Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026
Η Ναοδομία: Ιστορική και θεολογική θεώρηση
Στη Μεσοποταμία, στη δυτική όχθη του Ευφράτη ποταμού, στη Δούρα Ευρωπό, οι ανασκαφές έφεραν στο φως τη σημαντικότερη κατ’ οίκον Εκκλησία. Πρόκειται για μία ελληνιστικού τύπου οικία, που διέθετε αρκετά δωμάτια διατεταγμένα γύρω από μια αυλή. Για τις ανάγκες τη s λατρείας δύο συνεχόμενα δωμάτια της νότιας πλευράς ενώθηκαν και αποτέλεσαν ένα ενιαίο χώρο (13χ15μ.). Στην ανατολική πλευρά της αίθουσας ανακαλύφθηκε μία εξέδρα, όπου πιθανόν θα ήταν τοποθετημένος ο θρόνος του επισκόπου, ίσως φορητός και ξύλινος. Η μετατροπή αυτή τοποθετείται πιθανότατα, σύμφωνα με ένα χάραγμα στο κονίαμα γύρω στο 231/232. Δέκα χρόνια περίπου μετά, στη βορειοδυτική γωνία του σπιτιού, ένα δωμάτιο μετατράπηκε σε βαπτιστήριο. Απέκτησε ορθογώνια κτιστή κολυμβήθρα με κιβώριο πάνω απ’ αυτή. Το βαπτιστήριο διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, που περιελάμβαναν θέματα σχετικά με το Βάπτισμα και τη διδασκαλία της Εκκλησίας γι’ αυτό.
Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων, το 313, με την ισότιμη με τις άλλες θρησκείες της ρωμαϊκής αύτοκρατορίας αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας, αρχίζει και η μεγάλη έποχή για την χριστιανική τέχνη. Στη βασιλεία ιδιαίτερα του Μ. Κωνσταντίνου, ο Χριστιανισμός, μία έπίσημα αναγνωρισμένη θρησκεία με μεγάλη διάδοση σε όλη την αύτοκρατορία, μέσα ακόμη και στην αυτοκρατορική αυλή, θα αποκτήσει τη μνημειακή εκκλησιαστική αρχεκτονική του. Ένας σημαντικός αριθμός χριστιανικών ναών θα ιδρυθεί, πολλοί από τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τη μητέρα του, την άγία Ελενη, στην Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, το Μιλάνο, τους Αγί ous Τόπους και τη βόρεια Αφρική. Δυστυχώς από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου πολύ λίγα δείγματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής έχουν διασωθεί. Η πρώτη αυτή χριστιανική αρχιτεκτονική του 4 ου αιώνα χρησιμοποιεί, όπως ήταν φυσικό, τύπους και μορφές οικείους στο ελληνορωμαϊκό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο Χριστιανισμός. Σταδιακά και, κυρίως, από την εποχή του Ιουστινιανού και εξής, η Χριστιανική Ναοδομία θα προχωρήσει σε αρχιτεκτονικές συνθέσεις περισσότερο πρωτότυπες και, καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο, νέοι ἀρχιτεκτονικοί τύποι ναών θα προέλθουν από τη σύνθεση προηγούμενων και θα εφαρμοσθούν με καταπληκτική ποικιλία. Έτσι κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, θα χρησιμοποιηθεί ο τύπος της Βασιλικής με τις διάφορες παραλλαγές της, τα περίκεντρα κτίρια με ποικίλες έπίσης παραλλαγές και τέλος, την εποχή του Ιουστινιανού, η Βασιλική με τρούλο, με κορυφαίο μνημείο την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη.
Η εποχή του Ιουστινιανού είναι για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική περίοδος μεγάλης αλλαγής. Δεν πρόκειται για μεταβολή στις μορφές η υιοθέτηση νέων στοιχείων, αλλά για αλλαγή στη σύνθεση της κάτοψης του ναού και τη στέγαση. Η δρομική Βασιλική, ο τύπος που κυριάρχησε τους προηγούμενους αιώνες στη Χριστιανική Ναοδομία Ανατολής και Δύσης, θα λάβει στην Ανατολή νέα μορφή και εξέλιξη και θα παραμείνει μόνο στη Δύση ως βασική αρχή της Ναοδομίας. Κύριο χαρακτηριστικό της Ναοδομίας την περίοδο του Ιουστινιανού είναι η τάση για περίκεντρη διάταξη και τονισμό του κατακόρυφου άξονα του ναού. Σταδιακά, θα γενικευτεί η χρήση των θόλων και μάλιστα του τρούλου. Η χρήση, παράλληλα, νέων τρόπων στέγασης εκφράζει αποτελεσματικότερα αντιλήψεις και συμβολισμούς για το χώρο του χριστιανικού ναού, που είχαν και παλαιότερα εκφρασθεί μέσα στην Εκκλησία. Οπωσδηποτε, οι νέες τάσεις της Ναοδομίας δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν ερήμην της Λατρείας και της θεολογίας της Eκκλησίας. Εξέλιξη και αλλαγέε στη Λατρεία (π.χ. η μετακίνηση του διακονικού μέσα στο ναό και η σταθερή τοποθέτηση της πρόθεσης και του διακονικού εκατέρωθεν του ιερού βήματοε μετά τον 6 ον αιώνα) συνιστούν αύξηση της λειτουργικής παράδοσής και ασφαλώς επηρεάζουν τη Ναοδομία. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η Μικρή και η Μεγάλη Είσοδος δεν είναι πλέον πραγματικές είσοδοι μέσα στο ναό αλλά εσωτερικές κυκλικές κινήσεις συντελεί ώστε σταδιακά να απολεσθεί ο δρομικός χαρακτήρας του ναού και να τονισθεί το κέντρο του και ο χώρος μπροστά από το ιερό βήμα.
Μετά τη λήξη της Εικονομαχίας και την οριστική αναστήλωση των εικόνων (843), ο τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο θα αποτελέσει τον νέο αρχιτεκτονικό τύπο της Ορθοδοξης Ναοδομίας, που θα έπικρατήσει όλη τη μεσοβυζαντινή περίοδο και όχι μόνο. Οι σταυροειδείς ναοί θα εφαρμοσθούν έπίσης με ποικίλες παραλλαγές κατά τόπους και «σχολές». Έμφαση δίνεται τώρα στη σταυρική διάταξη της στέγης και ασφαλώς στην παρουσία του τρούλου. Κάτω από τον κυρίαρχο τρούλο (σύμβολο του ουρανού), η σταυρική στέγη του ναού θυμίζει στον πιστό τη σημασία του Σταυρού, που αποτελεί σύμβολο της θείας Ενανθρώπησης, της Σταυρικής θυσίας και της Ανάσταση του Κυρίου, με άλλα λόγια της δυνατότητας της σωτηρίας που του παρέχει η Εκκλησία. Την ίδια περίοδο ένας άλλος αρχιτεκτονικός τύπος , ο όκταγωνικός, θα δώσει πολύ σημαντικά μνημεία στον ελλαδικό κυρίως χώρο, όπως το Καθολικό της Μονής του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία και της M ονής Δαφνίου στην Αττική, θα εξαλειφθούν από το κέντρο του ναού οι τέσσερις κίονες του σταυροειδούς ναού που χρησίμευαν για τη στήριξη του τρούλου και τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου θα τοποθετηθούν περιμετρικά. Οι νέες αρχιτεκτονικές αναζητήσεις θα αποδώσουν ενιαίο και αδιάσπαστο τον κεντρικό χώρο του ναού, ο οποίος καλύπτεται από μεγάλο τρούλο. Το εύρος του τρούλου επιτείνει τον συμβολισμό του ως ουράνιου θόλου και επιτρέπει από τον μεγαλύτερο αριθμό παραθύρων το φως να καταγαύζει τον χώρο.
Η κατά τόπους ποικιλία των αρχιτεκτονικών τύπων και κυρίως των αρχιτεκτονικών μορφών και των κατασκευαστικών τρόπων θα κάνει τους μελετητές να κάνουν λόγο για «σχολές» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δύο θεωρούνται οι σημαντικότερες «σχολές» της Βυζαντινής Ναοδομίας, η «σχολή Ελλάδος» και η «σχολή Κωνσταντινουπόλεως». Στη «σχολή Ελλάδος» άνήκει η νότια Ελλάδα μέχρι τη Θεσσαλία και ορισμένα νησιά, όπως η ’νδρος και η Αίγινα. Η άλλη «σχολή» περιλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη και εν μέρει τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τις περιοχές που ανήκουν αμεσότερα στη σφαίρα της καλλιτεχνικής επιρροής της, όπως τμήμα της Μ. Ασίας, τη Θράκη, τη Μακεδονία και τις βόρειες σλαβικές χώρες, καθώς και ορισμένα νησιά, κυρίως του Ανατολικού Αιγαίου, όπως π.χ. τη Χίο. Η ιδιαίτερη χρήση του λίθου στην κατασκευή, και μάλιστα το λεγόμενο πλινθοπερίκλειστο σύστημα, οι ενιαίες και αδιάρθρωτες επιφάνειες των τοίχων και των όγκων του ναού, ο τονισμός της ευθείας, κυρίως στα τριγωνικά άετώματα, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι μερικά από τα γνωρίσματα της ελλαδικής σχολής. Η εναλλαγή λίθων και πλίνθων ή η αποκλειστική χρήση πλίνθων στις τοιχοποιίες, τα καμπύλα αετώματα, τα τυφλά αψιδώματα ή οι μικρές κόγχες που αρθρώνουν τους εξωτερικούς τοίχους, οι πολυγωνικοί τρούλοι και οι πολύπλευρες αψίδες του ιερού, τά μεγάλα σύνθετα παράθυρα είναι γνωρίσματα της σχολής Κωνσταντινουπόλεως.
Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, που ορίζεται από δύο επώδυνες για την αυτοκρατορία αλώσεις τ ns Κωνσταντινουπόλεως, την άλωση από τους Λατίνους Σταυροφόρους το 1204 και την άλωση από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453, θα συνεχισθεί η χρήση όλων των προηγούμενων αρχιτεκτονικών τύπων αλλά, παράλληλα, θα εμφανισθούν και νέοι. Στο Δεσποτάτο του Μορέως, θα κάνει την εμφάνισή του και ένας αρχιτεκτονικός τύπος, γνωστός ως «μεικτός τύπος» ή «τύπος Μυστρά», που συναντάται μόνο στο Μυστρά και στο Λεοντάρι της Αρκαδίας. Στο ισόγειο ο ναός είναι μια τρίκλιτη Βασιλική, ένώ στον όροφο, με τη μεσολάβηση τεσσάρων κτιστών στηριγμάτων, μετατρέπεται σε τετρακιόνιο, σταυροειδή εγγεγραμμένο με τρούλο (π.χ. Οδηγήτρια Μονής Βροντοχίου Μυστρά). Δημιούργημα όμως καθαρά έλλαδικό του 13ου αιώνα άποτελοΰν οι σταυρεπίστεγοι ναοί. Είναι ναοί συνήθως μικροί, μονόκλιτοι ή τρίκλιτοι, θολοσκεπείς. Στους ναούς αυτούς η διαμήκης καμάρα διακόπτεται από μια άλλη εγκάρσια, που τοποθετείται ψηλότερα, ώστε εξωτερικά να διαγράφεται το σχήμα του σταυρού στη στέγαση.
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρά τις δύσκολες συνθήκες, παλαιοί ναοί επισκευάζονται ή κτίζονται νέοι. Ιδρύονται κυρίως, λόγω των προνομίων που είχαν παραχωρήσει οι Τούρκοι, νέα καθολικά στα μεγάλα μοναστήρια. Την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας ακολουθείται πιστά η βυζαντινή παράδοση με ορισμένες παραλλαγές και απλοποιήσεις. Στα μεγάλα Καθολικά των Μονών που ιδρύονται την περίοδο αυτή στο ’γιο Όρος, αλλά και εκτός αυτού, επικρατεί ο αγιορείτικος τύπος , ο εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός δηλαδή (συνήθως σύνθετος τετρακιόνιος) με πλάγιες κόγχες-χορούς, όπως π.χ. στα Καθολικά των Μονών Ιβήρων, Φιλοθέου και Κουτλουμουσίου στο ’γιο Όρος . Τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας (κυρίως 18 ο και 19 ο αιώνα) ιδιαίτερη διάδοση θα έχουν οι μεγάλες τρίκλιτες Βασιλικές, ξυλόστεγες ή θολοσκεπείς, με ή χωρίς τρούλο. Σε μερικές περιπτώσεις, ανοικτή στοά αναπτύσσεται στη δυτική πλευρά του ναού, πάνω από την οποία τοποθετείται ο γυναικωνίτης. Στην Κρήτη και τα Επτάνησα, λόγω της Ενετοκρατίας, οι ορθόδοξοι ναοί θα δεχθούν δυτικές επιδράσεις κυρίως στο διακοσμητικό έπίπεδο (στοιχεία αναγεννησιακά, μπαρόκ, ροκοκό κ.λπ.).
Με την ίδρυση νεοελληνικού κράτους μετά το 1830, νέοι λαμπροί ναοί κτίζονται στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις του νεοσύστατου κράτους. Οι περισσότεροι είναι έργα γνωστών και καταξιωμένων άρχιτεκτόνων, Ελλήνων και ξένων, και οι κτίτορές τους είναι συνήθως οι δήμοι και οι ένορίες. Η Ελλάδα, το δεύτερο, μετά τη Ρωσία, ορθόδοξο κράτος του 19 ου αιώνα, παρουσίασε έως το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20 ου αιώνα μια δική της άναθεωρημένη διατύπωση της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Κυριότερες εκφράσεις αυτού του αναθεωρητισμού αποτέλεσαν δύο τάσεις της Έλλαδικής Ναοδομίας, ο «ελληνοβυζαντινισμός» και ο «βυζαντινισμός». Ιδιαίτερα ο «ελληνοβυζαντινισμός», που αποτελεί συνύπαρξη βυζαντινών και κλασικιστικών (ελληνικών) ρυθμολογικών στοιχείων, υπήρξε η κυρίαρχη τάση στην Ελλαδική Ναοδομία του 19 ου αιώνα. Πρότυπο μνημείο αποτέλεσε η Μητρόπολη των Αθηνών. «Εάν ο ελληνοβυζαντινισμός αποτέλεσε τη φυσιολογική εξέλιξη της Μεταβυζαντινής Ναοδομίας στο πλαίσιο του νεοκλασικού και εκλεκτικιστικού πνεύματος του 19 ου αιώνα, ο βυζαντινισμός αποτέλεσε για την Ορθόδοξη Ναοδομία τη ρομαντική στροφή στη μίμηση ιών μεσαιωνικών προτύπων». Η μελέτη των μνημείων της εποχής καταδεικνύει ότι η ελλαδική Ναοδομία του 19 ου αιώνα, αν και δεν απέφυγε ένα είδος ιστορισμού, προχώρησε σε επαναδιατύπωση του ύφους και του ήθους του Ορθοδόξου Ναού και βρέθηκε σε δημιουργικό διάλογο τόσο με την παράδοση όσο και με το πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής.
Στο μεσοπόλεμο, εγκαταλείπονται σταδιακά από τους ελλαδικούς ναούς τα στοιχεία του «ελληνικού» και παρατηρείται στροφή προς τον «βυζαντινισμό». Η τάση του «βυζαντινισμού» παρατηρείται, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, μέχρι τις μέρες μας. Στη Ναοδομία του β’ μισού του 20 ου αιώνα είναι δύσκολο να γίνει λόγος για αρχιτεκτονικές τάσεις. Με τον φόβο της γενίκευσης ή της απλοποίησης πάντοτε, θα ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για μία τάση νεωτερισμού και μια τάση συντηρητισμού.
Ο νεωτερισμός δεν εμφανίζεται συνήθως, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ως αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας στην επίτευξη νέων αρχιτεκτονικών συνθέσεων στο πνεύμα της ορθόδοξης παράδοσης, αλλά αμφισβητεί βασικές αρχές και αξίες της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Τα νέα βιομηχανικά υλικά είναι πλέον διεθνή και η παραγωγή τους μαζική, η βιομηχανική μορφολογία υποτάσσεται και αυτή στους νόμους της μηχανής και της μάζας και καθίσταται αφηρημένη και απρόσωπη. Ο χρόνος και ο ανθρώπινος μόχθος για δοκιμασία και τελειοποίηση δεν υπάρχουν. Τα έργα είναι βραχύβια, γιατί είναι εμπορευματοποιήσιμα.
Ο συντηρητισμός, από την άλλη πλευρά, είναι η εύκολη λύση. Είναι η αδυναμία δημιουργικής αξιοποίησης της παράδοσης στη σύγχρονη έποχή και η καταφυγή στα ήδη ανά τους αιώνες κεκτημένα. Υπάρχει η αφελής εντύπωση ότι μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τα αρχιτεκτονήματα του παρελθόντος. Επειδή όμως πρόκειται για στείρα αντιγραφή, συχνά κακόγουστη, η συντηρητική αυτή τάση παράγει έργα χωρίς δημιουργική πνοή. Εάν, λοιπόν, το ζητούμενο σήμερα είναι μια σύγχρονη Ορθόδοξη Ναοδομία, ποιες είναι οι βασικές αρχές και προϋποθέσεις της;
Η μακραίωνη ιστορία της Ορθόδοξης Ναοδομίας αποδεικνύει κατ’ αρχάς, τη νεωτερικότητά της, τη δυναμική της να καινοτομεί και παράλληλα να εκφράζει πιστά την παράδοση, τη σταθερή πίστη της Εκκλησίας. Πέρα από αισθητικές κατηγορίες και πρακτικές ανάγκες, ο Ορθόδοξος Ναός οφείλει να υπηρετεί τη Λατρεία και το ορθόδοξο βίωμα και αυτά είναι που καθόριζαν και θα πρέπει να καθορίζουν και σήμερα την κτιριολογική διάταξη και την καλλιτεχνική έκφραση των ναών. Έκφραση της παράδοσης δεν σημαίνει απαραίτητα εμμονή σε παλαιότερους άρχιτεκτονικούς τύπους και κατασκευαστικούς τρόπους, αλλά διατήρηση βασικών άρχών και αξιών του Ορθοδόξου Ναού, όπως είναι:
Η λειτουργικότητα του χώρου. Ο Ορθόδοξος Ναός δεν αποτελεί μια αίθουσα συγκεντρώσεων για κήρυγμα απλά και προσευχή, κατά τα προτεσταντικά πρότυπα, ούτε, όπως μερικοί νομίζουν, ένα χώρο στον οποίο οι πιστοί προσέρχονται ως θεατές ενός θεατρικού δρώμενου. Ο Ορθόδοξος Ναός είναι εκκλησία, χώρος ιερός, όπου τα μέλη της Εκκλησίας συγκεντρώνονται σε κοινωνία Χριστού και κοινωνία των πιστών, μέσω του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό ο Ορθόδοξος Ναός διατηρεί τη διάταξη εκείνη που υπηρετεί τη συμμετοχή των πιστών στα μυστήρια της Εκκλησίας (θέση ιερού βήματος και παραβημάτων, είσοδοι, χοροί, θέση άμβωνα κ.λπ.).
Η στροφή προς τα έσω. Σε άντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό ναό που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια, στον χριστιανικό Ναό κυριαρχεί η στροφή προς τα έσω, επειδή ακριβώς και η χριστιανική Λατρεία τελείται μέσα στο ναό. Στον Ορθόδοξο Ναό, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η εξωτερική μορφή και αισθητική του, αναδεικνύεται, κατ’ εξοχήν, ο εσωτερικός χώρος του αρχιτεκτονήματος. Αποτελεί βασική αρχή της Ορθόδοξης Ναοδομίας ότι ο εσωτερικός χώρος καθορίζει την όλη μορφή του ναού.
Η θεολογική σημαντική και ο συμβολισμός της α ρχιτεκτονικής του. Από τα πρωτοβυζαντινά ακόμη χρόνια ο χριστιανικός Ναός στο σύνολό του, αλλά και επιμέρους τμήματα και αρχιτεκτονικά στοιχεία του, απέκτησαν ιδιαίτερη θεολογική σημαντική και συμβολισμό. Ο συμβολισμός του ναού ως μικρόκοσμου κατέστησε στην Ορθόδοξη Ναοδομία δόκιμη και σχεδόν αναγκαία τη χρήση του θόλου για τη στέγαση του ναού, αάνεξάρτητα από τον αρχιτεκτονικό τύπο. Ο θόλος, και μάλιστα ο τρούλος, συμβολίζει τον ουρανό. Δεν πρέπει να θεωρηθεί η κυριαρχία του θόλου ως δουλεία του αρχιτέκτονα, αφού η Ορθόδοξη Ναοδομία χρησιμοποίησε μεγάλη ποικιλία τρούλων, ασπίδων, αψίδων, σταυροθολίων, καμαρών κ.λπ. και σε διάφορες συνθέσεις. Η θεολογική σημαντική, εξ άλλου, του συμβόλου του σταυρού, του κορυφαίου χριστιανικού συμβόλου του Πάθους αλλά και της Νίκης και της Ανάστασης του Κυρίου, σε όλη τη διαδρομή της Ορθόδοξης Ναοδομίας θα καθορίσει τη δημιουργία πληθώρας αρχιτεκτονικών τύπων και παραλλαγών τους, από τους ελεύθερους σταυρούς και τις σταυρικές βασιλικές έως τους εγγεγραμμένους σταυροειδείς και σταυρεπίστεγους ναούς και τις σταυρικές βασιλικές των νεώτερων χρόνων.
Η διατήρηση του ανθρώπινου μέτρου. Η διατήρηση του ανθρώπινου μέτρου αποτελεί, όπως και στην ελληνική αρχιτεκτονική, βασικό στοιχείο της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Η ανθρώπινη κλίμακα κυριαρχεί, γιατί ο ναός του Θεού είναι ταυτόχρονα και εκκλησία των πιστών, όπου ο «άνθρωπος» είναι το «υποκείμενο» και όχι το «αντικείμενο». Αυτό αποδεικνυει και η παράδοση της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Έτσι, σε αντίθεση με τη χριστιανική αρχιτεκτονική του δυτικού Μεσαίωνα, όπου κυριαρχεί το υπερβολικό μέγεθος, το ύψος και ο εντυπωσιασμός με σκοπό να δημιουργηθούν στον πιστό συναισθήματα δέους και εκμηδενισμού, μια Βυζαντινή εκκλησία δεν μας υποβάλλει κάτι που μας φοβίζει, μας εκμηδενίζει, μας αρνείται. Αντίθετα μας γεννά συναισθήματα υποδοχής και αποδοχής του ανθρώπου σε ένα χώρο, όπου διαρκώς δηλώνεται η παρουσία του Θεού, χωρίς όμως να εκμηδενίζεται ο άνθρωπος.
Νομίζουμε ότι έγινε κατανοητό ότι ο σχεδιασμός ένός σύγχρονου Ορθόδοξου Ναού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από την ικανότητα, τις γνώσεις και το ταλέντο του αρχιτέκτονα, απαιτεί και γνώση της ιστορίας της Ορθόδοξης Ναοδομίας, της Λατρείας και της θεολογίας της Εκκλησίας και κυρίως εκκλησιαστικό βίωμα. Το τελευταίο είναι αυτό που θα υπαγορεύσει στον αρχιτέκτονα τα όρια της ατομικότητάς του και θα αναδείξει το έργο του σύγχρονο και ταυτόχρονα διαχρονικό, μνημείο της Εκκλησίας, όπως πρέπει να είναι ο Ορθόδοξος Ναός.
Πηγή
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025
Το υλικό κέντρο της Λατρείας (η αρχιτεκτονική του Ναού)
Γένεση και διαμόρφωση του ορθόδοξου χριστιανικού Ναού
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, οι πιστοί συγκεντρώνονταν σε σπίτια και ιδιωτικούς χώρους για να ακούσουν το κήρυγμα των Αποστόλων και να λάβουν μέρος στη Θεία Ευχαριστία και στις Αγάπες. Αυτό κράτησε για τρεις περίπου αιώνες, των οποίων κυρίαρχο στοιχείο ήταν οι διωγμοί και σφραγίδα τους το αίμα των μαρτύρων. Μετά το τέλος των διωγμών, η ελευθερία του κηρύγματος είχε ως φυσικό επακόλουθο τον πολλαπλασιασμό των πιστών και τότε, γύρω στον 4ο μ.Χ. αιώνα, ανέκυψε η ανάγκη ευρύχωρων κτιρίων για τις συγκεντρώσεις τους και την τέλεση της Λατρείας.
i. Ο Ναός ως χώρος τέλεσης της Λατρείας
Οι Χριστιανοί από τους πρώτους αιώνες επέδειξαν ιδιαίτερη μέριμνα για τους χώρους τελέσεως του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Ο χώρος, στον οποίο οι χριστιανοί συναθροίζονται για την Λατρεία του Θεού, είναι ο ιερός Ναός. Η ονομασία του προέρχεται από το ρήμα «ναίω» (=κατοικώ) και παραπέμπει σε μεγαλοπρεπή κατοικία. Στον Χριστιανισμό, ο Ναός δεν έχει την έννοια της αποκλειστικής κατοικίας του Θεού, αλλά είναι ο τόπος της Λατρείας και της ιδιαίτερης και φανερής παρουσίας Του. Είναι στενά συνδεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα με την ευχαριστιακή σύναξη, η οποία, είναι η κυριότερη σωτηριώδης πράξη της.
ii Οι πρώτοι Ναοί των Χριστιανών-κατακόμβες
Κατά την εποχή των διωγμών, οι χριστιανικές συνάξεις γινόταν μυστικά τη νύχτα σε απόμερες οικίες, στην ύπαιθρο, σε σπήλαια και κυρίως στις κατακόμβες. Οι κατακόμβες ήταν υπόγειες, βαθιές δαιδαλώδεις στοές, στις οποίες θάβονταν οι νεκροί για εξοικονόμηση χώρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι κατακόμβες ήταν ιδιωτικά κοιμητήρια εύπορων χριστιανών, όπως για παράδειγμα η κατακόμβη της αγίας Δομιτίλης στη Ρώμη, (αρχές του 2ου αιώνα)· το ίδιο και οι κατακόμβες του αγίου Καλλίστου, του Πραιτεξτάτου, του αγίου Σεβαστιανού, της Μήλου, κ.ά. Οι κατακόμβες δεν προσφέρονταν, βεβαίως, για τακτικές λατρευτικές συνάξεις, εξαιτίας της στενότητας του χώρου και της αποπνικτικής ατμόσφαιρας του υπογείου τάφου. Αυτό γινόταν σε έκτακτες περιπτώσεις εξάρσεων των σκληρών διωγμών.
Ναοδομία
i. Ρυθμοί των Ναών
Η χριστιανική ναοδομία δημιούργησε διάφορους ρυθμούς ναών. Πρώτος χρησιμοποιήθηκε ο ρυθμός της χριστιανικής βασιλικής. Οι χριστιανικές βασιλικές ήταν ορθογώνια κτίρια που διαιρούνταν εσωτερικά σε κλίτη. Τα κλίτη των βασιλικών ήταν τρία, πέντε, επτά, μέχρι και εννέα, με το μεσαίο κλίτος να είναι το πιο ευρύχωρο και υψηλότερο. Τα κλίτη χωρίζονταν μεταξύ τους με κίονες και κατέληγαν σε περίτεχνα κορινθιακά κιονόκρανα, ενώ τα κενά μεταξύ των κιονοκράνων ενώνονταν συνήθως με τόξα. Πάνω από τα κλίτη σχηματίζονταν υπερώα, τα οποία χρησιμοποιούνταν ως γυναικωνίτες. Στο ανατολικό μέρος του μεσαίου κλίτους βρισκόταν το ιερό Bήμα. Αρχιτεκτονικό παράδειγμα χριστιανικής Βασιλικής αποτελεί ο ιερός Ναός του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Παράλληλα εμφανίστηκε και ο περίκεντρος ρυθμός (Ροτόντα), κυρίως για βαπτιστήρια και μαρτύρια, δηλαδή για τα οικοδομήματα που κτίζονταν επάνω στους τάφους των μαρτύρων. Πρόκειται για κυκλικά ή οκταγωνικά, συνήθως, κτίρια, με ξύλινη στέγαση και τονισμένους τους κατακόρυφους άξονές τους, προκειμένου να προσδώσουν στους πιστούς μια αίσθηση συγκέντρωσης, ηρεμίας και ψυχικής ανάτασης. Το ιερό τοποθετείται υποχρεωτικά στο κέντρο του Ναού, προκειμένου όλοι οι μετέχοντες στη θεία Λατρεία να έχουν οπτική όσων τελούνται εκεί, θυμίζοντας σκηνή θεάτρου τοποθετημένη στο κέντρο μιας κυκλικής αίθουσας. Δείγμα περί κεντρου ρυθμού είναι ο Ναός του αγίου Γεωργίου στη Θεσσαλονίκη . Ο συνδυασμός των δύο παραπάνω ρυθμών οδήγησε στην εμφάνιση της βασιλικής με τρούλο. Σημαντική καινοτομία του ρυθμού αυτού αποτέλεσε η στήριξη του μεγάλου σε διαστάσεις τρούλου σε τέσσερα σφαιρικά τρίγωνα, ικανά να αντέξουν το βάρος του. Ο Ναός της Αγίας του Θεού Σοφί ας στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα βασιλικής μετά τρούλου και είναι ο αριστουργηματικότερος βυζαντινός Ναός όλων των εποχών. Εξέλιξη της βασιλικής με τρούλο αποτελεί ο σταυροειδής με τρούλο Ναός, που κυριαρχεί από τον 11ο μ.Χ. αιώνα. Στον ρυθμό αυτό, η στέγη διαμορφώνεται σε σχήμα σταυρού, στο κέντρο του οποίου, υψώνεται ο τρούλος επάνω σε τέσσερις κολώνες.
ii Τα μέρη του Ναού Ο χριστιανικός Ναός διαιρείται σε τρία μέρη: τον Νάρθηκα, τον κυρίως Ναό και το Ιερό ή Άγιο Βήμα
Ο Πρόναος ή Νάρθηκας βρίσκεται στο δυτικό άκρο του Ναού. Έχει σχήμα στενόμακρο και επικοινωνεί με τον κυρίως Ναό με τρεις θύρες, από τις οποίες η μεσαία ονομάζεται βασιλική πύλη. Στον Νάρθηκα στέκονταν αρχικά οι κατηχούμενοι και οι μετανοούντες πιστοί. Σήμερα, που δεν υπάρχουν ενήλικοι κατηχούμενοι, ο χώρος αυτός χρησιμεύει για τα προσκυνητάρια, το παγκάρι, τα μανουάλια και το κουτί με τις δωρεές προς τους φτωχούς (το αρχαίο γαζοφυλάκιο).
Ο κυρίως Ναός βρίσκεται ανάμεσα στο νάρθηκα και στο Ιερό Βήμα και είναι το μεγαλύτερο μέρος του Ναού. Με τον κυρίως Ναό συνδέονται ο γυναικωνίτης και το τέμπλο. Στον κυρίως Ναό υπάρχουν: i) Ο σολέας (από τη λατινική λέξη solum=έδαφος), ο οποίος αποτελεί το μέρος μπροστά από το Ιερό Βήμα που είναι συνήθως υπερυψωμένο και χωρίζεται, πολλές φορές, με κάγκελα από τον υπόλοιπο χώρο,
ii) Ο αρχιερατικός θρόνος, ο οποίος βρίσκεται στο δεξιό μέρος του κεντρικού κλίτους, λίγο πριν το δεξιό αναλόγιο. Στην αρχή βρίσκονταν πίσω από την Αγία Τράπεζα, μεταφέρθηκε δε στην σημερινή του θέση μετά από την επικράτηση του υψηλού τέμπλου, iii) Ο άμβωνας, που βρίσκεται στο αριστερό μέρος του κεντρικού κλίτους και
είναι το βήμα, από το οποίο διαβάζεται το Ευαγγέλιο και γίνεται το κήρυγμα,
iv) Τα αναλόγια, που εμφανίστηκαν μετά την επικράτηση της αντιφωνικής ψαλμωδίας και είναι ο χώρος, στον οποίο βρίσκονται οι χοροί των ιεροψαλτών,
v)Τα στασίδια, που είναι ξύλινα καθίσματα προσαρμοσμένα στους τοίχους του Ναού και κατασκευασμένα έτσι, ώστε να μπορεί κάποιος να στέκεται όρθιος στηρίζοντας τους αγκώνες του στα πλάγια στηρίγματα, vi) Ο γυναικωνίτης, που βρίσκεται πάνω από τον Νάρθηκα, στα πλάγια κλίτη και αποτελεί το ιδιαίτερο μέρος του ναού, στο οποίο στέκονται οι γυναίκες,
vii) Το τέμπλο ή εικονοστάσι, που είναι το διάφραγμα, το οποίο,
χωρίζει τον κυρίως Ναό από τον Ιερό. Στο Τέμπλο υπάρχουν τρείς θύρες· η μεσαία οδηγεί στην Αγία Τράπεζα και ονομάζεται Ωραία Πύλη. Το ιερό Βήμα είναι το ιερότερο μέρος του Ναού και βρίσκεται ψηλότερα από τον υπόλοιπο Ναό. Βρίσκεται πάντοτε ανατολικά για να θυμίζει τον Παράδεισο. Λέγεται και Πρεσβυτέριο ή Άβατο, γιατί σε αυτό επιτρέπεται να μπαίνουν μονάχα οι ιερείς. Στο Άγιο Βήμα βρίσκονται: i) Η Αγία Τράπεζα, που είναι στο κέντρο του Ιερού Βήματος και συνήθως είναι τετράγωνη και μαρμάρινη. Ονομάζεται «Τράπεζα», γιατί σε αυτήν παρατίθεται πνευματική τροφή και «Θυσιαστήριο», γιατί πάνω της τελείται η αναίμακτη Θυσία,
ii) Το Σύνθρονο, που είναι πίσω από την Αγία Τράπεζα και αποτελείται από μια σειρά καθισμάτων για τους πρεσβυτέρους με τον Επίσκοπο στην μέση,
iii) Η αγία Πρόθεση ή Προσκομιδή, μια μικρή μαρμάρινη τράπεζα αριστερά της Αγίας Τράπεζας και χρησιμεύει για την προετοιμασία των Τιμίων Δώρων για τη Θ. Ευχαριστία,
iii) Το σκευοφυλάκιο ή διακονικό, που βρίσκεται στο δεξιό μέρος του Ναού και χρησιμεύει για τη φύλαξη σκευών και αμφίων
Ο συμβολισμός του ορθόδοξου χριστιανικού Ναού
Ο Ναός κατέχει σημαντική θέση μέσα στη ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας, ιδιαίτερα με τους συμβολισμούς, με τους οποίους είναι πλήρης. Αποτελεί μια «εν σμικρώ» (μικρή) απεικόνιση του συνόλου της ορατής και αόρατης δημιουργίας του Θεού. Μέσα σε αυτόν, οι πιστοί, μπορούν να αισθανθούν και να κατανοήσουν αλήθειες που δεν γίνονται αντιληπτές με τις ανθρώπινες αισθήσεις. Ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό και γι’ αυτό εικονίζεται σε αυτόν ο Παντοκράτωρ Χριστός, οι άγγελοι, οι προφήτες και οι άγιοι της πίστεως. Τα κανδήλια και οι πολυέλαιοι συμβολίζουν τα άστρα του ουράνιου θόλου. Το άγιο Βήμα συμβολίζει τον Παράδεισο, την άνω Ιερουσαλήμ (Αποκ. 21,2), μέσα στον οποίο τελείται ακατάπαυστα η ουράνια Θεία Λειτουργία, με λειτουργούς τους αγγέλους. Η αγία Τράπεζα συμβολίζει τον Θρόνο του Εσφαγμένου Αρνίου (Αποκ. 22,3). Οι ιερείς συμβολίζουν τους αγίους αγγέλους, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού (Εβρ. 1,14). Η γη συμβολίζεται με το δάπεδο του Ναού. Εκεί στέκονται οι πιστοί και ατενίζουν τον ουρανό (θόλο), τον Παράδεισο (ιερό βήμα) και τους εικονιζόμενος αγίους.
«Ο Ναός επιτελεί ένα σημαντικό ρόλο στη ζωή της Εκκλησίας. Είναι στενά συν δεδεμένος με τη ζωή της Εκκλησίας και ιδιαίτερα με την ευχαριστιακή σύναξη, η οποία είναι η κυριότερη σωτηριώδης πράξη της. Εκτός από αυτό, όμως, η σημασία του Ναού για τους πιστούς έχει και βαθύτερες συμβολικές προεκτάσεις. Σύμφωνα με τη Θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας μας, όλες οι ενδοκοσμικές πραγματικότητες, εκτός από την αισθητή τους διάσταση, έχουν και μία υπεραισθητή και μυστική διάσταση. Ο ορθόδοξος Ναός δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η τεράστια σημασία που έχει για τη ζωή της Εκκλησίας έδωσε την αφορμή για σημαντικούς συμβολισμούς, χρήσιμους για την αναγωγή του πιστού σε υψηλές υπεραισθητές εμπειρίες. Ο ορθόδοξος Ναός είναι μία μικρογραφία του σύμπα ντος κόσμου (ορατού και αόρατου). Είναι ένα ορατό σύμβολο εκείνου που δεν μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια». Από την ιστοσελίδα
Πηγή:Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος,Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, σελ: 151-158
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025
Ο ιερός ναός ως οίκος του Θεού και τόπος λειτουργικός – σύναξης των πιστών
Από την ιουδαϊκό και τον ειδωλολατρικό ναό στον τόπο της χριστιανικής λατρείας
Ο τόπος, όπου οι πιστοί όλων των θρησκειών συνάζονται για να ασκήσουν το λατρευτικό τους έργο, είναι ιερός και άγιος. Και αυτό με την έννοια ότι ο ναός, που ως λέξη προέρχεται από το ρήμα «ναίω» (=κατοικώ) και σημαίνει μεγαλοπρεπής κατοικία, συνδέεται με την παρουσία του θείου και θεωρείται ως τόπος κατοικίας του Θεού.
Στον ιουδαϊσμό υπάρχει ο Ναός του Σολομώντα (καταστράφηκε το 70 μ.Χ, από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο) στα Ιεροσόλυμα, που αποτελεί εξέλιξη της σκηνής του μαρτυρίου, του φορητού δηλαδή ναού που ο Μωυσής, με εντολή του Θεού, δημιούργησε στην έρημο (Έξ.33, 7-11). Ο Ναός του Σολομώντα, ως τόπος και το κατοικητήριο του Θεού (Ψαλμ. 73,3), και «οἶκος τοῦ Πατρός» του, κατά τον ίδιο τον Κύριο (Ιω. 2,16. Λουκ.2,49), έχει τη δομή της σκηνής του μαρτυρίου. Διαιρείται δε σε τρία μέρη, τα «ἅγια τῶν ἁγίων» (το άδυτο), τα «ἅγια», δηλαδή τον κυρίως ναό και τον «πρόναο» (αυλή).
https://www.youtube.com/watch?time_continue=203&v=B37Mp6mhs3A]
Στο πρώτο μέρος, τα «ἅγια τῶν ἁγίων», έμπαινε μόνο ο αρχιερέας, κατά την εορτή του
Εξιλασμού. Η σπουδαιότητά του αναδεικνύεται από το ότι σ’ αυτό φυλάσσονταν τα σύμβολα
της ιουδαϊκής θρησκείας και της παρουσίας του Θεού, όπως η Κιβωτός της Διαθήκης με τις
πλάκες του νόμου, η ράβδος του Ααρών, που βλάστησε και η στάμνα με το μάννα. Στον δεύτερο χώρο, τον κυρίως ναό, τα «ἅγια», υπήρχε ο βωμός του θυμιάματος, από όπου οι ιερείς προσέφεραν το θυμίαμα. Στον χώρο αυτόν γινόταν επίσης το άναμμα της επτάφωτης λυχνίας και υπήρχε η τράπεζα της προθέσεως για την ανανέωση των δώδεκα άρτων (βλ. Γ’ Βασ. κεφ, 40 – 48). Στον «πρόναο» υπήρχε ο βωμός των θυσιών, ο βωμός των ολοκαυτωμάτων (Γ’ Βασ.8,64). Οι πιστοί δεν μπορούσαν να εισέλθουν σε κανένα άλλο μέρος του ναού, εκτός από τον πρόναο, όπου εκδήλωναν την ευσέβειά τους «εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου» (Ψαλμ. 83,3).
Το ίδιο συνέβαινε και στους ειδωλολατρικούς ναούς, όπου η σύναξη του λαού γινόταν εκτός αυτών. Εκεί βρίσκονταν όλα τα απαραίτητα λειτουργικά σκεύη, οι λουτήρες και κυρίως τα μεγάλα θυσιαστήρια. Ο ναός, ως το κατοικητήριο του θεού, φιλοξενούσε στο εσωτερικό του μόνο το άγαλμα του θεού ή της θεάς, όπου ήταν αφιερωμένος.
Σε αντίθεση με τα προχριστιανικά δεδομένα, στον χριστιανικό ναό ο λαός λατρεύει τον Θεό εντός αυτού. Γι αυτό και ο ιδιαίτερος διάκοσμός του βρίσκεται στο εσωτερικό του. Ο ναός κατανοείται πλέον με όρους εκκλησιολογικούς και ευχαριστιακούς. Ο λαός συνάζεται «ἐν ἐκκλησίᾳ» (Α’ Κορ. 11,18), συγκροτεί το σώμα του Χριστού (Εφ. 1,23-24∙ Κολ. 1,18) και συμμετέχει στα μυστήρια, με κορυφαίο αυτό της Θείας Ευχαριστίας.
Εκτός, λοιπόν, από συμβολικός τόπος κατοικίας του Θεού, ο ναός εξελίσσεται και σε χώρο λατρείας και σύναξης της κοινότητας. Αναδεικνύεται και κατανοείται ως ο πλέον κατάλληλος τόπος προσευχής, ως οίκος άγιος (Α’ Κορ. 3,17) με την έννοια ότι ο κάθε χριστιανός ως «ναός Θεοῦ ζώντος» καλλιεργεί εντός αυτού την προσωπική του αγιότητα.
Οι ρυθμοί και τα αρχιτεκτονικά τους στοιχεία.
Λειτουργική και πνευματική τους σημασία
Ως ο παλαιότερος τόπος σύναξης των πιστών θεωρείται το «ὑπερῶον» και το «ἐστρωμένον ἀνώ-
γειον», όπου τελέσθηκε ο Μυστικός Δείπνος (Ματθ. 26,26-29∙ Μάρκ. 14, 22-25∙ Λουκ. 22,19-20∙
Α’ Κορ. 11, 23-26) και κατά την ημέρα της Πεντηκοστής οι μαθητές «ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. 7,48). Λατρευτικοί χώροι ήταν επίσης και ιδιωτικές ευρύχωρες κατοικίες, «κατ΄ οἶκον ἐκκλησίες», όπου οι πιστοί συνάζονταν για προσευχή (Πράξ.12, 12∙ Α΄ Κορ, 16,19) και απαραιτήτως
τέλεση της Θείας Ευχαριστίας καθημερινά (Πράξ. 2, 42-47).
Μέχρι τον 4ο μ.Χ. αι. (προκωνσταντίνεια εποχή) και λόγω των συνθηκών αυτής της περιόδου, αφού η Εκκλησία ήταν υπό διωγμό, δεν υπήρχε η δυνατότητα ανέγερσης ξεχωριστών ναών. Κυριαρχούσε περισσότερο η ιδέα του ναού, ως σύναξης ευχαριστιακής και όχι οικοδομήματος. Τα πράγματα αλλάζουν με την αναγνώριση του χριστιανισμού και της ελεύθερης έκφρασής του σε οικουμενικό επίπεδο. Αξιοποιούνται βεβαίως αρχαίοι ειδωλολατρικοί ναοί για λατρευτική χρήση, όπως ο Παρθενώνας στην Αθήνα και το Πάνθεον στη Ρώμη ή πάνω σε ερείπια αρχαίων ναών οικοδομούνται χριστιανικοί ναοί, όπως συνέβη με τον Πανάγιο Τάφο, που κτίσθηκε στα ερείπια του ναού της Αφροδίτης. Κυρίως όμως δημιουργούνται νέοι ναοί, με συγκεκριμένη δομή και διαφορετική θεολογική προσέγγιση, προς διευκόλυνση των λατρευτικών αναγκών των πιστών. Ο ρυθμός της Βασιλικής είναι ο αρχαιότερος. Ρωμαϊκά κτίρια, ορθογώνια και επιμήκη, με συγκεκριμένες παρεμβάσεις αξιοποιήθηκαν ως ναοί της χριστιανικής λατρείας. Εσωτερικά διαιρέθηκαν με κιονοστοιχίες σε τρία ή περισσότερα κλίτη. Μπροστά από την είσοδο υπήρχε το αίθριο και το πίσω μέρος του οικοδομήματος κατάληγε σε ημικυκλική κόγχη (βλ.Ναό της Γεννήσεως του Σωτήρος στην Βηθλεέμ, τον 4ο αι., Άγιο Δημήτριο και
ναό της Αχειροποιήτου στη Θεσσαλονίκη, τον 5ο αι., Ναό του Αγίου Απολλιναρίου στη Ραβέννα τον 6ο αι.).
Τη χριστιανική ναοδομία επηρέασαν και τα μαυσωλεία (=οικοδομήματα που ενταφιάζονταν οι επιφανείς Ρωμαίοι) και ήταν κυκλικά ή πολυγωνικά. Με αυτή τη μορφή κτίζονταν τα μαρτύρια πάνω στους τάφους των μαρτύρων και τα βαπτιστήρια. Ως χριστιανικός ναός αξιοποιήθηκε και ο Άγιος Γεώργιος, η Ροτόντα, στη Θεσσαλονίκη, που ήταν μαυσωλείο του Γαλερίου. Ο ρυθμός της Βασιλικής διασώζεται μέχρι σήμερα, άλλοτε χωρίς και άλλοτε με τρούλο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα
είναι ο περίφημος Ναός της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη αλλά και στη Θεσσαλονίκη.
Φυσική εξέλιξη της Βασιλικής με τρούλο αποτελεί ο σταυροειδής με τρούλο ναός, ο γνωστός ως βυζαντινός ρυθμός.Χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι η διαμόρφωση της στέγης σε σχήμα σταυρού, στη διασταύρωση των κεραιών του οποίου υψώνεται ο τρούλος στηριζόμενος σε τέσσερις κίονες.
Ο βυζαντινός ναός και γενικότερα κάθε τύπου και ρυθμού ναός, στα κείμενα των Πατέρων και στη θεολογία της Εκκλησίας, αποκτά μια ιδιαίτερη συμβολική και πνευματική σημασία. Δεν παύει να είναι ο τόπος όπου ο Θεός «κατοικεῖ καὶ ἐμπεριπατεῖ» (Β’ Κορ. 6,16). Εννοείται όμως και ως «οἰκία κοινή
πάντων» (Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 56, 122Α), η οποία μολονότι κατασκευάζεται από υλικά πράγματα «ἀλλ’ οὖν ὑπερκόσμιον ἔχει χάριν» (Συμεών Θεσσαλονίκης, PG155, 701D). Η αντίληψη για τον ναό, ως εικόνα του ουρανού, είναι χαρακτηριστική, σύμφωνα και με τον ύμνο της Παρακλητικής «Ἐν τῷ ναῷ ἑστώτες τῆς δόξης σου, ἐν οὐρανῷ ἑστάναι νομίζομεν». Ο ναός προσέλαβε την έννοια του
επίγειου ουρανού (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, PG98, 384Β). Είναι ο τόπος όπου πνέει το Πνεύμα το Άγιον, κατά τον Μέγα Βασίλειο (PG32, 184Α), τόπος της παρουσίας των μυστηρίων, το λιμάνι όπου βρίσκουν ηρεμία οι θαλασσομαχούντες, αλλά και το ιατρείο, όπου οι ασθενείς βρίσκουν το πανδοχείο (Νικόδημος Αγιορείτης, Χρηστοήθεια των Χριστιανών, σ. 301).
Εσωτερική διάταξη του ιερού ναού, αισθητική και ευταξία του, διακονητές του
Ο ναός εσωτερικά διαιρείται σε τρία μέρη, το καθένα εκ των οποίων έχει το θεολογικό-πνευματικό του νόημα, αλλά υπηρετεί και συγκεκριμένες λειτουργικές ανάγκες των πιστών. Πρόκειται για τον πρόναο ή νάρθηκα, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Το σχήμα αυτό κατά τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης σημαίνει την Τριάδα, αλλά και όχι μόνο∙
«Καὶ πρόναον μὲν τὰ ἐν τῆ γῆ, ναὸς δὲ τὸν οὐρανόν, τὰ ὑπερουράνια δὲ τὸ ἁγιώτατον βῆμα» (PG 155,704Β).
Ο πρόναος ή νάρθηκας που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του ναού, αξιοποιείται για τις προβαπτισματικές πράξεις και την κατήχηση των νεοφωτίστων. Παλαιότερα στο σημείο αυτό στέκονταν οι κατηχούμενοι, και οι «ἐν μετανοίᾳ» κατά τη Θεία Λειτουργία, οι οποίοι αποχωρούσαν
μετά τα αναγνώσματα. Σε μεταγενέστερους ναούς το μέρος αυτό χωρίσθηκε στον εσωνάρθηκα ή λιτή, που προορίζεται για τη λιτανεία και άλλες Ακολουθίες του νυχθημέρου, και στον εξωνάρθηκα.
Ο κυρίως ναός ονομάζεται και καθολικόν, όπου τελείται η Θεία Λειτουργία, αλλά και άλλες
Ακολουθίες. Στο κέντρο του κυρίως ναού παλαιότερα υπήρχε ο άμβωνας, όπως μέχρι σήμερα διασώζεται στη μητρόπολη Καλαμπάκας, απ’ όπου ο Διάκονος ως διεντολέας της σύναξης έδινε τα παραγγέλματα στον λαό («Σοφία,ορθοί» κτλ) και διάβαζε το Ευαγγέλιο. Μετά την Εικονομαχία, ο άμβωνας μετατέθηκε αριστερά, υψώθηκε το τέμπλο και στα δεξιά τοποθετήθηκε δεσποτικό, στο οποίο στέκεται ο Αρχιερέας, όταν κατά τις ακολουθίες χοροστατεί. Στον χώρο του καθολικού υπάρχουν
δεξιά και αριστερά οι χοροί των ψαλτών και ο ναός είναι εξοπλισμένος με τα στασίδια ή καθίσματα, τα αναλόγια για τους ιεροψάλτες,τις ηχητικές εγκαταστάσεις και τα αντικείμενα φωτισμού (καντήλια, πολυέλαιοι κ.τ.λ.). Για αυτά εξυπακούεται ότι θα πρέπει να τηρούνται όλες οι προδιαγραφές, που η αισθητική της Θείας Λατρείας και η ευπρέπεια της λειτουργικής μας παράδοσης και ευταξία επιβάλλουν. Και αυτό διότι μαζί με την αγιογραφία βοηθούν τον πιστό στον σωστό τρόπο συμμετοχής στα τελούμενα.
Ανατολικά του ιερού ναού βρίσκεται το Ιερό Βήμα ή πρεσβυτέριον ή ιερατείον. Είναι το σπουδαιότερο από τα μέρη του ναού με κέντρο την Αγία Τράπεζα, τον τάφο και τον θρόνο του Χριστού, σύμβολο του θανάτου και της ανάστασης του. Επάνω στην Αγία Τράπεζα δεν πρέπει να τοποθετείται τίποτα άλλο εκτός από το Ευαγγέλιο, τον σταυρό και δύο λαμπάδες.
Πίσω από την Αγία Τράπεζα βρίσκεται το σύνθρονο με τον θρόνο του επιχώριου Επισκόπου στο κέντρο. Εκεί στην άνω λεγόμενη καθέδρα, οι λειτουργοί, με προεστώτα τον Επίσκοπο, κάθονται κατά τον καιρό του τρισαγίου μέχρι και τα αναγνώσματα της θείας λειτουργίας. Η τάξη αυτή δεν τηρείται σήμερα πάντοτε.
Αριστερά και δεξιά της Αγίας Τράπεζας, μετά την Εικονομαχία, διαμορφώθηκαν τα λεγόμενα παστοφόρια, δύο δηλαδή ξεχωριστοί χώροι, η πρόθεση αριστερά για την τέλεση της Προσκομιδής και το σκευοφυλάκιο δεξιά για την φύλαξη σκευών και αμφίων.
Στον ιερό ναό εκτός από τους Ιερείς, που έχουν την ευθύνη της ιερουργίας των μυστηρίων αλλά και της διοίκησης του ναού, υπάρχουν και άλλα πρόσωπα, που το καθένα προσφέρει συγκεκριμένο έργο διακονίας για την εύρυθμη λειτουργία του οίκου του Θεού και της σύναξης των πιστών. Πρόκειται πρώτα απ’ όλα για τον εκκλησιάρχη – νεωκόρο. Αυτός που έχει αυτό το διακόνημα, μετά βέβαια από σχετική ευχή χειροθεσίας, φροντίζει για την τάξη, την καθαριότητα και ησυχία στον ναό, βοηθά τους Ιερείς ακόμη και στο αναλόγιο αν χρειαστεί τις καθημερινές και προετοιμάζει τον ναό για τις διάφορες ακολουθίες και τα ιερά μυστήρια.
Οι διακονητές του Ιερού Βήματος και οι λαμπαδούχοι έχουν την ευθύνη να υπηρετούν με πολλή μάλιστα ευλάβεια τις ανάγκες που προκύπτουν εντός του Ιερού Βήματος κατά την τέλεση των διαφόρων ακολουθιών και κυρίως της Θείας Λειτουργίας. Προσφέρουν π.χ. το θυμιατό στον Ιερέα όταν χρειάζεται, ανάβουν τις λαμπάδες της Αγίας Τράπεζας και της Προθέσεως, προπορεύονται με λαμπάδες κατά τις Εισόδους στη Θεία Λειτουργία, φροντίζουν για το ζέον, στέκονται, επίσης, με λαμπάδες έξω σε όλη τη διάρκεια της κοινωνίας των πιστών.
Οι ιεροψάλτες και οι εκκλησιαστικοί επίτροποι ασκούν πολύ σημαντικό έργο για την εύρυθμη λειτουργία του ναού και την λειτουργική αγωγή των εκκλησιαζομένων. Οι πρώτοι, που στην ιστορία της λατρείας μαρτυρούνται από τον 4ο αι., διακονούν το αναλόγιο μετά από εισήγηση του εκκλησιαστικού συμβουλίου και διορισμό από τον οικείο Επίσκοπο. Με σεβασμό στην παράδοση, ιεροπρέπεια και ευλάβεια, οι ιεροψάλτες πρέπει να ψάλλουν με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποδίδουν το νόημα των ύμνων σωστά και να διαμορφώνουν το λειτουργικό ήθος στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Οι εκκλησιαστικοὶ επίτροποι απαρτίζουν το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, που ως αποστολή έχει τη διοίκηση και διαχείριση του ενοριακού ναού. Αποτελείται από τον ιερατικώς προϊστάμενο και τέσσερα λαϊκά μέλη. Διορίζονται δε από το Μητροπολιτικό Συμβούλιο. Στα καθήκοντα του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου είναι η οικονομική διαχείριση του ναού, η ανέγερση νέου ναού, καθώς και η επισκευή και συντήρηση του υπάρχοντος. Αποφασίζει επίσης για έκτακτα προβλήματα ή δαπάνες ή φιλανθρωπικού χαρακτήρα προσφορές.
Τον ιερό ναό υπηρετούν επίσης με θυσιαστικό πνεύμα και εθελοντικά οι κυρίες του Φιλοπτώχου Ταμείου, τα μέλη Ενοριακής Νεανικής Εστίας και μέλη άλλων δραστηριοτήτων, όπως π.χ. είναι τα πολιτιστικά θέματα. Όλοι αυτοί με την φιλοπονία τους, την αγάπη τους προς τον συνάνθρωπο και τον σεβασμό τους προς τους Ιερείς με πρώτο τον Επίσκοπο προσφέρουν τα μέγιστα στο φιλανθρωπικό, κοινωνικό, πολιτιστικό έργο της ενορίας σε μια εποχή που οι σχετικές ανάγκες είναι μεγάλες και τα προβλήματα δυσεπίλυτα.
Πηγή:Παναγιώτης Σκαλτσής, Παύλος Σεραφείμ, π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου,Στοιχεία Λειτουργικής και Τελετουργικής ,Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ 14-22









