Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Είναι η ακριβής φύση της κόλασης θεολογούμενο ή δογματικό δεδομένο;

Σχετικά πρόσφατη (2024) είναι η ελληνική έκδοση του βιβλίου του Ορθοδόξου θεολόγου και στοχαστή David Bentley Hart «Αποκατάσταση των Πάντων: Κόλαση, Παράδεισος και Καθολική Σωτηρία» από τις εκδόσεις Ακρίτας (τίτλος πρωτοτύπου: That All Shall Be Saved: Heaven, Hell, and Universal Salvation) με επίμετρο του Νικολάου Ασπρούλη, όπου είχα τη χαρά να λειτουργήσω ως επιμελητής και συμμεταφραστής. Πρόκειται για ένα βιβλίο που προκάλεσε και προκαλεί εντονότατες συζητήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον αγγλόφωνο χώρο εν γένει, και δη στη δημόσια σφαίρα, όχι εντός των στενών τειχών της ακαδημαϊκής θεολογίας — μάλιστα, υπάρχει ειδικό λήμμα της Wikipedia με συγκομιδή βιβλιοκριτικών και της απάντησης του David Bentley Hart σε αυτές.

Το βιβλίο παρουσιάζει μια εκδοχή αποκαταστάσεως των πάντων—της θεολογικής θεώρησης, δηλαδή, ότι εν τέλει όλοι θα σωθούν, όχι όμως κατ’ ανάγκην με τον ίδιο τρόπο, με τον ίδιο βαθμό μετοχής στον Θεό. Όπως σημειώναμε και στον πρόλογο του βιβλίου, ελλείψει πληροφόρησης, υφίσταται συχνά μια αφελής κατανόηση του τι σημαίνει αποκατάσταση, ως εάν αυτή να σήμαινε απλώς ένα happy ending στο οποίο δεν υπάρχει κρίση, κόλαση, ή διαφοροποίηση μετοχής στην παρουσία του Θεού — κάτι το οποίο εξίσου συχνά εγείρει χονδροειδώς λανθασμένες επισημάνεις ότι η αποκατάσταση συνεπάγεται μια ακύρωση του αγώνα για σωτηρία, αφού εν τέλει όλοι θα σωθούν, μια ακύρωση της σημασίας της ενανθρώπησης και της ανάστασης του Χριστού, ένα αντικίνητρο για να μην αμαρτάνει κανείς, μια σχετικοποίηση των πάντων. Αξίζει να επισημανθεί ότι οι εκκλησιαστικές μορφές στις οποίες στηρίζεται το βιβλίο του David Bentley Hart, όπως ο Ωριγένης, ο άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι, μιλούν για κάτι πολύ διαφορετικό. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς ενδεχομένως να ισχυριστεί με ακρότητα, σε μια αντιδιαισθητική αντιστροφή, ότι το ενδεχόμενο της αποκατάστασης δεν είναι καν αναγκαστικά πιο αισιόδοξο από αυτό της, κατά το βιβλίο, «ινφερναλιστικής και κολασιοκρατικής» συνήθους εκδοχής ως προς τις ελπίδες των χριστιανών: στη δεύτερη περίπτωση, η όποια κατάληξη είναι τουλάχιστον τελική, χωρίς εκκρεμότητες: «ό,τι είναι να γίνει ας γίνει». Να το πούμε αλλιώς: θα ήταν μια πραγματικά χονδροειδής παρανάγνωση του βιβλίου το να θεωρήσει κανείς πως ισχυρίζεται ότι «δεν υπάρχει κόλαση», αφού ολόκληρη η χειρονομία του βιβλίου συνίσταται στη διερεύνηση του τι (θα μπορούσε να) είναι ακριβώς αυτή η κόλαση. Διότι, ευτυχώς, η δογματικά διατυπωθείσα Ορθόδοξη θεολογία έχει την αποφατική σοφία να μην υπεισέρχεται σε έναν… τοπογραφικό χάρτη της. (Αν και εξεδόθη μετά από το βιβλίο του Hart, είναι συναρπαστική η ιστορική μελέτη του Edward Siecienski, Beards, Azymes, and Purgatory: The Other Issues That Divided East and West, Oxford University Press 2023, όπου ιχνηλατείται αιώνα τον αιώνα το πώς η δυτική χριστιανοσύνη κατέληξε στο συγκεκριμένο καθολικό δόγμα περί παραδείσου, κολάσεως, καθαρτηρίου και limbo —μια ιστορική διαδικασία με σαφή στοιχεία ενδεχομενικότητας, όπως καταδεικνύεται— και ποια ήταν η απάντηση των Ορθοδόξων κατόπιν).


Είναι συμβατή με τη θεολογία εν όλω το να πιστεύει κανείς σε έναν κολασμό υποχρεωτικά και μετά βεβαιότητος ατελείωτον σε διάρκεια για όλους όσοι βρεθούν σε αυτόν, χωρίς ούτε τη δυνατότητα ούτε την επιθυμία του Θεού να μην αποτρέψει έναν έτερο δεδομένο πυλώνα της πίστης: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται»; Τι μας λέει η Καινή Διαθήκη και το πατερικό κληροδότημα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο;

Περισσότερα όμως γι’ αυτό στο ίδιο το βιβλίο, το οποίο είναι ένα δοκίμιο που εδράζεται σε μελέτες και έρευνα, όχι έρευνα καθ’ εαυτήν. Και το οποίο βιβλίο, με το κλασσικό ρητορικό ύφος του συγγραφέα του (η μετάφραση του οποίου, φεύ!, απλώς δεν είναι πλήρως εφικτή σε άλλη γλώσσα, με αποτέλεσμα η υφολογική απόλαυση της χάρης των μαχών που δίνει σε επί πτερύγων ανέμων γλώσσα αγγλική να μην έχει άλλη επιλογή από το να μεταφραστεί ως… περίπου υβρεολόγιο) ανοίγει κάποια πολύ ενδιαφέροντα θεολογικά ερωτήματα για όσους βρέθηκαν με τον κλήρο να ενδιαφέρονται για τέτοια. Εντελώς ενδεικτικά, γιατί το βιβλίο έχει πολύ ψωμί:Είναι συμβατή με τη θεολογία εν όλω το να πιστεύει κανείς σε έναν κολασμό υποχρεωτικά και μετά βεβαιότητος ατελείωτον σε διάρκεια για όλους όσοι βρεθούν σε αυτόν, χωρίς ούτε τη δυνατότητα ούτε την επιθυμία του Θεού να μην αποτρέψει έναν έτερο δεδομένο πυλώνα της πίστης: «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται»; Τι μας λέει η Καινή Διαθήκη και το πατερικό κληροδότημα για ένα τέτοιο ενδεχόμενο;
Μπορούμε να μιλάμε για κόλαση ἀτελεύτητον ή αΐδιον, όταν μας παραδίδεται κόλαση αἰώνιος — δηλαδή, στην ελληνική της εποχής των διατυπώσεων, με χρονικό πέρας; (ενδεικτικά, βλ. Liddell-Scott-Jones, Cambridge Greek Lexicon του Πανεπιστημίου του Cambridge, το εξειδικευμένο πατρολογικό λεξικό του G. W. H. Lampe από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, κλπ. — όπου ο αἰὼν είναι περίοδος ζωής/ύπαρξης («τὸ τέλος τὸ περιέχον τὸν τῆς ἑκάστου ζωῆς χρόνον…αἰὼν ἑκάστου κέκληται», θα πει ο Αριστοτέλης), γενιά, εποχή, η ζωή κάποιου, το μέλλον (ὁ μέλλων αἰών), ολόκληρο το μέλλον (ὁ πᾶς/σύμπας αἰών, εἰς ἅπαντα τὸν αἰῶνα), η μετά θάνατον ζωή, μακρά διάρκεια χρόνου, συγκεκριμένο και προκαθορισμένο χρονικό διάστημα, μη συγκεκριμένο αλλά μακρό χρονικό διάστημα, αυτή εδώ η εποχή ή αυτός εδώ ο κόσμος (ὁ αἰὼν οὗτος), από τις απαρχές (ἐκ τοῦ αίώνος), όλο το παρελθόν (ἐξ ἅπαντος τοῦ αἰῶνος), και ούτω καθεξής. Αξίζει να μελετηθεί σχετικά, και όχι να απορριφθεί ρητορικά, το ενδεικτικό εκτενές μελέτημα των Ilaria L. E. Ramelli και David Konstan, Terms for Eternity: Aiônios and Aïdios in Classical and Christian Texts (Piscataway, NJ: Gorgias, 2013)
Έχει ο άνθρωπος την πραγματική δυνατότητα να απορρίψει ολοκληρωτικά τη θεϊκή κλήση, εν τέλει την κλήση σε ύπαρξη; Όχι τη θεωρητική δυνατότητα, αλλά την πραγματική δυνατότητα. Το ερώτημα δεν τίθεται ρητορικά, ώστε να δοθεί μια αρνητική απάντηση σώνει και ντε, αλλά ως ένα συναρπαστικό θεολογικο-φιλοσοφικό ερώτημα, με εμφανώς ευρύτατες συνεπαγωγές, περί του πραγματικού περιεχομένου της ελευθερίας της θέλησης και βούλησης. Πέραν της νεωτερικής κατανόησής της ως ελευθερίας για-, ελευθερίας του σούπερ-μάρκετ: διατίθενται δώδεκα διαφορετικές μάρκες χούμμους, και έχω την ελευθερία επιλογής να διαλέξω αυτήν που θέλω — και πιο κοντά στη χριστιανική κατανόησή της κατά την ύστερη αρχαιότητα ως ελευθερία από-, π.χ. με την απελευθέρωση από τα πάθη να με καθιστά ελεύθερο. Εδώ οι διαφωνίες του π. Νικολάου Λουδοβίκου στο άρθρο του στη «Σύναξη» τχ. 171 με τον DBH (όπου θα αναφερθούμε οσονούπω) θα μπορούσαν να δώσουν το έναυσμα για έναν πραγματικά συναρπαστικό διάλογο. Η —το κατ’ εμέ συναρπαστική— συζήτηση περί ελευθερίας και του τι σημαίνει για τον άνθρωπο αποτελεί, σημειωτέον, θεμελιώδη πυλώνα του βιβλίου.
Αν πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε αυτές τις τόσο περιοριστικές λέξεις, τι είναι πρωτίστως η κόλαση και ο κολασμός για τους Ορθοδόξους; Ποινική, τιμωρητική, εξοριστική, παιδαγωγική (προς τι, άμα δεν τελειώνει με τίποτα;), θεραπευτική, καθαρτική, προετοιμαστική για όσους δεν έχουν λευκό τον χιτώνα, κάτι άλλο, κάτι πέρα από αυτά;

Και λοιπά, και λοιπά, διότι τα παραπάνω είναι απλώς ενδεικτικά.

Εκ των πραγμάτων, το βιβλίο αυτό του Ορθοδόξου David Bentley Hart δεν γράφτηκε με τους Ορθοδόξους πρωτίστως κατά νου. Συνεπώς, μεγάλο του μέρος παραχωρείται σε καυγάδες μάλλον ξένους σε εμάς: την, θα τολμούσε κανείς να πει, αντικειμενικά διεστραμμένη εκδοχή κολάσεως και απόλυτου προορισμού των Καλβινιστών, καθώς και κάποιες αντίστοιχης διαστροφής αναγνώσεις πτυχών του ακινατισμού, μεταξύ άλλων. Τα ερωτήματα που θα έθετε πρώτα-πρώτα ένας Ορθόδοξος, δηλαδή το τι έχει αποφανθεί η αυθεντία των οικουμενικών συνόδων και η πατερική παρακαταθήκη για όλα τούτα, περιλαμβάνονται με ρώμη στο βιβλίο, όχι όμως στα πρώτα του κεφάλαια. Εξ ου και ήταν σώφρον να τεθούν πρώτα-πρώτα στον ελληνικό πρόλογο. Καταδικάστηκαν αυτά που σκιαγραφεί ο David Bentley Hart κατά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο; Τι καταδικάστηκε στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο, και ποια είναι η διαφορά μεταξύ της Συνόδου εν Πνεύματι που μας οδηγεί σε πάσαν την αλήθειαν και σε παρα-συνοδικά αυτοκρατορικά αιτήματα για συλλογές υπογραφών σε ευκαιρίες… πέριξ της συνόδου; Τι σημαίνει πλέον «ωριγενισμός» τον έκτο φερ’ ειπείν αιώνα μ.Χ. (ή, αργότερα, στα κείμενα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού), με τον ίδιο τον Ωριγένη να ζει ανάμεσα στο 185 και 251 μ.Χ., και πόσα απ’ όσα περνούσαν τότε ως «Ωριγένης» ή «Ωριγενισμός» είχαν όντως σχέση με τον ίδιο τον Ωριγένη, τόσους αιώνες νωρίτερα; Άμα κάθε νύξη περί κάποιου είδους αποκαταστάσεως (πάει κι ο Νύσσης, πάει κι ο Μάξιμος), δηλαδή του πλήρως και ατελευτήτως αμετακλήτου του κολασμού για όλους, είναι αν-Ορθόδοξη, τότε ποια ακριβώς εκδοχή είναι η Ορθόδοξη, ενάντια δηλαδή στη σοφή αποφατική στάση της Εκκλησίας για τις λεπτομέρειες το ζητήματος; Καλώς ή κακώς, αυτά τα ερωτήματα είναι μάλλον ανοιχτά και εξόχως ενδιαφέροντα ιστορικοθεολογικώς, παρά κλειστά και αδιάφορα δογματικώς. Ας μου επιτραπεί μια εκτενής παράθεση από τα του προλόγου στο βιβλίο του Hart:


Τα ερωτήματα που θα έθετε πρώτα-πρώτα ένας Ορθόδοξος, δηλαδή το τι έχει αποφανθεί η αυθεντία των οικουμενικών συνόδων και η πατερική παρακαταθήκη για όλα τούτα, περιλαμβάνονται με ρώμη στο βιβλίο, όχι όμως στα πρώτα του κεφάλαια. Εξ ου και ήταν σώφρον να τεθούν πρώτα-πρώτα στον ελληνικό πρόλογο. Καταδικάστηκαν αυτά που σκιαγραφεί ο David Bentley Hart κατά την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο; Τι καταδικάστηκε στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο, και ποια είναι η διαφορά μεταξύ της Συνόδου εν Πνεύματι που μας οδηγεί σε πάσαν την αλήθειαν και σε παρα-συνοδικά αυτοκρατορικά αιτήματα για συλλογές υπογραφών σε ευκαιρίες… πέριξ της συνόδου;

Εδώ σχεδόν ακούμε τον αντίλογο που ερείδεται σε μια μάλλον πλημμελή εποπτεία της εκκλησιαστικής Ορθοδοξίας: «μα η περί της αποκαταστάσεως διδασκαλία αποτελεί αίρεση!» — πρώτα απ’ όλα, υπάρχουν διδασκαλίες στον πληθυντικό, όχι διδασκαλία στον ενικό — όπως και για πολλά άλλα ζητήματα. Ποια ακριβώς απ’ όλες είναι «αιρετική» και ποια «Ορθόδοξη»; Του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (ο οποίος εξαίφνης καθίσταται αιρετικός); Του Ωριγένους; Του αγίου Μαξίμου το Ομολογητού; Του David Bentley Hart, καλή ώρα; Όλων των ανωτέρω; Κανενός εκ των ανωτέρω; Του δεύτερου και του τέταρτου, αλλά όχι του πρώτου και του τρίτου; Τα «αποκαταστασιακά» εδάφια της Γραφής είναι αιρετικά ή Ορθόδοξα; Συνεπώς, χρειάζεται μια κάποια αιδήμων ακριβολογία όταν αντιστοιχούμε ευρείες κατηγορίες σε συγκεκριμένες αποφάνσεις επ’ αυτών… «Μα ο Ωριγένης είναι αιρετικός, έχει καταδικαστεί από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο!». Το ζήτημα είναι ότι αυτό απλώς δεν ισχύει πραγματολογικά, παρά την περί του αντιθέτου περιρρέουσα αντίληψη.

Κατά τους τελευταίους τρεις αιώνες —όχι ακριβώς προχθές— έχει λάβει χώρα ενδελεχέστατη έρευνα ιστορικών και φιλολόγων ως προς το εάν το κομμάτι των αποφάσεων της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου (553 μ.Χ.) που αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην αποκατάσταση και στον Ωριγένη αποτελεί όντως μέρος των αποφάσεων και των πρακτικών της Συνόδου, ή λαθραία προσθήκη με αυτοκρατορική αυτουργία. Διότι το γεγονός ότι συγκεκριμένες διατυπώσεις αναπαράγονται σε κριτικοφιλολογικά απαρχαιωμένες συλλογές και ανθολογίες κανόνων δεν συνεπάγεται, φυσικά, ότι αυτές απετέλεσαν όντως μέρος των αντίστοιχων συνόδων — και αυτό που είναι δογματικά δεσμευτικό για την Ορθόδοξη Εκκλησία είναι το τι αποφασίστηκε στις Οικουμενικές Συνόδους, όχι τι προσετέθη λαθραία σε αυτές εκ των υστέρων και γράφτηκε/τυπώθηκε επανειλημμένως έκτοτε. Άλλωστε, όπως εύστοχα θα σημειώσει αλλού ο Hart, «το Ορθόδοξο δόγμα αποτελεί αρμοδιότητα των επτά Οικουμενικών Συνόδων, όχι ενός πολυκαιρισμένου συμφυρμού συνοδικών αποφάνσεων αλλά και παρα-συνοδικών και παρα-κανονικών απόψεων». Τα δεδομένα που έχουμε μέχρι στιγμής είναι ότι το εν λόγω σκέλος, τα δεκαπέντε αναθέματα, δεν αποτελούσε μέρος της Συνόδου, αλλά προσθήκη του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, για τους δικούς του πολιτικούς λόγους. Στα Πρακτικά της Συνόδου, όπως αυτά έχουν διασωθεί, τα αναθέματα δεν υφίστανται. Εξ ου και στην περίφημη, από τριακονταετίας πλέον, κριτική έκδοση του Norman P. Tanner με τις αποφάσεις των συνόδων, Decrees of the Ecumenical Councils (Georgetown University Press, 1990), τα εν λόγω αναθέματα δεν συμπεριλαμβάνονται, με την εξής λιτή σημείωση: «η έκδοσή μας δεν περιλαμβάνει το κείμενο των αναθεμάτων κατά του Ωριγένους, καθώς πρόσφατες μελέτες έχουν καταδείξει ότι αυτά τα αναθέματα δεν μπορούν να αποδοθούν σε αυτή τη Σύνοδο» (τόμος Α΄, σελ. 106). Παράλληλα, σε διάφορα επεισόδια της πολύ μεταγενέστερης του Ωριγένους χριστιανικής ιστορίας διαπιστώνουμε να πιστώνονται στον Ωριγένη κακοδοξίες —ενίοτε κάπως κωμικές— οι οποίες ουδόλως απαντούν στο έργο του, δημιουργώντας έτσι έναν μεταγενέστερο ή μάλλον αναδρομικό «ωριγενιστικό Ωριγένη» έχοντα ελάχιστη ή άλλοτε και καμία σχέση, με τον πραγματικό, ιστορικό «ωριγενικό Ωριγένη» του 2ου και του 3ου αιώνος μ.Χ. Περισσότερα στοιχεία για την ανυπαρξία των εν λόγω αναθεμάτων μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην υποσημείωση, ένα εκτενές, χορταστικό, και μάλλον εξαντλητικό κείμενο για το ζήτημα.[1]

Συνεπώς, το ζήτημα δεν μπορεί να θεωρείται λήξαν εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας με μια απλή αναφορά στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο, για τον απλούστατο λόγο ότι πλέον γνωρίζουμε πως η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν αποφάσισε κάτι τέτοιο. Η επιβίωση των αναθεμάτων σε διάφορες συλλογές κανόνων, η οποία δεν έχει δογματική ή ιστορική ή συνοδική εγκυρότητα όταν πλέον γνωρίζουμε πως πρόκειται περί αυτοκρατορικής προσθήκης, μας πληροφορεί μεν για τα πιστεύω και τη θεολογικοπολιτική ατζέντα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, αλλά δεν μας μεταφέρει κάποια πληροφορία για τη Σύνοδο καθ’ εαυτήν, οι πραγματικοί όροι της οποίας διασώζονται από ασφαλείς πηγές, χωρίς τα αναθέματα — και οι οποίοι συνιστούν τις, δεσμευτικές για τους Ορθοδόξους, αποφάσεις της Συνόδου. Και ευρύτερα όμως θα ήταν εφικτό να τεθεί το ερώτημα εάν θα μπορούσαμε να χρεώσουμε με ιστορική ειλικρίνεια ό,τι ενδέχεται να αναφέρεται ως «ωριγενιστές» ή ωριγενισμός τον 6ο αιώνα μ.Χ. και παραπέρα στην πραγματική ιστορική μορφή του Ωριγένους από τον 2ο και τον 3ο αιώνα μ.Χ., δεδομένου του τρόπου με τον οποίο τότε διασώζονταν ή δεν διασώζονταν τα κείμενα, ιδρύονταν σχολές και κύκλοι επιρροής οι οποίοι ήγειραν αξιώσεις για το τάδε ή δείνα ιστορικά σημαντικό για τους χριστιανούς όνομα, πολιτικοποιούνταν αναδρομικά οι συνθήκες και οι καταστάσεις, κ.ο.κ.

Όταν μια Εκκλησία όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει δικαίως ιδιαίτερη, απροσμάχητη βαρύτητα στο ακριβές περιεχόμενο συγκεκριμένων συνόδων, των Οικουμενικών Συνόδων, θα ανέμενε κανείς εύλογα μια ιδιαίτερη, εξαντλητική ευαισθησία στη διερεύνηση του τι αποτυπώθηκε όντως σε αυτές τις συνόδους και τι όχι, δηλαδή τι ενδέχεται να είναι ύστερη προσθήκη, λαθραία εισαγωγή από την πολιτική εξουσία, και ούτω καθεξής. Αυτήν την εύλογη, ιδιαίτερη, εξαντλητική ευαισθησία δεν τη διαπιστώνουμε πάντοτε.

Αλλά και έτσι να μην είχαν τα πράγματα, χρειάζεται μια ιδιαίτερη επιφανειακότητα για να «ξεμπερδέψει» κανείς με τη μορφή ενός Ωριγένους με έναν τέτοιον τρόπο. Ο Ωριγένης είναι, ουσιαστικά, ο εφευρέτης της χριστιανικής εξηγητικής, της χριστιανικής απολογητικής, εν τέλει της χριστιανικής και πατερικής σκέψης, του χριστιανικού και πατερικού λόγου. Ασχέτως του με ποιες συγκεκριμένες τεχνικές αποσαφηνίσεις εξελίχθηκαν οι δογματικές διατυπώσεις της χριστιανικής μαρτυρίας αιώνες μετά τη ζωή του, είναι εντελώς απλά αδύνατον να συλλάβει κανείς την εξέλιξη και το περιεχόμενο της πατερικής σκέψης και της χριστιανικής παράδοσης ως εάν να μην υπήρχε ο Ωριγένης, ο οποίος απηχεί και αντηχεί στη σκέψη κάθε μετέπειτα Πατέρα της Εκκλησίας, είτε αναφέρεται ονομαστικά, είτε δεν αναφέρεται, είτε ακόμη αναφέρεται καταγγελτικά το ό,τι εκείνη τη συγκεκριμένη εποχή έφερε αυθαίρετα την ταμπέλα του «ωριγενισμού», αιώνες κατόπιν εορτής. Εάν κάποιος μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του «Πατέρα των Πατέρων της Εκκλησίας», αυτός θα ήταν ο Ωριγένης, διαπίστωση που δεν διαφεύγει της διεθνούς Ορθόδοξης θεολογίας σήμερα — εξ ου και κορυφαίοι Ορθόδοξοι θεολόγοι, όπως ο καθηγητής π. John Behr, αφιερώνονται στην κριτική έκδοση έργων του και στη μετάφρασή τους (Βλ. π. John Behr, Origen: On First Principles, Oxford University Press 2017). Εάν εφαρμόζαμε το κριτήριο ότι η σκέψη ενός χριστιανού που έζησε ανάμεσα στον δεύτερο και στον τρίτο αιώνα μ.Χ. θα πρέπει να κριθεί και να κατακριθεί με τις «τεχνικές προδιαγραφές» της διατύπωσης του δόγματος κατά τον έκτο αιώνα μ.Χ. και παραπέρα σε όλους τους Πατέρες, τότε θα έπρεπε να… είχαν αναθεματιστεί οι μισοί — ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο πρώιμος άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει η σκέψη του ύστερου αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, και ούτω καθεξής. Είναι κάπως εντυπωσιακό το ότι στην κατ’ εξοχήν Εκκλησία που δικαίως επαίρεται για την επικέντρωσή της στην παράδοση και δη στην πρώιμη ανατολική χριστιανική παράδοση, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ενίοτε αντιμετωπίζεται η εξέλιξη της πρώιμης ειδικά παράδοσης με τέτοια βιασύνη και αναδρομικά κριτήρια.


Ο Ωριγένης είναι, ουσιαστικά, ο εφευρέτης της χριστιανικής εξηγητικής, της χριστιανικής απολογητικής, εν τέλει της χριστιανικής και πατερικής σκέψης, του χριστιανικού και πατερικού λόγου. Ασχέτως του με ποιες συγκεκριμένες τεχνικές αποσαφηνίσεις εξελίχθηκαν οι δογματικές διατυπώσεις της χριστιανικής μαρτυρίας αιώνες μετά τη ζωή του, είναι εντελώς απλά αδύνατον να συλλάβει κανείς την εξέλιξη και το περιεχόμενο της πατερικής σκέψης και της χριστιανικής παράδοσης ως εάν να μην υπήρχε ο Ωριγένης, ο οποίος απηχεί και αντηχεί στη σκέψη κάθε μετέπειτα Πατέρα της Εκκλησίας, είτε αναφέρεται ονομαστικά, είτε δεν αναφέρεται, είτε ακόμη αναφέρεται καταγγελτικά το ό,τι εκείνη τη συγκεκριμένη εποχή έφερε αυθαίρετα την ταμπέλα του «ωριγενισμού», αιώνες κατόπιν εορτής. Εάν κάποιος μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του «Πατέρα των Πατέρων της Εκκλησίας», αυτός θα ήταν ο Ωριγένης, διαπίστωση που δεν διαφεύγει της διεθνούς Ορθόδοξης θεολογίας σήμερα — εξ ου και κορυφαίοι Ορθόδοξοι θεολόγοι, όπως ο καθηγητής π. John Behr, αφιερώνονται στην κριτική έκδοση έργων του και στη μετάφρασή τους

Στο 171ο τεύχος της «Σύναξης», το βιβλίο του Hart τιμήθηκε με σχόλιο δυο επιφανών Ελλήνων θεολόγων: του π. Νικολάου Λουδοβίκου και του π. Δημητρίου Μπαθρέλλου. Το κείμενο του π. Νικολάου αποτελεί πολύτιμη συνεισφορά: τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του συνδιαλέγεται ρητώς με την κατεξοχήν απορία του βιβλίου του Hart, ενώ στο κυρίως σώμα του αντιπαρατίθεται με τον Hart ως προς το ζήτημα της ελευθερίας, της θέλησης, της ανάγνωσης του Μαξίμου, κ.ο.κ. Θα ήταν συναρπαστικό να συνομιλούσαν ζωντανά με τον συγγραφέα, με χρόνο άπλετο για εμβάθυνση εξ αμφοτέρων. Με διαφορετικό αλλά εξίσου καίριο τρόπο, το κείμενο του π. Δημητρίου αποτελεί εξίσου πολύτιμη συνεισφορά — θα τολμούσα μάλιστα να πω, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της συζήτησης που ανοίγει ο Hart για όσους ενδιαφέρονται για τέτοια ζητήματα με ακόμα πιο σαφή τρόπο.

Ο π. Δημήτριος εκκινεί με την επαναδιατύπωση της οριστικής Ορθόδοξης καταδίκης του Ωριγένους, νοουμένου ως κάθε εκδοχής Ωριγένους και ωριγενισμού ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Παραθέτει δυο «συλλογές αναθεμάτων». Η πρώτη είναι, κατά τα γραφόμενά του, «διάταγμα του Ιουστινιανού κατά το έτος 543» — κάτι που μας θυμίζει (δίπλα στις μαρτυρικές περιπέτειες του αγίου Μαξίμου απέναντι σε αυτοκράτορες που ήθελαν σώνει και ντε να επιβάλουν τον μονοθελητισμό/μονοενεργητισμό για πολιτικούς λόγους) πόσο σημαντικό είναι να μην δογματίζουν οι πολιτικές εξουσίες, παράδοση που συνεχίζεται δυναμικά στις ημέρες μας με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο να αποφαίνεται ως προς το τι συνιστά αμάρτημα και τι όχι παρά τοις Ορθοδόξοις. Ο π. Δημήτριος προχωρά με τη διαβεβαίωση πως η πλειονότητα των ειδικών (;) αποφαίνεται πως η έγκριση του αυτοκρατορικού αιτήματος συγκεκριμένης διατύπωσης αναθεμάτων έλαβε χώρα μετά την έναρξη της Ε΄ Οικουμενικής συνόδου και όχι πριν από αυτήν, συνεπώς το θέμα θεωρείται λήξαν: «τὰ τοῦ Ὠριγένους μυθεύματα» είναι αναθεματισμένα. Ποια όμως είναι συγκεκριμένα «τὰ τοῦ Ὠριγένους μυθεύματα» — διότι αν είναι ό,τι έχει πει ο πραγματικός ιστορικός Ωριγένης, και όχι κάποια απ’ όσα διατύπωσε ο χρονικά πριν από κάθε Οικουμενική σύνοδο δογματικών όρων συγγράψας, τότε αναθεματίζεται ένα γιγαντιαίο σκέλος τόσο της κοινής στους επομένους Πατέρες σκέψης αλλά και της βιβλικής ερμηνευτικής της εκκλησίας, όπερ άτοπον. Αναφέρεται πως «η καταδίκη της αποκατάστασης των πάντων [σ.σ.: ποιας απ’ όλες;] εξέφραζε την καθολική πίστη της Εκκλησίας», αλλά μάλλον εννοείται ακριβώς αυτό που δεν υποστηρίζει το βιβλίο, ήτοι κάποια εκδοχή ανυπαρξίας της κόλασης. Μολαταύτα, με απόλυτη βεβαιότητα ο π. Δημήτριος προχωρά στην εμφατική διατύπωση «του αυτονοήτου», ότι «η αιωνιότητα της κόλασης δεν αποτελεί θεολογούμενο αλλά επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, που μαρτυρείται από τη Βίβλο, τις Οικουμενικές Συνόδους και το consensus patrum, με μόνη αξιομνημόνευτη εξαίρεση τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Ramelli, σε σχετικό έργο της οποίας παραπέμπουν οι συγγραφείς του προλόγου και του επιμέτρου του βιβλίου, στηρίζονται σε σοβαρότατες παρανοήσεις και παρερμηνείες των πηγών». Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η τοποθέτηση, ανεξαρτήτως του εάν είναι ορθή η όχι, είναι τα πάντα εκτός από αυτονόητη: π.χ., μια κάπως διαφορετική εικόνα αναδύεται, ενδεικτικά, στο βιβλίο του πρ. Μητροπολίτη Ιλαρίωνος (Αλφέγιεφ), Christ the Conqueror of Hell: The Descent Into Hades from an Orthodox Perspective, St Vladimir’s Seminary Press 2009, αλλά και του μακαριστού Καλλίστου Ware και ουκ ολίγων άλλων λογίων Ορθοδόξων επισκόπων. Κατόπιν διαβεβαιώνονται οι αναγνώστες από τον π. Δημήτριο πως «ο Hart δεν γράφει ούτε ως τέκνο ούτε, πολύ περισσότερο, ως θεολόγος της Εκκλησίας», αφού το βιβλίο έχει «εμφανή τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της πλάνης», σ. 92 της «Σύναξης» τχ. 171, ένα βιβλίο που είναι «χαοτικό και φλύαρο», απωθώντας «ακόμα και τον καλοπροαίρετο αναγνώστη», σ. 93 της «Σύναξης» τχ. 171: για τα δύο τελευταία, ας σημειωθούν εκ του συναυτουργού οι καθ’ αυτούς περιορισμοί της ελληνικής μετάφρασης, που στην περίπτωση του πραγματικού στυλίστα της αγγλικής Hart θέτει πάντοτε πολύ επίπονες προκλήσεις.


[…]το αἰώνιος ως αΐδιος ή ἀτελεύτητος, το γιατί τα αναθέματα δεν συμπεριλαμβάνονται σε συγκεκριμένες κριτικές εκδόσεις των πρακτικών της Ε΄ Οικουμενικής και εάν ήταν πραγματικά μέρος της ή όχι, το τι σημαίνει τέλος πάντων «Ωριγένης» και «Ωριγενισμός» τον έκτο αιώνα μ.Χ. και τι όχι, το τι και μέχρι πού μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια ως τελεσιδίκως και με οικουμενικοσυνοδική αυθεντία δογματισθέν και από πού και πέρα αρχίζουν τα θεολογούμενα.

Αυτό που με ενδιαφέρει στο παρόν σημείωμα δεν είναι να διαφωνήσω με τα παραπάνω ως προς το κατ’ εμέ συναρπαστικό βιβλίο που συμμετέφρασα: άλλωστε, προφανώς, ούτε δύναμαι αντικειμενικά αλλά ούτε κι επιθυμώ να νοσφιστώ τον απαντητικό ρόλο του συγγραφέα του βιβλίου. Πάντως, εκφράζω μια δυστοκία να αποφανθώ με απόλυτη βεβαιότητα για το αν έχει οποιαδήποτε αξία ή όχι το ομολογουμένως μνημειώδες (και σε έκταση!) εγχείρημα της οπωσδήποτε όχι τυχαίας Ilaria L. E. Ramelli, The Christian Doctrine of Apokatastasis: a Critical Assessment from the New Testament to Eriugena (Supplements to Vigiliae Christianae 120, Leiden: Brill, 2013), με σύνοψή του το A Larger Hope? Universal Salvation from Christian Beginnings to Julian of Norwich (Eugene, Oregon: Cascade, 2019). Εξομολογούμαι ότι το εύρος του ζητήματος υπερβαίνει την ικανότητά μου να αποφανθώ με δεδομένη βεβαιότητα και αυθεντία και να μπορέσω να πετάξω τη συγκομιδή τεκμηρίων της Ramelli στον σκουπιδοτενεκέ (αν μη τι άλλο, διότι δεν χωράει: 912 σελίδες Brill). Εν γένει, ενεός από το εύρος αυτών των ζητημάτων και τον όγκο της σκευής κάθε είδους —από την αμιγώς θεολογική και δογματική, δηλαδή επίγνωσης και του μέχρι πού έχει δογματίσει η Εκκλησία με αυθεντία, και την ιστορικοφιλολογική μέχρι τη απαραίτητη αυθεντικά φιλοσοφική— που χρειάζεται για να τοποθετηθεί κανείς σε αυτά, δεν έχω άλλη επιλογή παρά να πλοηγούμαι με μια σχεδία ανάμεσά τους, αφού σε όλους μας έλαχε ο αλλόκοτος κλήρος να ενδιαφερόμαστε γι’ αυτά τα πελώρια ζητήματα.

Ξεκίνησα αυτό το σχόλιο σημειώνοντας πως «με διαφορετικό αλλά εξίσου καίριο τρόπο, το κείμενο του π. Δημητρίου αποτελεί εξίσου πολύτιμη συνεισφορά» στη συζήτηση για το βιβλίο του Hart. Ο λόγος είναι ακριβώς πως υπογραμμίζονται οι πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις σε αυτά τα ζητήματα, όλες τους με την αξίωση της ορθής και τελεσίδικης ανάγνωσης των, πέραν των θεολογικών, ιστορικών και ενίοτε ιστορικοφιλολογικών διακυβευμάτων επί των οποίων επικάθονται τα ερωτήματα του βιβλίου: το αἰώνιος ως αΐδιος ή ἀτελεύτητος, το γιατί τα αναθέματα δεν συμπεριλαμβάνονται σε συγκεκριμένες κριτικές εκδόσεις των πρακτικών της Ε΄ Οικουμενικής και εάν ήταν πραγματικά μέρος της ή όχι, το τι σημαίνει τέλος πάντων «Ωριγένης» και «Ωριγενισμός» τον έκτο αιώνα μ.Χ. και τι όχι, το τι και μέχρι πού μπορεί να θεωρηθεί με ασφάλεια ως τελεσιδίκως και με οικουμενικοσυνοδική αυθεντία δογματισθέν και από πού και πέρα αρχίζουν τα θεολογούμενα. Όταν στα ίδια θέματα που ανοίγει το βιβλίο του Hart με τον γνώριμο (και τόσο γλωσσικά απολαυστικό στο αγγλικό πρωτότυπο) σαρωτικό του τρόπο απαντούν με εξίσου δεδομένη αξίωση τελεσίδικης ιστορικής κρίσης τόσο από τη μία πλευρά (βλ. ενδεικτικά τη βιβλιοκριτική του π. Δημητρίου ως άνω, αλλά και πολλών από τις αγγλικές κριτικές που αθροίζονται στο λήμμα της Wikipedia στην αρχή) όσο και από την άλλη —βλ. ενδεικτικά μια εκτενέστατη συνεισφορά γνώμης περί του αντιθέτου πέραν της εκτενούς έρευνας όχι μόνον της Ramelli αλλά και αρκετών άλλων), αυτό που προκύπτει με εμφάνεια είναι το ότι σημαντικές πτυχές αυτών των ερωτημάτων παραμένουν ανοιχτές, ή μάλλον ορθάνοιχτες. Η σκηνή αυτή έχει ψωμί.

Ο Σωτήρης Μητραλέξης είναι Ερευνητικός Εταίρος University College London.

Τι είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία;

Ἡ Ἐκκλησία μας καθόρισε ὅλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστὴς νά τελεῖται ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων. Κατὰ τή Λειτουργίᾳ αὐτή δέν τελεῖται Θυσίᾳ, δὲ γίνεται δηλαδὴ μεταβολή τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Τὰ Τίμια Δῶρα, ὁ Ἄρτος καὶ ὁ Οἶνος εἶναι ἕτοιμα, ἔχουν προαγιασθεῖ (γι' αὐτὸ καὶ λέγεται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων) κατὰ τὴν προηγηθεῖσα θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, εἶναι πλέον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ ἁπλῶς προσφέρονται πρὸς μεταλήψη στούς πιστούς.
 Ὁ Ἱερέας καθ' ἑκάστη Κυριακὴ κόπτει ἀπὸ τὸ πρόσφορο τὸν λεγόμενο «Ἀμνόν», δηλαδὴ τὸ τετράγωνο ἐκεῖνο τεμάχιο τῆς σφραγῖδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καὶ τὸ τοποθετεῖ ἐπάνω στό ἱερὸ Δισκάριο. Μετ' ὀλίγο, κατὰ τή στιγμή τοῦ «Σὲ ὑμνοῦμεν...», τὸ τεμάχιον αὐτὸ τοῦ ἄρτου θὰ μεταβληθεῖ διὰ τῆς εὐλογίας τοῦ Ἱερέως σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅπως καὶ ὁ οἶνος, ποὺ εἶναι στό ἱερὸ Ποτήριο, θὰ μεταβληθεῖ καὶ αὐτὸς σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου.
 Ὅταν ὅμως βρισκόμαστε στήν πένθιμο περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ὁ Ἱερέας, κατὰ τή Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς, δέν θὰ κόψει ἔνα μόνο τεμάχιο ἐκ τῆς σφραγῖδας τοῦ προσφόρου, ὡσὰν αὐτό πού εἴπαμε ἀνωτέρω, ἀλλὰ περισσότερα (συνήθως τρία), ἀνάλογα πρὸς τὸν ἀριθμὸ τῶν Λειτουργιῶν τῶν Προηγιασμένων πού θὰ τελέσει κατὰ τὴν ἑβδομάδα. Τὰ τεμάχια αὐτά (πού δέν κόπτονται ὅλα ἀπὸ ἔνα πρόσφορο, ἀλλ' ἕνα ἀπὸ κάθε πρόσφορο), θὰ τὰ εὐλογήσει κατὰ τὴν ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ καὶ αὐτὰ θὰ μεταβληθοῦν σὲ Σῶμα Χριστοῦ. Ἀπὸ αὐτὰ τὸ ἕνα θὰ χρησιμοποιηθεῖ γιά τήν θείᾳ Μεταλήψη τῆς ἡμέρας ἐκείνης (Κυριακῆς), τὰ ἄλλα (συνήθως δύο) θὰ ἐμβαπτισθοῦν στό ἱερὸ Ποτήριο, ὅπου τὸ Ἅγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, καὶ θὰ φυλαχθοῦν σὲ εἰδικὸ κιβωτίδιο, τὸ ἱερὸ Ἀρτοφόριο, γιά τὶς Λειτουργίες τῶν Προηγιασμένων Δώρων πού θὰ γίνουν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας.
 Κατ' αὐτές τίς Λειτουργίες ὁ Ἱερέας θὰ προσφέρει στούς πιστοὺς πρὸς μεταλήψη τὰ Προηγιασμένα αὐτὰ Δῶρα. Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων εἶναι συνυφασμένη μὲ Ἐσπερινό, εἶναι δηλαδὴ βραδινή. Αὐτὸ ἔχει θεσπιστεῖ, διότι οἱ παλιοὶ Χριστιανοὶ κατά τίς ἡμέρες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς διετέλουν τελείως ἄσιτοι (νηστικοί) μέχρι τῶν ἐσπερινῶν ὡρῶν. Μπορούσαν λοιπὸν νά ἐκκλησιαστοῦν καὶ νά κοινωνήσουν κατά τίς ἑσπερινὲς ὦρες. Σήμερα ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται καὶ κατὰ τὴν ἑσπέρα συνηθέστερα ὅμως τελεῖται κατά τίς πρωινὲς ὦρες πρὸς διευκόλυνση τῶν πιστῶν. Ἡ Λειτουργία αὐτὴ δέν ἔχει τὸν πανηγυρικὸ καὶ θριαμβευτικὸ τόνο τῶν ἄλλων Λειτουργιῶν, ἀλλὰ δεσπόζει σὲ αὐτὴ τὸ πένθιμο καὶ κατανυκτικὸ στοιχεῖο.
Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται ὄλες τίς Τετάρτες καὶ Παρασκευὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Κατὰ τή Μεγάλῃ Ἑβδομάδα τελεῖται μόνο τίς τρεῖς πρῶτες μέρες αὐτῆς (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη καὶ Μ. Τετάρτη). Ἐπίσης τελεῖται καὶ κατά τίς ἡμέρες ἑορτῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῆς περιόδου τῆς Μ. Τεσσαρακοστής. Δέν τελεῖται κατὰ τὰ Σάββατα καί τίς Κυριακὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Ἱερέας, καὶ ἂν κρατήσει τὰ ὀνόματα, δέν θὰ τὰ μνημονεύσει, στήν Πρόθεση, ἀλλὰ θὰ τὰ ἀφήσει γιά τή Λειτουργίᾳ τοῦ Σαββάτου ἢ τῆς Κυριακῆς. Ἐπίσης, κατὰ τή Λειτουργίᾳ τῶν Προηγιασμένων δὲν γίνονται μνημόσυνα.

Μια παράξενη αλληλογραφία

Παραθέτω δύο αυθεντικές επιστολές, του Αϊνστάιν και του Φρόιντ τις οποίες είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους μετά από πρόσκληση της Κοινωνίας των Εθνών τον περασμένο αιώνα.

Το θέμα της αλληλογραφίας των δύο σοφών είναι η δυνατότητα απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον φόβο του πολέμου. Οι επιστολές αυτές που γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1932, έχουν τεράστιο ενδιαφέρον γιατί το θέμα του πολέμου δεν είναι ούτε χθεσινό, ούτε σημερινό – είναι αιώνιο.

Η επιστολή του Αϊνστάιν

Πότσδαμ, 30 Ιουλίου 1932

Αγαπητέ κ. Φρόιντ,

Η πρόταση , η οποία μου έγινε από την Κοινωνία των Εθνών και από το «Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας» των Παρισίων, να επιλέξω κάποιον για μια ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα της εκλογής μου, μου προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσω μαζί σας ένα ερώτημα, το οποίο, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες, εμφανίζεται από τα πιο επείγοντα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός. Το ερώτημα είναι : υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την μοίρα του πολέμου; Είναι πια γνωστό ότι με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον πολιτισμό. Εν τούτοις, παρά την καλή μου θέληση, όλες οι προσπάθειες δεν έχουν καταλήξει σε τίποτα το συγκεκριμένο. Έχοντας απαλλαγή από εθνικιστικές προκαταλήψεις, έχω έναν απλό τρόπο αντιμετωπίσεως της εξωτερικής όψεως, δηλαδή της οργανωτικής, του προβλήματος: τα κράτη να δημιουργήσουν ένα νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο να αναλάβει την εξομάλυνση όλων των διαφορών που αναφύονται μεταξύ τους. Σήμερα, όμως στερούμεθα αυτού του υπερεθνικού οργάνου, το οποίο, θα ήταν σε θέση να εκδίδει αδιαφιλονίκητες αποφάσεις και να επιβάλλει δυναμικά την εκτέλεση των αποφάσεών του. Φθάνω έτσι στο πρώτο μου αξίωμα: Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διεθνής ειρήνη, επιβάλλεται όπως κάθε κράτος παραιτηθεί, μέσα σε λογικά όρια, από μερικά των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Αυτός είναι αναμφισβήτητα ο μόνος δρόμος για να φθάσουμε σε παρόμοια ειρήνη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΞΙΩΜΑ

Η αποτυχία, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν την τελευταία δεκαετία προς αυτή την κατεύθυνση, μας πείθει ότι επεμβαίνουν ισχυροί ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι παραλύουν κάθε προσπάθεια. Μερικοί από τους εν λόγω παράγοντες είναι προφανείς. Η δίψα της εξουσίας της κρατούσης τάξεως είναι, σε όλα τα κράτη, αντίθετη προς κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Αυτή η υπέρμετρη επιθυμία πολιτικής εξουσίας συμβαδίζει με τους στόχους εκείνων, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο σε οικονομικά πλεονεκτήματα. Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτή την περιορισμένη, αλλά αποφασιστική ομάδα, η οποία, δραστήρια σε κάθε κράτος και αδιάφορη προς κάθε «κοινωνικό περιορισμό», βλέπει στον πόλεμο, δηλαδή στην κατασκευή και πώληση πυρομαχικών, απλώς και μόνο μια ευκαιρία προωθήσεως των ατομικών της συμφερόντων. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μειονότητα να κατορθώνει να υποδουλώνει στην απληστία της την μάζα του λαού, η οποία το μόνο που περιμένει από ένα πόλεμο είναι να υποφέρει και να χάση; Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι η μειονότητα, η οποία εκ περιτροπής κατέχει την εξουσία, εξουσιάζει πριν απ’ όλα το σχολείο και τον Τύπο και, επί πλέον, τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να κατευθύνει και να παραπλανά τα αισθήματα της μάζας, καθιστώντας την όργανο της πολιτικής της. Ωστόσο, και αυτή η απάντηση δεν δίνει μια ολοκληρωμένη εξήγηση και προκαλεί ένα επόμενο ερώτημα : Πώς είναι δυνατόν η μάζα να αφήνεται να εξάπτεται με τα μέσα που αναφέραμε, φθάνοντας στο πάθος και το ολοκαύτωμά της;

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μια δυνατή απάντηση: Γιατί στον άνθρωπο είναι έμφυτη η ευχαρίστηση του μίσους και της καταστροφής.Υπό ομαλές συνθήκες, το πάθος αυτό παραμένει εν υπνώσει και και αφυπνίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι εύκολο όμως το πάθος αυτό να μεταβληθεί σε ομαδική ψύχωση. Φθάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη των ανθρώπων σε τρόπο ώστε να καταστεί ικανός να αντισταθεί στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στις λεγόμενες αμόρφωτες μάζες. Η πείρα αποδεικνύει ότι εκείνη που υποκύπτει πρώτη σε αυτές τις ομαδικές καταστρεπτικές υποβολές, είναι η λεγόμενη «διανόηση». Γιατί ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, την οποία ζει μέσα από την πιο εύκολη συνοπτική μορφή της: την τυπωμένη σελίδα.Καταλήγω: Αναφέρθηκα έως τώρα σε πολέμους μεταξύ κρατών, δηλαδή σε διεθνείς πολέμους. Έχω όμως πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το επιθετικό ένστικτο ενεργεί και υπό άλλες συνθήκες: αναφέρομαι στους εμφυλίους πολέμους π.χ., τους οφειλόμενους κάποτε σε θρησκευτικό φανατισμό και κάποτε, όπως σήμερα σε κοινωνικούς παράγοντες, ή ακόμη στις φυλετικές καταστάσεις μειονοτήτων. Ξέρω ότι στα βιβλία σας μπορούμε να βρούμε σαφείς ή έμμεσες απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά αυτού του προβλήματος. Που είναι και επείγον και απαράγραπτο. Θα ήταν ωστόσο πάρα πολύ χρήσιμο σε όλους μας, αν μας εκθέτατε το πρόβλημα της παγκοσμίου ειρήνης υπό το φως των τελευταίων ανακαλύψεών σας, γιατί αυτό θα μας δείξει τον δρόμο για νέους και αποτελεσματικούς τρόπους δράσεως.

Εγκάρδια δικός σας

ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

Η επιστολή του Φρόιντ

Βιέννη Σεπτέμβριος 1932

Αγαπητέ κ. Αϊνστάιν,

Αρχίζετε με τη σχέση μεταξύ νόμου και δυνάμεως. Μπορώ να αντικαταστήσω τη λέξη «δύναμη» με την πιο σκληρή και ωμή λέξη «βία»; Δίκαιο και βία αποτελούν για μας όρους εκ διαμέτρου αντίθέτους.

Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα ανεπτύχθη από το άλλο. Και, αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα για να επαληθεύσουμε ότι αυτό ίσχυε ανέκαθεν, η λύση του προβλήματος δεν θα είναι δύσκολη.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων λύονται κατ’ αρχήν με τη χρήση βίας. Αυτό συμβαίνει σε όλο το ζωικό βασίλειο, στο οποίο ανήκει και ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο, όμως, θα πρέπει, για την αλήθεια, να προσθέσουμε και τις ιδεολογικές συγκρούσεις οι οποίες, προκειμένου να είναι αποφασιστικές απαιτούν μια άλλη τακτική. Αυτό όμως συνέβη αργότερα, όπως θα δούμε συνέχεια.

Αρχικά, σε μια μικρή ανθρώπινη ομάδα, η μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη αποφάσιζε σε ποιόν θα ανήκε κάτι, ή τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Σύντομα όμως η μυϊκή δύναμη αντικατεστάθη από την χρήση οργάνων: νικούσε όποιος είχε το καλύτερο όπλο, ή το χρησιμοποιούσε με περισσότερη επιτηδειότητα.

Με την εμφάνιση των όπλων, η πνευματική υπεροχή αρχίζει και παίρνει τη θέση της κτηνώδους μυϊκής δυνάμεως, παρ’ όλο ότι ο τελικός σκοπός του αγώνος παραμένει ο ίδιος: το ένα από τα δύο μέρη υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις του, ή τις αντιρρήσεις του.

Αυτό επιτυγχάνεται κατά τρόπο ριζικότερο, όταν η βία εξουδετερώνει οριστικά τον αντίπαλο, δηλαδή τον σκοτώνει. Το σύστημα αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα: ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να επαναρχίσει τις εχθροπραξίες και ότι η τύχη του αποθαρρύνει τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Καμιά φορά, όμως, την απόφαση του φόνου ανατρέπει η σκέψη ότι ο εχθρός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υπηρετικά καθήκοντα, εάν τρομοκρατηθεί και του χαριστεί η ζωή. Στην περίπτωση αυτή η βία περιορίζεται να κάνη υποχείριο της αντί να τον σκοτώσει. Αλλά ο νικητής θα έχει στο εξής να αντιμετωπίζει την μανία της εκδικήσεως του ηττημένου, ο οποίος θα βρίσκεται σε συνεχή αναμονή.

Το δικαίωμα της αντιθέσεως στη βία.

Αυτή, λοιπόν, ήταν αρχικά η κατάσταση: η επικράτηση του ισχυροτέρου, της κτηνώδους βίας, ή της βίας που την στήριζε η ευφυΐα. Γνωρίζουμε ότι αυτό το καθεστώς μετεβλήθη στην διάρκεια της εξελίξεως, ότι ένας δρόμος οδήγησε από την βία στο δίκαιο, στο νόμο. Ποιος, όμως; Κατά την γνώμη μου, εκείνος ο δρόμος που περνούσε από την διαπίστωση ότι η μεγαλύτερη δύναμη του ενός μπορούσε να αντιμετωπιστεί από την ένωση των περισσοτέρων αδυνάτων.

Η ισχύς εν τη ενώσει.

Η βία καταπολεμείται από την συνένωση των πολλών και η δύναμη αυτών που συνενώθηκαν εκπροσωπεί τώρα το δικαίωμα της αντιθέσεως στην βία του ενός. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το δίκαιο είναι η δύναμη μιας κοινότητος. Η οποία παραμένει πάντα βία, έτοιμη να εκδηλωθεί εναντίον εκεινού που της αντιτίθεται, ενεργεί με τα ίδια μέσα, ακολουθεί τους ίδιους σκοπούς. Στην πραγματικότητα, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θριαμβεύει πια η βία του ενός αλλά η βία της κοινότητος. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα της βίας στο νέο δίκαιο, πρέπει να εκπληρωθεί μια ψυχολογική προϋπόθεση. Η ένωση των πολλών θα πρέπει να είναι μόνιμη, σταθερή. Εάν πραγματοποιηθεί μόνο προς τον σκοπό να καταπολεμηθεί ο προπέτης για να διαλυθεί μετά την ήττα του, δεν επιτυγχάνεται τίποτα. Ο πρώτος που θα θεωρούσε τον εαυτό του ισχυρότερο, θα φιλοδοξούσε εκ νέου να κυριαρχήσει δια της βίας, και το παιχνίδι θα επαναλαμβανόταν χωρίς τέλος. Η κοινότητα οφείλει να παραμένει συνεχώς ηνωμένη, να προδιαγράψει τους κανόνες που θα προλαμβάνουν τις ανταρσίες, να διορίσει τα όργανα τα οποία θα αγρυπνούν για την τήρηση των κανόνων, των νόμων, και τα οποία όργανα θα προνοούν για την εκτέλεση των νομίμων πράξεων βίας. Σε μια παρόμοια κοινότητα συμφερόντων δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιας ηνωμένης ανθρώπινης ομάδος συναισθηματικοί δεσμοί, κοινά αισθήματα στα οποία στηρίζεται η πραγματική της δύναμη.



Σε τι χρησιμεύουν οι νόμοι.

Το πράγμα είναι απλό, σε όσο διάστημα η κοινότητα αποτελείται από ορισμένα άτομα εξ ίσου ισχυρά, οι νόμοι αυτής της «ομάδος» καθορίζουν μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να περιοριστεί η ελευθερία του κάθε ατόμου να χρησιμοποιεί την δύναμη του κατά τρόπο βίαιο, ώστε να καταστεί δυνατή μια ασφαλής κοινή ζωή.

Ένα όμως παρόμοιο ειρηνικό καθεστώς είναι νοητό μόνο θεωρητικά. Γιατί στην πραγματικότητα, οι περιστάσεις περιπλέκονται, για τον λόγο ότι η κοινότητα, ευθύς εξ αρχής, περιλαμβάνει εξ ίσου δυναμικά, άνδρες και γυναίκες, γονείς και παιδιά, και σύντομα, συνεπεία του πολέμου και των καθυποτάξεων, νικητές και ηττημένους, οι οποίοι μεταβάλλονται σε κυρίους και σκλάβους. Το δικαίωμα της κοινότητος καθίσταται τότε έκφραση της σχέσεως άνισων δυνάμεων στο εσωτερικό της, οι νόμοι γίνονται από, και για εκείνους, που διοικούν, οι οποίοι παραχωρούν ελάχιστα δικαιώματα σε αυτούς που καθυπέταξαν. Από την στιγμή εκείνη υπάρχουν στην κοινότητα δύο πηγές ανησυχίας, αλλά και τελειοποιήσεως του νόμου.

Πρώτον, η προσπάθεια του ενός ή του άλλου ατόμου για να υψωθεί υπεράνω των περιορισμών που ισχύουν για όλους για την επιστροφή συνεπώς από την βασιλεία του νόμου σε εκείνη της βίας και, δεύτερον την συνεχή προσπάθεια των υπηκόων για την απόσπαση περισσότερης εξουσίας και νομιμοποιήσεως αυτών των μεταβολών, δηλαδή από την ισότητα των νόμων για όλους, στην ισότητα των νόμων για μερικούς. Αυτή η εξελικτική διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική όταν εκδηλώνονται μετατοπίσεις της εξουσίας στο εσωτερικό της κοινότητος, όπως μπορεί να συμβεί λόγω ιστορικών αιτίων. Το δίκαιον, ο νόμος, μπορεί προσαρμοσθεί βαθμιαίως στις καινούργιες σχέσεις της εξουσίας ή, πράγμα που συμβαίνει συχνότερα, η κυρίαρχη τάξη να μη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτή την μεταβολή, οπότε φθάνουμε στην εξέγερση, στον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή σε μια προσωρινή κατάλυση του νόμου και σε νέες εκδηλώσεις βίας, μετά τις οποίες εγκαθιδρύεται μια νέα τάξη δικαίου. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και στους κόλπους μιας κοινότητας δεν αποφεύγεται η βίαια λύση των οικονομικών συγκρούσεων. Αλλά οι ανάγκες και η ταυτότητα των συμφερόντων, που προκύπτουν από την ζωή, ευνοούν μια γρήγορη λύση αυτών των αγώνων, ενώ η πιθανότητα ειρηνικής λύσεως αυτών των καταστάσεων αυξάνει συνεχώς. Μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, θα μας δείξει μια αδιάκοπη σειρά συγκρούσεων μεταξύ μιας κοινότητος και μιας άλλης, ή μεταξύ πολλών, μεταξύ πόλεων, χωρών, φυλών, λαών, κρατών, οι οποίες γίνονται σχεδόν πάντα δια της προσφυγής στην βία του πολέμου. Οι πόλεμοι αυτοί καταλήγουν ή σε λεηλασίες ή σε απόλυτη υποταγή του ενός από τον άλλον. Οι κατακτητικοί πόλεμοι δεν μπορούν να κριθούν συνολικά. Μερικοί, όπως των Τούρκων και των Μογγόλων, δεν προκάλεσαν παρά μόνο δυστυχία, ενώ άλλοι αντίθετα, συνετέλεσαν στην μετατροπή της βίας σε νόμο, δημιουργώντας μεγαλύτερες μονάδες, μέσα στις οποίες η δυνατότητα προσφυγής στην βία εξουδετερώνετο, ενώ μια νέα νομοθετική τάξη συνεβίβαζε τις διαφορές.

Όπως οι κατακτήσεις των Ρωμαίων έδωσαν στις μεσογειακές χώρες το πολύτιμο «Πάξ Ρομάνα».

Ο πόλεμος ως μέσον «αιώνιας ειρήνης»

Η απληστία των Γάλλων βασιλέων να επεκτείνουν τα κτήματά τους δημιούργησε μια Γαλλία ηνωμένη, ευημερούσα. Όσο κι’ αν αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο, θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν ένα ανάρμοστο μέσον για την εγκαθίδρυση της «αιώνιας» ειρήνης, γιατί επιτρέπει την δημιουργία αυτών των μεγάλων μονάδων μέσα στις οποίες μια ισχυρή κεντρική εξουσία καθιστά αδύνατο τον πόλεμο. Ωστόσο, δεν το κατορθώνει, γιατί οι επιτυχίες της κατακτήσεως κατά κανόνα δεν διαρκούν. Για ότι αφορά την εποχή μας οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα, στο οποίο καταλάβατε και εσείς από συντομότερο δρόμο. Μια ασφαλής πρόληψη του πολέμου είναι δυνατή μόνο εάν οι άνθρωποι συμφωνήσουν για την σύσταση μιας κεντρικής εξουσίας, στις οποίας την κρίση θα υποβάλλονται όλες οι διαφορές. Στην πρόταση αυτή περιέχονται δύο διαφορετικές ανάγκες: η δημιουργία ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου και να εξασφαλισθεί η απαιτουμένη εξουσία. Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.



Δύο αντίθετες παρορμήσεις.

Ας εξετάσουμε τώρα μια άλλη από τις προτάσεις σας. Απορείτε ότι είναι τόσο εύκολο να παρασυρθούν οι άνθρωποι στον πόλεμο και υποθέτετε ότι μέσα τους υπάρχει πράγματι μια παρόρμηση προς το μίσος και την καταστροφή. Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα. Πιστεύουμε πράγματι στην ύπαρξη αυτού του ενστίκτου και τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να μελετήσουμε τις εκδηλώσεις του. Θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μέρος της θεωρίας των ενστίκτων, στην οποίαν φθάσαμε έπειτα από πολλά λάθη και δισταγμούς. Εικάζουμε ότι οι παρορμήσεις του ανθρώπου είναι δύο ειδών: αυτές που τείνουν να διαιωνίσουν και να ενώσουν και τις οποίες αποκαλούμε ερωτικές και σεξουαλικές, και εκείνες που τείνουν να καταστρέψουν και να σκοτώσουν. Την τελευταία αυτή την αποκαλούμε «επιθετικά ή καταστρεπτικά ένστικτα».

Και οι δύο αυτές παρορμήσεις είναι εξ ίσου απαραίτητες, γιατί το φαινόμενο της ζωής εξαρτάται από την συμφωνία και την αντίθεσή τους. Φαίνεται όμως ότι ουδέποτε μια παρόρμηση του ενός τύπου μπορεί να δράση μεμονωμένος. Συνδέεται πάντοτε, ή, όπως λέμε, συμμειγνύετε, με ένα ποσοστό της άλλης, το οποίο ποσοστό τής μεταβάλλει τους σκοπούς, ή, αναλόγως των περιπτώσεων, επιτρέπει έτσι την επίτευξή τους. Έτσι, π.χ., το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως είναι ασφαλώς ερωτικό, χωρίς αυτό να εμποδίζει να προσφεύγει στην επιθετικότητα για να εκπληρώσει τον σκοπό της. Οι ανθρώπινες πράξεις αποκαλύπτουν και μια επιπλοκή διαφορετικού είδους. Σπανίως η πράξη είναι έργο ενός μόνο παρορμητικού κινήτρου, το οποίο, εξ άλλου, πρέπει να είναι συνδυασμός έρωτα και επιθετικότητας. Κανονικά, πρέπει να συντρέξουν πολλά παρόμοια κίνητρα για να καταστήσουν δυνατή την δράση. Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι παρακινούνται στον πόλεμο, μεσολαβεί μέσα τους μια ολόκληρη σειρά από συναίτια κίνητρα, ευγενή και χυδαία. Τα κίνητρα αυτά δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσουμε. Σε αυτά περιλαμβάνεται πάντα η ικανοποίηση της επιθέσεως και της καταστροφής. Αναρίθμητες ωμότητες της ιστορίας και της καθημερινής ζωής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη την δύναμή τους. Η ανάμιξη αυτών των καταστρεπτικών παρορμήσεων με άλλες παρορμήσεις, ερωτικές και ιδεολογικές , διευκόλυνε φυσικά την εκπλήρωσή τους. Ξεκινώντας από το δόγμα των παρορμήσεων, φθάνουμε σε ένα τύπο για να προσδιορίσουμε τους έμμεσους δρόμους της καταπολεμήσεως του πολέμου. Εάν η ροπή προς τον πόλεμο είναι προϊόν της καταστρεπτικής παρορμήσεως, τότε θα πρέπει να ανατρέξουμε για να την καταπολεμήσουμε στην ανταγωνιστική της παρόρμηση: στον έρωτα. Ό,τι προκαλεί συναισθηματικούς δεσμούς στους ανθρώπους, θα πρέπει να ενεργή έναντι του πολέμου.

Και τώρα θα ήθελα να συζητήσω ένα πρόβλημα, το οποίο δεν θίγετε στην επιστολή σας, και το οποίον με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί αγανακτούμε τόσο εναντίον του πολέμου; Γιατί δεν τον βλέπουμε σαν ένα από τους τόσους και αλγεινούς ολέθρους της ζωής; Ο πόλεμος φαίνεται να ταυτίζεται με την φύση, απόλυτα δικαιολογημένα και στην πραγματικότητα να θεωρείται αναπόφευκτος. Μη σας προξενεί φρίκη η ερώτηση. Η απάντηση υπάρχει: γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ζωή του, γιατί ο πόλεμος καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, θέτει τα άτομα υπό ατιμωτικές συνθήκες, τα υποχρεώνει, παρά την θέλησή τους, να σκοτώνουν άλλα άτομα, καταστρέφει πολύτιμες υλικές αξίες, προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας και πολλά άλλα. Επί πλέον ο πόλεμος υπό την σημερινή του μορφή, δεν δίνει καμιά ευκαιρία εκπληρώσεως του παλαιού ηρωικού ιδεώδους, ενώ ο αυριανός πόλεμος λόγω της τελειοποιήσεως των μέσων καταστροφής, θα σημαίνει την εξόντωση του ενός, ή και των δύο, αντιπάλων. Όλα είναι τόσο αληθινά και αδιαφιλονίκητα, που μας εκπλήττει το γεγονός ότι η προσφυγή στον πόλεμο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, βάσει μιας γενικής συμφωνίας της ανθρωπότητας. Από αμνημονεύτων χρόνων, η ανθρωπότητα υποβάλλεται στην διαδικασία του εκπολιτισμού. Σε αυτό οφείλονται όλα τα δεινά μας. Τα αίτια είναι σκοτεινά, η έκβαση αβέβαιη. Ίσως οδηγεί στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους, αφ’ ενός γιατί τρέφει τόσες προκαταλήψεις απέναντι στην σεξουαλική λειτουργία, και αφ’ ετέρου γιατί σήμερα πολλαπλασιάζονται δυσανάλογα οι αμόρφωτες μάζες και τα καθυστερημένα στρώματα του πληθυσμού, εν σχέση με τους μορφωμένους και προοδευμένους.

Ίσως αυτή η διαδικασία να μπορεί να συγκριθεί με την εξημέρωση ορισμένων ζώων. Η οποία αναμφίβολα, επιφέρει φυσικές αλλοιώσεις. Δεν έχουμε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα ότι η εξέλιξη του πολιτισμού είναι μια παρόμοια οργανική διαδικασία. Πότε θα γίνουμε όλοι ειρηνόφιλοι; Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού, δύο φαίνονται τα πιο ασήμαντα: η ενίσχυση της νοήσεως, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί των παρορμήσεων και η ενδοστρέφεια της επιθετικότητας, με όλα τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που επακολουθούν. Όμως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια. Δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική. Για μας τους ειρηνόφιλους ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας.

Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνόφιλοι; Δεν μπορούμε, ή δεν ξέρουμε. Ίσως όμως να μη αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα ότι η επιρροή δύο παραγόντων, ή όλο και πιό πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου, θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον. Με ποιο τρόπο, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Στο μεταξύ, όμως, μπορούμε να πούμε: Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου.

Σάς χαιρετώ εγκάρδια. Και σας ζητώ συγνώμη που οι παρατηρήσεις μου σας απογοήτευσαν.

Δικός σας

ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΥΝΤ



Πηγη:http://www.scribd.com/doc/102698494/%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%95%CE%A3-%CE%A4%CE%A9%CE%9D-%CE%91%CE%AA%CE%9D%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%AA%CE%9D-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%A6%CE%A1%CE%9F%CE%AB%CE%9D%CE%A4

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

«Ἄνθρωπος, αἰώνια ἀσυμφιλίωτος μὲ τὸν θάνατο»

Ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο γεγονός της ζωής μας και όμως το μόνο που δεν αποδεχόμαστε ποτέ. Από τη στιγμή που συνειδητοποιούμε τον εαυτό μας, ξέρουμε ότι μια μέρα θα φύγουμε από αυτόν τον κόσμο, κι όμως η ψυχή μας αντιστέκεται, το είναι μας εξεγείρεται, η καρδιά μας αρνείται να το χωρέσει. Ο άνθρωπος μένει αιώνια ασυμφιλίωτος με τον θάνατο, γιατί βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι δεν πλάστηκε γι’ αυτόν.

Αν ο θάνατος ήταν φυσικός, τότε θα τον δεχόμασταν χωρίς πόνο. Θα ήταν μια απλή συνέχεια της ζωής, ένα αυτονόητο τέλος. Μα δεν είναι έτσι. Κάθε φορά που ακούμε για τον θάνατο, κάτι μέσα μας ραγίζει. Αποστρεφόμαστε να μιλάμε γι’ αυτόν, τον κρύβουμε στα περιθώρια της ύπαρξης, τον αποσιωπούμε από την καθημερινότητα. Κι όμως, όταν έρθει και χτυπήσει την πόρτα μας, όταν μας στερήσει έναν αγαπημένο, τότε καταλαβαίνουμε τη φοβερή του τραγικότητα. Γιατί δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ότι το μοναδικό, ανεπανάληπτο πρόσωπο που αγαπήσαμε, αυτό το συγκεκριμένο βλέμμα, αυτό το χαμόγελο, αυτή η φωνή, δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά. Η καρδιά μας αντιδρά, η ύπαρξή μας επαναστατεί. Κι αυτή η επανάσταση είναι μαρτυρία: ούτε εμείς, ούτε η κτίση ολόκληρη πλαστήκαμε για τον θάνατο.

Ο θάνατος είναι τραύμα, είναι πληγή, είναι ρήξη. Ο Χριστός διαμαρτύρεται γι’ αυτόν και δεν τον αποδέχεται ως μορφή ένωσης με τον Θεό και την αιωνιότητα.

«Από τη διήγηση του θανάτου του Ιησού στο σταυρό επιβεβαιώνεται αυτή η αντίληψη για το απαράδεκτο του θανάτου και δίνεται και η βαθύτερη εξήγηση του. Η κραυγή «Θεέ μου Θεέ μου ίνα τι με εγκατέλειπες» (Ματ. 27,46) αποτελεί την πιο βαθιά εξήγηση της έννοιας του θανάτου στη βίβλο. Είναι το χάσμα, ο χωρισμός μεταξύ θεού και ανθρώπου. Έτσι ένιωσε και βίωσε το θάνατο o Χριστός δεν τον έβλεπε σαν ένωση με το θεό ή με την αιωνιότητα, αλλά σαν χωρισμό.»[1]


Κι όμως, όταν έρθει και χτυπήσει την πόρτα μας, όταν μας στερήσει έναν αγαπημένο, τότε καταλαβαίνουμε τη φοβερή του τραγικότητα. Γιατί δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ότι το μοναδικό, ανεπανάληπτο πρόσωπο που αγαπήσαμε, αυτό το συγκεκριμένο βλέμμα, αυτό το χαμόγελο, αυτή η φωνή, δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά. Η καρδιά μας αντιδρά, η ύπαρξή μας επαναστατεί. Κι αυτή η επανάσταση είναι μαρτυρία: ούτε εμείς, ούτε η κτίση ολόκληρη πλαστήκαμε για τον θάνατο.

Κι εδώ φαίνεται η βαθιά διαφορά του Χριστού από τον Σωκράτη. Ο Σωκράτης δέχθηκε την αναγγελία του θανάτου με γαλήνη, σχεδόν με χαρά, θεωρώντας τον φυσικό πέρασμα της ψυχής στο φυσικό της χώρο και τόπο. Ο Χριστός όμως, στη Γεθσημανή, αγωνιά, φοβάται, λυπάται, ιδρώνει «ὡσεὶ θρόμβους αἵματος». Δεν δέχεται τον θάνατο ως φίλο ή λύτρωση, αλλά τον βλέπει ως εχθρό. Για τον Χριστό ο θάνατος είναι κάτι ξένο προς την αρχική δημιουργία και το σχέδιο του Θεού. Δεν είναι δρόμος του Θεού, αλλά η τραγική παραμόρφωση της ζωής. Γι’ αυτό κι ο Απόστολος Παύλος θα τον ονομάσει ξεκάθαρα εχθρό του ανθρώπου: «ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος» (Α΄ Κορ. 15,26). Η στάση αυτή δείχνει ότι η χριστιανική πίστη δεν εξιδανικεύει τον θάνατο αλλά τον θεωρεί εχθρό που όμως νικήθηκε από την Ανάσταση. Η πληγή αυτή του θανάτου δεν θεραπεύεται με ηθικολογίες, με εύκολες απαντήσεις ή ωραία λογύδρια. Όποιος ισχυρίζεται ότι έχει έτοιμες απαντήσεις για το μυστήριο του θανάτου ενοχοποιώντας τα ανθρώπινα δάκρυα, το πένθος ή τον πόνο, είναι επικίνδυνος, γιατί σίγουρα δεν έχει γευθεί την εμπειρία του Ζωντανού Θεού. Ο πόνος του θανάτου δεν «ξεπερνιέται» μέσα από νοητικές κατανοήσεις η ψυχικές ψευδοπαρηγοριές. Ο θάνατος είναι απειλή του μηδενός, ρήξη με το φως και τη ζωή. Δεν είναι απλά ένα θέμα ψυχολογικής διαχείρισης αλλά μια υπαρξιακή και οντολογική κραυγή που ζητάει νόημα και διέξοδο φωτός.

Γι’ αυτό και στην ορθόδοξη θεολογία δεν σωζόμαστε από μια σπουδαία ιδέα αλλά από ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που δεν μας λέει κάτι αλλά κάνει κάτι για εμάς. Θυσιάζεται, μας αγαπάει, κι αυτή η απόλυτη μοναδική και δημιουργική Του αγάπη μας σώζει από τον Θάνατο. Από το θάνατο σωζόμαστε γιατί κάποιος μας αγάπησε.

Ο Χριστός δεν εξαφανίζει τον θάνατο, αλλά τον μεταμορφώνει. Δεν τον ξεπερνάει αλλά τον μεταβάλει. Τον μεταποιεί από προορισμό σε πέρασμα ζωής για τον άνθρωπο.

Ο θάνατος δεν παύει να είναι πληγή αλλά ο Χριστός τον μετατρέπει σε πηγή ζωής. Όπως σημειώνει ο Χρήστος Γιανναράς: «Η Ανάσταση είναι χαρά και γιορτή, πανήγυρις πανηγύρεων, επειδή είναι ελπίδα, όχι βεβαιότητα. Και η ελπίδα μεταγγίζει γνώση που ελευθερώνει».[2] Δεν πρόκειται για ψυχολογική παρηγοριά, είναι η βεβαίωση ότι ο θάνατος μεταμορφώθηκε σε πέρασμα, ότι το μηδέν δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η Ανάσταση ανοίγει προοπτική αιώνιας ζωής, φανερώνει ότι το φως δεν δύει και ότι το πρόσωπο δεν εκμηδενίζεται. Η εμπειρία του θανάτου παραμένει τραυματική, ο πόνος δεν εξαφανίζεται. Αλλά μέσα στο σώμα της Εκκλησίας ο θρήνος μετατρέπεται σε προσμονή, το μνήμα γίνεται πύλη, ο θάνατος μεταμορφώνεται σε ανάσταση. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το άνοιγμα του ορίζοντα εκεί όπου η απουσία γίνεται παρουσία, εκεί όπου η απελπισία γεννά ελπίδα.


Γι’ αυτό και στην ορθόδοξη θεολογία δεν σωζόμαστε από μια σπουδαία ιδέα αλλά από ένα πρόσωπο. Ένα πρόσωπο που δεν μας λέει κάτι αλλά κάνει κάτι για εμάς. Θυσιάζεται, μας αγαπάει, κι αυτή η απόλυτη μοναδική και δημιουργική Του αγάπη μας σώζει από τον Θάνατο. Από το θάνατο σωζόμαστε γιατί κάποιος μας αγάπησε.

Η εποχή μας φοβάται τον θάνατο και ταυτόχρονα τον εξορίζει από τη συνείδηση. Σπάνια πια συζητούμε γι’ αυτόν, τον κρύβουμε σε νοσοκομεία, τον αποσιωπούμε από το καθημερινό λεξιλόγιο. Και την ίδια στιγμή ξοδεύουμε αμέτρητη ενέργεια για να κατασκευάσουμε εικόνες που υπόσχονται μια φευγαλέα «αθανασία». Το προφίλ μας στο διαδίκτυο, οι φωτογραφίες, τα ψηφιακά αρχεία λειτουργούν σαν απόπειρες να ξορκίσουμε τον θάνατο. Μα αυτό που διατηρείται είναι μόνο το είδωλο, όχι το πρόσωπο. Και όσο περισσότερο ζούμε μέσα από μάσκες, τόσο περισσότερο πεθαίνουμε ως πρόσωπα.

Ο άνθρωπος δεν αντέχει να πεθαίνει χωρίς νόημα. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ελπίδα του Ευαγγελίου: ο Χριστός, με τον Σταυρό και την Ανάστασή Του, αποκάλυψε ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά το πέρασμα. Είναι η πύλη προς μια ζωή όπου το πρόσωπο δεν σβήνει, αλλά αναδεικνύεται στην πληρότητά του. Η σχέση με τον Θεό, θεμελιωμένη στην αγάπη, είναι η μόνη πραγματική απάντηση στον φόβο του θανάτου. Όποιος αγαπά αληθινά τον Θεό και τον άνθρωπο, την κτίση και την ζωή, δεν πεθαίνει ποτέ ως πρόσωπο, ακόμη κι όταν το σώμα του φθείρεται, η μνήμη αυτής της σχέσης παραμένει, και αυτή η μνήμη δεν είναι ψυχολογική ανάμνηση αλλά αιώνια παρουσία μέσα στον Φως του προσώπου Του Θεού. Γι’ αυτό ο χριστιανός δεν αρνείται τον πόνο, δεν εξιδανικεύει τον θάνατο, δεν τον παρουσιάζει σαν «φυσικό».


Η σχέση με τον Θεό, θεμελιωμένη στην αγάπη, είναι η μόνη πραγματική απάντηση στον φόβο του θανάτου. Όποιος αγαπά αληθινά τον Θεό και τον άνθρωπο, την κτίση και την ζωή, δεν πεθαίνει ποτέ ως πρόσωπο, ακόμη κι όταν το σώμα του φθείρεται, η μνήμη αυτής της σχέσης παραμένει, και αυτή η μνήμη δεν είναι ψυχολογική ανάμνηση αλλά αιώνια παρουσία μέσα στον Φως του προσώπου Του Θεού.

Τον κοιτά κατάματα, θρηνεί, δακρύζει, όπως ο Χριστός δάκρυσε στον τάφο του Λαζάρου. Αλλά μέσα στα δάκρυα ακούει και την υπόσχεση: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καν ἀποθάνῃ, ζήσεται» (Ἰω. 11,25). Και αυτή η υπόσχεση μεταμορφώνει τον θάνατο σε πέρασμα, σε αναμονή της αιώνιας σχέσης και κοινωνίας. Ο άνθρωπος θα παραμένει αιώνια ασυμφιλίωτος με τον θάνατο, διότι δεν πλάστηκε γι’ αυτόν αλλά για τον Θεό. Δεν δημιουργήθηκαν τα μάτια μας για να κλείσουν, ούτε οι καρδιές μας για να σβήσουν, ούτε η αγάπη για να αφανιστεί.

Πλαστήκαμε για την αιώνια κοινωνία της αγάπης με τον Θεό, και μόνον εκεί βρίσκει η ύπαρξή μας την αληθινή της ανάπαυση και πληρότητα.

[1] Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα «Ελευθερία και ύπαρξη» σελ .111 εκδόσεις Δόμος

[2] Χρ. Γιανναράς, «Ανάσταση: πανήγυρις πανηγύρεων», voria.gr.

Ο πρωτοπρεσβύτερος Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος είναι θεολόγος - συγγραφέας και εφημέριος στην ενορία της Αγίας Ειρήνης Πύργου Μονοφατσίου της Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας στην Κρήτη.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Στρίβειν δια του αρραβώνος; Η ιεραποστολή, τα Θρησκευτικά και το σύστημα

Στις μέρες μας (εδώ και 10-15 χρόνια) εκδηλώνεται στη χώρα μας μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Ιεραποστολή. Την αναζωπύρωση αυτή εντούτοις χρειάζεται να την ακτινογραφήσουμε, διότι σε αυτήν εγγράφονται τάσεις και αντιφάσεις που χρειάζεται να τις λογαριάσουμε.

Από τη μια είναι υπέροχο το ότι αυξήθηκαν στον θεολογικό χώρο πυρήνες και άνθρωποι οι οποίοι κοπιάζουν για το αντικείμενο της Ιεραποστολής, για την έρευνα και για την διδασκαλία του (κάμποσοι από τους ανθρώπους αυτούς βρίσκονται εδώ σήμερα, και αυτό είναι χαρά μεγάλη).

Από την άλλη όμως, στον ευρύτερο εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο, υπάρχει μια αναζωπύρωση που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της στοχαστικής ματιάς. Ενισχύεται ο ελληνοκεντρισμός και ο πατερναλισμός, μέχρι και κάποιες «ιεραποστολικές» συμπεριφορές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριφορές οι οποίες στην πραγματικότητα εξευτελίζουν τους ιθαγενείς – όχι με κάποιον γκροτέσκο ρατσιστικό λόγο (τέτοιος λόγος δεν εμφανίζεται πλέον), αλλά μέσω κεφαλοκλειδωμάτων τα οποία γίνονται με αγκαλιές και ευεργεσίες. Αυτού του είδους η αναζωπύρωση τρέφεται από τα ξυλοκέρατα θριαμβολογικών αφηγήσεων, από έκσταση για εξάπλωση του βυζαντινισμού και συχνά… από καπατσοσύνη για χρηματικές ροές. Και πώς δένουν όλα αυτά; Με ομερτά απέναντι σε ανοιχτά θεολογικά ερωτήματα και σε χρόνια ζητήματα. Πώς λέμε, στρίβειν δια του αρραβώνος…;

Θα αναφέρω ενδεικτικά τέσσερα πεδία όπου χρειαζόμαστε μελέτες και κόπους. Τα πεδία αυτά αφορούν την συνάντησή μας με ολότελα άλλους πολιτισμούς, αλλά (τηρουμένων των αναλογιών) αφορούν και την συνάντηση του θεολόγου με τους εφήβους στην ελλαδική πραγματικότητα, όπου πλέον οι νεότερες γενιές βιώνουν εν πολλοίς διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα από προηγούμενες γενιές και από όσα έχουν αποκρυσταλλωθεί ως μορφές στην εκκλησιαστική γλώσσα και τις δομές. Χρειαζόμαστε λοιπόν μελέτες και κόπουςγια την λειτουργική ζωή των νεόφυτων, συνυφασμένη με τα πολιτισμικά και γεωγραφικά τους δεδομένα,
για το μπόλιασμα της εκκλησιαστικής τέχνης με την προίκα των άλλων πολιτισμών,
για την διατύπωση της παραδεδομένης πίστης (του δόγματος) και με τα εννοιολογικά εργαλεία άλλων πολιτισμών, οι οποίοι δεν σκέφτονται με οντολογικές έννοιες («ουσία», «υπόσταση», «πρόσωπο», όπως εμείς – και γενικά όπως η δυτική σκέψη και το Ισλάμ), αλλά σκέφτονται με εικόνες και παραστάσεις. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τον πελώριο κινέζικο πολιτισμό.
για το τι κομίζει όχι μόνο ο ιεραπόστολος στον άλλον λαό, αλλά και αυτός ο άλλος λαός στην οικουμενική Εκκλησία. Πώς δηλαδή αυτός που δέχεται τον ευαγγελισμό δεν είναι άδειο δοχείο για γέμισμα, αλλά ήδη διαθέτει δικό του πλούτο, ο οποίος θα εμπλουτίσει και μας, αν υποψιαστούμε ότι οι ιθαγενείς δεν έχουν μόνο αυτιά, αλλά έχουν και στόμα… Εννοώ στόμα για να μιλάνε, κι όχι μονάχα για να πιπιλάνε φιλάνθρωπες καραμέλες.


Από την άλλη όμως, στον ευρύτερο εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο, υπάρχει μια αναζωπύρωση που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της στοχαστικής ματιάς. Ενισχύεται ο ελληνοκεντρισμός και ο πατερναλισμός, μέχρι και κάποιες «ιεραποστολικές» συμπεριφορές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριφορές οι οποίες στην πραγματικότητα εξευτελίζουν τους ιθαγενείς – όχι με κάποιον γκροτέσκο ρατσιστικό λόγο (τέτοιος λόγος δεν εμφανίζεται πλέον), αλλά μέσω κεφαλοκλειδωμάτων τα οποία γίνονται με αγκαλιές και ευεργεσίες.

Γνωρίζω ότι το καθένα από αυτά απαιτεί ιδιαίτερη συζήτηση, και μακάρι να το μπορέσουμε. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο να τα έχουμε προ οφθαλμών – ώστε μη στρίβειν δια του αρραβώνος…

Σχηματικά μιλώντας, θα έλεγα ότι τρεις είναι οι θέσεις για το τι εστί και (συνακόλουθα) τι ρόλο έχει η ιεραποστολή. Και τις τρεις θέσεις τις συναντάμε αδιάκοπα, και στον θεολογικό χώρο, και στην ευρεία κοινωνία και, φυσικά, στον χώρο του σχολείου.

Άποψη πρώτη: Η ιεραποστολή είναι πράγμα κακό, διότι είτε με το στανιό είτε με χαϊδολόγημα αποτελεί πολιτισμικό ιμπεριαλισμό και αλλοιώνει την ταυτότητα του άλλου. Συνεπώς, η ιεραποστολή απορρίπτεται συλλήβδην. Η άποψη αυτή υπάρχει σε μη-χριστιανικούς κύκλους, όμως υπάρχει και παραϋπάρχει και σε χριστιανικούς. Καλώς δονείται από αγανάκτηση κατά της αποικιοκρατίας, ωστόσο μένει απελπιστικά ακατέργαστη, και ως εκ τούτου είναι σαρωτική. Και σχετίζεται με το διαβόητο αίσθημα ενοχής (the guilt feeling) του δυτικού ανθρώπου για την αποικιοκρατική ιεραποστολή των νεώτερων χρόνων. Αυτό το αίσθημα ενοχής έχει οδηγήσει σε κάτι πολύ θετικό και σε κάτι πολύ αρνητικό:

Το θετικό είναι ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτάχυνε στην δυτική χριστιανοσύνη την σπουδαία, αξιοθαύμαστη αυτοκριτική και τον ριζικό αναστοχασμό της ιεραποστολής, με την ανάπτυξη πάρα πολύ σημαντικής σκέψης – για την οποία βέβαια, στην πλειονότητά του, ο καθ’ ημάς εκκλησιαστικός και ακαδημαϊκός ναρκισσισμός έχει μαύρα μεσάνυχτα.

Το αρνητικό είναι ότι με την ουσιοκρατική απόρριψη κάθε έννοιας ιεραποστολής, κάποιοι χριστιανοί δημιουργούν την χίμαιρα ενός χριστιανισμού ο οποίος στην πραγματικότητα τίποτα δικό του δεν έχει να κομίσει, και δεν αντέχει το φορτίο της ίδιας του της πίστης.

Η άποψη που αφθονεί στον θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο λέει ότι η Εκκλησία έχει ιεραποστολή, η οποία ιεραποστολή είναι γέννημα, προϊόν του εαυτού της Εκκλησίας. Δηλαδή (στην οπτική αυτή) πρώτα υπάρχει ο εαυτός της Εκκλησίας, και κατόπιν αυτός παράγει διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την Ιεραποστολή. Αυτή η (θετική, ας πούμε) προσέγγιση έχει, κατά τη γνώμη μου, το εξής πρόβλημα: Δεν θεωρεί την ιεραποστολή δομικό, συστατικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, αλλά κάτι παρεπόμενο του εκκλησιαστικού εαυτού. Όμως κάτι παρεπόμενο, καλό είναι αν υπάρχει, αλλά δεν έσταξε και η ουρά του γαϊδάρου αν δεν υπάρχει.

Άποψη τρίτη, την οποία και συμμερίζομαι: Η Εκκλησία όχι μόνο «έχει», αλλά, πολύ περισσότερο, «είναι» ιεραποστολή. Ο ίδιος της ο εαυτός είναι γεγονός ιεραποστολής, απλούστατα διότι η Εκκλησία δεν είναι το τέρμα, δεν είναι η Βασιλεία. Είναι η πρόγευση, ο διάκονος, το «σημείον» της Βασιλείας. Εκ φύσεως απευθύνεται παντού, χωρίς χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Ακόμα και η θεία Ευχαριστία, όπου χτυπά η καρδιά της Εκκλησίας, δεν είναι μόνο πηγή ιεραποστολής. Η ίδια η Ευχαριστία πηγάζει από ιεραποστολικό γεγονός, δηλαδή από την πρωτοβουλία του Θεού και την ανταπόκριση του ανθρώπου, δηλαδή από την μεταξύ τους σύναψη Διαθήκης. Και γι’ αυτό στη θεία Λειτουργία η ομολογία της πίστης προηγείται της τέλεσης της Ευχαριστίας.

Όντας λοιπόν δομικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, τι είναι η ιεραποστολή;

Είναι η κίνηση για συνάντηση του Ευαγγελίου με τον άλλον, με κάθε τρόπο (και με λόγο και με πράξη, ακόμα και με σιωπή), παντού και πάντα. Είναι η μαρτυρία η οποία συνιστά διάσχιση συνόρων (συνόρων υπό οιαδήποτε έννοια). Οτιδήποτε στην εκκλησιαστική ζωή δεν είναι διάσχιση συνόρων, δεν είναι ιεραποστολή. Προς τούτο δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε απλώς τους δογματικούς ορισμούς της Εκκλησίας ή να τελούμε απλώς τα της θείας λατρείας. Χρειαζόμαστε τον ιεραποστολικό στοχασμό, δηλαδή χρειαζόμαστε εκείνη την θεολογική δουλειά, η οποία αφορά ειδικά την έξοδο της Εκκλησίας και συγκεκριμένα τη συνάντηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κάθε ανθρώπινης συνάφειας. Χωρίς την ιδιαίτερη, ιεραποστολική θεολόγηση, θα έχουμε την αυτοαναίρεση μιας Εκκλησίας η οποία θα μιλά με δογματική ακρίβεια για την Πεντηκοστή, και θα τελεί με ακρίβεια την συγκλονιστική Ακολουθία της Πεντηκοστής, αλλά δεν θα είναι γεγονός Πεντηκοστής. Θα είναι μια Εκκλησία που την Μεγάλη Είσοδο την έχει μόνο ως τελετουργία, και δεν την πράττει – δεν την ζει στη ζωή. Θυμίζω ότι Μεγάλη Είσοδος είναι η πράξη της εισόδευσης του κόσμου στην Εκκλησία, πράξη που εμπεριέχει την έξοδο στα χωράφια του κόσμου, την πρόσληψή του και κατόπιν την εισόδευσή του στην Λειτουργία. ως άρτου και οίνου, για να διαχυθεί κατόπιν στον κόσμο ως νέα πρόταση ζωής.


Άποψη τρίτη, την οποία και συμμερίζομαι: Η Εκκλησία όχι μόνο «έχει», αλλά, πολύ περισσότερο, «είναι» ιεραποστολή. Ο ίδιος της ο εαυτός είναι γεγονός ιεραποστολής, απλούστατα διότι η Εκκλησία δεν είναι το τέρμα, δεν είναι η Βασιλεία. Είναι η πρόγευση, ο διάκονος, το «σημείον» της Βασιλείας. Εκ φύσεως απευθύνεται παντού, χωρίς χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Ακόμα και η θεία Ευχαριστία, όπου χτυπά η καρδιά της Εκκλησίας, δεν είναι μόνο πηγή ιεραποστολής.

Την αποστολή της η Εκκλησία την επιτελεί τόσο με ρηματική μαρτυρία, όσο και μεταφέροντας / διαχέοντας την αγάπη του Τριαδικού Θεού και έρχεται σε ρήξη με τις δυνάμεις της κοινωνικής αδικίας, της υποτέλειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι ρήξη χάριν των εικόνων του Χριστού, δηλαδή χάριν όλων απολύτως των ανθρώπων, και όχι συντεχνιακή δράση μόνο για τα μέλη της ή marketing για καμάκωμα νέων μελών. Η ρήξη με την κοινωνική αδικία είναι «σημείον» της Βασιλείας: φέρνει το φως των εσχάτων στο σήμερα και μαρτυρά τι λογής είναι η μέλλουσα Βασιλεία της αγάπης του Τριαδικού Θεού.

Είπα ότι ιεραποστολή είναι η διάσχιση συνόρων. Αυτό σημαίνει, το Ευαγγέλιο να συναντά τον άνθρωπο μέσα στη συγκεκριμένη χρονική, πολιτισμική, κοινωνική και τοπική συνάφειά του. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου συνάφειες. Όχι μόνο πολιτισμούς υπό την γενική και αφηρημένη εννόησή τους (πχ γαλλικός πολιτισμός, νιγηριανός πολιτισμός, κορεάτικος πολιτισμός), σαν οι πολιτισμοί να είναι στατικές ουσίες. Κάθε πολιτισμός αναπλάθεται μέσα στον χρόνο, ζει διαδικασίες ανταλλαγών με άλλους πολιτισμούς και κανένας δεν είναι συμπαγής. Όλοι συντίθενται από υπο-πολιτισμούς, από ελίτ και από ευάλωτους, από δυνάμεις της ζωής και από δυνάμεις του θανάτου και του άδικου. Επιπλέον ζούμε την εμφάνιση νέων, υβριδικών πολιτισμικών μορφών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δηλαδή και μέσα στον πολιτισμό της καθημερινότητάς μας – τον σύγχρονο δυτικό. Το ζητούμενο λοιπόν είναι, πώς τα ζωηφόρα δεδομένα κάθε συνάφειας θα γίνουν αποκαλυπτικό υλικό, δηλαδή νέα σάρκα του Χριστού.

Και προσοχή: Ιεραποστολή δεν είναι «η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού» – τελεία. Είναι η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού με τον τρόπο του Χριστού. Δηλαδή με την κένωση. Κήρυξη του ευαγγελίου χωρίς τον τρόπο του Χριστού γίνεται κήρυγμα αντί-χριστου. Αν μία Καινή Διαθήκη την χειριστούμε όπως ένα τούβλο, τότε ανοίγουμε κεφάλια.

Με αυτά φτάνουμε σε κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο.

Η αποστολή της Εκκλησίας καλείται να είναι συνέργεια στην ιεραποστολή του όντως ιεραποστόλου, του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι και η ίδια η Εκκλησία καλείται να μαθητεύει (ενεστώτας διαρκείας) στον Χριστό. Ο ζωντανός Θεός εργάζεται ακατάπαυστα για τη σωτηρία του σύμπαντος, με τρόπους φανερούς και με τρόπους αθέατους και (πολύ βασικό) με τρόπους που εκπλήσσουν. Είναι παρών και δρα πάντα και παντού: και μέσα στην Εκκλησία του, και πέρα από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας του. Τα κανονικά όρια της Εκκλησίας δεν είναι όρια του Θεού. Ο Θεός προσκαλεί και δέχεται στη Βασιλεία του (στην έσχατη προκοπή του σύμπαντος) όλους τους ανθρώπους, ακόμα και ανθρώπους που δεν θα γίνουν ποτέ –με τον τρόπο που εμείς γνωρίζουμε– μέλη της Εκκλησίας του (η περίπτωση των αβάπτιστων αγίων είναι ενδεικτική). Η Εκκλησία δηλαδή δεν εγκιβωτίζει τον Κύριό της, αλλά καλείται να είναι η διακόνισσά του και η δειγματική φανέρωση της Βασιλείας του.


Ο ζωντανός Θεός καλώντας τον άνθρωπο στην αγάπη Του, τον καλεί αποφασιστικά σε μεταστροφή. Ακόμα και στις μυστικές περιπτώσεις εκτός θεσμικής Εκκλησίας (όπως οι περιπτώσεις του σπερματικού Λόγου), το κλειδί είναι η ανταπόκριση, η μεταστροφή του ανθρώπου σε αυτό που σπέρνει ο Θεός. Η δυνατότητα μεταστροφής είναι κορυφαία δυνατότητα του ανθρώπου, δίχως την οποία ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Σημαίνει την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου προσωπικά, να επιλέγει ο ίδιος τον προσανατολισμό του, να εγκολπώνεται το νόημα εκείνο που πείθει την ύπαρξή του, να απορρίπτει ό,τι δεν την πείθει, και εν τέλει να αλλάζει ο ίδιος και να αναπροσανατολίζει και τον πολιτισμό του.

Περνώ στο τελευταίο μέρος, για το πλαίσιο της διδακτικής πράξης στο εκπαιδευτικό σύστημα:

Μάθημα για την αποστολή της Εκκλησίας ή μαθήματα διαποτισμένα από την αποστολή της Εκκλησίας οφείλουν εξ αντικειμένου να παρουσιάσουν την πρόταση και πρόσκληση που κομίζει η χριστιανική πίστη. Αυτό μπορεί να ξενίζει ανθρώπους οι οποίοι ακούγοντας «πρόταση» και «πρόσκληση» καταλαβαίνουν προπαγάνδα και κατηχητικό στρατωνισμό. Χρειάζεται λοιπόν και μια έξτρα δουλειά για την νομιμοποιητική βάση αυτών των μαθημάτων σε ένα σχολείο για όλους (το οποίο σχολείο για όλους συνεχίζουμε και υπερασπιζόμαστε, ακόμα κι αν τα πράγματα δεν πάνε προς αυτή την κατεύθυνση).

Πρώτα απ’ όλα, χριστιανοί και μη-χριστιανοί να είμαστε ξεκάθαροι: Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ερμηνείας και νοηματοδότησης του ανθρωπίνου βίου (δηλαδή καμία ηθική, καμία πολιτική, καμία θρησκεία, καμία φιλοσοφία) η οποία δεν εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση – ακόμα και υπαρξιακή δόνηση από αυτή την πρόσκληση και πρόταση. Και απλό ρεπορτάζ να κάνουμε για την Αντιγόνη, αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την Αντιγόνη: πρόταση και πρόσκληση και δόνηση. Ακόμα και το ουδετερόθρησκο κράτος, επιλογή αποτελεί: εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση. Κατάφαση κάποιων αξόνων, άρνηση άλλων αξόνων.

Λέω λοιπόν το εξής: Η ιεραποστολή εδράζεται σε μια πανίσχυρη ανθρωπολογική σπουδαιότητα, την οποία πρέπει να κατανοήσουν όλοι. Όχι όλοι να αποδεχτούν ντε και καλά την άποψη του Χριστιανισμού, αλλά όλοι να κατανοήσουν την πανανθρώπινη ανθρωπολογική βάση της: Η ιεραποστολή συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της μεταστροφής. Ο ζωντανός Θεός καλώντας τον άνθρωπο στην αγάπη Του, τον καλεί αποφασιστικά σε μεταστροφή. Ακόμα και στις μυστικές περιπτώσεις εκτός θεσμικής Εκκλησίας (όπως οι περιπτώσεις του σπερματικού Λόγου), το κλειδί είναι η ανταπόκριση, η μεταστροφή του ανθρώπου σε αυτό που σπέρνει ο Θεός. Η δυνατότητα μεταστροφής είναι κορυφαία δυνατότητα του ανθρώπου, δίχως την οποία ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Σημαίνει την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου προσωπικά, να επιλέγει ο ίδιος τον προσανατολισμό του, να εγκολπώνεται το νόημα εκείνο που πείθει την ύπαρξή του, να απορρίπτει ό,τι δεν την πείθει, και εν τέλει να αλλάζει ο ίδιος και να αναπροσανατολίζει και τον πολιτισμό του. Με άλλα λόγια η ιεραποστολή υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε αντικείμενα καθηλωμένα εκεί όπου η τυχαιότητα μας έριξε, αλλά είμαστε, όπως λέει ο Τέρυ Ήγκλετον, «πηλός στα ίδια μας τα χέρια».

Οπότε, αν όντως κατανοούμε τον ιεραποστολικό εαυτό του Χριστιανισμού, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε τραγικά δημοφιλείς διατυπώσεις όπως «Η Ορθόδοξη πίστη βρίσκεται στο DNA του λαού μας… Η απόδοση της θρησκευτικής ταυτότητας στο DNA (του όποιου λαού), άρα η θεώρηση της θρησκευτικής ταυτότητας ως στοιχείου ανεπίλεκτου, όπως τα βιολογικά μας δεδομένα, αποτελούν ριζική άρνηση του χριστιανικού Ευαγγελίου, το οποίο ζητά από κάθε άνθρωπο προσωπική, ελεύθερη και ολόκαρδη αποδοχή.

Εν τέλει, το κάλεσμα ο άνθρωπος να εγκολπώνεται ή να απορρίπτει υπεύθυνα, αφορά ακριβώς ό,τι μισούν όλα τα συστήματα χειραγώγησης του ανθρώπου, θρησκευτικά και πολιτικά: Αφορά την κριτική ματιά «εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου».

Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομότιτλης εισήγησης του συγγραφέα (5-9-2025) στην 8η Πανελλήνια Συνάντηση του Πανελληνίου Θεολογικού Συλλόγου «Καιρός» με γενικό θέμα “H Ιεραποστολή της εκκλησίας και η αποστολή του σχολείου σε διάλογο. Μαρτυρία χτες και σήμερα”, 5-7 Σεπτεμβρίου 2025, Ελληνογαλλική σχολή Ουρσουλίνων, Νέο Ψυχικό, Αθήνα.

Η ελευθερία του ανθρώπου στις επιλογές του και στις πράξεις του

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο αριστούργημά του “Αδελφοί Καραμαζώφ” μας μεταφέρει στη Σεβίλλη της Ισπανίας του 15ου αιώνα. Η Ιερά Εξέταση έχει φέρει στην πυρά ανθρώπους που καταδίκασε ως αιρετικούς. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι παρών, μαζί με την αριστοκρατία
της πόλης.
 Ξαφνικά ο κόσμος αναταράζεται, φωνάζει, δοξολογεί. Ο Χριστός έχει εμφανιστεί ξανά και βαδίζει μέσα στο πλήθος. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του και διατάζει τη
σύλληψή του. Με “εκκλησιαστική”, λοιπόν, διαταγή, ο Χριστός κλείνεται στη φυλακή. Αργότερα, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής τον επισκέπτεται και του μιλάει. Τον κατηγορεί και του αναγγέλλει την εκτέλεσή του. Ο Χριστός μένει σιωπηλός. Ό,τι ακούγεται μέσα στο κελί, είναι ο μονόλογος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: υπενθυμίζει στον κρατούμενο τον πρώτο από τους τρεις πειρασμούς-ερωτήσεις που είχε υποβάλει κάποτε ο διάβολος στον Χριστό στην έρημο, λίγο πριν αυτός ξεκινήσει το δημόσιο έργο του. Ο διάβολος είχε ζητήσει από τον Χριστό να αποδείξει ότι είναι Υιός του Θεού μετατρέποντας τις πέτρες σε ψωμιά. Ο Χριστός αρνήθηκε να κάνει ένα τέτοιο, “καθ’ υπαγόρευσιν” θαύμα (Ματθ. 4:
1-4). 
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, λοιπόν, λέει: «Θυμήσου την πρώτη ερώτηση, την έννοιά της, αν όχι ακριβώς τα λόγια: Θέλεις να πας στον κόσμο με αδειανά χέρια κηρύσσοντας στους ανθρώπους μια ελευθερία που η φυσική τους βλακεία και η φυσική τους προστυχιά δεν τους αφήνουν να την καταλάβουν, μια ελευθερία που τους φοβίζει, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει τίποτε πιο ανυπόφορο απ’ αυτή για τον άνθρωπο και την κοινωνία;
Βλέπεις αυτές τις πέτρες της άγονης ερήμου; Κάνε τες ψωμιά και οι άνθρωποι θα τρέξουν πίσω σου μ’ ευγνωμοσύνη, σαν υπάκουο κοπάδι, τρέμοντας μήπως πάρεις το χέρι σου και δεν έχουν πια
ψωμί. Εσύ όμως δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία και αρνήθηκες, κρίνοντας πως είναι ασυμβίβαστη με την υπακοή που εξαγοράζεται με ψωμιά... Επαύξησες την ανθρώπινη
ελευθερία, αντί να την περιορίσεις και επέβαλες έτσι για πάντα στον ηθικό άνθρωπο τα μαρτύρια αυτής της ελευθερίας. Ήθελες να σ’ αγαπούν ελεύθερα, να σε ακολουθούν οι άνθρωποι με τη θέλησή τους, καταγοητευμένοι... 
Δεν κατέβηκες απ’ τον σταυρό όταν σε κορόιδευαν και σου φώναζαν ειρωνικά: ‘Κατέβα απ’ το
σταυρό για να σε πιστέψουμε’. Δεν το ’κανες, γιατί δεν ήθελες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ’ ένα θαύμα. Ήθελες μια πίστη ελεύθερη και όχι υπαγορευμένη από το θαύμα. Χρειαζόσουνα την
ελεύθερη αγάπη και όχι τη δουλική έξαρση ενός τρομοκρατημένου σκλάβου... Δε σε φοβάμαι καθόλου. Κι εγώ πήγα στην έρημο, κι εγώ έζησα με ρίζες και ακρίδες, κι εγώ μακάρισα την ελευθερία που χάρισες στους ανθρώπους... Αλλά συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω μια υπόθεση παράλογη. Γύρισα πίσω κι ενώθηκα με εκείνους που διόρθωσαν το έργο σου... 
Σ’ το ξαναλέω, αύριο, μ’ ένα νόημά μου, θα ιδείς αυτό το πειθήνιο κοπάδι να φέρνει αναμμένα κάρβουνα στη φωτιά όπου θα σε ρίξω, γιατί ήρθες να εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν υπάρχει κάποιος που του αξίζει πιο πολύ απ’ όλους να καεί, αυτός είσαι εσύ.
 Αύριο θα σε κάψω. Τελείωσα”.
Φ. Ντοστογιέφσκι. Αδελφοί Καραμαζώφ (μτφρ. Σ. Π.), Σύγχρονες Εκδόσεις, σελ. 220-229.

Εδώ ο Ντοστογιέφσκι κάνει κάτι πολύ περισσότερο από τη συγγραφή μιας έκθεσης ιδεών. Κάνει ανατομία στην άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης και δείχνει ότι για το Χριστιανισμό η ελευθερία είναι ένα κατόρθωμα - όχι κάτι δεδομένο.

α. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής μέμφεται το Χριστό ότι δε βάσισε το έργο του στο θαύμα. Είναι γεγονός ότι τα Ευαγγέλια προτιμούν να ονομάζουν τα έργα του Χριστού “δυνάμεις” ή (περισσότερο) “σημεία”, όχι όμως “θαύματα”. Αυτό δεν είναι τυχαίο. “Θαύμα” είναι κάτι που προξενεί θαυμασμό, θάμπωμα· είναι κάτι που εντυπωσιάζει τον άνθρωπο και τον μετατρέπει σε άβουλο και παθητικό θεατή. Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικά τα θαύματα των Ευαγγελίων, θα δούμε ότι ο Χριστός πρώτα ζητούσε την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου και κατόπιν ενεργούσε. Ο Χριστός δεν επιδιώκει την υποταγή του ανθρώπου, αλλά την αγάπη του. Ενεργεί σαν κάποιον που κουβαλάει φως και μπαίνει σ’ ένα σκοτεινό σπίτι, αν και όταν ο ένοικος του ανοίξει την πόρτα του.
Γι’ αυτό τα ευαγγέλια μιλούν για “σημεία”. “Σημείον” σημαίνει συγκεκριμένος χώρος (π.χ. η ζωή ενός πιστού ανθρώπου), όπου συμβαίνει σε περιορισμένη κλίμακα εδώ και τώρα ό,τι θα συμβεί καθολικά και
οριστικά στη Βασιλεία (κατάργηση της φθοράς, του θανάτου κ.ο.κ.).

β. Αν αφαιρεθεί από τον άνθρωπο η ελευθερία επιλογής, τότε αυτό που απομένει δεν είναι άνθρωπος. Η πιο αντίθετη προς τον Χριστιανισμό επιθυμία θα ήταν να καταστήσει ο Θεός τον άνθρωπο ανίκανο
να αμαρτήσει! Έτσι λοιπόν και ο Χριστός αρνείται να κατεβεί από τον σταυρό όταν οι Φαρισαίοι τον προκαλούν να το κάνει για να αποδείξει ότι είναι γιος του Θεού. Γιατί αν αποδεχόταν την πρόκληση και κατέβαινε, τότε οι Φαρισαίοι θα ήταν αναγκασμένοι να τον αποδεχτούν, δίχως όμως να τον αγαπούν.

γ. Ο Θεός, λοιπόν, δεν απευθύνεται στον άνθρωπο ως εξωτερική αυθεντία, αλλά ως δυνατότητα ενός άλλου τρόπου ύπαρξης. Ο άνθρωπος λέγοντας “ναι” στη σχέση με το Θεό και γινόμενος μέτοχος του τρόπου ζωής της Αγίας Τριάδας, ελευθερώνεται από όλα αυτά που αποτελούν περιορισμούς, δουλεία, δεσμά, πάνω στην ύπαρξή του. Τέτοια δεσμά είναι κυρίως η μοναξιά, ο πόνος και ο θάνατος. Δίχως την ελευθερία από τη φθορά και το θάνατο, κάθε επιλογή του ανθρώπου είναι τόσο ελεύθερη, όσο η “ελευθερία” του αιχμάλωτου πουλιού να πετά από γωνιά σε γωνιά του κλουβιού του.

δ. Στην καθημερινή ζωή ο Χριστιανός καλείται να υπερασπιστεί την ελευθερία ως βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου σε κάθε επίπεδο: προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό. Αυτό μπορεί να τον φέρει αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τυραννικά καθεστώτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο Χριστιανός έχει καθήκον απειθαρχίας, βάσει της ρήσης των αποστόλων προς τους διώκτες τους: “Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις” (πιο πολύ πρέπει να υπακούμε στο Θεό παρά στους ανθρώπους) (Πράξ. 5: 29). Ήδη στα χρόνια των διωγμών οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την κρατική εξουσία, τον Καίσαρα, ως Κύριό τους. Ο μόνος πραγματικός Κύριος που δέχονταν οι μάρτυρες είναι ο Χριστός, και γι’ αυτό ακούμε αυτή τη μαρτυρία και σήμερα στη θεία Λειτουργία: “Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός” (ένας είναι ο πραγματικά Άγιος και πραγματικά Κύριος, ο Ιησούς Χριστός).
 Στη συνέχεια, στο διάβα των αιώνων, πολλές φορές Χριστιανοί λησμόνησαν αυτό το ήθος και συμμάχησαν με αυταρχικά καθεστώτα ή επαναπαύτηκαν στη φιλική προς αυτούς κρατική εξουσία. Με κριτήριο την πίστη της Εκκλησίας και την πράξη των Πατέρων της, τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να καταδικαστούν απερίφραστα ως απαράδεκτες φαλκιδεύσεις του Χριστιανισμού.
Σε κάθε περίπτωση, ο Χριστιανός δυσπιστεί προς κάθε είδους μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων από σχέσεις αγάπης σε σχέσεις εξουσίας (είτε μεταξύ φίλων, είτε μέσα στην οικογένεια, είτε στην πολιτεία). Η εξουσία δε δίνει προτεραιότητα στην καρδιά τού απέναντι ανθρώπου, αλλά στη συμμόρφωσή του. Ακόμα και για τις κρατικές εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, η Εκκλησία επιμένει ότι πρέπει να λειτουργούν ως διακονία του ανθρώπου κι όχι ως καταδυνάστευσή του.


“Η αρετή λέγεται έτσι, επειδή βάση της είναι η δυνατότητα να επιλέγεις (“τό αἱρεῖσθαι”). Διότι είναι αιρετή και ηθελημένη, επειδή το καλό το κάνουμε με συνειδητή επιλογή και με τη θέλησή μας όχι αθέλητα και εξαναγκαστικά”.
Ιωάννης Δαμασκηνός, Φιλοκαλία, έκδ. Αστήρ, τ. Β΄, Αθήνα 19754, σελ. 237.

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:46-48

Σαρακοστή: νηστεία και εγκράτεια

- Ερώτηση: Τι γίνεται με την εγκράτεια στην οικογένεια, όταν θέλη ο ένας και δὲ θέλη ο άλλος;
π.Β.Θ. Αν η γυναίκα -γιατί συνήθως οι γυναίκες διερωτώνται για το θέμα αυτό, τις Σαρακοστές – εάν η γυναίκα μέσα της έχει τοποθετηθή σωστά απέναντι σ' αυτή τη λειτουργία του ζευγαριού τη σωματική, που έχει ευλογήσει ο Θεός, πρώτον, και αν δεύτερον προσπαθή η σχέση με τον άντρα της, γενικώτερα η σχέση τους, να είναι σχέση που η αγάπη είναι πάνω απ' όλα, τότε δεν υπάρχει δίλημμα.
Τα διλήμματα δημιουργούνται όταν τη σχέση τη σωματική άνδρα και γυναίκας τη βλέπουμε σαν ένα κακό και βρώμικο πράγμα καθεαυτό. Γιατί κι εγώ γνωρίζω πάρα πολύ καλά γυναίκες που πολύ συχνά αισθάνονται μολυσμένες. Η γυναίκα που αισθάνεται μολυσμένη αν ήρθε σε επαφή μέ τόν άνδρα της την Σαρακοστή, αισθάνεται μολυσμένη και εάν έχη συμβή και τον άλλο καιρό, εκτός Σαρακοστής. Γιατί δεν έχει πάρει σωστή θέση στο θέμα αυτό.
Έπειτα η γυναίκα που θα κάνη καβγά για το θέμα αυτό, προκειμένου να τηρήση τη Σαρακοστή ή να κοινωνήση, και θα μαλώσουν, θα τσακωθούν, δε έχει καταλάβει ακόμη το νόημα της άσκησης. Διότι γι' αυτήν, σωστή άσκηση θα είναι το γεγονός ότι θα κόψη το θέλημά της και θα συμμετάσχη στη χαρά του συζύγου της και θα την κάνη δική της. Όχι ότι θα κάνω το δικό μου σώνει και καλά... Επ' αυτού έχει πεί και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πάρα πολλά, αν και μοναχός ο ίδιος. Τι γίνεται όμως πολλές φορές, αυτό είναι το ενδιαφέρον.
Ανακαλύπτουμε λίγο αν ψάξουμε βαθύτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι η διαμάχη για το αν θα τηρήσουμε εγκράτεια τη Σαρακοστή ήταν μόνο το πρόσχημα και ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν προβλήματα ανάμεσα στο ανδρόγυνο που εκδηλώνονται μ' αυτόν τον τρόπο. Προβλήματα δηλαδή ψυχικής ενότητος. Απλώς τον άλλον καιρό δεν μας παίρνει να πούμε «όχι». Τώρα μας παίρνει. Άρα, το θέμα μετατίθεται. Δεν είναι για την άσκηση και για την εγκράτεια. Είναι γιατί αυτό το ζευγάρι δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρη την ενότητά του, και στο θέμα αυτό. Είμαστε σε άλλο θέμα δηλαδή. Εγώ προσωπικά το βλέπω ξεκάθαρο όπως σας το τοποθετώ. Δεν ξέρω αν υπάρχη ασάφεια ακόμη.
-Ερώτηση: Στο γάμο δεν είναι ένας, είναι δύο... δεν είναι μόνο θέμα αγάπης, είναι και θέμα πίστεως, θρησκείας.... Εδώ δε μιλάμε για σχέση, εδώ μιλάμε για θρησκεία. Είναι τελείως ξεχωριστό...
π.Β.Θ: Προσέξτε. Δεν υπάρχει περίπτωση η πίστη μας και η θρησκεία μας να έρθη αντιμέτωπη με την αγάπη. Δεν μπορούμε να λέμε: Από δω έχουμε την αγάπη κι από δω έχουμε τη θρησκεία. Μία θρησκεία που είναι αντιμέτωπη με την αγάπη, δε στέκει σαν θρησκεία, δεν την θέλουμε. Είναι ψεύτικο το δίλημμα που βάζετε, δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Δεν θα έρθουν ποτέ αυτά τα δύο να συγκρουστούν. Εγώ είπα ότι όταν μία γυναίκα νοιώθη ότι συγκρούονται, πρέπει να ψάξη τη σχέση με τον άντρα της γενικώτερα. Κάποιο πρόβλημα υπάρχει.
Γιατί δεν είναι τυχαίο ότι 2000 χρόνια, με Πατέρες της Εκκλησίας, -μοναχοί οι περισσότεροι- που έγραψαν χιλιάδες σελίδες επί παντός θέματος, δεν έχουμε καθόλου αναφορές στο θέμα της εγκράτειας του ζευγαριού: πόσες μέρες ακριβώς πριν κοινωνήσουν αν είναι νηστεία, αν δεν είναι κ.λπ., ίσα ίσα έχουμε αναφορές για το αντίθετο!
Κοιτάξτε, πολλά προβλήματα δημιουργούνται από το ότι εγώ κάνω του κεφαλιού μου και δεν νοιάζομαι για τον άλλον. Κι έχετε δίκαιο ότι αυτό συμβαίνει και αντίστροφα πολλές φορές, δηλαδή υπάρχουν άντρες που θέλουνε την εγκράτεια και γυναίκες που δεν την μπορούν. Αισθάνομαι ότι δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι άντρας, δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Τα λέω γιατί τα έχω βρεί μέσα στα κείμενα, τα βιβλία. Αν ήταν αλλιώς, θα μας το είχαν δηλώσει οι Πατέρες ξεκάθαρα. Εδώ άλλοι, για να μη χαλάσουν τη νηστεία οδηγήθηκαν στο μαρτύριο! Τους έκοβαν χέρια και πόδια και δεν τρώγανε. Θα έλεγαν λοιπόν ξεκάθαρα οι Πατέρες: «Ας χτυπιέται ο άλλος, εσείς θα τηρήσετε αυτό που λέει η θρησκεία, ότι είναι Σαρακοστή». Δεν το λένε όμως, λένε το αντίθετο! Πως να το κάνουμε...
Δεν μπορούμε εμείς να φτιάξουμε ιδιωτική θρησκεία, δική μας. Και δεν το λένε αυτό οι Πατέρες, γιατί ακριβώς ξέρουν καλά ότι η αγάπη και η θρησκεία δεν αντιτίθενται. Αφού η δική μας θρησκεία σ' αυτήν την αγάπη έδωσε νόημα και την ευλόγησε μέσα στην Εκκλησία και έκανε το μυστήριο του γάμου, στο οποίο προσευχόμαστε για «ομόνοια ψυχών και σωμάτων». Γι' αυτό λέω ότι είναι λάθος τοποθέτηση ευθύς εξαρχής.
Ποια είναι τα αίτια αυτής της λάθος τοποθέτησης, Είναι κακή ποιμαντική και θεολογία από μας, τους κληρικούς, κακή αγωγή από τις μητέρες κυρίως, οι οποίες δεν το έζησαν ποτέ αυτό το θέμα με χαρά, και πως να το ζήσουνε με χαρά οι καημένες, αφού τις παντρέψανε με το ζόρι, χωρίς να τις ρωτήσουνε τις περισσότερες... Κι είχαν ίσως κι εκείνες επηρεαστεί από τη δική τους μητέρα και βεβαίως υπάρχουν και οι καταβολές που έχουμε οι προαιώνιες από την αρχαία Ελλάδα, ή από τον Ιουδαισμό, όλες οι δεισιδαιμονίες, οι προλήψεις, το «βρώμικο», το «ακάθαρτο» κ.λπ. Αυτές οι τρεις αιτίες υπάρχουν. Αλλά όταν η αγάπη λειτουργή πραγματικά, λύσεις βρίσκονται.
Και σας ξαναείπα, η πρώτη αμαρτία είναι του ναρκισσισμού, της φιλαυτίας. Δεν είναι του σώματος οι μεγαλύτερες αμαρτίες. Η νοοτροπία αυτή που λέτε, η οποία βάζει από εδώ τη θρησκεία και από κεί την αγάπη ως αντίθετες, ουσιαστικά λέει: «Το να μολύνω εγώ το σώμα μου, αυτό είναι σοβαρή αμαρτία και όχι το να τσακωθώ με τον άντρα μου»...
----------▪︎-------------▪︎------------▪︎----------
Εκ της αυλής ταύτης- Εκδόσεις Αρμός

Και ο μήνας έχει εννιά


Σήμερα (9 Μαρτίου) ο μήνας έχει εννέα.

Τη φράση "και ο μήνας έχει εννιά" την χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μια άνετη ζωή χωρίς άγχος και σκοτούρες, μια χαλαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής ή γενικά όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος είναι βολεμένος.

Πώς όμως προήλθε αυτή η φράση; (Πηγή)

"Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι η εξής: Στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα από την πολύχρονη δουλεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν κάθε εννιά ημέρες και όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα και κάθε δεκαπέντε που πληρώνονται μετά από την κατοχή του 1941. Από αυτήν λοιπόν την αιτία πιστεύεται ότι βγήκε και η φράση: "εννιά έχει ο μήνας".

Δεύτερη εκδοχή: Ίσως να προέρχεται και από την απάντηση που έδωσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους, όταν αυτοί τους ζήτησαν για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες:

"Είναι εννέα του μηνός και δεν είναι γιομάτο το φεγγάρι ..."Οι Σπαρτιάτες ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, αλλά έπρεπε να υπακούσουν σε νόμο που τους απαγόρευε να πολεμήσουν πριν από τη γέμιση του φεγγαριού....Οι Σπαρτιάτες έστειλαν πράγματι στρατό, μετά την πανσέληνο, αλλά η μάχη είχε ήδη τελειώσει με τη θριαμβευτική νίκη των ελληνικών δυνάμεων. Η φράση “και ο μήνας έχει εννιά”, δήλωσε πλέον την αποχή, την καλοπέραση μακριά από τις πολεμικές κακουχίες....

Μια τρίτη εκδοχή συνδέει την φράση με το ραμαζάνι των Τούρκων. Ο ένατος μήνας του μουσουλμανικού σεληνιακού ημερολογίου είναι ο μήνας του Ραμαζανιού. Κατά την διάρκεια αυτού του μήνα οι πιστοί μουσουλμάνοι δεν εργάζονται, προσεύχονται όλη μέρα και το βράδυ, με τη δύση του ηλίου, όταν τερματίζεται η ημερήσια νηστεία, επιτρέπεται το φαγητό σε μεγάλες ποσότητες.

Παραθέτουμε ακόμα μια τέταρτη εκδοχή (πηγή) που συνδέεται με το ημερολόγιο των Ρωμαίων. Είναι μια περίφραση που σημαίνει "σήμερα είναι οι Nonæ " και πληρέστερα: "σήμερα δεν έχει δουλειά γιατί είναι αργία: εορτάζονται οι Nonæ". Άρα είναι μέρα που περνάει μέσα σε αδιαφορία και αμεριμνησία.

Ο Ρωμαϊκός μήνας χωρίζονταν σε τρεις περιόδους με τρεις σημαδιακές μέρες.

Nonæ (πρφ Νόνε). Πιστεύεται ότι αρχικά ήταν η μέρα του μισού της σελήνης. Οι Nones ήταν οκτώ ημέρες πριν από τας Ιδούς(Ides) , και συνέπιπταν με την 5η ή 7η ημέρα του μήνα, ανάλογα με τη θέση των Ειδών. Η λέξη Nonæ είναι το τακτικό ένατο από το λατινικό Novem (εννέα) , επειδή, μετρώντας Ides ως πρώτη, μία ημέρα πριν είναι η δεύτερη, και οκτώ ημέρες πριν είναι η ένατη.

Ούτε νόνες είχαν οι Έλληνες στο ημερολόγιο, γι αυτό χρησιμοποιούσαν την περίφραση "εννέα έχει ο μήνας". Φαίνεται ότι το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος διατήρησε για κάποιο διάστημα την αργία της ενάτης ημέρας μέχρι που οι εκκλησία καθιέρωσε τις Κυριακές ως αργίες.

Πηγή

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Τι είναι αυτό που λέμε «Αναλυτική Φιλοσοφία Θρησκείας»;

Υπάρχει θεός; Με ποιους φιλοσοφικούς συλλογισμούς επιχειρείται να αποδειχθεί η ύπαρξή του; Ποιες είναι οι φιλοσοφικές συνέπειες του ισχυρισμού ότι ο θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος; Συνιστά το κακό ένδειξη για τη μη ύπαρξη του θεού; Μπορούμε να μιλάμε για το θεό με προτάσεις που τους αποδίδουμε αλήθεια ή ψεύδος; Τι καθιστά μία θρησκευτική πεποίθηση δικαιολογημένη; Με ποιους τρόπους προσεγγίζει ο φιλόσοφος την ποικιλία των θρησκευτικών πεποιθήσεων; Είναι τα θαύματα πιθανά συμβάντα; Πώς διαφοροποιείται η κοσμική ηθική από τη θρησκευτική ηθική;

Η αναλυτική φιλοσοφία αποτελεί μία από τις κυρίαρχες φιλοσοφικές προσεγγίσεις του 20ού και 21ου αιώνα, η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη λογική ανάλυση, στη σαφήνεια της γλώσσας και στην αυστηρή αξιολόγηση των επιχειρημάτων. Αναπτύχθηκε κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο και συνδέεται με ονόματα όπως ο Bertrand Russell, ο Ludwig Wittgenstein και ο G.E. Moore. Στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της θρησκείας, η αναλυτική φιλοσοφία έχει διαμορφώσει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται θεολογικά και μεταφυσικά ερωτήματα, προσφέροντας ένα εργαλείο λογικής αποσαφήνισης και διανοητικής εμβάθυνσης των θεμάτων που αφορούν την πίστη και τη θρησκευτική εμπειρία.

Η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στη φιλοσοφία της θρησκείας ξεκινά με την ανάλυση των βασικών θρησκευτικών εννοιών. Για παράδειγμα, έννοιες όπως “παντοδυναμία”, “πανσοφία” ή “αγιότητα” υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο ως προς τη λογική τους συνοχή. Τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει να είναι ο Θεός παντοδύναμος και αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης λογικά αδύνατων πραγμάτων. Μέσα από τέτοια ερωτήματα, η αναλυτική φιλοσοφία βοηθά να διαπιστωθεί αν οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στη θεολογία έχουν νόημα και αν είναι εσωτερικά συνεπείς.

Επιπλέον, η αναλυτική φιλοσοφία εστιάζει στην ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιείται στη θρησκεία. Ερωτήματα όπως «τι σημαίνει να λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη;» ή «είναι η θρησκευτική γλώσσα κυριολεκτική ή συμβολική;» απασχόλησαν φιλοσόφους όπως ο Basil Mitchell (1973) και ο Richard Swinburne (1979). Ο Swinburne, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι πολλές θεολογικές προτάσεις μπορούν να έχουν γνωσιακό περιεχόμενο, δηλαδή να είναι λογικά ελέγξιμες και να υπόκεινται σε αποδείξεις ή απορρίψεις, ενάντια σε απόψεις όπως εκείνες του Wittgenstein ή των θετικιστών, που θεωρούσαν τη θρησκευτική γλώσσα ως απλώς εκφραστική ή υπαρξιακή.


Η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στη φιλοσοφία της θρησκείας ξεκινά με την ανάλυση των βασικών θρησκευτικών εννοιών. Για παράδειγμα, έννοιες όπως “παντοδυναμία”, “πανσοφία” ή “αγιότητα” υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο ως προς τη λογική τους συνοχή. Τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει να είναι ο Θεός παντοδύναμος και αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης λογικά αδύνατων πραγμάτων.

Παράλληλα, η αναλυτική φιλοσοφία ασχολείται σε βάθος με την αξιολόγηση των παραδοσιακών επιχειρημάτων για την ύπαρξη του Θεού, όπως το κοσμολογικό, το οντολογικό, το τελεολογικό και το ηθικό επιχείρημα. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι μελετούν τη λογική δομή αυτών των επιχειρημάτων, εντοπίζουν τυχόν σφάλματα ή ασάφειες και προτείνουν βελτιώσεις ή σύγχρονες εκδοχές τους.

Για παράδειγμα, ο Alvin Plantinga προσέφερε μια σύγχρονη διατύπωση του οντολογικού επιχειρήματος, χρησιμοποιώντας εργαλεία της μοντέρνας λογικής. Αντίστοιχα, η ανάλυση της θρησκευτικής γλώσσας αποτελεί άλλο ένα πεδίο συνεισφοράς. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι διερευνούν εάν οι θρησκευτικές δηλώσεις είναι κυριολεκτικές, μεταφορικές ή απλώς εκφραστικές.

Το ερώτημα τι εννοούμε όταν λέμε “ο Θεός είναι αγάπη” ή “ο Θεός ακούει τις προσευχές μας” εξετάζεται με στόχο να διαπιστωθεί εάν τέτοιες δηλώσεις έχουν γνωσιακό περιεχόμενο ή είναι απλώς εκφράσεις συναισθηματικής στάσης.

Τέλος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν προϋποθέτει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία του Θεού, δεν βασίζεται σε οντολογικές δεσμεύσεις αλλά εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα με λογική αυστηρότητα, δίνοντας τη δυνατότητα σε πιστούς, αγνωστικιστές και άθεους να συμμετάσχουν στον διάλογο με κοινούς όρους. Έτσι, δημιουργεί ένα κοινό διανοητικό πλαίσιο στο οποίο η θρησκευτική πίστη μπορεί να συζητηθεί, να αναλυθεί και να κριθεί χωρίς δογματισμό αλλά με σεβασμό στη λογική και τη φιλοσοφική συνέπεια.

Ας εξετάσουμε τώρα ένα συγκεκριμένο παράδειγμα που δείχνει πώς λειτουργεί η αναλυτική προσέγγιση: την ερμηνεία της θρησκευτικής εμπειρίας. Ο William Alston (1991), στο έργο του Perceiving God, επιχειρεί να θεμελιώσει την γνωσιολογική εγκυρότητα της θρησκευτικής εμπειρίας. Η γνωσιολογία (epistemology) ασχολείται με τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης. Στην περίπτωση της θρησκευτικής εμπειρίας, η ερώτηση είναι: Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μια εμπειρία του θείου, δηλαδή, μια υποκειμενική, προσωπική αίσθηση επαφής με το Θείο μας δίνει γνώση για την ύπαρξη ή τη φύση του Θεού; Στην αναλυτική φιλοσοφία, μια πεποίθηση θεωρείται γνώση αν είναι αληθής, δικαιολογημένη (justified) και πιστευόμενη (belief). Έτσι, η κεντρική φιλοσοφική ερώτηση είναι αν οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να δικαιολογήσουν πεποιθήσεις για το θείο.


Τέλος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν προϋποθέτει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία του Θεού, δεν βασίζεται σε οντολογικές δεσμεύσεις αλλά εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα με λογική αυστηρότητα, δίνοντας τη δυνατότητα σε πιστούς, αγνωστικιστές και άθεους να συμμετάσχουν στον διάλογο με κοινούς όρους. Έτσι, δημιουργεί ένα κοινό διανοητικό πλαίσιο στο οποίο η θρησκευτική πίστη μπορεί να συζητηθεί, να αναλυθεί και να κριθεί χωρίς δογματισμό αλλά με σεβασμό στη λογική και τη φιλοσοφική συνέπεια.

Ο Alston, στην προσέγγισή του, υποστηρίζει ότι οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να παρέχουν prima facie δικαιολογήσεις δηλαδή, αρχική δικαιολογία για πεποιθήσεις, εκτός κι αν υπάρξουν ειδικοί λόγοι να αμφισβητηθούν.

Χρησιμοποιεί ένα αναλογικό επιχείρημα: όπως δεχόμαστε τις αισθητηριακές εμπειρίες μας ως τεκμήρια για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου, μπορούμε να δεχτούμε και τις θρησκευτικές εμπειρίες ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Θεού, εφόσον δεν έχουμε ισχυρούς λόγους να τις θεωρήσουμε αναξιόπιστες. Υποστηρίζει ότι η εμπειρική αντίληψη του Θεού μπορεί να ενταχθεί στα «θεμελιώδη γνωστικά συστήματα» με τρόπο παρόμοιο με την αντίληψη των φυσικών αντικειμένων, παρά τις διαφορές στο είδος και στη συχνότητα των εμπειριών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στο πρόβλημα του κακού, που είναι ίσως η πιο ισχυρή πρόκληση για τη θεϊστική πίστη. Το πρόβλημα αυτό διατυπώνεται ως εξής: αν υπάρχει ένας Θεός παντοδύναμος, πανάγαθος και παντογνώστης, τότε γιατί υπάρχει κακό στον κόσμο; Η λογική εκδοχή του προβλήματος διατυπώθηκε πιο συστηματικά από τον J.L. Mackie (1955), ο οποίος υποστήριξε ότι η ύπαρξη κακού είναι λογικά ασύμβατη με την ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού. Ο Plantinga (1977), ωστόσο, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει λογική ασυμβατότητα μεταξύ της ύπαρξης του Θεού και της ύπαρξης κακού, αν δεχτούμε ότι ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους ελεύθερη βούληση και ότι η ύπαρξή της είναι αγαθό τόσο σημαντικό, ώστε δικαιολογεί το ενδεχόμενο να τη χρησιμοποιήσουν με λάθος τρόπο. Ο Plantinga απέδειξε ότι η ύπαρξη κακού είναι δυνατή ακόμα και υπό την ύπαρξη ενός αγαθού και παντοδύναμου Θεού, χωρίς αυτό να συνιστά λογική αντίφαση.

Συνοψίζοντας, η αναλυτική φιλοσοφία ενισχύει ουσιαστικά τη φιλοσοφία της θρησκείας, καθώς προσφέρει σαφήνεια, λογική πειθαρχία και αυστηρή εννοιολογική ανάλυση. Δεν προσπαθεί να επιβάλει κάποια πίστη, αλλά εξετάζει το θρησκευτικό φαινόμενο με εργαλεία που το καθιστούν προσιτό στην κριτική σκέψη και στον φιλοσοφικό στοχασμό. Η ουσιαστική συμβολή της αναλυτικής σκέψης στη φιλοσοφία της θρησκείας είναι ότι προσπαθεί να απεκδυθεί των ιδεολογικών και υπαρξιακών δεσμεύσεων ως αφετηρία και κριτήριο διαπραγμάτευσης.

Η Πηνελόπη Βουτσινά έχει σπουδάσει θεολογία, φιλοσοφία και ιστορία της επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξειδικεύτηκε στην αναλυτική φιλοσοφία στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Sheffield στην Αγγλία. Εργάζεται σήμερα στην ιδιωτική εκπαίδευση ως υποδιευθύντρια.

Ενδεικτική βιβλιογραφίαAlston, W. (1991). *Perceiving God: The Epistemology of Religious Experience*. Cornell University Press.Mackie, J.L. (1955). “Evil and Omnipotence.” Mind, 64(254), 200–212.
Morris, T.V. (1991). Our Idea of God: An Introduction to Philosophical Theology. InterVarsity Press.
Plantinga, A. (1974). The Nature of Necessity. Oxford University Press.
Plantinga, A. (1977). God, Freedom, and Evil. Eerdmans.
Swinburne, R. (1979). The Existence of God. Oxford University Press.
Mitchell, B. (1973). The Justification of Religious Belief. Macmillan.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...