Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η ευθύνη της Εκκλησίας και των νέων απέναντι στην κλιματική κρίση

Η κλιματική κρίση θεωρείται ως το πιο επείγον πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου είδους και του φυσικού κόσμου, απόρροια του γεγονότος ότι ο άνθρωπος έχει υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής, ο οποίος του αναγνωρίζει έναν ηγεμονικό ρόλο στον κόσμο. Καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας, η ανθρωπότητα ακολούθησε αυτόν τον δρόμο της χρηστικής εκμετάλλευσης και της υπερκατανάλωσης των φυσικών πόρων, αδιάφορη για τη διατήρηση, την προστασία ή την επιβίωση του ευρύτερου περιβάλλοντος.

Η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια πραγματικότητα που απειλεί κάποιο μέρος του πλανήτη μακριά από το σπίτι μας. Είναι μια πραγματικότητα που θέτει σε κίνδυνο τα δικά μας χωριά και τις πόλεις μας και εδώ στην Ελλάδα. Αρκεί να αναφερθούμε στις ανείπωτες καταστροφές που σημειώθηκαν στην Αττική τα τελευταία χρόνια (πλημμύρες στη Μάνδρα και πυρκαγιές στο Μάτι) που προκάλεσαν το θάνατο μεγάλου αριθμού συνανθρώπων μας αλλά και την πιο πρόσφατη καταστροφή που γνώρισε η επαρχία μου, η πόλη του Βόλου και πολλά χωριά από το καταστροφικό φαινόμενο του «Ντάνιελ» (2023). Επιπλέον, έχουμε συνηθίσει και δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση όχι μόνο να ακούμε, αλλά επίσης και να βιώνουμε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως μεγάλες χρονικές περιόδους με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, έντονες καταιγίδες, δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, καταστάσεις που συνέβαιναν και παλιότερα αλλά σήμερα συμβαίνουν σε μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση. Πρόκειται για καταστάσεις, οι οποίες προκαλούν ανυπολόγιστα προβλήματα, τόσο στο τοπικό περιβάλλον όσο και στο κλίμα και την οικονομία. Είναι αυτονόητο λοιπόν ότι η κλιματική αλλαγή ως παιδί του τρόπου ζωής μας όχι μόνον προκαλεί αλλά και επηρεάζει με διαφορετικούς τρόπους ολόκληρο τον πλανήτη και θα πρέπει να γίνει κάτι προκειμένου να μειωθούν οι συνέπειές του.

Πως αντέδρασε ή τι μπορεί να κάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα;

Είναι αλήθεια ότι η προστασία του περιβάλλοντος υπήρξε ένας από τους τομείς όπου η Εκκλησία έπαιξε από την αρχή και συνεχίζει να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Υπό την καθοδήγηση του «Πράσινου Πατριάρχη», της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο τις τελευταίες πολλές δεκαετίες με τη διοργάνωση συνεδρίων και πρωτοβουλιών (π.χ. η καθιέρωση της 1ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Προσευχής για το Περιβάλλον), επιδιώκοντας να επισημάνει, τις πνευματικές, ηθικές όσο και θρησκευτικές πτυχές της οικολογικής κρίσης, τονίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη για μια πνευματική μεταμόρφωση της ανθρωπότητας, για την από κοινού αντιμετώπιση αυτών των αρνητικών εξελίξεων. Σε ένα κείμενο, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα ακριβώς με την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τίτλο «Υπερ της του κόσμου ζωής: Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας», σημειώνεται χαρακτηριστικά σχετικά με την παρούσα περιβαλλοντική κρίση:

«Κανένας δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀποκομμένος ἀπό τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπό τό σύνολο τῆς δημιουργίας. Εἴμαστε πλάσματα (ἀλληλο)ἐξαρτώμενα, πού βρίσκονται σέ διαρκή κοινωνία, καί ὡς ἐκ τούτου φέρουμε ἠθική εὐθύνη, ὄχι μόνο γιά μᾶς τούς ἴδιους ἤ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπηρεάζουμε ἄμεσα, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν κτιστή τάξη—ὁλόκληρη, τρόπος τοῦ λέγειν, τήν «κοσμόπολη». Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλησίον καί ἡ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες. Παρόμοια ἄρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους εἶναι καί ἡ φροντίδα μας γιά τή δημιουργία καί ἡ διακονία μας πρός τά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι ἀλληλένδετες καί οἱ οἰκονομικές συνθῆκες τῶν φτωχῶν μέ τίς οἰκολογικές συνθήκες τοῦ πλανήτη. Οἱ ἐπιστήμονες μᾶς λένε ὅτι ἐκείνοι πού ἔχουν πληγεῖ περισσότερο ἀπό τήν τρέχουσα οἰκολογική κρίση εἶναι καί θά εἶναι ὅσοι κατέχουν ἐλάχιστα. Ἑπομένως, τό πρόβλημα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς ἀποτελεῖ καί ζήτημα κοινωνικῆς πρόνοιας καί κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τίς κυβερνήσεις τοῦ κόσμου νά ἀναζητήσουν τρόπους προώθησης τῶν περιβαλλοντολογικῶν ἐπιστημῶν μέσῳ τῆς ἐκπαίδευσης καί τῶν κρατικῶν ἐπιχορηγήσεων, ἐρευνητικῶν προγραμμάτων. Τίς καλεῖ νά προθυμοποιηθοῦν γιά τή χρηματοδότηση τεχνολογιῶν, οἱ ὁποῖες θά συντελέσουν στήν ἀναστροφή τῶν δυσμενῶν ἐπιπτώσεων ἀπό τίς ἐκπομπές τοῦ διοξειδίου τοῦ ἄνθρακα, ἀπό τή ρύπανση καί ἀπό ὅλες τίς μορφές περιβαλλοντικῆς ὑποβάθμισης» (παρ. 76).

Το προφητικό αυτό κείμενο αναφέρει σαφώς, ότι όσο ο τύπος του homo economicus συνεχίζει να κυριαρχεί στο ανθρωπολογικό μας φαντασιακό, σύμφωνα με το οποίο η αλόγιστη οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι οι αγορές είναι το καλύτερο μέσο με το οποίο τα άτομα και οι σύγχρονες κοινωνίες επιτυγχάνουν ολοένα αυξανόμενο πλούτο, η αναζήτηση ενός εναλλακτικού ανθρωπολογικού μοντέλου βασισμένο σε μια επανερμηνεία της χριστιανικής παράδοσης είναι απολύτως αναγκαία.


Κανένας δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀποκομμένος ἀπό τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπό τό σύνολο τῆς δημιουργίας. Εἴμαστε πλάσματα (ἀλληλο)ἐξαρτώμενα, πού βρίσκονται σέ διαρκή κοινωνία, καί ὡς ἐκ τούτου φέρουμε ἠθική εὐθύνη, ὄχι μόνο γιά μᾶς τούς ἴδιους ἤ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπηρεάζουμε ἄμεσα, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν κτιστή τάξη—ὁλόκληρη, τρόπος τοῦ λέγειν, τήν «κοσμόπολη». Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλησίον καί ἡ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες.

Λαμβάνοντας ως αφετηρία το αγαπητικό-κοινοτικό-θυσιαστικό ήθος, που εκδηλώνεται στην αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ, μαζί με τον προσωπικό τρόπο ύπαρξης που συνοψίζει την πρόταση για το τι είναι ο άνθρωπος, η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να προτείνει ένα διαφορετικό πρότυπο ζωής και κοινωνικής συνύπαρξης, όπου ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας και της ετερότητας, ο σεβασμός της ακεραιότητας της δημιουργίας, καθώς και ηθική ευθύνη να αναλάβουμε δράση στον παρόντα αιώνα, μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες δημιουργίας πολιτισμού. Το ανθρωπολογικό ιδεώδες του προσώπου, πιστεύω ότι συνιστά το πιο πολύτιμο δώρο που η Ορθοδοξία μπορεί να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο, το πιο ισχυρό αντίδοτο απέναντι στην επικρατούσα ιδεολογία των αγορών.

Είναι ακριβώς εδώ που ο ρόλος των νέων αναδύεται εξαιρετικής σημασίας. Οι νέοι, με την καθαρότητα, φρεσκάδα και δυναμισμό που τους χαρακτηρίζει, μπορούν να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για ένα βιώσιμο μέλλον, καθώς η νέα γενιά είναι που επηρεάζεται άμεσα και καταλυτικά από την κλιματική κρίση. Με την ενέργεια, την καινοτομία και την ευαισθησία που χαρακτηρίζουν τα παιδιά, αυτά δεν είναι απλώς θεατές, αλλά μπορούν και πρέπει να γίνουν πρωταγωνιστές στις προσπάθειες προστασίας του πλανήτη.

Με αφετηρία την πλούσια παράδοσή μας, θεωρώ ότι ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, με τη συνδρομή κυρίως των νέων, έχουμε την υποχρέωση να καλλιεργήσουμε και προβάλλουμε ένα νέο ήθος, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής που θέτει ως προτεραιότητα την κατανάλωση και τον ατομικό ευδαιμονισμό υπεράνω της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, της ευθύνης προς τον πλησίον, όλα τα δημιουργήματα και ολάκερη τη φύση. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι απλώς ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα, μια ιδεολογία, που θα προσπαθεί να βρει την ισορροπία μεταξύ των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν και των κινδύνων που πρέπει να αποφευχθούν χάριν της πολιτικής ορθότητας, αλλά ένα νέο ήθος που θα λαμβάνει σοβαρά υπόψη την ανάγκη των ανθρώπων να εγκύψουν βαθιά στην καρδιά τους, αναζητώντας το πραγματικό νόημα για ολόκληρο τον κόσμο.

Εμπνεόμενοι από αυτό το εναλλακτικό ήθος, δεν μπορεί παρά ο καθένας από μας, οι ποιμένες του λαού του Θεού, ο κάθε χριστιανός, και βεβαίως οι νέοι σε πρωταγωνιστικό ρόλο, να αναλάβουμε ενεργό δράση προς την κατεύθυνση της ανακύκλωσης των φυσικών πόρων, την εξάλειψη ή τουλάχιστον τη σημαντική μείωση των αποβλήτων μας, τη χρήση καθαρών και μη τοξικών υλικών και τροφίμων (στο σημείο αυτό η παράδοση της νηστείας της Εκκλησίας μας, θα βοηθούσε πολύ), και βεβαίως την αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας και καυσίμων (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβάλουν σταδιακά στη διαμόρφωση ενός πράσινου περιβάλλοντος με σημαντικές επιπτώσεις και στο περιφερειακό κλίμα. Μια πράσινη ενορία η μάλλον πράσινη Εκκλησία, ένας όρος που μπορεί να ακούγεται περίεργος, θα πρέπει ίσως να θεωρείται ως ο μόνος τρόπος για να μεταμορφώσουμε τον κόσμο εδώ και τώρα.


Με αφετηρία την πλούσια παράδοσή μας, θεωρώ ότι ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, με τη συνδρομή κυρίως των νέων, έχουμε την υποχρέωση να καλλιεργήσουμε και προβάλλουμε ένα νέο ήθος, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής που θέτει ως προτεραιότητα την κατανάλωση και τον ατομικό ευδαιμονισμό υπεράνω της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, της ευθύνης προς τον πλησίον, όλα τα δημιουργήματα και ολάκερη τη φύση.

Ειδικότερα, με τη βοήθεια των τοπικών εκκλησιών, και κυρίως σε επίπεδο ενοριών, οι νέοι μας θα πρέπει να βοηθηθούν, να ενημερωθούν και να αναλάβουν επείγουσα δράση προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος. Στην προοπτική αυτή οι κατά τόπους ενορίες, με τη συστηματική ετήσια διοργάνωση δράσεων στο πλαίσιο των κατηχητικών σχολείων αλλά και ευρύτερα, με ανοικτές συμμετοχικές εκδηλώσεις, πρόσκληση ειδικών, υιοθέτηση πράσινων πρακτικών (λ.χ. μείωση χρήσης πλαστικού, ενεργειακού αποτυπώματος, η ανακύκλωση και η προτίμηση προϊόντων ηθικής παραγωγής, κ.α.) θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση και την έγκυρη ενημέρωση των νέων για περιβαλλοντικά θέματα. Από την αφετηρία αυτή, οι νέοι θα κληθούν στη συνέχεια να λάβουν ενεργό μέρος σε ποίκιλες πρωτοβουλίες, όπως συμμετοχή σε φόρουμ για την κλιματική διπλωματία (το Youth Climate Diplomacy Forum), το οποίο ενισχύει τη συνεργασία των νέων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη για τη διαμόρφωση κοινών στρατηγικών κατά της κλιματικής κρίσης, να ενταχθούν σε προγράμματα εθελοντισμού και σώματα Προστασίας για την προστασία ευαίσθητων περιοχών, όπως λ.χ. ο Όλυμπος, να συμμετέχουν ενεργά σε παγκόσμιες Ημέρες Δράσης, όπως η Προσευχή για το Περιβάλλον, (1η Σεπτεμβρίου), η οποία έχει καθιερωθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ημέρα προσευχής για την προστασία της φύσης, να αξιοποιήσουν δημόσιες πλατφόρμες όπως την «Η Νεολαία της Ευρώπης σε δράση» (European Youth in Action) για να έρθουν σε επαφή με λήπτες αποφάσεων και να διεκδικήσουν κλιματική δικαιοσύνη και πολλά αλλά, τα οποία μπορούν να γίνουν πράξη μέσα από την ανοικτή και αγαπητική συνεργασία των κατά τόπους ποιμένων και των νέων παιδιών.

Ζούμε σε μια κρίσιμη εποχή, όπου απαιτείται ριζική, καθολική δράση ενάντια στην εγωκεντρική και καταναλωτική κουλτούρα, η οποία όχι μόνο μας εμποδίζει να βρούμε ένα πραγματικό νόημα στη ζωή μας, αλλά συμβάλλει στην καταστροφή του πλανήτη. Εμείς ως ποιμένες μαζί με τους νέους καλούμαστε να δράσουμε αποτελεσματικά, χωρίς άλλες αναβολές, για τη σωτήρια του περιβάλλοντος, του σπιτιού μας, στο οποίο τα παιδιά μας θα κληθούν να ζήσουν. Η ευθύνη είναι μεγάλη, αλλά με τη βοήθεια του Θεού και τη συνδρομή όλων, θα τα καταφέρουμε.

Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση του συγγραφέα στο Δ΄ Συνέδριο Νεολαίας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε από 23 έως 25 Ιανουαρίου 2026, στο Πολιτιστικό Κέντρο Αιγίου «Αλέκoς Μέγαρης», με τη συνδιοργάνωση του Δήμου Αιγιαλείας.

Η αναγκαία αναγκαιότητα της πίστης

Η αγάπη και οι υποσχέσεις των ανθρώπων χαρακτηρίζονται από ανεπάρκεια και αλλοίωση. Δεν είναι μονάχα οι εξωτερικές συνθήκες που μεταβάλλονται καθημερινά, ιδιαίτερα σ’ έναν κόσμο που κινείται με τόσο γρήγορους ρυθμούς όπως ο δικός μας, αλλά έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τους αστάθμητους παράγοντες που μπορούν να ισοπεδώσουν ό,τι με κόπο δημιουργήσαμε. Ακόμα και οι ισχυρότερες πεποιθήσεις μας, οτιδήποτε τάζουμε σ’ όσους αγαπάμε, αποδεικνύονται ουκ ολίγες φορές απατηλές.
Ο Πέτρος βεβαιώνει τον Ιησού ότι «κι αν όλοι χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα εγώ ποτέ δε θα τη χάσω» (Μτ. 26:33, πρβλ. Μτ. 8:6-13). Αργότερα, ωστόσο, τον απαρνείται επανειλημμένα.
 
Η ανθρώπινη αδυναμία διαστρεβλώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει ακόμη και τα βαθύτερα, τα πιο αγνά συναισθήματα. Ακόμη όμως κι όταν η ανθρώπινη αγάπη φαίνεται να υπερβαίνει τα κοινά μέτρα, όταν πηγάζει απ’ την ουσία της η ακατάλυτη επιθυμία να μεταμορφώσει τα πάντα και να μας λυτρώσει απ’ την πεζότητα του βίου μας, αψηφώντας κάθε εμπόδιο, λιποψυχία και φειδωλία, ακόμη και τότε αυτή η αγάπη μπορεί να συντριφτεί πάνω στον βράχο της αδιαφορίας του κόσμου, ο οποίος δύσκολα μετατοπίζεται απ’ τα συνήθη μέτρα του.

Η αγάπη «όσων σπαράζουν, όσων ονειρεύονται ένα κόσμο πιο ζεστό, όσων ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν» σκοντάφτει στους κανόνες της κοινωνίας, φθείρεται απ’ τις αντιξοότητες της ζωής, πνίγεται στην εποχή του νεοκυνισμού, του ταχύρρυθμου ωφελιμισμού και της εφιαλτικής πεζότητας. Όπως αναφέρει και ο Χρήστος Γιανναράς στο Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων: «Συχνά δεν έχει τελειώσει ο ένας “δεσμός”, όταν αρχίζει ο πειραματισμός για τον επόμενο. Με ειλικρίνεια αναζήτησης – όχι για επιπόλαια παιχνίδια εφήμερων ικανοποιήσεων [..].
Έστω και με τη γεύση του ανέφικτου, προχωρώ στην επόμενη δοκιμή, με ανοιχτή αιμάσσουσα την προηγούμενη ρήξη». Μοιάζει σαν να είμαστε παγιδευμένοι σε ένα μυθολογικό σύμπλεγμα, ανίκανοι να απομακρυνθούμε απ’ τη νομοτέλεια της φύσης, ζώντας συνεχώς την ακατάπαυστη επανάληψη των ίδιων πράξεων.

Η λογοτεχνία μαρτυρεί αυτή την τραγωδία, την αδυναμία πραγμάτωσης της ανθρώπινης αγάπης λόγω ποικίλων περιστάσεων. Η απελπισμένη αγάπη του Φλορεντίνο Αρίσα για την Φερμίνα Δάσα (Μαρκές, Ο Έρωτος στα Χρόνια της Χολέρας), του Γιούρι Ζιβάγκο για τη Λάρα (Πάστερνακ, Δόκτωρ Ζιβάγκο), ή του ήρωα του Ντοστογιέφσκι για την Νάστιενκα στις Λευκές Νύχτες, εκεί που η ευτυχία και το όνειρο συναντούν την πεζή πραγματικότητα, ενώ το βάθος των συναισθημάτων παραμένει τελικά ανικανοποίητο, καταλήγοντας σε μια ανανταπόδοτη αγάπη που κρατάει μια ολόκληρη ζωή.
Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα η αναγωγή του έρωτα αρχίζει από τα όμορφα σώματα και ανέρχεται διαρκώς έως να προσεγγίσει την ομορφιά καθαυτή. Ο γήινος έρωτας αποτελεί σκαλοπάτι για κάτι ανώτερο, υπηρετεί την πορεία του ανθρώπου προς το Αγαθό. Αν ο «αληθινός» έρωτας συνεπάγεται αλλαγή του τρόπου της ύπαρξης τότε ο ανθρώπινος έρωτας παραμένει λειψός, υποκείμενος σε συνεχείς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις, πρόκειται για ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα που ενέχει την πιθανότητα της ολοκληρωτικής αποτυχίας.

Εντούτοις αυτή η αναγκαία αβεβαιότητα ενός «ριψοκίνδυνου» έρωτα και μιας εύθραυστης αγάπης νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζωή. Η εναπόθεση της εμπιστοσύνης μας σε κάποιον άλλον ενέχει τον κίνδυνο της απογοήτευσης, της προδοσίας και του λάθους, γι’ αυτό και η ανθρώπινη ευπάθεια προϋποθέτει ως βασικό όρο την πίστη που αποδέχεται πλήρως την ενδεχόμενη «βλάβη». Κάθε σχέση, ακόμη κι όταν διατηρείται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο παραμένει επικίνδυνη, καθώς ο άνθρωπος είναι τρεπτός, οποιαδήποτε στιγμή μπορεί ν’ αλλάξει γνώμη, να κάνει πίσω, να διαλέξει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Η αναγκαία αβεβαιότητα της πίστης χαρακτηρίζεται απ’ το θετικό ενδεχόμενο, καθώς και απ’ τη πιθανότητα του κινδύνου, πρόκειται για μια υπαρξιακή δέσμευση, έναν παράλογο και ακατανόητο αγώνα που αποδέχεται την πραγματικότητα της πεπερασμένης ζωής. Εδώ δεν υπάρχει ασφάλεια ή εγγυήσεις, κάθε υπόσχεση για το μέλλον μπορεί να παραβιαστεί· οι μεταβολές της ζωής, οι συνεχείς αλλοιώσεις, στις οποίες υπόκειται η ύπαρξη μας, η αρρώστια και ο θάνατος, όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν στον χωρισμό. Εν τέλει όμως, ακριβώς αυτή η ιδιότητα του πεπερασμένου αποτελεί την κινητήρια δύναμη της έγνοιας μας για τον άλλον. Αυτό το οποίο μας υποχρεώνει να φροντίζουμε όσους αγαπάμε, είναι η πραγματικότητα ότι τα πάντα μπορεί να χαθούν σε μια στιγμή, είναι η έμφυτη ανασφάλεια της ύπαρξης.

Ακόμα και οι ισχυρότερες πεποιθήσεις μας, οτιδήποτε τάζουμε σ’ όσους αγαπάμε, αποδεικνύονται ουκ ολίγες φορές απατηλές. Ο Πέτρος βεβαιώνει τον Ιησού ότι «κι αν όλοι χάσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ εσένα εγώ ποτέ δε θα τη χάσω» (Μτ. 26:33, πρβλ. Μτ. 8:6-13). Αργότερα, ωστόσο, τον απαρνείται επανειλημμένα. Η ανθρώπινη αδυναμία διαστρεβλώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει ακόμη και τα βαθύτερα, τα πιο αγνά συναισθήματα. Ακόμη όμως κι όταν η ανθρώπινη αγάπη φαίνεται να υπερβαίνει τα κοινά μέτρα, όταν πηγάζει απ’ την ουσία της η ακατάλυτη επιθυμία να μεταμορφώσει τα πάντα και να μας λυτρώσει απ’ την πεζότητα του βίου μας, αψηφώντας κάθε εμπόδιο, λιποψυχία και φειδωλία, ακόμη και τότε αυτή η αγάπη μπορεί να συντριφτεί πάνω στον βράχο της αδιαφορίας του κόσμου, ο οποίος δύσκολα μετατοπίζεται απ’ τα συνήθη μέτρα του

Ας υποθέσουμε ένα ιδανικό σενάριο στο οποίο η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι αμοιβαία. Μια τέτοια σχέση συνεπάγεται την ενδεχόμενη μεταμόρφωση του εαυτού, καθώς και την κατάρρευση των προγενέστερων πεποιθήσεων και των δύο. Ο άλλος ποτέ δεν είναι πανομοιότυπος, αποτελεί έναν ξεχωριστό μικρόκοσμο, γι’ αυτό κάθε προσπάθεια ελέγχου καταπνίγει την αγάπη, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο ως καρπός ελευθερίας. Η έκθεση του εαυτού, παρέχει τη δυνατότητα της αποκάλυψης αθέατων πλευρών, προσφέρει την ευκαιρία οικοδόμησης της εμπιστοσύνης, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και άνοιγμα στο απροσδόκητο που ενέχει τον κίνδυνο της αγωνίας και της θλίψης. Ακριβώς αυτό αποτελεί την αναγκαία αβεβαιότητα της αγάπης, η οποία εν τέλει χρειάζεται αδιάλειπτη ανατροφοδότηση. Η σχέση που βασίζεται σε υπολογισμούς και πρόσκαιρα συμφέροντα οδηγεί στην αμοιβαία εξαπάτηση, γι’ αυτό και η αγάπη θεμελιώνεται μονάχα στην πίστη, ουσιαστικά αποτελεί την κατεξοχήν υπαρξιακή δέσμευση. Η διατήρηση της αγαπητικής σχέσης συνεπάγεται την αναγνώριση της αξίας της, καθώς και της ευθραυστότητάς της. Δεν πρόκειται για κάτι που δίνεται μια για πάντα, αλλά χρειάζεται συνεχή μέριμνα. Ο κίνδυνος της αποτυχίας είναι συμφυής με την κινητήρια δύναμη της αγάπης.

Η αναγκαία αβεβαιότητα της πίστης χαρακτηρίζεται απ’ το θετικό ενδεχόμενο, καθώς και απ’ τη πιθανότητα του κινδύνου, πρόκειται για μια υπαρξιακή δέσμευση, έναν παράλογο και ακατανόητο αγώνα που αποδέχεται την πραγματικότητα της πεπερασμένης ζωής. Εδώ δεν υπάρχει ασφάλεια ή εγγυήσεις, κάθε υπόσχεση για το μέλλον μπορεί να παραβιαστεί· οι μεταβολές της ζωής, οι συνεχείς αλλοιώσεις, στις οποίες υπόκειται η ύπαρξη μας, η αρρώστια και ο θάνατος, όλα αυτά μπορεί να οδηγήσουν στον χωρισμό. Εν τέλει όμως, ακριβώς αυτή η ιδιότητα του πεπερασμένου αποτελεί την κινητήρια δύναμη της έγνοιας μας για τον άλλον.

Η παραπάνω δυναμική όμως σχετίζεται και με άλλα εγχειρήματα της ζωής μας. Το να αποζητούμε κοινωνική δικαιοσύνη σημαίνει ότι μοιραζόμαστε ένα σύνολο αρχών και μια πρακτική εφαρμογής τους. Πιστεύουμε σε ορισμένες αξίες και τις υπερασπιζόμαστε μέσω αντιπαραθέσεων και αγώνων. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι το συλλογικό μας έργο θα στεφθεί από επιτυχία, ούτε γνωρίζουμε τις συνέπειες των πράξεών μας εκ των προτέρων. Αυτή η αναγκαία αβεβαιότητα θέτει το έργο μας σε κίνδυνο, διότι μπορεί να καταρρεύσει λόγω εσωτερικών διαφωνιών ή άλλων συγκρούσεων. Παρόλα αυτά ο ενδεχόμενος κίνδυνος αποτελεί μέρος της κινητήριας δύναμης που υποστηρίζει τη δέσμευσή μας σε κάθε κοινωνικό έργο. Αφιερώνουμε τους εαυτούς μας στην κοινωνική δικαιοσύνη επειδή δεν είναι δεδομένη αλλά απαιτεί τις συνεχείς προσπάθειές μας για να υπάρχει.

Ακριβώς αυτό αποτελεί την αναγκαία αβεβαιότητα της αγάπης, η οποία εν τέλει χρειάζεται αδιάλειπτη ανατροφοδότηση. Η σχέση που βασίζεται σε υπολογισμούς και πρόσκαιρα συμφέροντα οδηγεί στην αμοιβαία εξαπάτηση, γι’ αυτό και η αγάπη θεμελιώνεται μονάχα στην πίστη, ουσιαστικά αποτελεί την κατεξοχήν υπαρξιακή δέσμευση. Η διατήρηση της αγαπητικής σχέσης συνεπάγεται την αναγνώριση της αξίας της, καθώς και της ευθραυστότητάς της. Δεν πρόκειται για κάτι που δίνεται μια για πάντα, αλλά χρειάζεται συνεχή μέριμνα. Ο κίνδυνος της αποτυχίας είναι συμφυής με την κινητήρια δύναμη της αγάπης. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος αποτελεί μέρος της κινητήριας δύναμης που υποστηρίζει τη δέσμευσή μας σε κάθε κοινωνικό έργο. Αφιερώνουμε τους εαυτούς μας στην κοινωνική δικαιοσύνη επειδή δεν είναι δεδομένη αλλά απαιτεί τις συνεχείς προσπάθειές μας για να υπάρχει.

Η δυναμική της πίστης διέπει όλες τις δεσμεύσεις της ζωής, είτε πρόκειται για προσωπικές φιλοδοξίες, διαπροσωπικές σχέσεις ή συλλογικές προσπάθειες. Μπορούμε να ζυγίσουμε τις πιθανότητες επιτυχίας ή αποτυχίας, να εμπιστευτούμε ή να δυσπιστήσουμε, να ορμήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις στον αγώνα ή να υποχωρήσουμε αποκαρδιωμένοι. Όπως γράφει και ο Σαίρεν Κίρκεγκωρ: «με την πίστη δεν αποποιούμαι τίποτε· αντίθετα δέχομαι τα πάντα με την έννοια που τα δέχονταν εκείνος, για τον οποίον ειπώθηκε ότι έχει πίστη ως κόκκον σινάπεως και μπορεί να μετατοπίσει όρη». Η πίστη ότι ο Θεός είναι αγάπη παρέχει την δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να αγωνιστεί για το καλύτερο σ’ αυτή τη ζωή, όχι να βρει ένα καταφύγιο, το οποίο θα του θέσει συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς ή θα του διδάξει απλά κάποια ιδεώδη, αλλά έναν χώρο που δεν έχει κανένα κοινό μέτρο μ’ ολόκληρη την πραγματικότητα. Εκεί που το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο είναι για μερικούς προσβλητικό και για άλλους ανόητο (Α΄ Κορ. 1:24) διαφαίνεται η αιώνια ζωντάνια που μας παρέχει η πίστη, δεν πρόκειται για ένα προσωπικό βόλεμα, αλλά για την Εκκλησία που μας προτρέπει να τολμήσουμε, να αγωνιστούμε, διότι ακόμη και η πεπερασμένη ύπαρξη του καθενός μας υπερβαίνεται με την Ανάσταση του Χριστού. Το δίλημμα ανάμεσα στην Ιστορία και την αιωνιότητα καταλύεται, διότι αγωνιζόμενοι στο παρόν εν μέσω αλλεπάλληλων αμφιβολιών, σφαλμάτων αλλά και διά της έμπρακτης μετάνοιας έχουμε την ευκαιρία να συνεχίσουμε μπροστά: «Ξεχνώ αυτά που είναι πίσω μου και κάνω ό,τι μπορώ για να φτάσω αυτά που βρίσκονται μπροστά μου» (Φιλ. 3:13), επειδή η αιωνιότητα δεν αντιπροσωπεύει μια στατική πραγματικότητα αλλά μια συνεχής πορεία προσέγγισης του άναρχου και ατελεύτητου Θεού. Γι’ αυτό και η αιωνιότητα είναι κάτι που χτίζουμε από τώρα, με κάθε προσωπική μας απόφαση, συμπεριφορά και πράξη.

Εκεί που το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο είναι για μερικούς προσβλητικό και για άλλους ανόητο (Α΄ Κορ. 1:24) διαφαίνεται η αιώνια ζωντάνια που μας παρέχει η πίστη, δεν πρόκειται για ένα προσωπικό βόλεμα, αλλά για την Εκκλησία που μας προτρέπει να τολμήσουμε, να αγωνιστούμε, διότι ακόμη και η πεπερασμένη ύπαρξη του καθενός μας υπερβαίνεται με την Ανάσταση του Χριστού. Το δίλημμα ανάμεσα στην Ιστορία και την αιωνιότητα καταλύεται, διότι αγωνιζόμενοι στο παρόν εν μέσω αλλεπάλληλων αμφιβολιών, σφαλμάτων αλλά και διά της έμπρακτης μετάνοιας έχουμε την ευκαιρία να συνεχίσουμε μπροστά: «Ξεχνώ αυτά που είναι πίσω μου και κάνω ό,τι μπορώ για να φτάσω αυτά που βρίσκονται μπροστά μου» (Φιλ. 3:13), επειδή η αιωνιότητα δεν αντιπροσωπεύει μια στατική πραγματικότητα αλλά μια συνεχής πορεία προσέγγισης του άναρχου και ατελεύτητου Θεού. Γι’ αυτό και η αιωνιότητα είναι κάτι που χτίζουμε από τώρα, με κάθε προσωπική μας απόφαση, συμπεριφορά και πράξη.

Σε μεγάλο βαθμό η Εκκλησία σήμερα φαίνεται ότι υπερασπίζεται ιδέες, αξίες, κανόνες, καθώς και μια σειρά αφηρημένων δογμάτων που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Η ίδια η θεολογία και η Εκκλησία καλείται να επικοινωνήσει με την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό, τον κόσμο της φθαρτότητας και της αμαρτίας που επιζητά ένα διαφορετικό μήνυμα και τρόπο· καλείται να μην διακρίνει μόνο τα σημάδια στον ουρανό αλλά και τα σημάδια των καιρών. Η απόπειρα επικαιροποίησης του Ευαγγελίου όμως είναι δύσκολη όταν παραμένουμε προσκολλημένοι στα σχήματα του παρελθόντος, κατασκευάζοντας ένα σύστημα, το οποίο αντί να μας οδηγεί σε διάλογο με τον «Άλλον», υπηρετεί την αυτοεπιβεβαίωση μας. Αναμφίβολα, κάθε σχέση αποτελεί και διακύβευμα, αλλά είναι προτιμότερο να εξέλθουμε απ’ την ασφάλεια μας, ως φως που λάμπει μέσα στο σκοτάδι του κόσμου (Πρβλ. Ιω. 1:6), ακόμη κι αν το τίμημα που πρέπει να πληρώσουμε είναι ο εξευτελισμός και η σταύρωση. Αποδεχόμενοι την αναγκαία αβεβαιότητα κάθε εγχειρήματος αρχίζουμε να ζούμε, ειδάλλως επικαλούμενοι το παρελθόν και εφευρίσκοντας αδιάκοπα νέες δικαιολογίες, παραμένουμε κλεισμένοι στο καβούκι της ατολμίας μας.

Ο Γιάννης Καμίνης είναι Δρ. Θεολογίας (Πανεπιστήμιο της Σόφιας «Αγ. Κλήμης της Αχρίδας») και Συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.


Πηγή

Η εικόνα της Ορθοδοξίας στις Ισλαμικές χώρες

Η εικόνα της Ορθοδοξίας στις Ισλαμικές χώρες

(Περίληψη εισήγησης στην Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, Σάββατο 3 Μαρτίου 2007)
 Chadi Ayoubi 

 Ο σχέσεις των μουσουλμάνων με την Ορθοδοξία είναι αρκετά παλαιές: Το Ισλάμ θεωρεί τον εαυτό του ως τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας των θεϊκών αποκαλύψεων που κάλεσαν τον κόσμο στον μονοθεϊσμό, αφού προηγήθηκαν ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός. Υπάρχουν αρκετές αναφορές για τους χριστιανούς στο Κοράνι, όπου χαρακτηριστικά αναφέρεται: «οι καλούμενοι χριστιανοί είναι οι μάλλον διατεθειμένοι να αγαπούν τους πιστούς, επειδή έχουν ιερείς αφοσιωμένους στην μάθηση και μοναχούς, και επειδή δεν είναι υπερήφανοι» (1). 
Το Κοράνι περιγράφει επίσης την κατάσταση μετά την ήττα των Βυζαντινών από τους Πέρσες. Οι μουσουλμάνοι ένιωσαν άσχημα για το γεγονός, επειδή οι Βυζαντινοί ανήκαν σε θρησκεία του μονοθεϊσμού. Ενώ αντίθετα οι ειδωλολάτρες (Κουραϊσίτες) χάρηκαν γιατί οι Πέρσες είχαν παρόμοια θρησκεία με αυτούς. «ηττήθηκαν οι Ρωμαίοι. Σε μια κοντινή περιοχή. Αυτοί όμως θα ξανανικήσουν σε μερικά χρόνια» (2).
 Βέβαια οι αναφορές του Κορανίου στους Χριστιανούς είναι πολλές και διαφορετικές, καθώς συζητούν διάφορα θέματα της πίστης και της ιστορίας. Οι πρώτες επαφές μουσουλμάνων και χριστιανών: Είναι γεγονός ότι οι πρώτοι μουσουλμάνοι είχαν ζητήσει άσυλο από τα βάσανα των Κουραϊσιδών στην βασιλεία ενός χριστιανού βασιλέα, του Ναζάσι (3). Το γεγονός αυτό συνέβη πριν την Εγίρα προς την Μεδίνα. Τον Ναζάσι ο Προφήτης Μουχάμμαντ (Μωάμεθ) περιγράφει λέγοντας: είναι ευγενής και στην βασιλεία του δεν αδικείται κανένας (4). Ο Προφήτης Μουχάμμαντ επίσης φιλοξένησε μια πρεσβεία των χριστιανών της περιοχής Ναζράν (5) –περίπου 60 άτομα– στο πρώτο τζαμί του Ισλάμ για δυο περίπου εβδομάδες. Εκεί, στον ίδιο χώρο, οι δυο ομάδες εκτελούσαν τις προσευχές τους χωρίς κανένα πρόβλημα.
 Οι χριστιανοί στο ισλαμικό κράτος, ιστορική ανασκόπηση: Οι μη μουσουλμάνοι –και κυρίως οι χριστιανοί– έχουν συμμετάσχει πολύ ενεργά στην εκπολιτιστική κίνηση που γνώρισε ο ισλαμικός κόσμος, ανήλθαν στα υψηλότερα αξιώματα του κράτους, είχαν μεγάλες περιουσίες και σημαίνουσες θέσεις. Οι χριστιανοί στο ισλαμικό κράτος δεν ήταν μόνο επιστήμονες και μεγάλοι έμποροι? ήταν και συγγενείς μουσουλμάνων, σύζυγοι, συνέταιροι, και γιατροί με μεγάλη φήμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι η γυναίκα του Μωαβία ήταν χριστιανή, όπως χριστιανοί ήταν και ο γιατρός του, ο ποιητής του, και τέλος ο υπουργός οικονομίας του. Η θρησκευτική ελευθερία επίσης στην εποχή των Ομμαγυαδών αλλά και των Αββασιδών, έχει αφήσει τα σημάδια της μέχρι σήμερα. Μεγάλες συζητήσεις περί Ισλάμ και Χριστιανισμού, έγιναν στα παλάτια του Μωαβία, και του Abdel Malik, από τους Ομμαγυάδες, όπως επίσης και στα παλάτια του Mahdi και του Maamoun, από τους Αββασίδες. Μερικά κείμενα από εκείνες τις συζητήσεις διασώζονται ακόμα μέχρι σήμερα (6). Υπήρχαν άλλωστε περισσότερες από μία μεταφράσεις των χριστιανικών Γραφών στα αραβικά.
 Ο ιστορικός Al Makdisi, σημειώνει το 985 ότι οι περισσότεροι τραπεζίτες στην Συρία ήταν Εβραίοι, ενώ οι περισσότεροι γιατροί και γραμματείς ήταν χριστιανοί (7). Τα παραπάνω υποδηλώνουν ότι οι ευκαιρίες ήταν ανοικτές για όσους μπορούσαν να συμμετάσχουν στην επιστημονική και οικονομική δραστηριότητα. Οι δύσκολες εποχές που πέρασε ο ισλαμικός κόσμος, όπως οι Σταυροφορίες που διήρκεσαν δύο αιώνες, δεν διέρρηξαν τις καλές σχέσεις μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν ποτέ προβλήματα μεταξύ των δύο κοινοτήτων. 
Σίγουρα προβλήματα υπήρξαν, άλλες φορές πιο έντονα, άλλες πιο ήπια, αλλά πρέπει να τονίσουμε με έμφαση ότι:
 A. Η γενική εικόνα ήταν ιδιαίτερα θετική και η αγαστή συμβίωση ήταν ο κανόνας, ενώ οι παρεξηγήσεις αποτελούσαν την εξαίρεση. 
 B. Προβλήματα επίσης είχαν και οι μουσουλμάνοι μεταξύ τους, όπως βέβαια και οι χριστιανοί μεταξύ τους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι διέκριναν τους χριστιανούς πολίτες από την Βυζαντινή αυτοκρατορία, με την οποία είχαν πολιτικές διαφορές και συγκρούσεις (8). 
Αρκετοί δυτικοί συγγραφείς έχουν γράψει πολύ σημαντικά βιβλία για το θέμα των σχέσεων μουσουλμάνων και χριστιανών κατά την εποχή για την οποία κάνουμε λόγο (9). Διαφορετικές θρησκείες, ίσοι πολίτες: Το Ισλάμ, για να είμαστε ειλικρινείς, παρόλο που αναγνωρίζει τις προηγούμενες θρησκείες, δηλ. τον Εβραϊσμό και τον Χριστιανισμό, πραγματεύεται επίσης και την διαφοροποίηση της ισλαμικής πίστης από το «πιστεύω» των προαναφερθέντων μονοθεϊστικών θρησκειών. Η διαφοροποίηση όμως αυτή δεν εμπόδισε τους μουσουλμάνους να συμβιώνουν και να συνεργάζονται με τους χριστιανούς και τους Εβραίους, πιστεύοντας ότι αποτελεί δικαίωμα του καθενός να είναι διαφορετικός, και ότι μόνο ο Θεός έχει δικαίωμα να αμείβει και να τιμωρεί τους ανθρώπους για την πίστη τους.

 Ιδιαίτερη σχέση μουσουλμάνων και ορθόδοξων: Χωρίς καμιά δόση κολακείας, μπορούμε να πούμε ότι οι μουσουλμάνοι έχουν με τους Ορθόδοξους πιο θερμές σχέσεις από ότι με τους χριστιανούς άλλων ομολογιών. Είναι μια σχέση συμβίωσης που έχει διαρκέσει 15 αιώνες. Αυτό άλλωστε σημειώνουν και οι ίδιοι οι Ορθόδοξοι. Χαρακτηριστικά, κάποιος δημοσιογράφος της συριακής τηλεόρασης ρώτησε τον Μακαριότατο πατριάρχη Αντιοχείας, Ιγνάτιο Χαζίμ τον Δ΄, εάν ο Πάπας του Βατικανού ήρθε να συμβάλει σε μια προσέγγιση μεταξύ Ορθοδόξων και Μουσουλμάνων. Ο Πατριάρχης θύμωσε για την ερώτηση, και απάντησε με τα εξής: «μήπως χρειαζόμαστε τον Πάπα για την προσέγγιση με τους μουσουλμάνους αδελφούς μας; Αυτοί είναι πιο κοντά για μας από τον Πάπα του Βατικανού».
 Που βρίσκονται σήμερα οι Ορθόδοξοι και οι Μουσουλμάνοι;
 Οι ορθόδοξοι που ζουν στον ισλαμικό κόσμο καταλαβαίνουν καλά τα προβλήματά του, υποφέρουν όπως και οι μουσουλμάνοι από την πολιτική κατάσταση και την έλλειψη ασφάλειας. Με την εμφάνιση του σύγχρονου κράτους, αρκετές παρεξηγημένες ιστορικές έννοιες έχουν ξεπεραστεί, και αναφερόμαστε πια σε συμπολίτες με τα ίδια δικαιώματα και ίδιες υποχρεώσεις.
 Οι ορθόδοξοι εκτός ισλαμικού κόσμου: Σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, ο κόσμος γνωρίζει ραγδαίες αλλαγές και μεταμορφώσεις, οι πληροφορίες μεταδίδονται με πολύ μεγάλη ταχύτητα, οι λαοί μαθαίνουν πολλά ο ένας για τον άλλον. Η Ελλάδα ως χώρα παίζει καθοριστικό ρόλο στο σχηματισμό της εικόνας της Ορθοδοξίας στον ισλαμικό κόσμο. Η ελληνική Ορθοδοξία, άλλωστε, είναι η εγγύτερη αναφορά της αραβικής Ορθοδοξίας. Αρκετοί παράγοντες ενισχύουν θετικά την συγκεκριμένη εικόνα, ενώ άλλοι, αντίθετα, την επιβαρύνουν αρνητικά. Ας ξεκινήσουμε από τη θετική διάσταση: 
  Οι ιστορικές σχέσεις της Ελλάδας με τον ισλαμικό και κυρίως με τον αραβικό κόσμο, υπήρξαν ήπιες και αγαστές από αρχαιοτάτων χρόνων, και, παρόλο που γνώρισαν κάποιες κρίσεις, παρέμειναν σταθερές προς το θετικό.
  Οι θρησκευτικές σχέσεις της Ορθοδοξίας με τον ισλαμικό κόσμο ενισχύονται και ενδυναμώνονται, καθώς τα τέσσερα ορθόδοξα πατριαρχεία βρίσκονται σε ισλαμικές χώρες. 
  Η συνεχής και σθεναρή υποστήριξη του ελληνικού λαού στα ζητήματα που ταλανίζουν τον αραβικό και ισλαμικό κόσμο, και ιδιαίτερα οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα για ζητήματα όπως το Παλαιστινιακό και ο πόλεμος στο Ιράκ, είναι ευρέως γνωστά και αναγνωρίζονται με ευγνωμοσύνη από τους Άραβες και τους Μουσουλμάνους.
  Το τραγικό στην υπόθεση αυτή, βέβαια, είναι ότι πολλές από τις δραστηριότητες συμπαράστασης εκ μέρους του ελληνικού λαού δεν μεταδίδονται από τα αραβικά μέσα ενημέρωσης. 
 Ας έρθουμε τώρα στους αρνητικούς παράγοντες: 
  Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει εδώ η υπόθεση του ισλαμικού τεμένους στην Αθήνα, καθώς το ελληνικό κράτος υπόσχεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια να χτίσει αυτό το τέμενος, χωρίς ωστόσο να έχει υλοποιήσει αυτήν την υπόσχεση. Είναι αρκετά δυσάρεστο να προσπαθεί κανείς να εξηγήσει στους μουσουλμάνους επισκέπτες της Αθήνας γιατί δεν υπάρχει ένα τέμενος στην πόλη. Η Αθήνα έχει γίνει γνωστή στον ισλαμικό κόσμο ως η μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που δεν έχει ισλαμικό τέμενος. Το χειρότερο στην παρούσα υπόθεση είναι ότι οι μουσουλμάνοι από την πλευρά τους δυσπιστούν στις υποσχέσεις της πολιτείας για το τέμενος, παρόλο που έχει ψηφιστεί ο σχετικός νόμος. Οι μουσουλμάνοι δεν μπορούν να καταλάβουν αυτήν την στάση από μια φιλική χώρα, ενώ αντίθετα βλέπουν στις χώρες τους εκατοντάδες ορθόδοξες εκκλησίες και μοναστήρια. 
  η απουσία ενημέρωσης και ενδιαφέροντος τόσο στα ελληνικά όσο και στα ισλαμικά μέσα ενημέρωσης για όσα συμβαίνουν στον ισλαμικό κόσμο και στην Ελλάδα αντίστοιχα, το ότι γνωρίζουμε οι μεν τους δε μέσω των δυτικών μέσων ενημέρωσης, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω. Να σημειώσουμε εξάλλου ότι στην Ελλάδα οι μουσουλμάνοι δημοσιογράφοι είναι ελάχιστοι. Επίσης, τα ελληνικά Μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν διαφέρουν από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά στην κάλυψη των ζητημάτων που αφορούν τον ισλαμικό κόσμο. 
  Ιδιαίτερα αρνητικό φαινόμενο αποτελούν οι φανατικές απόψεις που εκφέρονται και από τις δυο πλευρές, και οι οποίες δεν ευνοούν τον διάλογο και την συνεργασία. Σε τι μπορούμε να συνεργαστούμε μελλοντικά; Ας εστιάσουμε, τέλος, στα ζητήματα στα οποία μπορούμε να αναπτύξουμε κοινές δράσεις και συνεργασία. Άλλωστε, η διαφορετική πίστη δεν υπήρξε ποτέ εμπόδιο για την συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν χρειάζεται να αλλάξει κανείς την πίστη του, ούτε να την προσαρμόσει σε άλλα δόγματα για να έρθουμε πιο κοντά. Αρκεί να σεβόμαστε τον συνάνθρωπό μας, ανεξάρτητα από το χρώμα, την πίστη, την εθνικότητά του. Η συμβίωση, η συνεργασία και η κοινή δράση των πιστών διαφορετικών θρησκειών μπορεί να γίνει σε ανθρώπινο επίπεδο, και πάνω σε ανθρώπινα καθημερινά θέματα. Άλλωστε οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι κοινοί, και αυτό πρέπει να μας οδηγήσει στο να τους αντιμετωπίζουμε από κοινού. Τα ναρκωτικά, ο αλκοολισμός, το τσιγάρο, οι άδικες εκτρώσεις, τα διαζύγια και η κρίση του θεσμού της οικογένειας, η κοινωνική αμέλεια τα εγκλήματα ανηλίκων, η διακίνηση ανθρώπων και μάλιστα των παιδιών, των γυναικών και των προσφύγων, και τόσα άλλα προβλήματα, αποτελούν μια κοινή απειλή για μας όλους. Διάλογος πιστών και όχι θρησκειών, διάλογος πολιτισμένων ανθρώπων όχι πολιτισμών: Οφείλουμε επίσης να επισημάνουμε ότι το ζητούμενο της εποχής μας είναι ένας «Διάλογος των πιστών» και όχι «Διάλογος των θρησκειών», διάλογος πολιτισμένων ανθρώπων και όχι γενικά και αφηρημένα διάλογος πολιτισμών. Σήμερα γίνονται αρκετά συνέδρια και συναντήσεις με τίτλο «διάλογος των θρησκειών» ή «διάλογος των πολιτισμών». Πιστεύω βαθιά ότι αυτά τα συνέδρια πρέπει να αλλάξουν τίτλο, και ίσως κατεύθυνση, ώστε να μετονομαστούν «διάλογος των πιστών» ή διάλογος των πολιτισμένων ανθρώπων. Κι αυτό γιατί τα ζητήματα που μας απασχολούν δεν ήταν ποτέ θρησκευτικά, αλλά ανθρώπινα, και για αυτό πρέπει να τα συζητήσουμε πολιτισμένα. Η πίστη του καθενός μπορεί να είναι κίνητρο για περισσότερη προσέγγιση και συνεργασία, αλλά οφείλουμε να μην την εμπλέξουμε στο θέμα του διαλόγου σαν να ήταν πρόβλημα ή μέρος του προβλήματος. Για να υπερβούμε τις οποιεσδήποτε αμφισβητήσεις, οφείλουμε να διαβάσουμε την ιστορία με περισσότερη αμεροληψία. Τα ευχολόγια που ακούγονται σε κάθε παρόμοια συνάντηση δεν συνεισφέρουν κανένα χρήσιμο έργο. 

 Σημειώσεις 
1 Το Ιερό Κοράνιο, 5- 85.
 2 Το Ιερό Κοράνιο, 2, 2-4.
 3 Δεν βρήκα την ακριβή μετάφραση στα ελληνικά. 
4 Βέβαια οι επαφές δεν περιορίζονται στο συγκεκριμένο γεγονός, οι μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους πολλές επιστολές, συζητήσεις, δώρα.
 5 Βρίσκεται στην σημερινή Υεμένη. 
6 Ο νεστοριανός Πατριάρχης έχει κάνει μια ομιλία στο παλάτι του Χαλίφη Al Mahdi, το έτος 781, στην οποία υπεραμύνεται του χριστιανισμού. Το κείμενο διασώζεται μέχρι σήμερα, όπως επίσης κι άλλα παρόμοια. 
7 Είναι γνωστό ότι οι χριστιανοί φιλόλογοι είχαν σημαντικό ρόλο στην μετάφραση κειμένων της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και σκέψης προς τα αραβικά.
 8 Οι μουσουλμάνοι έχουν συνάψει αρκετές συνθήκες ειρήνευσης με τους χριστιανούς κατοίκους της Συρίας και της Αιγύπτου την εποχή που είχαν στρατιωτικές συγκρούσεις με τους Βυζαντινούς.
 9 Ένας αξιόλογος συγγραφέας στο συγκεκριμένο θέμα είναι ο Sir Thomas Arnold, που έγραψε βιβλίο με τίτλο: The Preaching to Islam = το κήρυγμα προς το Ισλάμ. 

 * Ο κ. Chadi Ayoubi γεννήθηκε το 1973 και έχει υπηκοότητα Λιβανική. Έλαβε το πτυχίο Ισλαμικών και Αραβικών Σπουδών της I.E.S.H. (Institut Europeen des Sciences Humaines, ΓΑΛΛΙΑ) το 2004 καθώς και της Ακαδημίας Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου το 2000. Έχει συνεργαστεί με διάφορα αραβικά Μ.Μ.Ε. (1995-2000) και το 2004 υπήρξε Αρχισυντάκτης της εφημερίδας Microscope στην Αθήνα. Συνεργάστηκε το 2003 με τον τηλεοπτικό αραβικό σταθμό Αλ-Τζαζίρα, του οποίου υπήρξε ανταποκριτής της ιστοσελίδας (2004-2006), όπως και ανταποκριτής του αραβόφωνου καναλιού Ιqraa΄ στην Ελλάδα (2006). Είναι δημοσιογράφος της τηλεόρασης και του ραδιοσταθμού του ΣΚΑΪ από το 2006. Έχει δημοσιεύσει ένα μεγάλο αριθμό άρθρων, ρεπορτάζ και συνεντεύξεων, πολιτικού, οικονομικού και πολιτιστικού περιεχομένου, σε περιοδικά και εφημερίδες: Al Aman (Λίβανος), Αl Μujtamaa (Κουβέιτ) Al Europiya (Λονδίνο) Dunia al Αrab (Αθήνα) Microscope (Αθήνα), και στα websites: Aljazeera.net, Islam Οnline (Κατάρ), Ιslam Τoday (Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα), Αl Μoslim (Σαουδική Αραβία). Επίσης, έχει δημοσιεύσει δεκάδες κλασσικά ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα, όπως και δεκάδες αφιερώματα σχετικά με τα ελληνικά αξιοθέατα (Μουσείο Βυζαντινής και Χριστιανής Τέχνης, Μουσείο Μπενάκη, Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, Αθλητικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκη, Λευκός Πύργος), εκθέσεις βιβλίου και φωτογραφίας σε όλη την Ελλάδα, στην ιστοσελίδα του Αl Jazeera. Έχει μεταφράσει το βιβλίο, Οι βασικές αρχές για τις σχέσεις μεταξύ μουσουλμάνων και αλλόθρησκων, του Φαϊσάλ Μαουλαουί, αντιπροέδρου του «Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ερευνών και Φάτουα». Συμμετείχε ακόμη στην μετάφραση και επιμέλεια του βιβλίου, Γενική Εισαγωγή στο Ισλάμ, εκδ. ΕΤΡΑ, 2005. Είναι μέλος της Ένωσης Ανταποκριτών ξένου τύπου στην Ελλάδα, 2002, του Universal League of Islamic Literature, 2002, και της International Islamic league for dialogue, 2004.

Χριστιανισμός - Ισλάμ: Σημεία επίδρασης και ουσιαστικές αποκλίσεις (Θεώνη Μπούρα)


Χριστιανισμός - Ισλάμ: Σημεία επίδρασης και ουσιαστικές αποκλίσεις Θεώνη Μπούρα, Μr Πατρολογία, θεολόγος-εκπαιδευτικός 

Το Ισλάμ γεννήθηκε σε ένα χώρο, όπου υπήρχε η προϊσλαμική αραβική θρησκεία, που ήταν πολυθεϊστική κι ο Αλλάχ ήταν ο θεός που λάτρευε η οικογένεια του Μωάμεθ. Στον ίδιο χώρο δραστηριοποιούνταν και Ιουδαίοι και χριστιανοί γιατροί, έμποροι, μουσικοί. 
Το Ισλάμ επομένως διαμορφώθηκε ιστορικά συνδυάζοντας στοιχεία α)της παλιάς αραβικής θρησκείας, όπως τον όνομα του θεού Αλλάχ, β)των εβραίων , όπως είναι η αυστηρή μονοθεία, η ιδέα του εκλεκτού και περιούσιου λαού του θεού που στο Ισλάμ θα ονομαστούν «πιστοί- υποταγμένοι» στο θεό σε αντιδιαστολή με τους απίστους και γ)στοιχεία από αιρετικούς χριστιανούς, όπως οι μονοφυσίτες και οι νεστοριανοί, που είχαν ιδρύσει 2 χριστιανικά αραβικά κράτη διατηρώντας την πολυγαμία των αράβων.

Οι χριστιανικές επιρροές στο Ισλάμ είναι αρκετές 1 και προέρχονται κυρίως από τους νεστοριανούς, τους μονοφυσίτες και τα απόκρυφα χριστιανικά κείμενα δηλαδή νόθα και ψευδεπίγραφα βιβλία των χριστιανών.
 v Οι μουσουλμάνοι πιστεύουν σε ένα Θεό δημιουργό του κόσμου όπως και οι χριστιανοί, όχι όμως σε Τριαδικό Θεό. 
v Πιστεύουν σε ύπαρξη και δράση αγγέλων και μάλιστα του Γαβριήλ στον ευαγγελισμό της Μαριάμ (όχι Θεοτόκου). 
v Αποδέχονται τον ευαγγελισμό της Μαριάμ, την παρθενία της, και την εξ αυτής γέννηση του Ιησού, όχι όμως στο σπήλαιο της Βηθλεέμ αλλά κάτω από μία χουρμαδιά, χωρίς αναφορά στον Ιωσήφ, ούτε στους γονείς της Ιωακείμ και Άννα, αλλά στη Μαριάμ ως κόρη του Εμράν.
 v Προσφωνούν τη Μαριάμ «Δέσποινά μας» και «Κυρία μας Μαριάμ», τη σέβονται ως μητέρα του Ιησού, όχι όμως ως Θεοτόκο, αφού για εκείνους ο Ιησούς δεν είναι Θεός 2 .
 Επηρεασμένοι από τη χριστολογία του Αρείου και του Νεστορίου αποκαλούν τον Ιησού «προφήτη», «απόστολο», «δούλο του Θεού», «Μεσσία», «λόγο του Θεού», «δεύτερο Αδάμ» επειδή γεννήθηκε από Παρθένο με υπερφυσικό τρόπο. Βέβαια δεν Τον θεωρούν Θεό, ούτε Υιό Θεού 3 .
 v Αναφέρουν θαύματα του Ιησού, του αποστόλου του Θεού, όπως τη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, του λεπρού (κι όχι των 10 λεπρών) καθώς και αναστάσεις νεκρών. Αναφέρουν κι ένα θαύμα παρμένο από το απόκρυφο-νόθο-ψευδεπίγραφο ευαγγέλιο του Θωμά, σύμφωνα με το οποίο ο Ιησούς, όταν ήταν μικρός, έφτιαξε ένα πουλί από πηλό, φύσηξε σε αυτό και το πήλινο πουλί ζωντάνεψε 4 .
 v Ο Ιησούς γεννήθηκε «εκ Παρθένου Μαριάμ» και του «πνεύματος του Θεού», πράγμα που δεν απέχει πολύ από το Άγιο Πνεύμα, που δέχονται οι χριστιανοί.
 v Αναφέρουν το θαύμα του Ιησού με το χορτασμό των πεντακισχιλίων στην έρημο και προσθέτουν ότι ο Θεός θα βασανίσει σκληρά όσους δεν πιστέψουν σε αυτό το θαύμα 5 .
 v Επηρεασμένοι από τους Εβραίους δε μπορούν να δεχτούν το πάθος και τη σταύρωση του Ιησού, του αποστόλου του Θεού. Δέχονται ωστόσο τα ιστορικά γεγονότα των παθών και της σταύρωσης, λένε όμως ότι το πρόσωπο που σταύρωσαν οι Ιουδαίοι δεν ήταν ο Ιησούς αλλά κάποιος άλλος όμοιός Του 6 . Δέχονται την ανάληψη του Ιησού, ο Ιησούς ανυψώθη προς το Θεό, απογοητεύοντας τις δόλιες διαθέσεις των εβραίων 7 .
 v Στην Ισλαμική παράδοση υπάρχει η πίστη στη μελλοντική επιστροφή του Ιησού πριν την τελική κρίση και η νίκη του Ιησού κατά του αντιχρίστου, αντίληψη συναφής με την Καινή Διαθήκη. Βέβαια οι μουσουλμάνοι λένε ότι ο Ιησούς, μετά τη νίκη του αντιχρίστου, θα πεθάνει και γι’ αυτό το λόγο έχουν κρατήσει κενή θέση στον τάφο του προφήτη Μωάμεθ στη Μεδίνα 8 .

 Παρατηρούμε ότι το Ισλάμ δέχεται μεν ορισμένα ιστορικά στοιχεία σχετικά με τον Ιησού και την Παρθένο, όμως αρνείται το επίσης ιστορικό γεγονός του πάθους και της θανατικής καταδίκης του Ιησού καθώς και τα ιερά πρόσωπα του Ιωακείμ και της Άννας. Επηρεάστηκε από μονοφυσιτικό περιβάλλον γι’ αυτό αρνείται τον όρο Θεοτόκος για την Παναγία, όρο που αποτελεί κριτήριο ορθοδοξίας και για τον οποίο πολύ αγωνίστηκε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας ανατρέποντας την αιρετική διδασκαλία του Νεστορίου 9 .

Η θεότητα του Ιησού Χριστού είναι αδιαμφισβήτητη για τους χριστιανούς καθώς «ο Θεός Λόγος (μετά την ενανθρώπηση Ιησούς Χριστός), το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, είναι επίσης ο Υιός ο Αγαπητός, ο μονογενής, που έχει διπλή γέννηση: από τον Πατέρα, χωρίς μητέρα, αχρόνως και εν χρόνω από την Υπεραγία Θεοτόκο με τη χάρη του αγίου Πνεύματος, στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, δηλαδή Θεάνθρωπος» 10 .

 1. Βλέπε Γιαννουλάτου, Αναστασίου, Ισλάμ: Θρησκειολογική επισκόπηση, Πορευθέντες 1975.
 2. Η Τράπεζα, 5,19
 3. Ο οίκος Εμράν, 3:52. 
4. Ο οίκος του Εμράν, 3:40-41, 43. 
5. Η Τράπεζα, 5:112-115.
 6. Arberry, Koran(1971), I, 123. 
7. D. Brown, The Cross of the Messiah, σειρά Christianity and the Islam, 3 London 1969, σ. 34.
 8. Hayek, Christ(1959), 239-271 και Burton, Pilgrimage, vol II παρά Rodwell, Koran(1971), 391.
 9. Βλέπε Αρτέμη, Ειρήνης, «Σκάνδαλο οικουμενικόν: η απόρριψη του όρου Θεοτόκος από το Νεστόριο και η ανασκευή της διδασκαλίας του από τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, Νέα Σιών 91 (2011), 179-202.
 10. Αρτέμη, Ειρήνης, Αποκλίνοντα στοιχεία στις διδασκαλίες του Ορθοδόξου Χριστιανισμού και του Ισλάμ, 2011 http://www.impantokratoros.gr/DAAAB9B8.el.aspx 

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com 21 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2014 Read more: http://www.egolpion.com/F0CF523E.el.aspx#ixzz3EvEv0YlJ

Κίνητρα και κριτήρια του Χριστιανισμού

Κίνητρα είναι οι δυνάμεις που ωθούν τον άνθρωπο σε κάποια δραστηριότητα. Αποτελούν τις κινητήριες δυνάμεις του οργανισμού. Και, αντίστοιχα, οι πράξεις αποτελούν την φυσική κατάληξη των κινήτρων. Τα κίνητρα εμφανίζονται χωρίς συνειδητή προσπάθεια εκ μέρους του ανθρώπου. Πηγή τους είναι συνήθως το ασυνείδητο. Αυτό το καταλαβαίνουμε εύκολα αν σκεφτούμε κίνητρα όπως την πείνα, τη σεξουαλική ορμή, την ανάγκη για γνώση, την επιθετική ορμή κτλ.. Από τη στιγμή που θα εκδηλωθούν όμως, βιώνονται από τον άνθρωπο με αρκετή σαφήνεια, γίνονται δηλαδή συνειδητές δυνάμεις, στις οποίες ο άνθρωπος μπορεί να δώσει συγκεκριμένο προσανατολισμό. Η πείνα, π.χ.,
δεν παραμένει μια τυφλή δύναμη, αλλά εναπόκειται στον άνθρωπο το πώς θα την ικανοποιήσει (π.χ. αδικώντας τον διπλανό του ή όχι), όπως επίσης σ’ αυτόν εναπόκειται το πώς θα ανταποκριθεί στη σεξουαλική ορμή (π.χ. αν θα γίνει βιαστής, αν θα στρέψει τον έρωτά του σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο) κ.ο.κ..
Για τη ζωή του ανθρώπου, λοιπόν, και για τη συνύπαρξή του με τους άλλους, η διαμόρφωση των κινήτρων έχει εξαιρετική σημασία.

Όχι απλώς η τέλεση ή η παράλειψη μιας πράξης, αλλά ο λόγος για τον οποίον κάποιος τελεί ή παραλείπει μια πράξη, η πρόθεση και προαίρεση,
έχει να κάνει με τη στάση ζωής του συγκεκριμένου ανθρώπου. Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δεν είναι από μόνη της (αυτομάτως) καλή ή από
μόνη της κακή. Αυτό δε γίνεται εύκολα κατανοητό ή αποδεκτό. Πολύς κόσμος πιστεύει πως Χριστιανισμός είναι η επιβολή κάποιων σιδερένιων
νόμων και η εκτέλεση κάποιων συγκεκριμένων πράξεων. Τα πράγματα όμως στην ουσία τους δεν είναι έτσι. Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δε
σώζει αυτόματα, μαγικά, μηχανικά. Αυτό που μετράει είναι αν ο άνθρωπος είναι συνειδητά και ελεύθερα προσανατολισμένος προς εκείνον τον
αγαπητικό τρόπο ύπαρξης, υπόδειγμα του οποίου είναι η Αγία Τριάδα.
Δεν υπάρχει δηλαδή κατάλογος καλών και κακών πράξεων, αλλά κάθε πράξη θα αξιολογηθεί από το αν έγινε με κίνητρο και κριτήριο την Αγάπη και την Ελευθερία, και θα αποδοκιμαστεί αν έγινε με κίνητρο
τη διασφάλιση του ατομικισμού, του εγωισμού και του συμφέροντος.
Η Καινή Διαθήκη και η ζωή της Εκκλησίας διαπνέονται από το πνεύμα αυτό. Αντίθετα, π.χ., προς την άποψη ότι η προσευχή είναι μια δραστηριότητα πάντα και από μόνη της καλή, η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου την εξαρτά από τα κίνητρα και τον προσανατολισμό
του προσευχόμενου (Λουκ. 18: 9-14). Ο Φαρισαίος δε βαρύνεται με αμαρτήματα και ανηθικότητες. Παρόλα αυτά αποδοκιμάζεται από το Χριστό, επειδή τυλίχτηκε στο ατομικιστικό σάβανο της “ηθικότητας” και της “ευσέβειάς” του και απορρίπτει τους άλλους. Ενώ, αντίθετα, ο Τελώνης βαρύνεται μεν με χίλια δυο παραπτώματα, ο προσανατολισμός όμως που δίνει στην ύπαρξή του είναι η μεταστροφή και η συνάντηση με τον άλλον. Το θέμα του προσανατολισμού, δηλαδή της κατεύθυνσης που επιθυμώ να έχω, είναι εξαιρετικά σπουδαίο. Αν επιθυμώ να συναντηθώ με τον αγαπημένο μου, τότε ολόκληρη η ύπαρξή μου, οι προγραμματισμοί, οι ενέργειές μου εμπνέονται από τον προσανατολι-
σμό μου προς τη συνάντηση που επίκειται. Τι ώρα, π.χ., θα ξεκινήσω, αν προηγουμένως θα φάω ή όχι, τι θα φορέσω, αν θα πάω με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο, αν στη διαδρομή θα χρονοτριβώ στα καταστήματα ή όχι, όλα αυτά δεν έχουν ηθικό χαρακτήρα από μόνα τους, αποκτούν όμως θετική ή αρνητική φόρτιση ανάλογα με το τι εξυπηρετούν και τι δυσχεραίνουν: την ατομικότητά μου ή τη συνάντηση.
Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δεν έχει έτοιμα ηθικά συνταγολόγια. Και γι’ αυτό είναι επαναστατικός μέσα στις κοινωνίες που συνήθως επαναπαύονται στην τήρηση εξωτερικών τύπων.

Βαθμίδες ηθικής ωριμότητας
Λίγο μετά το Μυστικό Δείπνο και λίγο πριν συλληφθεί, ο Χριστός μίλησε στους μαθητές του για πολλά ζητήματα. Ανάμεσα σε άλλα τους είπε και το εξής: “Δε σας ονομάζω πια δούλους, γιατί ο δούλος δεν ξέρει τι κάνει ο κύριός του. Εσάς όμως σας ονόμασα φίλους, γιατί σας έκανα γνωστά όλα όσα άκουσα από τον Πατέρα μου” (Ιω. 15, 15). Από αυτην την αντιδιαστολή “δούλου” και “φίλου”, φαίνεται πως η σχέση Θεού και ανθρώπου δεν είναι μονοδιάστατη ούτε στατική, αλλά περνάει από
ορισμένες βαθμίδες ωρίμανσης.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας επισημαίνουν ότι τρία κίνητρα ωθούν τους ανθρώπους στη σχέση τους με το Θεό, ο φόβος, ο μισθός και η αγάπη, που αντιστοιχούν σε τρεις ανθρώπινους τύπους, στο δούλο, το
μισθωτό και τον ελεύθερο ή υιό.
Ο “δούλος” (με την έννοια που είχε ο όρος στην αρχαιότητα) προσπαθεί να τηρεί τις εντολές του Θεού, για να αποφύγει την τιμωρία που πιστεύει πως επισύρει η παράβασή τους. Βασικό κίνητρό του είναι ο
φόβος της κόλασης. Η βαθμίδα αυτή μόνο ως πρώτο σκαλοπάτι μπορεί να κατανοηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επαναπαύεται κανείς θεωρώντας την ως υγιή σχέση.
Στην επόμενη βαθμίδα ο άνθρωπος ενεργεί επειδή προσβλέπει στην ανταπόδοση, στο “μισθό” που θα λάβει από το Θεό. Και τούτη η βαθμίδα, μολονότι ελευθερώνεται από τον βραχνά του φόβου, δεν φανερώνει πλήρη ωριμότητα, διότι θεμελιώνει μια “λογιστική” και υπαλληλική σχέση με το Θεό. Και στις δυο αυτές βαθμίδες το πρόσωπο του Θεού παραμορφώνεται. Ο “δούλος” έχει μπροστά στα μάτια του ένα Θεό δικαστή κι εκδικητικό, κι ο “μισθωτός” ένα Θεό ταμία.
Η κατεξοχήν βαθμίδα ωριμότητας είναι αυτή που κίνητρο έχει την αγάπη. Ο άνθρωπος εδώ ενεργεί σαν ελεύθερος κι όχι σαν δούλος, σαν γιος κι όχι σαν υπάλληλος. Ανοίγεται στον απέναντι (είτε αυτός είναι
ο Θεός είτε ο συνάνθρωπος) επειδή βρίσκει νόημα σ’ αυτό το άνοιγμα και το θέλει ελεύθερα και συνειδητά. Κι ο Θεός, επί τέλους, βιώνεται ως φίλος κι ως πατέρας.
 Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση: Η Εκκλησία συχνά αποκαλεί τον πιστό άνθρωπο “δούλο Θεού” (π.χ. “βαπτίζεται ο δούλος του Θεού ...”, “νυμφεύεται ο δούλος του Θεού...”). Αυτό δεν πρέπει να προκαλεί σύγχυση. Η Εκκλησία διαμόρφωσε τα σχετικά κείμενά της σε μια εποχή όπου υπήρχε ο θεσμός της δουλείας. Με την έκφραση αυτή η Εκκλησία δεν αποδεχόταν τη δουλεία, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Δήλωνε κάτι ανατρεπτικό: ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος από κάθε δουλεία σε ανθρώπους ή σε καταστάσεις. Απέναντι, λοιπόν, σε όλους τους επίδοξους αφέντες και τυράννους που επιθυμούν να τον σκλαβώσουν, ο Χριστιανός δηλώνει ότι δε δέχεται να δουλωθεί από κανέναν, αφού ο ίδιος είναι ήδη “δουλωμένος” σε έναν Κύριο, αλλά και κανένας δεν έχει δικαίωμα να υποδουλώνει αυτόν που ελεύθερα επιλέγει να είναι “δούλος” του Θεού. Μόνο που ο Κύριος αυτός είναι παράξενος. Έγινε
“δούλος” και θυσιάστηκε για να κάνει το “δούλο” του παιδί του και ελεύθερο. Με δυο λόγια, “δούλος Θεού” σημαίνει “γιος του Θεού”, άρα ελεύθερος από κάθε εξαναγκασμό και σκλαβιά. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Απ. Παύλου, ο οποίος επανειλημμένα αποκαλεί τον εαυτό του “δούλο” του Θεού και βιώνει αυτήν την πραγματικότητα ως κατεξοχήν πράξη ελευθερίας.


1. Εντοπίστε ποιες πράξεις (που συνήθως θεωρούνται ηθικές από μόνες τους) αναφέρει ο Παύλος ότι μπορεί να είναι κάτι ψεύτικο,
αν τους λείπει η αγάπη. Βρείτε κι άλλα παρόμοια παραδείγματα.

2. Μπορεί μια πράξη να έχει κίνητρο την αγάπη, αλλά όχι το σεβασμό της ελευθερίας (και αντίστροφα);



Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ: 38-41

Η ηθική συνείδηση


Ψυχολογική συνείδηση και Ηθική συνείδηση

Η λέξη “συνείδηση” είναι πολύ συνηθισμένη στην καθημερινή ζωή.
Προέρχεται από το ρήμα σύνοιδα (σύν =μαζί, οἶδα = γνωρίζω) που σημαίνει μετέχω στη γνώση κάποιου πράγματος, γνωρίζω, συναισθάνομαι
κάτι. Ο όρος “συνείδηση” χρησιμοποιείται με δύο έννοιες, που βασίζονται μεν στην παραπάνω σημασία, αλλά στη συνέχεια έχουν διαφοροποιηθεί.
Πρώτα απ’ όλα, συνείδηση είναι η ικανότητα του ανθρώπου να έχει επίγνωση της ίδιας του της ύπαρξης και του γύρω του κόσμου, δηλαδή
να γνωρίζει ότι υπάρχει, τι κάνει, πού βρίσκεται. Με την έννοια αυτή, της ψυχολογικής συνείδησης, χρησιμοποιείται π.χ. η φράση “ο ασθενής έχει συνείδηση της κατάστασής του”.
Δεύτερο, συνείδηση είναι η ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει το καλό από το κακό και να αξιολογεί τις προθέσεις και τις πράξεις του. Σύμφωνα με μια πολύ παραστατική μεταφορά, η συνείδηση είναι μια εσωτερική φωνή που φωλιάζει σε κάθε ανθρώπινη ύπαρξη για να επισημαίνει το σωστό και το λάθος. “ Έχει ήσυχη τη συνείδησή του” ή “τον ελέγχει η συνείδησή του”, είναι συνήθεις φράσεις με τέτοιο νόημα.
Όταν, λοιπόν, η συνείδηση χρησιμοποιείται με αυτή, τη δεύτερη, έννοια, λέγεται ηθική συνείδηση.
Καθημερινά διαπιστώνουμε εμπειρικά ότι η ηθική συνείδηση παρακινεί τον άνθρωπο σε τέλεση σωστών πράξεων, τον αποτρέπει από την τέλεση άσχημων ενεργειών, τον ελέγχει όταν παρολ’ αυτά τις τελέσει. Τον έλεγχο αυτό τον ονομάζουμε και τύψεις συνειδήσεως, δηλαδή χτυπήματα (τύπτω = χτυπώ).
Η ηθική συνείδηση εκδηλώνεται ποικιλοτρόπως σε όλους τους ανθρώπους όλων των πολιτισμών και όλων των ηλικιών. Προφανώς βασίζεται σε έμφυτη και διαχρονική ανάγκη της ανθρώπινης φύσης για
αγαπητική και ειρηνική συνύπαρξη με τους άλλους. Ο απόστολος Παύλος σημειώνει χαρακτηριστικά για τα έθνη που δε γνώρισαν ακόμα το γραπτό νόμο του Θεού ότι “αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει νόμος... Οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στην καρδιά τους.
Και σ’ αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους, που η φωνή της τους τύπτει ή τους επαινεί, ανάλογα με τη διαγωγή τους” (Ρωμ. 2: 14-15). Σήμερα στο χώρο της Ψυχολογίας γίνεται μεγάλη συζήτηση σχετικά με την προέλευση, την έναρξη λειτουργίας και τη διαδικασία φανέρωσης της ηθικής συνείδησης.
 Όποιοι κι αν είναι οι επιμέρους όροι σχηματισμού και εκδήλωσής της, η Εκκλησία θεωρεί βασικό το ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον που ο Θεός θέλησε να διαθέτει αυτό το σημαντικό βοήθημα που λέγεται ηθική συνείδηση. Η συνείδηση είναι κάτι το δυναμικό. Μπορεί να αναπτυχθεί ή να ατροφήσει, επηρεάζει τον πολιτισμό και επηρεάζεται απ’ αυτόν. Ο βαθμός αυτής της αμοιβαίας επίδρασης εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και κυρίως από την καλλιέργεια και την αυτογνωσία του ίδιου του ανθρώπου. Τη διελκυστίνδα μεταξύ ηθικής συνείδησης και κοινωνικού περιβάλλοντος την αποδίδει το εξής ερώτημα: Παύει να έχει κάθε ευθύνη ο Γερμανός στρατιώτης ο παιδαγωγημένος στη Ναζιστική Γερμανία, όταν, για να τιμωρήσει το παιδί που έκλεψε ένα καρβέλι, του σπάζει το χέρι βάζοντας ως υπομόχλιο το γόνατό του; 

Αυτογνωσία και υποσυνείδητο

Αφού η ηθική συνείδηση σημαίνει κρίση περί του καλού και του κακού, συνδέεται με την αυτογνωσία. Η αυτογνωσία δεν είναι κάτι που πραγματοποιείται αυτομάτως, αλλά κατορθώνεται με κόπο και εξεταστική διάθεση. Σημαίνει ότι στέκομαι όχι μόνο απέναντι στο περιβάλλον, αλλά και απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό. Βλέποντάς τον και κρίνοντάς τον, επιχειρώ να αποτιμήσω το σωστό ή το λάθος της στάσης και των πράξεών του. Σε ποιον βαθμό, όμως, είναι δυνατή η πραγμάτωση της αυτογνωσίας;
Η ανθρώπινη ψυχή είναι ένας χώρος δύσβατος. Ένα “τμήμα” της είναι φωτισμένο και άρα ορατό στη συνείδηση του ανθρώπου, ενώ το υπόλοιπο παραμένει δυσπρόσιτο. Έμφυτες τάσεις, βιώματα των πρώτων ημερών της ζωής μας, τραυματικές εμπειρίες, δεδομένα δηλαδή που έχουν λάβει χώρα και παίζουν ρόλο στη ζωή μας, αλλά εμείς δεν έχουμε επίγνωσή τους, εμφωλεύουν σ’ αυτό το σκοτεινό τμήμα. Κι εδώ όμως υπάρχει ένα είδος διαβάθμισης. Η άγνωστη περιοχή του είναι εντελώς απρόσιτη στη συνείδηση και λέγεται ασυνείδητο. Η λιγότερο προσιτή περιοχή λέγεται υποσυνείδητο και μπορεί να φωτιστεί αν ο άνθρωπος καταβάλει προσπάθεια. Αυτή η προσπάθεια συνδέεται σημαντικά με
τον αγώνα και το βαθμό αυτογνωσίας. Όσο περισσότερο τα στοιχεία που είναι απωθημένα στην σκοτεινή περιοχή γίνονται συνειδητά, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος γνωρίζει ποιες δυνάμεις τον βασανίζουν, φέρνει τον “εχθρό” στο φως και μπορεί να δώσει παραπέρα μάχη μαζί του.
Αυτές οι διαπιστώσεις της σύγχρονης Ψυχολογίας και Ψυχανάλυσης μοιάζει να συναντώνται με τη μακραίωνη εμπειρία της Εκκλησίας. Οι Πατέρες και Ασκητές της, με τον προσωπικό τους πνευματικό αγώνα, διείσδυσαν στα σκοτεινά έγκατα της ανθρώπινης ψυχής και κατέγραψαν τις εμπειρίες τους σε συγγράμματα που ξαφνιάζουν σήμερα. Υπογράμμισαν την ανάγκη αλλά και τη δύναμη του ανθρώπου να έρθει σε διάλογο με τον εσωτερικό του κόσμο, να συναισθανθεί τα αδιέξοδά του και να μετανοήσει, δηλαδή να μεταβάλει ριζικά τρόπο σκέψης και ζωής (μετα-νοώ = μεταβάλλω νουν). Αυτή την πορεία διακονεί το μυστήριο της Εξομολόγησης. Στην Εξομολόγηση ο ίδιος ο άνθρωπος “ψάχνεται”και “ανοίγεται” - δεν “ανακρίνεται”.
Είναι χαρακτηριστικός ο όρος που χρησιμοποιεί η Εκκλησία για να καταγράψει το αποτέλεσμα μιας ειλικρινούς, αυτοκριτικής εξομολόγησης: συγχώρηση. Αν σκεφτούμε λίγο πάνω στην προέλευση αυτής της λέξης, θα δούμε ότι στην παράδοση της Ορθοδοξίας η Εξομολόγηση δεν είναι δίκη, γι’ αυτό και η συγχώρηση δεν είναι δικαστική απόφαση (έστω και αθωωτική). Συν-χωρούμαι σημαίνει ότι κατορθώνω να παλέψω τον εγωισμό μου και να βρεθώ πάλι παρέα με όλους τους αδελφούς μου στον ίδιο χώρο,
στην Εκκλησία, όπως τα μέλη βρίσκονται όλα στο σώμα.
Για την Εκκλησία όλη αυτή η πορεία αυτογνωσίας και αφουγκράσματος της φωνής της συνείδησης είναι σημαντική αλλά ταυτόχρονα ανεπαρκής. Η συνειδητοποίηση του ανθρώπου ότι λιγόστεψε το νερό
από τον οργανισμό του είναι σημαντική, αφού χωρίς αυτήν θα περιέλθει σε αφυδάτωση και θάνατο. Είναι όμως και ανεπαρκής, διότι από μόνη της αυτή η συνειδητοποίηση δεν αρκεί για να εφοδιαστεί ο οργανισμός με νερό. Χρειάζεται η προσφυγή του ανθρώπου στην πηγή, δηλαδή η ένταξή του στο σώμα της Εκκλησίας και η τροφοδοσία του από τα μυστήρια.

Ας φροντίσουμε, αδελφοί μου, να φυλάμε τη συνείδησή μας, όσο ακόμα βρισκόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να την προκαλούμε να μας ελέγξει για κάποιο πράγμα, χωρίς να την καταπατούμε σε
τίποτα απολύτως ούτε και στο ελάχιστο. Γιατί ξέρετε καλά ότι από τα μικρά αυτά και ασήμαντα, όπως λένε, φτάνουμε να καταφρονούμε και τα μεγάλα. Γιατί όταν αρχίσει κανείς να λέει: ‘Τι σημασία έχει, αν πω αυτό το λόγο; Τι σημασία έχει αν φάω λιγάκι; Τι σημασία έχει αν δώσω προσοχή σ’ αυτό εδώ το πράγμα;’. Από το ‘τι σημασία έχει αυτό και τι σημασία έχει εκείνο’, αποκτάει κανείς κακή και διεστραμμένη διάθεση και αρχίζει να καταφρονεί και τα μεγάλα και βαρύτερα, και να καταπατεί την ίδια τη συνείδησή του. Και έτσι προχωρώντας σιγά-σιγά κινδυνεύει να πέσει και σε τέλεια αναισθησία... Ας φροντίσουμε τα ελαφρά, όσο ακόμη είναι ελαφρά, για να μην γίνουν βαριά...
Η προσπάθειά μας για να φυλάξουμε τη συνείδησή μας άγρυπνη και να συμμορφωνόμαστε με τις υποδείξεις της, παίρνει πολλές και ποικίλες μορφές. Γιατί πρέπει να ενεργεί κανείς ‘κατά συνείδηση’
και προς το Θεό και προς τον πλησίον και προς τα πράγματα...
Προς μεν το Θεό, για να μην καταφρονεί τις εντολές Του, και όταν δεν τον βλέπει άνθρωπος και όταν κανείς δεν απαιτεί τίποτα απ’ αυτόν...
Η τήρηση της συνειδήσεως προς τον πλησίον είναι να μην κάνει τίποτα απολύτως που καταλαβαίνει ότι θλίβει ή πληγώνει τον πλησίον, είτε με έργο, είτε με λόγο, είτε με κάποια κίνηση είτε μ’ ένα βλέμμα...
Να ενεργεί κανείς ‘κατά συνείδηση’ προς τα υλικά πράγματα σημαίνει να μην κάνει κατάχρηση κανενός πράγματος, να μην αφήνει κάτι να καταστραφεί ή να πεταχτεί. Αλλά και αν ακόμα δει κάτι
πεταμένο, να μην το αγνοήσει έστω και αν είναι ασήμαντο, αλλά να το μαζέψει και να το βάλει στη θέση του.
Αββάς Δωρόθεος, Έργα Ασκητικά, έκδ.-μτφρ. “Ετοιμασία” - Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 1986, σελ. 135-139.

1. Κατά τη γνώμη σας, υπάρχουν άνθρωποι που δε διαθέτουν συνείδηση; ή πρόκειται για ανθρώπους που την έχουν καταπνίξει; Συζητήστε το περιστατικό με τον Γερμανό στρατιώτη. Συμβουλευτείτε και το κείμενο του Αββά Δωροθέου, που βρίσκεται στο τέλος του μαθήματος.

2. Γιατί ο Αββάς Δωρόθεος επιμένει πολύ στα “μικρά” και στα “ασήμαντα”; Έχουν οι επισημάνσεις του καμιά εφαρμογή στην καθημερινή σας ζωή;

3. Μπορείτε να συνδέσετε τις αναζητήσεις λύσης στο σύγχρονο οικολογικό πρόβλημα, με όσα λέει ο Δωρόθεος για “κατά συνείδηση” αντιμετώπιση των υλικών πραγμάτων;

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ: 25-31

Εντολές και Δόγματα . Συνταγές σκλαβιάς ή δρόμοι ελευθερίας;

Δόγματα, φόρμουλες ζωής 

Αντίθετα προς τις κοινωνίες που οργανώνουν τα διάφορα “πρέπει” σε κώδικα, σε σύστημα ηθικής, σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι να προσφέρει ένα σύστημα ηθικής, δηλαδή λεπτομερείς καταλόγους καλών και κακών πράξεων ή κανόνες καλής συμπεριφοράς. Αυτό που προσφέρει είναι η δυνατότητα μιας νέας ζωής, που προκύπτει, όπως είπαμε παραπάνω, από τη δημιουργία σχέσης με το Θεό. Όπως θα δούμε ειδικότερα σε επόμενα μαθήματα, η Εκκλησία προτείνει στον άνθρωπο τον τρόπο ζωής της, για να αποφασίσει ο ίδιος ελεύθερα αν θα τον επιλέξει. Τον τρόπο ζωής της η Εκκλησία τον έχει καταγράψει σε σύντομες διατυπώσεις που ονομάζονται δόγματα. Ο πολύς κόσμος έχει την εντύπωση πως δόγμα είναι ένα αφηρημένο, εγκεφαλικό κι άσχετο προς την καθημερινή ζωή αξίωμα, που ο άνθρωπος πρέπει να το δεχτεί σαν ιδεολογία. Στην παράδοση της Εκκλησίας, όμως, δόγμα είναι η καταγραφή αληθειών που της έχουν αποκαλυφθεί και, ταυτόχρονα, η συμπύκνωση ενός τρόπου ζωής. Οι δογματικοί ορισμοί, δηλαδή, είναι καταγραφή της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, την οποία η Εκκλησία ήδη τη ζει και προ της καταγραφής της. Όταν η Εκκλησία αποφαίνεται δογματικώς, μαρτυρεί
γι’ αυτό που τη δομεί και τη ζωοποιεί.


Τι σημαίνει π.χ. για τον άνθρωπο το Τριαδικό δόγμα; Αν είναι κάτι που ο πιστός καλείται να το δεχτεί απλώς λεκτικά ή εγκεφαλικά, τότε δεν φαίνεται ότι θα άλλαζε κάτι στη ζωή του ανθρώπου, αν τη θέση αυτού του δόγματος την έπαιρνε λ.χ. η αποδοχή ενός μονοπρόσωπου θεού. Αν δούμε, όμως, το δόγμα ως διατύπωση της εκκλησιαστικής εμπειρίας και ως μοντέλο τρόπου ζωής, θα βλέπαμε το εξής:
  Ο Θεός του Χριστιανισμού είναι Τριάδα, τρία Πρόσωπα ισότιμα μεταξύ τους, και το καθένα μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Ο Θεός του Χριστιανισμού δεν είναι μια μοναχική ύπαρξη· είναι μια αγαπητική συντροφιά αδιάκοπη και άφθαρτη. Καλώντας, λοιπόν, η Εκκλησία τον άνθρωπο να δημιουργήσει σχέση με το Θεό, τον καλεί να γίνει κοινωνός του τρόπου ζωής του Θεού. Να βιώσει, δηλαδή, ως καθημερινό τρόπο ζωής την αγάπη, την ισότητα, τη μοναδικότητα του καθενός και τη συνύπαρξη όλων. Ο Χριστιανός που σοβαρολογεί για την πίστη του σε Θεό Τριαδικό, δεν μπορεί να εγκολπωθεί ούτε τον ατομικισμό, ούτε και τη μαζοποίηση του ανθρώπου, των κοινωνιών και των πολιτευμάτων του.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοούνται και οι εντολές του Θεού που βρίσκονται στην Αγία Γραφή, καθώς και οι διάφοροι κανόνες της Εκκλησίας. Για να προσεγγίσουμε τη φυσιογνωμία και τη
λειτουργία τους δε θα πρέπει να χρησιμοποιούμε δικανική* ορολογία, αλλά μάλλον ιατρική. Οι εντολές, δηλαδή, δεν είναι ποινικοί νόμοι που αν παραβιαστούν θα επιβληθεί κάποια ποινή από κάποιον θεό δικαστή, αλλά μάλλον ιατρικές οδηγίες, όπως π.χ. η οδηγία ότι ο οργανισμός του ανθρώπου χρειάζεται νερό. Από κει και πέρα αρχίζει η προσωπική ευθύνη του καθενός. Αν κάποιος δεν προστρέξει στην πηγή, τα αποθέματα νερού στο σώμα του θα εξαντληθούν και θα πάθει αφυδάτωση.
Η παραμέληση, δηλαδή, της ιατρικής αυτής οδηγίας οδηγεί σε κάποιο κακό, το κακό αυτό όμως είναι η συνέπεια μιας προσωπικής επιλογής - όχι ποινή την οποία επιβάλλει ο γιατρός ούτε, βεβαίως, η ίδια η πηγή!
Όλες οι εντολές, δηλαδή, αφορούν την ύπαρξη του ανθρώπου και τους τρόπους σύνδεσής της με την πηγή της ζωής, δηλαδή το Θεό. Όσον αφορά τους περιορισμούς που φαίνεται να εμπεριέχουν, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν και με τους περιορισμούς που οι αθλητές θέτουν στη ζωή τους προκειμένου να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση. Στην ουσία, δηλαδή, πρόκειται για ασφαλιστικές δικλείδες, που εξασφαλίζουν στον άνθρωπο την ελευθερία από τις δυ-
νάμεις της φθοράς, του ατομικισμού και του θανάτου που καραδοκούν να τον δουλώσουν.

Πνευματικός άνθρωπος

Στην παράδοση της Εκκλησίας, εκείνος που αγωνίζεται σ’ αυτήν την κατεύθυνση ονομάζεται Πνευματικός άνθρωπος. Ο όρος αυτός έχει παρεξηγηθεί. Συνήθως νομίζεται ότι πνευματικός είναι εκείνος που ασχολείται με μη υλικά ζητήματα ή που έχει κατορθώσει να ζει σαν να μην έχει σώμα. Εδώ όμως υποκρύπτεται μια πολύ επικίνδυνη άποψη, ότι το σώμα είναι κάτι κακό κι αμαρτωλό, φυλακή του πνεύματος. Το ότι η άποψη αυτή δεν είναι αληθινά χριστιανική, θα φανεί σε ένα από τα επόμενα μαθήματα. Εδώ θα επισημάνουμε μόνο το εκκλησιαστικό νόημα του όρου Πνευματικός. Ο όρος, λοιπόν, αυτός, στο εκκλησιαστικό λεξιλόγιο, δεν προέρχεται από το ανθρώπινο πνεύμα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Πνευματικός, δηλαδή, δεν είναι εκείνος που δίνει έμφαση μόνο στο “μισό” εαυτό του (το πνεύμα) και καταφρονεί τον άλλο “μισό” (το σώμα), αλλά εκείνος του οποίου ολόκληρη η ύπαρξη (ψυχή και σώμα, σκέψη και βούληση, επιθυμία και πράξη) διαποτίζεται από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και απ’ αυτό ενισχύεται στον αγώνα του. Όπως σε κάθε τι στην Εκκλησία, έτσι κι εδώ ο Θεός δε δρα αυθαίρετα, ερήμην του ανθρώπου: από τον
άνθρωπο εξαρτάται το άνοιγμα της ύπαρξής του στη δράση του Αγίου Πνεύματος, όπως το άνοιγμα των ρουθουνιών μας στον ατμοσφαιρικό αέρα, προκειμένου αυτός να μπει και να δράσει στα πνευμόνια μας.
Αυτό επιτυγχάνεται με τα Μυστήρια.
Τα Μυστήρια της Εκκλησίας είναι δρόμοι βίωσης της παρουσίας του Θεού εδώ και τώρα, και πρόγευση της οριστικής παρουσίας του και της ανακαίνισης του σύμπαντος που θα πραγματοποιηθεί στα Έσχατα. Με τη συμμετοχή στα Μυστήρια η συνάντηση του ανθρώπου και της κτίσης με τον Θεό είναι πραγματική κι όχι συμβολική ή συναισθηματική.
Π.χ. στη θεία Ευχαριστία ο άνθρωπος έχει αληθινά τη δυνατότητα να φάει και να πιει την αναστημένη σάρκα και το αίμα του Χριστού. Κάθε άνθρωπος ενώνεται με τον Χριστό, αλλά και με όλους τους ανθρώπους που τρέφονται μ’ αυτό το κοινό φάρμακο, τη θεία Κοινωνία, που είναι φάρμακο αθανασίας. Έτσι, ο άνθρωπος
● αφενός εμβολιάζεται με το φάρμακο που θα νικήσει τη φθορά και δε θα επιτρέψει στον θάνατο να είναι αυτός η τελική κατάληξη του ανθρώπου, και
● αφετέρου βιώνει ένα νέο τρόπο ζωής, κοινωνικό με την ουσιαστική έννοια της λέξης. Το κορυφαίο αυτό μυστήριο αποτελεί ένα κοινό τραπέζι, ένα συντροφικό γεύμα. Η άλλη ονομασία του, θεία Κοινω-
νία, δείχνει πως πρόκειται για υπόδειγμα ενός ήθους συνύπαρξης των ανθρώπων, πέρα από φύλο, φυλή, κοινωνική τάξη, ηλικία.

1. (Απαντήστε βάσει του κειμένου του Μάρκου του ερημίτη). Αν δεν υπήρχε ο Σταυρός (δηλαδή το όλο έργο του Χριστού), τι νόημα θα είχαν οι εντολές;
2. Βρείτε το νόημα του όρου “δογματισμός”, όπως τον χρησιμοποιούμε καθημερινά. Βρίσκετε να έχει σχέση με αυτό που ονομάζει “δόγματα” η Εκκλησία;

1. Ψυχικός δέ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ Θεοῦ· μωρία γάρ αὐτῷ ἐστί, καί οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται.
Παύλος (ἐπιστολή Α΄ Κορ. 2, 14).

Όποιος ... δεν έχει το Πνεύμα, δεν παραδέχεται τα δώρα που φανερώνει το Πνεύμα του Θεού, αφού για εκείνον όλα αυτά είναι μωρία. Και δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί αυτά τα πράγματα κατανοούνται μόνο με τη βοήθεια του Πνεύματος

2. “Και οι εντολές ακόμα, δεν ξεριζώνουν την αμαρτία - αυτό έχει κατορθωθεί μόνο με τον Σταυρό - αλλά διαφυλάσσουν τους όρους της ελευθερίας που μας δόθηκε”.
Μάρκος Ερημίτης, PG 65,992

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ: 19-24

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Ο ηθικός προβληματισμός και η χριστιανική θεώρηση της Ηθικής

Ο ηθικός προβληματισμός 
Καθημερινά και αδιάκοπα συμβαίνουν γύρω μας απειράριθμα γεγονότα που αποτελούν εκδηλώσεις φυσικών νόμων και ενστίκτων. Τέτοια μπορεί να είναι π.χ. ότι πέφτει βροχή, ότι τα μαλλιά μας μεγαλώνουν, ότι ένα ζώο τρώει, κτλ.. Αυτά τα γεγονότα πραγματοποιούνται μηχανικά και αναπόφευκτα, όταν συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Πέρα όμως από τέτοια γεγονότα, έχουμε και τις πράξεις και ενέργειες του ανθρώπου. Αυτές δε συμβαίνουν αυτόματα και αναπόφευκτα, αλλά εξαρτώνται από τη θέληση, την πρόθεση και την απόφαση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, δηλαδή, διαμορφώνει απόψεις και μπορεί να αποφασίσει
την πραγματοποίηση ή τη μη πραγματοποίηση μιας πράξης. Εδώ, στις συνειδητές επιλογές και πράξεις, ανακύπτει ζήτημα “σωστού” και “λάθους”, “καλού” και “κακού”, ζήτημα που δεν μπορεί να τεθεί για τα μηχανικά γεγονότα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Ο προβληματισμός, λοιπόν, σχετικά με το τι είναι “σωστό” και τι “λάθος”, τι είναι “καλό” και τι “κακό” στις απόψεις, στις ενέργειες, στη στάση και στη συμπεριφορά του ανθρώπου είναι ο ηθικός προβληματισμός.
Ο πόνος στην καθημερινή ζωή, η συνύπαρξη των ανθρώπων, η αποζήτηση της αγάπης, η κυριαρχία της αδικίας, το ερώτημα αν ο άνθρωπος είναι σκλάβος στα χέρια ενός θεού - δικτάτορα, όλα αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα με τα οποία ασχολείται ο ηθικός προβληματισμός.
Κανένας άνθρωπος και καμία κοινωνία σε καμία εποχή δεν είναι δίχως ηθικό προβληματισμό. Οι απαντήσεις, βέβαια, που δόθηκαν και δίνονται (δηλαδή η ηθική την οποία διαμορφώνουν λαοί και άτομα), είναι ποικίλες. 
Π.χ. για το ζήτημα των σχέσεων των δύο φύλων, άλλοι υποστηρίζουν την ισότητα, άλλοι την ανωτερότητα του άντρα, άλλοι την πολυγαμία κτλ. Όλη αυτή η ποικιλία απαντήσεων, όμως, δείχνει τούτο ακριβώς: ο ηθικός προβληματισμός και η ανάγκη απάντησης σ’ αυτόν υπάρχει σε όλους.

Ηθική και ανθρωπολογία
Ανθρωπολογία (όπως δείχνει ετυμολογικά η ίδια η λέξη, ανθρωπολογία) σημαίνει: λόγος περί ανθρώπου, δηλαδή άποψη για το τι είδους ον είναι ο άνθρωπος. Κάθε ηθική βασίζεται σε (απορρέει από) κάποια ανθρωπολογία. Π.χ. αν κάποιος πιστεύει ότι οι μαύροι δεν είναι πραγματικά άνθρωποι (αυτή η αντίληψη δηλαδή είναι η ανθρωπολογία του), τότε δεν τους αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα με τους λευκούς (αυτή είναι η ηθική του). Στην περίπτωση αυτή βλέπουμε ότι ρατσιστική ανθρωπολογία γεννά ρατσιστική ηθική.
Πριν αναφερθούμε ειδικότερα στον Χριστιανισμό, χρειάζεται να επιχειρήσουμε ένα ξεκαθάρισμα. Πολύς κόσμος νομίζει ότι, για το Χριστιανισμό, ηθική είναι η υπακοή σε ορισμένους κανόνες (κυρίως
απαγορεύσεις) που επιβάλλονται στον άνθρωπο ως προσταγές ενός θεού-δικαστή. Γι’ αυτό, για πολλούς ανθρώπους είναι ακατανόητοι αυτοί οι κανόνες, αφού φαίνεται σαν να μην έχουν άλλο λόγο ύπαρξης, παρά μόνο να αποτρέψουν τη θεία οργή! 
Στην ουσία τους όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το πώς είναι, θα το δούμε αμέσως στη συνέχεια. Ζωή χωρίς λήξη κι όχι απλώς αναβολή της λήξης
Η στάση του Χριστιανισμού απέναντι στον ηθικό προβληματισμό προσδιορίζεται από την ανθρωπολογία του
. Ας το δούμε αυτό μέσα από μερικά παραδείγματα.Οι πράξεις του ανθρώπου έχουν νόημα, στο μέτρο που υπάρχει μέλλον. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τα όνειρα που κάνει κάποιος για τα
χρόνια που περιμένει ότι θα έρθουν, αλλά, κατά βάθος, ακόμα και με τις καθημερινές, “πεζές” πράξεις μας· π.χ. το πρωί, πριν βγούμε από το σπίτι μας, έχει νόημα να χτενιστούμε, ακριβώς επειδ προσδοκούμε ότι τις επόμενες στιγμές αφενός θα υπάρχουμε και αφετέρου κάποιοι θα μας  δουν. Η ύπαρξη του ανθρώπου διψά να συνεχιστεί. Μέχρι πού μπορεί όμως να φτάσει η συνέχισή της;
Την ανθρώπινη ύπαρξη θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με μια συσκευή μπαταρίας. Χαρακτηριστικό της, δηλαδή, είναι ότι έχει μεν ζωή (το ηλεκτρικό φορτίο της μπαταρίας), αλλά πρόκειται για ζωή με ημερομηνία λήξης· κάποια στιγμή θα τελειώσει, δίχως να μπορεί από μόνη της να ανανεωθεί - να επαναφορτιστεί.
Τα πράγματα θα αλλάξουν όμως ριζικά αν η συσκευή αυτή συνδεθεί με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Τότε θα αντλεί ανεξάντλητη ζωή από μιαν άλλη οντότητα (την ηλεκτρική γεννήτρια), η οποία δεν έχει απλώς ζωή, αλλά γεννά ζωή (ηλεκτρισμό)1.
Αν ως συσκευή μπαταρίας παρομοιάσουμε τον άνθρωπο, τότε ως γεννήτρια θα παρομοιάσουμε το Θεό. Η θεολογική γλώσσα χρησιμοποιεί δύο πολύ εύστοχους όρους.
 Αποκαλεί τον άνθρωπο κτιστό (δηλαδή ον δημιουργημένο, του οποίου η ύπαρξη οφείλεται σε κάποιον άλλον), και τον Θεό άκτιστο (δηλαδή ον που υπάρχει δίχως να οφείλει τον λόγο ύπαρξής του σε κανέναν και σε τίποτα). Αυτό που πρέπει να προσέξουμε, είναι ότι η σύνδεση –η σχέση με το Θεό– δεν είναι ζήτημα νομικό, δεν είναι ζήτημα πειθαρχίας ή απειθαρχίας σε κάποιες προσταγές, αλλά –πάνω απ’ όλα– ζήτημα ζωής. Για την Εκκλησία, η δημιουργία σχέσης με το Θεό σημαίνει για τον άνθρωπο δυνατότητα να γίνει μέτοχος μιας ζωής δίχως λήξη. Γι’ αυτό, άλλωστε, όπως έχουμε δει σε μαθήματα
των προηγούμενων ετών, αυτό που οραματίζεται η Εκκλησία δεν είναι απλώς η αιώνια ύπαρξη του μισού ανθρώπου (δηλαδή της ψυχής) μετά τον ατομικό του θάνατο, αλλά η τελική και κυριολεκτική κατάργηση της φθοράς και του θανάτου στον άνθρωπο και σ’ ολόκληρο το σύμπαν, μετά τα Έσχατα και την ψυχοσωματική ανάσταση του ανθρώπου.
Ούτε ο Θεός ούτε ο άνθρωπος είναι παθητικά όντα, αφηρημένες δυνάμεις ή αδρανείς υπάρξεις. Αντιθέτως, έχουν προσωπικότητα, επιθυμούν, ενεργούν κ.λπ. Η μεταξύ τους σχέση, λοιπόν, δεν επιτυγχάνεται αυτόματα, αλλά μπορεί να περάσει τις περιπέτειες που διέρχεται κάθε σχέση μεταξύ ζωντανών προσώπων: Ο Θεός αδιάκοπα ανοίγεται προς τον άνθρωπο, τον πλησιάζει, τον προσκαλεί. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να δεχτεί τον Θεό στη ζωή του ή να τον απορρίψει, να ανοιχτεί
σ’ αυτόν με εμπιστοσύνη ή να μείνει κλεισμένος στα ανθρώπινα δεδομένα. Καθένα από αυτά τα ενδεχόμενα έχει αντίστοιχα τις συνέπειες που προσπαθήσαμε να δείξουμε με το παράδειγμα της μπαταρίας.
Η ζωή χωρίς λήξη, λοιπόν, για την οποία μιλά η Εκκλησία, δεν σημαίνει απλώς μια αιώνια παράταση της ανθρώπινης ζωής όπως αυτή υπάρχει σήμερα (μαζί, δηλαδή, με τον πόνο, το κακό, τον εγωισμό, την αδικία, τη φθορά), αλλά ριζική αναμόρφωσή της, ποιοτική αναβάθμισή της. Η σχέση με τον Θεό είναι η πραγματική ζωή, διότι είναι άνοιγμα προς τον άλλον, αγάπη, ξεπέρασμα του εγωκεντρισμού1. Και είναι χωρίς λήξη, διότι στα έσχατα θα καταργηθεί το κακό σε κάθε του μορφή· είτε ως βιολογικός θάνατος που θέτει ημερομηνία λήξης στην ανθρώπινη ύπαρξη είτε ως εγωισμός που θέτει ημερομηνία λήξης στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ευαγγέλιο παριστάνει τα Έσχατα και τη Βασιλεία του Θεού σαν γλέντι γάμων, σαν μια γιορτινή συνάντηση, δίχως λήξη και δίχως πλήξη! (Αποκάλ. 19: 6-9, 21: 21-3).
Επιγραμματικά, το όραμα της Εκκλησίας μπορούμε να το
διατυπώσουμε
ως εξής:
● Με τη σάρκωσή Του ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, για να κάνει τον άνθρωπο κοινωνό της θείας ζωής.
● Με την Ανάστασή Του νίκησε το θάνατο. Το ανθρώπινο σώμα Του εγέρθηκε υλικό, αλλά “αναβαθμισμένο”: είναι πλέον άφθαρτο. Για το σώμα αυτό, ο θάνατος έχει καταργηθεί.
● Η αναστημένη ανθρώπινη φύση Του λειτουργεί στη συνέχεια, μέσα στην ιστορία, σαν “μαγιά”. Γίνεται τροφή και φάρμακο (θεία ευχαριστία), για να μπολιάσει και να ανακαινίσει σιγά σιγά την δημιουργία.
● Αυτή η πορεία (η οποία ούτε ατρικύμιαστη είναι, ούτε αυτόματα μπορεί να γίνει, αφού χρειάζεται την ελεύθερη συνέργεια του ανθρώπου) θα ολοκληρωθεί στα Έσχατα, για τα οποία το μέλος
της Εκκλησίας δηλώνει: “προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος”.
Ο Χριστός δεν ήρθε στο θνητό ανθρώπινο γένος απλώς για να το καλλωπίσει πριν τη λήξη του (κάτι αντίστοιχο κάνουν όσοι αυτονομούν τα επιμέρους “πρέπει”), αλλά για να καταργήσει τη λήξη του!

1. Αυτός που φοβάται τον θάνατο, είναι δούλος και υφίσταται τα πάντα προκειμένου να μην πεθάνει... Εκείνος όμως που δε φοβάται το θάνατο, δεν φοβάται κανέναν, δεν τρέμει κανέναν. Είναι ανώτερος απ’ όλους και πιο ελεύθερος απ’ όλους.
Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 63,41

2. Η θεότητα δεν είναι απλώς μια πραγματικότητα ή μια δύναμη από την οποία εξαρτάται το παν, μήτε είναι πολύ περισσότερο μια δύναμη που καταδυναστεύει τον κόσμο και τη ζωή –πράγμα που
επισημαίνεται σε πάμπολλες θρησκευτικές και φιλοσοφικές δοξασίες–, αλλά η πηγή τού είναι, της ζωής και κάθε εξέλιξης, όπου μετέχει η κτίση. Με τη μετοχή τούτη η κτίση γίνεται πραγματικότητα. Εδώ λοιπόν δεν πρόκειται απλώς για εξάρτηση, αλλά για μια σχέση, όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι η μετοχή και ο πλουτισμός της κτίσης από την αδαπάνητη θεότητα.
Νίκος Ματσούκας. Δογματική και Συμβολική Θεολογία, εκδ. Πουρναρά. τ.Β΄.
Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 47.

1. Φέρτε συγκεκριμένα παραδείγματα για το ότι κάθε ανθρωπολογία “γεννά” αντίστοιχη ηθική.
2. Πού στηρίζεται η αφοβία θανάτου, για την οποία κάνει λόγο ο I. Χρυσόστομος στο κείμενο που παρατίθεται στο τέλος του μαθήματος; Λάβετε υπόψη σας και το δεύτερο κείμενο.

1. Όπως, βεβαίως, είπαμε και στην αρχή του μαθήματος, και όπως θαυμάσια δείχνει το κείμενο
του Χρυσοστόμου που βρίσκεται στην αρχή του μαθήματος, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο κι όχι
μηχάνημα ή άβουλο ον. Στη θέση του παρόντος παραδείγματος θα μπορούσαμε να μιλήσουμε
για το πως ο άνθρωπος χάνει βαθμιαία τη θερμότητά του και χρειάζεται να πάρει καινούργια
από τον ήλιο, ή πως χάνει τον αέρα των πνευμόνων του και χρειάζεται να τροφοδοτηθεί από
την ατμόσφαιρα.


Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:14-18

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Αμαρτωλή επιθυμούσε ο Θεός;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από έργο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (περ. 347-407). Χρησιμοποιώντας παραστατικές εικόνες, συμβολισμούς και τολμηρές μεταφορές, ο
I. Χρυσόστομος επιχειρεί να αποδώσει πώς η Εκκλησία κατανοεί τη σχέση ανθρώπου και Θεού και τη σάρκωση του δευτέρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι με «αμαρτωλή» παρομοιάζει την ανθρώπινη φύση, που έχει εκπέσει στη φθορά, στην αλλοτρίωση και στο βασίλειο του θανάτου. Καλούμαστε να προσεγγίσουμε το κείμενο νηφάλια και να επιχειρήσουμε ένα είδος διαλόγου με τις ιδέες που εκφράζει.

Αμαρτωλή επιθυμούσε ο Θεός; Ναι, αμαρτωλή· εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός κι αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση, αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρεφτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτινά, μένοντας απαράλλαχτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας
τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, είναι αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις. Τον έβλεπαν οι άγγελοι και τρέμανε. Τα χερουβείμ σκεπάζονταν με τα φτερά τους, όλα
στέκονταν με φόβο. Έριχνε το βλέμμα του στη γη και την έκανε να τρέμει. Στρεφότανε στη θάλασσα και την έκανε στεριά.
 Ποτάμια έβγαζε στην έρημο. Στ’ αναμέτρημά του έστησε βουνά και ζύγισε λαγκάδια. Πώς να το πω; Πώς να το παραστήσω; Το μεγαλείο του απέραντο· πού να πιαστεί η σοφία του με αριθμούς; Ανεξιχνίαστες οι αποφάσεις που παίρνει κι οι δρόμοι του ανεξερεύνητοι. Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός επεθύμησε την αμαρτωλή. Γιατί; Για να την αναπλάσει από αμαρτωλή σε παρθένα. Για να
γίνει νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν
στέλνει άγγελο στην αμαρτωλή, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε την αμαρτωλή· και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε ν’ ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε ο ίδιος στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιο τρόπο έρχεται; Όχι μ’ ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του.
 Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι.
 Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα. 
Έπειτα λέγει:– Δεν σε φύτεψα στον παράδεισο;
– Του λέει, ναι.
– Και πώς ξέπεσες από κει;
– Ήλθε και με πήρε ο διάβολος από τον παράδεισο.
– Φυτεύτηκες στον παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να. Σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει κι ο λύκος δεν έρχεται πια.
– Αλλά είμαι, λέει, αμαρτωλή και βρόμικη.
– Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.
Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την αμαρτωλή, όπως αυτή –το τονίζω– ήταν βουτηγμένη στη βρομιά.
Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπτώματα. Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της γης, ανάξια για τη γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Κι αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δε βλέπει ασχήμια. Γι’
αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.
... Ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει, ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα τη συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσ’ στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μη της λείψει τίποτα.

Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 52,404Α-411Β (μτφρ. Ελ. Μάινα), στο περιοδικό
«Σύναξη» 2 (1982), σελ. 4-7.

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου , σελ: 9-13

Η Κτίση ως Ευχαριστία

Στην Ορθόδοξη λειτουργική ζωή η ηθικότητα δεν πηγάζει από μια δικανική* σχέση με το Θεό, αλλά από τη μεταμόρφωση και ανακαίνιση της κτίσεως και του ανθρώπου ἐν Χριστῷ, ώστε κάθε ηθική επιταγή να γίνεται κατανοητή μόνον ως συνέπεια αυτής της μυστηριακής μεταμορφώσεως...
Μ’ αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία δεν προσφέρει στον κόσμο ένα σύστημα ηθικών κανόνων, αλλά μια αγιασμένη κοινωνία, μια ζύμη που θα ζυμώσει τη δημιουργία όχι με την επιβολή των ηθικών προσταγών της, αλλά με την αγιαστική της παρουσία. Είναι μια παρουσία μαρτυρίας, που δε σφυρηλατεί
δεσμά «δυσβάστακτα τοῖς ἀνθρώποις», για να τους σύρει δέσμιους στη σωτηρία, αλλά τους καλεί στην «ελευθερία των τέκνων του Θεού», σε μια κοινωνία με το Θεό, που συνεπάγεται την ανακαίνιση του κόσμου.

Ιωάννης Ζηζιούλας (Μητροπολίτης Περγάμου), Η Κτίση ως Ευχαριστία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1992, σελ. 31-32.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η ευλογία για μια ζωή συζυγίας: το βαθύτερο νόημα του μυστηρίου του Γάμου

Οι άνδρες να αγαπάτε τις γυναίκες σας, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία και πρόσφερε τη ζωή του γι' αυτήν ήθελε έτσι να την εξαγιάσει καθαρίζοντάς την με το λουτρό του βαπτίσματος και με το λόγο, ώστε να την έχει ως νύφη την Εκκλησία με όλη της τη λαμπρότητα, την καθαρότητα και την αγιότητα, χωρίς ψεγάδι ή ελάττωμα ή κάτι παρόμοιο. Το ίδιο και οι άνδρες οφείλουν να αγαπούν τις γυναίκες τους, όπως αγαπούν το ίδιο τους το σώμα. Όποιος αγαπάει τη γυναίκα του αγαπάει τον εαυτό του... Το μυστήριο αυτό είναι μεγάλο, που εγώ σας λέω ότι αναφέρεται στη σχέση Χριστού και Εκκλησίας.

α) Πτυχές του μυστηρίου του Γάμου

Η Εκκλησία ευλογεί και εντάσσει στο σώμα της την ένωση του άνδρα και της γυναίκας "εις σάρκα μία" με το μυστήριο του Γάμου. Με την ευλογία του Θεού, η ένωση αυτή γίνεται συζυγία, κοινωνία ζωής και σωμάτων με στόχο την τελείωση των προσώπων και τη σωτηρία. Η απόκτηση παιδιών δεν είναι ο πρώτος ή ο μοναδικός σκοπός του Γάμου. Τα παιδιά είναι καρπός της αγαπητικής σχέσης των συζύγων. Έτσι, δημιουργείται η οικογένεια, η "κατ' οίκον Εκκλησία"

Ο Θεός δημιούργησε και ευλόγησε το πρώτο ζευγάρι. Η Εύα ήταν για τον Αδάμ σάρκα από τη σάρκα του, συμπορευτής του στο δρόμο για την τελείωση και την ένωση με το Θεό. Η αρχική αυτή ενότητα και η κοινή πορεία του ζεύγους διασπάστηκε από την πτώση του ανθρώπου. Έτσι άρχισαν οι έχθρες και οι εγωιστικές αντιπαραθέσεις μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας. Ο Χριστός, όμως, ευλογώντας το Γάμο, μεταμορφώνει τα αποτελέσματα της πτώσης σε μια κοινωνία ενότητας του ανδρογύνου, μεταξύ τους και με το Θεό.

Η σημαντικότερη στιγμή του μυστηρίου του Γάμου είναι όταν ο ιερέας ενώνει τα χέρια των νυμφευόμενων (η λεγόμενη «άρμοση των χειρών»). Η ωραία αυτή συνήθεια σημαίνει την αδιάσπαστη ένωσή τους αλλά και την τιμή που δείχνει στο νέο ζευγάρι ο Θεός, ο οποίος οδηγεί τη γυναίκα προς τον άνδρα ως νυμφαγωγός. όπως κάποτε είχε οδηγήσει την Εύα προς τον Αδάμ.

Ο απόστολος Παύλος ονομάζει «μέγα» το μυστήριο του Γάμου (παραπάνω κείμενο), διότι η ένωση του άνδρα και της γυναίκας έχει ως πρότυπο την ένωση του Χριστού με την Εκκλησία. Είναι αδύνατη η εφαρμογή της αγάπης μεταξύ των ανθρώπων χωρίς την αναφορά στο Θεό. Γι' αυτό τονίζεται ότι ο άνδρας αγαπά και φροντίζει τη γυναίκα όπως αγάπησε την Εκκλησία ο Χριστός (δηλαδή μέχρι θανάτου), η δε γυναίκα υπακούει στον άνδρα όπως η Εκκλησία στο Χριστό. Ο άνδρας θεωρείται ως κεφαλή της γυναίκας όχι με την έννοια της εξουσίας, αλλά με την έννοια της θυσίας όπως ακριβώς συνέβη με το Χριστό, που είναι η κεφαλή της Εκκλησία.

β) Ο συμβολισμός των τελουμένων στο μυστήριο του Γάμου

Κατά την τέλεση του μυστηρίου του Γάμου χρησιμοποιούνται υλικά στοιχεία, ως σύμβολα κάποιων βαθύτερων αληθειών.Τα δακτυλίδια είναι η σφραγίδα της ένωσης αλλά και η έκφραση της σταθερότητας της σχέσης, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αλληλοπροσφοράς των συζύγων
Τα στεφάνια αποτελούν την επιβράβευση για την εντιμότητα της ζωής των νυμφευόμενων μέχρι το Γάμο. Οι σύζυγοι στεφανώνονται ως άρχοντες, διότι αποκτούν και πάλι τη θέση του συνδημιουργού.
Το κοινό ποτήριο μας θυμίζει, ότι κάποτε το μυστήριο του Γάμου γινόταν μαζί με τη Θεία Ευχαριστία και ότι οι νεόνυμφοι μεταλάμβαναν. Υπενθυμίζει, επίσεις,ότι σι σύζυγοι θα έχουν πλέον κοινή συμμετοχή στις χαρές και στις λύπες.
Ο χορός γύρω από το τραπέζι με το τροπάριο «Ησαΐα χόρευε...» εκφράζει τη χαρά και το πανηγυρικό αίσθημα που συνοδεύει το Γάμο. Επίσης έκφραση ευχής για την ευτεκνία και την προκοπή του ζεύγους είναι το ρύζι που ρίχνεται κατά τη διάρκεια του χορού.


γ) Βαπτισμένος χριστιανός και πολιτικός Γάμος


Ο πολιτικός Γάμος ισχύει στην Ελλάδα ως επιλογή από το 1982. Είναι τελετή νομικού χαρακτήρα και πραγματοποιείται ενώπιον του Δημάρχου ή του Προέδρου μιας κοινότητας, ως εκπροσώπου της κρατικής εξουσίας. Για την Εκκλησία ο πολιτικός Γάμος έχει το χαρακτήρα ενός συμβολαίου, μιας επίσημης συμβολαιογραφικής πράξης.

Το μυστήριο του Γάμου, ενώνει τους συζύγους με τη θεϊκή ευλογία, αγιάζει ακόμα και τα υλικά στοιχεία του Γάμου και προβάλλει ως πρότυπο της αγάπης των συζύγων τη σχέση Χριστού και Εκκλησίας. Δίνει στα νέα ζευγάρια τη δυνατότητα μεταφυσικού προβληματισμού και τα συνδέει με την παράδοση του τόπου μας.

Έξω από τα πλαίσια του μυστηρίου, ο Γάμος είναι ένα απλό κοινωνικό γεγονός. Η Εκκλησία, βεβαίως, λαμβάνει υπόψη τους λόγους που οδήγησαν κάποιους στον πολιτικό γάμο. Θεωρεί, όμως, ότι για το χριστιανό που ζει σε μια χώρα θρησκευτικά ελεύθερη, όπως η Ελλάδα, ο πολιτικός γάμος εκφράζει την επιλογή των συζύγων ν' αποξενωθούν από την εκκλησιαστική παράδοση. Γι' αυτό και μετά από έναν πολιτικό γάμο, δημιουργούνται προβλήματα στη συμμετοχή του ζευγαριού σε άλλα μυστήρια της Εκκλησίας.

Θεέ, εσύ που είσαι άγιος, που έπλασες τον άνθρωπο από χώμα, που δημιούργησες τη γυναίκα από την πλευρά (του άνδρα) και που την ένωσες μαζί του για να τον βοηθάει... εσύ και τώρα, Δέσποτα, άπλωσε το χέρι σου από τον άγιο τόπο που κατοικείς και ένωσε το δούλο και τη δούλη σου, διότι από σένα ενώνεται ο άνδρας με τη γυναίκα. Συνένωσέ τους με ενότητα φρονήματος και αισθημάτων, στεφάνωσέ τους σε μια σάρκα, χάρισέ τους παιδιά και την απόλαυση των καλών παιδιών.


Η αγάπη των συζύγων

«Οι άνδρες», λέει, «να αγαπάτε τις γυναίκες σας, καθώς και ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία». Είδες μέγεθος της υπακοής: Ακουσε και το μέγεθος της αγάπης. Θέλεις να σε υπακούει η γυναίκα σου, καθώς η Εκκλησία το Χριστό; Φρόντιζε κι εσύ αυτήν, όπως ο Χριστός φροντίζει την Εκκλησία. Είτε πρέπει να δώσεις την ψυχή σου για τη γυναίκα, είτε πρέπει να πληγωθείς μύριες φορές, είτε να υπομείνεις και να πάθεις οτιδήποτε ... Ποια ένωση υπάρχει, όταν η γυναίκα τρέμει τον άνδρα; Ποια ηδονή θ' απολαύσει ο ίδιος ο άνδρας, όταν ζει με τη γυναίκα του και της συμπεριφέρεται σαν να ήταν δούλα;» (Αγ. I. Χρυσοστόμου, Ομιλία 20 στην προς Εφεσίους, ΕΠΕ 21 , σ. 198-200).


1. Ποιος είναι ο βαθύτερος σκοπός του μυστηρίου του Γάμου:
2. Γιατί οι νυμφευόμενοι τιμώνται ως νικητές κατά το μυστήριο;
3. Γιατί η Εκκλησία δεν επικροτεί την επιλογή (για τους βαπτισμένους χριστιανούς) του πολιτικού γάμου:
4. Να καταγράψετε κάποια έθιμα σχετικά με το γάμο, τα οποία έχετε παρατηρήσει σε περιοχές της χώρας μας.

Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία, Α Λυκείου (Παλιό Βιβλίο)

Το μυστήριο της Μετάνοιας

Εσύ ο Θεός και Σωτήρας μας, ο οποίος με τον προφήτη Νάθαν συγχώρησες το Δαβίδ που μετάνιωσε για τα αμαρτήματα του και δέχτηκες την προσευχή της μετάνοιας του Μανασσή. Εσύ ο ίδιος δέξου με τη συνηθισμένη φιλανθρωπία σου και το δούλο σου (δείνα) που μετανοεί για τα όσα έπραξε αμαρτήματα, παραβλέποντάς τα, εσύ που συγχωρείς αδικίες και παραθεωρείς ανομίες. Γιατί εσύ είπες, Κύριε• «δε θέλω το θάνατο του αμαρτωλού, ώσπου να επιστρέψει και να ζήσει» και ως εβδομήντα φορές το εφτά να συγχωρούμε τα αμαρτήματα. Επειδή, όπως η μεγαλοσύνη σου είναι έξω από κάθε φαντασία, έτσι είναι και το έλεός σου αμέτρητο. Αν παρατηρήσεις εξεταστικά τις ανομίες μας, ποιος θα είναι σε θέση να σταθεί μπροστά σου; Γιατί εσύ είσαι ο Θεός όσων μετανοούν και σε σένα στέλνουμε τη δοξολογία, στον Πατέρα και στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες.

Η απόταξη του σατανά και η σύνταξή μας με το Χριστό -υποσχέσεις που δόθηκαν στο Βάπτισμα- δεν έγιναν στόχος ζωής και βίωμα για όλους μας. Γι' αυτό αφήνουμε το κακό να επηρεάζει τη ζωή μας με αποτέλεσμα να κυριαρχεί, σχεδόν, γύρω μας. Φόνοι, απάτες, εκμετάλλευση, καταστροφές, πόλεμοι έχουν στα δελτία ειδήσεων την πρώτη θέση.

Όταν κάνουμε το κακό, προσβάλλουμε το Θεό, περιφρονούμε τις εντολές του, δεν ανταποκρινόμαστε στην αγάπη του, κι ακόμη το κακό, η αμαρτία, μάς αποξενώνει από τους συνανθρώπους μας, διασπά τη σχέση μας με το περιβάλλον. Ό,τι κερδίσαμε, χρήματα ή δόξα, δεν μπορεί να βγάλει απ' την ψυχή μας το διχασμό, την αποτυχία, τη δυστυχία, τη μεγάλη μοναξιά που νιώθουμε. Αποτέλεσμα, λοιπόν, της αμαρτίας είναι και ό,τι νιώθουμε, όχι μόνο ό,τι βλέπουμε ή ακούμε. Άρα, για να περιοριστεί το κακό, χρειάζεται να αλλάξει η εσωτερική μας διάθεση, να ξαναβρούμε το στόχο μας και να επιστρέψει η καρδιά, ο νους και η θέλησή μας στο Θεό. Κι αυτό είναι μετάνοια.

α) Έννοια, σύσταση και ιστορική εξέλιξη του μυστηρίου της Μετάνοιας

Η μετάνοια των ανθρώπων είναι διάχυτη στην ιερή ιστορία. Στην Παλαιά Διαθήκη άτομα και λαός του Θεού πολλές φορές αμαρτάνουν, αλλά, όταν συνειδητοποιούν το λάθος τους επιστρέφουν με συντριβή στο Θεό. Αυτή την αλήθεια εκφράζει ο στίχος του Δαβίδ: «Είπα• θα πω στον Κύριο την αμαρτία μου καταδικάζοντας τον εαυτό μου. Κι όταν το αποφάσισα, αμέσως εσύ συγχώρησες την ασέβεια της καρδιάς μου». (Ψαλμ. 31,5).

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κήρυττε τη μετάνοια (Μάρκ. 1, 4-5). Ο Κύριος, αγαπούσε και συγχωρούσε τους αμαρτωλούς, όταν αυτοί έδειχναν πίστη και αγάπη στο πρόσωπο του. Ακόμη, σύστησε το μυστήριο της Μετάνοιας ή Εξομολόγησης, παραχωρώντας την άδεια, τη δυνατότητα της άφεσης, στους αποστόλους και στους διαδόχους τους, όπως φαίνεται και από τα παρακάτω κείμενα.

1. Σας βεβαιώνω πως ό,τι κρατήσετε ασυγχώρητο στη γη, θα είναι ασυγχώρητο και στον ουρανό και ό,τι συγχωρήσετε στη γη θα είναι συγχωρημένο και στον ουρανό.

2. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες, θα τους είναι συγχωρημένες• σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι.

Στους πρώτους αιώνες, όσοι χριστιανοί είχαν βαριά αμαρτήσει, αποκόπτονταν από το σώμα των πιστών. Για να επανασυνδεθούν με το σώμα της Εκκλησίας, έπρεπε να μετανοήσουν δημόσια. Αναπέμπονταν γι' αυτούς ειδικές ευχές στη Θεία Λειτουργία και ύστερα από μακρά προπαρασκευή (συνήθως τη Μ. Σαρακοστή), έπαιρναν τη συγχώρηση από τον επίσκοπο και γίνονταν δεκτοί στη Λειτουργία της νύχτας του Πάσχα, τότε δηλ. που πανηγυρίζουμε τη νίκη του Κυρίου πάνω στην αμαρτία και το θάνατο.


β) Η βαθύτερη σημασία του μυστηρίου της Μετάνοιας


Πολλοί άνθρωποι, όταν αμαρτάνουν λυπούνται και στενοχωρούνται. Η αληθινή όμως μετάνοια δεν είναι απλή μεταμέλεια. Είναι ο πόνος της καρδιάς μας, που δεν ανταποκριθήκαμε στην αγάπη του Θεού, δεν τιμήσαμε τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας. Βιώνοντας το λάθος μας. αποφασίζουμε να αλλάξουμε τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς, δηλαδή μετανοούμε και ζητούμε συγχώρηση.

Την επισφράγιση της συγχώρησης δίνει το μυστήριο της Εξομολόγησης. Όπως στο Βάπτισμα με τη μεσολάβηση του ιερέα πήραμε το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, έτσι κι εδώ με τη μεσιτεία του παίρνουμε την άφεση με τη χάρη του Χριστού.

Για την Εξομολόγηση υπάρχουν μερικοί δισταγμοί. Θα τους ξεπεράσουμε, αν σκεφτούμε:Τα αμαρτήματά μας στην ουσία τα λέμε στο Θεό και αυτός συγχωρεί. Ο ιερέας είναι ο μεσίτης και μέσω αυτού συγχωρούνται οι αμαρτίες μας με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Οι ευχές του μυστηρίου προσδιορίζουν με σαφήνεια τη θέση του.
Η ντροπή δεν πρέπει να γίνεται εμπόδιο. Ο ιερέας είναι κι αυτός αμαρτωλός, εξομολογείται όπως εμείς, έχει κατανόηση και συμπάθεια.
Η μετάνοια μας συμφιλιώνει με τον εαυτό μας και τους συνανθρώπους μας, γι' αυτό δεν πρέπει να την αναβάλλουμε.
Να σκεφτόμαστε τη χαρά που αισθανόμαστε, όταν απαλλασσόμαστε από ό,τι μας βαραίνει και τη χαρά που γίνεται από τη μετάνοιά μας στον ουρανό (Λουκ. 15, 7) και στην Εκκλησία, που ύστερα από την αυτοεξορία μας είμαστε και πάλι στην αγκαλιά της.
Αυτά που λέμε στον ιερέα δεν κοινολογούνται. Ασφαλίζονται με το απόρρητο της Εξομολόγησης, που είναι κατοχυρωμένο και από την Εκκλησία και από την Πολιτεία.


γ) Το μυστήριο της Μετάνοιας και ο σύγχρονος άνθρωπος

Είναι ανθρώπινο να αμαρτάνουμε. Μόνο ο Θεός είναι αναμάρτητος. Μερικά όμως από τα αμαρτήματά μας απωθούνται στο ασυνείδητο*, γίνονται τραύματα που μας βασανίζουν και επηρεάζουν τόσο τη δική μας όσο και τη ζωή των άλλων. Το μυστήριο της Μετάνοιας μπορεί να μας απαλλάξει από τις συνέπειες της αμαρτίας, τύψεις, ενοχές, αντικοινωνικότητα. Πολλοί ψυχίατροι, όταν διαπιστώσουν ότι το πρόβλημα συνδέεται με τραύματα της ψυχής, συνιστούν στους ασθενείς τους να καταφεύγουν σε πνευματικό, διότι γνωρίζουν πως οι ψυχικές αναστατώσεις αυτού του είδους εκεί αποθεραπεύονται.

Ο ιερέας εξομολόγος, ο πνευματικός, είναι κάτι ξεχωριστό και η προσφορά του στους πιστούς είναι μεγάλη. Το έργο του δεν είναι έργο ψυχιάτρου ή ψυχολόγου. Διαθέτει, βέβαια, τις ψυχολογικές γνώσεις που απαιτούνται για το πνευματικό του έργο, αλλά πολύ περισσότερο είναι ο γιατρός των ψυχών από την πνευματική ασθένεια. Τέτοιους πνευματικούς χρειαζόμαστε, και στην Εκκλησία υπάρχουν τέτοιοι πνευματικοί καθοδηγητές. Είναι φωτισμένοι άνθρωποι, που η πολυχρόνια άσκηση και προσευχή τούς χάρισε το φωτισμό και τη χάρη του Θεού. Διαθέτουν διορατικότητα, αγάπη, επιείκεια. Έτσι μπορούν να αναπαύουν κάθε πονεμένη ψυχή και να την κατευθύνουν σωστά στην πνευματική ζωή.

Η εσωτερική ακαταστασία ως αποτέλεσμα της αμαρτίας έχει αντίκτυπο και στο σώμα, όπως μας βεβαιώνει και η σύγχρονη ιατρική επιστήμη. Μια ήσυχη και καθαρή συνείδηση δίνει στον άνθρωπο ψυχική ισορροπία και αποτρέπει τις ασθένειες εκείνες που έχουν την αιτία τους στην ψυχική διάθεση. Ο Κύριος είπε στον παραλυτικό του Ευαγγελίου μετά τη θεραπεία του: «Βλέπεις, έχεις γίνει καλά• από δω και πέρα μην αμαρτάνεις, για να μην πάθεις τίποτε χειρότερο» (Ιωάν. 5,14). Και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Είναι ιατρείο αυτό το πνευματικό σπίτι (Εκκλησία) για να θεραπεύουμε τα τραύματα που δεχόμαστε απ' έξω» (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις Ιωάν. 2,5, ΕΠΕ 12, 464).

Με τη μετάνοια ο άνθρωπος ξαναβρίσκει το χαμένο του εαυτό και τη χαμένη κοινωνικότητα, επειδή επανασυνδέεται με την πηγή της ζωής, το Θεό. Νιώθει ότι είναι χρήσιμο μέλος της κοινωνίας. Βλέπει το φυσικό περιβάλλον οικείο και χρήσιμο για τη ζωή όλων και δεν το καταστρέφει.

1. Γιατί η λύπη, που αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, οδηγεί στη μετάνοια, κι αυτή καταλήγει στη σωτηρία, για την οποία κανείς δε μετανιώνει. Αντίθετα, η λύπη που προέρχεται από ανθρώπινα προβλήματα οδηγεί στο θάνατο.

2. Αν κάποιος, αδελφοί μου, βρεθεί να κάνει κάποιο παράπτωμα, εσείς που έχετε το Πνεύμα του Θεού να τον διορθώνετε με πραότητα. Προσέχετε μόνο μην παρασυρθείτε κι εσείς από τον πειρασμό.

1. Γιατί οι συνέπειες της αμαρτίας έχουν ευρύτερες -πέρα από το πρόσωπο- διαστάσεις; Δώσε μερικά άλλα παραδείγματα.
2. Συχνά, ακούγεται από πολλούς, ότι λένε τα αμαρτήματά τους στην εικόνα του Χριστού. Αυτό είναι αρκετό για να έχουν και συγχώρηση;
3. Ποια, κατά τη γνώμη σου, είναι τα συναισθήματα από τα οποία διακατέχεται ο εξομολογούμενος;

Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία (Παλιό βιβλίο Α Λυκείου)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...