Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραβολές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραβολές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Μεγάλη Τρίτη - Ο Χριστός εκρύφθει

  Στο σημερινό Ευαγγέλιο, οι Φαρισαίοι ψάχνουν απεγνωσμένα τρόπους να συλλάβουν τον Ιησού, ο οποίος αποτελεί μεγάλη απειλή στην εξουσία τους, εξαιτίας της μεγάλης Του αποδοχής από τον κόσμο.. Έτσι η Μ. Τρίτη είναι αφιερωμένη στη μνεία του ιερού ευαγγελίου που αναφέρεται στη δρυμίτατη καταγγελία του Ιησού κατά των θρησκευτικών αρχηγών του Ισραήλ, των Γραμματέων και των Φαρισαίων ( ...Ουαι υμιν, γραμματεις και Φαρισαιοι υποκριται...οδηγοι τυφλοι, οι διυλιζοντες τον κωνωπα την δε καμηλον καταπινοντες......Ουαι υμιν, γραμματεις και Φαρισαιοι υποκριται, οτι παρομοιαζετε ταφοις κεκονιαμενοις, οιτινες εξωθεν μεν φαινονται ωραιοι εσωθεν δε γεμουσιν οστεων νεκρων και πασης ακαθαρσιας.....)

Τη Μ. Τρίτη όμως  θυμόμαστε και  δύο παραβολές: των δέκα παρθένων και των ταλάντων (Ματθ. 25, 1-30). Η πρώτη ζητά να είμαστε ως πιστοί συνεχώς έτοιμοι έχοντας αναμμένες τις λαμπάδες της πίστης και της φιλανθρωπίας. Η δεύτερη μας θέλει εργατικούς, για να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.

 Η παραβολή των δέκα παρθένων
Tότε η βασιλεία των ουρανών θα μοιάσει με δέκα παρθένες, οι οποίες, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, βγήκαν να προϋπαντήσουν το γαμπρό. Oμως πέντε απ’ αυτές ήταν μυαλωμένες και οι πέντε άμυαλες.  Oι άμυαλες λοιπόν, ενώ πήραν τα λυχνάρια τους, δεν πήραν μαζί τους λάδι. Oι μυαλωμένες, όμως, πήραν λάδι στα δοχεία τους μαζί με τα λυχνάρια τους.  Kι επειδή ο γαμπρός αργούσε να έρθει, νύσταξαν όλες και κοιμόνταν. Kι εκεί στα μεσάνυχτα, ακούστηκε μια δυνατή φωνή: 6 Nάτος ο γαμπρός! Έρχεται! Bγείτε να τον προϋπαντήσετε! Tότε σηκώθηκαν όλες εκείνες οι παρθένες και ετοίμασαν τα λυχνάρια τους.  Kαι οι άμυαλες είπαν στις μυαλωμένες: Δώστε μας από το λάδι σας, γιατί τα λυχνάρια μας σβήνουν.  Aλλ’ οι μυαλωμένες απάντησαν: Ίσως δε φτάσει και για μας και για σας. Γι’ αυτό πηγαίνετε καλύτερα σ’ αυτούς που πουλάνε και αγοράστε για σας. Mα καθώς εκείνες πήγαιναν να αγοράσουν, ήρθε ο γαμπρός και οι έτοιμες μπήκαν μαζί του στους γάμους και η πόρτα έκλεισε. Έρχονται ύστερα και οι υπόλοιπες παρθένες λέγοντας: Kύριε, κύριε άνοιξέ μας.  Aλλ’ εκείνος αποκρίθηκε: Πραγματικά, σας λέω, δε σας γνωρίζω.  Nα είστε, λοιπόν έτοιμοι κάθε στιγμή, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα που έρχεται ο Υιός του Aνθρώπου.

Η παραβολή των ταλάντων
 Σαν έναν άνθρωπο, για παράδειγμα, που, επειδή έφευγε στα ξένα, κάλεσε τους δούλους του και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του.  Kαι στον έναν απ’ αυτούς έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον άλλο ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, κι αμέσως κατόπιν έφυγε. 
 Πήγε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα κι εργάστηκε μ’ αυτά και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα. Tο ίδιο κι εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδισε κι αυτός άλλα δύο.  Aλλ’ εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, πήγε, έσκαψε στη γη και έκρυψε το χρήμα του κυρίου του. 
 Ύστερα λοιπόν από πολύν καιρό, έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και ζητά απόδοση λογαριασμού απ’ αυτούς.  Ήρθε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και του προσκόμισε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Kύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ’ αυτά άλλα πέντε τάλαντα.  Tου απάντησε ο κύριός του: Eύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Mπες στη χαρά του κυρίου σου.  Ήρθε έπειτα κι εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα και είπε: Kύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ’ αυτά άλλα δύο τάλαντα. Tου απάντησε ο κύριός του: Eύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Mπες στη χαρά του κυρίου σου.  Ήρθε κατόπιν κι εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο και είπε: Kύριε, διαπίστωσα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος. Θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις από εκεί όπου δε σκόρπισες.Eπειδή, λοιπόν, φοβήθηκα, πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Oρίστε, έχεις το δικό σου. Aποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: Πονηρέ δούλε και φυγόπονε! Tο ήξερες ότι θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα και συνάζω από εκεί όπου δε σκόρπισα.  Όφειλες, επομένως, να βάλεις το χρήμα μου σε τράπεζα, κι εγώ σαν ερχόμουν θα έπαιρνα μαζί με το κεφάλαιό μου και τόκο.  Πάρτε, λοιπόν, το τάλαντο απ’ αυτόν και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα  τάλαντα. Γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθεί και θα έχει περίσσευμα, ενώ από εκείνον που δεν έχει, θα αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει. Kαι τον ανάξιο δούλο ρίξτε τον έξω, στο πιο απόμακρο και βαθύ σκοτάδι, εκεί που είναι τα κλάματα και το τρίξιμο των δοντιών




Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Η παραβολή της άκαρπης συκιάς

Μία παράξενη αφήγηση στην Αγία Γραφή, κάνει πιστούς και απίστους να αναρωτιούνται για τη σημασία της. Πρόκειται για την αφήγηση της άκαρπης συκιάς. Θα κάνουμε λοιπόν εδώ μια σύντομη ανάλυση, ώστε να γίνει αντιληπτή αυτή η σημασία.

Το χωρίο που περιγράφει την παράξενη αυτή αφήγηση, λέει τα εξής για τον Χριστό:

«και ιδών συκήν από μακρόθεν έχουσαν φύλλα, ήλθεν ει άρα τι ευρήσει εν αυτή. Και ελθών επ’ αυτήν ουδέν εύρεν, ει μη φύλλα. Ου γαρ ην καιρός σύκων. Και αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή: Μηκέτι εκ σου εις τον αιώνα μηδείς καρπόν φάγοι. Και ήκουον οι μαθηταί αυτού». (Μαρκ. 11/ια΄13-14).

Ο δε Ματθαίος προσθέτει: «και εξηράνθη παραχρήμα η συκή». (Ματθ. 21/κα΄ 19).

Η αφήγηση αυτή, προκαλεί κάποια ερωτήματα:

Ο Ιησούς, ως Παντογνώστης δεν ήξερε εξ’ αρχής ότι δεν ήταν εποχή σύκων;

Και γιατί την ξέρανε, αφού δεν ήταν εποχή σύκων; Τι έφταιγε η συκιά;

Κατ αρχήν, όπως ήδη έχουμε ξαναπεί σε άλλη μελέτη μας, ο Χριστός δεν είναι μόνο Θεός, αλλά και άνθρωπος. Και ως τέλειος άνθρωπος, (και όχι «ημίθεος»), δεν έχει την παντογνωσία εκ τής ανθρώπινης φύσης Του, αλλά μετέχει τής Παντογνωσίας από τη Θεϊκή του φύση, λόγω τής μίας και μοναδικής υποστάσεώς Του. Βαδίζοντας λοιπόν ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ Ιησούς, βλέπει στο βάθος μια συκιά. Είναι πεινασμένος. Και για ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥ ΟΦΕΛΟΣ, ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΙΣ ΘΕΪΚΕΣ ΤΟΥ ΔΥΝΑΜΕΙΣ. Όπως δεν τις χρησιμοποίησε τότε που πεινούσε και ο Σατανάς του είπε να κάνει τις πέτρες ψωμί.

Ο Χριστός πλησιάζει στη συκιά, αναμένοντας να βρει και σύκα. Όμως η συκιά ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΣΥΚΑ, ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΦΥΛΛΑ. Και αυτό είναι σημαντικό, και μας δίνει την απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Γιατί η συκιά, είναι ένα δένδρο, που βλαστάνει τα "μάτια" τού καρπού, δύο μήνες πριν βλαστήσει φύλλα. Και όταν μετά από δύο μήνες έχει πλέον φύλλα, φυσιολογικά έχει και καρπό. Βλέποντας λοιπόν ως άνθρωπος ο Ιησούς τη συκιά γεμάτη φύλλα, φυσιολογικά αναμένει ότι εφ' όσον έχει φύλλα εκτός καιρού, οφείλει να έχει και σύκα.

Αν μια συκιά έχει φύλλα εκτός καιρού, γιατί να μην έχει και σύκα; Δεν υπάρχουν πρώιμες συκιές; Φυσικά υπάρχουν και πρώιμες και όψιμες. Και όποιος αγαπάει τα σύκα, αυτό το ξέρει καλά.

Δεν υπάρχει λοιπόν τίποτα το παράλογο, ούτε στο ότι ο Χριστός δεν χρησιμοποιεί για ιδιοτελή σκοπό την εκ τής Θεϊκής Του φύσεως προερχόμενη παντογνωσία Του, ούτε στο ότι αναμένει από τη συκιά με τα εκτός εποχής φύλλα να έχει και εκτός εποχής σύκα.

Η συκιά αυτή, ΔΕΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ τους νόμους της φύσης που είχε θεσπίσει ο Θεός. Είχε φύλλα εκτός καιρού, και δεν είχε καρπούς, όπως όφειλε να έχει. Ήταν μια ΑΝΟΜΗ ΚΑΙ ΑΦΥΣΙΚΗ ΣΥΚΙΑ.

Μένει λοιπόν να εξηγήσουμε και το τελευταίο. Εντάξει με τα άλλα, όμως, γιατί άραγε ο Χριστός τη διατάζει να ξεραθεί; Θέλει να εκδικηθεί το δένδρο;

Όμως, όχι, ο Χριστός δεν έχει εκδικητικές διαθέσεις. Χρησιμοποιεί εδώ τη συκιά, ως ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ για να δώσει μια προφητεία για τους μαθητές του. Είναι η στιγμή, που αφού δεν πρόκειται πια για ιδιοτελές όφελος, ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΩΣ ΘΕΟΣ, για χάρη των μαθητών του.

Διατάζει να ξεραθεί η συκιά, ώστε να τους δείξει μερικά πράγματα. Γιατί οι άνθρωποι, για να ψήσουν φαγητό, ή για να κατασκευάσουν ένα τραπέζι ή ένα σπίτι, κόβουν πολλά δένδρα. Και δεν το θεωρούν αυτό κακό. Για να παραδειγματίσει ο Χριστός τους μαθητές του, δηλαδή για να θρέψει την ψυχή τους με κάτι τόσο εντυπωσιακό, που δεν θα το ξεχνούσαν ποτέ, δεν ήταν δικαιολογημένο να ξεραθεί ένα δένδρο, και μάλιστα ΑΦΥΣΙΚΟ, που δεν παρήγαγε καρπό για να θρέψει τα ανθρώπινα σώματα; Γιατί αν και το δένδρο αυτό δεν είχε καμία χρησιμότητα, μια και ήταν άκαρπο, ο Χριστός το έκανε χρήσιμο, για να θρέψει με αυτό τις ψυχές των μαθητών του.

Τι ήθελε να τους δείξει με την ενέργειά Του αυτή;

Ο Χριστός χρησιμοποίησε την άκαρπη συκιά, ως συμβολισμό του Ισραηλιτικού λαού της εποχής του. Γιατί οι Ισραηλίτες, ενώ όφειλαν να έχουν καρπούς πίστης, είχαν μόνο «φύλλα», δηλαδή μόνο φαινόμενο καρπών, και όχι αληθινούς καρπούς. Όπως η συκιά με τα φύλλα της ξεγελούσε, ότι δήθεν είχε και καρπό, έτσι και ο λαός Ισραήλ, με τα λόγια ξεγελούσε, όμως τα έργα τους ήταν μακριά από τον Θεό, και δεν είχαν καρπούς αξίους μετανοίας.

Έτσι, με την ενέργειά του αυτή, ο Χριστός έδωσε μια προφητεία, ότι όπως η συκιά αυτή, που δεν έδωσε στον Δημιουργό της αυτό που περίμενε Εκείνος, (καρπούς), έτσι και ο Ισραήλ, επειδή δεν είχε καρπούς πίστεως και μετανοίας, θα ξεραινόταν. Κάτι που συνέβη λίγο μόλις καιρό μετά τη σταύρωση του Χριστού, με την πτώση της Ιερουσαλήμ, και τον διασκορπισμό των Ισραηλιτών.Το ότι η συκιά πράγματι ξεράθηκε μετά το λόγο του Χριστού, ήταν εγγύηση ότι και η προφητεία αυτή προς τον Ισραήλ θα εκπληρωνόταν. Όπως και έγινε. Όπως θα εκπληρωθούν όλες οι προφητείες του Κυρίου μας, μέχρι και την τελευταία.

Κείμενο Ν. Μ. Πηγή

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου



Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον. Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν. Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι είναι χορτάρι ή κάτι πιο νεκρό από το χορτάρι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής αναφέρεται πώς ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους και στα ζώα φυτά και χόρτα για τροφή (Γέν. α’ 29-30). Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους να σου πούνε: «τι αξίζει περισσότερο, το χορτάρι ή οι άνθρωποι;», θ’ ακούσεις μόνο μια απάντηση: οι άνθρωποι. Με τις πράξεις τους όμως οι άνθρωποι δείχνουν πως λογαριάζουν πιο πολύτιμο το χορτάρι από τον άνθρωπο και γι’ αυτό θυσιάζουν και τη δική τους ζωή και των άλλων για το ευτελές χόρτο. Αν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας είναι πρόβλημα του χορταριού, τότε αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο «λίθος προσκόμματος» της ζωής του ανθρώπου στη γη. Μόνο εκείνοι που έχουν αποκτήσει το πνεύμα του Θεού δεν σκαλώνουν στο εμπόδιο αυτό, αλλά το παρακάμπτουν ειρηνικά κι αφήνουν σε άλλους την περιουσία τους. Για όλους τους άλλους το εμπόδιο αυτό είναι αιτία φιλονικίας, αντεγκλήσεων, ατέρμονου μόχθου και ιδρώτα· το πρόβλημα και το περιεχόμενο όλης της ζωής τους και τελικά της μνήμης τους. Πού είναι ο πλούτος του Κροίσου; Πού είναι τα συμπόσια του Λούκουλλου; Πού η αυτοκρατορία του Καίσαρα; Πού η δύναμη του Ναπολέοντα; Απ’ όλους τους έμειναν κάποια ίχνη, με τη μια ή την άλλη μορφή, που όμως δεν είναι ικανά ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: Πού είναι τώρα ο πλούσιος Κροίσος; Πού ο κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Πού οι φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Πού ο παντοδύναμος Ναπολέων; Αξίζει πολύ περισσότερο να μάθουμε πού βρίσκονται οι άνθρωποι, όχι πού βρίσκονται οι κτήσεις κι η περιουσία τους. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το μάθουμε, προτού ανακαλύψουμε πού ανήκουν οι άνθρωποι. Σε ποιον λοιπόν ανήκουν οι άνθρωποι; Αυτός που θα βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα βρει εύκολα απάντηση και στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας του ανθρώπου, όπως οι εργαζόμενοι στο δρόμο που πρώτα μετακινούν τα βράχια κι έπειτα μπορούν να τακτοποιήσουν τ’ αμμοχάλικα και άλλα υλικά. Όταν οι άνθρωποι βρουν την απάντηση στο ερώτημα αυτό μακριά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια ως τώρα, θα πρέπει να το έκαναν ακολουθώντας τον ένα από τους δύο δρόμους: Πρώτο, πως ο άνθρωπος κατέχεται από κακές και πονηρές πνευματικές δυνάμεις, που κρύβονται πίσω από τη φύση και τα παράγωγά της. Ή, δεύτερο, πως ο άνθρωπος ανήκει στη φύση που τον δημιούργησε, τον συντηρεί για κάποιο διάστημα, όπως ένα έπιπλο ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τελικά τον αποκόπτει και τον θανατώνει. Όλοι οι σοφοί από τη δημιουργία του κόσμου δε δανείστηκαν ούτε ένα ψήγμα αντίληψης από το Χριστό. Έχουν μόνο τις δυο αυτές απαντήσεις στο ερώτημα: σε ποιον ή σε τι ανήκει ο άνθρωπος; Η απάντηση του Χριστού στο ερώτημα αυτό ξεκαθαρίζει πως ο άνθρωπος ανήκει στον Πανεύσπλαχνο Θεό. Ο άνθρωπος δεν είναι «κτήμα», όπως τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον. Ανήκει στο Θεό ως ελεύθερη και λογική ύπαρξη, ως υιός του Θεού. Η απάντηση αυτή δε δόθηκε από κάποιον φιλόσοφο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα τον πιστεύαμε. Αυτή είναι η απάντηση του παντεπόπτου Θεού, που επισκέφτηκε τους ανθρώπους από το τριαδικό σύστημα ύπαρξης και ζωής, απ’ όπου πηγάζει η ζωή. Πιστεύουμε επομένως πως η απάντηση αυτή είναι η σωστή και την κρατάμε ως σωστική αλήθεια. Αυτή στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κληθεί απλά «απάντηση», αλλά μαρτυρίατου πάνσοφου Θεού. Με τη μαρτυρία αυτή παίρνουμε την απάντηση στο πρόβλημα για τα υπάρχοντα του ανθρώπου, σ’ όλες τις ερωτήσεις για την ιδιοκτησία, τα οικονομικά και τις πολιτικές πάνω στη γη. Ο άνθρωπος ανήκει στο Θεό. Η φύση επίσης ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει πως όλα όσα ο άνθρωπος ονομάζει υπάρχοντά του, στην πραγματικότητα είναι του Θεού. Ο Θεός τα δανείζει στον άνθρωπο. Ο Θεός δάνεισε τα υπάρχοντα αυτά στους ανθρώπους άνισα. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι ελεύθερες και λογικές υπάρξεις. Ο Θεός δε μοιράζει άνισα τα πράγματα σε νεκρούς ή σε μισοπεθαμένες υπάρξεις που δεν έχουν αντίληψη, που δε λειτουργεί ο νους τους. Έκανε όμως τη μοιρασιά στις λογικές κι ελεύθερες υπάρξεις άνισα, για να φανεί καθαρά η αντίληψη κι η ελευθερία τους· για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι την αλληλεξάρτησή τους και με τη σωστή και λογική χρήση των αγαθών που τους δάνεισε ο Θεός, να εργαστούν τόσο για τη δική τους σωτηρία, όσο και για τη σωτηρία των αδελφών τους.Έτσι αυτά που τους δάνεισε ο Θεός και που οι άνθρωποι ονομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει να γίνουν μέσα για τη σωτηρία των ανθρώπων.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για έναν πλούσιο άνθρωπο που δεν έβλεπε μ’ αυτόν τον τρόπο τα υπάρχοντά του, αλλά μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο όμως βασανίστηκε τόσο πολύ, που η καρδιά μας παγώνει στο άκουσμα των βασάνων του και οι τρίχες του κεφαλιού μας σηκώνονται όρθιες και μόνο από την περιγραφή τους. Είπε ο Κύριος: «Άνθρωπός τις δε ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. πτωχός δέ τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού» (Λουκ. ιστ’ 19-21). Αυτή είναι μια φοβερή εικόνα που περιγράφει την επίγεια ανισότητα. Σταθείτε όμως. Αργότερα θα δούμε μια φοβερή εικόνα της ουράνιας ανισότητας. Πόσο αντίθετη παράθεση! Από τη μια ο πλούσιος άνθρωπος, ντυμένος με πορφύραν και βύσσον, με κόκκινα, πορφυρά ενδύματα και με πολυτελή λινό χιτώνα. Από την άλλη ένας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, έλκη. Από τη μια μεριά ο άνθρωπος που κάνει παρέα με άλλους σαν κι αυτόν, δηλαδή πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Από την άλλη ένας άνθρωπος που μόνη παρέα του είχε τα σκυλιά. Από τη μια χλιδή, υγεία και γεμάτα στομάχια. Από την άλλη φτώχεια, αρρώστια και πείνα. Στη μια μεριά τα τραγούδια κι οι χοροί αντιλαλούσαν στο στερέωμα. Από την άλλη η σιωπηλή ελπίδα για ένα ψίχουλο ψωμί, μια άλαλη παρακολούθηση του ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του, μια άδηλη αναμονή του θανάτου. Βουβός και άρρωστος. Το ευαγγέλιο δε μας λέει ότι ο Λάζαρος ζήτησε ποτέ βοήθεια, όπως κάνουν οι άλλοι ζητιάνοι. Αυτός γύρευε να κορέσει την πείνα του μόνο από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου, χωρίς ποτέ του να μιλήσει. Μιλούσε με κάποιους στην καρδιά του, μα ποτέ με τη γλώσσα του. Τι θα μπορούσε να πει με τη γλώσσα για τη φτώχεια του, αφού όλο το σώμα του ήταν τριγυρισμένο από σκυλιά; Κι αυτό μιλούσε από μόνο του κι ήταν πολύ πιο εύγλωττο από πολλά λόγια.

Ας προσέξουμε εδώ ένα πολύ σπουδαίο σημείο: Ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου, μας δίνει όμως το όνομα του φτωχού, του ζητιάνου. Το όνομα του πλουσίου δεν αναφέρεται καθόλου στην παραβολή, μας είναι άγνωστο, ενώ ο Λάζαρος αναφέρεται και στη γη και στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι κάτι εντελώς αντίθετο από τη συνηθισμένη πρακτική των ανθρώπων, που θα ήταν ν’ αναφερθεί το όνομα του πλουσίου και ν’ αγνοηθεί το όνομα του φτωχού ή, ακόμα κι αν αυτό ήταν γνωστό, να μην αναφερθεί καθόλου για να μην ενοχλήσει; Οι φτωχοί βαδίζουν ή έρπουν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ανώνυμες σκιές που πετάγονται ξαφνικά σαν ζητιάνοι, ενώ τα ονόματα των πλουσίων αντηχούν ακόμα και μέσα στα βασιλικά παλάτια, τραγουδιούνται στα έπη, γράφονται στην ιστορία, αναφέρονται στα μέσα επικοινωνίας και χαράζονται σε μνημεία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου: για να μην τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον που οι άνθρωποι τιμούν πολύ· για να ξεκαθαρίσει πως η κρίση του Θεού διαφέρει και συνήθως είναι εντελώς αντίθετη από την κρίση των ανθρώπων για να δείξει πώς αμείβει ο ουρανός τους ανθρώπους. Παραλείποντας το όνομα του πλουσίου όμως, αποκάλυψε κι ένα ουράνιο μυστήριο. Το όνομα τέτοιου πλούσιου θα είναι άγνωστο στον ουρανό. Δε θ’ αναφερθεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους. Θα διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής. Θα μπορούσε ο Κύριος να δώσει κάποιο όνομα στον πλούσιο, όπως έκανε και για το φτωχό. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το προφέρει με τ’ άγια χείλη Του, για να μην τον αναζωογονήσει κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως ο Κύριος φρόντισε ιδιαίτερα να μην αναφέρει τα ονόματα του Ηρώδη, του Πιλάτου ή του Καϊάφα. «Είπατε τη αλώπεκα ταύτη» (Λουκ. ιγ’ 32), είπε για τον Ηρώδη, χωρίς να πει τ’ όνομά του. Πολύ νωρίτερα ο Θεός είχε πει για τους αμαρτωλούς με τον Ψαλμωδό: «ουδ’ ού μη μνησθώ των ονομάτων αυτών διά χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε’ 4). Για τους δικαίους όμως είπε ο Κύριος Ιησούς: «χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Τοποθετεί τη χαρά αυτή πάνω από κάθε άλλη χαρά, παραπάνω κι από τη χαρά που ένιωθαν οι απόστολοι όταν διαπίστωσαν πως τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ αυτούς.

Τι κακό έκανε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ο Κύριος να μην αναφέρει τ’ όνομά Του; Ο Κύριος δεν τον κατηγόρησε ούτε για κλοπή, ούτε για ψεύδη ή για μοιχεία, για έγκλημα ή γι’ απιστία στο Θεό, ούτε για τον τρόπο που απόκτησε τα πλούτη του. Για ποιο λόγο λοιπόν τον κατηγόρησε ο Κύριος; Μα η ζωντανή κατηγορία έστεκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του. Δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί με μελάνι, αλλά με πληγές και έλκη στο σώμα του ζωντανού ανθρώπου.

Ο πλούσιος είχε σίγουρα όλα τα πάθη και τις κακίες που αναπόφευκτα κουβαλούν μαζί τους τα πλούτη στον ελαφρόμυαλο άνθρωπο. Αυτός που κάθε μέρα ντύνεται με λαμπρότητα, τρώει και πίνει πλουσιοπάροχα και ξοδεύει τον καιρό του σε ηδονές και απολαύσεις, δεν έχει μέσα του θέση για το φόβο του Θεού. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του από το κουτσομπολιό, το στομάχι του από την πολυφαγία και την καρδιά του από την υπερηφάνεια και τη ματαιότητα, την καταφρόνηση των άλλων και την απαξίωση των πραγμάτων του Θεού. Όλ’ αυτά οδηγούν αναπόφευκτα τον άνθρωπο στη φιληδονία, στην απάτη, στην εκδικητικότητα, στο έγκλημα και στην απόρριψη του Θεού. Καμιά απ’ αυτές τις αμαρτίες και τις κακίες όμως δεν ανέφερε ο Κύριος για τον πλούσιο. Από την παραβολή μόνο μια ανομία είναι καθαρή για τον πλούσιο: η υπερβολική περιφρόνησή του για το φτωχό Λάζαρο, για την αρρώστια και τη φτώχεια του.

Αν ο Λάζαρος ήταν υγιής άνθρωπος, ντυμένος στα μεταξωτά και παρουσιαζόταν στην πύλη, οπωσδήποτε θα τον υποδεχόταν ο πλούσιος και θα τον καλούσε στο τραπέζι του. Θα τον υποδεχόταν και θα τον καλούσε σαν άνθρωπο. Ο πλούσιος όμως δεν έβλεπε και δεν αναγνώριζε κάποιον άνθρωπο στο Λάζαρο, μέσα στη φτώχεια και τις πληγές του. Περιφρονούσε το πλάσμα αυτό του Θεού σα να μην υπήρχε καθόλου. Γύριζε αλλού τα μάτια του για να μη τον βλέπει και μολύνει την δράση του. Τα πλούτη του τα λογάριαζε αποκλειστικά δικά του, όχι σαν δανεικά που είχε πάρει από το Θεό. Το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός το έθαψε στη γη του κορμιού του κι έτσι κανένας άλλος δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη «εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. κα’ 34). Ο πνευματικός κόσμος κι οι πνευματικές αξίες δεν υπήρχαν γι’ αυτόν. Έβλεπε μόνο με τα σωματικά του μάτια, άκουγε μόνο με τα σωματικά του αυτιά και ζούσε αποκλειστικά με αφοσίωση στα σαρκικά πράγματα.

Η ψυχή του πλούσιου ήταν γεμάτη πληγές, όπως ήταν και το σώμα του Λάζαρου. Η ψυχή του ήταν η πραγματική εικόνα του σώματος του Λάζαρου και το σώμα του Λάζαρου η αληθινή εικόνα της ψυχής του. Έτσι ο Θεός έβαλε δυο ανθρώπους στη γη για να γίνουν ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο ένας ζούσε στο μέγαρο κι ο άλλος στην πύλη. Η εξωτερική λαμπρότητα του πλούσιου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του Λάζαρου. Η εξωτερική εμφάνιση των πληγών του Λάζαρου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του πλούσιου. Ήταν απαραίτητο ν’ απαριθμήσει ο Κύριος όλες τις αμαρτίες του πλούσιου; Μα ήταν ολοφάνερες με την πρώτη ματιά και μάλιστα καθεμιά απ’ αυτές. Η έλλειψη συμπάθειας του πλούσιου προς το Λάζαρο τράβηξε την κουρτίνα της ψυχής του και φανερώθηκε αμέσως -στα μάτια, στ’ αυτιά, στη μύτη και τη γλώσσα- ο βόρβορος που είχε μέσα του.

Αυτή είναι η εικόνα δυο ανθρώπων που ζούνε στη γη: του ενός το όνομα είναι πασίγνωστο στους ανθρώπους κι αναφέρεται πάντα με συμπάθεια· του άλλου το όνομα δεν το ξέρει κανένας, μα ούτε κι ενδιαφέρεται να το μάθει. Και τώρα θα δούμε την εικόνα των δύο αυτών ανθρώπων στον ουρανό.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Οι πλούσιοι πεθαίνουν όπως κι οι φτωχοί. Κανένας δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν για να ζήσει αιώνια. Ο κόσμος αυτός είναι φθαρτός και περιμένει το τέλος του. Οι πλούσιοι πεθαίνουν αφήνοντας έναν αναστεναγμό γι’ αυτόν τον κόσμο. Οι φτωχοί αφήνουν έναν αναστεναγμό για το μέλλοντα κόσμο. Αφήνοντας τον κόσμο αυτόν ο πλούσιος εγκατέλειψε τη λαμπρότητα, την πολυτέλεια και τις ηδονές του. Ο Λάζαρος άφησε τον κόσμο αυτό και μαζί του άφησε την πείνα, τις πληγές και τα σκυλιά.

Ας δούμε τώρα το θερισμό του Θεού. Όταν πέθανε ο Λάζαρος, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν στον παράδεισο. Όταν πέθανε ο πλούσιος, οι άγγελοι έφυγαν με άδεια χέρια από το νεκροκράβατό του. Από μια φανερά σάπια ρίζα, οι άγγελοι βρήκαν και έδρεψαν ένα υπέροχο και ώριμο φρούτο. Από το άλλο δέντρο, που ήταν καταπράσινο και ευσκιόφυλλο, δε βρήκαν κανένα καρπό. «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Λουκ. θ’ 9).

Τα προφητικά αυτά λόγια εκπληρώθηκαν απόλυτα στον άσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το σώμα του το έρριξαν στον τάφο, για να λιώσει εκεί. Η ψυχή του πήγε στην κόλαση, για να καίγεται εκεί. Οι άγγελοι δε μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρικό του κρεβάτι, αφού ήξεραν πως εκεί δεν περίμεναν τίποτα. Τη θέση των αγγέλων πήραν οι δαίμονες κι οι άνθρωποι, για να τον θάψουν. Οι δαίμονες έθαψαν την ψυχή του στην κόλαση κι οι άνθρωποι το σώμα του στη γη.

Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν διαφορετικά στο θάνατο του πλούσιου απ’ ό,τι σ’ εκείνον του φτωχού Λάζαρου, όπως γινόταν κι όταν ζούσαν. Ο θάνατος του πλούσιου έγινε αμέσως γνωστός παντού κι όλη η πόλη μαζεύτηκε στην κηδεία του. Το παγωμένο σώμα του το ξαναέντυσαν με πορφυρά και πολυτελή λινά ρούχα, το τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από σπάνια ξύλα και μέταλλα και το περιέφεραν στην πόλη σε χρυσή άμαξα που έσυραν άλογα με μαύρες σέλες. Κατά κάποιο τρόπο απαιτούσαν έτσι την έκφραση λύπης για κάποιον που, με τη ζωή του, σκόρπισε τον οίκτο του ουρανού. Πίσω από τη νεκροφόρα ακολουθούσε το πλήθος των φίλων του, των συγγενών και των δούλων του, που όλοι τους ήταν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα. Ακολουθούσαν ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν έδινε ούτε τα περισσεύματα από το τραπέζι του σ’ έναν πεινασμένο ζητιάνο. Η πόλη ολόκληρη βγήκε για την κηδεία του, να εκφράσει το σεβασμό του σ’ αυτόν τον έξοχο συμπολίτη και ν’ ακούσει τις ομιλίες που εκθείαζαν τις αρετές του κι όλα όσα είχε κάνει για την πόλη, το έθνος και για την ανθρωπότητα γενικότερα. Άκουσαν όλοι λόγια όμορφα σαν τα πορφυρά ρούχα, απαλά σαν το εξαιρετικό λινό που φορούσε το νεκρό σώμα, που τώρα δεν είχε ανάγκη ούτε ένα ψίχουλο από το τραπέζι αυτού του κόσμου. Λόγια που ήταν τόσο ψεύτικα, όσο κι η ζωή του ανθρώπου αυτού. Λόγια τόσο κενά όσο η ψυχή του, που ήταν άμοιρη καλών έργων.

Τελικά έχωσαν στη γη το σώμα που ήταν ντυμένο στα πορφυρά και στα πολυτελή λινά. Κι εκεί δεν το έλειχαν τα σκυλιά, αλλά το καταβρόχθιζαν τα σκουλήκια. Πάνω στον τάφο, στον τάφο εκείνου που είχε χάσει το στεφάνι της αιώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια με λουλούδια. Πάνω στον τάφο έβαλαν και μια ακριβή πέτρινη στήλη, όπου ήταν χαραγμένο το όνομα του ανθρώπου που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο της ζωής. Κανένας από τις χιλιάδες ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή όμως, δεν ήξερε ότι η ψυχή του ανθρώπου αυτού βρισκόταν ήδη στην κόλαση.

Από την άλλη πλευρά τώρα, τι είδους κηδεία να είχε ο φτωχός Λάζαρος; Θα έμοιαζε μάλλον με τον ενταφιασμό κάποιου σκύλου που βρέθηκε νεκρός στο δρόμο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια κρατική εξουσία για ν’ αναλάβει τους νεκρούς ζητιάνους που πέθαιναν στο δρόμο και να τους θάψει. Κι αυτό για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως για τους εξής δύο: πρώτα για τον κίνδυνο να ξεσχίσουν τα σκυλιά το σώμα του και να το σκορπίσουν στην αγορά και δεύτερο, από το φόβο μη μυρίσει και μολύνει έτσι την πόλη. Όπως και νά ‘χαν τα πράγματα, το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί το συντομότερο έξω από την πόλη και να ενταφιαστεί, γιατί το πτώμα αυτό, που ήταν γεμάτο πληγές και ντυμένο με ράκη, ενοχλούσε την όραση των περαστικών. Το μόνο που φρόντιζαν όλοι, ήταν η καλοπέραση των κατοίκων της πόλης. Η παρουσία του φτωχού ανθρώπου τους ενοχλούσε όλους, τόσο όσο ζούσε όσο κι όταν πέθανε. Οι αρχές δεν έχωναν τη μύτη τους σε τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαν να βρουν και να πληρώσουν ανθρώπους για να εκτελέσουν το δυσάρεστο αυτό καθήκον. Αυτό που περνούσε από στόμα σε στόμα, ήταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιος θα τον θάψει; Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό; Ποιος ήταν αυτός; Και μια ανόητη ερώτηση: Ποιος θα ήξερε και θα θυμόταν το όνομα του ζητιάνου;

Πόσο μεγάλη ήταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, από την αξία που είχαν στα μάτια των άλλων; Ο ουρανός όμως δε νοιάζεται πολύ για την κρίση των ανθρώπων. Δε νοιάζεται αν οι άνθρωποι επαινούν ή περιφρονούν, αν ανταμείβουν με μετάλλια ή αν καταδικάζουν. Η εκτίμηση των ανθρώπων φτάνει μόνο ως τον τάφο εκείνων που πέθαναν. Μετά την ψυχή την αναλαμβάνει ο ουρανός και κάνει τη δική του εκτίμηση. Γι’ αυτό κι ο πλούσιος άνθρωπος που ντυνόταν με πανάκριβα ρούχα πήγε κατευθείαν στην κόλαση, ενώ ο Λάζαρος με τα έλκη ανέβηκε στον παράδεισο.

«Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Αυτή θα ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Στη γη κοίταζε μόνο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Δεν είχε φροντίδες κι ανάγκες και γι’ αυτό δε σήκωνε ψηλά τα μάτια του. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και πολλοί από μας, γι’ αυτό έχουμε και την παροιμία που λέει: «Χωρίς βάσανα, προσευχή δε γίνεται!» Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο. Αν ο πλούσιος δεν είχε εξορκίσει τα βάσανα στη γη και δεν τ’ απέφευγε με τα γέλια και τις διασκεδάσεις, ίσως νά ‘χε σηκώσει όσο ζούσε τα μάτια του στον ουρανό και νά ‘χε γλιτώσει από την κόλαση. Τώρα όμως βρισκόταν στην κόλαση, απ’ όπου μάταια σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.

Ο σοφός Σολομών είχε πει: «Αγαθός θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εν κακία ανθρώπου αγαθυνθήσεται καρδία» (Εκκλησ. ζ’ 3). Ο πλούσιος είχε απολαύσει τη ζωή του, ήταν ευτυχισμένος, γι’ αυτό και δεν τον άγγιξε ο φόβος του Θεού. Όταν από την κόλαση σήκωσε τα μάτια του, είδε τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Η παραβολή λέει πως τον είδε από μακρόθεν, για να δείξει πως η κόλαση βρίσκεται μακριά από τον παράδεισο, όπου είναι η κατοικία των δικαίων. Ο Αβραάμ ήταν ο κατά σάρκα γενάρχης των Ιουδαίων. Με τη δικαιοσύνη του έγινε προπάτορας όλων των δικαίων που με την πίστη, την υπακοή και την ταπείνωσή τους ευαρέστησαν στο Θεό κι έκαναν το θέλημά Του. Ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό; Με τους κόλπους του Αβραάμ ο Κύριος υποδηλώνει το ήρεμο καταφύγιο όλων των δικαίων, τους οποίους ανέπαυσε ο Θεός μετά τις καταιγίδες της ζωής στη γη.

Ωσότου έρθει ο Χριστός στη γη, οι Ιουδαίοι είχαν τον Αβραάμ ως τον καλλίτερο των δικαίων. Κι ο Κύριος την παραβολή αυτή την έλεγε στους Ιουδαίους. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο, ήταν φυσικό να εξελιχτούν πολλοί άνθρωποι πιο δίκαιοι από τον Αβραάμ στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στον Αβραάμ πως θα τον βάλει σε κάποιο θρόνο για να κρίνει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όπως έκανε στους αποστόλους (βλ. Λουκ. κβ’ 30). Σαν απόγονος του Σημ όμως ο Αβραάμ ήταν ο πρώτος που θ’ αξιωνόταν να μπει στη βασιλεία του Θεού (βλ. Λουκ. ιγ’ 28), όπου, μαζί του θα ήταν κι όλοι οι άλλοι δίκαιοι, οι κακοποιημένοι και θανατωμένοι προφήτες, οι αφοσιωμένοι βασιλιάδες κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι.

Στη χορεία των δικαίων, μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, το δίκαιο Ιώβ και τον ένδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ο Λάζαρος, ο φτωχός ζητιάνος που σ’ όλη του τη ζωή υπόμεινε καρτερικά την πείνα, τη γυμνότητα, την περιφρόνηση, την αρρώστια και τα έλκη που αιμορραγούσαν. Κανένας απ’ αυτούς που ζούσαν σ’ αυτή τη φωτεινή χώρα, στον τόπο της ειρήνης και της ανεκλάλητης χαράς, δεν έφτασε εκεί με τα επίγεια πλούτη και τις διασκεδάσεις του, τα επιτεύγματα και την εξουσία του, το βασιλικό στέμμα και την ευγενική καταγωγή του, αλλά μόνο με τη σταθερή κι ακλόνητη πίστη κι ελπίδα του στο Θεό, την υποταγή του στο θεϊκό θέλημα ή με την υπομονή και την έγκαιρη μετάνοια.

Ο Θεός δεν αποβλέπει στην κοινωνική θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Προσέχει μόνο την καρδιά μας. Στη βασιλεία Του θα μπουν εκείνοι που έχουν βασιλικές ψυχές, όχι βασιλικά στέμματα· αυτοί που είναι πλούσιοι στην αγάπη και την πίστη, όχι σε χρήματα και κτήματα· όσοι κατέχουν τη σοφία Θεού κι όχι τη σοφία του κόσμου· αυτοί που έχουν χαρούμενες και ιλαρές καρδιές, όχι οι άλλοι που ο μόνος τρόπος που χαίρεται η καρδιά τους είναι ν’ ακούνε μουσική και να χορεύουν, εκείνοι που η καρδιά τους χαίρεται κοντά στο Θεό, όπως λέει κι ο Ψαλμωδός: «Η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» (Ψαλμ. πγ’ 3).

Τι έκανε ο αμαρτωλός άνθρωπος όταν είδε από μακριά το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, τον ίδιο Λάζαρο που με το όνομά του δεν ήθελε να μολύνει τα χείλη του στη γη; «και αυτός φωνή σας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (Λουκ. ιστ’ 24). Δε θά ‘βρισκε λόγια κανείς για να περιγράφει καλύτερα τον τρόμο και τα βάσανα του αμαρτωλού στην κόλαση. Όταν ο άνθρωπος πεινάει λίγο, αναζητά κρέας ή ψάρι για να κορέσει την πείνα του. Όταν πεθαίνει της πείνας, είναι ευχαριστημένος αν βρει μια χούφτα βελανίδια, για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα του. Πόσο πιο φοβερή πρέπει να ήταν η φωτιά της κόλασης όπου καιγόταν ο πλούσιος! Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δε ζήτησε πάγο, έναν κουβά ή έστω ένα ποτήρι νερό, αλλά μόνο ένα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μια σταγόνα νερό στο ακροδάχτυλο, για να δροσίσει τη γλώσσα του που καιγόταν. Αχ, αδελφοί μου! Αν οι άνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πως ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να επεκτείνει το βασίλειο του ψεύδους ή για να κάνει ένα πράγμα να φαίνεται μεγαλύτερο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, τότε η μοναδική αυτή ευαγγελική παραβολή Του θα ήταν αρκετή για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη γη. Προσέξτε πως ο άνθρωπος αυτός, που στη ζωή του δεν ήξερε τι σημαίνει έλεος κι ευσπλαχνία, ζητούσε τώρα το έλεος από τα βάθη της κόλασης. Κοιτάξτε έπειτα τον εαυτό σας, βαθμολογήστε τον όλοι εσείς που όχι μόνο δεν έχετε έλεος, αλλά καλλιεργείτε μέσα σας ασπλαχνία προς τους φτωχούς και τους απόρους. Ίσως πολύ σύντομα κραυγάσετε κι εσείς για έλεος όπως ο πλούσιος, από εκεί που δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε μια ακτίνα ελέους, στον αιώνα τον άπαντα.

«Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν» (Λουκ. ιστ’ 25, 26). Ο Αβραάμ απευθύνθηκε στον αμαρτωλό με μια ευγενική λέξη. Τον ονόμασε τέκνον. Αυτό δείχνει πως στην ουράνια βασιλεία υπάρχει απόλυτη απουσία του κακού. Με το λόγο αυτό ο Αβραάμ ήθελε επίσης να θυμίσει στον απόγονό του πως ανήκαν στην ίδια φυλή, πως ο πλούσιος είχε μπροστά του παραδείγματα δίκαιων κι ενάρετων ανθρώπων από τον ίδιο τον Αβραάμ, αλλά κι από άλλους δίκαιους. Επομένως θα μπορούσε να είχε σωθεί κι αυτός από τα βάσανα της κόλασης όταν είχε την ευκαιρία στη γη. Δεν μπορούσε όμως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα του αμαρτωλού για δυο λόγους: πρώτο, επειδή την κατάσταση των πραγμάτων είχε κρίνει η θεία δικαιοσύνη και δεύτερο, επειδή σ’ εκείνον τον κόσμο δεν υπάρχει δρόμος ή γέφυρα για να περάσουν οι άνθρωποι από τα ενδιαιτήματα των δικαίων στον τόπο κόλασης των αμαρτωλών. Αν κάποιον αμαρτωλό, με τις προσευχές της Εκκλησίας στη γη, τον μεταφέρει ο Θεός από την κόλαση στον παράδεισο πριν από την Τελική Κρίση, αυτό είναι μυστικό του Θεού, όπου δεν μπορεί να παρέμβει ο Αβραάμ. Υπενθύμισε μόνο στον πρώην πλούσιο, που τώρα ήταν πιο φτωχός από τον φτωχότερο ζητιάνο στον κόσμο, πως στην επίγεια ζωή του είχε όλα όσα ήθελε. Έτσι, αφού ενόσω ζούσε δεν αποζητούσε κανένα από τ’ αγαθά του ουρανού και δεν είχε δώσει ούτε ένα μικρό ψίχουλο για να τα κερδίσει, αλλ’ ούτε κι έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτά, σημαίνει πως όλη την ανταμοιβή του την εισέπραξε στη ζωή αυτή. Ο Λάζαρος, αντίθετα, στην παροδική αυτή ζωή του έλαβε μόνο βάσανα, πόνους και περιφρόνηση, επιζητούσε με δάκρυα μόνο τα ουράνια αγαθά και τώρα τ’ απολαμβάνει. Όπως είπε ο Κύριος, «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ’ 4). Κι αλλού πάλι είπε ο ίδιος: «υμείς… λυπηθήσεσθε, αλλ’ η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιωάν. ιστ’ 20) και «ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. στ’ 25).

Όταν ο αμαρτωλός συνειδητοποίησε πως ο Αβραάμ απάντησε δίκαια στην πρώτη του ερώτηση, επανήλθε με μιαν άλλη: «Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρεται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. ιστ’ 27, 28). Πώς προκλήθηκε αυτή η ξαφνική συμπάθεια για τους άλλους και το ενδιαφέρον του για τη σωτηρία τους; Δεν ήταν συμπάθεια και έλεος αυτό που ένιωσε, αλλά μάλλον μια προσπάθεια για ένα νοτισμένο ακροδάχτυλο, ώστε να ελαφρώσει τα βάσανά του. Αποκάλυψε έτσι μιαν άλλη αμαρτία του: τον σκανδαλισμό των άλλων. Βρισκόταν στην κόλαση όχι μόνο επειδή φέρθηκε άσπλαχνα στο Λάζαρο, αλλ’ επειδή με τον ελαφρόμυαλο βίο του είχε δώσει κακό παράδειγμα στ’ αδέρφια του, οδηγώντας τα έτσι στην καταστροφή και τον όλεθρο κι ανοίγοντας και γι’ αυτά το δρόμο προς την κόλαση. Ο σκανδαλισμός των άλλων είναι μεγάλη αμαρτία. Το να γλιστράει κάποιος και να τραβά ταυτόχρονα κι άλλους μαζί του αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, απ’ ότι όταν γλιστράει κανείς και πέφτει μόνος του. Ακούστε τα φοβερά λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για εκείνους που γίνονται αιτία σκανδαλισμού: «Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτού και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων» (Λουκ. ιζ’ 2). Φαίνεται πως τ’ αδέρφια του πλούσιου μάλλον ήταν μικρότερα από τον ίδιον, γι’ αυτό κι ήθελε να πάει ο Λάζαρος κοντά του και να συγχωρήσει εκείνον πρώτα και μετά να εκθέσει την αμαρτία του στ’ αδέρφια του. Τότε οι φλόγες θα ήταν ηπιότερες και τα κολαστήρια ελαφρύτερα. Η έκκληση αυτή που έκανε στον Αβραάμ δεν αφορούσε τόσο τ’ αδέρφια του, όσο τον ίδιο τον εαυτό του.

«Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν· είπε δε αυτώ· ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’ 29-31). Ο Αβραάμ δεν μπορούσε ούτε και στη δεύτερη παράκληση του πλούσιου ν’ ανταποκριθεί. Κι έδωσε καθαρές και πειστικές δικαιολογίες γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε να ξαναγυρίσει ο Λάζαρος στον κόσμο και να προειδοποιήσει τους ανθρώπους τι τους περιμένει μετά το θάνατό τους, αφού ο Μωυσής κι οι προφήτες είχαν πει όλα όσα έπρεπε να κάνουν για να σωθούν; Χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι σώθηκαν όχι από μαρτυρίες νεκρών, αλλά ζωντανών. Όταν λοιπόν τόσες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν ακούγοντας το Μωυσή και τους προφήτες, έτσι μπορούν να σωθούν και τ’ αδέρφια σου.

Μάταια προσπάθησε πάλι ο πλούσιος να επαναλάβει την έκκλησή του, ενισχύοντάς την με τα λόγια: εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Ο Αβραάμ απέρριψε πάλι το αίτημά του με καθαρά επιχειρήματα. Τι θα τους ωφελούσε η παρουσία κι η μαρτυρία του Λάζαρου, αν δεν άκουγαν το Μωυσή και τους προφήτες; Ο Μωυσής, ο Ησαΐας κι ο Ηλίας δεν είδαν το Θεό και μίλησαν στους ανθρώπους στο όνομά Του; Αν λοιπόν τ’ αδέρφια του δεν άκουσαν και δεν πίστεψαν αυτούς, πως θα πίστευαν στο Λάζαρο αν εμφανιζόταν μπροστά τους; Πρώτ’ απ’ όλα ποιος ήταν ο Λάζαρος; Ένας άνθρωπος που δεν τους ενδιέφερε καθόλου όσο ζούσε, όπως δεν ενδιέφερε και τον αδερφό τους. Έπειτα, μάλλον δε θα είχαν ακούσει καθόλου για το θάνατο του Λάζαρου. Όταν είχαν δει το πρόσωπό του καλυμμένο από έλκη, θα τον αναγνώριζαν τώρα που θα τους παρουσιαζόταν με δόξα, να αστράφτει σαν άγγελος; Πότε είχαν ακούσει τη φωνή του, για να την αναγνωρίσουν τώρα; Πότε είχαν ακούσει την ιστορία της ταλαίπωρης ζωής του, για να την ξέρουν τώρα; Δε θά ‘λεγαν ότι «αυτό είναι οπτασία» ή «φάντασμα» ή «οφθαλμαπάτη»; Τι ωφέλησε τον Σαούλ η εμφάνιση του Σαμουήλ «εκ νεκρών» (Α’ Βασ. κη’ 11-14);

***

Η απάντηση του Αβραάμ δεν βοήθησε καθόλου τον αμαρτωλό στην κόλαση. Θα μπορούσε σήμερα βέβαια να βοηθήσει εκείνους που επικαλούνται τα πνεύματα των νεκρών για ν’ ανακαλύψουν τα μυστήρια του ουρανού, με το πρόσχημα πως αυτό ενδεχομένως θα ενίσχυε την πίστη τους. Δεν υπάρχει πραγματικά καλλίτερος τρόπος να κάνεις έναν άνθρωπο παρανοϊκό και να τον στείλεις στην κόλαση. Ο πνευματισμός είναι πτήση από το φως στο σκοτάδι, η αναζήτηση του φωτός μέσα στο βαθύ σκότος. Εκείνοι που επικαλούνται τα πνεύματα για να βρουν την αλήθεια, φανερώνουν καθαρά πως δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού. Πώς λογικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν στα πνεύματα των θείων και των γειτόνων τους, όταν κανένας δεν ξέρει αν τα πνεύματα είναι πραγματικά των ανθρώπων που επικαλούνται; Κι οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν στην αλήθεια του παντοδύναμου Θεού. Πώς μπορούν οι θείες κι οι γείτονες, τα μέντιουμ κι οι μάγοι, να βεβαιώσουν τα λόγια τους; Ο Χριστός βεβαίωσε τα λόγια Του με το Αίμα Του, καθώς και με το αίμα αμέτρητων χιλιάδων πιστών αντρών και γυναικών, που το έδωσαν για το λόγο Του. Οι Ιουδαίοι όχι μόνο είδαν την ψυχή του αναστημένου Λάζαρου, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, μα είδαν και το σώμα του. Και όμως όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά γύρευαν να θανατώσουν το Λάζαρο, για να μην μαρτυρήσει την αλήθεια (βλ. Ιωάν. ι’ 11). Οι Ιουδαίοι είχαν δει και την κόρη του Ιαείρου ν’ ανασταίνεται, όπως και το γιο της χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν;

Οι Ιουδαίοι είδαν πολλούς από τους νεκρούς τους να βγαίνουν από τους τάφους τους στην Ανάσταση του Χριστού. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν; Τελικά αναγνώρισαν το ακαταμάχητο και αδιάσειστο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, αντί όμως να πιστέψουν, εκείνοι δωροδόκησαν τους φύλακες για να κρύψουν την αλήθεια και ν’ αναφέρουν ψέματα. Δεν είναι αρκετά αυτά για να μας κάνουν να πιστέψουμε; Αν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες από τους νεκρούς, έχουμε τον Αβραάμ, το Λάζαρο και τον αμαρτωλό πλούσιο. Έχουμε εδώ μαρτυρίες από τον παράδεισο κι από την κόλαση, μαρτυρίες που επιβεβαιώνει όχι κάποιο πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Όποιος από μας κι αν έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον παράδεισο και την κόλαση κι άκουγε τη συνομιλία του Αβραάμ με τον άσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει τα μάτια και τ’ αυτιά του, όσο με το γεγονός ότι αυτά τα πιστοποιεί ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει όλα τα μυστήρια. Είχε δει κι είχε ακούσει όλα όσα διηγήθηκε σ’ εμάς με την παραβολή Του. Και τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια. Αν την είχαμε δει μόνοι μας, ίσως και ν’ αμφιβάλαμε, να νομίζαμε πως πρόκειται για κάποια οπτασία, παραίσθηση. Εκείνος όμως είδε και άκουσε. Δεν μπορούσε ούτε ν’ απατήσει ούτε ν’ απατηθεί.

Αδελφοί μου! Δεν μπορούμε παρά να πιστεύουμε περισσότερο Εκείνον, παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Το ζητάει αυτό από μας. Είναι η πρώτη απαίτησή Του στο ευαγγέλιο, το να πιστέψουμε δηλαδή περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό μας. Να τον πιστέψουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είτε ζωντανός είναι αυτός είτε νεκρός. Το ίδιο δε γίνεται με τον οδηγό σ’ ένα ταξίδι και στους ταξιδιώτες που τον ακολουθούν; Δεν απαιτεί κι αυτός να τον ακολουθούν οι ταξιδιώτες και να μην αναζητούν με το άπειρο μάτι τους να βρουν δικό τους δρόμο; Διαφορετικά εκείνοι θ’ ακολουθήσουν λάθος οδηγό που, για δικούς του λόγους, θα ισχυριστεί πως ξέρει κάποιο συντομότερο κι ευκολότερο δρόμο. Ο Χριστός είναι ο Οδηγός στο δρόμο προς τη Βασιλεία Του, στο δρόμο που κανένας άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο Εκείνος. Πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό περισσότερο απ’ ό,τι στα δικά μας πλανεμένα μάτια κι αυτιά και στη δική μας ολέθρια αντίληψη. Εκείνος, για να μην πλανηθούμε από διάφορα ύποπτα πνεύματα και οπτασίες, άνοιξε για χάρη μας τον παράδεισο και την κόλαση. Έδωσε την άδεια στους νεκρούς να μας πληροφορήσουν τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Κι αυτό έγινε μπροστά Του, ώστε να βεβαιωθούμε για την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον άλλο κόσμο. Άφησε τους νεκρούς να μας φανερώσουν μόνο την αλήθεια που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε, ώστε να μη μιμηθούμε την ασπλαχνία του πλούσιου, αλλά την υπομονή του Λάζαρου, την πίστη και την ελπίδα του. Να μη λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά να βλέπουμε όλα όσα έχουμε σαν δάνειο από το Θεό για τη σωτηρία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Πηγή κειμένου : alopsis.gr

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Παραβολή του Ασώτου: Τι φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι!

Η παραβολή και εμείς

Έχει άμεση σχέσι η παραβολή αυτή με τον Θεό Πατέρα και την ιστορία της ανθρωπότητας, που χαρα­κτηριστικά χωρίζεται σε δύο μέρη, σε δύο γιους.

Εμείς πού βρισκόμαστε; Ποιον αντιπροσωπεύομε;

Δεν είναι εύκολο να πούμε. Είναι επικίνδυνο βιαστικά να απαντήσωμε· αυτό μας διδάσκει η παραβολή.

Ο νεώτερος υιός από την αρχή, που ζήτησε στανικά το επιβάλλον μέρος της ουσίας (και ποιος του είπε ότι είχε δικαίωμα να κάμη κάτι τέτοιο;), μέχρις ότου δαπανήση τα πάντα, και γίνη ισχυρός λιμός σ’ όλη τη μακρινή χώρα, και πεθάνη της πείνας αυτός και οι πολίτες της χώρας εκείνης…

Μέχρις ότου γί­νουν όλα αυτά, ήταν ζαλισμένος, δεν ήταν στα καλά του, ήταν εκτός εαυτού. Δεν μπορούσε να διακρίνη, να καταλάβη τι έκανε. Μόνο μετά από όλα αυτά «ήλθεν εις εαυτόν».

Άρα, αν βρισκώμαστε στην κατάστασι αυτή του νεώτερου γιου, πριν έλθη εις εαυτόν, σημαίνει ότι είμαστε στην πραγματικότητα εκτός εαυτών και δεν ξέρομε πού βρισκόμαστε, τι μας γίνεται, τι αντιπροσωπεύομε. Ή και αν νομίζωμε ότι ξέρομε – που συ­νήθως νομίζομε- πέφτομε έξω.

Και μόνο αν έλθωμε εις εαυτούς κάποτε, με τη βοήθεια του Θεού, θα ανακαλύψωμε τη φτώχεια και τη γυμνότητά μας.

Αλλά και ο πρεσβύτερος υιός δεν είναι λιγότερο εκτός εαυτού. Ή καλύτερα, αυτός δεν παρουσιάζεται ποτέ στην παραβολή να έρχεται εις εαυτόν, δηλαδή να έρχεται προς τον Πατέρα, να αισθάνεται και να ομο­λογή με τη ζωή και τη συμπεριφορά του την ανθρώ­πινη αδυναμία.

Αλλά ψεύδεται και αλλοφρονεί: Κάνει πεισματικά το θέλημά του – «ωργίσθη και ουκ ήθελεν εισελθείν» – και νομίζει ότι έχει όλο το δίκιο με το μέ­ρος του. Ενώ κρίσις δικαία είναι εκείνου που δεν κά­νει το δικό του θέλημα αλλά μόνο το θέλημα του ουρανίου Πατρός.

Αυτοδικαιώνεται με τα λόγια του και ταυτόχρονα αναιρείται με τη διαγωγή του, αποδεικνυόμενος κενός οιηματίας, ξένος προς το ήθος του ουρανίου Πα­τρός.

«Τοσαύτα έτη δουλεύω σοι»: Υπολογίζει τον χρό­νο, την κτίσι όχι την αιωνιότητα, την άκτιστη χάρι, που μια ροπή κάνει θεολόγο τον ληστή που μετανοεί.

Κατηγορεί τον αδελφό του για ασωτεία και ανταρσία και ο ίδιος δεν υπακούει στον πατέρα του. Ενώ διαλαλεί τη διαρκώς άψογη στάσι του -«ουδέποτε εντολήν σου παρήλθον»- την ίδια στιγμή όχι εντολή αυστηρή για δουλειά αρνείται, αλλά παράκλησι πα­τρική για συμμετοχή σε οικογενειακή χαρά καταπα­τεί.

Άρα, δεν είναι εύκολο μόνοι μας να πούμε πού βρισκόμαστε, γιατί μπορεί να πέφτωμε έξω, μπορεί να είμαστε εκτός εαυτών και να μην το ξέρωμε, να μην το αντιλαμβανώμαστε.

Τι φοβερό να είσαι τόσο μακριά, ενώ βρίσκεσαι μέσα στο σπίτι!

Και το ακόμη φοβερότερο, να εφαρμόζης τις εντολές και να μην καταλήγης στη γεύσι του μόσχου του σιτευτού, να μη γίνεσαι δαιτυμών [συμποσιαστής, ομοτράπεζος] λαμ­πρός του μεγάλου Συμποσίου που προσφέρεται «υπέρ της Οικουμένης».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμ. Βασιλείου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, η «Παραβολή του Ασώτου Υιού», έκδοση της Ιεράς Μονής Ιβήρων.

Ο άσωτος (μάλλον σωσμένος) γιος

......
Δεν πρόκειται επ΄ ουδενί για την τέλεια πρόταση μαθήματος. Μάλλον για ένα μοίρασμα πρόκειται, εκ μέρους κάποιου, οποίος, επί σειρά ετών έχει μπροστά του ένα ακροατήριο εφήβων και που επανειλημμένως κατέφυγε στην εμπειρία παλιότερων παιδαγωγών και στα κείμενα κορυφαίων Πατέρων και νεώτερων θεολόγων[1].

Και πάλι όμως καλά γνωρίζεις, πως τελικός παράγοντας διαμόρφωσης ενός μαθήματος είναι η μοναδικότητα, τόσο του διδάσκοντα-πομπού, όσο και του ακροατηρίου-δέκτη. Γι αυτό. Ανεξάρτητα από την ηλικία παιδιού που έχει κανείς μπροστά του, είναι σημαντικό να φροντίζει διαρκώς, πρώτα τη δική του πνευματική προκοπή και κατόπιν τη διαρκή του κατάρτιση. Γι΄ αυτό και η ιστοσελίδα αυτή, δεν επιδιώκει μόνο να προσφέρει εργαλεία, αλλά και να συμβάλλει κατά το μέτρο της δυνάμεως των συντελεστών της.



Ένα από τα σημεία που γενικά πρέπει να προσεχθούν είναι η αποσπασματικότητα, ως προς την παρουσίαση βιβλικών περικοπών. Γεγονός είναι πως η κάθε περικοπή προφέρει τεράστιο πλούτο μηνυμάτων και δυνατοτήτων περισυλλογής, αυτογνωσίας, και αναλύσεων. Υπάρχει όμως ανάγκη να έχουμε διαρκώς υπ΄ όψιν το ευρύτερο πλαίσιο, μέσα στο οποίο είναι όλα ενταγμένα. Άλλωστε αυτό κάνει και η Εκκλησία μας. Κατ΄ αρχήν, δεν διαχωρίζει την λατρεία από την διδασκαλία. Οι «κύκλοι» που έχει ορίσει είναι συγχρόνως λατρευτικοί και διδακτικοί. Μας καλεί, κάθε λογική διεργασία, ακόμη και σε θέματα βιβλικά, πατερικά κλπ, να τα εντάσσουμε σε μια βιωματική διάσταση και να τα μεταβάλλουμε σε οδό μετάνοιας και σωτηρίας.

Πηγή

Τέτοιο τρανό παράδειγμα είναι και η περίοδος του Τριωδίου. Θα έχεις ακούσει πολλές φορές, ότι πρόκειται για μια περίοδο προετοιμασίας, εν όψει της Μεγάλης Σαρακοστής και τελικώς της Μ. Εβδομάδας. Αυτό είναι βεβαίως σωστό, δεν πρέπει όμως να μας στερεί και την αναφορά σε μια διάσταση ιστορική και κοινωνική. Με άλλα λόγια, το κορυφαίο αυτό πνευματικό γεγονός της πορείας προς την Ανάσταση πρέπει να συνδυαστεί με την αναφορά στον συγκεκριμένο τρόπο που ο Χριστός έδρασε στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της παρουσίας Του, αλλά και την προέκταση της δράσης Του στην δική μας εποχή. Συγχρόνως, τα όποια συμπεράσματα πρέπει να μας οδηγήσουν σε συγκεκριμένη στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις του «σήμερα». Το Τριώδιο λοιπόν δεν προετοιμάζει μια ατομική πορεία, αλλά έρχεται να προετοιμάσει και μια νέα ζωή, ένα νέο κόσμο, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, σχέσεων και δράσης.

Ας δούμε λοιπόν, πώς, η συγκεκριμένη παραβολή μπορεί να ενταχθεί σε αυτό το πλαίσιο:

Είναι σημαντικό, πριν διαβάσουμε το κείμενο, να θυμίσουμε στα παιδιά, πως ο Χριστός έρχεται να φανερώσει με τη ζωή και το έργο Του, τι είδους ζωή και τι είδους κόσμο είχε προετοιμάσει ο Δημιουργός για τον άνθρωπο. Η Πτώση αλλοίωσε όχι μόνον αυτά, αλλά και την δυνατότητα του ανθρώπου να διακρίνει και να αναγνωρίζει την αλλοτρίωσή του. Η παρουσία του Χριστού και ο λόγος Του επαναφέρουν κατ΄ αρχήν στην ανθρώπινη ύπαρξη το κριτήριο του σωστού και του λάθους. Στον νέο κόσμο, που ο Χριστός προτείνει, προϋποτίθενται κάποιες ποιότητες και γνωρίσματα. Και η Εκκλησία μας επιλέγει τώρα, στην αρχή ενός δρόμου που οδηγεί στην τελική λύση της ανθρώπινης τραγωδίας, να υπογραμμίσει πως τα κριτήρια αυτά έρχονται σε σύγκρουση με τα κριτήρια του κόσμου.



Ήδη, από την περασμένη εβδομάδα, στα πρόσωπα του Φαρισαίου και του Τελώνη, φαίνεται η σύγκρουση αυτή. Ο Φαρισαίος είναι ο δικαιωμένος για τον κόσμο. Ο Τελώνης είναι ο περιφρονημένος. Στα μάτια του Θεού συμβαίνει το εντελώς αντίθετο.

Ας καλέσουμε τώρα τα παιδιά να διαβάσουμε μαζί την περικοπή. Γιατί όχι και από το πρωτότυπο. Οι λίγες άγνωστες λέξεις εύκολα ερμηνεύονται.

Ο ἄσωτος υἱὸς (Λκ. 15, 11-32)


11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

Δηλαδή:

11Τους είπε επίσης ο Ιησούς: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους. 12Ο μικρότερος απ’ αυτούς είπε στον πατέρα του: “πατέρα, δώσε μου το μερίδιο της περιουσίας που μου αναλογεί”· κι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. 13Ύστερα από λίγες μέρες ο μικρότερος γιος τα μάζεψε όλα κι έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. 14Όταν τα ξόδεψε όλα, έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, και άρχισε κι αυτός να στερείται. 15Πήγε λοιπόν κι έγινε εργάτης σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, ο οποίος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. 16Έφτασε στο σημείο να θέλει να χορτάσει με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, αλλά κανένας δεν του έδινε. 17Τελικά συνήλθε και είπε: “πόσοι εργάτες του πατέρα μου έχουν περίσσιο ψωμί, κι εγώ εδώ πεθαίνω της πείνας! 18Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα· 19δεν είμαι άξιος πια να λέγομαι γιος σου· κάνε με σαν έναν από τους εργάτες σου”. 20Σηκώθηκε, λοιπόν, και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του, τον σπλαχνίστηκε, έτρεξε, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον καταφιλούσε. 21Τότε ο γιος του τού είπε: “πατέρα, αμάρτησα στο Θεό και σ’ εσένα και δεν αξίζω να λέγομαι παιδί σου”. 22Ο πατέρας όμως γύρισε στους δούλους του και τους διέταξε: “βγάλτε γρήγορα την καλύτερη στολή και ντύστε τον· φορέστε του δαχτυλίδι στο χέρι και δώστε του υποδήματα. 23Φέρτε το σιτευτό μοσχάρι και σφάξτε το να φάμε και να ευφρανθούμε, 24γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”. Έτσι άρχισαν να ευφραίνονται.25. Ο μεγαλύτερος γιος του βρισκόταν στο χωράφι· και καθώς ερχόταν και πλησίαζε στο σπίτι, άκουσε μουσικές και χορούς. 26Φώναξε, λοιπόν, έναν από τους υπηρέτες και ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. 27Εκείνος του είπε: “γύρισε ο αδερφός σου, κι ο πατέρας σου έσφαξε το σιτευτό μοσχάρι, γιατί του ήρθε πίσω γερός”. 28Αυτός τότε θύμωσε και δεν ήθελε να μπει μέσα. Ο πατέρας του βγήκε και τον παρακαλούσε, 29εκείνος όμως του αποκρίθηκε: “εγώ τόσα χρόνια σού δουλεύω και ποτέ δεν παράκουσα καμιά εντολή σου· κι όμως σ’ εμένα δεν έδωσες ποτέ ένα κατσίκι για να ευφρανθώ με τους φίλους μου. 30Όταν όμως ήρθε αυτός ο γιος σου, που κατασπατάλησε την περιουσία σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το σιτευτό μοσχάρι”. 31Κι ο πατέρας του τού απάντησε: “παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου. 32Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί ο αδερφός σου αυτός ήταν νεκρός κι αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”».






Όταν τελειώσει η περικοπή, μπορείτε να …εντυπωσιάσετε λιγάκι το ακροατήριο με μια επισήμανση, που κρύβει μεγάλη σημασία: Άσωτος, στη καθαρεύουσα σημαίνει ο μη-σωσμένος, πράγμα που δεν ισχύει για τη ματιά του Πατέρα, ισχύει όμως για τη ματιά του μεγάλου γιου. Αμέσως-αμέσως και πριν κάθε συζήτηση, φαίνεται εύκολα αυτή η διαφορά στα κριτήρια Θεού και κόσμου. Για τον κόσμο, που εκπροσωπείται από τον μεγάλο γιο, ο μικρός γιος είναι τελειωμένος και οριστικά καταδικασμένος. Κοινωνικά εντάξει είναι ο μεγαλύτερος γιος. Το δαχτυλίδι όμως το παίρνει ο μικρότερος.

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια στάση ζωής, σε μια ποιότητα ψυχής που ανήκει στον νέο κόσμο του Θεού: τον δρόμο του βρίσκουν αυτοί που ξέρουν και αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους μέχρι τέλους. Και μέχρι τέλους εννοούμε την διαδρομή από την σιχασιά για τα ξυλοκέρατα μέχρι το «ήμαρτον». Η στάση του Πατέρα, του έδωσε τη δυνατότητα να γλυτώσει το «ήμαρτον». Όταν ο μικρός γιος το είπε, ο Πατέρας ήδη τον είχε αγκαλιάσει. Εκείνος όμως δεν έχει πρόβλημα με τον Πατέρα του. Έχει πρόβλημα με τον εαυτό του και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του αισθάνεται την ανάγκη να εξοφλήσει το χρέος του λάθους του.

Να λοιπόν τώρα επιγραμματικά κάποια σημεία, που δίνουν αφορμή για συζήτηση:

Η σημερινή ιστορία δίνει μιας πρώτης τάξεως αφορμή να προβληματίσουμε τα παιδιά για τις αντιδράσεις τους, όταν ο συμμαθητής τους, ο φίλος τους, ακόμη και ο αδελφός τους παρουσιάζεται μετανιωμένος. Τα συναισθήματα της ιστορίας είναι πολύ συνηθισμένα στην καθημερινότητα των παιδιών. Κυρίως με το δεδομένο του πολύ αυξημένου αισθήματος δικαιοσύνης σ΄ αυτήν την ηλικία, οι αντιδράσεις των παιδιών θα θυμίζουν πολλές φορές εκείνες του μεγαλύτερου γιου.

Με κάθε τρόπο, η καταπολέμηση αυτής της σκληρής συμπεριφοράς πρέπει να συνδυαστεί με τη διαρκή επικοινωνία του παιδιού με τον Θεό. Πρέπει να αποδεχτούμε, πως μόνον ένας πνευματικός αγώνας και η προσευχή είναι σε θέση να αλλάξουν τη ματιά μας και κυρίως την καρδιά μας.

Το τέλος του μαθήματος είναι δική σας επιλογή. Εγώ, πολλές φορές κάνω μια τελική αναφορά σε ένα κόσμο που δεν ξέρει να αναλαμβάνει την ευθύνη των λαθών του. Φαινόμενα που τα βλέπουμε στις οικογένειες, την πολιτική, στις σχέσεις των ανθρώπων. Πολλοί παραπονούνται γιατί ο κόσμος είναι τόσο σκληρός. Παραπονούνται ακόμη και γιατί ο Θεός μένει απαθής μπροστά στην ανθρώπινη τραγωδία. Ίσως αν δείξουμε την εξέλιξη των γεγονότων της παραβολής, δοθεί μια απάντηση: Την αγκαλιά του Πατέρα άνοιξε η μετάνοια. Να το πούμε και αλλιώς: Η πατρική αγκαλιά ήταν πάντα ανοικτή, την γεύτηκε όμως ο μικρός γιος μέσα από την επιστροφή. Αγκαλιά είχε δίπλα του και ο μεγάλος γιός. Κι όμως, ποτέ δεν την γεύτηκε. Μήπως ο πολυπόθητος καλύτερος κόσμος είναι ήδη παρών και περιμένει την προσωπική μετάνοια του καθενός για να φανερωθεί;

Και κάτι τελευταίο, κατάλληλο ίσως για έναν επίλογο, που μπορεί να κάνει την ίδια εντύπωση όπως η αρχή με τη λέξη «άσωτος»: Μιλάμε για την επιστροφή του ασώτου. Ίσως δεν υπάρχει επιστροφή. Σωματικά επιστρέφει, πνευματικά όμως τώρα πρωτομπαίνει στο σπίτι του και βλέπει καταστάσεις που γι αυτόν ήταν παντελώς άγνωστες. Και πάλι ο μεγαλύτερος γιος μας επαληθεύει: Το ίδιο σπίτι είναι πια Παράδεισος για τον μικρό γιο και Κόλαση για τον μεγάλο. Γι΄ αυτό και δεν θέλει να μπει. Και τελικά δε μαθαίνουμε και αν μπήκε ποτέ.

Επιγραμματικά:

Σκοπός

Τα παιδιά να διδαχτούν, πως ο Θεός είναι ένας στοργικός πατέρας, που νοιάζεται εξίσου για όλα τα παιδιά Του.

Να μπορέσουν να προσεγγίσουν την οπτική γωνία του Θεού απέναντι στον αμαρτωλό και να γίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο έτοιμα να γίνουν μια ανοιχτή αγκαλιά για τον μετανιωμένο.

Να εντοπίσουν το λάθος εκείνων, που επιμένουν να βλέπουν τους ανθρώπους σαν δικαστές και όχι σαν αδελφούς.

Το μήνυμα

Ο Θεός είναι ένας στοργικός πατέρας.

Ο Θεός είναι πάντα έτοιμος να συγχωρέσει τα λάθη μας.

Όποιος αγαπάει τον Θεό, πρέπει να μάθει να αγαπάει και τους ανθρώπους, με τον τρόπο που εκείνος τους αγαπάει.

Είμαστε πάντα έτοιμοι να στηρίξουμε εκείνον που έσφαλλε;


[1]Ένας από αυτούς είναι και ο κ. Σωκράτης Νίκας, πρώην Σχολικός Σύμβουλος και εκλεκτός εκπαιδευτικός, στου οποίου τα σχολικά βοηθήματα καταφεύγω συχνά, όπως και στην προκειμένη περίπτωση.




Κρίση τελική, εδώ και τώρα

Πηγή

(Κατά Ματθαίον 25, 31-46, Α΄ Κορινθίους 8, 8-13 & 9, 1-2)

[...]

Η σημερινή παραβολή είναι απολύτως ξεκάθαρη και δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας της απάντησης που δίνει. Ποιο είναι όμως το ερώτημα; Ίσως να μπορεί να διατυπωθεί κάπως έτσι:

Τι ζητάει από μας ο Θεός; Πώς θα μας κρίνει; Και μάλιστα, όχι μόνον τότε, στο μακρινό μέλλον, αλλά και στο παρόν, σε κάθε στιγμή της τωρινής ζωής μας. Ας την διαβάσουμε λοιπόν:

                                  ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ

Πώς θα κριθεί ο κόσμος

31«Όταν θα έρθει ο Υιός του Ανθρώπου με όλη του τη μεγαλοπρέπεια και θα τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοι, θα καθίσει στο βασιλικό θρόνο του. 32Τότε θα συναχθούν μπροστά του όλα τα έθνη, και θα τους ξεχωρίσει όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα κατσίκια. 33Τα πρόβατα θα τα τοποθετήσει στα δεξιά του και τα κατσίκια στ’ αριστερά του. 34Θα πει τότε ο βασιλιάς σ’ αυτούς που βρίσκονται δεξιά του: “ελάτε, οι ευλογημένοι απ’ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που σας έχει ετοιμαστεί απ’ την αρχή του κόσμου. 35Γιατί, πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, 36γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ’ επισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε”. 37Τότε θα του απαντήσουν οι άνθρωποι του Θεού: “Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; 38Πότε σε είδαμε ξένον και σε περιμαζέψαμε ή γυμνόν και σε ντύσαμε; 39Πότε σε είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον κι ήρθαμε να σε επισκεφθούμε;” 40Τότε θα τους απαντήσει ο βασιλιάς: “σας βεβαιώνω πως αφού τα κάνατε αυτά για έναν από τους άσημους αδερφούς μου, τα κάνατε για μένα”.

41»Ύστερα θα πει και σ’ αυτούς που βρίσκονται αριστερά του: “φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι· πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του. 42Γιατί, πείνασα και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα και δε μου δώσατε να πιω, 43ήμουν ξένος και δε με περιμαζέψατε, γυμνός και δε με ντύσατε, άρρωστος και φυλακισμένος και δεν ήρθατε να με δείτε”. 44Τότε θα του απαντήσουν κι αυτοί: “Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένον ή διψασμένον ή ξένον ή γυμνόν ή άρρωστον ή φυλακισμένον και δε σε υπηρετήσαμε;” 45Και θα τους απαντήσει: “σας βεβαιώνω πως αφού δεν τα κάνατε αυτά για έναν από αυτούς τους άσημους αδερφούς μου, δεν τα κάνατε ούτε για μένα”. 46Αυτοί λοιπόν θα πάνε στην αιώνια τιμωρία, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή».


Ένα πρώτο ερώτημα είναι το γιατί να βάλουμε στη ζωή μας κριτή; Γιατί να αγωνιούμε πώς θα μας κρίνει ο Θεός; Η ζωή μας περνάει κανονικά, οι απασχολήσεις μας συνεχίζονται, ο καθένας από μας, βυθισμένος στον μικρόκοσμό του, είναι αμφίβολο αν έχει έστω και λίγα λεπτά να νοιαστεί για το αν εγκρίνει ο Θεός τις επιλογές του. Και στο κάτω κάτω , οι εποχές μας πλέον δεν ασχολούνται με την άποψη κάποιου, που βρίσκεται έξω από αυτόν τον κόσμο. Και μάλιστα δεν ασχολούνται με κάποιον που κραδαίνει μια απειλή για κόλασες και παράδεισους.

Ένα δεύτερο ερώτημα είναι το τι μπορεί να σημαίνει Κόλαση και Παράδεισος, ενώ είμαστε ακόμη ζωντανοί; Είναι άραγε καταστάσεις που μας περιμένουν μετά; Υπάρχει η πρόγευσή τους ήδη από αυτή τη ζωή; Και τελικώς, ποιος μας βεβαιώνει πως υπάρχουν στ΄ αλήθεια;

Η αλήθεια είναι πως σήμερα ο Χριστός απειλεί, σχεδόν τρομοκρατεί. «Πηγαίνετε» , λέει στους άσπλαχνους, «εσείς οι καταραμένοι στο πυρ το αιώνιο, το ετοιμασμένο για τους δαίμονες».

 Το πολύ ενδιαφέρον είναι πως αυτοί οι καταραμένοι δεν δέχονται τις κατηγορίες. Αρνούνται πως αδιαφόρησαν να περιθάλψουν τον Θεό. Αντίθετα, αντιλαμβανόμαστε πως ήταν σε επιφυλακή για να Τον αναγνωρίσουν , όταν θα εμφανιστεί.

Τα λόγια του Χριστού μας είναι σοκαριστικά. Και αυτοί που σκανδαλίστηκαν, είναι οι ίδιοι που σκανδαλίστηκαν με την παραβολή του Ασώτου, με την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου, με την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Είναι οι Φαρισαίοι, που ουσιαστικά εκπροσωπών εκείνους τους θρησκευόμενους ανθρώπους όλων των εποχών, που αντιλαμβάνονται  την πνευματική ζωή ως κάτι μεταφυσικό, επουράνιο, αποκομμένο από τα εγκόσμια, εκείνους που με αγωνία διαρκώς επιδιώκουν να εξευμενίσουν έναν Θεό της φαντασίας τους, που δήθεν ζητά διαρκώς την εφαρμογή εντολών, κανόνων, τύπων και απαγορεύσεων.

Ιδού λοιπόν, κατά τη γνώμη μου,  η απάντηση στο πρώτο ερώτημα: Αποδέκτες της σημερινής παραβολής είναι εκείνοι, που αληθινά αναζητούν την αλήθεια, εκείνοι, που έχουν βάλει την αναζήτηση του Θεού ως σημαντική παράμετρο της ζωής τους.

Τότε λοιπόν, θα πείτε, χίλιες φορές καλύτερα ζουν οι άπιστοι και οι αδιάφοροι. Τουλάχιστον εκείνοι δεν βρίσκονται διαρκώς υπόδικοι και απολογούμενοι!

Πολύ σωστά! Αν όντως ο Θεός βάλθηκε να καταδυναστεύει τις ζωές μας, καλύτερα μακριά Του!

Βλέπετε λοιπόν, γιατί με τόση οξύτητα μιλά σήμερα ο Θεός σε εκείνους που έχουν τόσο εσφαλμένη εντύπωση για τον Θεό; Βλέπετε, πως, εάν δεν τους ταρακουνήσει και τους αφήσει να πορεύονται με τόσο λάθος εικόνα για Εκείνον, οι επιλογές του είναι δύο:

 Ή θα περάσουν μια ζωή διαρκούς αγωνίας για το εάν έχουν ικανοποιήσει τον Θεό μέσα από την εφαρμογή ατελείωτων «πρέπει», ή, αργά ή γρήγορα, θα εγκαταλείψουν τον Θεό, εξαντλημένοι από μια ατέλειωτη προσπάθεια, που ποτέ δεν είναι αρκετή.


Σήμερα ο Χριστός αποφασίζει να μιλήσει στους Φαρισαίους και στους τυπολάτρες θρησκευόμενους με τη δική τους γλώσσα:

«Ώστε φοβάστε την Κόλαση! Ώστε νομίζετε πως το μοναδικό ενδιαφέρον μου είναι το εάν θα εφαρμόσετε ένα ατέλειωτο κατεβατό εντολών για να με έχετε δικό σας! Έ, λοιπόν, αυτό που φοβάστε το έχετε πάθει ήδη. Είστε στην Κόλαση του χωρισμού σας από Μένα. Δεν είμαι Αυτός που νομίζετε, δεν είμαι εκεί που νομίζετε. Ήδη βιώνετε την οδύνη της στέρησής μου και δυστυχείτε, διότι δεν σας έφτιαξα δούλους μου προσκυνημένους, φοβισμένους και αγχωμένους για το τι μ΄  αρέσει και τι όχι. Κι εσείς σέρνεστε σαν τα φοβισμένα ζωντανά. Σας έφτιαξα εικόνες μου, όντα χαράς από το κέρασμα αγάπης προς όλους, όντα σχέσης με τον άλλον και Εμένα. Κι εσείς νοιάζεστε μόνο να περισώσετε μια ψεύτικη εικόνα σας, ανύπαρκτη και ουτοπική, μεταβάλλοντας την εγωιστική τελειομανία σας σε δήθεν θέλημα μου. Δικός μου είναι ο Παράδεισος της ανοιχτής αγκαλιάς, της αποδοχής  και της  αγάπης. Η Κόλαση είναι δικό σας κατασκεύασμα, συνέπεια της  απομάκρυνσής σας από μένα. Κόλαση υπάρχει και παραϋπάρχει. Μόνο που είναι η αυτοκαταδίκη σας. Κόλαση είναι εκεί που εσείς αποφασίσατε να μην είμαι».

Ιδού λοιπόν και απάντηση στο δεύτερο ερώτημα: Από τη ζωή αυτή ξεκινά ο δρόμος προς τη ζωή και ο δρόμος προς το πυρ της θεϊκής στέρησης.

Αν θέλετε, ρίξτε μια ματιά και στην αποστολική περικοπή. Κοιτάξτε με πόσο υπέροχο τρόπο ο υπέροχος Άγιος Παύλος μας αποενοχοποιεί από τα «πρέπει» και θέτει ως κριτήριο του σωστού και του λάθους, τον σκανδαλισμό του αδελφού μας. (Α΄ Κορ. 8, 9-13)

Όλοι διψάμε Θεό. Κάποιο το ξέρουν και κάποιοι όχι. Εκείνοι που το ξέρουν, ψάχνουν. Και σήμερα ο Χριστός λυτρώνει από τη δίψα της αναζήτησης και δείχνει δρόμο ασφαλή. Οι άνθρωποι γύρω μας δεν είναι όντα λάσπης και καταδίκης στην ανυπαρξία. Δεν αποτελούν απειλή για την ελευθερία και την αξία μας. Δεν θέλουν και δεν μπορούν να μας βλάψουν αληθινά. Μπορούν ίσως από άγνοια και πόνο, να μας πληγώσουν. Αν όμως πιστέψουμε τα λόγια του αγαπημένου μας Χριστού –και πρέπει να τα πιστέψουμε- η θεϊκή εικόνα σε κάθε άνθρωπο δεν εξαφανίζεται. Στιγματίζεται, μα δεν καταστρέφεται. Σ΄ αυτήν την κρυμμένη, αλλά ολοζώντανη θεϊκή εικόνα, πρέπει να έχουμε την ματιά προσηλωμένη. Και μάλιστα σε μια εικόνα, όχι αναπαράσταση ή αντίγραφο Θεού, αλλά εικόνα-δρόμο προς συνάντηση με τον Θεό που λαχταράμε και θα κάναμε τα πάντα για ένα – δυο δευτερόλεπτα να βρεθούμε στη σκιά Του. Κι έρχεται σήμερα και μας λέει:

«Δυο δευτερόλεπτα μόνο; Διατίθεμαι για όλη τη ζωή σου, φτάνει να μένεις κοντά στους ανθρώπους. Φέρσου τους σα να  ΄μουν εγώ, αγκάλιασέ τους σα να ΄μουν εγώ, μίλα τους σα να ΄μουν εγώ, ταπεινώσου απέναντί τους σα να  ΄μουν εγώ. Μέσα  απ’  αυτούς  θα δεις το έλεος και την αγάπη μου να σε πλημμυρίζουν, μέσα  από τη δική τους ματιά, τη γεμάτη ευγνωμοσύνη για την αγάπη που τους έδειξες, θα γευτείς  τη δική μου αποδοχή».


Ύπαρξε άνθρωπος που ρώτησε φίλο του για κάποιον κοινό γνωστό  τους:

«Πώς τον ανέχεσαι; Αν είχα δεχτεί εγώ αυτή την συμπεριφορά, θα τον είχα διαγράψει».

Κι ό άλλος του απάντησε:

«Το σκέφτηκα κι εγώ. Μετά όμως σκέφτηκα: Ζήτησα από τον Θεό να ελκύσει κοντά Του με κάθε τρόπο. Ήξερα πως κοντά Του πάνε οι ταπεινοί και πως, για να σπάσει ο εγωισμός μου, θα είχα ζόρι. Λες λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός, ο προσβλητικός και απαράδεκτος για τα μέτρα του κόσμου, να είναι άγγελος Κυρίου που με λειαίνει να χωρέσω από εκείνο το στενό πορτάκι που οδηγεί στο έλεός Του; Και δεν θα το πιστέψεις: Όχι μόνον δεν τον διαγράφω, άρχισα και να του είμαι υποχρεωμένος. Ίσως  και να ‘ναι ο Χριστός που με προπονεί και περιμένει με αγωνία να τα καταφέρω».

Ζητάμε όλοι τον Θεό. Καιρός να αφουγκραστούμε λίγο και τις οδηγίες που μας δίνει για να βρεθούμε στην αγκαλιά Του!

Υποθετικές συζητήσεις

Αφού τελειώσει η εξιστόρηση, δύο πράγματα ίσως να ήταν χρήσιμο να λεχθούν,:

Το πρώτο έχει να κάνει περισσότερο με το ιστορικό πλαίσιο της περικοπής, αλλά και γενικότερα με τις βασικές κατευθύνεις του ευαγγελίου του Ματθαίου.

Σε ποιους νομίζετε παιδιά πως απευθύνεται κυρίως ο Χριστός;

Ο ευαγγελιστής, μέσα από τα λόγια του Ιησού, στηλιτεύει την τυπολατρία των Φαρισαίων και διαχρονικά, όλων εκείνων που εξαντλούν την θρησκευτικότητά τους σε μια ατομική πορεία σχολαστικής τήρησης κανόνων. (Σάββα Αγουρίδου, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ, 126-133) Άλλωστε ο Ματθαίος είναι που επισημαίνει στο κεφ. 9,13 «έλεος θέλω και ου θυσίαν». Ας θυμίσουμε ακόμη το αγωνιώδες ερώτημα για το πού κατοικεί ο Θεός, όπως ρωτάει η Σαμαρείτιδα τον Κύριο (Ιω. 4,20). Και εάν εκεί ο Χριστός αρνείται να εγκλωβίσει τον Θεό σε πέτρινους ναούς, εδώ τον ταυτίζει με τους θνητούς ανθρώπους, έμψυχους όμως ναούς.

Το δεύτερο αφορά τα έσχατα.

Στον νέο κόσμο του Θεού, ποιο βασικό στοιχείο φαίνεται να κυριαρχεί;

Στον νέο κόσμο του Θεού, η βασική και μεγαλύτερη δύναμη που ενώνει τους ανθρώπους είναι η αγάπη. Και εδώ μπορείτε να κάνετε μια πρώτη αναφορά στο «σήμερα». Τι κρατάει σήμερα του ανθρώπους ενωμένους;…… . ο φόβος….το κοινό συμφέρον…… Και πόσο εύκολα οι δεσμοί των ανθρώπων σπάνε για αφορμές ασήμαντες. Μήπως τελικά η αγάπη είναι δώρο του Θεού προς εκείνους που διψούν να συναντήσουν Αυτόν και την αγάπη Του για τους ανθρώπους; Μια πιο θεολογική διατύπωση είναι η έννοια της «μετοχής» του ανθρώπου στην αγάπη του Θεού, μέσω της πίστης και της συμμετοχής του στη ζωή της Εκκλησίας.

Ας θυμίσουμε τέλος, ρωτώντας τα παιδιά, ποιο είναι το γενικότερο μήνυμα και ο σκοπός των ημερών που διανύουμε.

Το γενικότερο πλαίσιο των ημερών είναι το Τριώδιο, η περίοδος αυτή της προετοιμασίας, η οποία τελικό της στόχο έχει να βρούμε το θάρρος να μετρήσουμε τον εαυτό μας με τα κριτήρια του Θεού και όχι τα δικά μας ή του κόσμου. Και την Κυριακή αυτή ένα νέο κριτήριο μάς μετράει: Η έμπρακτη αγάπη, που στην τέλεια μορφή της δεν ξεχωρίζει ως αποδέκτη τον Θεό από τον άνθρωπο.

Άλλες φορές, κατά την παρουσίαση της περικοπής, έχω αντιμετωπίσει πολύ ενδιαφέροντα και ολίγον προκλητικά ερωτήματα, όπως:

«Εδώ καλά- καλά δεν έχω εγώ, τι να δώσω;»(Και πολύ φοβούμαι πως οι συνθήκες των ημερών, το ερώτημα αυτό θα το κάνουν όλο και συχνότερο). Συνήθως εδώ βρίσκω την ευκαιρία να αναφερθώ, όχι μόνο στην υλική προσφορά, αλλά σε κάτι ευρύτερο και πιο ουσιαστικό: Στην αγαπητικό διάθεση που πάντα βρίσκει τρόπο να προσφέρει. Ρωτάω μάλιστα κάποιες φορές: «Έχεις γνωρίσει ανθρώπους που τους αισθάνεσαι πάντα έτοιμους να προσφέρουν, έστω και αν έχουν ελάχιστα;» Πάντα παίρνω θετική απάντηση. Επιπλέον έχω πάντα έτοιμο το χωρίο από του τρεις πειρασμούς του Χριστού : ουκ έπ΄ άρτω μόνω ζήσεται ο άνθρωπος (Ματθ. 4,4) Πολλές οι ανάγκες του ανθρώπου, πολλών λογιών οι φτώχιες, πολλοί και οι δρόμοι της αγάπης.

Ξαναρωτάω: «Γνωρίζετε ανθρώπους που τα έχουν όλα και δεν είναι ευτυχείς;»

Και δώ, θετική απάντηση παίρνω. Και για να επανέλθω στο φρόνημα,  η ιστορία με το κρεμμύδι, όπως την εξιστορεί ο Ντοστογιέφσκι, δίνει πολλά ερεθίσματα. Ας τη θυμηθούμε:

Στους Αδελφούς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται, μια λαϊκή ιστορία που άκουσε κάποτε, σχετικά με μια ηλικιωμένη γυναίκα που δεν έζησε σωστά και μετά θάνατο βρέθηκε σε μια λίμνη από φωτιά. Ο φύλακας Άγγελος της προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει. Η μόνη καλή πράξη όμως που θυμόταν ότι έκανε αυτή η γυναίκα όταν ζούσε, ήταν που είχε δώσει κάποτε από τον κήπο της ένα κρεμμύδι, σε μια ζητιάνα. Πήρε λοιπόν ο άγγελος το κρεμμύδι, είπε στη γυναίκα να πιαστεί απ’ αυτό κι άρχισε να την τραβά έξω από τη λίμνη. Μέσα στη λίμνη όμως δεν ήταν μόνη της. Όταν οι άλλοι είδαν τι συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω και κρεμάστηκαν πάνω της με την ελπίδα να συρθούν κι αυτοί έξω μαζί της. Τότε όμως η γυναίκα, με τρόμο και αγανάκτηση, άρχισε να τους κλωτσά. «Αφήστε με», φώναξε. «Εμένα τραβά έξω, όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμύδι, όχι δικό σας». Τη στιγμή που το είπε αυτό, το κρεμμύδι έσπασε στα δύο και η γυναίκα έπεσε πίσω, μέσα στη λίμνη. Και εκεί μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Ποια είναι η λέξη που την καταδίκασε;…….. Σωστά… «δικό μου είναι το κρεμμύδι». Το ατομικό φρόνημα σε αντιδιαστολή με το αγαπητικό-δοτικό φρόνημα.

Και πολλά ακόμη να συζητήσει κανείς.


Άλλο ερώτημα:

Και που ξέρω εγώ Κύριε, τι θα τα κάνει τα λεφτά;

Είναι φορές που έχω κι εγώ αναφέρει προσωπική μου εμπειρία: Στο αυτοκίνητο, συγγενής μου με επέπληξε έντονα, γιατί έδωσα σε αλλοδαπό μία μικρή βοήθεια. «Δίνοντάς του», μου είπε, τον κρατάς εδώ. Να γυρίσει στη χώρα του, γιατί αλλιώς θα φέρει και τους δικούς του εδώ πέρα».

Μια απάντηση κρύβεται σε κάτι που μου διηγιόταν αγαπημένη μοναχή, η αδελφή Στυλιανή Γουσοπούλου, παλιά ηγουμένη στο μοναστήρι της Νταού Πεντέλης. Ένας άγιος της εκκλησίας μας, ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας, όντας επίσκοπος, έβγαινε το βράδυ μαζί με ένα διάκο του και μοίραζε αδιακρίτως. Κάποια στιγμή, ο διάκος του λέει: Γέροντα, αυτός παίρνει, κάνει το γύρο γρήγορα και ξαναβρίσκεται μπροστά μας. Τι να κάνω; “Δίνε, δίνε”, απαντούσε εκείνος. Πού ξέρω εγώ αν δεν είναι ο Χρίστος και μας δοκιμάζει.

Και συμπλήρωνε: Στον Παράδεισο θα μπουν μόνον άνθρωποι με τρύπια χέρια.

Και μια τελευταία ερώτηση, αρκετά συχνή: Πώς, κύριε, ένας Θεός αγάπης απορρίπτει με τέτοιο τρόπο τους άσπλαχνούς; Αλλά και αλλού, πως μιλάει με τόση σκληρότητα για κόλαση και για κλαυθμούς και βρυγμούς οδόντων

Συνήθως απαντώ πως οι άνθρωποι στους οποίους τότε απευθυνόταν, δεν είχαν γνωρίσει ακόμη την απέραντη φιλανθρωπία του Θεού. Περισσότερο τον έχουν γνωρίσει στην Π. Διαθήκη ως Θεό δίκαιων ποινών. Υπενθυμίζω μάλιστα την παραβολή του Ασώτου:

«Για θυμηθείτε το μαρτύριο του μεγάλου γιου. Μέσα να χαίρονται και αυτός να μην μπορεί να νιώσει χαρά. Τον έδιωξε κανείς; …….όχι……… τότε; Μόνος του αποσύρεται. Η ίδια αγάπη του Θεού, για όποιον δεν μέτρησε τον εαυτό του και τον κόσμο , όπως είπαμε, με Εκείνου τα μέτρα, γίνεται μαρτύριο, κόλαση, διότι δεν μπορεί, ούτε να την αναγνωρίσει, ούτε να την γευτεί. . Έτσι έγινε με τους πρωτοπλάστους, έτσι γίνεται και με όσους διαρκώς παραπονούνται για τη μοναξιά τους. Γιατί τελικά κόλαση είναι η εκούσια μοναξιά μας η άρνησή μας ν΄ αγαπήσουμε. Και με την έννοια αυτή, η κόλαση είναι απολύτως υπαρκτή και μάλιστα από αυτή τη ζωή, όπως άλλωστε και η βασιλεία των ουρανών.

Τέλος, νομίζω πως, πριν από οποιαδήποτε ανάλυση και συμπέρασμα, είναι βασικό τα παιδιά από μικρά να μαθαίνουν στην προσφορά. Όπως λένε και οι νηπτικοί Πατέρες, δεν είναι μόνο η γεμάτη θείο φωτισμό καρδία, που ωθεί σε έργα αγάπης. Και η πρακτική (οι αγαθές πράξεις), ακόμη και απομονωμένη, μπορεί να μαλακώσει την ψυχή του ανθρώπου. Σε κάθε έργο διδασκαλίας, είτε μέσα στο ναό, είτε μέσα στην σχολική τάξη, είτε μέσα στο ίδιο μας το σπιτικό, πάντα πρέπει να βρίσκει χώρο η άσκηση της έμπρακτης προσφοράς. Όχι μόνο χρημάτων, αλλά ακόμη κι ενός καλού λόγου, ακόμη και μιας πρόθυμης συγνώμης.

Όσο για τα μεγαλύτερα παιδιά, έχω μια έντονη επιθυμία να συνδυάσω την παραβολή της  τελικής κτίση με την περιβόητη κρίση των ημερών. Στο Ευαγγέλιο, η κρίση έχει να κάνει με ένα είδος δικαστηρίου, όπου αποδίδεται δικαιοσύνη. Ευκαιρία να ενεργοποιήσουμε αυτή την διάσταση και στις σημερινές συνθήκες. Οι δυσκολίες δεν είναι ατυχίες αλλά συνέπειες. Από κει και πέρα, είμαι βέβαιος πως ο καθένας έχει άφθονη προσωπική εμπειρία για να αποδείξει του λόγου το αληθές.


«…ἐσπλαγχνίσθη…» Πρόταση διδασκαλίας της παραβολής του Καλού Σαμαρείτη

Πηγή

Πριν αναφερθούμε στα βασικά στοιχεία μιας από τις γνωστότερες παραβολές του Ευαγγελίου, αυτή του καλού Σαμαρείτη, ας υπογραμμίσουμε τη σημασία της παραβολής αυτής για το δικό μας παρόν.

Με την παραβολή αυτή, η χριστιανική πίστη αποκόβει ριζικά και μιας δια παντός κάθε σχέση με χώρους και ιδεολογίες, όπου η αξία των ανθρώπων μετριέται από την σύσταση του αίματός τους, το χρώμα του δέρματός τους, τις πεποιθήσεις τους ή την καταγωγή τους. Αυτό στις μέρες μας δεν είναι καθόλου αυτονόητο, αντίθετα προκύπτει δραματικά ως ζητούμενο.

Υπάρχει μια γενική αρχή: Σε περιόδους ευημερίας, μιας κάποιας κοινωνικής ισορροπίας και μιας στοιχειώδους παγκόσμιας γαλήνης, κηρύγματα ισότητας, αγάπης, αδελφοσύνης κλπ γίνονται εύκολα αποδεκτά, ακριβώς διότι δεν έχουν ουσιαστικό κόστος. Σε τέτοιες περιόδους, τα διλήμματα δεν είναι οξυμένα, αισθανόμαστε πως σ΄ αυτή τη γη όλοι χωράμε και εν πάσηπεριπτώσει δεν υπάρχει η οργή, που ζητάει επειγόντως ενόχους και εξιλαστήρια θύματα.

Οι καιροί μας όμως δεν είναι τέτοιοι. Βρισκόμαστε σε ασφυκτικής έντασης συναισθήματα  θυμού και  αδικίας, συνθήκες που πάντοτε αποκαλύπτουν την αληθινή ποιότητα και τα κρυμμέναθηρίαατόμων και λαών.

Στις μέρες μας οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύση. Πάντα η απειλή συσπειρώνει και καλύπτει καινά υπαρξιακού νοήματος. Αν μάλιστα σ΄ αυτή τη σύγχυση προστεθούν και θεωρίες περί καθαρότητας μιας φυλής ή ενός έθνους, το σωστό και το λάθος, το ανήθικο και το ηθικό μετριέταιπλέον μεάλλα μεγέθη, πιο απλουστευμένα, πιο εκτονωτικά, όποτε, και οι δίσεκτοι καιροίερμηνεύονται και οι ενοχές κατασιγάζουν.


Και έρχεται αυτή η παραβολή για να τοποθετήσει πάλι τα πράγματα σε  μια απλή και ξεκάθαρη βάση: Για τον συνεπή χριστιανό, ο πλησίον Σαμαρείτης αποτελεί το μοναδικό μέτρο αξιολόγησης πνευματικότητα, προθέσεων και πράξεων. Ο νέος κόσμος του Θεού πολιτογραφεί μόνον τους «πλησίον». Εθνικές, φυλετικές και πολιτιστικές ταυτότητες έρχονται σε δεύτερη μοίρα και,ουσιαστικά, εάνέχουν κάποιο λόγο ύπαρξης, είναι μόνον εάν και κατά πόσονετοιμάζουν «πλησίον» με συγκεκριμένη ψυχική προδιάθεση και ετοιμότητα για συγκεκριμένη δράση.

Αν μάλιστα παρατηρήσεικανείς το σκηνικό της παραβολής, τον περιμένουν και κάποιες εκπλήξεις:

Θυμήσου σε παρακαλώ, πως ο Χριστός μιλά σε Εβραίους. Τι πιο φυσιολογικό να περιμένει κανείς, πως η παραβολή θα περιέγραφε τον σωστό και σπλαχνικόΕβραίο που περιθάλπει τον αποσυνάγωγο  Σαμαρείτη. Με άλλα λόγια, τι πιο φυσικό να είχαμε την περιγραφή του «πλησίον» Εβραίου. Κι όμως! Φέρνοντας ο Χριστός τον Σαμαρείτη στη θέση του «πλησίον» και τον Εβραίο στη θέση του αναγκεμένου, είναι σαν να μας προειδοποιεί, πως ο Θεός αναγνωρίζει στον υποτιθέμενο ξένο, τον αλλόθρησκο, τον διαφορετικό, εκείνα τα στοιχεία που θα περίμενεκανείς να διαθέτουν οι κοντινοί του, οι πιστοί του, οι μιμητές Του.Ο Θεός, με την παραβολή αυτή, δεν μας καλεί να γίνουμε απλώς σπλαχνικοί, αλλά να ρίξουμε τον εγωισμό και την αλαζονεία, που μας έχει …προικίσει μια ταυτότητα –Έλληνας, Χριστιανός-, μιμούμενοισυμπεριφορές αλλοεθνών και αλλοθρήσκων, που ίσως να μην κατέχουν την αλήθεια, είναι όμως η στάση τουςεκείνη, που τους κάνει να βρίσκονται συγγενέστεροι του Θεού και τους καθιστά εν δυνάμει νέους εκλεκτούς του.

Πέραν λοιπόν μιας ηθικής προτροπής για ευσπλαχνία και συγκατάβαση, ο Χριστός παραμένει συνεπής στην διαρκή προσπάθειά Του να γκρεμίσει μύθους και εμμονές για περιούσιους λαούς . Δεν έχουμε λοιπόν ενώπιόν μας μόνον ένα ηθικό κήρυγμα, αλλά μια πλήρη ανατροπή των δεδομένων μας, μια πρόσκληση να δούμε τον κόσμο με τα μάτια τού Θεού και να αξιολογήσουμε τους εαυτούς μας και τους άλλους με τα δικά Του μέτρα και σταθμά. Με λόγια απλά: Αποτελεί δικαίωμά μας η κρίση και η κατάταξη ανθρώπων βάσει κριτηρίων που θα επιλέξουμε. Οι συνέπειες θα αποδείξουν την ορθότητα ή μη των επιλογών μας. Αποτελεί όμως ανηθικότητα και αυτοεμπαιγμό η τεκμηρίωση των επιλογών μας στο όνομα μιας ριζικά αντίθετης κοσμοθεωρίας, την οποίαν κακοποιήσαμε και οικειοποιηθήκαμε. Και στη προκειμένη περίπτωση, ο «πλησίον» ανθρώπων άλλα και Θεού είναι εκείνος που κατ΄ αρχήν και διαρκώς σπλαχνίζεται.


Ενώ λοιπόν ο νομοδιδάσκαλος ρωτά τον Ιησού

«Ποιος είναι ο πλησίον»,

Εκείνος τον θέτει ενώπιον ενός πολύ σοβαρότερου ερωτήματος:

«Εσύ, είσαι ‘πλησίον’;»

Κα μια προσωπική εμπειρία:

Πριν δέκα περίπου χρόνια, έχει φτάσει η μέρα, όπου προβλέπεται να συζητήσουμε στην τάξη την συγκεκριμένη παραβολή. Τη αμέσως προηγούμενη μέρα, έχει γίνει πρωτοσέλιδο το εξής περιστατικό: Στην Εθνική οδό, λίγο έξω από τη Λαμία, έχει συμβεί ένα τροχαίο. Περνούν αυτοκίνητα, μα κανείς δεν σταματά επί μια-δυο ώρες. Τελικώς στοματά μια παρέα νεαρών με μοτοσυκλέτες –«μηχανόβιων» κατά το κοινώς λεγόμενο-, οι οποίοι βγάζουν με προσοχή τους δύο τραυματίες στο οδόστρωμα. Γνωρίζοντας από ατυχήματα, ούτε που διανοούνται να τους μεταφέρουν με τις μηχανές. Προσπαθούν λοιπόν να σταματήσουν κάποιο αυτοκίνητο. Μάταια! Παρά τις φωνές και τις δραματικέςκινήσεις τους, δεν σταματάεικανείς. Και στην απελπισία και το θυμό τους, βγάζουν τις αλυσίδες τους και αρχίζουν να χτυπούν τα αδιάφορα αυτοκίνητα, ώσπου κάποιος –από φόβο, από φιλότιμο;- σταματά και τους  επιβιβάζει. Παίρνουν το δρόμο προς το νοσοκομείο της πόλης, μπροστά το αυτοκίνητο με τους τραυματίες και πίσω, εν πομπή, η παρέα με τις μοτοσυκλέτες. Παραμένουν μέχρι το βράδυ και φεύγουν, αφού πλέον έχουν βεβαιωθεί, πως συγγενείς των τραυματιών βρίσκονται πλέον κοντά τους.

Βλέπεις λοιπόν, πως η ζωή φροντίζει να μας τροφοδοτεί με …νέου τύπου παραβολές, αλλά και να μας υπενθυμίζει αλήθειες και ερωτήματα διαχρονικά.

Ας έρθουμε τώρα στην περικοπή:

Κατά Λουκάν 10, 22-37

25 Και ιδού, κάποιος νομικός σηκώθηκε, για να τον πειράζει, λέγοντας: «Δάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;»  26 Εκείνος είπε προς αυτόν: «Μέσα στο νόμο τι είναι γραμμένο; Πώς διαβάζεις;»  27 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε: «Να αγαπήσεις Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη την ισχύ σου και με όλη τη διάνοιά σου, και τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου».  28 Του είπε τότε: «Ορθά αποκρίθηκες. αυτό κάνε και θα ζήσεις».  29 Εκείνος, θέλοντας να δικαιώσει τον εαυτό του, είπε προς τον Ιησού: «Και ποιος είναι πλησίον μου;»  30 Έλαβε το λόγο ο Ιησούς και είπε: «Κάποιος άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ και περιέπεσε σε ληστές, οι οποίοι και τον έγδυσαν και τον πλήγωσαν και έφυγαν, αφού τον άφησαν μισοπεθαμένο.  31 Κατά σύμπτωση, τότε, κάποιος ιερέας κατέβαινε στην οδό εκείνη, αλλά, όταν τον είδε, πέρασε απέναντι.  32 Όμοια τότε κι ένας Λευίτης, όταν ήρθε στον τόπο εκείνο και είδε, πέρασε απέναντι.  33 Κάποιος όμως Σαμαρείτης που οδοιπορούσε ήρθε προς αυτόν και, όταν τον είδε, τον σπλαχνίστηκε.  34 Και αφού τον πλησίασε, περιέδεσε τα τραύματά του, χύνοντας πάνω τους λάδι και κρασί και, αφού τον ανέβασε πάνω στο δικό του ζώο, τον έφερε σε πανδοχείο και τον φρόντισε.  35 Και την αυριανή ημέρα έβγαλε και έδωσε δύο δηνάρια στον πανδοχέα και του είπε: “Φρόντισέ τον, και ό,τι δαπανήσεις επιπλέον, εγώ, μόλις ξανάρθω, θα σου το αποδώσω”.  36 Ποιος από αυτούς τους τρεις νομίζεις ότι έχει γίνει πλησίον σ’ αυτόν που έπεσε μέσα στους ληστές;»  37 Αυτός είπε: «Εκείνος που έκανε το έλεος σ’ αυτόν». Του είπε τότε ο Ιησούς: «Πήγαινε και κάνε κι εσύ ομοίως». 

Πριν ξεκινήσουμε την οποιαδήποτε προσέγγιση της περικοπής, θα σου πρότεινα να θέσεις δυο προαπαιτούμενα:

Το πρώτο, να συνειδητοποιήσουν τα παιδιά, τι συναισθήματα έτρεφαν οι Εβραίοι για τους Σαμαρείτες. Δεν είναι ανάγκη να παραθέσεις ιστορικά στοιχεία. Δυστυχώς, η πραγματικότητα, Ελληνική και διεθνής, έχει να μας δώσει πολλά παραδείγματα εθνικού και φυλετικού μίσους. Ευκαιρία να αναφέρουμε στα παιδιά, πως το σαράκι του διχασμού, κατατρώει την ανθρωπότητα από τα βάθη της ιστορίας.

Το δεύτερο, είναι να δώσουμε την σημερινή έννοια του «πλησίον». Είναι ο κοντινός, ο δικός μας, ακόμη και ο «κολλητός» (άκρως προσφιλής όρος στα παιδιά). Είναι εκείνος, που αυτονόητα θα στηρίξουμε, αλλά και αυτός, ο οποίος αυτονόητα θα μας στηρίξει. Κι όμως, ας καταλάβουν τα παιδιά, πως η κάθε είδους συγγένεια δεν έχει κανένα αυτονόητο. Διότι, η προϋπόθεση της συμπαράστασης δεν είναι  μια κοσμική ή εθνική ή θεσμική σχέση, αλλά η κατάσταση της καρδιάς του ανθρώπου,


  • Για πέστε μου λοιπόν παιδιά, τι συνδέει τον χτυπημένο ταξιδιώτη με τους περαστικούς, που τελικά αδιαφορούν;
  • Είναι συμπατριώτες.
  • Ας γίνουμε ακόμη πιο συγκεκριμένοι. Οι άνθρωποι που αδιαφόρησαν έχουν ένα αξίωμα. Πού ανήκουν;
  • Στο ιερατείο της εποχής.
  • Άρα, εκτός από μια εθνική και θρησκευτική συγγένεια, έχουν και πνευματική ευθύνη. Για να δούμε όμως, μήπως έχουν κάποια σοβαρή αιτία για την συμπεριφορά τους;
  • Μπορεί να βιάζονταν. Ή να φοβήθηκαν μην έχουν την ίδια τύχη από τους κακοποιούς.
  • Πιθανόν. Δυστυχώς όμως η ιστορία δεν ασχολείται, ούτε με κίνητρα, ούτε με δικαιολογίες. Ένα μόνο ενδιαφέρει. Η πράξη. Ποια;
  • Το ότι δεν σταμάτησαν.
  • Βλέπετε λοιπόν, πως για κάθε συμπεριφορά υπάρχει πάντα μια λογική, μια αιτία. Αν ρωτάγαμε τους δύο που προσπέρασαν, θα είχαν κάτι να που για να μας αιτιολογήσουν την τελική τους απόφαση. Σημασία όμως έχει ένα: Δεν σταμάτησαν. Ήταν συμπατριώτες του, είχαν την ευθύνη του, είχαν όλες τις προϋποθέσεις να τον θεωρούν «πλησίον» και να σταθούν ως «πλησίον». Κι όμως, τί υπερτέρησε τελικά;
  • Η ασπλαχνία.
  • Σωστά! Βλέπετε λοιπόν, πως στον σκληρόκαρδο άνθρωπο, κανένας θεσμός, κανένας φυλετικός δεσμός, τίποτε, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την σκληρότητά του. Για δείτε όμως τον Σαμαρείτη;
  • Είχε όλες τις δικαιολογίες να προσπεράσει.
  • Κι όμως, εντελώς αντίθετα με τους αδιάφορους, για τον Σαμαρείτη, η ευσπλαχνία είναι σε θέση να αντικαταστήσει όλες τις κοινωνικές προκαταλήψεις, τις θρησκευτικές διαφορές και κυρίως ένα βαθύ μίσος, δουλεμένο για αιώνες.

Θεωρώ επίσης κάτι πολύ σημαντικό και ταπεινά θα σου πρότεινα  να το περιλάβεις στο υλικό σου, ως προβληματισμό:

Έχουμε την τάση διαρκώς να παραπονιόμαστε για την έλλειψη του «πλησίον». Μεγάλοι και μικροί είμαστε έτοιμοι να διαπιστώσουμε πόσο σκληρός έχει γίνει ο κόσμος, πόση μοναξιά γεμίζει την ψυχή μας, πόση απουσία βιώνουμεαπό ανθρώπους έτοιμους να συμπαρασταθούν και να στηρίξουν. Μεάλλαλόγια, η τάση μας είναι να ταυτιστούμε με τον τραυματία οδοιπόρο και να μακαρίζουμε εκείνον της παραβολής, που τελικά βρέθηκε άνθρωπο να τον περιθάλψει. Νομίζω όμως πως αξίζει τον κόπο να αποσπάσουμε την προσοχή των παιδιών από το ερώτημα «έχω βρει έναν ΄΄πλησιον΄΄;» με το ερώτημα «είμαι εγώ΄΄πλησίον΄΄για κάποιον;».

Ζούμε σε εποχές αναζήτησης ενόχων. Ας την μετατρέψουμε, όσο περνάει από το χέρι μας σε εποχές αναζήτησης «πλησίον». Και κυρίως, ας ταυτίσουμε την χριστιανικήπνευματικότητα με την διαμόρφωσηύπαρξηςευσπλαχνικής.Κάποια στιγμή, νομίζω πως οι πολύ πνευματικές, θεολογικές και παρεμφερείςσυζητήσεις απορροφούν όλη την ενέργειά ας. Και επειδήσυνήθως είναι και ατέρμονες, ίσως έχουμε πέσει στην παγίδα να περιμένουμε την επίτευξη μιας πλήρους…. αγιότητας, πριν ενεργήσουμε. Είναιπλέον όμως έτσι η κατάσταση, ώστε να απαιτείται δράση, άμεση και συγκεκριμένη. Μπορεί, στο τέλος αυτού του δρόμου, να συνειδητοποιήσουμε, πως τα έργα, η πρακτική κατά του Νηπτικούς Πατέρες, όχι μόνον να γεννιέται από την πνευματικότητα, αλλά και να μπορεί η ίδια να την γεννήσει.

Δεν αναφέρθηκα στα προφανή της παραβολής. Είναι βεβαίως στο χέρι σου να τα αναφέρεις και εύκολα μπορεί να τα διαμορφώσεις σε ωραιότατηδιαλογική συζήτηση. Ενδεικτικά:


  • Το πόσο τα αξιώματα (ιερέας, λευίτης), χωρίς τα έργα της αγάπης, δεν έχουν απολύτως κανένα νόημα, αλλά και πόσο, αυτός που αγαπά, δεν τα ΄χει ανάγκη.
  • Η σύνδεση της αγάπης με τη συνέπεια, τη συστηματικότητα και τη διάρκεια. Η συμπεριφορά του καλούΣαμαρείτηκαλεί στην υπέρβαση ενός απλού συναισθηματισμού και την εμπλοκή και άλλων μεγεθών, όπως την οργανωτικότητα τη μέθοδο, τη σωστή διαχείριση όρων και όλα αυτά τα…κοινότυπα τα οποία όμως, καλώς ή κακώς στηρίζουν τις καλές προθέσεις και είναι απαραίτητα για αποτελέσματα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...