Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:14-18
Στο γνωστό περιστατικό της προσευχής του Τελώνη και του Φαρισαίου , ο Φαρισαίος έκανε μια πράξη η οποία θεωρείται «καλή» από μόνη της: προσευχόταν. Και όπως φαίνεται, μάλιστα, ο Φαρισαίος
δεν βαρυνόταν καν με παραπτώματα. Και νήστευε και ελεούσε, δηλαδή έκανε πλήθος πράξεων οι οποίες θεωρούνται «καλές» από μόνες τους – καθαυτές. Παρόλα αυτά αποδοκιμάστηκε από τον Χριστό, διότι όλα αυτά ήταν απλώς εκδηλώσεις του εγωκεντρισμού του και της απόρριψης των άλλων. Αντίθετα, ο Τελώνης βαρυνόταν με χίλια δυο παραπτώματα, αλλά προσευχόταν με ταπείνωση, η οποία άφηνε χώρο στον άλλον (στον Θεό και στον συνάνθρωπο) και στη δική του αλλαγή. Σε πολλές περιπτώσεις, εξάλλου, ο Χριστός έχει διευκρινίσει ότι δεν έχουν αξία από μόνες τους οι πράξεις τις οποίες κάνουν όσοι πράττουν για να κάνουν καλή εντύπωση στους ανθρώπους»
Η αγάπη…
Η αγάπη δεν είναι μια εύκολη υπόθεση. Ο άνθρωπος χρειάζεται να ασκείται στην αγάπη, και η χάρη
του Θεού συνεργεί σε αυτό. Όσο, λοιπόν, κι αν υστερεί ο άνθρωπος, όσο κι αν παλεύει αδιάκοπα
με τον εγωισμό του, το σημαντικό είναι να προσανατολίσει αποφασιστικά την ύπαρξή του προς την
αγάπη, ώστε να την καθιστά κριτήριο των αποφάσεων και των ενεργειών του. Κάθε πράξη, λοιπόν,
θα αξιολογηθεί από το αν έγινε με κριτήριο την αγάπη. Και κάθε πράξη στερείται αξίας, αν έγινε
δίχως αγάπη. Μας το έχει επισημάνει με ένταση ο απόστολος Παύλος στον περίφημο ύμνο της
αγάπης, μας το έχει διευκρινίσει και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός με εξαιρετική ένταση:
«Χίλιας χιλιάδας καλά να κάμνωμεν, αδελφοί μου, νηστείας, προσευχάς, ελεημοσύνας, και το αίμα
μας να χύσωμεν δια τον Χριστό μας, και δεν έχομεν αυτάς τα δύο αγάπας [για τον Θεό και για τον
συνάνθρωπο], αλλά έχομεν το μίσος και την έχθραν εις τους αδελφούς μας, όλα εκείνα τα καλά όπου
εκάμαμεν είναι του διαβόλου και εις την κόλασιν πηγαίνομεν»
…και η ελευθερία
Αγάπη είναι η μη-εγωιστική σχέση μου με κάποιον άλλον, δηλαδή με κάποιον που δεν είναι εγώ. Άρα, είναι το άνοιγμα πέρα από τον εαυτό μου. Και δεν σημαίνει απεμπόληση της δικής μου προσωπικότητας. Το άθλημα της αγάπης σημαίνει σχέση μεταξύ διαφορετικών υποκειμένων. Όποτε χάνεται η προσωπικότητα οιουδήποτε από τα δύο μέρη, δεν πρόκειται για έντονη αγάπη, αλλά για κατάργηση της αγάπης! Αυτό που απομένει σ’ αυτή την περίπτωση είναι μία προσωπικότητα, η οποία έχει απορροφήσει ή έχει υποτάξει τις άλλες!
Μια περίπτωση, η οποία δημιουργεί μεγάλη σύγχυση, είναι όταν η απορρόφηση ή η καθυπόταξη
του άλλου γίνεται στο όνομα της αγάπης! Όταν δηλαδή κάποιος επιβάλλει στον άλλον ό,τι ο ίδιος
θεωρεί καλό, ισχυριζόμενος ότι το κάνει επειδή τον αγαπά. Για τον λόγο αυτόν (και παρόλο που η
αγάπη κανονικά εμπεριέχει τον σεβασμό της ελευθερίας του άλλου), χρειάζεται να υπογραμμίζουμε
τη σημασία που έχει για την αξιολόγηση κάθε πράξης και ο σεβασμός της ελευθερίας.
Κάθε πράξη, λοιπόν, είναι ηθική αν υπαγορεύεται από την αγάπη και αν αναγνωρίζει την
ελευθερία του άλλου. Αγάπη χωρίς την ελευθερία πνίγει, και ελευθερία χωρίς αγάπη καταλήγει σε αδιαφορία.
Το πρόβλημα του σχετικισμού
Είπαμε παραπάνω ότι καμία πράξη δεν είναι από μόνη της «καλή» ή «κακή», αλλά όλες εξαρτώνται από τα δύο κριτήρια, την αγάπη και την ελευθερία. Η θέση αυτή μοιραία έρχεται αντιμέτωπη με ένα πολύ λεπτό και κρίσιμο ζήτημα: τον σχετικισμό.
Σχετικισμός είναι η πεποίθηση ότι ο προσδιορισμός του «καλού» και του «κακού», είναι απολύτως υποκειμενική υπόθεση. Ποιο είναι το πρόβλημα με τον σχετικισμό; Το πρόβλημα δεν είναι ότι καθένας πρέπει να κρίνει και να αποφασίζει ελεύθερα και υπεύθυνα· αυτό είναι σωστό και πολύ σημαντικό. Το πρόβλημα με τον σχετικισμό είναι ότι όλα τα θεωρεί υποκειμενικά, και άρα αρνείται κάθε κοινή αξία μεταξύ των ανθρώπων.
Αλλά αν τα πάντα είναι σχετικά (ή υποκειμενικά), τότε δεν υπάρχει τίποτα πανανθρώπινο,τίποτα που να ισχύει για όλους. Με αυτή την πεποίθηση ανοίγει η πόρτα στο να μετατραπεί η ζωή του κόσμου σε κόλαση, για τον εξής λόγο:
Αν η αγάπη και η ελευθερία δεν είναι πανανθρώπινα αιτήματα και πανανθρώπινα κριτήρια, τότε
δικαιώνεται κάθε είδους απανθρωπιά και τυραννία (ακόμα, μάλιστα, κι αν δεν μιλάμε για χριστιανικά κριτήρια, και πάλι θα χρειαστεί να ορίσουμε κάποια που να είναι πανανθρώπινα). Για να υπάρξει
αντίρρηση και αντίσταση στον κάθε λογής τύραννο, χρειάζεται να γίνονται δεκτά κάποια κριτήρια
που θα ισχύουν για όλους, και βάσει των οποίων το θύμα έχει δίκιο κι ο θύτης άδικο. Αν, αντιθέτως, δεχτούμε ότι δεν υπάρχουν πανανθρώπινα κριτήρια, αλλά τα πάντα είναι υποκειμενικά, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ότι ο τύραννος καλά πράττει, αφού του έχει αναγνωριστεί το δικαίωμα να μη δεσμεύεται από οτιδήποτε έξω από τον εαυτό του! Μόνο αν η ελευθερία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι πανανθρώπινες αξίες, θα μπορεί να απαιτηθεί απ’ αυτόν ο σεβασμός τους.
Με δυο λόγια, μία ελευθερία απολύτως αποσυνδεμένη από κάθε πανανθρώπινο κριτήριο, καταλήγει να είναι αιχμαλωσία στον εγωισμό.
Βαθμίδες ηθικής ωριμότητας
Η βίωση της αγάπης και η ανάδειξή της σε κίνητρο και σε κριτήριο των επιλογών μας δεν γίνεται ούτε εύκολα ούτε αυτόματα. Όπως είπαμε, χρειάζεται άσκηση, άθληση. Έτσι, λοιπόν, οι Πατέρες της Εκκλησίας διευκρινίζουν, σχηματικά, ότι τρία κίνητρα απαντώνται στους ανθρώπους και στον τρόπο ζωής τους: ο φόβος, ο μισθός και η αγάπη. Καθένα από αυτά τα κίνητρα αντιστοιχεί σε μία βαθμίδα.
Χαμηλότερη είναι η βαθμίδα του φόβου και κορυφαία αυτή της αγάπης. Σ΄ αυτά τα κίνητρα αντιστοιχούν τρεις τύποι ανθρώπων: ο δούλος, ο μισθωτός και ο ελεύθερος (ή υιός).
Ο «δούλος» ενεργεί από φόβο, ώστε να αποφύγει την τιμωρία. Όσον αφορά τη σχέση του με τον Θεό, νοεί τον Θεό πάνω απ’ όλα ως άγριο επόπτη και τιμωρό.
Ο «μισθωτός» ενεργεί αποβλέποντας σε ανταμοιβή. Νοεί τον Θεό σαν ένα είδος εργοδότη ή σαν συνέταιρο σε ένα εμπορικό συμβόλαιο.
Ο «ελεύθερος» ή «υιός» δρα από αγάπη, χωρίς φόβο και χωρίς υστεροβουλία. Και ζει τον
Θεό ως πατέρα και φίλο. «Δεν σας ονομάζω πια δούλους», είχε πει ο Χριστός στους μαθητές του, «γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας ονομάζω φίλους»
. Και ο ευαγγελιστής Ιωάννης διευκρινίζει: «Όποιος αγαπάει δεν φοβάται. Η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο. Γιατί ο φόβος σχετίζεται με την τιμωρία κι όποιος φοβάται την τιμωρία, δείχνει πως δεν έχει φτάσει στην τέλεια αγάπη» Εδώ χρειάζεται μία διευκρίνιση: Η φράση «δούλος (ή δούλη) Θεού», που χρησιμοποιεί συχνά η Εκκλησία (π.χ. «βαπτίζεται η δούλη του Θεού…», «νυμφεύεται ο δούλος του Θεού…») δεν εννοεί την προαναφερθείσα βαθμίδα. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, σημαίνει την
τρίτη βαθμίδα! Δηλώνεται ότι ο πιστός «ανήκει» σ’ αυτόν, τον οποίον ο ίδιος αναγνωρίζει ως Κύριό του· «ανήκει» σε έναν Θεό ο οποίος θυσιάστηκε για τον άνθρωπο και ο οποίος θέλει τον άνθρωπο ελεύθερο. Έτσι, η φράση «δούλος Θεού» σημαίνει τον άνθρωπο ο οποίος δεν δέχεται να υποδουλωθεί σε κανέναν άνθρωπο και σε καμία σκλαβιά.
Βήματα μάθησης και έκφρασης
Βήμα Πρώτο
Ας αναρωτηθούμε ποια μπορεί να είναι τα κίνητρα των πράξεων των τριών προσώπων στις ακόλουθες αφηγήσεις (του πατέρα, του πλούσιου ευεργέτη και του προσευχόμενου νέου), και ας αποφασίσουμε ποια είναι η αξία των πράξεων αυτών ανάλογα με τα κίνητρα του καθενός:
Α. «Ο πατέρας μου ήταν πολύ αυστηρός χθες και μου ζήτησε με πολύ έντονο τρόπο να μείνω στο σπίτι το απόγευμα για να μελετήσω, ενώ οι φίλοι μου με περίμεναν στο γήπεδο. Έχω γίνει 15 χρόνων και ακόμη αυτός αποφασίζει!».
Β. «Πλήθος δημοσιογράφων βρέθηκαν στα εγκαίνια του αθλητικού κέντρου με το όνομα του πλούσιου ευεργέτη μας, που το εγκαινίασε ο ίδιος πίσω από τα εκατοντάδες φλας και επευφημίες. Δήλωσε: «Δεν πρέπει να προκαλούμε τον Θεό. “Μοίραζε για να έχεις”, λένε...».
Γ. «Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους κακός, άδικος, πονηρός, ή σαν τους συμμαθητές μου. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και βοηθώ όποιον ζητήσει τη βοήθειά μου. Για αυτό σου ζητώ να με βοηθήσεις και εσύ».
Βήμα Δεύτερο
Ας διακρίνουμε τι αποτυπώνουν τα πρόσωπα και η στάση των σωμάτων του Φαρισαίου και
του Τελώνη στο έργο του Nicola Saric, και ας απαντήσουμε στις παρακάτω ερωτήσεις:
• Τι γνωρίζετε για το θέμα του έργου;
• Ποια ερωτήματα ή αμφιβολίες έχετε;
Ας διαβάσουμε την παραβολή και ας απαντήσουμε, παρατηρώντας το έργο, σε μερικές
ακόμη ερωτήσεις:
Η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου
«9 Σε μερικούς που ήταν σίγουροι για την ευσέβειά τους και περιφρονούσαν τους άλλους, είπε την
παρακάτω παραβολή: 10 «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. Ο ένας ήταν Φαρι-
σαίος κι ο άλλος τελώνης. 11Ο Φαρισαίος στάθηκε επιδεικτικά κι έκανε την εξής προσευχή σχετικά με
τον εαυτό του: “Θεέ μου, σ’ ευχαριστώ που εγώ δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους άρπαγας, άδικος, μοιχός, ή και σαν αυτόν εδώ τον τελώνη. 12 Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα και δίνω στο ναό το δέκατο απ’ όλα τα εισοδήματά μου”. 13 Ο τελώνης, αντίθετα, στεκόταν πολύ πίσω και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό. Χτυπούσε το στήθος του και έλεγε: “Θεέ μου, σπλαχνίσου με τον αμαρτωλό”. 14 Σας βεβαιώνω πως αυτός έφυγε για το σπίτι του αθώος και συμφιλιωμένος με το Θεό, ενώ ο άλλος όχι· γιατί όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, κι όποιος τον ταπεινώνει θα υψωθεί» 7
.
• Ποιος είναι ο Φαρισαίος στο ζωγραφικό έργο και ποιος ο Τελώνης; Και γιατί;
• Για ποιο σκοπό ο Φαρισαίος δείχνει τον Τελώνη;
• Τι θα άλλαζε αν ο Φαρισαίος έδειχνε τον εαυτό του;
Ας συζητήσουμε γιατί ο Θεός αποδοκιμάζει τις πράξεις του Φαρισαίου.
Βήμα Τρίτο
Α. Αφού αναγνωρίσουμε ότι κάθε πράξη είναι ηθική αν υπαγορεύεται από την αγάπη και αναγνωρίζει την ελευθερία του άλλου, ας επιχειρήσουμε να διακρίνουμε στο παραπάνω κείμενο του αποστόλου Παύλου, ποιες πράξεις, οι οποίες γενικά θεωρούνται σπουδαίες, καταντούν ένα τίποτα, αν δεν έχουν την αγάπη ως κίνητρο.
«Αν μπορώ να λαλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων,
ακόμα και των αγγέλων,
αλλά δεν έχω αγάπη για τους άλλους,
οι λόγοι μου ακούγονται σαν ήχος χάλκινης καμπάνας
ή σαν κυμβάλου αλαλαγμός.
Και αν έχω της προφητείας το χάρισμα κι όλα
κατέχω τα μυστήρια κι όλη την γνώση,
κι αν έχω ακόμα όλη την πίστη, έτσι που να μετακινώ βουνά,
αλλά δεν έχω αγάπη, είμαι ένα τίποτα.
Κι αν ακόμα μοιράσω στους φτωχούς όλα μου τα υπάρχοντα,
κι αν παραδώσω στη φωτιά το σώμα μου για να καεί,
αλλά δεν έχω αγάπη, σε τίποτα δεν με ωφελεί»
Β. Αν η αγάπη και η ελευθερία δεν είναι πανανθρώπινα κριτήρια από τα οποία εξαρτώνται οι πράξεις όλων των ανθρώπων, τότε ο καθένας διαμορφώνει τα δικά του υποκειμενικά και σχετικά κριτήρια. Ας σκεφτούμε τι σημαίνει αυτό για την Εκκλησία και την κοινωνία.
Ας σκεφτούμε ξεχωριστά τι αλλάζει στον ίδιο και τους άλλους, αν κάθε άνθρωπος ακολουθήσει με τα δικά του κριτήρια το σύνθημα του τοίχου Ή αν κάθε άνθρωπος ακολουθήσει τον «κανόνα» του ιερού Αυγουστίνου (354-430) και έχει ως κριτήριο την αγάπη του για τον Θεό:
«Μια για πάντα, σας δίνεται ένας συνοπτικός κανόνας:
Αγαπάτε και κάντε ό,τι θέλετε·
εάν σιωπάτε, να σιωπάτε από αγάπη·
εάν φωνάζετε, φωνάξτε από αγάπη·
εάν ελέγχετε, να ελέγξετε από αγάπη·
εάν δείχνετε έλεος, να δείχνετε έλεος από αγάπη·
ας είναι η αγάπη, η εσωτερική ρίζα,
γιατί από αυτήν την ρίζα τίποτα άλλο δεν μπορεί να βλαστήσει,
παρά μόνο το καλό»
Κλείνοντας, ας σκεφτούμε όσα λέει ο ιερέας στη Θεία Λειτουργία και απαντούμε εμείς:
Ιερέας: Άνω σχώμεν τας καρδίας.
Εμείς: Έχομεν προς τον Κύριον.
Τι αλλάζει στην καθημερινή μας πράξη αν η ψυχή ανεβαίνει ασταμάτητα, για να συναντήσει
τον Θεό;
Βήμα Τέταρτο
Η βίωση της αγάπης και της ελευθερίας χρειάζεται άσκηση, άθληση. Αφού αναγνωρίσουμε
ότι στην πορεία της πνευματικής ζωής υπάρχουν τα τρία κίνητρα που οι Πατέρες της Εκκλη-
σίας διακρίνουν (ο φόβος, ο μισθός και η αγάπη), ας διαβάσουμε όσα λέει ο άγιος Πορφύρι-
ος (1906-1991) για τις έννοιες του φόβου, του μισθού και της αγάπης.
«Όλα έχουν τη σημασία τους, το χρόνο και την περίστασή τους. Η έννοια του φόβου είναι καλή
για τα πρώτα στάδια. Είναι για τους αρχάριους, γι’ αυτούς που ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος. Ο
άνθρωπος ο αρχάριος, που δεν έχει ακόμη λεπτυνθεί, συγκρατείται απ’ το κακό με το φόβο. Και ο φό-
βος είναι απαραίτητος, εφόσον είμαστε υλικοί και χαμερπείς. Αλλ’ αυτό είναι ένα στάδιο, ένας αμηλός βαθμός σχέσεως με το θείον. Το πάμε στη συναλλαγή, προκειμένου να κερδίσομε τον Παράδεισο ή να γλιτώσομε την κόλαση. Αυτό, αν το καλοεξετάσομε, δείχνει κάποια ιδιοτέλεια, κάποιο συμφέρον. Εμένα δε μου αρέσει αυτός ο τρόπος. Όταν ο άνθρωπος προχωρήσει και μπει στην αγάπη του Θεού, τι του χρειάζεται ο φόβος; Ό,τι κάνει, το κάνει από αγάπη κι έχει πολύ μεγαλύτερη αξία αυτό. Το να γίνει καλός κάποιος από φόβο στον Θεό κι όχι από αγάπη δεν έχει τόση αξία»
«Ήταν ένας ασκητής κι είχε δυο υποτακτικούς. Προσπαθούσε πολύ να τους ωφελήσει και να τους
κάνει καλούς. Είχε, όμως, την ανησυχία αν όντως προχωρούν στην πνευματική ζωή, αν προοδεύουν κι
αν είναι έτοιμοι για τη Βασιλεία του Θεού. Περίμενε ένα σημάδι γι’ αυτό απ’ τον Θεό, αλλά δεν έπαιρνε καμία απάντηση. Κάποια ημέρα θα γινόταν αγρυπνία στην εκκλησία μιας άλλης σκήτης που απείχε πολλές ώρες απ’ τη δική τους. Έπρεπε να γίνει πορεία μες στην έρημο. Έστειλε τους υποτακτικούς του απ’ το πρωί, ώστε να φθάσουν νωρίς, για να τακτοποιήσουν την εκκλησία, κι
ο Γέροντας θα πήγαινε τ’ απόγευμα. Οι υποτακτικοί είχαν προχωρήσει αρκετά, όταν ξαφνικά άκουσαν βογκητά. Ήταν ένας άνθρωπος βαριά τραυματισμένος και ζητούσε βοήθεια:
-Πάρτε με, σας παρακαλώ, τους έλεγε, γιατί εδώ είναι ερημιά, κανείς δεν περνάει, ποιος θα μπορέσει να με βοηθήσει. Εσείς είστε δυο.
Σηκώστε με και οδηγήστε με στο πρώτο χωριό.
-Δεν μπορούμε! του είπαν. Βιαζόμαστε να πάμε για την αγρυπνία έχουμε πάρει εντολή να ετοιμάσουμε.
-Πάρτε με, σας παρακαλώ! Αν μ’ αφήσετε, θα πεθάνω, θα με φάνε τα θηρία.
-Δεν μπορούμε! Τι να κάνουμε, πρέπει να πάμε στο καθήκον μας.
Κι έφυγαν. Τ’ απόγευμα ξεκίνησε ο Γέροντας για την αγρυπνία. Πέρασε από τον ίδιο δρόμο. Έφθασε και στο μέρος που ήταν ο τραυματισμένος. Τον βλέπει, τον πλησιάζει και του λέει:
-Τι έπαθες, άνθρωπε του Θεού; Τι έχεις; Από πότε είσαι εδώ; Δε σε είδε κανείς;
-Πέρασαν το πρωί δύο μοναχοί και τους παρακάλεσα να με βοηθήσουν, αλλά βιαζόντουσαν να πάνε
στην αγρυπνία.
-Θα σε πάρω εγώ. Μην ανησυχείς! Του λέει.
-Δεν μπορείς εσύ, είσαι γέροντας, δεν μπορείς να με σηκώσεις, αδύνατον!
-Όχι, θα σε πάρω! Δεν μπορώ να σ’ αφήσω!
-Μα δεν μπορείς να με σηκώσεις.
-Θα σκύψω και συ πιάσου από πάνω μου και λίγο λίγο θα σε πάω σε κανένα κοντινό χωριό. Λίγο
σήμερα, λίγο αύριο, θα σε φθάσω. Και τον πήρε με μεγάλη δυσκολία κι άρχισε να βαδίζει με το βάρος
εκείνο μες στην άμμο πάρα πολύ δύσκολα. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι και σκεπτόταν: «Έστω και σε τρεις μέρες θα φθάσω».
Καθώς όμως προχωρούσε άρχισε να νιώθει το φορτίο του πιο ελαφρό, πιο ελαφρό και σε κάποια
στιγμή αισθάνθηκε σαν να μην κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω να δει τι συμβαίνει και βλέπει με έκπληξη πάνω του έναν άγγελο. Ο άγγελος του είπε:
-Μ’ έστειλε ο Θεός να σε πληροφορήσω ότι οι δύο υποτακτικοί σου δεν είναι άξιοι της Βασιλείας
του Θεού, γιατί δεν έχουν αγάπη».
Με όσα μάθαμε και όσα λέει ο Άγιος Πορφύριος, ας δούμε το έργο της Elena Murariu,
και ας θυμηθούμε την εκφώνηση, στη θεία Λειτουργία, «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης
προσέλθετε».
-To νόημα της λέξης «φόβος» στην εκφώνηση αυτή είναι ίδια με του φόβου για τον οποίο
συζητάμε ως τώρα;
Ο όσιος Μάξιμος Ομολογητής απαντά σε αυτό:«Ο πρώτος (φόβος) γεννιέται μέσα στην ψυχή μας από τις απειλές της κολάσεως. Εξ αιτίας αυτού αναπτύσσεται μέσα μας, κατά σειρά, η εγκράτεια, η υπομονή, η ελπίδα στον Θεό, η απάθεια και η αγάπη. Ο δεύτερος φόβος είναι συνδεδεμένος με την ίδια την αγάπη. Αυτός γεννά διαρκώς στην ψυχή την ευλάβεια, για να μην καταφρονήσει τον Θεό η ψυχή, εξ αιτίας της παρρησίας που δημιουργεί η αγάπη».
Ας σκεφτούμε, τέλος, και ας γράψουμε, αν υπάρχει κάποιο όριο ή περαιτέρω κριτήριο στην αγάπη, που μας ζητά να δείξουμε ο Θεός
Πηγή: Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου, Μάριος Κουκουνάρας Λιάγκης, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής και Ποιμαντικής Θεολογίας,ΤΕΥΧΟΣ Α΄ ΘΕΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ Γ΄ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ:17-24
Ο ηθικός προβληματισμός, μια πανανθρώπινη πραγματικότητα Αδιάκοπα στη ζωή του ο άνθρωπος χρειάζεται να διαμορφώνει άποψη, να λαμβάνει αποφάσεις και να ενεργεί. Αντιμετωπίζει διλήμματα, κρίνει και αξιολογεί. Και γι’ αυτό βρίσκεται συνεχώς μπροστά στο ερώτημα «τι είναι σωστό και τι λάθος», «τι είναι καλό και τι κακό», δηλαδή τι είναι ηθικό και τι όχι. Το ερώτημα αυτό αποτελεί τον ηθικό προβληματισμό και αποτελεί χαρακτηριστικό, το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα αντικείμενα και από την άλογη φύση, η οποία ζει βάσει αυτοματισμών και ενστίκτων. Φυσικά, στο
ερώτημα τι είναι ηθικό και τι όχι δίνονται πλήθος διαφορετικές απαντήσεις, καθεμία από τις οποίες ορίζει κάποια ηθική. Αλλά πάντως ο ηθικός προβληματισμός είναι πανανθρώπινο χαρακτηριστικό. Εκδηλώνεται σε όλους τους ανθρώπους και όλες τις κοινωνίες, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.
Η ηθική του χριστιανού
Ο τρόπος ζωής είναι κορυφαίο ζήτημα για τα μέλη της Εκκλησίας. Ο Χριστός έχει διαβεβαιώσει: «Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει “Κύριε, Κύριε”, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατρός μου» . Ο τρόπος ζωής του Χριστιανού, λοιπόν, υπαγορεύεται από την ίδια του την ταυτότητα: από το ότι είναι Χριστιανός, από το ότι έχει τη συγκεκριμένη πίστη, από το ότι αποδέχεται
αυτά που του προσφέρει και του ζητά ο Θεός. Οι αλήθειες τις οποίες έχει αποκαλύψει ο Θεός (π.χ.
ότι ο Θεός είναι Τριάδα και ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος) αποτυπώνονται με ποικίλους τρόπους στην Αγία Γραφή και στα δόγματα της Εκκλησίας, όσο αυτό είναι δυνατό στην ανθρώπινη γλώσσα. Τις αλήθειες αυτές καλείται να αποδεχτεί ο άνθρωπος, να τις εκφράσει κατά τη λατρεία και να τις ζήσει στην καθημερινή του ζωή. Τα δόγματα, δηλαδή, δεν είναι ιδεολογικές αρχές ή αξιώματα, τα οποία αρκεί ο άνθρωπος να δηλώσει ότι τα δέχεται εγκεφαλικά. Τι σημασία έχει, αν κάποιος παραδέχεται ότι υπάρχει Θεός, αλλά αυτή η πίστη δεν οδηγεί σε έμπρακτη ζωή; Και τα δαιμόνια το παραδέχονται αυτό (μας λέει στην επιστολή του ο απόστολος Ιάκωβος), αλλά δεν εμπνέονται από αυτό· αντιθέτως, τρέμουν. Γι’ αυτό, καταλήγει ο Ιάκωβος, «η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή» .
Ο πιστός λοιπόν καλείται να ζει, να αποφασίζει και να πράττει βάσει του τρόπου ζωής τον οποίον φανερώνουν τα δόγματα της πίστης του. Αυτό μάλιστα θα μπορούσαμε να το πούμε και αντίστροφα: Ο τρόπος ζωής των Χριστιανών οφείλει να είναι τέτοιος, ώστε από αυτόν να φανερώνεται ποιο είναι το περιεχόμενο της πίστης του, η δογματική του. «Έτσι θα σας ξεχωρίζουν όλοι πως είστε μαθητές μου», είχε πει ο Χριστός, «αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο» . Και ο απόστολος Ιάκωβος προκαλεί: «Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου»! Ας δούμε, λοιπόν, πώς η Αγία Γραφή και τα δόγματα της Εκκλησίας αποτελούν όχι θεωρητικά κείμενα, αλλά αποτύπωση ενός τρόπου ύπαρξης και προσκλήσεις στην ηθική.
Το Χριστολογικό δόγμα
Η ενανθρώπηση του Υιού φανερώνει τη σφοδρή αγάπη του Θεού προς τη δημιουργία του. «Τόσο
πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο», λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ώστε παρέδωσε στο θάνατο το μονο-
γενή του Υιό» . Ο Υιός προσέλαβε πλήρη ανθρώπινη φύση, πράγμα που σημαίνει πόσο σημαντικό
είναι το ανθρώπινο σώμα, η ύλη, η ανθρώπινη δραστηριότητα κλπ. Η σταύρωσή του δείχνει τις διαστάσεις της θυσιαστικής αγάπης, και η ανάστασή του σημαίνει τη θανάτωση του θανάτου, δηλαδή
όλων των δυνάμεων οι οποίες υποδουλώνουν και φθείρουν την κτίση. Θάνατος είναι η βιολογική
αποσύνθεση του ανθρώπου, θάνατος είναι και η μισανθρωπία (μίσος, εκμετάλλευση, αδικία, αποξέ-νωση) η οποία «θανατώνει» κάποιους ανθρώπους και τους σπρώχνει στο περιθώριο της ζωής. Θάνατος είναι και η λεηλασία του φυσικού κόσμου.
Το Τριαδολογικό δόγμα
O Θεός της Εκκλησίας είναι Τριάδα: τρία Πρόσωπα (Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα), τα οποία ουδέποτε συγχέονται, ουδέποτε χωρίζονται, ουδέποτε το καθένα απ’ αυτά χάνει την ιδιαιτερότητά του. Μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός δεν είναι μία μοναχική ύπαρξη, αλλά μια συντροφιά τριών Προσώπων ισότιμων μεταξύ τους, καθένα από τα οποία ανοίγεται αγαπητικά προς τα άλλα δύο. Ο τρόπος ύπαρξης του Θεού είναι η αγάπη. Καλώντας, λοιπόν, η Εκκλησία τον άνθρωπο να αποδεχτεί αυτόν τον Θεό, τον καλεί να γίνει κοινωνός του τρόπου ύπαρξης του Θεού του. Το τριαδικό δόγμα υποδεικνύει, δηλαδή, και ζητά από τους ανθρώπους να ζήσουν με δύο βασικούς άξονες:
1) Να συνυπάρχουν αρμονικά, χωρίς ατομικισμό, ο οποίος σπάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, και ταυτόχρονα
2) η συνύπαρξη αυτή να μην καταλήγει σε μία απρόσωπη μάζα, η οποία απορροφά κι εξαφανίζει τα Πρόσωπα. Κάθε άνθρωπος παραμένει μοναδική, ανεπανάληπτη και αναντικατάστατη ύπαρξη, όταν βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες, μοναδικές υπάρξεις.
Αυτοί οι δύο άξονες χρειάζεται να υπάρχουν ταυτόχρονα. Αν ο ένας από τους δύο αγνοηθεί, τότε ο τρόπος ζωής των ανθρώπων και των ανθρώπινων κοινωνιών θα ολισθήσει είτε στην ατομοκρατία είτε στη μαζοποίηση .
Η εσχατολογία
Ο όρος «έσχατα» σημαίνει «τα τελευταία, το τέρμα». Η Εκκλησία έχει συγκεκριμένη πίστη για τα
έσχατα, δηλαδή έχει εσχατολογία. Πιστεύει ότι η ιστορία δεν προχωρά κυκλικά, δεν είναι μια αιώνια
επανάληψη. Αντίθετα, οδεύει προς ένα αίσιο τέρμα, το οποίο κατά τη Βίβλο είναι η Βασιλεία του Θεού. Είναι τέρμα, όχι υπό την έννοια ότι ο κόσμος (το σύμπαν) θα πάψει να υπάρχει, αλλά υπό την έννοια της τελικής και αιώνιας φάσης. Ο κόσμος θα ανακαινιστεί, δηλαδή θα ελευθερωθεί από το κακό, τη φθορά και τον θάνατο για πάντα. Την ανακαίνιση αυτή την ενεργεί ο Θεός. Η Βασιλεία έχει εγκαινιαστεί με την ενανθρώπηση και την ανάσταση του Χριστού, αλλά προσδοκάται η ολοκλήρωσή της. Η ανάσταση όλων (την οποία δηλώνουμε, στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι προσδοκούμε) είναι κάτι που χαρίζεται από τον Θεό· δεν παράγεται από την ανθρώπινη φύση, η οποία από μόνη της (δηλαδή αν την νοήσουμε χωρίς τον Θεό) τείνει στον θάνατο και τον εκμηδενισμό της. Η προσδοκία της Βασιλείας δεν σημαίνει για τον Χριστιανό παθητική αναμονή. Σημαίνει πηγή έμπνευσης για την καθημερινότητα. Με τις επιλογές του και τις πράξεις του ο πιστός καλείται να φέρει το φως των εσχάτων στο σήμερα. Η Βασιλεία νοείται ως η κοινωνία Θεού και ανθρώπου, ως ανακαίνιση των πάντων, ως εξάλειψη του δακρύου και του πόνου. Μέσα στην ιστορία, λοιπόν, οι Χριστιανοί καλούνται σε στάση ζωής κατά των ποικιλόμορφων δυνάμεων του θανάτου, οι οποίες εξαθλιώνουν τον άνθρωπο και αντιστρατεύονται το έργο του Θεού.
Η θεία Ευχαριστία
Δεν είναι τυχαίο ότι η θεία Ευχαριστία ονομάζεται και θεία Κοινωνία: κοινωνία των ανθρώπων
με τον Θεό, κοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους. «Όπως ο άρτος είναι ένας, έτσι κι εμείς αποτελούμε ένα σώμα, αν και είμαστε πολλοί». Είναι το μόνο κυριολεκτικά κοινό γεύμα πάνω στη γη, στο οποίο παύουν να υπάρχουν όλες οι διαιρέσεις και οι διχασμοί. Και είναι στενά συνδεδεμένη με την εσχατολογία, διότι η Ευχαριστία αποτελεί εικόνα της αγαπητικής Βασιλείας που προσδοκούμε. Δεν υπάρχει διαφορετική Ευχαριστία για άντρες και γυναίκες, για καθεμία εθνότητα ιδιαίτερα ή για κάθε ανθρώπινη φυλή ξεχωριστά! Κι όλοι λαμβάνουν την ίδια «τροφή» και την ίδια «ποσότητα».
Η θεία Ευχαριστία αποτελεί πρότυπο για ολόκληρη τη ζωή των Χριστιανών. Όπως μας λένε εκκλησιαστικά κείμενα ήδη του 2ου αιώνα, αφού οι πιστοί συμμετέχουν από κοινού στα άγια,
πόσο μάλλον πρέπει να μοιράζονται τα φθαρτά αγαθά . Και βέβαια αυτό δεν περιορίζεται στα
υλικά πράγματα. Αφορά την ανθρώπινη συνύπαρξη σε κάθε της διάσταση. Η Ευχαριστία είναι
το υπόδειγμα μιας κοινωνίας, όπου καθένας συμμετέχει ως ιδιαίτερο πρόσωπο, και ταυτόχρονα όλοι αποκτούν «μία καρδιά και μία ψυχή».
Βήματα μάθησης και έκφρασης
Βήμα Πρώτο:
Ας αναρωτηθούμε τι είναι σωστό και τι λάθος, σε μία πραγματικά δύσκολη περίπτωση. Ας προσπαθήσουμε να εισχωρήσουμε στις σκέψεις ενός άνδρα που μπαίνει σε ένα ηθικό δίλημμα, το οποίο αφορά την «τιμή» της ζωής.
Μία γυναίκα, σε μια πόλη της Ευρώπης, υποφέρει από καρκίνο και πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή.
Υπάρχει όμως ένα βαρύ φάρμακο, που ίσως μπορεί να τη σώσει. Πρόκειται για ένα φάρμακο το οποίο περιέχει ράδιο, και το οποίο το ανακάλυψε πρόσφατα ένας φαρμακοποιός της ίδιας πόλης. Ο φαρμακοποιός χρεώνει το φάρμακο 2.000 €, δέκα φορές ακριβότερα απ’ ό, τι κοστολογούνται τα ανάλογα φάρμακα.
Ο σύζυγος της άρρωστης γυναίκας αναζήτησε από συγγενείς και φίλους να δανειστεί τα χρήματα
και συγκέντρωσε 1.000€. Εξήγησε στον φαρμακοποιό ότι η γυναίκα του πεθαίνει και του ζήτησε να του κάνει έκπτωση ή έστω μία προσωρινή πίστωση… Ο φαρμακοποιός τού αρνήθηκε.
Ο άντρας απεγνωσμένος, πια, διέρρηξε το φαρμακείο για να κλέψει το φάρμακο χάριν της γυναίκας του10.
Αφού μάθουμε για τον ηθικό προβληματισμό, ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε δύο ερω-
τήσεις:
• Ήταν σωστό που αρνήθηκε ο φαρμακοποιός τις προτάσεις του άντρα; Γιατί;
• Ήταν σωστό που ο άντρας διέρρηξε το φαρμακείο; Γιατί;
Αφού διαβάσουμε για την ηθική του χριστιανού και έχοντας στον νου το αγιογραφικό χωρίο
«Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου» (Ιακ. 2:18), ας συζητήσουμε:
• Τι θα έκανε κάποιος χριστιανός στη θέση του άντρα με το ηθικό δίλημμα;
Ας διακρίνουμε πώς η Αγία Γραφή και τα δόγματα της Εκκλησίας αποτυπώνουν τρόπους
ζωής και αποτελούν προσκλήσεις στην ηθική.
Ας διαβάσουμε για το Χριστολογικό Δόγμα και ας καταλήξουμε, τι σημαίνει για τον άνθρωπο
η ενανθρώπηση και η σταυρική θυσία του Υιού του Θεού;
Σκεφτόμαστε πότε εκλαμβάνει ο πιστός τον Χριστό ως χαρά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Βήμα Τρίτο:
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία την Αγία Τριάδα την εικονίζει η σκηνή της φιλοξενίας του Αβραάμ προς τρεις ξένους (Γεν 18:1).
Συ πάλαι σαφώς τω Αβραάμ, ως ώφθης τρισυπόστατος, μοναδικός τε φύσει θεότητος, θεολογίας το
ακραιφνέστατον, τυπικώς ενέφηνας, Kαι πιστώς υμνούμέν σε, τον μονάρχην Θεόν, και τρισήλιον.
Την Κυριακή του Παραλύτου, στον κανόνα του Μεσονύκτιου (Ωδή ζ΄) η Εκκλησία ψάλλει:
Εφάνη τω Αβραάμ, Θεός τρισυπόστατος, εν τη δρυϊ πάλαι τη Μαμβρή, τής φιλοξενίας μισθόν, τον
Ισαάκ αντιδούς δι’ έλεον, όνπερ νυν δοξάζομεν, ως Θεόν τών Πατέρων ημών.
Ποιες λέξεις στα τροπάρια αυτά αναφέρονται στους τρεις ξένους οι οποίοι φιλοξενούνται από
τον Αβραάμ και τη Σάρα;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αφού διαβάσουμε για το Τριαδολογικό Δόγμα, ας συζητήσουμε για το πώς στην Εκκλησία οι άνθρωποι συνυπάρχουν και, παράλληλα, κάθε άνθρωπος παραμένει μοναδική και αναντικατάστατη ύπαρξη, πάντα σε κοινωνία με τις άλλες μοναδικές υπάρξεις, και ποτέ εγωκεντρικά.
Στη συζήτηση αυτή θα μας βοηθήσει να έχουμε στο νου μας το αγιογραφικό χωρίο, «Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή» (Πράξ. 4:32)
• να παρατηρήσουμε στην παρακάτω εικόνα ποιος είναι αυτός που συντελεί στην κοινωνία των ανθρώπων με τον Θεό, και στην κοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους.
Βήμα Τέταρτο:
Αφού κατανοήσουμε γιατί η θεία Ευχαριστία ονομάζεται και θεία Κοινωνία, ας επιχειρήσουμε
να αντιληφθούμε τις ευκαιρίες που έχει ο πιστός να γευτεί στο σήμερα το φως των εσχάτων,
την τέλεια κοινωνία, έχοντας στο νου μας
• όσα ο αββάς Μακάριος λέει με τον δικό του, παραβολικό, τρόπο για την ακοινωνησία μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και Θεού, η οποία συνιστά τη ζωή των «κολασμένων», και
• όσα φαίνονται για τις σχέσεις των ανθρώπων στο ζωγραφικό έργο του Γιάννη Γαΐτη:
Μια μέρα, ο Αββάς Μακάριος, καθώς βαδίζει στην έρημο, χτυπάει με το μπαστούνι του το πεταμένο
κρανίο ενός αιρεσιάρχη. Αμέσως ακολούθησε ο εξής διάλογος:
ΜΑΚΑΡΙΟΣ: Ποιος είσαι εσύ;
ΚΡΑΝΙO: Ήμουν ιερέας των ειδώλων και εκείνων, που έμειναν ειδωλολάτρες σ’ αυτό τον τόπο. Εσύ
είσαι ο Μακάριος, ο πνευματοφόρος. Όταν σπλαχνίζεσαι τους κολασμένους και προσεύχεσαι γι’ αυτούς, αυτοί ανακουφίζονται.
ΜΑΚΑΡΙΟΣ: Ποια ανακούφιση αισθάνεσθε; πώς είναι η κόλαση; ποια είναι η κατάσταση εκεί;
ΚΡΑΝΙΟ: Δεν μπορούμε να βλέπουμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου, γιατί είμαστε δεμένοι πλάτη
με πλάτη, και δεν μπορεί κανένας να αντικρίσει τα πρόσωπα των άλλων. Όταν όμως προσεύχεσαι, λασκάρουν τα σκοινιά και μπορούμε να κοιταχτούμε πρόσωπο προς πρόσωπο. Αυτή είναι η ανακούφιση!
Με βάση όσα μάθαμε για τη ζωή του χριστιανού, ας γράψουμε σε τρεις φράσεις τι σημαίνει
πρακτικά να έχει κάποιος την προσδοκία της Βασιλείας του Θεού ως πηγή έμπνευσης για την
καθημερινότητά του:
Πηγή : Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου, Μάριος Κουκουνάρας Λιάγκης, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής και Ποιμαντικής Θεολογίας, ΤΕΥΧΟΣ Α΄ ΘΕΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ Γ΄ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ:9-16
Η Εκκλησία δεν αποτελεί έναν θεσμό…
ο οποίος υπάγεται σε στενούς ηθικούς κανονισμούς και σε ανθρώπινους νόμους, οι οποίοι είναι φθαρτοί και βραχύχρονοι. Δεν αποτελεί ένα στείρο δόγμα ούτε και ένα ιστορικό φαινόμενο, που θα ξεπεραστεί από τους ανθρώπους με το πέρασμα του χρόνου. Δεν αποτελεί καν ένα σύνολο κανόνων που θέλουν να καθορίσουν την ζωή των ανθρώπων σε ένα στενό κοινωνικοηθικό κύκλο.
Αντιθέτως, η Εκκλησίας μας προσφέρει φυγή από όλα αυτά τα παθολογικά φαινόμενα της κοινωνίας που υπαγορεύουν την ζωή μας με έναν δογματικό τρόπο. Μας προσφέρει την πραγματική Αλήθεια, την αλήθεια της αιωνίου Ζωής η οποία υπόσχεται την πλήρη ελευθερία, μακριά από τους κινδύνους του δογματισμού και της κενής από πληρότητα και αλήθεια ηθικολογίας.
Με τον Πέτρο Παναγιωτόπουλο, επίκουρο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δεν είναι από μόνη της (αυτομάτως καλή ή από μόνη της κακή. Αυτό δε γίνεται εύκολα κατανοητό ή αποδεκτό. Πολύς κόσμος πιστεύει πως Χριστιανισμός είναι η επιβολή κάποιων σιδερένιων νόμων και η εκτέλεση κάποιων συγκεκριμένων πράξεων. Τα πράγματα όμως στην ουσία τους δεν είναι έτσι.
Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δε σώζει αυτόματα, μαγικά, μηχανικά. Αυτό που μετράει είναι αν ο άνθρωπος είναι συνειδητά και ελεύθερα προσανατολισμένος προς εκείνον τον αγαπητικό τρόπο ύπαρξης, υπόδειγμα του οποίου είναι η Αγία Τριάδα.
Δεν υπάρχει δηλαδή κατάλογος καλών και κακών πράξεων, αλλά κάθε πράξη θα αξιολογηθεί από το αν έγινε με κίνητρο και κριτήριο την Αγάπη και την Ελευθερία, και θα αποδοκιμαστεί αν έγινε με κίνητρο τη διασφάλιση του ατομικισμού, του εγωισμού και του συμφέροντος.
Η Καινή Διαθήκη και η ζωή της Εκκλησίας διαπνέονται από το πνεύμα αυτό. Αντίθετα, π.χ., προς την άποψη ότι η προσευχή είναι μια δραστηριότητα πάντα και από μόνη της καλή, η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου την εξαρτά από τα κίνητρα και τον προσανατολισμό του προσευχόμενου (Λουκ. 18: 9-14). Ο Φαρισαίος δε βαρύνεται με αμαρτήματα και ανηθικότητες. Παρόλα αυτά αποδοκιμάζεται από το Χριστό, επειδή τυλίχτηκε στο ατομικιστικό σάβανο της "ηθικότητας" και της "ευσέβειάς" του και
απορρίπτει τους άλλους. Ενώ, αντίθετα, ο Τελώνης βαρύνεται μεν με χίλια δυο παραπτώματα, ο προσανατολισμός όμως που δίνει στην ύπαρξή του είναι η μεταστροφή και η συνάντηση με τον άλλον.
Το θέμα του προσανατολισμού, δηλαδή της κατεύθυνσης που επιθυμώ να έχω, είναι εξαιρετικά σπουδαίο. Αν επιθυμώ να συναντηθώ με τον αγαπημένο μου, τότε ολόκληρη η ύπαρξή μου, οι προγραμματισμοί, οι ενέργειές μου εμπνέονται από τον προσανατολισμό μου προς τη συνάντηση που επίκειται. Τι ώρα, π.χ., θα ξεκινήσω, αν προηγουμένως θα φάω ή όχι, τι θα φορέσω, αν θα πάω με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο, αν στη διαδρομή θα χρονοτριβώ στα καταστήματα ή όχι, όλα αυτά δεν έχουν ηθικό χαρακτήρα από μόνα τους, αποκτούν όμως θετική ή αρνητική φόρτιση ανάλογα με το τι εξυπηρετούν και τι δυσχεραίνουν: την ατομικότητά μου ή τη συνάντηση.
Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δεν έχει έτοιμα ηθικά συνταγολόγια. Και γι’ αυτό είναι επαναστατικός
μέσα στις κοινωνίες που συνήθως επαναπαύονται στην τήρηση εξωτερικών τύπων.
Σχολικό βιβλίο Θρησκευτικών Γ΄ Λυκείου, ΔΕ 4, σ. 34-35
Ζούσε στην Αλεξάνδρεια μια ανύπαντρη Χριστιανή γυναίκα που φαινόταν ταπεινή, στην πραγματικότητα όμως ήταν περήφανη και πολύ φιλάργυρη. Ήταν μάλλον φιλόχρυση, παρά φιλόχριστη.
Δεν είχε προσφέρει ποτέ κάτι από την περιουσία της, ούτε σε ξένο, ούτε σε φτωχό, ούτε σε κατα-
πιεσμένο, ούτε σε μοναχό, ούτε σε φτωχό κορίτσι...
Αυτή τη γυναίκα, που μόνο στο όνομα ήταν παρθένα κι όχι στον τρόπο ζωής, ο αγιότατος Μακάριος, ο πρεσβύτερος και προϊστάμενος του λεπροκομείου, θέλησε - κατά κάποιον τρόπο - να την εγχειρίσει σα γιατρός για να την ανακουφίσει από την πλεονεξία, και επινόησε το εξής τέχνασμα...
Πήγε και τη βρήκε και της είπε: "Έχουν πέσει στα χέρια μου πολύτιμοι λίθοι, σμαράγδια και υάκινθοι. Δεν ξέρω αν προέρχονται από κλοπή ή από νόμιμο εμπόριο. Δεν έχουν αποτιμηθεί, μιας και είναι πέρα από κάθε αποτίμηση. Ο ιδιοκτήτης τους τους πουλάει πεντακόσια νομίσματα...".
Πέφτει τότε αυτή στα πόδια του και του λέει: "Να μην τους αγοράσει άλλος, σε παρακαλώ... Αγόρασέ τους εσύ για λογαριασμό μου...".
Πήρε, λοιπόν, ο Μακάριος απ' αυτήν τα πεντακόσια νομίσματα, τα διέθεσε όμως για τις ανάγκες
του λεπροκομείου.
Περνούσε ο καιρός, μα αυτή δίσταζε να του το υπενθυμίσει, επειδή ο άγιος είχε μεγάλη υπόληψη στην Αλεξάνδρεια... Τελικά, κάποια στιγμή που τον συνάντησε στην εκκλησία, του είπε: "Σε παρακαλώ, πες μου, τι έγινε με κείνους τους πολύτιμους λίθους για τους οποίους έδωσα τα πεντακόσια νομίσματα;" Αυτός της απάντησε: "Από την ημέρα που έδωσες τα χρήματα, πλήρωσα την αξία των λίθων. Αν θέλεις να τους δεις, έλα στο σπίτι μου. Εκεί βρίσκονται. Δες αν σου αρέσουν, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου". Κι εκείνη πήγε πολύ ευχαρίστως.
Στους επάνω ορόφους του λεπροκομείου βρίσκονταν οι λεπρές γυναίκες και στους κάτω οι λεπροί άνδρες. Όταν φτάσανε στην είσοδο, τη ρώτησε: "Τι θέλεις να δεις πρώτα; Τους υάκινθους ή τα σμαράγδια;". Του απάντησε: "Ό,τι νομίζεις". Τότε την ανεβάζει στους επάνω ορόφους, της δείχνει
ακρωτηριασμένες γυναίκες με πληγιασμένα πρόσωπα, και της λέει: "Να οι υάκινθοι". Κατόπιν την κατεβάζει στα κάτω πατώματα και της δείχνει τους άνδρες λέγοντας: "Να τα σμαράγδια. Και νομίζω ότι δε θα βρεθούν πολυτιμότερα. Αν, λοιπόν, σου αρέσουν, πάει καλά, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου".
Μετανιωμένη αυτή, βγήκε και, αφού πήγε στο σπίτι της, αρρώστησε από τη στενοχώρια της που δεν έκανε ένα τέτοιο καλό σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αλλά αναγκαστικά. Αργότερα ευχαρίστησε τον Μακάριο και πορεύτηκε στη ζωή της όπως έπρεπε.
Παλλαδίου, Λαυσαϊκόν, PG 34, 1018A-1019C (επιλογές – απόδοση Θ.Ν.Π.)
