Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026
Και ο μήνας έχει εννιά
Σήμερα (9 Μαρτίου) ο μήνας έχει εννέα.
Τη φράση "και ο μήνας έχει εννιά" την χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μια άνετη ζωή χωρίς άγχος και σκοτούρες, μια χαλαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής ή γενικά όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος είναι βολεμένος.
Πώς όμως προήλθε αυτή η φράση; (Πηγή)
"Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι η εξής: Στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα από την πολύχρονη δουλεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν κάθε εννιά ημέρες και όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα και κάθε δεκαπέντε που πληρώνονται μετά από την κατοχή του 1941. Από αυτήν λοιπόν την αιτία πιστεύεται ότι βγήκε και η φράση: "εννιά έχει ο μήνας".
Δεύτερη εκδοχή: Ίσως να προέρχεται και από την απάντηση που έδωσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους, όταν αυτοί τους ζήτησαν για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες:
"Είναι εννέα του μηνός και δεν είναι γιομάτο το φεγγάρι ..."Οι Σπαρτιάτες ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, αλλά έπρεπε να υπακούσουν σε νόμο που τους απαγόρευε να πολεμήσουν πριν από τη γέμιση του φεγγαριού....Οι Σπαρτιάτες έστειλαν πράγματι στρατό, μετά την πανσέληνο, αλλά η μάχη είχε ήδη τελειώσει με τη θριαμβευτική νίκη των ελληνικών δυνάμεων. Η φράση “και ο μήνας έχει εννιά”, δήλωσε πλέον την αποχή, την καλοπέραση μακριά από τις πολεμικές κακουχίες....
Μια τρίτη εκδοχή συνδέει την φράση με το ραμαζάνι των Τούρκων. Ο ένατος μήνας του μουσουλμανικού σεληνιακού ημερολογίου είναι ο μήνας του Ραμαζανιού. Κατά την διάρκεια αυτού του μήνα οι πιστοί μουσουλμάνοι δεν εργάζονται, προσεύχονται όλη μέρα και το βράδυ, με τη δύση του ηλίου, όταν τερματίζεται η ημερήσια νηστεία, επιτρέπεται το φαγητό σε μεγάλες ποσότητες.
Παραθέτουμε ακόμα μια τέταρτη εκδοχή (πηγή) που συνδέεται με το ημερολόγιο των Ρωμαίων. Είναι μια περίφραση που σημαίνει "σήμερα είναι οι Nonæ " και πληρέστερα: "σήμερα δεν έχει δουλειά γιατί είναι αργία: εορτάζονται οι Nonæ". Άρα είναι μέρα που περνάει μέσα σε αδιαφορία και αμεριμνησία.
Ο Ρωμαϊκός μήνας χωρίζονταν σε τρεις περιόδους με τρεις σημαδιακές μέρες.
Nonæ (πρφ Νόνε). Πιστεύεται ότι αρχικά ήταν η μέρα του μισού της σελήνης. Οι Nones ήταν οκτώ ημέρες πριν από τας Ιδούς(Ides) , και συνέπιπταν με την 5η ή 7η ημέρα του μήνα, ανάλογα με τη θέση των Ειδών. Η λέξη Nonæ είναι το τακτικό ένατο από το λατινικό Novem (εννέα) , επειδή, μετρώντας Ides ως πρώτη, μία ημέρα πριν είναι η δεύτερη, και οκτώ ημέρες πριν είναι η ένατη.
Ούτε νόνες είχαν οι Έλληνες στο ημερολόγιο, γι αυτό χρησιμοποιούσαν την περίφραση "εννέα έχει ο μήνας". Φαίνεται ότι το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος διατήρησε για κάποιο διάστημα την αργία της ενάτης ημέρας μέχρι που οι εκκλησία καθιέρωσε τις Κυριακές ως αργίες.
Πηγή
Κυριακή 8 Μαρτίου 2026
Τι είναι αυτό που λέμε «Αναλυτική Φιλοσοφία Θρησκείας»;
Η αναλυτική φιλοσοφία αποτελεί μία από τις κυρίαρχες φιλοσοφικές προσεγγίσεις του 20ού και 21ου αιώνα, η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη λογική ανάλυση, στη σαφήνεια της γλώσσας και στην αυστηρή αξιολόγηση των επιχειρημάτων. Αναπτύχθηκε κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο και συνδέεται με ονόματα όπως ο Bertrand Russell, ο Ludwig Wittgenstein και ο G.E. Moore. Στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της θρησκείας, η αναλυτική φιλοσοφία έχει διαμορφώσει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται θεολογικά και μεταφυσικά ερωτήματα, προσφέροντας ένα εργαλείο λογικής αποσαφήνισης και διανοητικής εμβάθυνσης των θεμάτων που αφορούν την πίστη και τη θρησκευτική εμπειρία.
Η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στη φιλοσοφία της θρησκείας ξεκινά με την ανάλυση των βασικών θρησκευτικών εννοιών. Για παράδειγμα, έννοιες όπως “παντοδυναμία”, “πανσοφία” ή “αγιότητα” υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο ως προς τη λογική τους συνοχή. Τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει να είναι ο Θεός παντοδύναμος και αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης λογικά αδύνατων πραγμάτων. Μέσα από τέτοια ερωτήματα, η αναλυτική φιλοσοφία βοηθά να διαπιστωθεί αν οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στη θεολογία έχουν νόημα και αν είναι εσωτερικά συνεπείς.
Επιπλέον, η αναλυτική φιλοσοφία εστιάζει στην ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιείται στη θρησκεία. Ερωτήματα όπως «τι σημαίνει να λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη;» ή «είναι η θρησκευτική γλώσσα κυριολεκτική ή συμβολική;» απασχόλησαν φιλοσόφους όπως ο Basil Mitchell (1973) και ο Richard Swinburne (1979). Ο Swinburne, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι πολλές θεολογικές προτάσεις μπορούν να έχουν γνωσιακό περιεχόμενο, δηλαδή να είναι λογικά ελέγξιμες και να υπόκεινται σε αποδείξεις ή απορρίψεις, ενάντια σε απόψεις όπως εκείνες του Wittgenstein ή των θετικιστών, που θεωρούσαν τη θρησκευτική γλώσσα ως απλώς εκφραστική ή υπαρξιακή.
Η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στη φιλοσοφία της θρησκείας ξεκινά με την ανάλυση των βασικών θρησκευτικών εννοιών. Για παράδειγμα, έννοιες όπως “παντοδυναμία”, “πανσοφία” ή “αγιότητα” υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο ως προς τη λογική τους συνοχή. Τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει να είναι ο Θεός παντοδύναμος και αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης λογικά αδύνατων πραγμάτων.
Παράλληλα, η αναλυτική φιλοσοφία ασχολείται σε βάθος με την αξιολόγηση των παραδοσιακών επιχειρημάτων για την ύπαρξη του Θεού, όπως το κοσμολογικό, το οντολογικό, το τελεολογικό και το ηθικό επιχείρημα. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι μελετούν τη λογική δομή αυτών των επιχειρημάτων, εντοπίζουν τυχόν σφάλματα ή ασάφειες και προτείνουν βελτιώσεις ή σύγχρονες εκδοχές τους.
Για παράδειγμα, ο Alvin Plantinga προσέφερε μια σύγχρονη διατύπωση του οντολογικού επιχειρήματος, χρησιμοποιώντας εργαλεία της μοντέρνας λογικής. Αντίστοιχα, η ανάλυση της θρησκευτικής γλώσσας αποτελεί άλλο ένα πεδίο συνεισφοράς. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι διερευνούν εάν οι θρησκευτικές δηλώσεις είναι κυριολεκτικές, μεταφορικές ή απλώς εκφραστικές.
Το ερώτημα τι εννοούμε όταν λέμε “ο Θεός είναι αγάπη” ή “ο Θεός ακούει τις προσευχές μας” εξετάζεται με στόχο να διαπιστωθεί εάν τέτοιες δηλώσεις έχουν γνωσιακό περιεχόμενο ή είναι απλώς εκφράσεις συναισθηματικής στάσης.
Τέλος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν προϋποθέτει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία του Θεού, δεν βασίζεται σε οντολογικές δεσμεύσεις αλλά εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα με λογική αυστηρότητα, δίνοντας τη δυνατότητα σε πιστούς, αγνωστικιστές και άθεους να συμμετάσχουν στον διάλογο με κοινούς όρους. Έτσι, δημιουργεί ένα κοινό διανοητικό πλαίσιο στο οποίο η θρησκευτική πίστη μπορεί να συζητηθεί, να αναλυθεί και να κριθεί χωρίς δογματισμό αλλά με σεβασμό στη λογική και τη φιλοσοφική συνέπεια.
Ας εξετάσουμε τώρα ένα συγκεκριμένο παράδειγμα που δείχνει πώς λειτουργεί η αναλυτική προσέγγιση: την ερμηνεία της θρησκευτικής εμπειρίας. Ο William Alston (1991), στο έργο του Perceiving God, επιχειρεί να θεμελιώσει την γνωσιολογική εγκυρότητα της θρησκευτικής εμπειρίας. Η γνωσιολογία (epistemology) ασχολείται με τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης. Στην περίπτωση της θρησκευτικής εμπειρίας, η ερώτηση είναι: Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μια εμπειρία του θείου, δηλαδή, μια υποκειμενική, προσωπική αίσθηση επαφής με το Θείο μας δίνει γνώση για την ύπαρξη ή τη φύση του Θεού; Στην αναλυτική φιλοσοφία, μια πεποίθηση θεωρείται γνώση αν είναι αληθής, δικαιολογημένη (justified) και πιστευόμενη (belief). Έτσι, η κεντρική φιλοσοφική ερώτηση είναι αν οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να δικαιολογήσουν πεποιθήσεις για το θείο.
Τέλος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν προϋποθέτει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία του Θεού, δεν βασίζεται σε οντολογικές δεσμεύσεις αλλά εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα με λογική αυστηρότητα, δίνοντας τη δυνατότητα σε πιστούς, αγνωστικιστές και άθεους να συμμετάσχουν στον διάλογο με κοινούς όρους. Έτσι, δημιουργεί ένα κοινό διανοητικό πλαίσιο στο οποίο η θρησκευτική πίστη μπορεί να συζητηθεί, να αναλυθεί και να κριθεί χωρίς δογματισμό αλλά με σεβασμό στη λογική και τη φιλοσοφική συνέπεια.
Ο Alston, στην προσέγγισή του, υποστηρίζει ότι οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να παρέχουν prima facie δικαιολογήσεις δηλαδή, αρχική δικαιολογία για πεποιθήσεις, εκτός κι αν υπάρξουν ειδικοί λόγοι να αμφισβητηθούν.
Χρησιμοποιεί ένα αναλογικό επιχείρημα: όπως δεχόμαστε τις αισθητηριακές εμπειρίες μας ως τεκμήρια για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου, μπορούμε να δεχτούμε και τις θρησκευτικές εμπειρίες ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Θεού, εφόσον δεν έχουμε ισχυρούς λόγους να τις θεωρήσουμε αναξιόπιστες. Υποστηρίζει ότι η εμπειρική αντίληψη του Θεού μπορεί να ενταχθεί στα «θεμελιώδη γνωστικά συστήματα» με τρόπο παρόμοιο με την αντίληψη των φυσικών αντικειμένων, παρά τις διαφορές στο είδος και στη συχνότητα των εμπειριών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στο πρόβλημα του κακού, που είναι ίσως η πιο ισχυρή πρόκληση για τη θεϊστική πίστη. Το πρόβλημα αυτό διατυπώνεται ως εξής: αν υπάρχει ένας Θεός παντοδύναμος, πανάγαθος και παντογνώστης, τότε γιατί υπάρχει κακό στον κόσμο; Η λογική εκδοχή του προβλήματος διατυπώθηκε πιο συστηματικά από τον J.L. Mackie (1955), ο οποίος υποστήριξε ότι η ύπαρξη κακού είναι λογικά ασύμβατη με την ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού. Ο Plantinga (1977), ωστόσο, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει λογική ασυμβατότητα μεταξύ της ύπαρξης του Θεού και της ύπαρξης κακού, αν δεχτούμε ότι ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους ελεύθερη βούληση και ότι η ύπαρξή της είναι αγαθό τόσο σημαντικό, ώστε δικαιολογεί το ενδεχόμενο να τη χρησιμοποιήσουν με λάθος τρόπο. Ο Plantinga απέδειξε ότι η ύπαρξη κακού είναι δυνατή ακόμα και υπό την ύπαρξη ενός αγαθού και παντοδύναμου Θεού, χωρίς αυτό να συνιστά λογική αντίφαση.
Συνοψίζοντας, η αναλυτική φιλοσοφία ενισχύει ουσιαστικά τη φιλοσοφία της θρησκείας, καθώς προσφέρει σαφήνεια, λογική πειθαρχία και αυστηρή εννοιολογική ανάλυση. Δεν προσπαθεί να επιβάλει κάποια πίστη, αλλά εξετάζει το θρησκευτικό φαινόμενο με εργαλεία που το καθιστούν προσιτό στην κριτική σκέψη και στον φιλοσοφικό στοχασμό. Η ουσιαστική συμβολή της αναλυτικής σκέψης στη φιλοσοφία της θρησκείας είναι ότι προσπαθεί να απεκδυθεί των ιδεολογικών και υπαρξιακών δεσμεύσεων ως αφετηρία και κριτήριο διαπραγμάτευσης.
Ενδεικτική βιβλιογραφίαAlston, W. (1991). *Perceiving God: The Epistemology of Religious Experience*. Cornell University Press.Mackie, J.L. (1955). “Evil and Omnipotence.” Mind, 64(254), 200–212.
Morris, T.V. (1991). Our Idea of God: An Introduction to Philosophical Theology. InterVarsity Press.
Plantinga, A. (1974). The Nature of Necessity. Oxford University Press.
Plantinga, A. (1977). God, Freedom, and Evil. Eerdmans.
Swinburne, R. (1979). The Existence of God. Oxford University Press.
Mitchell, B. (1973). The Justification of Religious Belief. Macmillan.
Χρονολογικό πλαίσιο της εποχής των Πατριαρχών
Ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης
Η Γη Χαναάν είναι η χώρα που ο Θεός υποσχέθηκε στο λαό του. Γι’ αυτό και ονομάστηκε Γη της Επαγγελίας (= χώρα της υπόσχεσης), όπως επίσης και Γη Ισραήλ (= χώρα των Ισραηλιτών). Είναι η γη στην οποία διαδραματίστηκαν* τα περισσότερα γεγονότα της Παλαιάς, αλλά και της Καινής Διαθήκης.
Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 19 -21
Οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης: άνθρωποι εμπνευσμένοι από το Θεό
Η Παλαιά Διαθήκη: μια ολόκληρη βιβλιοθήκη!
Γιατί μελετούμε την Αγία Γραφή;
Μπορούμε να σχηματίσουμε μια πρώτη ιδέα αν σκεφτούμε πότε και γιατί μιλούν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλο στην καθημερινή ζωή: Όταν θέλουν να εκφράσουν τις σκέψεις τους, να επικοινωνήσουν με
Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας / Η ιστορία της 8ης Μαρτίου
Η πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ και υιοθετήθηκε δύο χρόνια αργότερα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή.
Ιστορία της 8ης Μαρτίου
Η 8η Μαρτίου ορίστηκε το 1977 από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ως Παγκόσμια Ημέρα για τα δικαιώματα της Γυναίκας και τη Διεθνή Ειρήνη.
Η ιδέα για τον εορτασμό της προέκυψε κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα, το οποίο σηματοδοτήθηκε από την εκβιομηχάνιση, την πληθυσμιακή έκρηξη και τις ριζοσπαστικές ιδεολογίες. Το έναυσμα, όμως, είχε δοθεί αιώνες πριν, με τη Λυσιστράτη να πρωτοστατεί σε μια ιδιόμορφη «φεμινιστική» απεργία, προκειμένου να τελειώσει ο πόλεμος των ανδρών.
Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης οι γυναίκες του Παρισιού ζητούσαν «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα» στις Βερσαλίες. Η γιορτή ουσιαστικά αφορά στους αγώνες συνηθισμένων γυναικών, που με το θάρρος και την αποφασιστικότητα τους έγραψαν ιστορία.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εργάτριες στο τομέα της υφαντουργίας και του ιματισμού κινητοποιήθηκαν στις 8 Μάρτη του 1857 στη Νέα Υόρκη για τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς τους. Η αστυνομία επιτέθηκε και διέλυσε βίαια το πλήθος των λευκοντυμένων γυναικών, όμως το εργατικό κίνημα είχε ήδη γεννηθεί. Δυο χρόνια αργότερα, οι γυναίκες που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις οργάνωσαν το πρώτο εργατικό σωματείο γυναικών και συνέχισαν τον αγώνα για τη χειραφέτηση τους.
Το 1908 παρέλασαν 15.000 γυναίκες στους δρόμους της Νέας Υόρκης ζητώντας λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερους μισθούς και δικαίωμα ψήφου. Υιοθέτησαν το σύνθημα «Ψωμί και τριαντάφυλλα», με το ψωμί να συμβολίζει την οικονομική ασφάλεια και τα τριαντάφυλλα την καλύτερη ποιότητα ζωής.
Η Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε για πρώτη φορά από το Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ στις 28 Φεβρουαρίου 1909. Ο εορτασμός της καθιερώθηκε το 1910 με πρόταση της Γερμανίδας σοσιαλίστριας Clara Zetkin κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Διεθνούς.
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η φεμινίστρια Alexandra Kollontai έπεισε τον Λένιν να επισημοποιήσει τη γιορτή στη Σοβιετική Ένωση, όμως μέχρι το 1965 αυτή παρέμεινε γιορτή των εργατών.
Η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος το 1960 αναζωογόνησε το ενδιαφέρον για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.
Στις μέρες μας, όμως, σε πολλές χώρες η ημέρα αυτή έχει χάσει το πολιτικό της μήνυμα: Αφενός εμπορευματοποιήθηκε και αφετέρου εκλήφθηκε ως ευκαιρία για να εκφράσουν οι άνδρες την αγάπη τους στις γυναίκες, όπως κατά την Ημέρα της Μητέρας και του Αγίου Βαλεντίνου.
Ωστόσο, περιστατικά που σημειώνονται με αφορμή τον εορτασμό της Ημέρας τη Γυναίκας, αποδεικνύουν την ανάγκη προβολής και τίμησης, αν μη τι άλλο, των αγώνων των γυναικών.
Πηγή
Η θεραπεία του Παραλύτου
Το Ευαγγέλιο της Β’ Κυριακής των Νηστειών, το οποίο αναφέρεται στην θεραπεία του παραλύτου, μας υπενθυμίζει για ακόμη μία φορά πως η πίστη είναι εκείνη που φέρνει τα θαύματα. Η κίνηση των ανθρώπων να γκρεμίσουν μέρος της στέγης για να βοηθήσουν τον παράλυτο να πάει κοντά στον Χριστό, δείχνει πώς ήταν απόλυτα σίγουροι πώς θα θεραπευτεί. Έτσι, πράγματι, ο Χριστός βλέποντας την πίστη των ανθρώπων αυτών θεραπεύει τον παράλυτο και μάλιστα δεν θεραπεύει μόνο την σωματική του ασθένεια, αλλά τον θεραπεύει και πνευματικά συγχωρώντας τις αμαρτίες του. Το γεγονός αυτό δείχνει πώς η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου επηρεάζει άμεσα και την σωματική του κατάσταση. Γι’ αυτό και η εκκλησία προσπαθεί με το μυστήριο της εξομολόγησης να βάλει τον άνθρωπο σε μία διαδικασία πνευματικής θεραπείας και καλλιέργειας.
Με τον π. Ευάγγελο Μαρκαντώνη
Σάββατο 7 Μαρτίου 2026
Η ευθύνη της Εκκλησίας και των νέων απέναντι στην κλιματική κρίση
Η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια πραγματικότητα που απειλεί κάποιο μέρος του πλανήτη μακριά από το σπίτι μας. Είναι μια πραγματικότητα που θέτει σε κίνδυνο τα δικά μας χωριά και τις πόλεις μας και εδώ στην Ελλάδα. Αρκεί να αναφερθούμε στις ανείπωτες καταστροφές που σημειώθηκαν στην Αττική τα τελευταία χρόνια (πλημμύρες στη Μάνδρα και πυρκαγιές στο Μάτι) που προκάλεσαν το θάνατο μεγάλου αριθμού συνανθρώπων μας αλλά και την πιο πρόσφατη καταστροφή που γνώρισε η επαρχία μου, η πόλη του Βόλου και πολλά χωριά από το καταστροφικό φαινόμενο του «Ντάνιελ» (2023). Επιπλέον, έχουμε συνηθίσει και δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση όχι μόνο να ακούμε, αλλά επίσης και να βιώνουμε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως μεγάλες χρονικές περιόδους με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, έντονες καταιγίδες, δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, καταστάσεις που συνέβαιναν και παλιότερα αλλά σήμερα συμβαίνουν σε μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση. Πρόκειται για καταστάσεις, οι οποίες προκαλούν ανυπολόγιστα προβλήματα, τόσο στο τοπικό περιβάλλον όσο και στο κλίμα και την οικονομία. Είναι αυτονόητο λοιπόν ότι η κλιματική αλλαγή ως παιδί του τρόπου ζωής μας όχι μόνον προκαλεί αλλά και επηρεάζει με διαφορετικούς τρόπους ολόκληρο τον πλανήτη και θα πρέπει να γίνει κάτι προκειμένου να μειωθούν οι συνέπειές του.
Πως αντέδρασε ή τι μπορεί να κάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα;
Είναι αλήθεια ότι η προστασία του περιβάλλοντος υπήρξε ένας από τους τομείς όπου η Εκκλησία έπαιξε από την αρχή και συνεχίζει να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Υπό την καθοδήγηση του «Πράσινου Πατριάρχη», της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο τις τελευταίες πολλές δεκαετίες με τη διοργάνωση συνεδρίων και πρωτοβουλιών (π.χ. η καθιέρωση της 1ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Προσευχής για το Περιβάλλον), επιδιώκοντας να επισημάνει, τις πνευματικές, ηθικές όσο και θρησκευτικές πτυχές της οικολογικής κρίσης, τονίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη για μια πνευματική μεταμόρφωση της ανθρωπότητας, για την από κοινού αντιμετώπιση αυτών των αρνητικών εξελίξεων. Σε ένα κείμενο, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα ακριβώς με την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τίτλο «Υπερ της του κόσμου ζωής: Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας», σημειώνεται χαρακτηριστικά σχετικά με την παρούσα περιβαλλοντική κρίση:
«Κανένας δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀποκομμένος ἀπό τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπό τό σύνολο τῆς δημιουργίας. Εἴμαστε πλάσματα (ἀλληλο)ἐξαρτώμενα, πού βρίσκονται σέ διαρκή κοινωνία, καί ὡς ἐκ τούτου φέρουμε ἠθική εὐθύνη, ὄχι μόνο γιά μᾶς τούς ἴδιους ἤ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπηρεάζουμε ἄμεσα, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν κτιστή τάξη—ὁλόκληρη, τρόπος τοῦ λέγειν, τήν «κοσμόπολη». Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλησίον καί ἡ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες. Παρόμοια ἄρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους εἶναι καί ἡ φροντίδα μας γιά τή δημιουργία καί ἡ διακονία μας πρός τά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι ἀλληλένδετες καί οἱ οἰκονομικές συνθῆκες τῶν φτωχῶν μέ τίς οἰκολογικές συνθήκες τοῦ πλανήτη. Οἱ ἐπιστήμονες μᾶς λένε ὅτι ἐκείνοι πού ἔχουν πληγεῖ περισσότερο ἀπό τήν τρέχουσα οἰκολογική κρίση εἶναι καί θά εἶναι ὅσοι κατέχουν ἐλάχιστα. Ἑπομένως, τό πρόβλημα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς ἀποτελεῖ καί ζήτημα κοινωνικῆς πρόνοιας καί κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τίς κυβερνήσεις τοῦ κόσμου νά ἀναζητήσουν τρόπους προώθησης τῶν περιβαλλοντολογικῶν ἐπιστημῶν μέσῳ τῆς ἐκπαίδευσης καί τῶν κρατικῶν ἐπιχορηγήσεων, ἐρευνητικῶν προγραμμάτων. Τίς καλεῖ νά προθυμοποιηθοῦν γιά τή χρηματοδότηση τεχνολογιῶν, οἱ ὁποῖες θά συντελέσουν στήν ἀναστροφή τῶν δυσμενῶν ἐπιπτώσεων ἀπό τίς ἐκπομπές τοῦ διοξειδίου τοῦ ἄνθρακα, ἀπό τή ρύπανση καί ἀπό ὅλες τίς μορφές περιβαλλοντικῆς ὑποβάθμισης» (παρ. 76).
Το προφητικό αυτό κείμενο αναφέρει σαφώς, ότι όσο ο τύπος του homo economicus συνεχίζει να κυριαρχεί στο ανθρωπολογικό μας φαντασιακό, σύμφωνα με το οποίο η αλόγιστη οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι οι αγορές είναι το καλύτερο μέσο με το οποίο τα άτομα και οι σύγχρονες κοινωνίες επιτυγχάνουν ολοένα αυξανόμενο πλούτο, η αναζήτηση ενός εναλλακτικού ανθρωπολογικού μοντέλου βασισμένο σε μια επανερμηνεία της χριστιανικής παράδοσης είναι απολύτως αναγκαία.
Κανένας δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀποκομμένος ἀπό τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπό τό σύνολο τῆς δημιουργίας. Εἴμαστε πλάσματα (ἀλληλο)ἐξαρτώμενα, πού βρίσκονται σέ διαρκή κοινωνία, καί ὡς ἐκ τούτου φέρουμε ἠθική εὐθύνη, ὄχι μόνο γιά μᾶς τούς ἴδιους ἤ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπηρεάζουμε ἄμεσα, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν κτιστή τάξη—ὁλόκληρη, τρόπος τοῦ λέγειν, τήν «κοσμόπολη». Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλησίον καί ἡ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες.
Λαμβάνοντας ως αφετηρία το αγαπητικό-κοινοτικό-θυσιαστικό ήθος, που εκδηλώνεται στην αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ, μαζί με τον προσωπικό τρόπο ύπαρξης που συνοψίζει την πρόταση για το τι είναι ο άνθρωπος, η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να προτείνει ένα διαφορετικό πρότυπο ζωής και κοινωνικής συνύπαρξης, όπου ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας και της ετερότητας, ο σεβασμός της ακεραιότητας της δημιουργίας, καθώς και ηθική ευθύνη να αναλάβουμε δράση στον παρόντα αιώνα, μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες δημιουργίας πολιτισμού. Το ανθρωπολογικό ιδεώδες του προσώπου, πιστεύω ότι συνιστά το πιο πολύτιμο δώρο που η Ορθοδοξία μπορεί να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο, το πιο ισχυρό αντίδοτο απέναντι στην επικρατούσα ιδεολογία των αγορών.
Είναι ακριβώς εδώ που ο ρόλος των νέων αναδύεται εξαιρετικής σημασίας. Οι νέοι, με την καθαρότητα, φρεσκάδα και δυναμισμό που τους χαρακτηρίζει, μπορούν να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για ένα βιώσιμο μέλλον, καθώς η νέα γενιά είναι που επηρεάζεται άμεσα και καταλυτικά από την κλιματική κρίση. Με την ενέργεια, την καινοτομία και την ευαισθησία που χαρακτηρίζουν τα παιδιά, αυτά δεν είναι απλώς θεατές, αλλά μπορούν και πρέπει να γίνουν πρωταγωνιστές στις προσπάθειες προστασίας του πλανήτη.
Με αφετηρία την πλούσια παράδοσή μας, θεωρώ ότι ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, με τη συνδρομή κυρίως των νέων, έχουμε την υποχρέωση να καλλιεργήσουμε και προβάλλουμε ένα νέο ήθος, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής που θέτει ως προτεραιότητα την κατανάλωση και τον ατομικό ευδαιμονισμό υπεράνω της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, της ευθύνης προς τον πλησίον, όλα τα δημιουργήματα και ολάκερη τη φύση. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι απλώς ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα, μια ιδεολογία, που θα προσπαθεί να βρει την ισορροπία μεταξύ των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν και των κινδύνων που πρέπει να αποφευχθούν χάριν της πολιτικής ορθότητας, αλλά ένα νέο ήθος που θα λαμβάνει σοβαρά υπόψη την ανάγκη των ανθρώπων να εγκύψουν βαθιά στην καρδιά τους, αναζητώντας το πραγματικό νόημα για ολόκληρο τον κόσμο.
Εμπνεόμενοι από αυτό το εναλλακτικό ήθος, δεν μπορεί παρά ο καθένας από μας, οι ποιμένες του λαού του Θεού, ο κάθε χριστιανός, και βεβαίως οι νέοι σε πρωταγωνιστικό ρόλο, να αναλάβουμε ενεργό δράση προς την κατεύθυνση της ανακύκλωσης των φυσικών πόρων, την εξάλειψη ή τουλάχιστον τη σημαντική μείωση των αποβλήτων μας, τη χρήση καθαρών και μη τοξικών υλικών και τροφίμων (στο σημείο αυτό η παράδοση της νηστείας της Εκκλησίας μας, θα βοηθούσε πολύ), και βεβαίως την αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας και καυσίμων (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβάλουν σταδιακά στη διαμόρφωση ενός πράσινου περιβάλλοντος με σημαντικές επιπτώσεις και στο περιφερειακό κλίμα. Μια πράσινη ενορία η μάλλον πράσινη Εκκλησία, ένας όρος που μπορεί να ακούγεται περίεργος, θα πρέπει ίσως να θεωρείται ως ο μόνος τρόπος για να μεταμορφώσουμε τον κόσμο εδώ και τώρα.
Με αφετηρία την πλούσια παράδοσή μας, θεωρώ ότι ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, με τη συνδρομή κυρίως των νέων, έχουμε την υποχρέωση να καλλιεργήσουμε και προβάλλουμε ένα νέο ήθος, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής που θέτει ως προτεραιότητα την κατανάλωση και τον ατομικό ευδαιμονισμό υπεράνω της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, της ευθύνης προς τον πλησίον, όλα τα δημιουργήματα και ολάκερη τη φύση.
Ειδικότερα, με τη βοήθεια των τοπικών εκκλησιών, και κυρίως σε επίπεδο ενοριών, οι νέοι μας θα πρέπει να βοηθηθούν, να ενημερωθούν και να αναλάβουν επείγουσα δράση προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος. Στην προοπτική αυτή οι κατά τόπους ενορίες, με τη συστηματική ετήσια διοργάνωση δράσεων στο πλαίσιο των κατηχητικών σχολείων αλλά και ευρύτερα, με ανοικτές συμμετοχικές εκδηλώσεις, πρόσκληση ειδικών, υιοθέτηση πράσινων πρακτικών (λ.χ. μείωση χρήσης πλαστικού, ενεργειακού αποτυπώματος, η ανακύκλωση και η προτίμηση προϊόντων ηθικής παραγωγής, κ.α.) θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση και την έγκυρη ενημέρωση των νέων για περιβαλλοντικά θέματα. Από την αφετηρία αυτή, οι νέοι θα κληθούν στη συνέχεια να λάβουν ενεργό μέρος σε ποίκιλες πρωτοβουλίες, όπως συμμετοχή σε φόρουμ για την κλιματική διπλωματία (το Youth Climate Diplomacy Forum), το οποίο ενισχύει τη συνεργασία των νέων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη για τη διαμόρφωση κοινών στρατηγικών κατά της κλιματικής κρίσης, να ενταχθούν σε προγράμματα εθελοντισμού και σώματα Προστασίας για την προστασία ευαίσθητων περιοχών, όπως λ.χ. ο Όλυμπος, να συμμετέχουν ενεργά σε παγκόσμιες Ημέρες Δράσης, όπως η Προσευχή για το Περιβάλλον, (1η Σεπτεμβρίου), η οποία έχει καθιερωθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ημέρα προσευχής για την προστασία της φύσης, να αξιοποιήσουν δημόσιες πλατφόρμες όπως την «Η Νεολαία της Ευρώπης σε δράση» (European Youth in Action) για να έρθουν σε επαφή με λήπτες αποφάσεων και να διεκδικήσουν κλιματική δικαιοσύνη και πολλά αλλά, τα οποία μπορούν να γίνουν πράξη μέσα από την ανοικτή και αγαπητική συνεργασία των κατά τόπους ποιμένων και των νέων παιδιών.
Ζούμε σε μια κρίσιμη εποχή, όπου απαιτείται ριζική, καθολική δράση ενάντια στην εγωκεντρική και καταναλωτική κουλτούρα, η οποία όχι μόνο μας εμποδίζει να βρούμε ένα πραγματικό νόημα στη ζωή μας, αλλά συμβάλλει στην καταστροφή του πλανήτη. Εμείς ως ποιμένες μαζί με τους νέους καλούμαστε να δράσουμε αποτελεσματικά, χωρίς άλλες αναβολές, για τη σωτήρια του περιβάλλοντος, του σπιτιού μας, στο οποίο τα παιδιά μας θα κληθούν να ζήσουν. Η ευθύνη είναι μεγάλη, αλλά με τη βοήθεια του Θεού και τη συνδρομή όλων, θα τα καταφέρουμε.
Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση του συγγραφέα στο Δ΄ Συνέδριο Νεολαίας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε από 23 έως 25 Ιανουαρίου 2026, στο Πολιτιστικό Κέντρο Αιγίου «Αλέκoς Μέγαρης», με τη συνδιοργάνωση του Δήμου Αιγιαλείας.
Η αναγκαία αναγκαιότητα της πίστης
Ο Πέτρος βεβαιώνει τον Ιησού ότι «κι αν όλοι χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα εγώ ποτέ δε θα τη χάσω» (Μτ. 26:33, πρβλ. Μτ. 8:6-13). Αργότερα, ωστόσο, τον απαρνείται επανειλημμένα.
Η ανθρώπινη αδυναμία διαστρεβλώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει ακόμη και τα βαθύτερα, τα πιο αγνά συναισθήματα. Ακόμη όμως κι όταν η ανθρώπινη αγάπη φαίνεται να υπερβαίνει τα κοινά μέτρα, όταν πηγάζει απ’ την ουσία της η ακατάλυτη επιθυμία να μεταμορφώσει τα πάντα και να μας λυτρώσει απ’ την πεζότητα του βίου μας, αψηφώντας κάθε εμπόδιο, λιποψυχία και φειδωλία, ακόμη και τότε αυτή η αγάπη μπορεί να συντριφτεί πάνω στον βράχο της αδιαφορίας του κόσμου, ο οποίος δύσκολα μετατοπίζεται απ’ τα συνήθη μέτρα του.
Η αγάπη «όσων σπαράζουν, όσων ονειρεύονται ένα κόσμο πιο ζεστό, όσων ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν» σκοντάφτει στους κανόνες της κοινωνίας, φθείρεται απ’ τις αντιξοότητες της ζωής, πνίγεται στην εποχή του νεοκυνισμού, του ταχύρρυθμου ωφελιμισμού και της εφιαλτικής πεζότητας. Όπως αναφέρει και ο Χρήστος Γιανναράς στο Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων: «Συχνά δεν έχει τελειώσει ο ένας “δεσμός”, όταν αρχίζει ο πειραματισμός για τον επόμενο. Με ειλικρίνεια αναζήτησης – όχι για επιπόλαια παιχνίδια εφήμερων ικανοποιήσεων [..].
Έστω και με τη γεύση του ανέφικτου, προχωρώ στην επόμενη δοκιμή, με ανοιχτή αιμάσσουσα την προηγούμενη ρήξη». Μοιάζει σαν να είμαστε παγιδευμένοι σε ένα μυθολογικό σύμπλεγμα, ανίκανοι να απομακρυνθούμε απ’ τη νομοτέλεια της φύσης, ζώντας συνεχώς την ακατάπαυστη επανάληψη των ίδιων πράξεων.
Η λογοτεχνία μαρτυρεί αυτή την τραγωδία, την αδυναμία πραγμάτωσης της ανθρώπινης αγάπης λόγω ποικίλων περιστάσεων. Η απελπισμένη αγάπη του Φλορεντίνο Αρίσα για την Φερμίνα Δάσα (Μαρκές, Ο Έρωτος στα Χρόνια της Χολέρας), του Γιούρι Ζιβάγκο για τη Λάρα (Πάστερνακ, Δόκτωρ Ζιβάγκο), ή του ήρωα του Ντοστογιέφσκι για την Νάστιενκα στις Λευκές Νύχτες, εκεί που η ευτυχία και το όνειρο συναντούν την πεζή πραγματικότητα, ενώ το βάθος των συναισθημάτων παραμένει τελικά ανικανοποίητο, καταλήγοντας σε μια ανανταπόδοτη αγάπη που κρατάει μια ολόκληρη ζωή.
Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα η αναγωγή του έρωτα αρχίζει από τα όμορφα σώματα και ανέρχεται διαρκώς έως να προσεγγίσει την ομορφιά καθαυτή. Ο γήινος έρωτας αποτελεί σκαλοπάτι για κάτι ανώτερο, υπηρετεί την πορεία του ανθρώπου προς το Αγαθό. Αν ο «αληθινός» έρωτας συνεπάγεται αλλαγή του τρόπου της ύπαρξης τότε ο ανθρώπινος έρωτας παραμένει λειψός, υποκείμενος σε συνεχείς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, πρόκειται για ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα που ενέχει την πιθανότητα της ολοκληρωτικής αποτυχίας.
Εντούτοις αυτή η αναγκαία αβεβαιότητα ενός «ριψοκίνδυνου» έρωτα και μιας εύθραυστης αγάπης νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζωή. Η εναπόθεση της εμπιστοσύνης μας σε κάποιον άλλον ενέχει τον κίνδυνο της απογοήτευσης, της προδοσίας και του λάθους, γι’ αυτό και η ανθρώπινη ευπάθεια προϋποθέτει ως βασικό όρο την πίστη που αποδέχεται πλήρως την ενδεχόμενη «βλάβη». Κάθε σχέση, ακόμη κι όταν διατηρείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο παραμένει επικίνδυνη, καθώς ο άνθρωπος είναι τρεπτός, οποιαδήποτε στιγμή μπορεί ν’ αλλάξει γνώμη, να κάνει πίσω, να διαλέξει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Η αναγκαία αβεβαιότητα της πίστης χαρακτηρίζεται απ’ το θετικό ενδεχόμενο, καθώς και απ’ τη πιθανότητα του κινδύνου, πρόκειται για μια υπαρξιακή δέσμευση, έναν παράλογο και ακατανόητο αγώνα που αποδέχεται την πραγματικότητα της πεπερασμένης ζωής. Εδώ δεν υπάρχει ασφάλεια ή εγγυήσεις, κάθε υπόσχεση για το μέλλον μπορεί να παραβιαστεί· οι μεταβολές της ζωής, οι συνεχείς αλλοιώσεις, στις οποίες υπόκειται η ύπαρξη μας, η αρρώστια και ο θάνατος, όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν στον χωρισμό. Εν τέλει όμως, ακριβώς αυτή η ιδιότητα του πεπερασμένου αποτελεί την κινητήρια δύναμη της έγνοιας μας για τον άλλον. Αυτό το οποίο μας υποχρεώνει να φροντίζουμε όσους αγαπάμε, είναι η πραγματικότητα ότι τα πάντα μπορεί να χαθούν σε μια στιγμή, είναι η έμφυτη ανασφάλεια της ύπαρξης.
Ακόμα και οι ισχυρότερες πεποιθήσεις μας, οτιδήποτε τάζουμε σ’ όσους αγαπάμε, αποδεικνύονται ουκ ολίγες φορές απατηλές. Ο Πέτρος βεβαιώνει τον Ιησού ότι «κι αν όλοι χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα εγώ ποτέ δε θα τη χάσω» (Μτ. 26:33, πρβλ. Μτ. 8:6-13). Αργότερα, ωστόσο, τον απαρνείται επανειλημμένα. Η ανθρώπινη αδυναμία διαστρεβλώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει ακόμη και τα βαθύτερα, τα πιο αγνά συναισθήματα. Ακόμη όμως κι όταν η ανθρώπινη αγάπη φαίνεται να υπερβαίνει τα κοινά μέτρα, όταν πηγάζει απ’ την ουσία της η ακατάλυτη επιθυμία να μεταμορφώσει τα πάντα και να μας λυτρώσει απ’ την πεζότητα του βίου μας, αψηφώντας κάθε εμπόδιο, λιποψυχία και φειδωλία, ακόμη και τότε αυτή η αγάπη μπορεί να συντριφτεί πάνω στον βράχο της αδιαφορίας του κόσμου, ο οποίος δύσκολα μετατοπίζεται απ’ τα συνήθη μέτρα του
Ας υποθέσουμε ένα ιδανικό σενάριο στο οποίο η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι αμοιβαία. Μια τέτοια σχέση συνεπάγεται την ενδεχόμενη μεταμόρφωση του εαυτού, καθώς και την κατάρρευση των προγενέστερων πεποιθήσεων και των δύο. Ο άλλος ποτέ δεν είναι πανομοιότυπος, αποτελεί έναν ξεχωριστό μικρόκοσμο, γι’ αυτό κάθε προσπάθεια ελέγχου καταπνίγει την αγάπη, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο ως καρπός ελευθερίας. Η έκθεση του εαυτού, παρέχει τη δυνατότητα της αποκάλυψης αθέατων πλευρών, προσφέρει την ευκαιρία οικοδόμησης της εμπιστοσύνης, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και άνοιγμα στο απροσδόκητο που ενέχει τον κίνδυνο της αγωνίας και της θλίψης. Ακριβώς αυτό αποτελεί την αναγκαία αβεβαιότητα της αγάπης, η οποία εν τέλει χρειάζεται αδιάλειπτη ανατροφοδότηση. Η σχέση που βασίζεται σε υπολογισμούς και πρόσκαιρα συμφέροντα οδηγεί στην αμοιβαία εξαπάτηση, γι’ αυτό και η αγάπη θεμελιώνεται μονάχα στην πίστη, ουσιαστικά αποτελεί την κατεξοχήν υπαρξιακή δέσμευση. Η διατήρηση της αγαπητικής σχέσης συνεπάγεται την αναγνώριση της αξίας της, καθώς και της ευθραυστότητάς της. Δεν πρόκειται για κάτι που δίνεται μια για πάντα, αλλά χρειάζεται συνεχή μέριμνα. Ο κίνδυνος της αποτυχίας είναι συμφυής με την κινητήρια δύναμη της αγάπης.
Η αναγκαία αβεβαιότητα της πίστης χαρακτηρίζεται απ’ το θετικό ενδεχόμενο, καθώς και απ’ τη πιθανότητα του κινδύνου, πρόκειται για μια υπαρξιακή δέσμευση, έναν παράλογο και ακατανόητο αγώνα που αποδέχεται την πραγματικότητα της πεπερασμένης ζωής. Εδώ δεν υπάρχει ασφάλεια ή εγγυήσεις, κάθε υπόσχεση για το μέλλον μπορεί να παραβιαστεί· οι μεταβολές της ζωής, οι συνεχείς αλλοιώσεις, στις οποίες υπόκειται η ύπαρξη μας, η αρρώστια και ο θάνατος, όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν στον χωρισμό. Εν τέλει όμως, ακριβώς αυτή η ιδιότητα του πεπερασμένου αποτελεί την κινητήρια δύναμη της έγνοιας μας για τον άλλον.
Η παραπάνω δυναμική όμως σχετίζεται και με άλλα εγχειρήματα της ζωής μας. Το να αποζητούμε κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει ότι μοιραζόμαστε ένα σύνολο αρχών και μια πρακτική εφαρμογής τους. Πιστεύουμε σε ορισμένες αξίες και τις υπερασπιζόμαστε μέσω αντιπαραθέσεων και αγώνων. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το συλλογικό μας έργο θα στεφθεί από επιτυχία, ούτε γνωρίζουμε τις συνέπειες των πράξεών μας εκ των προτέρων. Αυτή η αναγκαία αβεβαιότητα θέτει το έργο μας σε κίνδυνο, διότι μπορεί να καταρρεύσει λόγω εσωτερικών διαφωνιών ή άλλων συγκρούσεων. Παρόλα αυτά ο ενδεχόμενος κίνδυνος αποτελεί μέρος της κινητήριας δύναμης που υποστηρίζει τη δέσμευσή μας σε κάθε κοινωνικό έργο. Αφιερώνουμε τους εαυτούς μας στην κοινωνική δικαιοσύνη επειδή δεν είναι δεδομένη αλλά απαιτεί τις συνεχείς προσπάθειές μας για να υπάρχει.
Ακριβώς αυτό αποτελεί την αναγκαία αβεβαιότητα της αγάπης, η οποία εν τέλει χρειάζεται αδιάλειπτη ανατροφοδότηση. Η σχέση που βασίζεται σε υπολογισμούς και πρόσκαιρα συμφέροντα οδηγεί στην αμοιβαία εξαπάτηση, γι’ αυτό και η αγάπη θεμελιώνεται μονάχα στην πίστη, ουσιαστικά αποτελεί την κατεξοχήν υπαρξιακή δέσμευση. Η διατήρηση της αγαπητικής σχέσης συνεπάγεται την αναγνώριση της αξίας της, καθώς και της ευθραυστότητάς της. Δεν πρόκειται για κάτι που δίνεται μια για πάντα, αλλά χρειάζεται συνεχή μέριμνα. Ο κίνδυνος της αποτυχίας είναι συμφυής με την κινητήρια δύναμη της αγάπης. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος αποτελεί μέρος της κινητήριας δύναμης που υποστηρίζει τη δέσμευσή μας σε κάθε κοινωνικό έργο. Αφιερώνουμε τους εαυτούς μας στην κοινωνική δικαιοσύνη επειδή δεν είναι δεδομένη αλλά απαιτεί τις συνεχείς προσπάθειές μας για να υπάρχει.
Η δυναμική της πίστης διέπει όλες τις δεσμεύσεις της ζωής, είτε πρόκειται για προσωπικές φιλοδοξίες, διαπροσωπικές σχέσεις ή συλλογικές προσπάθειες. Μπορούμε να ζυγίσουμε τις πιθανότητες επιτυχίας ή αποτυχίας, να εμπιστευτούμε ή να δυσπιστήσουμε, να ορμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις στον αγώνα ή να υποχωρήσουμε αποκαρδιωμένοι. Όπως γράφει και ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ: «με την πίστη δεν αποποιούμαι τίποτε· αντίθετα δέχομαι τα πάντα με την έννοια που τα δέχονταν εκείνος, για τον οποίον ειπώθηκε ότι έχει πίστη ως κόκκον σινάπεως και μπορεί να μετατοπίσει όρη». Η πίστη ότι ο Θεός είναι αγάπη παρέχει την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να αγωνιστεί για το καλύτερο σ’ αυτή τη ζωή, όχι να βρει ένα καταφύγιο, το οποίο θα του θέσει συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς ή θα του διδάξει απλά κάποια ιδεώδη, αλλά έναν χώρο που δεν έχει κανένα κοινό μέτρο μ’ ολόκληρη την πραγματικότητα. Εκεί που το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο είναι για μερικούς προσβλητικό και για άλλους ανόητο (Α΄ Κορ. 1:24) διαφαίνεται η αιώνια ζωντάνια που μας παρέχει η πίστη, δεν πρόκειται για ένα προσωπικό βόλεμα, αλλά για την Εκκλησία που μας προτρέπει να τολμήσουμε, να αγωνιστούμε, διότι ακόμη και η πεπερασμένη ύπαρξη του καθενός μας υπερβαίνεται με την Ανάσταση του Χριστού. Το δίλημμα ανάμεσα στην Ιστορία και την αιωνιότητα καταλύεται, διότι αγωνιζόμενοι στο παρόν εν μέσω αλλεπάλληλων αμφιβολιών, σφαλμάτων αλλά και διά της έμπρακτης μετάνοιας έχουμε την ευκαιρία να συνεχίσουμε μπροστά: «Ξεχνώ αυτά που είναι πίσω μου και κάνω ό,τι μπορώ για να φτάσω αυτά που βρίσκονται μπροστά μου» (Φιλ. 3:13), επειδή η αιωνιότητα δεν αντιπροσωπεύει μια στατική πραγματικότητα αλλά μια συνεχής πορεία προσέγγισης του άναρχου και ατελεύτητου Θεού. Γι’ αυτό και η αιωνιότητα είναι κάτι που χτίζουμε από τώρα, με κάθε προσωπική μας απόφαση, συμπεριφορά και πράξη.
Εκεί που το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο είναι για μερικούς προσβλητικό και για άλλους ανόητο (Α΄ Κορ. 1:24) διαφαίνεται η αιώνια ζωντάνια που μας παρέχει η πίστη, δεν πρόκειται για ένα προσωπικό βόλεμα, αλλά για την Εκκλησία που μας προτρέπει να τολμήσουμε, να αγωνιστούμε, διότι ακόμη και η πεπερασμένη ύπαρξη του καθενός μας υπερβαίνεται με την Ανάσταση του Χριστού. Το δίλημμα ανάμεσα στην Ιστορία και την αιωνιότητα καταλύεται, διότι αγωνιζόμενοι στο παρόν εν μέσω αλλεπάλληλων αμφιβολιών, σφαλμάτων αλλά και διά της έμπρακτης μετάνοιας έχουμε την ευκαιρία να συνεχίσουμε μπροστά: «Ξεχνώ αυτά που είναι πίσω μου και κάνω ό,τι μπορώ για να φτάσω αυτά που βρίσκονται μπροστά μου» (Φιλ. 3:13), επειδή η αιωνιότητα δεν αντιπροσωπεύει μια στατική πραγματικότητα αλλά μια συνεχής πορεία προσέγγισης του άναρχου και ατελεύτητου Θεού. Γι’ αυτό και η αιωνιότητα είναι κάτι που χτίζουμε από τώρα, με κάθε προσωπική μας απόφαση, συμπεριφορά και πράξη.
Σε μεγάλο βαθμό η Εκκλησία σήμερα φαίνεται ότι υπερασπίζεται ιδέες, αξίες, κανόνες, καθώς και μια σειρά αφηρημένων δογμάτων που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Η ίδια η θεολογία και η Εκκλησία καλείται να επικοινωνήσει με την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό, τον κόσμο της φθαρτότητας και της αμαρτίας που επιζητά ένα διαφορετικό μήνυμα και τρόπο· καλείται να μην διακρίνει μόνο τα σημάδια στον ουρανό αλλά και τα σημάδια των καιρών. Η απόπειρα επικαιροποίησης του Ευαγγελίου όμως είναι δύσκολη όταν παραμένουμε προσκολλημένοι στα σχήματα του παρελθόντος, κατασκευάζοντας ένα σύστημα, το οποίο αντί να μας οδηγεί σε διάλογο με τον «Άλλον», υπηρετεί την αυτοεπιβεβαίωση μας. Αναμφίβολα, κάθε σχέση αποτελεί και διακύβευμα, αλλά είναι προτιμότερο να εξέλθουμε απ’ την ασφάλεια μας, ως φως που λάμπει μέσα στο σκοτάδι του κόσμου (Πρβλ. Ιω. 1:6), ακόμη κι αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε είναι ο εξευτελισμός και η σταύρωση. Αποδεχόμενοι την αναγκαία αβεβαιότητα κάθε εγχειρήματος αρχίζουμε να ζούμε, ειδάλλως επικαλούμενοι το παρελθόν και εφευρίσκοντας αδιάκοπα νέες δικαιολογίες, παραμένουμε κλεισμένοι στο καβούκι της ατολμίας μας.
Πηγή













