζωή. Χωρίς ένα γεωγραφικό κέντρο, όπως ήταν κάποτε ο Ναός των Ιεροσολύμων, ούτε αυστηρή κεντρική οργάνωση, μέσα από τις κοινές μαρτυρίες των αποστόλων και των συνεργατών τους και την προφορική παράδοση που μετέφερε το σύνολο της κοινότητας, το χριστιανικό Ευαγγέλιο έφτιαξε με αξιοθαύμαστη ενότητα τον Κανόνα της πίστεως.* Ο τρόπος να επιλύονται τα προβλήματα ήταν κατεξοχήν οι σύνοδοι, με οδηγό και πρότυπο την Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Γενικότερα είχε σημασία η επικοινωνία των Εκκλησιών με τη φροντίδα και την καθοδήγηση όσων έφεραν την αποστολική αυθεντία και όσων είχαν τοποθετηθεί συνεργάτες και αντικαταστάτες τους στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, στο κήρυγμα, ή στο βάπτισμα. Η επικοινωνία γινόταν με επισκέψεις και με γράμματα. Οι συνεργάτες και αντικαταστάτες ή διάδοχοι των αποστόλων, αλλού ονομάζονταν προφήτες, αλλού πρεσβύτεροι και τελικά  ονομάσθηκαν επίσκοποι. Περιστοιχίζονταν από πρεσβυτέρους στη θεία Ευχαριστία, στο πλαίσιο της ο ποίας γινόταν και η διδασκαλία, η επίλυση διαφορών μεταξύ πιστών, διόρθωση σφαλμάτων, ανάγνωση επιστολών και εγκυκλίων* κλπ. Ήδη από τις αρχές του 2ου αιώνα στις χριστιανικές κοινότητες εμφανίζονται διακριτά ο επίσκοπος, οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, όπως σήμερα. Οι επίσκοποι είναι διάδοχοι των αποστόλων συνολικά, δηλαδή του αποστολικού κηρύγματος.

Αργότερα θα τονισθεί και η προσωπική διαδοχή του καθενός με τον προκάτοχό του στη συγκεκριμένη επισκοπή, ανάλογα με τους επισκοπικούς καταλόγους που συνέτασσε κάθε πόλη. Από τον 2ο αιώνα έχουμε συνόδους επισκόπων, που συναντώνται για να αντιμετωπίσουν αιρέσεις, να χειροτονήσουν νέους επισκόπους ή να δικάσουν σε ανώτερο βαθμό, για λόγους αμεροληψίας, αιτήματα και παράπονα κληρικών ή λαϊκών μέσα στις επισκοπές τους. Οι επίσκοποι στις συνόδους λειτουργούσαν όχι ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι (όπως οι βουλευτές σήμερα), αλλά ως «στόματα της εκκλησίας» και εκφραστές της εμπειρίας της πίστεως και της ζωής στον Χριστό της τοπικής τους κοινότητας. Σχεδόν πάντοτε, όμως, άκουγαν και συζητούσαν μαζί τους και λαϊκοί (όπως ο θεολόγος Ωριγένης τον 3ο αιώνα), κληρικοί που δεν ήταν επίσκοποι (όπως ο διάκονος τότε, Μέγας Αθανάσιος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο) και αργότερα μοναχοί. Πολύ γρήγορα, επίσκοποι των σημαντικότερων πόλεων στην αποστολική αυθεντία, αλλά και στη διοίκηση (Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη, Έφεσος, κλπ.) συγκαλούσαν μόνιμα τους επισκόπους της περιοχής τους και αυτό το σύστημα λειτουργίας ονομάσθηκε μητροπολιτικό. 

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, και το πρότυπο της συνοδικότητας 

 Χρησιμοποιώντας την εμπειρία των συνόδων ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συγκάλεσε το 325 όλους τους επισκόπους της αυτοκρατορίας στη Νίκαια της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία για να αποφασίσουν κυρίως για τη θεολογική θεμελίωση της καταδίκης του πρεσβυτέρου Αρείου από την Αλεξάνδρεια. Ο Άρειος δίδασκε ότι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος δεν ήταν Θεός, όπως ο Πατέρας, αλλά κτίσμα του Πατέρα σημαντικότερο από τα άλλα, που δημιουργήθηκε πριν από την υπόλοιπη κτίση. Η άποψη αυτή καταδικάστηκε. Η σύνοδος αποφάσισε τελεσίδικα και για τον τρόπο του εορτασμού του Πάσχα, ώστε να διαφοροποιήσει οριστικά τη θεολογική σημασία που είχε το Πάσχα από εκείνη που είχε στον Ιουδαϊσμό. Η εντύπωση που άφησε η Σύνοδος ήταν καθοριστική για την πίστη και για τη λειτουργία της Εκκλησίας. Κατέδειξε ότι με την κοινή και ελεύθερη αναζήτηση της αλήθειας στο σύνολο της Εκκλησίας ενεργοποιείται η δωρεά του Αγίου Πνεύματος και οριοθετείται με τρόπο ασφαλή για τη σωτηρία η διδασκαλία της. Γι’ αυτό και ο αυτόπτης μάρτυρας Ευσέβιος Καισαρείας την παρομοιάζει με νέα Πεντηκοστή. Αυτή η παρομοίωση υπάρχει μέχρι σήμερα στην εικονογραφία που απεικονίζει με όμοιο τρόπο και την Πεντηκοστή και την Σύνοδο της Νικαίας. Στα μετέπειτα χρόνια η Σύνοδος της Νικαίας θα χαρακτηριστεί Οικουμενική και θα αποτελέσει το πρότυπο για επόμενες που θα ονομασθούν επίσης Οικουμενικές. Όμως, η αποδοχή των αποφάσεών της θα κρατούσε καιρό. Η διδασκαλία ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι «ομοούσιος» με τον Πατέρα διασφάλιζε ότι ο Χριστός ήταν πλήρης Θεός – και άρα η σωτηρία του ανθρώπου θα ήταν διασφαλισμένη. Πολλοί, όμως, φοβόνταν ότι τέτοιες συζητήσεις μετέτρεπαν το απλό Ευαγγέλιο σε φιλοσοφία που θόλωνε την πίστη στον ένα Θεό. Η μακρά και επίπονη θεολογική συζήτηση, με τη συμβολή των μεγάλων θεολόγων Μεγάλου Αθανασίου, Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου και άλλων, έπεισε τελικά και για την αναγκαιότητα της θεολογικής λύσης ώστε να εκ φράζεται η παραδεδομένη αλήθεια πως ο Θεός δεν είναι απλά Ένας, αλλά «Τριάς εν Μονάδι». Παράλληλα, το αποτέλεσμα της Συνόδου θα διατυπωθεί σ’ ένα σύντομο κείμενο, ένα Σύμβολο πίστεως που θα χρησιμεύει ως βάση θεολογικής συζήτησης για το μέλλον. Τέτοια κείμενα, που αργότερα ονομάσθηκαν Όροι ή Τόμοι, είναι τα κείμενα που ξεκαθαρίζουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για κρίσιμα θέματα πίστης, και αρχικά χρησίμευαν σαν μικρή έκθεση της βασικής χριστιανικής διδασκαλίας για όσους έρχονταν να βαπτισθούν. Την εποχή αυτή, με τον απαραίτητο εμπλουτισμό έγιναν θεμέλιο της εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Η διαδικασία συγγραφής τους περιείχε μεγάλη, έντονη αλλά και υψηλού επιπέδου θεολογική συζήτηση και χρήση της λογικής και της φιλοσοφίας εκείνης της εποχής. Σκοπός δεν ήταν να «κατασκευασθεί», αλλά να αποκαλυφθεί και να βεβαιωθεί η κοινή εμπειρία της αλήθειας, όπως αυτή περί του Τριαδικού Θεού. 

 Η κοινωνική διακονία της Εκκλησίας και η καταπολέμηση της φτώχειας Η Εκκλησία όμως δεν προοδεύει μόνο στην οργάνωση και τη διατύπωση της διδασκαλίας, αλλά και ως πρακτική εφαρμογή και ζωή του Ευαγγελίου. Έτσι, η κεντρική εντολή της αγάπης προς τον πλησίον και της εν Χριστώ ζωής μέσα από την διακονία βρίσκει ένα μεγάλο πεδίο εφαρμογής στην κοινωνία της Ύστερης Αρχαιότητας,* που μαστιζόταν από μεγάλες ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών, ελεύθερων και δούλων ή ανδρών και γυναικών. Καθώς οι πόλεις μαστίζονταν από περιβαλλοντικές και δημογραφικές κρίσεις (ξηρασίες, επιδημίες) αλλά και διαφθορά και ανομία, πολλές εξεγέρσεις με διάφορες αφορμές προκαλούσαν στρατιωτικές  επεμβάσεις. Θρησκευτικές διαμάχες ξεσπούσαν κυρίως στη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο – ακόμα και με συμμετοχή Χριστιανών! Όμως, η αλληλοβοήθεια μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων, τα οργανωμένα φιλανθρωπικά ιδρύματα που για πρώτη φορά δημιούργησαν χριστιανοί επίσκοποι στη Μικρά Ασία με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πολυδύναμο ίδρυμα του Μεγάλου Βασιλείου, τη Βασιλειάδα, αλλά και άλλα στην Κωνσταντινούπολη, έφεραν μια καινούρια εποχή σε ολόκληρο τον κόσμο. Η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας από περίφημους Πατέρες, όπως τους Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο παρακίνησε πολλούς πλουσίους να βοηθήσουν αποφασιστικά με εκούσια προσφορά, αλλά ώθησε και μακροπρόθεσμα σε αλλαγές στη νομοθεσία προς όφελος των γυναικών, των δούλων, των δουλοπαροίκων.* Ταυτόχρονα, στο καινοτόμο έργο της Εκκλησίας συμμετείχαν ενεργά και γυναίκες, με ποικίλα καθήκοντα και αρμοδιότητες (χήρες, διακόνισσες), όπως η περίφημη διακόνισσα Ολυμπιάδα, ηγετική μορφή στην Κωνσταντινούπολη και δεξί χέρι του Χρυσοστόμου. 

 Ζώντας την πίστη με έναν τρόπο ιδιαίτερο: Ο μοναχισμός και η σημασία του

  Την ίδια εποχή χριστιανοί πηγαίνουν να ζήσουν στην έρημο την αναμονή αλλά και την πρόγευση της Βασιλείας του Θεού. Θεωρούσαν τον χώρο της ερήμου αυτόν όπου ο Θεός αποκαλύπτεται σύμφωνα με τη Βίβλο (όπως στον Μωυσή) και όπου το κακό και ο κίνδυνος παραμονεύουν, αλλά νικώνται τελικά από τον Θεό. Μεγάλες προσωπικότητες (Μέγας Αντώνιος, Αμούν της Νιτρίας, Μακάριος Αιγύπτιος) στην Αίγυπτο τον 4ο αιώνα συγκροτούν μικρές ομάδες με αγαμία, ακτημοσύνη και προσευχή, ενώ μια εξίσου σημαντική προσωπικότητα στην Άνω (Νότια) Αίγυπτο, ο Παχώμιος οργανώνει μια μεγαλύτερη ομάδα με καθημερινή οργανωμένη προσφορά αγάπης και διακονίας με προσευχή, άσκηση, κοινά γεύματα και κατήχηση. Ο Μέγας Βασίλειος στη Μικρά Ασία ακλουθεί το παράδειγμά του και γεννιέται ο κοινοβιακός μοναχισμός. Παρόμοιες προσπάθειες σημειώνονται στην Παλαιστίνη (Λαύρες με τους άγιο Ευθύμιο και Σάββα) αλλά και στη Συρία, στην Ιταλία και Γαλατία (άγιος Κασσιανός). Ο μοναχισμός συμπληρώνει την παρέμβαση του χριστιανισμού στην κοινωνία δείχνοντας τη δράση του Χριστού στην ιστορία (όπως περιγράφει ο Μέγας Αθανάσιος τον Μέγα Αντώνιο) και μαθαίνοντας τον χριστιανό να μη ζει εξωτερικά το Ευαγγέλιο αλλά να κοιτάζει μέσα του και να διακρίνει τα κίνητρα των πράξεών του, όπως φαίνεται στην ασκητική γραμματεία που δημιουργείται. 

Κείμενα-Εικόνες-Δραστηριότητες 

 Παρατηρήστε και συγκρίνετε τις δύο εικόνες, της Πεντηκοστής και της Α΄ Οικουμενικής συνόδου.. Σημειώστε τα κοινά σημεία στο τετράδιό σας και συζητήστε τα με τους συμμαθητές σας σε ομάδες.

 Οι Σύνοδοι δεν τιμωρούν μόνο αλλά και ενώνουν, παραμερίζοντας τις παρεξηγήσεις με διάλογο Ένα σχίσμα το οποίο πρακτικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που προκύπτει από τον αφορισμό, ο οποίος επιβάλλεται συνήθως μερικές φορές εκούσια και σε πολλές περιπτώσεις αμοιβαία, μπορεί να είναι συνέπεια μιας συνοδικής πράξης. Αλλά η συνοδική πράξη δεν εξαντλείται με αυτό. Έργο της είναι επίσης να προλαμβάνει και να θεραπεύει ένα σχίσμα. Η συνοδική δραστηριότη τα είναι ένα προπαρασκευαστικό στάδιο προς την ευχαριστιακή κοινωνία. […] Στον «Τόμο προς Αντιοχείς» της Συνόδου της Αλεξανδρείας που συνήλθε το έτος 362 υπό την ηγεσία του αγίου Αθανασίου, διαθέτουμε ένα παράδειγμα μακρών συζητήσεων για τη διασάφηση όρων και τον παραμερισμό παρεξηγήσεων, ένα διάλογο ο οποίος σκόπευε στη θεραπεία ενός σχίσματος μέσω θεολογικών συ ζητήσεων με πνεύμα καλής θέλησης και επιθυμίας για ειρήνη. Η σύνοδος, όπως διαβάζουμε στον Τόμο, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να βάλει αυτές τις δύο μερίδες μαζί και να τις αφήσει να συζητήσουν τις διαφορές τους. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Έργα, Α΄, Εκκλησιολογικά μελετήματα (Αθήνα: Δόμος, 2016), 672-673

Πώς έβλεπε ο Μέγας Αθανάσιος τη μοναχική ζωή                                                                              Μπορούσες λοιπόν να βλέπεις στα όρη τα μοναστήρια σαν καταυλισμούς γεμάτους θεϊκές χορωδίες, που έψαλλαν, μελετούσαν, νήστευαν, προσεύχονταν, και χαίρονταν για την ελπίδα των μελλοντικών πραγμάτων. Τους έβλεπες να εργάζονται για να κάνουν ελεημοσύνες και να έχουν αγάπη και ομοφωνία μεταξύ τους. Και μπορούσε στ’ αλήθεια να δει κανείς μια χώρα αυτόνομη θεοσέβειας και δικαιοσύνης. Δεν υπήρχε εκεί κανείς που να αδικεί ή να αδικείται, ούτε το κυνήγι του φοροεισπράκτορα, αλλά πλήθος ασκητών με ένα φρόνημα όλων στραμμένο στην αρετή. Μ. Αθανασίου, Βίος Μ. Αντωνίου 2, Αθανασίου του Μεγάλου, Έργα 11, εισ.-μτφρ.-σχόλια, Π. Κουτλεμάνη, Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς [ΕΠΕ 26] (Θεσσαλονίκη 1976), 94 (απόδοση στη νέα Ελληνική, συγγραφέων)

Το κοινωνικό κράτος και η αλληλεγγύη στους Πατέρες και σήμερα 

 Οι ημέρες μας σημαδεύονται οδυνηρά από μια υποχώρηση της διαθέσεως του κοινωνικού σώματος για πρόνοια και αντίληψη υπέρ των ασθενεστέρων. Το περίφημο κοινωνικό κράτος προνοίας φθίνει αργά, αλλά δυστυχώς σταθερά. […] Του λείπουν οι ασφαλείς πνευματικές προϋποθέσεις και τα ηθικά κίνητρα που βλέπουν τους ανθρώπους σαν αδελφούς, αφού είναι τέκνα του ίδιου Θεού πατέρα. Πνεύμα κοινωνικής αναλγησίας περιφέρεται στην ατμόσφαιρα και η «νέα» φιλοσοφία συμπυκνώνεται στο δόγμα «ζήσε εσύ και άφησε τους άλλους να πεθάνουν». Φαίνεται ότι στο άμεσο μέλλον της κοινωνίας των δύο τρίτων δεν θα υπάρχει θέση για τους φτωχούς, τους αρρώστους, τους ανήμπορους. Σ’ ένα τέτοιο κλίμα κάθε γνήσια αναφορά στη φιλανθρωπία, στην επιτακτική ανάγκη για αγάπη και μέριμνα προς τον πάσχοντα άνθρωπο, αποκτά διαστάσεις ιεραποστολικές. Μια τέτοια αναφορά αποτελεί απόπειρα επανευαγγελισμού και αναβαπτισμού μιας εκ βαρβαρισμένης ανθρωπότητας στα νάματα της ίδιας της ανθρωπιάς που αρχίζει να χάνεται. Ο άνθρωπος καθίσταται ανυπεράπιστος μέσα στον υλικό κόσμο κυρίως την ώρα της ασθένειας, όταν είναι αντιμέτωπος με τον πόνο και τον θάνατο. Γι’ αυτόν τον λόγο μια εξαίρετη πράξη φιλανθρωπίας είναι η συμπαράσταση σ’ αυτόν τον πάσχοντα και χειμαζόμενο άνθρωπο. Το νοσοκομείο υπήρξε ιστορικά ο χώρος όπου η φιλάνθρωπη αυτή διάθεση εκφράστηκε έμπρακτα. Η πατερική άποψη για την ίδια την Εκκλησία είναι ότι αυτή συνιστά «νοσοκομείο», στο οποίο η ασθενούσα από την αμαρτία ανθρώπινη φύση θεραπεύεται και ανορθώνεται. Μέσα από την παράδοσή μας γνωρίσαμε ότι τα πρώτα νοσοκομεία με την κυριολεκτική του όρου έννοια υπήρξαν καρπός του χριστιανικού φιλανθρώπου φρονήματος στα όρια της «καθ’ ημάς Ανατολής». Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος (τότε μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας), Πρόλογος στο Timothy Miller, Η γέννησις του Νοσοκομείου στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μτφρ. Ν. Κελέρμε νος (Αθήνα: Βήτα Medical Arts και Ι.Μ. Θηβών και Λεβαδείας, 1998), xiiv. 

 Τα Βυζαντινά Νοσοκομεία 

 Τα βυζαντινά νοσοκομεία έχουν καταταγεί μετά από τους οίκους της Εκκλησίας ως τα δια κριτικά σημεία της αληθινής χριστιανικής πόλεως. Οπότε τα νοσοκομεία προσείλκυσαν σχεδόν κάθε συνιστώσα της κοινωνίας της Ανατολικής αυτοκρατορίας για οικονομική και πνευματική   ενίσχυση – την αυτοκρατορική κυβέρνηση, τους επισκόπους, τον μοναχισμό, την αριστοκρατία, και την ίδια την ιατρική συντεχνία. Στην πραγματικότητα κατέλαβαν έναν χώρο στον βυζαντινό κόσμο παρόμοιο εκείνου των νοσοκομείων της κοινωνίας του 20ού αιώνος. […] Οι βυζαντινοί ξενώνες μοιάζουν στα σύγχρονα νοσοκομεία πολύ περισσότερο από κάθε ίδρυμα της ειδωλολατρικής αρχαιότητας ή από κάθε οίκο ευσπλαχνίας της λατινικής Δύσεως κατά τον Μεσαίωνα. Timothy Miller, ό.π., 271. 

Το νόημα της μοναχικής ζωής για τον Παχώμιο 

 Ο Παχώμιος έγινε Χριστιανός όταν τον επισκέφτηκαν χριστιανοί στις κακουχίες που είχε στο στρατό και έταξε στο Θεό να τους μιμηθεί, αν ελευθερωνόταν. Αργότερα, όταν ξεκίνησε να ασκείται και δούλευαν κόβοντας σπαρτά με άλλους συνασκητές του ήταν στενοχωρημένος και βαρύθυμος γιατί ήθελε να μάθει ποιό είναι το πραγματικό θέλημα του Θεού. Τη νύχτα ενώ προσευχόταν… …εμφανίσθηκε ένας φωτεινός άνθρωπος, που τον ρώτησε: Θέλεις πραγματικά να μάθεις το θέλημα του Θεού; Εκείνος απάντησε «ναι». Του είπε τότε: «το θέλημα του Θεού είναι να διακονείς τους ανθρώπους και να τους συμφιλιώσεις μ’ Εκείνον». Ο Παχώμιος απάντησε σχεδόν αγανακτισμένα «εγώ αναζητώ το θέλημα του Θεού κι εσύ λες να υπηρετώ τους ανθρώπους!». Ο φωτεινός άνδρας απάντησε τρεις φορές «Το θέλημα του Θεού είναι να υπηρετείς τους ανθρώπους για να τους προσκαλέσεις σ’ Εκείνον». Μετά απ’ αυτό χάθηκε. Τότε ο Παχώμιος θυμήθηκε τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Θεό τη μέρα που του έφεραν βοήθεια όταν ήταν φυλακισμένος με τους συντρόφους του. Είχε τότε υποσχεθεί ότι αν απαλλαγεί από τις κακουχίες του θα υπηρετούσε τους ανθρώπους στο όνομα του Θεού. Ικανοποιήθηκε γιατί αυτό που ήρθε τότε στην καρδιά του ήταν έμπνευση του Πνεύματος του Κυρίου, αφού αυτό συμφωνούσε τώρα μ’ αυτό που του είπε ο φωτεινός απεσταλμένος. Κοπτικός (Σαϊδικός) Βίος Παχωμίου 6, αγγλ. μτφρ. A. Veilleux, Pachomian Koinonia, τ. Α΄ (Καλα μαζού, Μίσιγκαν: Cistercian Publications, 1980), 427-428.

 

Δόκιμος σε μοναστήρι 

 Ζωγραφίστε το περίγραμμα ενός ανθρώπου στον πίνακα. Διαβάστε τα παρακάτω αποσπάσματα, που αποτυπώνουν τον προβληματισμό ανθρώπων που επιλέγουν να μονάσουν. Μπαίνοντας για λίγο στη θέση τους και προσπαθώντας να κατανοήσουν την ψυχολογία τους γράψτε σε ένα post it

 «Θέλω να γίνω μοναχός γιατί…» 

«Στο μοναστήρι μου κάνει εντύπωση ότι...» ή 

«Αισθάνομαι και σκέφτομαι ότι…» 

 και κολλήστε τα στο περίγραμμα του ανθρώπου στον πίνακα

  Πώς ο Μέγας Αντώνιος έγινε μοναχός

  [Ο Αντώνιος] μετά τον θάνατο των γονέων του έμεινε μόνος του με μια πολύ μικρότερη αδελφή του. Ήταν τότε δεκαοκτώ με είκοσι χρονών και φρόντιζε ο ίδιος το σπίτι και την αδελφή του. Δεν είχαν περάσει όμως ούτε έξι μήνες από τον θάνατο των γονέων του και πηγαίνοντας κατά τη συνήθειά του στην εκκλησία συλλογιζόταν καθώς περπατούσε πώς οι Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και ακολούθησαν τον Σωτήρα, και πώς οι χριστιανοί στις Πράξεις πουλούσαν τα υπάρχοντά τους και τα άφηναν στα πόδια των αποστόλων για να τα μοιράσουν εκείνοι στους φτωχούς και ποια και πόση αμοιβή τους περίμενε στους ουρανούς. Ενώ λοιπόν σκεπτόταν αυτά, μπήκε στην Εκκλησία και συνέπεσε εκείνη τη στιγμή να διαβάζεται το Ευαγγέλιο. Άκουσε τότε τον Κύριο να λέει στον πλούσιο: «εάν θέλεις να είσαι τέλειος πήγαινε και πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς και έλα ακολούθησέ με και θα έχεις θησαυρούς στους ουρανούς». Ο Αντώνιος, σαν να είχε από τον Θεό το χάρισμα της μνήμης των αγίων και σαν να διαβάσθηκε γι’ αυτόν και μόνο το ευαγγελικό ανάγνωσμα, βγήκε αμέσως από την εκκλησία και μοίρασε τα προγονικά του κτήματα […] στους συγχωριανούς του […] και όση κινητή περιουσία είχε την πούλησε όλη και τα χρήματα τα έδωσε στους φτωχούς. Μ. Αθανασίου, Βίος Μ. Αντωνίου 2, Αθανασίου του Μεγάλου, Έργα 11, εισ.-μτφρ.-σχόλια, Π. Κουτλεμάνη, Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς [ΕΠΕ 26] (Θεσσαλονίκη 1976), 19-21 (γλωσσική προσαρμογή). 

 Ο νεαρός Άμμωνας 

  Αφού έκλεισα τα δεκαεπτά μου χρόνια και έγινα χριστιανός, άκουσα στην εκκλησία τον μακάριο πάπα Αθανάσιο να διηγείται για τον τρόπο ζωής των μοναχών και των παρθένων και να μιλάει με θαυμασμό για την ελπίδα που έχει ταχθεί γι’ αυτούς στους ουρανούς. Ακούγοντας λοιπόν όσα έλεγε, αγάπησα την ευλογημένη ζωή τους και την επέλεξα για τον εαυτό μου. Και αφού έλαβα το λουτρό της παλιγγενεσίας (βάπτισμα), συνάντησα τυχαία στην πόλη κάποιο θηβαίο μοναχό και έχοντας την πρόθεση να τον ακολουθήσω, ανακοίνωσα τα σχέδιά μου και πήρα για τούτο τη γνώμη του μακαριστού Παύλου, του πρεσβυτέρου στην εκκλησία του Πιερίου. Αυτός, διαπιστώνοντας ότι ο μοναχός ήταν αιρετικός, με έστειλε στον άγιο Θεόδωρο στη Θηβαΐδα μαζί με τον Θεόφιλο και τον Κόπρη, άνδρες αφιερωμένους στον Θεό, που τους είχε στείλει ο Θεόδωρος με γράμματα προς τον μακάριο πάπα Αθανάσιο. Όταν φτάσαμε στο μοναστήρι της Βαυ, στον Άνω Διοσπολίτη νομό, ο δούλος του Θεού Θεόδωρος που ζούσε εκεί μου έκανε την τιμή να με συναντήσει στην πύλη. Είπε τα αρμόζοντα στην περίσταση, μου ζήτησε ν’ αλλάξω ρούχα και με οδήγησε στο μοναστήρι. Ο Θεόδωρος τότε κάθησε κάτω από έναν φοίνικα και οι άλλοι μοναχοί τον ακολούθησαν. Βλέποντας ότι με ξένιζε η τάξη τους και ότι είχα κοκκινίσει από αμηχανία, με έβαλε να καθήσω κοντά του. Οσίου Άμμωνος Επιστολή, σε Εύη Βουλγαράκη και Χριστίνα Τούτουνα (επιμ.), Η ζωή στο πρώτο κοινόβιο μοναστήρι (Αθήνα: Αρμός, 1991), 31-33.


Πηγή:

Δημήτριος Ν. Μόσχος, Ευαγγελία Βουλγαράκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες  και Θεολόγοι της Εκκλησίας,  ΤΕΥΧΟΣ Α΄,  ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ  Γ´  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ,  σελ:27-34

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Διωγμοί, αναγνώριση και αποδοχή του Χριστιανισμού

Οι πρώτες αντιδράσεις στο χριστιανικό κήρυγμα α) στην Παλαιστίνη και β) στον ελληνορωμαϊκό κόσμο 

 Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καινούργιου λαού του Θεού δεν χωρούσαν εύκολα στις μέχρι τότε ανθρώπινες αντιλήψεις περί θρησκειών και κοινωνικών φαινομένων. Ο Ιησούς κηρυττόταν ως Χριστός, αλλά με χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά απ’ αυτά που πίστευαν οι Ιουδαίοι ότι έπρεπε να έχει. Γι’ αυτό και τον καταπολεμούσαν. Για τον εθνικό κόσμο οι χριστιανοί διέφεραν απ’ όλες τις παραδοσιακές θρησκείες των παλαιών πόλεων-κρατών αλλά και τις «διεθνείς» μυστηριακές λατρείες της εποχής τους κατά το ότι, εκτός από λατρευτική ένωση, αποτελούσαν και μια ομάδα με κοινές αξίες και τρόπο ζωής. Αυτό καθρεφτιζόταν στην καθημερινή ζωή τους μέσα από την αγάπη προς όλους αλλά και την ασυμβίβαστη απόρριψη των ειδώλων.

Μάρτυρες, άνθρωποι που ενέπνευσαν: Το μαρτύριο ως τελείωση της αγάπης 

 Οι διωγμοί κατά των χριστιανών διακρίνονται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση τοπικές κοινωνίες διέβαλλαν τους χριστιανούς στην κρατική εξουσία, με τρομερές κατηγορίες για αθεΐα και ανηθικότητα, με αποτέλεσμα εκείνη να τους διώκει. Τα κίνητρα που είχαν ήταν ποικίλοι φόβοι –ιδίως για την άγνωστη θρησκεία, που καμιά φορά εξελίσσονταν σε μαζική υστερία– ή συμφέροντα ομάδων. Μετά το 250, η αυτοκρατορική πολιτική επιστροφής «στις ρίζες» της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας απαίτησε απ’ όλους να θυσιάσουν στον αυτοκράτορα. Τώρα, η άρνηση των χριστιανών οδήγησε σε διωγμούς περισσότερο γενικευμένους, από την ίδια την κεντρική εξουσία και λιγότερο από τις τοπικές κοινωνίες.


 Το μαρτύριο δεν σήμαινε μόνο το βίαιο τέλος του μάρτυρα στο όνομα του Χριστού, αλλά κυρίως την προσευχή του μάρτυρα για τους διώκτες του. Πολύ γρήγορα: 

 • συνδέθηκε με τον Σταυρό του Χριστού, και

 • με τη θεία Ευχαριστία ως προέκτασή της, ως ζώσα δηλαδή θυσία, και τέλος

 • θεωρήθηκε ένα στάδιο δοκιμασίας πριν την έλευση του Ιησού Χριστού. Αυτά φαίνονται σε κεντρικά κείμενα της αρχαίας Εκκλησίας, όπως τις Επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας, το Μαρτύριο Πολυκάρπου αλλά και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, καθώς και στην αυθόρμητη τιμή των λειψάνων από τους χριστιανούς με την τοποθέτησή τους στην Αγία Τράπεζα. Βαθμιαία, το μαρτύριο επεκτάθηκε στην έννοια της «τελείωσης στην αγάπη», όπως μαρτυρεί ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας τον 2ο αιώνα. Τιμή μάρτυρα αποδόθηκε επίσης στους χριστιανούς που πέθαναν από την πανώλη όταν περιέθαλπαν τους εθνικούς ασθενείς αδελφούς τους, όπως μαρτυρεί ο Διονύσιος Αλεξανδρείας το 250. Η εποχή των μαρτύρων εμπλούτισε τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να ζήσει κανείς το χριστιανικό Ευαγγέλιο και να το κηρύξει στην υπόλοιπη κοινωνία, διευρύνοντας την έννοια της προσφοράς και της αγάπης ακόμα και προς τον εχθρό. Η Εκκλησία στην Αίγυπτο μέχρι σήμερα έχει το δικό της χριστιανικό χρονολόγιο, που αρχίζει με το «έτος των μαρτύρων», δηλαδή τον διωγμό του Διοκλητιανού στην αρχή της θητείας του (284 μ.Χ.).

  Πεπτωκότες: άνθρωποι που δείλιασαν 

 Παράλληλα με τους πολυπληθείς μάρτυρες υπήρξαν, κυρίως κατά τη δεύτερη περίοδο, και πολλοί που δέχθηκαν με διάφορους τρόπους να συμμοφωθούν περισσότερο ή λιγότερο με τις διαταγές της εξουσίας: θυσίαζαν ή έπαιρναν ψεύτικη βεβαίωση γι’ αυτό, έστελναν δούλους τους να το κάνουν ή παρέδιδαν ιερά βιβλία στις αρχές. Μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων θέλησαν κατόπιν να ξαναγυρ σουν στην Εκκλησία. Η τελική κρίση της Εκκλησίας απέναντι σ’ αυτούς τους «πεπτωκότες» υπήρξε ένα ακόμη δείγμα της νέας στάσης ζωής και της μεταμόρφωσης του κόσμου από το χριστιανικό Ευαγγέλιο: μετά από έ ντο νες συζητήσεις και διαφωνίες, η Εκκλησία χωρίς να αποδέχεται συμβιβασμό με τα είδωλα, δέχθηκε με διάφορες μορφές μετανοίας τις περισσότερες κατηγορίες πεπτωκότων αφήνοντας την τελική κρίση τους στον ερχόμενο Ιησού Χριστό. Πολλοί που διαφώνησαν με αυτή την αποδοχή κατέληξαν να δημιουργήσουν σχισματικές ομάδες «ασυμβίβαστων» που καταδικάσθηκαν αυστηρά από την Εκκλησία, όπως οι Δονατιστές στη Βόρειο Αφρική και οι Μελιτιανοί στην Αίγυπτο.

 Η σταδιακή αναγνώριση και αποδοχή του χριστιανισμού – Ο Μέγας Κωνσταντίνος και το διάταγμα των Μεδιολάνων 

 Περίπου μετά το 200 οι χριστιανοί με τον τρόπο ζωής τους αρχίζουν να ελκύουν περισσότερους ανθρώπους σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Μορφωμένοι χριστιανοί, οι απολογητές, γράφουν ότι ο ευαγγελικός τρόπος ζωής δεν πολεμά τη φιλοσοφία και τον πολιτισμό, αλλά αντίθετα αποτελεί την κορύφωσή τους. Καθώς ακόμα και στην αυτοκρατορική αυλή όλο και συχνότερα εμφανίζονται υποστηρικτές των χριστιανών, ένας κυβερνήτης, ο Κωνσταντίνος, νικά τους εχθρούς του με το όραμα του Σταυρού με τα αρχικά του Χριστού, το Χριστόγραμμα. Εξάλλου, βλέπει στους χριστιανούς το μέλλον της κοινωνίας και της ρωμαϊκής πολιτείας. Η μητέρα του Ελένη επισκέπτεται την κατεστραμμένη από τον 1ο αι. πόλη των Ιεροσολύμων και αναδεικνύει τον χριστιανικό χαρακτήρα της και τα γεγονότα της επίγειας ζωής του Κυρίου και ανακαλύπτει τον τίμιο Σταυρό. Πολύ σύντομα, το 313, ο Κωνσταντίνος εκδίδει το Διάταγμα των Μεδιολάνων (Μιλάνο) στο οποίο οι χριστιανοί μπορούν να λατρεύουν νόμιμα τον Χριστό και να προσεύχονται για το καλό της κοινωνίας, όπως και οι άλλες θρησκείες, σηματοδοτώντας το τέλος των διωγμών. Με το διάταγμα των Μεδιολάνων δεν επιβάλλεται ούτε γίνεται επίσημη θρησκεία ο χριστιανισμός, αλλά γίνεται ελεύθερη η χριστιανική λατρεία, γι’ αυτό ονομάσθηκε Διάταγμα της Ανεξιθρησκίας. Λίγο αργότερα ο Κωνσταντίνος εξέδωσε και άλλα δια τάγματα που έδιναν νομική υπόσταση στις χριστιανικές κοινό τη τες, ώστε αυτές να έχουν περιουσία και να δέχονται κληρονομιές. Επίσης, επέτρεψε στους επισκόπους να δικάζουν διαφορές μεταξύ των υπηκόων και καθιέρωσε την Κυριακή ως αργία. Σχεδίασε και ίδρυσε μια νέα πρωτεύουσα στις ανατολικές περιοχές, τη Νέα Ρώμη. Ήταν στην προνομιακή θέση του αρχαίου Βυζαντίου, και πήρε το όνομα του ιδρυτή της. Ο Κωνσταντίνος προίκισε από την αρχή την Κωνσταντινούπολη, με αγάλματα, στολίδια και θησαυρούς. Η πόλη απέκτησε έντονο χριστιανικό χαρακτήρα, με σημαντικούς ναούς, και συλλογή λειψάνων, χωρίς όμως να καταστραφούν άλλοι χώροι εθνικής λατρείας. Στην μεγάλη Σύνοδο επισκόπων που οργάνωσε ο ίδιος στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 για να αντιμετωπισθεί ο Αρειανισμός (βλέπε επόμενη Ενότητα) και το πρόβλημα του εορτασμού του Πάσχα, χαρακτήρισε τον εαυτό του «επίσκοπο των εκτός», εννοώντας είτε ότι φροντίζει για τους εκτός Εκκλησίας, όπως οι επίσκοποι τους χριστιανούς, είτε ότι φροντίζει τα υλικά και πρακτικά πράγματα της Εκκλησίας όπως οι επίσκοποι τα «εντός», δηλαδή το ποιμαντικό και θεολογικό έργο. Στο τελευταίο διάστημα της ζωής του βαπτίσθηκε χριστιανός δείχνοντας ότι η προσεκτική στήριξη του χριστιανισμού δεν ήταν μόνο προϊόν πολιτικού υπολογισμού. Η Εκκλησία για το έργο που επιτέλεσε στη διάδοση του Ευαγγελίου τον ονόμασε «ισαπόστολο», ενώ το παράδειγμα της πολιτικής του ενέπνευσε το ξεκίνημα μιας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με χριστιανικό χαρακτήρα.

Κείμενα-Εικόνες-Δραστηριότητες 

 Η έγνοια του αγίου για την εκκλησία της Αντιόχειας 

 Επειδή η εκκλησία στην Αντιόχεια της Συρίας ειρηνεύει, όπως μου δηλώθηκε, χάρη στην προσευχή σας, κι εγώ έγινα ευθυμότερος και πιο αμέριμνος στα χέρια του Θεού, και ιδίως εάν συμβεί να πάθω για τον Θεό, θα βρεθώ στην ανάσταση μαθητής δικός σας. Πρέπει, Πολύκαρπε, να συγκαλέσεις θεοπρεπές συμβούλιο και να χειροτονήσεις κάποιον, αν έχετε κάποιον αγαπητό πολύ και ακούραστο, που θα μπορέσει να κληθεί «θεοδρόμος». Αυτόν να τον καταξιώσετε, ώστε να πάει στη Συρία και να δοξάσει την άοκνη αγάπη σας προς δόξαν του Θεού. Ο χριστιανός δεν εξουσιάζει τον εαυτό του, αλλά παραδίδεται στον Θεό. Ιγνάτιος Πρὸς Πολύκαρπον 7, Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέ ων 2 (Αθήνα: Απο στο λι κή Διακονία,1955), 284 [282-284].

 Οι χριστιανοί στον λοιμό 

 Το παρακάτω απόσπασμα είναι από Πασχάλεια επιστολή του Διονυσίου Αλεξανδρείας (248265), που παρατίθεται από τον Ευσέβιο Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία Ζ΄ 22, 68), εξιστορεί τη λοιμώδη ασθένεια που ξέσπασε σε χριστιανούς και ειδωλολάτρες ενώ ήταν ακόμη νωπή η ανάμνηση των διωγμών εναντίον των χριστιανών. Φανταστείτε ότι ζείτε κάπου εκεί. Εμπνευστείτε από το κείμενο και αναπαραστήστε τη σκηνή. 

Στην Αλεξάνδρεια στο 250: Με το που αναπνεύσαμε λοιπόν λίγο (από τα πάθη και τις συμφορές, δηλ. διωγμό, πόλεμο, πείνα κλπ.), τόσο εμείς όσο κι εκείνοι (οι εθνικοί), ενέσκηψε η επιδημία (πανούκλα), που υπήρξε για ε κείνους φοβερότερη απ’ όλους τους φόβους και χειρότερη απ’ όλες τις συμφορές. […] Οι περισσότεροι, λοιπόν, από τους αδελφούς μας, χωρίς να νοιάζονται για τον εαυτό τους, ο ένας μετά τον άλλον, από υπερβάλλουσα αγάπη και φιλαδελφία, επισκέπτονταν τους ασθενείς χωρίς καμία προφύλαξη και τους υπηρετούσαν με όλες τους τις δυνάμεις. Τους περιέθαλπαν εν Χριστώ και πέθαιναν μαζί τους με πολλή χαρά, αφού μολύνονταν με την πάθηση από εκείνους, τραβώντας κατά κάποιο τρόπον πάνω τους την αρρώστια από εκείνους με τους οποί ους έρχονταν σε άμεση επαφή, και υποφέροντας τους ίδιους μ’ εκείνους πόνους. Έτσι πολλοί, ενώ περιποιήθηκαν και ενίσχυσαν άλλους, πέθαναν οι ίδιοι [...]. Οι πιο εκλεκτοί, λοιπόν, από τους αδελφούς μας με αυτό τον τρόπο έφυγαν από τη ζωή, πρεσβύτεροι και διάκονοι και λαϊκοί, όλοι λαμπρά επαινούμενοι. Και τούτο, γιατί το είδος αυτό του θανάτου, που ήταν αποτέλεσμα πολλής ευσέβειας και δυνατής πίστης, δεν λογιζόταν καθόλου υποδεέστερο από το μαρτύριο. Όχι κάποτε, αλλά σήμερα Οι Χριστιανοί στην Αίγυπτο υπέστησαν δολοφονικές επιθέσεις από ριζοσπαστικές επιθέσεις ακραίων ισλαμιστών το 2017. 

Το παρακάτω απόσπασμα παρουσιάζει τη στάση πολλών μουσουλμάνων αλλά και των ίδιων των Κοπτών χριστιανών σήμερα απέναντι στο μαρτύριο: Τον τελευταίο καιρό ακόμα και οι εκπρόσωποι του an-Nur, του σαλαφιτικού υπερ-συντηρητικού ισλαμικού κόμματος εξέφρασαν δημόσια την καταδίκη τους για τις στοχευμένες δολοφονικές επιθέσεις ενάντια των Χριστιανών Κοπτών στο βόρειο τμήμα της χερσονήσου του Σινά, δηλώνοντας ότι αυτές «εναντιώνονται στη διδασκαλία του Ισλάμ». Ο πλούτος και η δύναμη της Κοπτικής κοινότητας, ωστόσο, φανερώνεται κατά κύριο λόγο στη δύναμη της πίστης που οι Κόπτες επιδεικνύουν μπροστά στην εμπειρία του μαρτυρίου. «Οι μάρτυρές μας και η πράξη του μαρτυρίου αυτή καθ’ αυτή», έλεγε το Δεκέμβριο ο πατριάρχης Tawadros [Θεόδωρος], στην κηδεία των θυμάτων της επίθεσης στoν ναό της Μποτροσίγια, «μας ενώνουν με τον ουρανό και ανυψώνουν την καρδία μας μ’ αυτούς που βρίσκονται ήδη εκεί και πρεσβεύουν για μας». «Δίνουμε τον τελευταίο χαιρετισμό στους αγαπημένους μας με πνεύμα δοξολογίας», προσέθεσε ο προκαθήμενος της Κοπτο-ορθόδοξης Εκκλησίας, «επειδή πιστεύο με ότι δεν υπάρχει θάνατος για κείνους που αγαπούν τον Θεό: θα αναστηθούν στην ευφροσύνη της αιώνιας ζωής». Λόγια που πιστοποιούν με τον πιο απλό και αφοπλιστικό τρόπο την οπτική με την οποία οι χριστιανοί αντιμετώπιζαν πά ντα τους μάρτυρές τους και συνεισφέρουν ώστε να νικηθεί η συγκεχυμένη λήθη που όλο και πιο συχνά φαίνεται να σκεπάζει ακόμα κι αυτό το απαράμιλλο χαρακτηριστικό του «χριστιανικού γεγονότος» στον κόσμο. Gianni Valente, εφημ. La Stampa, 9.4.2017 μτφρ. Νίκος Κουρεμένος .

 

  Έργα του Μαξίμ Σεσουκώφ. Πάνω: Ο Πρωτομάρτυρας Στέφανος.

 Μέση: Οι 21 μάρτυρες οι εν Λιβύη μαρτυρήσαντες. Η δεύτερη εικόνα αναφέρεται στα δραματικά γεγονότα του Απριλίου του 2015 στη Σύρτη της Λιβύης.

 Κάτω: Ματωμένοι σταυροί στο εξωτερικό του ναού του Αγίου Μάρκου των Κοπτών στο Κάιρο, μετά από τρομοκρατική επίθεση ανήμερα την Πρωτοχρονιά του 2011. 

 Από τις πρώτες μέρες της ύπαρξής της μέχρι και σήμερα το δέντρο της εκκλησίας αυξάνει με το αίμα των μαρτύρων της. 

Ομαδοσυνεργασία  

Χωριστείτε σε ομάδες και αφηγηθείτε ο ένας στον άλλο (ή γράψτε) την ιστορία της εξάπλωσης του χριστιανισμού στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία από διαφορετικές σκοπιές. Π.χ. ένας χριστιανός δούλος, μια πλούσια γυναίκα, ένας Ρωμαίος αξιωματούχος, ένας δικαστής, ένας φρουρός, ένας πεπτωκώς, ένας πιστός που ζητάει το σώμα προσφιλούς του μάρτυρα. Συνδέστε το θέμα σας με την τιμή των μαρτύρων και τη θεία Ευχαριστία. 

Παιχνίδι 

 Φανταστείτε πως κάποιος έχει συλληφθεί και προβληματίζεται αν πρέπει να καταδώσει ή να θυσιάσει. Ένα παιδί ας πάρει αυτόν τον ρόλο. Συμβουλέψτε τον ανάλογα, εκφράζοντας τους προβληματισμούς σας.

 • Αναζητήστε πληροφορίες για τον βίο του αγίου Δημητρίου και του Νέστορα, της αγίας Βαρβάρας, Αικατερίνης, Παρασκευής (ή άλλων μαρτύρων). Γράψτε στο τετράδιό σας μία παράγραφο, με ό,τι σας έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση. 

 • Γράψτε μία παράγραφο που να συνδέει τον βίο και την τελευτή των μαρτύρων με τον σταυρικό θάνατο του Χριστού. 

• Κάποιοι άγιοι είχαν παγκόσμια απήχηση ήδη στην εποχή τους. Έγιναν θρύλος στο στόμα των απλών και ταπεινών ανθρώπων, και θέμα στη λογοτεχνία και την τέχνη. Παρατηρήστε το σχέδιο του αγίου Γεωργίου από τον περίφημο ζωγράφο Σαλβαντόρ Νταλί. Μπορείτε να βρείτε άλλα έργα ζωγραφικής, κείμενα, θαύματα ή γενικότερα τεκμήρια που να δείχνουν αυτή την απήχηση 

 


 
Εισαγωγικά στο Διάταγμα της Ανεξιθρησκείας (313), γνωστό και ως διάταγμα των Μεδιολάνων

 Κατά τη φιλανθρωπία μας και τη διαρκή μας συνήθεια να απονέμουμε συγνώμη σε όλους τους ανθρώπους, νομίζουμε ότι πρέπει με μεγάλη προθυμία να επεκτείνουμε τη συγνώμη μας και σε αυτή την περίπτωση, για να υπάρχουν και πάλι χριστιανοί και να ξαναχτίζουν τους οίκους όπου συναθροίζονται, ώστε να μην κάνουν κάτι αντίθετο προς την έννομη τάξη. Με άλλη επιστολή θα δηλώσουμε στους δικαστές τι ακριβώς θα χρειαστεί να τηρήσουν. 

Απόσπασμα από το Διάταγμα

Εδώ και πολύν καιρό, έχοντας αποφασίσει ότι δεν πρέπει να απορρίπτεται η ελευθερία της θρησκείας και πως πρέπει να δίνεται η δυνατότητα στη βούληση του καθενός να υπηρετεί τα θεία πράγματα σύμφωνα με την προαίρεσή του, παραγγείλαμε στους χριστιανούς να φυλάνε την πίστη της θρησκείας τους. […] Τώρα ελεύθερα και απλά μπορεί καθένας από εκείνους που πρεσβεύουν τη θρησκεία των χριστιανών να τη διατηρεί χωρίς καμιά ενόχληση. […] Έχει δοθεί η εξουσία αυτή και σε όσους άλλους θέλουν να ακολουθούν τη λατρεία και θρησκεία της αρεσκείας τους, κατά τρόπον ώστε να μπορεί καθένας να προτιμά και να υπηρετεί οποιανδήποτε θρησκεία θέλει. Ευσεβίου Καισαρείας, Εκκλησιαστική Ιστορία 8, 17, 9-10 και 10, 5, 1-14 (επιλογή).

Δημήτριος Ν. Μόσχος, Ευαγγελία Βουλγαράκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες  και Θεολόγοι της Εκκλησίας,  ΤΕΥΧΟΣ Α΄,  ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ  Γ´  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 18-26


 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...