Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριάρχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατριάρχες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Χρονολογικό πλαίσιο της εποχής των Πατριαρχών



Οι βιβλικές διηγήσεις για τους Πατριάρχες

Τις διηγήσεις για τους Πατριάρχες τις βρίσκουμε στο πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση, στα κεφάλαια 12-50. Οι μεγάλοι πρωταγωνιστές αυτών των διηγήσεων είναι ο Αβραάμ και οι απόγονοί του Ισαάκ, Ιακώβ και Ιωσήφ.

Σε ποια εποχή έζησαν οι Πατριάρχες;
Κάπου ανάμεσα στο 19ο αι. έως το 15ο αι. π.Χ.

Πού διαδραματίστηκαν οι ιστορίες;
Στην περιοχή της Mέσης Ανατολής. Σπουδαίοι λαοί και πολιτισμοί – όπως μαθαίνουμε και στο μάθημα της φετινής μας Ιστορίας – αναπτύχθηκαν εδώ από την 4η χιλιετία π.Χ.: Αιγύπτιοι, Σουμέριοι, Χετταίοι, Ασσύριοι και οι σημίτες Ακκάδιοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες. Χώρα καταγωγής των Πατριαρχών ήταν η Μεσοποταμία, το σημερινό δηλαδή Ιράκ. Όπως είπαμε και στο προηγούμενο μάθημα, πρόκειται για την περιοχή όπου αναπτύχθηκαν από πολύ νωρίς οι καλλιέργειες. Με τα αγαθά που εξασφάλιζαν η γεωργία και η κτηνοτροφία – και αργότερα η χρήση των μετάλλων – οι άνθρωποι μπορούσαν να παράγουν πολλά πράγματα (υφάσματα, έπιπλα, μεταλλικά εργαλεία κ.ά.)· να χτίζουν και να οχυρώνουν πόλεις· να δημιουργούν όμορφα έργα τέχνης (ναούς, ανάκτορα, αγάλματα κ.ά.)· να καλλιεργούν πνευματική ζωή (γεωμετρία, αριθμητική, αστρολογία, νομοθεσία, γραφή, θρησκεία). Έτσι, σε όλη την περιοχή αναπτύχθηκαν πολλά επαγγέλματα και ζωηρό εμπόριο. Στο χάρτη μπορούμε να επισημάνουμε τα ονόματα γνωστών πανάρχαιων πόλεων, που αποτελούσαν γέφυρες επικοινωνίας και εμπορίου: Ουρ, Σούσα, Βαβυλώνα, Ακκάδ, Μάρι, Ασσούρ, Νινευί, Χαρράν, Ιεριχώ. Την εποχή των Πατριαρχών πολυ-
πληθή καραβάνια διέσχιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις την περιοχή. Οι ταξιδιώτες εκτός από τα εμπορεύματα μετέφεραν μαζί τους διηγήσεις, θρύλους και τραγούδια της πατρίδας τους, αλλά και λατρευτικές συνήθειες, θρησκευτικές δοξασίες* και μύθους για πολλούς θεούς για τους οποίους πίστευαν ότι όριζαν τη μοίρα των ανθρώπων.

Πώς ζούσαν οι Πατριάρχες μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον;
Οι Πατριάρχες ήταν κυρίως βοσκοί αιγοπροβάτων και ζούσαν ως νομάδες. Περιπλανούνταν δηλαδή μαζί με τις οικογένειες και τα ζώα τους από τόπο σε τόπο αναζητώντας κατάλληλους βοσκότοπους και πηγές. Ήταν οργανωμένοι σε πατριές, ομάδες δηλαδή ανθρώπων που κατάγονταν από τον ίδιο πρόγονο. Η σχέση αυτή δημιουργούσε αδελφοσύνη μεταξύ των μελών της ομάδας και καθόριζε το πώς πρέπει να ζεί όποιος ανήκε σ’ αυτήν. Ο αρχηγός της πατριάς (= Πατριάρχης) ήταν πρόσωπο με μεγάλη ισχύ* και αναγνώριση.
Μέσα στο πολυθεϊστικό περιβάλλον της Ουρ, μιας πόλης στη δυτική όχθη του Ευφράτη, ζούσε η ημινομαδική* πατριά του Θάρα, πατέρα του Αβραάμ. Ο Θάρα με όλη του την οικογένεια μετανάστευσε στη Χαρράν. Πόσο χρόνο παρέμειναν εκεί δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι στη Χαρράν αρχίζει η ιστορία των Πατριαρχών με την κλήση ενός αφανούς σημίτη*, του Αβραάμ, από το Θεό. Είναι η ιστορία που διαδραματίζεται* καθώς οι Πατριάρχες πορεύονται συνεχώς: από τη Χαρράν έως τη Χαναάν, από κει στην Αίγυπτο και πάλι πίσω στη Χαναάν κι έπειτα, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και πάλι στη χώρα των Φαραώ.

Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 22


Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Η πορεία των Πατριαρχών μέσω του διαδικτύου

 Μια υπέροχη δουλειά του φίλου Νίκου Ζαλακώστα, από το ιστολόγιο του οποίου την δανείστηκα για να την μοιραστώ μαζί σας.
 
Δραστηριότητα 1η:

η εποχή των πατριαρχών from NZAL 

Δραστηριότητα 2η:Αξιοποιώντας τους χάρτες της Google ακολουθούμε τα βήματα της "πατριάς" του Θάρρα (πατέρα του Αβραάμ) από το Ουρ της Μεσοποταμίας (Ur, Iraq) στη Χαρράν (Harran, Turkey)


Great Ziggurat of Ur

Nassriya, Ιράκ


Χαρράν















(βήματα: στο πάνω αριστερό μέρος του χάρτη παιδιά κάνουμε κλικ στη λέξη: οδηγίες και στα δυο πλαίσια πληκτρολογούμε Ur, Iraq - Harran, Turkey, ενώ μέσω της επιλογής πεζοπορία μπορούμε να δούμε τη χιλιομετρική απόσταση και τη  διάρκεια της διαδρομής)

Ομοίως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τους χάρτες της Bing για να ακολουθήσουμε την πορεία του Θάρρα αλλά  και της "πατριάς" του Αβραάμ από τη Χαρράν στη Χαναάν
Πατήστε πάνω στην εικόνα
 

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Ο Ιωσήφ και ο Φαραώ

PD13
Όμως τι απέγινε ο Ιωσήφ; Ο Θεός δεν τον εγκατέλειψε, γιατί ήταν αγαθό και συνετό και τίμιο παιδί. Όταν οι έμποροι που τον είχαν αγοράσει έφθασαν στην Αίγυπτο, τον πούλησαν στον Πετεφρή, που ήταν αρχηγός της σωματοφυλακής του Φαραώ. Ο κύριός του τον εκτίμησε πολύ, γιατί ήταν έξυπνος, πολύ ικανός και τίμιος στη δουλειά του και τον έκανε επιστάτη. Με τη βοήθεια του Θεού ο Ιωσήφ τα πήγαινε πολύ καλά και το σπίτι του Πετεφρή ήταν ευλογημένο εξαιτίας του Ιωσήφ. Η γυναίκα του Πετεφρή όμως συκοφάντησε τον Ιωσήφ στον άντρα της. Εκείνος την πίστεψε κι έριξε στη φυλακή τον Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ δεν απελπίστηκε. Πίστευε ακλόνητα πως ο Θεός δεν θα τον εγκαταλείψει.
Πράγματι στη φυλακή ο αρχιδεσμοφύλακας εκτίμησε την ικανότητα και την τιμιότητά του και του ανέθεσε να φροντίζει τους υπόλοιπους κρατούμενους.
Στη φυλακή τότε βρίσκονταν κι άλλοι δυο σπουδαίοι φυλακισμένοι, ο αρχιαρτοποιός κι ο αρχιοινοχόος του Φαραώ. Τους είχαν κατηγορήσει ότι θέλησαν να σκοτώσουν τον Φαραώ. Περίμεναν λοιπόν την απόφασή του για την ενοχή ή την αθωότητά τους. Ένα πρωί και οι δυο σηκώθηκαν αναστατωμένοι. Είχαν δει και οι δυο από ένα όνειρο και γύρευαν κάποιον να τους το ερμηνεύσει. Διηγήθηκαν τα όνειρά τους στον Ιωσήφ. «Είδα», είπε ο αρχιοινοχόος, «τρία δυνατά κλήματα που ψήλωσαν πολύ, έβγαλαν φύλλα και σταφύλια. Κι εγώ έκοψα κάμποσα ώριμα τσαμπιά, έστυψα τις ρώγες, γέμισα το χρυσό ποτήρι του Φαραώ και του πρόσφερα να πιει». Ο Ιωσήφ χαρούμενος του είπε πως το όνειρό του σήμαινε πως σε τρεις ημέρες θα τον ελευθέρωναν και θα ξανάπαιρνε τη θέση του στην υπηρεσία του Φαραώ.
«Εγώ», είπε ο αρχιαρτοποιός, «είδα πως είχα πάνω στο κεφάλι μου τρία πανέρια, το ένα πάνω στο άλλο, γεμάτα ψωμιά και γλυκά που προορίζονταν για τον Φαραώ, αλλά τα τσιμπολογούσαν και τα έτρωγαν πουλιά». Ο Ιωσήφ λυπημένος του είπε πως το όνειρό του δεν ήταν καλό και πως σε τρεις ημέρες θα τον εκτελούσαν.
Όπως ακριβώς ερμήνευσε τα όνειρα ο Ιωσήφ – με τη φώτιση του Θεού – έτσι ακριβώς έγιναν τα πράγματα. Ο αρχιοινοχόος ξαναγύρισε στο παλάτι κι ο αρχιαρτοποιός εκτελέστηκε.
Πέρασαν δυο χρόνια κι ο Ιωσήφ παρέμενε στη φυλακή. Ένα βράδυ ο Φαραώ ξύπνησε πολύ αναστατωμένος. Είχε δει δυο πολύ παράξενα όνειρα και ζητούσε από τους μάγους του και τους συμβούλους του να του τα ερμηνεύσουν. Κανένας όμως δεν μπορούσε. Τότε ο αρχιοινοχόος θυμήθηκε τον Ιωσήφ, που του είχε τόσο πετυχημένα ερμηνεύσει το δικό του όνειρο. Είπε στον Φαραώ να τον συμβουλευθεί. Αμέσως έφεραν τον Ιωσήφ από τη φυλακή μπροστά στον μεγάλο βασιλιά. Ταπεινά, αλλά και με σιγουριά που προερχόταν από την πίστη του στον Θεό, ο Ιωσήφ άκουσε τον Φαραώ να του διηγείται τα όνειρά του: «Είδα πως βρισκόμουν στις όχθες του Νείλου. Από το ποτάμι βγήκαν επτά καλοθρεμμένες, παχιές κι όμορφες αγελάδες. Σε λίγο βγήκαν άλλες επτά, αδύνατες κι άσχημες. Κι αυτές οι αδύνατες έφαγαν τις πρώτες, τις παχιές… Κι όταν ξανακοιμήθηκα είδα κι άλλο όνειρο. Βρισκόμουν σ’ ένα χωράφι. Ξάφνου φύτρωσαν επτά καρπερά και δυνατά στάχυα κι ύστερα φύτρωσαν άλλα επτά κακορίζικα κι αδύνατα που όμως έπνιξαν τα δυνατά. Νομίζω πως αυτά τα όνειρα θέλουν για κάτι να με προειδοποιήσουν. Μήπως μπορείς να τα εξηγήσεις;»
«Βασιλιά μου», είπε ταπεινά αλλά με σιγουριά που του έδινε η φώτιση του Θεού ο Ιωσήφ, «και τα δυο όνειρα που είδες σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Θα έρθουν για την Αίγυπτο επτά πλούσια χρόνια με πολλούς καρπούς και γεννήματα. Μετά όμως θα ακολουθήσουν άλλα επτά χρόνια δύσκολα, που η γη δε θα δίνει καρπούς. Βρες, βασιλιά, έναν ικανό άνθρωπο και δώσ’ του εξουσία σ’ όλην την Αίγυπτο να συγκεντρώσει στα επτά χρόνια της ευφορίας τα γεννήματα που θα περισσέψουν σε μεγάλες αποθήκες, για να βρίσκονται για τα δύσκολα χρόνια της δυστυχίας. Έτσι ο λαός σου δεν θα πεινάσει».
Ο Φαραώ εντυπωσιάστηκε από την απάντηση αλλά και τη βεβαιότητα του Ιωσήφ. Εκτίμησε τα χαρίσματά του και σκέφτηκε πως αυτός θα ήταν ο πιο κατάλληλος για να αναλάβει το δύσκολο έργο που έπρεπε να γίνει. Τον ελευθέρωσε, λοιπόν, και τον όρισε αντιβασιλέα, δηλαδή μετά από αυτόν πρώτο άρχοντα της Αιγύπτου. Τον παρουσίασε αμέσως σ’ όλον τον αιγυπτιακό λαό και του έδωσε απόλυτη εξουσία.
Κάνε κλικ εδώ, για ν΄ ακούσεις τη διήγηση


Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί του

Η ιστορία του ισραηλιτικού λαού συνεχίζεται στην Αίγυπτο, καθώς ο ενδέκατος γιος του Ιακώβ, ο Ιωσήφ καταλήγει εκεί από την κακία των αδελφών του. Η ιστορία του Ιωσήφ αναφέρεται κι αυτή στο βιβλίο της «Γένεσης». Τα δώδεκα παιδιά του Ιακώβ είχαν τα εξής ονόματα: Ρουβήν, Συμεών, Λευί, Ιούδας, Ισσάχαρ, Ζαβουλών, Δαν, Νεφθαλί, Γαδ, Ασήρ, Ιωσήφ και Βενιαμίν.
PD12Απ’ όλα τα παιδιά του ο Ιακώβ αγαπούσε τον Ιωσήφ, γιατί ήταν γιος της αγαπημένης του γυναίκας Ραχήλ, αλλά και γιατί ήταν πολύ χαρούμενο και αγαπητό παιδί. Του χάρισε λοιπόν έναν πολύ όμορφο, πολύχρωμο χιτώνα. Κάποτε ο Ιωσήφ διηγήθηκε στ’ αδέλφια του και στον πατέρα του δυο παράξενα όνειρα που είχε δει. «Δέναμε», λέει, «δεμάτια από άχυρα στους αγρούς. Ξάφνου το δικό μου δεμάτι σηκώθηκε και στάθηκε όρθιο και τα δικά σας δεμάτια περικύκλωσαν και προσκύνησαν το δικό μου». Κι ύστερα διηγήθηκε και το δεύτερο όνειρο: «Ο ήλιος και το φεγγάρι και έντεκα αστέρια με προσκύνησαν». Μετά από αυτό το γεγονός τα μεγαλύτερα αδέρφια του τον φθόνησαν πολύ και γύρευαν ευκαιρία για να του κάνουν κακό. Η ευκαιρία δεν άργησε να έρθει. Κάποια μέρα ο Ιακώβ έστειλε τον Ιωσήφ να βρει τ’ αδέρφια του, που έβοσκαν τα κοπάδια τους κι έλειπαν μέρες από το σπίτι και να τους εφοδιάσει με τρόφιμα. Εκείνα μόλις τον είδαν από μακριά να πλησιάζει σκέφτηκαν πως εκεί στην ερημιά θα μπορούσαν πολύ εύκολα να απαλλαγούν από τον «ονειροφανταγμένο» αδελφό τους.
Τον έπιασαν, του έβγαλαν τον πολύχρωμο χιτώνα και τον έριξαν σ’ ένα ξεροπήγαδο. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Ρουβήν, είχε σκοπό αργότερα να τον ελευθερώσει, οι άλλοι ήθελαν να τον σκοτώσουν. Πέρασε όμως από εκεί ένα καραβάνι με εμπόρους που πήγαιναν στην Αίγυπτο. Ο Ρουβήν έλειπε εκείνη την ώρα. Τα άλλα αδέρφια του πούλησαν τον Ιωσήφ για δούλο στους εμπόρους. Το καραβάνι έφυγε, μαζί τους κι ο Ιωσήφ. Τ’ αδέρφια του ξέσχισαν το χιτώνα του, τον έβαψαν με το αίμα ενός κατσικιού κι όταν επέστρεψαν τον έδειξαν στον πατέρα τους ως απόδειξη ότι τον Ιωσήφ τον είχαν καταβροχθίσει άγρια θηρία. Ο Ιακώβ πίστεψε στην ιστορία των παιδιών του. Απαρηγόρητη λύπη τον κατέλαβε. Βυθίστηκε σε βαρύ πένθος.
Αν θέλεις ν΄ ακούσεις την αφήγηση του κειμένου, κάνε κλικ εδώ.
Πηγή/Αναδημοσίευση: http://www.pemptousia.gr


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Το όνειρο του Ιακώβ


PD11
Ο Ιακώβ αποχαιρέτισε τους γονείς του κι έφυγε. Πεζοπορούσε όλη την ημέρα. Όταν το δειλινό ο ήλιος έδυσε, βρήκε μια πέτρα και την έβαλε για μαξιλάρι και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Βαθύς ύπνος τον πήρε, καθώς ήταν πολύ κουρασμένος. Εκείνο το βράδυ είδε ένα παράξενο και σημαδιακό όνειρο. Μια σκάλα στηριγμένη στη γη έφθανε ως τον ουρανό. Άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν. Στην κορυφή της σκάλας ήταν ο Θεός που του είπε: «Είμαι ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ. Θα ευλογήσω κι εσένα. Θα σου χαρίσω τη γη που τώρα βρίσκεσαι. Οι απόγονοί σου θα πληθύνουν σαν την άμμο της θάλασσας και θ’ απλωθούν σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Μέσα από σένα και τους απογόνους σου θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης. Εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε προστατεύω. Από δω και πέρα θα ονομάζεσαι Ισραήλ».
Ξύπνησε ο Ιακώβ ταραγμένος, σηκώθηκε και είπε φοβισμένος: «Εδώ λοιπόν είναι ο Θεός! Πόσο φοβερός είναι αυτός ο τόπος!». Έστησε όρθια την πέτρα που είχε για μαξιλάρι και την περίχυσε με λάδι. Ονόμασε τον τόπο εκείνο Βαιθήλ, δηλαδή Σπίτι του Θεού, κι έκανε ένα τάμα: «Αν ο Θεός σταθεί δίπλα μου και με προστατέψει, αν προνοήσει για την τροφή και το ντύσιμό μου, όταν με το καλό επιστρέψω στο πατρικό μου, θα τον έχω δικό μου Θεό. Αυτό το λιθάρι θα είναι ο βωμός του Θεού κι απ’ όλα τα αγαθά μου θα προσφέρω σ’ αυτόν το ένα δέκατο».
Ο Ιακώβ ταξίδεψε ως τη Μεσοποταμία, στον θείο του, τον Λάβαν. Εκεί έμεινε δεκατέσσερα χρόνια. Δούλεψε σκληρά κι έφτιαξε μεγάλη περιουσία. Παντρεύτηκε δυο γυναίκες – εκείνη την εποχή συνηθιζόταν να παίρνουν οι άντρες περισσότερες από μία γυναίκες – τη Λεία και τη Ραχήλ και απέκτησε δώδεκα παιδιά.  Μετά τα δεκατέσσερα χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει στη Γη Χαναάν, με την ελπίδα ότι θα είχε περάσει ο θυμός του Ησαύ και θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά τα δυο αδέλφια. Πράγματι, ταξίδεψε με τις γυναίκες και τα παιδιά του, τους υπηρέτες και τα κοπάδια του. Στο δρόμο της επιστροφής του φανερώθηκε πάλι ο Θεός. Του έστειλε άγγελο με τον οποίον ο Ιακώβ πάλεψε. Ύστερα ακούστηκε η φωνή του Θεού: «Το όνομά σου από δω και πέρα θα είναι Ισραήλ, που σημαίνει δυνατός, γιατί φάνηκες δυνατός στον Θεό και θα είσαι δυνατός και στους ανθρώπους».
Λίγο αργότερα συναντήθηκε με τον Ησαύ. Έτρεξε πρώτος ο Ιακώβ και προσκύνησε τον αδελφό του. Εκείνος συγκινημένος τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η έχθρα είχε ξεχαστεί. Αγάπη και χαρά γέμισαν τη ζωή των  δυο αδελφών.
Αν θέλεις ν΄ ακούσεις την αφήγηση του κειμένου, κάνε κλικ εδώ


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122 
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ησαύ και Ιακώβ

Ησαύ και Ιακώβ

 
PD10
Ο Ισαάκ αποκτά δύο γιους και έτσι συνεχίζεται η γενιά που άρχισε από τον πατριάρχη Αβραάμ. Η ιστορία του Ησαύ και του Ιακώβ παρουσιάζεται από το 25ο μέχρι το 35ο κεφάλαιο του βιβλίου της Γένεσης.
Ο Ισαάκ και η Ρεβέκκα απέκτησαν δύο δίδυμα αγόρια, τον Ησαύ και τον Ιακώβ. Ο Ησαύ ήταν κυνηγός. Του άρεσε να γυροφέρνει στα βουνά και στα λαγκάδια. Ήταν κοκκινωπός κι όταν μεγάλωσε έγινε πολύ τριχωτός. Ήταν ο πρωτότοκος, ο αγαπημένος του πατέρα του.
Ο Ιακώβ ήταν ήρεμος και πράος. Αγαπούσε τη ζωή του σπιτιού. Έμενε κοντά στη μητέρα του και τη βοηθούσε στις δουλειές της. Κι αυτή του είχε περισσότερη αδυναμία.
Μια μέρα ο Ιακώβ μαγείρεψε φακές. Ο Ησαύ γύρισε πολύ κουρασμένος και πεινασμένος από το κυνήγι. Οι φακές μοσχοβολούσαν. Ζήτησε ένα πιάτο από τον αδελφό του. Κι εκείνος εκμεταλλεύθηκε την πείνα του.
«Θα σου δώσω», του είπε πονηρά, «αν μου πουλήσεις το δικαίωμα που έχεις ως πρωτότοκος».
Το αντάλλαγμα ήταν πολύ μεγάλο. Το δικαίωμα του πρωτότοκου σήμαινε ότι ο Ησαύ θα κληρονομούσε όλα τα υπάρχοντα αλλά και όλες τις ευλογίες του πατέρα τους. Όμως ο Ησαύ μπροστά στην πείνα του δεν λογάριασε τίποτα. «Τι να τα κάνω τα πρωτοτόκια», είπε, «αφού δεν κρατιέμαι στα πόδια μου;». «Ορκίσου μου ότι μου τα δίνεις», επέμενε ο Ιακώβ. Ο Ησαύ ορκίστηκε κι έτσι για ένα πιάτο φακές αντάλλαξε τα πρωτοτόκια («αντί πινακίου φακής»).
Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ο Ισαάκ γέρασε πολύ, θέλησε να ευλογήσει τον πρωτότοκο γιο του, τον Ησαύ. Τον φώναξε λοιπόν και του είπε: «Παιδί μου, πλησιάζει η ώρα του θανάτου μου. Θέλω να σ’ ευλογήσω. Πήγαινε να κυνηγήσεις. Άμα πετύχεις κάτι στο κυνήγι, μαγείρεψέ το. Φτιάξε ένα καλό φαγητό και φέρε μου να φάω και να σου δώσω μέσα από την καρδιά μου την ευλογία μου». Ο Ησαύ έφυγε γρήγορα, πρόθυμος να εκτελέσει την επιθυμία του πατέρα του. Η Ρεβέκκα άκουσε τα λόγια του Ισαάκ. Φώναξε τον αγαπημένο της Ιακώβ και του είπε: «Σήμερα ο πατέρας σου θα ευλογήσει τον αδελφό σου. Τον άκουσα να του ζητάει να κυνηγήσει και να μαγειρέψει γι’ αυτόν κι έτσι να πάρει την ευλογία και τα δικαιώματά του. Άκου τι θα σου πω και πράξε όπως θα σε προστάξω. Πήγαινε στο κοπάδι και διάλεξε δυο κατσικάκια τρυφερά και καλοκαμωμένα. Ετοίμασέ τα και φέρ’ τα μου να τα μαγειρέψω σύμφωνα με το γούστο του πατέρα σου. Θα του προσφέρεις εσύ το φαγητό κι εσύ θα πάρεις τις ευλογίες του».
«Μα μητέρα, είμαι τόσο διαφορετικός από τον Ησαύ! Εκείνος είναι τριχωτός. Ο πατέρας μας δεν βλέπει, αλλά θα με καλέσει κοντά του, θα με αγγίξει και θα καταλάβει ότι είμαι ο Ιακώβ. Αντί να με ευλογήσει θα με καταραστεί, γιατί τον κορόιδεψα».
«Μη σε νοιάζει», του είπε η Ρεβέκκα, «φέρε τα κατσικάκια κι όλα θα τα τακτοποιήσω».
Πράγματι, ο Ιακώβ έκανε όπως τον συμβούλεψε η μητέρα του. Εκείνη μαγείρεψε το πιο νόστιμο φαγητό. Ύστερα φόρεσε στον Ιακώβ το ρούχο του Ησαύ και στα μπράτσα και το λαιμό του τύλιξε κομμάτια από την προβιά των κατσικιών. Του παρέδωσε το φαγητό και τον έστειλε στον πατέρα του.
Ο Ισαάκ δεν έβλεπε από τα γεράματα. «Πατέρα», είπε σιγανά ο Ιακώβ, «είμαι ο Ησαύ, ο πρωτότοκος. Σου έφερα το φαγητό που ζήτησες. Φάγε, ευχαριστήσου και δώσε μου την ευλογία σου».
«Έλα, παιδί μου, κοντά», είπε ο Ισαάκ. «Πώς πέτυχες τόσο γρήγορα το κυνήγι;»
«Ο Θεός μού το έφερε μπροστά μου», είπε πολύ σιγά ο Ιακώβ, για να μην τον καταλάβει ο πατέρας του.
«Έλα κοντά μου, να σ’ αγγίξω, γιατί δε βλέπω καλά», επέμενε ο Ισαάκ. Ο Ιακώβ πλησίασε κι έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον πατέρα του. Εκείνος έπιασε την προβιά των κατσικιών στα μπράτσα και το σβέρκο και πίστεψε πως ήταν ο Ησαύ. Έφαγε με πολλή ευχαρίστηση το καλομαγειρεμένο φαγητό κι ύστερα έδωσε όλες τις ευλογίες και τα δικαιώματα του πρωτότοκου στον Ιακώβ.
Αργότερα επέστρεψε και ο Ησαύ από το κυνήγι. Ετοίμασε τα φαγητό και πήγε στον πατέρα του για την ευλογία. Γρήγορα αποκαλύφθηκε η απάτη του Ιακώβ. Ο Ισαάκ στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, αλλά δεν μπορούσε πια να πάρει πίσω ό,τι με ευλογία είχε δώσει στον Ιακώβ. Μεγάλο μίσος μπήκε τότε στην καρδιά του Ησαύ για τον αδελφό του. Μέρα με τη μέρα γινόταν σκυθρωπός. Σκεφτόταν κι έλεγε: «Ο πατέρας μου είναι πολύ ηλικιωμένος. Δεν θ’ αργήσει να πεθάνει. Τότε θα σκοτώσω τον αδελφό μου». Η Ρεβέκκα κατάλαβε τον σκοπό του Ησαύ και τρόμαξε. Φώναξε τον Ιακώβ και τον συμβούλεψε να φύγει, για να γλιτώσει. Τον έστειλε στη Χαρράν, στη Μεσοποταμία, στον αδελφό της, και του ζήτησε να μείνει εκεί μέχρι να περάσει ο θυμός του αδελφού του. Εκείνη θα τον ειδοποιούσε πότε να επιστρέψει.
Κάντε κλικ εδώ, για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122 
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Ισαάκ και Ρεβέκκα

Ισαάκ και Ρεβέκκα

PD9
Όταν ο Ισαάκ έφτασε σε ηλικία γάμου, ο πατέρας του θέλησε να πάρει γυναίκα από την πατρίδα τους, τη Μεσοποταμία. Έστειλε λοιπόν τον πιστό του υπηρέτη Ελιέζερ στη χώρα τους, για να βρει, με τη βοήθεια του Θεού, μια καλή κοπέλα, ταιριαστή για τον Ισαάκ. Ο Ελιέζερ πήρε μαζί του πλούσια δώρα για τη νύφη και την οικογένειά της. Μετά από κουραστικό ταξίδι πολλών ημερών έφτασε έξω από την πόλη όπου ζούσε ο αδελφός του Αβραάμ. Σταμάτησε δίπλα σ’ ένα πηγάδι ν’ αναπαυθεί. Επειδή είχε πολλή αγωνία για την επιτυχία του ταξιδιού του, προσευχήθηκε στον Θεό: «Φανέρωσε, Κύριε, εσύ τη γυναίκα που θα είναι ταιριαστή για τον Ισαάκ. Κάνε η κοπέλα που θα έρθει να αντλήσει νερό και θα μου δώσει κι εμένα να πιω και θα ποτίσει τις καμήλες μου να είναι η γυναίκα που προορίζεις για τον Ισαάκ». Πριν τελειώσει την προσευχή του, ήρθε στο πηγάδι μια όμορφη νεαρή κοπέλα. Πρόθυμα πρόσφερε νερό και στον Ελιέζερ και πότισε τις καμήλες του. Ο Ελιέζερ είχε τη βεβαιότητα ότι την έστειλε ο Θεός. Έμαθε ποια είναι η οικογένειά της και το όνομά της, Ρεβέκκα. Η Ρεβέκκα τον προσκάλεσε στο σπίτι τους για να φιλοξενηθεί.
Ο αδελφός της, Λάβαν, δέχθηκε με χαρά τον Ελιέζερ, ο οποίος του φανέρωσε τον σκοπό του ταξιδιού του και πρόσφερε τα πλούσια δώρα του στη Ρεβέκκα και την οικογένειά της. Ο Λάβαν συμφώνησε με την πρόταση του Ελιέζερ και του κυρίου του Αβραάμ κι έτσι η Ρεβέκκα άφησε την πατρική της οικογένεια και ακολούθησε τον Ελιέζερ στη Γη Χαναάν, στην οικογένεια του Αβραάμ. Με χαρές και πανηγύρια έγινε ο γάμος του Ισαάκ με τη Ρεβέκκα. Ο Αβραάμ μετά το γάμο του Ισαάκ έζησε άλλα τριάντα πέντε χρόνια. Συμβούλεψε τα παιδιά του να ζήσουν με αγάπη και ευλάβεια και πίστη στον Θεό και πέθανε ευτυχισμένος και ειρηνικός, γιατί είδε να εκπληρώνονται οι υποσχέσεις του Θεού.
Κάντε κλικ εδώ για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου.



Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122 
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Ισαάκ - Η θυσία του Αβραάμ

Πρώτος απόγονος του γενάρχη των Εβραίων, του Αβραάμ, είναι το μοναχοπαίδι του, ο Ισαάκ. Η ιστορία του Ισαάκ, βρίσκεται γραμμένη από το 21ο ως το 25ο κεφάλαιο του βιβλίου της «Γένεσης».
Εννέα μήνες μετά την υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ και τη Σάρρα, η Σάρρα έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγόρι που το ονόμασαν Ισαάκ, δηλαδή «παιδί της χαράς και του γέλιου». Πράγματι, ο Ισαάκ ήταν ένα δώρο του Θεού και χάρισε στους γονείς του απέραντη χαρά. Μεγάλωνε μέσα στην αγάπη τους και τους συγκινούσε βαθύτατα, γιατί σ’ αυτόν είχε πραγματοποιηθεί η υπόσχεση του Θεού.
Όταν ο Ισαάκ ήταν ακόμα μικρό παιδάκι, ο Θεός μίλησε πάλι στον Αβραάμ. Αυτή τη φορά το θέλημα του Θεού ήταν φοβερό. Ζητούσε από τον Αβραάμ να του θυσιάσει αυτό το μονάκριβο παιδί του, τον χαριτωμένο Ισαάκ! «Πάρε τον Ισαάκ κι έλα να μου τον προσφέρεις θυσία στον τόπο που εγώ θα σου υποδείξω!», ήταν τα λόγια του Θεού.
Παρά την απέραντη θλίψη του ο Αβραάμ έπρεπε να υπακούσει στον λόγο του Θεού. Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί, φόρτωσε στο ζώο του ξύλα που θα ήταν απαραίτητα για τη θυσία, ξύπνησε και τον μικρό Ισαάκ και ξεκίνησαν για τον τόπο που θα τους υποδείκνυε ο Θεός. Τρεις μέρες περπατούσαν. Ο Ισαάκ αμέριμνος και χαρούμενος, ο Αβραάμ θλιμμένος, αλλά πιστός στο θέλημα του Θεού.΄ Όταν έφτασαν στο βουνό της θυσίας, ο Ισαάκ απορημένος ρώτησε: «Πού είναι, πατέρα, το πρόβατο για τη θυσία;»
«Μην ανησυχείς, παιδί μου, ο Θεός θα φροντίσει για το πρόβατο της θυσίας Του», απάντησε ο Αβραάμ συντετριμμένος.
΄Έστησε το θυσιαστήριο κι ύστερα φανέρωσε στον Ισαάκ το θέλημα του Θεού. Εκείνος είχε μάθει πως η εντολή του Θεού ήταν ανώτερη από καθετί στον κόσμο, γι’ αυτό κάθισε υπομονετικά να τον δέσει ο πατέρας του και να τον ξαπλώσει πάνω στο θυσιαστήριο. Την ώρα όμως που ο Αβραάμ ετοιμαζόταν να θυσιάσει το παιδί του, ο Θεός τον σταμάτησε. Δεν ήθελε αυτή τη θυσία. Ο Θεός δεν θέλει θυσίες ανθρώπων. ΄Ήθελε μόνο να δοκιμάσει την πίστη και την υπακοή του Αβραάμ στο θέλημά Του.
«Μην αγγίξεις το παιδί και μην του κάνεις κακό. Είδα πόσο σέβεσαι τον Θεό, αφού για χάρη Του δεν λυπήθηκες ούτε το μονάκριβο παιδί σου!».
Μ’ αυτά τα λόγια ΄Άγγελος Κυρίου μήνυσε στον Αβραάμ το θέλημα του Θεού. Κι εκείνος με απερίγραπτη χαρά έλυσε τον Ισαάκ, που πήδηξε από το θυσιαστήριο κι έπεσε στην αγκαλιά του. Στο διπλανό θάμνο ήταν σκαλωμένο ένα κριάρι σταλμένο από το Θεό, για να πάρει τη θέση του Ισαάκ στη θυσία. Η θυσία που ακολούθησε ήταν συγκλονιστική. Ο Αβραάμ κι ο Ισαάκ με δάκρυα ευχαρίστησαν τον Θεό για την αγάπη Του κι άκουσαν πάλι την υπόσχεση του Θεού: «Αβραάμ, θα πληθύνω τους απογόνους σου σαν τα άστρα του ουρανού και σαν την άμμο της θάλασσας. Από το γένος σου θα έρθει η ευλογία του Θεού σ’ όλα τα έθνη και τις φυλές της γης». Τώρα ο Αβραάμ ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ο Θεός κρατούσε την υπόσχεσή Του. Αλλά και ο μικρός Ισαάκ έγινε μάρτυρας της υπόσχεσης και του θελήματος του Θεού.
Κάντε κλικ εδώ, για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου.


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122  
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Λωτ και τα Σόδομα

PD7
Ο Λωτ είχε εγκατασταθεί στη Χαναάν μαζί με τον θείο του. Με την ευλογία του Θεού τα κοπάδια τους αυξήθηκαν πολύ. Ο Λωτ έβλεπε πως  ο τόπος που είχαν στη διάθεσή τους για βοσκή δεν ήταν αρκετός, γι’ αυτό αποφάσισε να φύγει μακριά από τον Αβραάμ και να εγκατασταθεί σ’ ένα εύφορο μέρος κοντά στην πόλη Σόδομα.
Οι κάτοικοι των Σοδόμων ήταν πάρα πολύ ανήθικοι και αμαρτωλοί και προκαλούσαν την οργή του Θεού με την αμαρτωλή ζωή τους. Μέσα σ’ αυτήν την πόλη μόνον ο Λωτ με την οικογένειά του εξακολουθούσαν να είναι ευσεβείς και να τηρούν το θέλημα του Θεού. Ο Θεός μίλησε στον Αβραάμ και του είπε πως είχε αποφασίσει να καταστρέψει τα Σόδομα. Ο Αβραάμ ήταν πονόψυχος και παρακάλεσε το Θεό να λυπηθεί την όμορφη πόλη, αν υπήρχαν έστω και δέκα δίκαιοι άνθρωποι ανάμεσα στους κατοίκους της. Ο Θεός υποσχέθηκε πως δεν θα την κατέστρεφε, αν βρίσκονταν δέκα δίκαιοι ανάμεσα στον πληθυσμό της. Δυστυχώς όμως δεν υπήρχαν άλλοι εκτός από τον Λωτ, τη γυναίκα του και τις θυγατέρες του. Έστειλε λοιπόν ο Θεός δυο αγγέλους με τη μορφή δύο ανδρών στον Λωτ και του μήνυσε πως τα Σόδομα θα καταστραφούν με φωτιά και θειάφι, που θα πέσει από τον ουρανό. Αυτός με την οικογένειά του έπρεπε αμέσως να εγκαταλείψουν την πόλη. Καθώς θα έφευγαν, δεν θα έπρεπε να κοιτάξουν πίσω, μόνο μπροστά. Θα πλήρωνε πολύ ακριβά την περιέργειά του όποιος έστρεφε πίσω το κεφάλι.
Με πόνο στην καρδιά για την πόλη και τους κατοίκους της ο Λωτ έκανε όπως του υπέδειξαν οι δυο άγγελοι. Ξημερώματα έφυγαν από το σπίτι τους κουβαλώντας μαζί τους λίγα πολύτιμα πράγματα αυτός, η γυναίκα του και οι δυο θυγατέρες του, προειδοποιημένοι όλοι να μην γυρίσουν πίσω το κεφάλι ό,τι κι αν συμβεί, ό,τι κι αν ακούσουν πίσω τους. Καθώς απομακρύνονταν ακούγονταν τρομεροί κρότοι από χιλιάδες κεραυνούς, χαλασμός κόσμου.
Ο Λωτ με τις τρεις γυναίκες προχωρούσαν κατατρομαγμένοι. Κάποια στιγμή η γυναίκα του Λωτ ξέχασε την εντολή του Θεού κι έστρεψε περίεργη το βλέμμα της προς την πόλη που καιγόταν. Στη στιγμή έμεινε ακίνητη, έγινε μια κολόνα από αλάτι (στήλη άλατος). Ο Λωτ και οι θυγατέρες του δεν μπόρεσαν να τη βοηθήσουν. Έπρεπε να συνεχίσουν να προχωρούν, χωρίς να στρέψουν πίσω το κεφάλι, παρόλο που είχαν λυπηθεί πάρα πολύ. Έφτασαν σε μια πόλη που την έλεγαν Σηγώρ. Εκεί εγκαταστάθηκαν οι τρεις τους, οι μόνοι που σώθηκαν από τα Σόδομα.
Κάντε κλικ εδώ, για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου.


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122 
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Αβραάμ

Ο Αβραάμ

 PD6
Η ιστορία του ισραηλιτικού λαού αρχίζει από τη στιγμή της κλήσης του Αβραάμ, του Πατριάρχη των Εβραίων, από τον Θεό. Η κλήση της οικογένειας του Αβραάμ αλλά και του ανεψιού του, του Λωτ, περιγράφεται στο βιβλίο της «Γένεσης».
Ο Άβραμ ζούσε σε μια πόλη της Μεσοποταμίας που ονομαζόταν Ουρ. Ήταν καλός και ευσεβής άνθρωπος.
Ο Θεός του είπε: «Άβραμ, ο τόπος που κατοικείς γέμισε από ασεβείς ανθρώπους. Άφησε λοιπόν τον τόπο αυτό κι έλα να κατοικήσεις στη χώρα που εγώ θα σου δείξω. Εκεί θα αυξήσω τους απογόνους σου σαν την άμμο. Από εσένα θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης».
Ο Άβραμ έπρεπε να αφήσει την πατρίδα του και να ξεκινήσει για έναν τόπο άγνωστο, διατρέχοντας πολλούς κινδύνους. Υπάκουσε όμως με προθυμία στην εντολή του Θεού. Πήρε μαζί του τη γυναίκα του Σάρα και τον ανεψιό του, τον Λωτ, τον οποίο αγαπούσε πολύ, γιατί ο ίδιος δεν είχε αποκτήσει παιδιά. Μαζί τους πήραν και όλα τους τα κοπάδια από πρόβατα, βόδια και καμήλες.
Ύστερα από μακρύ και κοπιαστικό ταξίδι πέρασαν τον Ιορδάνη ποταμό και μπήκαν στην εύφορη και όμορφη Γη Χαναάν.
Ο Θεός, ευχαριστημένος που ο Άβραμ υπάκουσε στην εντολή Του, παρουσιάστηκε σ’ αυτόν με τη μορφή τριών αγγέλων, που φιλοξενήθηκαν στη σκηνή του. Τον ευλόγησε λοιπόν και του είπε: «Θα σε κάνω πατριάρχη, δηλαδή αρχηγό μεγάλου λαού, που θα κατοικήσει σ΄ αυτήν τη χώρα. Από τους απογόνους σου θα γεννηθεί ο Σωτήρας του κόσμου. Από δω και στο εξής θα ονομάζεσαι Αβραάμ και η γυναίκα σου Σάρα. Τη γυναίκα σου θα την ευλογήσω και θα σας χαρίσω γιο από τον οποίο θα προέλθουν λαοί και βασιλιάδες».
Κάντε κλικ εδώ, για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου.
  


Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Τα ανθρώπινα συναισθήματα

Ο μαθητής καλείται να αντιστοιχίσει κάθε συναίσθημα από τη δεξιά στήλη με έναν από τους 6 πίνακες ανάλογα με το ποιο συναίσθημα ο κάθε πίνακας αποπνέει           
Πηγή:http://photodentro.edu.gr/jspui/handle/8521/981


    

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

5. Η ιστορία του Αβραάμ: η μεγάλη κλίση, το μεγάλο ναι

Οι βιβλικές διηγήσεις για τους Πατριάρχες 

  • Τις διηγήσεις για τους Πατριάρχες τις βρίσκουμε στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης Γένεση.
  • Οι Πατριάρχες έζησαν ανάμεσα στον 19ο και 15ο αι. π.Χ.
  • Χώρα καταγωγής των Πατριαρχών ήταν η Μεσοποταμία το σημερινό δηλαδή Ιράκ


  • Οι Πατριάρχες ήταν κυρίως βοσκοί αιγοπροβάτων και ζούσαν ως νομάδες. Περιπλανούνταν δηλαδή μαζί με τις οικογένειες και τα ζώα τους από τόπο σε τόπο αναζητώντας κατάλληλους βοσκότοπους και πηγές.
  • Ήταν οργανωμένοι σε πατριές, ομάδες δηλαδή ανθρώπων που κατάγονταν από τον ίδιο πρόγονο. Ο αρχηγός της πατριάς (=Πατριάρχης) ήταν πρόσωπο με μεγάλη ισχύ και αναγνώριση.


  • Μέσα στο πολυθεϊστικό περιβάλλον της Ουρ,
 μιας πόλης στη δυτική όχθη του Ευφράτη ζούσε η πατριά του Θάρα, πατέρα του Αβραάμ. Ο Θάρα με όλη του την οικογένεια μετανάστευσε στη Χαρράν. Στη Χαρράν αρχίζει η ιστορία των Πατριαρχών με την κλήση του Αβραάμ από το Θεό.
___________________________________________________________________________________

α) ο Θεός καλεί τον Αβραάμ

Ο Κύριος εμφανίστηκε στον Άβραμ και του είπε:

"Φύγε από τη χώρα σου και τους συγγενείς σου και από το σπίτι του πατένωρα σου και πήγαινε σε μια χώρα που εγώ θα σου δείξω. Θα κάνω από εσένα ένα μεγάλο έθνος και θα σε ευλογήσω. Θα κάνω το όνομά σου ξακουστό και θα είσαι ευλογία για τους άλλους...Μ΄εσένα θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης"

Έτσι ο Άβραμ αναχώρησε όπως του είπε ο Κύριος...μαζί του πήρε τη γυναίκα του Σάρα, τον ανηψιό του Λωτ, όλα τα υπάρχοντά του, που είχε αποκτήσει στη Χαρράν...και έφτασαν στη Χαναάν. Ο Άβραμ εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Συχέμ.



Αφού εγκαταστάθηκε στη Χαναάν εμφανίστηκε σε αυτόν για δεύτερη φορά ο Θεός και του είπε:

"Αυτήν τη γη θά τη δώσω στους απογόνους σου"

Αργότερα ξέσπασε πείνα στη Χαναάν και ο Άβραμ κατέβηκε με όλη του την οικογένεια στην Αίγυπτο. Όταν το κακό πέρασε ξαναγύρισε στη Χαναάν. Εκεί ο Θεός του φανερώθηκε για τρίτη φορά και του είπε:

"Σήκωσε τα μάτια σου και κοίτα ένα γύρο από τον τόπο που βρίσκεσαι...Όλη αυτή τη χώρα που βλέπεις θα τη δώσω σε σένα και τους απογόνους σου για πάντα. Θα σου δώσω τόους πολλούς απογόνους σαν τους κόκκους της άμμου στη γη..."

Ο Άβραμ μάζεψε τις σκηνές του και ήρθε να κατοικησει κοντά στη Δρυ Μαμβρή στη Χεβρών.

Μετά από αρκετές περιπέτειες...ο Κύριος είπε σε όραμα στον Άβραμ:

"Μη φοβάσαι Άβραμ. Εγώ είμαι η ασπίδα σου....Κοίτα τον ουρανό και μέτρα τ' αστέρια, αν μπορείς να τα μετρήσεις. Έτσι αναρίθμητοι θα είναι οι απόγονοί σου."

Ο Άβραμ πίστεψε στον Κύριο....
Βασικά σημεία:
  • Ο Θεός καλεί - ο άνθρωπος ανταποκρίνεται 
  • Ο Θεός για πρώτη φορά αποκαλύπτεται. Απλώνει το χέρι του στον άνθρωπο, τον καλεί προσωπικά, του δίνει υποσχέσεις (=επαγγελίες) και του υποδεικνύει συγκεκριμένες ενέργειες.
________________________________________________________
β) Ο Θεός και ο Αβραάμ συνάπτουν Διαθήκη 

Φανερώθηκε ο Κύριος και του είπε:

"Εγώ είμαι ο Θεός παντοκράτορας. Να ζεις σύμφωνα με το θέλημά μου και να είσαι τέλειος. Θα συνάψω μαζί σου Διαθήκη και θα σου δώσω πολλούς απογόνους"

Ο Άβραμ έπεσε με το πρόσωπο στη γη και ο Θεός του είπε:

"Αυτή είναι η Διαθήκη, που κάνω μαζί σου. Δε θα ονομάζεσαι πια Άβραμ, αλλά Αβραάμ, γιατί θα σε κάνω πατέρα πλήθους εθνών...θα γίνεις γενάρχης λαών. Και βασιλιάδες θα προέλθουςν από σένα. Τη Διαθήκη μου τη συνάπτω μαζί σου, αλλά θα ισχύει για όλες τις γενιές των απογόνων.....Διαθήκη αιώνια, ώστε να είμαι Θεός δικό σου και των απογόνων σου". Διαθήκη= συμφωνία


Όροι Διαθήκης 

Ο Θεός υπόσχεται στον Αβραάμ:

  • θα του δώσει χώρα (ήταν νομάδες)
  • θα του δώσει πολλούς απογόνους (ο Αβραάμ μέχρι τότε δεν είχε παιδιά)
  • ότι το έθνος που θα δημιουργούνταν από τους απογόνους του, θα έφερνε ευλογία σε όλον τον κόσμο(Ιησούς Χριστός)

Ο Αβραάμ υπόσχεται στο Θεό:

  • ότι θα ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού
  • ότι θα πιστεύει μόνο σε αυτόν (καταργείται η πολυθεία) 
____________________________________________________________
γ ) Ο Αβραάμ φιλοξενεί το Θεό στη σκηνή του

Ένα μεσημέρι ο Αβραάμ καθόταν μπροστά στη σκηνή του, όταν εμφανίστηκαν τρεις άντρες.
 Ο Αβραάμ αφού τους προσκύνησε διέταξε να φέρουν νερό για να πλύνουν τα πόδια τους και να ξεκουραστούν. Μετά είπε στη Σάρα τη γυναίκα του να ετοιμάσει τραπέζι γι' αυτούς. 
Αφού οι τρεις άντρες έφαγαν, είπαν στον Αβραάμ, ότι του χρόνου τέτοια εποχή, που θα ξανάρθουν, η Σάρα θα έχει αποκτήσει γιο.
 Η Σάρα που παρακολουθούσε κρυφά τους επισκέπτες, γέλασε. Τότε ο Κύριος είπε στον Αβραάμ, ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο για τον Κύριο. Οι τρεις άντρες φεύγοντας επανέλαβαν τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στον Αβραάμ.

Στη φιλοξενία του Αβραάμ η Εκκλησία είδε την πρώτη φανέρωση της Αγίας Τριάδας (Πατέρας, Υίός, Άγιο Πνεύμα).


δ)Χαρά στη ζωή του Αβραάμ και της Σάρρας: ο Ισαάκ

Ο Κύριος έκανε για τη Σάρρα ό,τι είχε υποσχεθεί. Έτσι η Σάρρα έμεινε έγκυος και γέννησε γιο στα γεράματά της που τον ονόμασαν Ισαάκ (=αυτός που γελά)

Η θυσία του Ισαάκ

Ο Θεος, αφού ο Ισαάκ μεγάλωσε, ζήτησε από τον Αβραάμ να τον θυσιάσει. Ο Αβραάμ εμπιστεύθηκε το Θεό και αφού πήρε ξύλα για τη θυσία ανέβηκε στο μέρος που του είχε ζητήσει ο Θεός. Την ώρα που ετομαζόταν, να θυσιάσει τον Ισαάκ, ακούστηκε η φωνή του Θεού, που του είπε να μην θυσιάσει τον γιό του και γυρνώντας ο Αβραάμ το βλέμμα του είδε ένα κριάρι, το οποίο και πρόσφερε θυσία στο Θεό.

Για να κατανοήσουμε την ιστορία αυτή, πρέπει να λάβουμε υπ' όψη μας, ότι οι θυσίες μικρών παιδιών και ειδικά των πρωτότοκων αγοριών ήταν πολύ συνηθισμένες την εποχή εκείνη. Η καταγωγή της ανθρωποθυσίας είναι πανάρχαιη και οι ρίζες της εντοπίζονται στη νεολιθική εποχή. (δες και τη θυσία της Ιφιγένειας, που τελικά δεν έγινε και θυσίασαν ένα ελάφι).   

Εδώ, δεν έχουμε έναν Θεό σκληρό, ανελέητο, κακό. Την εποχή εκείνη γίνονταν ανθρωποθυσίες και η ιστορία αυτή του Ισαάκ μας δείχνει, ότι ο Θεός τις καταργεί. 
____________________________________________________________

Δείτε στο παρακάτω βίντεο την ιστορία του Αβραάμ:



(Υλικό απο το wiki που είχαμε την περσινή χρονιά με τη Δήμητρα Παπανικολάου)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...