Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Στρίβειν δια του αρραβώνος; Η ιεραποστολή, τα Θρησκευτικά και το σύστημα

Στις μέρες μας (εδώ και 10-15 χρόνια) εκδηλώνεται στη χώρα μας μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την Ιεραποστολή. Την αναζωπύρωση αυτή εντούτοις χρειάζεται να την ακτινογραφήσουμε, διότι σε αυτήν εγγράφονται τάσεις και αντιφάσεις που χρειάζεται να τις λογαριάσουμε.

Από τη μια είναι υπέροχο το ότι αυξήθηκαν στον θεολογικό χώρο πυρήνες και άνθρωποι οι οποίοι κοπιάζουν για το αντικείμενο της Ιεραποστολής, για την έρευνα και για την διδασκαλία του (κάμποσοι από τους ανθρώπους αυτούς βρίσκονται εδώ σήμερα, και αυτό είναι χαρά μεγάλη).

Από την άλλη όμως, στον ευρύτερο εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο, υπάρχει μια αναζωπύρωση που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της στοχαστικής ματιάς. Ενισχύεται ο ελληνοκεντρισμός και ο πατερναλισμός, μέχρι και κάποιες «ιεραποστολικές» συμπεριφορές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριφορές οι οποίες στην πραγματικότητα εξευτελίζουν τους ιθαγενείς – όχι με κάποιον γκροτέσκο ρατσιστικό λόγο (τέτοιος λόγος δεν εμφανίζεται πλέον), αλλά μέσω κεφαλοκλειδωμάτων τα οποία γίνονται με αγκαλιές και ευεργεσίες. Αυτού του είδους η αναζωπύρωση τρέφεται από τα ξυλοκέρατα θριαμβολογικών αφηγήσεων, από έκσταση για εξάπλωση του βυζαντινισμού και συχνά… από καπατσοσύνη για χρηματικές ροές. Και πώς δένουν όλα αυτά; Με ομερτά απέναντι σε ανοιχτά θεολογικά ερωτήματα και σε χρόνια ζητήματα. Πώς λέμε, στρίβειν δια του αρραβώνος…;

Θα αναφέρω ενδεικτικά τέσσερα πεδία όπου χρειαζόμαστε μελέτες και κόπους. Τα πεδία αυτά αφορούν την συνάντησή μας με ολότελα άλλους πολιτισμούς, αλλά (τηρουμένων των αναλογιών) αφορούν και την συνάντηση του θεολόγου με τους εφήβους στην ελλαδική πραγματικότητα, όπου πλέον οι νεότερες γενιές βιώνουν εν πολλοίς διαφορετική πολιτισμική πραγματικότητα από προηγούμενες γενιές και από όσα έχουν αποκρυσταλλωθεί ως μορφές στην εκκλησιαστική γλώσσα και τις δομές. Χρειαζόμαστε λοιπόν μελέτες και κόπουςγια την λειτουργική ζωή των νεόφυτων, συνυφασμένη με τα πολιτισμικά και γεωγραφικά τους δεδομένα,
για το μπόλιασμα της εκκλησιαστικής τέχνης με την προίκα των άλλων πολιτισμών,
για την διατύπωση της παραδεδομένης πίστης (του δόγματος) και με τα εννοιολογικά εργαλεία άλλων πολιτισμών, οι οποίοι δεν σκέφτονται με οντολογικές έννοιες («ουσία», «υπόσταση», «πρόσωπο», όπως εμείς – και γενικά όπως η δυτική σκέψη και το Ισλάμ), αλλά σκέφτονται με εικόνες και παραστάσεις. Όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με τον πελώριο κινέζικο πολιτισμό.
για το τι κομίζει όχι μόνο ο ιεραπόστολος στον άλλον λαό, αλλά και αυτός ο άλλος λαός στην οικουμενική Εκκλησία. Πώς δηλαδή αυτός που δέχεται τον ευαγγελισμό δεν είναι άδειο δοχείο για γέμισμα, αλλά ήδη διαθέτει δικό του πλούτο, ο οποίος θα εμπλουτίσει και μας, αν υποψιαστούμε ότι οι ιθαγενείς δεν έχουν μόνο αυτιά, αλλά έχουν και στόμα… Εννοώ στόμα για να μιλάνε, κι όχι μονάχα για να πιπιλάνε φιλάνθρωπες καραμέλες.


Από την άλλη όμως, στον ευρύτερο εκκλησιαστικό και κοινωνικό χώρο, υπάρχει μια αναζωπύρωση που χαρακτηρίζεται από υποχώρηση της στοχαστικής ματιάς. Ενισχύεται ο ελληνοκεντρισμός και ο πατερναλισμός, μέχρι και κάποιες «ιεραποστολικές» συμπεριφορές σε χώρες του Παγκόσμιου Νότου, συμπεριφορές οι οποίες στην πραγματικότητα εξευτελίζουν τους ιθαγενείς – όχι με κάποιον γκροτέσκο ρατσιστικό λόγο (τέτοιος λόγος δεν εμφανίζεται πλέον), αλλά μέσω κεφαλοκλειδωμάτων τα οποία γίνονται με αγκαλιές και ευεργεσίες.

Γνωρίζω ότι το καθένα από αυτά απαιτεί ιδιαίτερη συζήτηση, και μακάρι να το μπορέσουμε. Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίο να τα έχουμε προ οφθαλμών – ώστε μη στρίβειν δια του αρραβώνος…

Σχηματικά μιλώντας, θα έλεγα ότι τρεις είναι οι θέσεις για το τι εστί και (συνακόλουθα) τι ρόλο έχει η ιεραποστολή. Και τις τρεις θέσεις τις συναντάμε αδιάκοπα, και στον θεολογικό χώρο, και στην ευρεία κοινωνία και, φυσικά, στον χώρο του σχολείου.

Άποψη πρώτη: Η ιεραποστολή είναι πράγμα κακό, διότι είτε με το στανιό είτε με χαϊδολόγημα αποτελεί πολιτισμικό ιμπεριαλισμό και αλλοιώνει την ταυτότητα του άλλου. Συνεπώς, η ιεραποστολή απορρίπτεται συλλήβδην. Η άποψη αυτή υπάρχει σε μη-χριστιανικούς κύκλους, όμως υπάρχει και παραϋπάρχει και σε χριστιανικούς. Καλώς δονείται από αγανάκτηση κατά της αποικιοκρατίας, ωστόσο μένει απελπιστικά ακατέργαστη, και ως εκ τούτου είναι σαρωτική. Και σχετίζεται με το διαβόητο αίσθημα ενοχής (the guilt feeling) του δυτικού ανθρώπου για την αποικιοκρατική ιεραποστολή των νεώτερων χρόνων. Αυτό το αίσθημα ενοχής έχει οδηγήσει σε κάτι πολύ θετικό και σε κάτι πολύ αρνητικό:

Το θετικό είναι ότι μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επιτάχυνε στην δυτική χριστιανοσύνη την σπουδαία, αξιοθαύμαστη αυτοκριτική και τον ριζικό αναστοχασμό της ιεραποστολής, με την ανάπτυξη πάρα πολύ σημαντικής σκέψης – για την οποία βέβαια, στην πλειονότητά του, ο καθ’ ημάς εκκλησιαστικός και ακαδημαϊκός ναρκισσισμός έχει μαύρα μεσάνυχτα.

Το αρνητικό είναι ότι με την ουσιοκρατική απόρριψη κάθε έννοιας ιεραποστολής, κάποιοι χριστιανοί δημιουργούν την χίμαιρα ενός χριστιανισμού ο οποίος στην πραγματικότητα τίποτα δικό του δεν έχει να κομίσει, και δεν αντέχει το φορτίο της ίδιας του της πίστης.

Η άποψη που αφθονεί στον θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο λέει ότι η Εκκλησία έχει ιεραποστολή, η οποία ιεραποστολή είναι γέννημα, προϊόν του εαυτού της Εκκλησίας. Δηλαδή (στην οπτική αυτή) πρώτα υπάρχει ο εαυτός της Εκκλησίας, και κατόπιν αυτός παράγει διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την Ιεραποστολή. Αυτή η (θετική, ας πούμε) προσέγγιση έχει, κατά τη γνώμη μου, το εξής πρόβλημα: Δεν θεωρεί την ιεραποστολή δομικό, συστατικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, αλλά κάτι παρεπόμενο του εκκλησιαστικού εαυτού. Όμως κάτι παρεπόμενο, καλό είναι αν υπάρχει, αλλά δεν έσταξε και η ουρά του γαϊδάρου αν δεν υπάρχει.

Άποψη τρίτη, την οποία και συμμερίζομαι: Η Εκκλησία όχι μόνο «έχει», αλλά, πολύ περισσότερο, «είναι» ιεραποστολή. Ο ίδιος της ο εαυτός είναι γεγονός ιεραποστολής, απλούστατα διότι η Εκκλησία δεν είναι το τέρμα, δεν είναι η Βασιλεία. Είναι η πρόγευση, ο διάκονος, το «σημείον» της Βασιλείας. Εκ φύσεως απευθύνεται παντού, χωρίς χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Ακόμα και η θεία Ευχαριστία, όπου χτυπά η καρδιά της Εκκλησίας, δεν είναι μόνο πηγή ιεραποστολής. Η ίδια η Ευχαριστία πηγάζει από ιεραποστολικό γεγονός, δηλαδή από την πρωτοβουλία του Θεού και την ανταπόκριση του ανθρώπου, δηλαδή από την μεταξύ τους σύναψη Διαθήκης. Και γι’ αυτό στη θεία Λειτουργία η ομολογία της πίστης προηγείται της τέλεσης της Ευχαριστίας.

Όντας λοιπόν δομικό στοιχείο του εκκλησιαστικού εαυτού, τι είναι η ιεραποστολή;

Είναι η κίνηση για συνάντηση του Ευαγγελίου με τον άλλον, με κάθε τρόπο (και με λόγο και με πράξη, ακόμα και με σιωπή), παντού και πάντα. Είναι η μαρτυρία η οποία συνιστά διάσχιση συνόρων (συνόρων υπό οιαδήποτε έννοια). Οτιδήποτε στην εκκλησιαστική ζωή δεν είναι διάσχιση συνόρων, δεν είναι ιεραποστολή. Προς τούτο δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε απλώς τους δογματικούς ορισμούς της Εκκλησίας ή να τελούμε απλώς τα της θείας λατρείας. Χρειαζόμαστε τον ιεραποστολικό στοχασμό, δηλαδή χρειαζόμαστε εκείνη την θεολογική δουλειά, η οποία αφορά ειδικά την έξοδο της Εκκλησίας και συγκεκριμένα τη συνάντηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κάθε ανθρώπινης συνάφειας. Χωρίς την ιδιαίτερη, ιεραποστολική θεολόγηση, θα έχουμε την αυτοαναίρεση μιας Εκκλησίας η οποία θα μιλά με δογματική ακρίβεια για την Πεντηκοστή, και θα τελεί με ακρίβεια την συγκλονιστική Ακολουθία της Πεντηκοστής, αλλά δεν θα είναι γεγονός Πεντηκοστής. Θα είναι μια Εκκλησία που την Μεγάλη Είσοδο την έχει μόνο ως τελετουργία, και δεν την πράττει – δεν την ζει στη ζωή. Θυμίζω ότι Μεγάλη Είσοδος είναι η πράξη της εισόδευσης του κόσμου στην Εκκλησία, πράξη που εμπεριέχει την έξοδο στα χωράφια του κόσμου, την πρόσληψή του και κατόπιν την εισόδευσή του στην Λειτουργία. ως άρτου και οίνου, για να διαχυθεί κατόπιν στον κόσμο ως νέα πρόταση ζωής.


Άποψη τρίτη, την οποία και συμμερίζομαι: Η Εκκλησία όχι μόνο «έχει», αλλά, πολύ περισσότερο, «είναι» ιεραποστολή. Ο ίδιος της ο εαυτός είναι γεγονός ιεραποστολής, απλούστατα διότι η Εκκλησία δεν είναι το τέρμα, δεν είναι η Βασιλεία. Είναι η πρόγευση, ο διάκονος, το «σημείον» της Βασιλείας. Εκ φύσεως απευθύνεται παντού, χωρίς χρονικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς. Ακόμα και η θεία Ευχαριστία, όπου χτυπά η καρδιά της Εκκλησίας, δεν είναι μόνο πηγή ιεραποστολής.

Την αποστολή της η Εκκλησία την επιτελεί τόσο με ρηματική μαρτυρία, όσο και μεταφέροντας / διαχέοντας την αγάπη του Τριαδικού Θεού και έρχεται σε ρήξη με τις δυνάμεις της κοινωνικής αδικίας, της υποτέλειας και του κοινωνικού αποκλεισμού. Είναι ρήξη χάριν των εικόνων του Χριστού, δηλαδή χάριν όλων απολύτως των ανθρώπων, και όχι συντεχνιακή δράση μόνο για τα μέλη της ή marketing για καμάκωμα νέων μελών. Η ρήξη με την κοινωνική αδικία είναι «σημείον» της Βασιλείας: φέρνει το φως των εσχάτων στο σήμερα και μαρτυρά τι λογής είναι η μέλλουσα Βασιλεία της αγάπης του Τριαδικού Θεού.

Είπα ότι ιεραποστολή είναι η διάσχιση συνόρων. Αυτό σημαίνει, το Ευαγγέλιο να συναντά τον άνθρωπο μέσα στη συγκεκριμένη χρονική, πολιτισμική, κοινωνική και τοπική συνάφειά του. Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου συνάφειες. Όχι μόνο πολιτισμούς υπό την γενική και αφηρημένη εννόησή τους (πχ γαλλικός πολιτισμός, νιγηριανός πολιτισμός, κορεάτικος πολιτισμός), σαν οι πολιτισμοί να είναι στατικές ουσίες. Κάθε πολιτισμός αναπλάθεται μέσα στον χρόνο, ζει διαδικασίες ανταλλαγών με άλλους πολιτισμούς και κανένας δεν είναι συμπαγής. Όλοι συντίθενται από υπο-πολιτισμούς, από ελίτ και από ευάλωτους, από δυνάμεις της ζωής και από δυνάμεις του θανάτου και του άδικου. Επιπλέον ζούμε την εμφάνιση νέων, υβριδικών πολιτισμικών μορφών στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δηλαδή και μέσα στον πολιτισμό της καθημερινότητάς μας – τον σύγχρονο δυτικό. Το ζητούμενο λοιπόν είναι, πώς τα ζωηφόρα δεδομένα κάθε συνάφειας θα γίνουν αποκαλυπτικό υλικό, δηλαδή νέα σάρκα του Χριστού.

Και προσοχή: Ιεραποστολή δεν είναι «η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού» – τελεία. Είναι η κήρυξη του ευαγγελίου του Χριστού με τον τρόπο του Χριστού. Δηλαδή με την κένωση. Κήρυξη του ευαγγελίου χωρίς τον τρόπο του Χριστού γίνεται κήρυγμα αντί-χριστου. Αν μία Καινή Διαθήκη την χειριστούμε όπως ένα τούβλο, τότε ανοίγουμε κεφάλια.

Με αυτά φτάνουμε σε κάτι ιδιαίτερα κρίσιμο.

Η αποστολή της Εκκλησίας καλείται να είναι συνέργεια στην ιεραποστολή του όντως ιεραποστόλου, του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι και η ίδια η Εκκλησία καλείται να μαθητεύει (ενεστώτας διαρκείας) στον Χριστό. Ο ζωντανός Θεός εργάζεται ακατάπαυστα για τη σωτηρία του σύμπαντος, με τρόπους φανερούς και με τρόπους αθέατους και (πολύ βασικό) με τρόπους που εκπλήσσουν. Είναι παρών και δρα πάντα και παντού: και μέσα στην Εκκλησία του, και πέρα από τα κανονικά όρια της Εκκλησίας του. Τα κανονικά όρια της Εκκλησίας δεν είναι όρια του Θεού. Ο Θεός προσκαλεί και δέχεται στη Βασιλεία του (στην έσχατη προκοπή του σύμπαντος) όλους τους ανθρώπους, ακόμα και ανθρώπους που δεν θα γίνουν ποτέ –με τον τρόπο που εμείς γνωρίζουμε– μέλη της Εκκλησίας του (η περίπτωση των αβάπτιστων αγίων είναι ενδεικτική). Η Εκκλησία δηλαδή δεν εγκιβωτίζει τον Κύριό της, αλλά καλείται να είναι η διακόνισσά του και η δειγματική φανέρωση της Βασιλείας του.


Ο ζωντανός Θεός καλώντας τον άνθρωπο στην αγάπη Του, τον καλεί αποφασιστικά σε μεταστροφή. Ακόμα και στις μυστικές περιπτώσεις εκτός θεσμικής Εκκλησίας (όπως οι περιπτώσεις του σπερματικού Λόγου), το κλειδί είναι η ανταπόκριση, η μεταστροφή του ανθρώπου σε αυτό που σπέρνει ο Θεός. Η δυνατότητα μεταστροφής είναι κορυφαία δυνατότητα του ανθρώπου, δίχως την οποία ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Σημαίνει την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου προσωπικά, να επιλέγει ο ίδιος τον προσανατολισμό του, να εγκολπώνεται το νόημα εκείνο που πείθει την ύπαρξή του, να απορρίπτει ό,τι δεν την πείθει, και εν τέλει να αλλάζει ο ίδιος και να αναπροσανατολίζει και τον πολιτισμό του.

Περνώ στο τελευταίο μέρος, για το πλαίσιο της διδακτικής πράξης στο εκπαιδευτικό σύστημα:

Μάθημα για την αποστολή της Εκκλησίας ή μαθήματα διαποτισμένα από την αποστολή της Εκκλησίας οφείλουν εξ αντικειμένου να παρουσιάσουν την πρόταση και πρόσκληση που κομίζει η χριστιανική πίστη. Αυτό μπορεί να ξενίζει ανθρώπους οι οποίοι ακούγοντας «πρόταση» και «πρόσκληση» καταλαβαίνουν προπαγάνδα και κατηχητικό στρατωνισμό. Χρειάζεται λοιπόν και μια έξτρα δουλειά για την νομιμοποιητική βάση αυτών των μαθημάτων σε ένα σχολείο για όλους (το οποίο σχολείο για όλους συνεχίζουμε και υπερασπιζόμαστε, ακόμα κι αν τα πράγματα δεν πάνε προς αυτή την κατεύθυνση).

Πρώτα απ’ όλα, χριστιανοί και μη-χριστιανοί να είμαστε ξεκάθαροι: Δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός ερμηνείας και νοηματοδότησης του ανθρωπίνου βίου (δηλαδή καμία ηθική, καμία πολιτική, καμία θρησκεία, καμία φιλοσοφία) η οποία δεν εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση – ακόμα και υπαρξιακή δόνηση από αυτή την πρόσκληση και πρόταση. Και απλό ρεπορτάζ να κάνουμε για την Αντιγόνη, αυτά τα στοιχεία συνθέτουν την Αντιγόνη: πρόταση και πρόσκληση και δόνηση. Ακόμα και το ουδετερόθρησκο κράτος, επιλογή αποτελεί: εμπεριέχει πρόταση και πρόσκληση. Κατάφαση κάποιων αξόνων, άρνηση άλλων αξόνων.

Λέω λοιπόν το εξής: Η ιεραποστολή εδράζεται σε μια πανίσχυρη ανθρωπολογική σπουδαιότητα, την οποία πρέπει να κατανοήσουν όλοι. Όχι όλοι να αποδεχτούν ντε και καλά την άποψη του Χριστιανισμού, αλλά όλοι να κατανοήσουν την πανανθρώπινη ανθρωπολογική βάση της: Η ιεραποστολή συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της μεταστροφής. Ο ζωντανός Θεός καλώντας τον άνθρωπο στην αγάπη Του, τον καλεί αποφασιστικά σε μεταστροφή. Ακόμα και στις μυστικές περιπτώσεις εκτός θεσμικής Εκκλησίας (όπως οι περιπτώσεις του σπερματικού Λόγου), το κλειδί είναι η ανταπόκριση, η μεταστροφή του ανθρώπου σε αυτό που σπέρνει ο Θεός. Η δυνατότητα μεταστροφής είναι κορυφαία δυνατότητα του ανθρώπου, δίχως την οποία ο άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος. Σημαίνει την δυνατότητα του κάθε ανθρώπου προσωπικά, να επιλέγει ο ίδιος τον προσανατολισμό του, να εγκολπώνεται το νόημα εκείνο που πείθει την ύπαρξή του, να απορρίπτει ό,τι δεν την πείθει, και εν τέλει να αλλάζει ο ίδιος και να αναπροσανατολίζει και τον πολιτισμό του. Με άλλα λόγια η ιεραποστολή υπενθυμίζει ότι δεν είμαστε αντικείμενα καθηλωμένα εκεί όπου η τυχαιότητα μας έριξε, αλλά είμαστε, όπως λέει ο Τέρυ Ήγκλετον, «πηλός στα ίδια μας τα χέρια».

Οπότε, αν όντως κατανοούμε τον ιεραποστολικό εαυτό του Χριστιανισμού, ποτέ δεν θα χρησιμοποιήσουμε τραγικά δημοφιλείς διατυπώσεις όπως «Η Ορθόδοξη πίστη βρίσκεται στο DNA του λαού μας… Η απόδοση της θρησκευτικής ταυτότητας στο DNA (του όποιου λαού), άρα η θεώρηση της θρησκευτικής ταυτότητας ως στοιχείου ανεπίλεκτου, όπως τα βιολογικά μας δεδομένα, αποτελούν ριζική άρνηση του χριστιανικού Ευαγγελίου, το οποίο ζητά από κάθε άνθρωπο προσωπική, ελεύθερη και ολόκαρδη αποδοχή.

Εν τέλει, το κάλεσμα ο άνθρωπος να εγκολπώνεται ή να απορρίπτει υπεύθυνα, αφορά ακριβώς ό,τι μισούν όλα τα συστήματα χειραγώγησης του ανθρώπου, θρησκευτικά και πολιτικά: Αφορά την κριτική ματιά «εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου».

Το παρόν κείμενο αποτελεί απόσπασμα της ομότιτλης εισήγησης του συγγραφέα (5-9-2025) στην 8η Πανελλήνια Συνάντηση του Πανελληνίου Θεολογικού Συλλόγου «Καιρός» με γενικό θέμα “H Ιεραποστολή της εκκλησίας και η αποστολή του σχολείου σε διάλογο. Μαρτυρία χτες και σήμερα”, 5-7 Σεπτεμβρίου 2025, Ελληνογαλλική σχολή Ουρσουλίνων, Νέο Ψυχικό, Αθήνα.

Η ελευθερία του ανθρώπου στις επιλογές του και στις πράξεις του

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο αριστούργημά του “Αδελφοί Καραμαζώφ” μας μεταφέρει στη Σεβίλλη της Ισπανίας του 15ου αιώνα. Η Ιερά Εξέταση έχει φέρει στην πυρά ανθρώπους που καταδίκασε ως αιρετικούς. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι παρών, μαζί με την αριστοκρατία
της πόλης.
 Ξαφνικά ο κόσμος αναταράζεται, φωνάζει, δοξολογεί. Ο Χριστός έχει εμφανιστεί ξανά και βαδίζει μέσα στο πλήθος. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του και διατάζει τη
σύλληψή του. Με “εκκλησιαστική”, λοιπόν, διαταγή, ο Χριστός κλείνεται στη φυλακή. Αργότερα, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής τον επισκέπτεται και του μιλάει. Τον κατηγορεί και του αναγγέλλει την εκτέλεσή του. Ο Χριστός μένει σιωπηλός. Ό,τι ακούγεται μέσα στο κελί, είναι ο μονόλογος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: υπενθυμίζει στον κρατούμενο τον πρώτο από τους τρεις πειρασμούς-ερωτήσεις που είχε υποβάλει κάποτε ο διάβολος στον Χριστό στην έρημο, λίγο πριν αυτός ξεκινήσει το δημόσιο έργο του. Ο διάβολος είχε ζητήσει από τον Χριστό να αποδείξει ότι είναι Υιός του Θεού μετατρέποντας τις πέτρες σε ψωμιά. Ο Χριστός αρνήθηκε να κάνει ένα τέτοιο, “καθ’ υπαγόρευσιν” θαύμα (Ματθ. 4:
1-4). 
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, λοιπόν, λέει: «Θυμήσου την πρώτη ερώτηση, την έννοιά της, αν όχι ακριβώς τα λόγια: Θέλεις να πας στον κόσμο με αδειανά χέρια κηρύσσοντας στους ανθρώπους μια ελευθερία που η φυσική τους βλακεία και η φυσική τους προστυχιά δεν τους αφήνουν να την καταλάβουν, μια ελευθερία που τους φοβίζει, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει τίποτε πιο ανυπόφορο απ’ αυτή για τον άνθρωπο και την κοινωνία;
Βλέπεις αυτές τις πέτρες της άγονης ερήμου; Κάνε τες ψωμιά και οι άνθρωποι θα τρέξουν πίσω σου μ’ ευγνωμοσύνη, σαν υπάκουο κοπάδι, τρέμοντας μήπως πάρεις το χέρι σου και δεν έχουν πια
ψωμί. Εσύ όμως δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία και αρνήθηκες, κρίνοντας πως είναι ασυμβίβαστη με την υπακοή που εξαγοράζεται με ψωμιά... Επαύξησες την ανθρώπινη
ελευθερία, αντί να την περιορίσεις και επέβαλες έτσι για πάντα στον ηθικό άνθρωπο τα μαρτύρια αυτής της ελευθερίας. Ήθελες να σ’ αγαπούν ελεύθερα, να σε ακολουθούν οι άνθρωποι με τη θέλησή τους, καταγοητευμένοι... 
Δεν κατέβηκες απ’ τον σταυρό όταν σε κορόιδευαν και σου φώναζαν ειρωνικά: ‘Κατέβα απ’ το
σταυρό για να σε πιστέψουμε’. Δεν το ’κανες, γιατί δεν ήθελες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ’ ένα θαύμα. Ήθελες μια πίστη ελεύθερη και όχι υπαγορευμένη από το θαύμα. Χρειαζόσουνα την
ελεύθερη αγάπη και όχι τη δουλική έξαρση ενός τρομοκρατημένου σκλάβου... Δε σε φοβάμαι καθόλου. Κι εγώ πήγα στην έρημο, κι εγώ έζησα με ρίζες και ακρίδες, κι εγώ μακάρισα την ελευθερία που χάρισες στους ανθρώπους... Αλλά συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω μια υπόθεση παράλογη. Γύρισα πίσω κι ενώθηκα με εκείνους που διόρθωσαν το έργο σου... 
Σ’ το ξαναλέω, αύριο, μ’ ένα νόημά μου, θα ιδείς αυτό το πειθήνιο κοπάδι να φέρνει αναμμένα κάρβουνα στη φωτιά όπου θα σε ρίξω, γιατί ήρθες να εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν υπάρχει κάποιος που του αξίζει πιο πολύ απ’ όλους να καεί, αυτός είσαι εσύ.
 Αύριο θα σε κάψω. Τελείωσα”.
Φ. Ντοστογιέφσκι. Αδελφοί Καραμαζώφ (μτφρ. Σ. Π.), Σύγχρονες Εκδόσεις, σελ. 220-229.

Εδώ ο Ντοστογιέφσκι κάνει κάτι πολύ περισσότερο από τη συγγραφή μιας έκθεσης ιδεών. Κάνει ανατομία στην άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης και δείχνει ότι για το Χριστιανισμό η ελευθερία είναι ένα κατόρθωμα - όχι κάτι δεδομένο.

α. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής μέμφεται το Χριστό ότι δε βάσισε το έργο του στο θαύμα. Είναι γεγονός ότι τα Ευαγγέλια προτιμούν να ονομάζουν τα έργα του Χριστού “δυνάμεις” ή (περισσότερο) “σημεία”, όχι όμως “θαύματα”. Αυτό δεν είναι τυχαίο. “Θαύμα” είναι κάτι που προξενεί θαυμασμό, θάμπωμα· είναι κάτι που εντυπωσιάζει τον άνθρωπο και τον μετατρέπει σε άβουλο και παθητικό θεατή. Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικά τα θαύματα των Ευαγγελίων, θα δούμε ότι ο Χριστός πρώτα ζητούσε την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου και κατόπιν ενεργούσε. Ο Χριστός δεν επιδιώκει την υποταγή του ανθρώπου, αλλά την αγάπη του. Ενεργεί σαν κάποιον που κουβαλάει φως και μπαίνει σ’ ένα σκοτεινό σπίτι, αν και όταν ο ένοικος του ανοίξει την πόρτα του.
Γι’ αυτό τα ευαγγέλια μιλούν για “σημεία”. “Σημείον” σημαίνει συγκεκριμένος χώρος (π.χ. η ζωή ενός πιστού ανθρώπου), όπου συμβαίνει σε περιορισμένη κλίμακα εδώ και τώρα ό,τι θα συμβεί καθολικά και
οριστικά στη Βασιλεία (κατάργηση της φθοράς, του θανάτου κ.ο.κ.).

β. Αν αφαιρεθεί από τον άνθρωπο η ελευθερία επιλογής, τότε αυτό που απομένει δεν είναι άνθρωπος. Η πιο αντίθετη προς τον Χριστιανισμό επιθυμία θα ήταν να καταστήσει ο Θεός τον άνθρωπο ανίκανο
να αμαρτήσει! Έτσι λοιπόν και ο Χριστός αρνείται να κατεβεί από τον σταυρό όταν οι Φαρισαίοι τον προκαλούν να το κάνει για να αποδείξει ότι είναι γιος του Θεού. Γιατί αν αποδεχόταν την πρόκληση και κατέβαινε, τότε οι Φαρισαίοι θα ήταν αναγκασμένοι να τον αποδεχτούν, δίχως όμως να τον αγαπούν.

γ. Ο Θεός, λοιπόν, δεν απευθύνεται στον άνθρωπο ως εξωτερική αυθεντία, αλλά ως δυνατότητα ενός άλλου τρόπου ύπαρξης. Ο άνθρωπος λέγοντας “ναι” στη σχέση με το Θεό και γινόμενος μέτοχος του τρόπου ζωής της Αγίας Τριάδας, ελευθερώνεται από όλα αυτά που αποτελούν περιορισμούς, δουλεία, δεσμά, πάνω στην ύπαρξή του. Τέτοια δεσμά είναι κυρίως η μοναξιά, ο πόνος και ο θάνατος. Δίχως την ελευθερία από τη φθορά και το θάνατο, κάθε επιλογή του ανθρώπου είναι τόσο ελεύθερη, όσο η “ελευθερία” του αιχμάλωτου πουλιού να πετά από γωνιά σε γωνιά του κλουβιού του.

δ. Στην καθημερινή ζωή ο Χριστιανός καλείται να υπερασπιστεί την ελευθερία ως βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου σε κάθε επίπεδο: προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό. Αυτό μπορεί να τον φέρει αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τυραννικά καθεστώτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο Χριστιανός έχει καθήκον απειθαρχίας, βάσει της ρήσης των αποστόλων προς τους διώκτες τους: “Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις” (πιο πολύ πρέπει να υπακούμε στο Θεό παρά στους ανθρώπους) (Πράξ. 5: 29). Ήδη στα χρόνια των διωγμών οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την κρατική εξουσία, τον Καίσαρα, ως Κύριό τους. Ο μόνος πραγματικός Κύριος που δέχονταν οι μάρτυρες είναι ο Χριστός, και γι’ αυτό ακούμε αυτή τη μαρτυρία και σήμερα στη θεία Λειτουργία: “Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός” (ένας είναι ο πραγματικά Άγιος και πραγματικά Κύριος, ο Ιησούς Χριστός).
 Στη συνέχεια, στο διάβα των αιώνων, πολλές φορές Χριστιανοί λησμόνησαν αυτό το ήθος και συμμάχησαν με αυταρχικά καθεστώτα ή επαναπαύτηκαν στη φιλική προς αυτούς κρατική εξουσία. Με κριτήριο την πίστη της Εκκλησίας και την πράξη των Πατέρων της, τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να καταδικαστούν απερίφραστα ως απαράδεκτες φαλκιδεύσεις του Χριστιανισμού.
Σε κάθε περίπτωση, ο Χριστιανός δυσπιστεί προς κάθε είδους μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων από σχέσεις αγάπης σε σχέσεις εξουσίας (είτε μεταξύ φίλων, είτε μέσα στην οικογένεια, είτε στην πολιτεία). Η εξουσία δε δίνει προτεραιότητα στην καρδιά τού απέναντι ανθρώπου, αλλά στη συμμόρφωσή του. Ακόμα και για τις κρατικές εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, η Εκκλησία επιμένει ότι πρέπει να λειτουργούν ως διακονία του ανθρώπου κι όχι ως καταδυνάστευσή του.


“Η αρετή λέγεται έτσι, επειδή βάση της είναι η δυνατότητα να επιλέγεις (“τό αἱρεῖσθαι”). Διότι είναι αιρετή και ηθελημένη, επειδή το καλό το κάνουμε με συνειδητή επιλογή και με τη θέλησή μας όχι αθέλητα και εξαναγκαστικά”.
Ιωάννης Δαμασκηνός, Φιλοκαλία, έκδ. Αστήρ, τ. Β΄, Αθήνα 19754, σελ. 237.

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:46-48

Σαρακοστή: νηστεία και εγκράτεια

- Ερώτηση: Τι γίνεται με την εγκράτεια στην οικογένεια, όταν θέλη ο ένας και δὲ θέλη ο άλλος;
π.Β.Θ. Αν η γυναίκα -γιατί συνήθως οι γυναίκες διερωτώνται για το θέμα αυτό, τις Σαρακοστές – εάν η γυναίκα μέσα της έχει τοποθετηθή σωστά απέναντι σ' αυτή τη λειτουργία του ζευγαριού τη σωματική, που έχει ευλογήσει ο Θεός, πρώτον, και αν δεύτερον προσπαθή η σχέση με τον άντρα της, γενικώτερα η σχέση τους, να είναι σχέση που η αγάπη είναι πάνω απ' όλα, τότε δεν υπάρχει δίλημμα.
Τα διλήμματα δημιουργούνται όταν τη σχέση τη σωματική άνδρα και γυναίκας τη βλέπουμε σαν ένα κακό και βρώμικο πράγμα καθεαυτό. Γιατί κι εγώ γνωρίζω πάρα πολύ καλά γυναίκες που πολύ συχνά αισθάνονται μολυσμένες. Η γυναίκα που αισθάνεται μολυσμένη αν ήρθε σε επαφή μέ τόν άνδρα της την Σαρακοστή, αισθάνεται μολυσμένη και εάν έχη συμβή και τον άλλο καιρό, εκτός Σαρακοστής. Γιατί δεν έχει πάρει σωστή θέση στο θέμα αυτό.
Έπειτα η γυναίκα που θα κάνη καβγά για το θέμα αυτό, προκειμένου να τηρήση τη Σαρακοστή ή να κοινωνήση, και θα μαλώσουν, θα τσακωθούν, δε έχει καταλάβει ακόμη το νόημα της άσκησης. Διότι γι' αυτήν, σωστή άσκηση θα είναι το γεγονός ότι θα κόψη το θέλημά της και θα συμμετάσχη στη χαρά του συζύγου της και θα την κάνη δική της. Όχι ότι θα κάνω το δικό μου σώνει και καλά... Επ' αυτού έχει πεί και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πάρα πολλά, αν και μοναχός ο ίδιος. Τι γίνεται όμως πολλές φορές, αυτό είναι το ενδιαφέρον.
Ανακαλύπτουμε λίγο αν ψάξουμε βαθύτερα στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι η διαμάχη για το αν θα τηρήσουμε εγκράτεια τη Σαρακοστή ήταν μόνο το πρόσχημα και ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν προβλήματα ανάμεσα στο ανδρόγυνο που εκδηλώνονται μ' αυτόν τον τρόπο. Προβλήματα δηλαδή ψυχικής ενότητος. Απλώς τον άλλον καιρό δεν μας παίρνει να πούμε «όχι». Τώρα μας παίρνει. Άρα, το θέμα μετατίθεται. Δεν είναι για την άσκηση και για την εγκράτεια. Είναι γιατί αυτό το ζευγάρι δεν έχει καταφέρει ακόμα να βρη την ενότητά του, και στο θέμα αυτό. Είμαστε σε άλλο θέμα δηλαδή. Εγώ προσωπικά το βλέπω ξεκάθαρο όπως σας το τοποθετώ. Δεν ξέρω αν υπάρχη ασάφεια ακόμη.
-Ερώτηση: Στο γάμο δεν είναι ένας, είναι δύο... δεν είναι μόνο θέμα αγάπης, είναι και θέμα πίστεως, θρησκείας.... Εδώ δε μιλάμε για σχέση, εδώ μιλάμε για θρησκεία. Είναι τελείως ξεχωριστό...
π.Β.Θ: Προσέξτε. Δεν υπάρχει περίπτωση η πίστη μας και η θρησκεία μας να έρθη αντιμέτωπη με την αγάπη. Δεν μπορούμε να λέμε: Από δω έχουμε την αγάπη κι από δω έχουμε τη θρησκεία. Μία θρησκεία που είναι αντιμέτωπη με την αγάπη, δε στέκει σαν θρησκεία, δεν την θέλουμε. Είναι ψεύτικο το δίλημμα που βάζετε, δεν υπάρχει τέτοιο δίλημμα. Δεν θα έρθουν ποτέ αυτά τα δύο να συγκρουστούν. Εγώ είπα ότι όταν μία γυναίκα νοιώθη ότι συγκρούονται, πρέπει να ψάξη τη σχέση με τον άντρα της γενικώτερα. Κάποιο πρόβλημα υπάρχει.
Γιατί δεν είναι τυχαίο ότι 2000 χρόνια, με Πατέρες της Εκκλησίας, -μοναχοί οι περισσότεροι- που έγραψαν χιλιάδες σελίδες επί παντός θέματος, δεν έχουμε καθόλου αναφορές στο θέμα της εγκράτειας του ζευγαριού: πόσες μέρες ακριβώς πριν κοινωνήσουν αν είναι νηστεία, αν δεν είναι κ.λπ., ίσα ίσα έχουμε αναφορές για το αντίθετο!
Κοιτάξτε, πολλά προβλήματα δημιουργούνται από το ότι εγώ κάνω του κεφαλιού μου και δεν νοιάζομαι για τον άλλον. Κι έχετε δίκαιο ότι αυτό συμβαίνει και αντίστροφα πολλές φορές, δηλαδή υπάρχουν άντρες που θέλουνε την εγκράτεια και γυναίκες που δεν την μπορούν. Αισθάνομαι ότι δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι άντρας, δε θέλω να με παρεξηγήσετε. Τα λέω γιατί τα έχω βρεί μέσα στα κείμενα, τα βιβλία. Αν ήταν αλλιώς, θα μας το είχαν δηλώσει οι Πατέρες ξεκάθαρα. Εδώ άλλοι, για να μη χαλάσουν τη νηστεία οδηγήθηκαν στο μαρτύριο! Τους έκοβαν χέρια και πόδια και δεν τρώγανε. Θα έλεγαν λοιπόν ξεκάθαρα οι Πατέρες: «Ας χτυπιέται ο άλλος, εσείς θα τηρήσετε αυτό που λέει η θρησκεία, ότι είναι Σαρακοστή». Δεν το λένε όμως, λένε το αντίθετο! Πως να το κάνουμε...
Δεν μπορούμε εμείς να φτιάξουμε ιδιωτική θρησκεία, δική μας. Και δεν το λένε αυτό οι Πατέρες, γιατί ακριβώς ξέρουν καλά ότι η αγάπη και η θρησκεία δεν αντιτίθενται. Αφού η δική μας θρησκεία σ' αυτήν την αγάπη έδωσε νόημα και την ευλόγησε μέσα στην Εκκλησία και έκανε το μυστήριο του γάμου, στο οποίο προσευχόμαστε για «ομόνοια ψυχών και σωμάτων». Γι' αυτό λέω ότι είναι λάθος τοποθέτηση ευθύς εξαρχής.
Ποια είναι τα αίτια αυτής της λάθος τοποθέτησης, Είναι κακή ποιμαντική και θεολογία από μας, τους κληρικούς, κακή αγωγή από τις μητέρες κυρίως, οι οποίες δεν το έζησαν ποτέ αυτό το θέμα με χαρά, και πως να το ζήσουνε με χαρά οι καημένες, αφού τις παντρέψανε με το ζόρι, χωρίς να τις ρωτήσουνε τις περισσότερες... Κι είχαν ίσως κι εκείνες επηρεαστεί από τη δική τους μητέρα και βεβαίως υπάρχουν και οι καταβολές που έχουμε οι προαιώνιες από την αρχαία Ελλάδα, ή από τον Ιουδαισμό, όλες οι δεισιδαιμονίες, οι προλήψεις, το «βρώμικο», το «ακάθαρτο» κ.λπ. Αυτές οι τρεις αιτίες υπάρχουν. Αλλά όταν η αγάπη λειτουργή πραγματικά, λύσεις βρίσκονται.
Και σας ξαναείπα, η πρώτη αμαρτία είναι του ναρκισσισμού, της φιλαυτίας. Δεν είναι του σώματος οι μεγαλύτερες αμαρτίες. Η νοοτροπία αυτή που λέτε, η οποία βάζει από εδώ τη θρησκεία και από κεί την αγάπη ως αντίθετες, ουσιαστικά λέει: «Το να μολύνω εγώ το σώμα μου, αυτό είναι σοβαρή αμαρτία και όχι το να τσακωθώ με τον άντρα μου»...
----------▪︎-------------▪︎------------▪︎----------
Εκ της αυλής ταύτης- Εκδόσεις Αρμός

Και ο μήνας έχει εννιά


Σήμερα (9 Μαρτίου) ο μήνας έχει εννέα.

Τη φράση "και ο μήνας έχει εννιά" την χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε μια άνετη ζωή χωρίς άγχος και σκοτούρες, μια χαλαρή αντιμετώπιση των προβλημάτων της ζωής ή γενικά όταν θέλουμε να πούμε ότι κάποιος είναι βολεμένος.

Πώς όμως προήλθε αυτή η φράση; (Πηγή)

"Η επικρατέστερη εκδοχή για τη φράση αυτή είναι η εξής: Στα πρώτα χρόνια του νέου ελληνικού κράτους, ύστερα από την πολύχρονη δουλεία, οι δημόσιοι υπάλληλοι πληρώνονταν κάθε εννιά ημέρες και όχι κάθε μήνα που επικράτησε αργότερα και κάθε δεκαπέντε που πληρώνονται μετά από την κατοχή του 1941. Από αυτήν λοιπόν την αιτία πιστεύεται ότι βγήκε και η φράση: "εννιά έχει ο μήνας".

Δεύτερη εκδοχή: Ίσως να προέρχεται και από την απάντηση που έδωσαν οι Σπαρτιάτες στους Αθηναίους, όταν αυτοί τους ζήτησαν για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες:

"Είναι εννέα του μηνός και δεν είναι γιομάτο το φεγγάρι ..."Οι Σπαρτιάτες ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν, αλλά έπρεπε να υπακούσουν σε νόμο που τους απαγόρευε να πολεμήσουν πριν από τη γέμιση του φεγγαριού....Οι Σπαρτιάτες έστειλαν πράγματι στρατό, μετά την πανσέληνο, αλλά η μάχη είχε ήδη τελειώσει με τη θριαμβευτική νίκη των ελληνικών δυνάμεων. Η φράση “και ο μήνας έχει εννιά”, δήλωσε πλέον την αποχή, την καλοπέραση μακριά από τις πολεμικές κακουχίες....

Μια τρίτη εκδοχή συνδέει την φράση με το ραμαζάνι των Τούρκων. Ο ένατος μήνας του μουσουλμανικού σεληνιακού ημερολογίου είναι ο μήνας του Ραμαζανιού. Κατά την διάρκεια αυτού του μήνα οι πιστοί μουσουλμάνοι δεν εργάζονται, προσεύχονται όλη μέρα και το βράδυ, με τη δύση του ηλίου, όταν τερματίζεται η ημερήσια νηστεία, επιτρέπεται το φαγητό σε μεγάλες ποσότητες.

Παραθέτουμε ακόμα μια τέταρτη εκδοχή (πηγή) που συνδέεται με το ημερολόγιο των Ρωμαίων. Είναι μια περίφραση που σημαίνει "σήμερα είναι οι Nonæ " και πληρέστερα: "σήμερα δεν έχει δουλειά γιατί είναι αργία: εορτάζονται οι Nonæ". Άρα είναι μέρα που περνάει μέσα σε αδιαφορία και αμεριμνησία.

Ο Ρωμαϊκός μήνας χωρίζονταν σε τρεις περιόδους με τρεις σημαδιακές μέρες.

Nonæ (πρφ Νόνε). Πιστεύεται ότι αρχικά ήταν η μέρα του μισού της σελήνης. Οι Nones ήταν οκτώ ημέρες πριν από τας Ιδούς(Ides) , και συνέπιπταν με την 5η ή 7η ημέρα του μήνα, ανάλογα με τη θέση των Ειδών. Η λέξη Nonæ είναι το τακτικό ένατο από το λατινικό Novem (εννέα) , επειδή, μετρώντας Ides ως πρώτη, μία ημέρα πριν είναι η δεύτερη, και οκτώ ημέρες πριν είναι η ένατη.

Ούτε νόνες είχαν οι Έλληνες στο ημερολόγιο, γι αυτό χρησιμοποιούσαν την περίφραση "εννέα έχει ο μήνας". Φαίνεται ότι το Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος διατήρησε για κάποιο διάστημα την αργία της ενάτης ημέρας μέχρι που οι εκκλησία καθιέρωσε τις Κυριακές ως αργίες.

Πηγή

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Τι είναι αυτό που λέμε «Αναλυτική Φιλοσοφία Θρησκείας»;

Υπάρχει θεός; Με ποιους φιλοσοφικούς συλλογισμούς επιχειρείται να αποδειχθεί η ύπαρξή του; Ποιες είναι οι φιλοσοφικές συνέπειες του ισχυρισμού ότι ο θεός είναι πάνσοφος και παντοδύναμος; Συνιστά το κακό ένδειξη για τη μη ύπαρξη του θεού; Μπορούμε να μιλάμε για το θεό με προτάσεις που τους αποδίδουμε αλήθεια ή ψεύδος; Τι καθιστά μία θρησκευτική πεποίθηση δικαιολογημένη; Με ποιους τρόπους προσεγγίζει ο φιλόσοφος την ποικιλία των θρησκευτικών πεποιθήσεων; Είναι τα θαύματα πιθανά συμβάντα; Πώς διαφοροποιείται η κοσμική ηθική από τη θρησκευτική ηθική;

Η αναλυτική φιλοσοφία αποτελεί μία από τις κυρίαρχες φιλοσοφικές προσεγγίσεις του 20ού και 21ου αιώνα, η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη λογική ανάλυση, στη σαφήνεια της γλώσσας και στην αυστηρή αξιολόγηση των επιχειρημάτων. Αναπτύχθηκε κυρίως στον αγγλοσαξονικό κόσμο και συνδέεται με ονόματα όπως ο Bertrand Russell, ο Ludwig Wittgenstein και ο G.E. Moore. Στο πλαίσιο της φιλοσοφίας της θρησκείας, η αναλυτική φιλοσοφία έχει διαμορφώσει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται θεολογικά και μεταφυσικά ερωτήματα, προσφέροντας ένα εργαλείο λογικής αποσαφήνισης και διανοητικής εμβάθυνσης των θεμάτων που αφορούν την πίστη και τη θρησκευτική εμπειρία.

Η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στη φιλοσοφία της θρησκείας ξεκινά με την ανάλυση των βασικών θρησκευτικών εννοιών. Για παράδειγμα, έννοιες όπως “παντοδυναμία”, “πανσοφία” ή “αγιότητα” υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο ως προς τη λογική τους συνοχή. Τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει να είναι ο Θεός παντοδύναμος και αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης λογικά αδύνατων πραγμάτων. Μέσα από τέτοια ερωτήματα, η αναλυτική φιλοσοφία βοηθά να διαπιστωθεί αν οι έννοιες που χρησιμοποιούνται στη θεολογία έχουν νόημα και αν είναι εσωτερικά συνεπείς.

Επιπλέον, η αναλυτική φιλοσοφία εστιάζει στην ανάλυση της γλώσσας που χρησιμοποιείται στη θρησκεία. Ερωτήματα όπως «τι σημαίνει να λέμε ότι ο Θεός είναι αγάπη;» ή «είναι η θρησκευτική γλώσσα κυριολεκτική ή συμβολική;» απασχόλησαν φιλοσόφους όπως ο Basil Mitchell (1973) και ο Richard Swinburne (1979). Ο Swinburne, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι πολλές θεολογικές προτάσεις μπορούν να έχουν γνωσιακό περιεχόμενο, δηλαδή να είναι λογικά ελέγξιμες και να υπόκεινται σε αποδείξεις ή απορρίψεις, ενάντια σε απόψεις όπως εκείνες του Wittgenstein ή των θετικιστών, που θεωρούσαν τη θρησκευτική γλώσσα ως απλώς εκφραστική ή υπαρξιακή.


Η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στη φιλοσοφία της θρησκείας ξεκινά με την ανάλυση των βασικών θρησκευτικών εννοιών. Για παράδειγμα, έννοιες όπως “παντοδυναμία”, “πανσοφία” ή “αγιότητα” υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο ως προς τη λογική τους συνοχή. Τίθεται το ερώτημα τι ακριβώς σημαίνει να είναι ο Θεός παντοδύναμος και αν η έννοια αυτή περιλαμβάνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης λογικά αδύνατων πραγμάτων.

Παράλληλα, η αναλυτική φιλοσοφία ασχολείται σε βάθος με την αξιολόγηση των παραδοσιακών επιχειρημάτων για την ύπαρξη του Θεού, όπως το κοσμολογικό, το οντολογικό, το τελεολογικό και το ηθικό επιχείρημα. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι μελετούν τη λογική δομή αυτών των επιχειρημάτων, εντοπίζουν τυχόν σφάλματα ή ασάφειες και προτείνουν βελτιώσεις ή σύγχρονες εκδοχές τους.

Για παράδειγμα, ο Alvin Plantinga προσέφερε μια σύγχρονη διατύπωση του οντολογικού επιχειρήματος, χρησιμοποιώντας εργαλεία της μοντέρνας λογικής. Αντίστοιχα, η ανάλυση της θρησκευτικής γλώσσας αποτελεί άλλο ένα πεδίο συνεισφοράς. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι διερευνούν εάν οι θρησκευτικές δηλώσεις είναι κυριολεκτικές, μεταφορικές ή απλώς εκφραστικές.

Το ερώτημα τι εννοούμε όταν λέμε “ο Θεός είναι αγάπη” ή “ο Θεός ακούει τις προσευχές μας” εξετάζεται με στόχο να διαπιστωθεί εάν τέτοιες δηλώσεις έχουν γνωσιακό περιεχόμενο ή είναι απλώς εκφράσεις συναισθηματικής στάσης.

Τέλος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν προϋποθέτει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία του Θεού, δεν βασίζεται σε οντολογικές δεσμεύσεις αλλά εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα με λογική αυστηρότητα, δίνοντας τη δυνατότητα σε πιστούς, αγνωστικιστές και άθεους να συμμετάσχουν στον διάλογο με κοινούς όρους. Έτσι, δημιουργεί ένα κοινό διανοητικό πλαίσιο στο οποίο η θρησκευτική πίστη μπορεί να συζητηθεί, να αναλυθεί και να κριθεί χωρίς δογματισμό αλλά με σεβασμό στη λογική και τη φιλοσοφική συνέπεια.

Ας εξετάσουμε τώρα ένα συγκεκριμένο παράδειγμα που δείχνει πώς λειτουργεί η αναλυτική προσέγγιση: την ερμηνεία της θρησκευτικής εμπειρίας. Ο William Alston (1991), στο έργο του Perceiving God, επιχειρεί να θεμελιώσει την γνωσιολογική εγκυρότητα της θρησκευτικής εμπειρίας. Η γνωσιολογία (epistemology) ασχολείται με τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης. Στην περίπτωση της θρησκευτικής εμπειρίας, η ερώτηση είναι: Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι μια εμπειρία του θείου, δηλαδή, μια υποκειμενική, προσωπική αίσθηση επαφής με το Θείο μας δίνει γνώση για την ύπαρξη ή τη φύση του Θεού; Στην αναλυτική φιλοσοφία, μια πεποίθηση θεωρείται γνώση αν είναι αληθής, δικαιολογημένη (justified) και πιστευόμενη (belief). Έτσι, η κεντρική φιλοσοφική ερώτηση είναι αν οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να δικαιολογήσουν πεποιθήσεις για το θείο.


Τέλος, ένα βασικό χαρακτηριστικό της αναλυτικής φιλοσοφίας είναι ότι δεν προϋποθέτει ούτε την ύπαρξη ούτε την ανυπαρξία του Θεού, δεν βασίζεται σε οντολογικές δεσμεύσεις αλλά εξετάζει τα σχετικά επιχειρήματα με λογική αυστηρότητα, δίνοντας τη δυνατότητα σε πιστούς, αγνωστικιστές και άθεους να συμμετάσχουν στον διάλογο με κοινούς όρους. Έτσι, δημιουργεί ένα κοινό διανοητικό πλαίσιο στο οποίο η θρησκευτική πίστη μπορεί να συζητηθεί, να αναλυθεί και να κριθεί χωρίς δογματισμό αλλά με σεβασμό στη λογική και τη φιλοσοφική συνέπεια.

Ο Alston, στην προσέγγισή του, υποστηρίζει ότι οι θρησκευτικές εμπειρίες μπορούν να παρέχουν prima facie δικαιολογήσεις δηλαδή, αρχική δικαιολογία για πεποιθήσεις, εκτός κι αν υπάρξουν ειδικοί λόγοι να αμφισβητηθούν.

Χρησιμοποιεί ένα αναλογικό επιχείρημα: όπως δεχόμαστε τις αισθητηριακές εμπειρίες μας ως τεκμήρια για την ύπαρξη του φυσικού κόσμου, μπορούμε να δεχτούμε και τις θρησκευτικές εμπειρίες ως τεκμήρια για την ύπαρξη του Θεού, εφόσον δεν έχουμε ισχυρούς λόγους να τις θεωρήσουμε αναξιόπιστες. Υποστηρίζει ότι η εμπειρική αντίληψη του Θεού μπορεί να ενταχθεί στα «θεμελιώδη γνωστικά συστήματα» με τρόπο παρόμοιο με την αντίληψη των φυσικών αντικειμένων, παρά τις διαφορές στο είδος και στη συχνότητα των εμπειριών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η συμβολή της αναλυτικής φιλοσοφίας στο πρόβλημα του κακού, που είναι ίσως η πιο ισχυρή πρόκληση για τη θεϊστική πίστη. Το πρόβλημα αυτό διατυπώνεται ως εξής: αν υπάρχει ένας Θεός παντοδύναμος, πανάγαθος και παντογνώστης, τότε γιατί υπάρχει κακό στον κόσμο; Η λογική εκδοχή του προβλήματος διατυπώθηκε πιο συστηματικά από τον J.L. Mackie (1955), ο οποίος υποστήριξε ότι η ύπαρξη κακού είναι λογικά ασύμβατη με την ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού. Ο Plantinga (1977), ωστόσο, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει λογική ασυμβατότητα μεταξύ της ύπαρξης του Θεού και της ύπαρξης κακού, αν δεχτούμε ότι ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους ελεύθερη βούληση και ότι η ύπαρξή της είναι αγαθό τόσο σημαντικό, ώστε δικαιολογεί το ενδεχόμενο να τη χρησιμοποιήσουν με λάθος τρόπο. Ο Plantinga απέδειξε ότι η ύπαρξη κακού είναι δυνατή ακόμα και υπό την ύπαρξη ενός αγαθού και παντοδύναμου Θεού, χωρίς αυτό να συνιστά λογική αντίφαση.

Συνοψίζοντας, η αναλυτική φιλοσοφία ενισχύει ουσιαστικά τη φιλοσοφία της θρησκείας, καθώς προσφέρει σαφήνεια, λογική πειθαρχία και αυστηρή εννοιολογική ανάλυση. Δεν προσπαθεί να επιβάλει κάποια πίστη, αλλά εξετάζει το θρησκευτικό φαινόμενο με εργαλεία που το καθιστούν προσιτό στην κριτική σκέψη και στον φιλοσοφικό στοχασμό. Η ουσιαστική συμβολή της αναλυτικής σκέψης στη φιλοσοφία της θρησκείας είναι ότι προσπαθεί να απεκδυθεί των ιδεολογικών και υπαρξιακών δεσμεύσεων ως αφετηρία και κριτήριο διαπραγμάτευσης.

Η Πηνελόπη Βουτσινά έχει σπουδάσει θεολογία, φιλοσοφία και ιστορία της επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξειδικεύτηκε στην αναλυτική φιλοσοφία στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Sheffield στην Αγγλία. Εργάζεται σήμερα στην ιδιωτική εκπαίδευση ως υποδιευθύντρια.

Ενδεικτική βιβλιογραφίαAlston, W. (1991). *Perceiving God: The Epistemology of Religious Experience*. Cornell University Press.Mackie, J.L. (1955). “Evil and Omnipotence.” Mind, 64(254), 200–212.
Morris, T.V. (1991). Our Idea of God: An Introduction to Philosophical Theology. InterVarsity Press.
Plantinga, A. (1974). The Nature of Necessity. Oxford University Press.
Plantinga, A. (1977). God, Freedom, and Evil. Eerdmans.
Swinburne, R. (1979). The Existence of God. Oxford University Press.
Mitchell, B. (1973). The Justification of Religious Belief. Macmillan.

Χρονολογικό πλαίσιο της εποχής των Πατριαρχών



Οι βιβλικές διηγήσεις για τους Πατριάρχες

Τις διηγήσεις για τους Πατριάρχες τις βρίσκουμε στο πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση, στα κεφάλαια 12-50. Οι μεγάλοι πρωταγωνιστές αυτών των διηγήσεων είναι ο Αβραάμ και οι απόγονοί του Ισαάκ, Ιακώβ και Ιωσήφ.

Σε ποια εποχή έζησαν οι Πατριάρχες;
Κάπου ανάμεσα στο 19ο αι. έως το 15ο αι. π.Χ.

Πού διαδραματίστηκαν οι ιστορίες;
Στην περιοχή της Mέσης Ανατολής. Σπουδαίοι λαοί και πολιτισμοί – όπως μαθαίνουμε και στο μάθημα της φετινής μας Ιστορίας – αναπτύχθηκαν εδώ από την 4η χιλιετία π.Χ.: Αιγύπτιοι, Σουμέριοι, Χετταίοι, Ασσύριοι και οι σημίτες Ακκάδιοι, Βαβυλώνιοι, Φοίνικες. Χώρα καταγωγής των Πατριαρχών ήταν η Μεσοποταμία, το σημερινό δηλαδή Ιράκ. Όπως είπαμε και στο προηγούμενο μάθημα, πρόκειται για την περιοχή όπου αναπτύχθηκαν από πολύ νωρίς οι καλλιέργειες. Με τα αγαθά που εξασφάλιζαν η γεωργία και η κτηνοτροφία – και αργότερα η χρήση των μετάλλων – οι άνθρωποι μπορούσαν να παράγουν πολλά πράγματα (υφάσματα, έπιπλα, μεταλλικά εργαλεία κ.ά.)· να χτίζουν και να οχυρώνουν πόλεις· να δημιουργούν όμορφα έργα τέχνης (ναούς, ανάκτορα, αγάλματα κ.ά.)· να καλλιεργούν πνευματική ζωή (γεωμετρία, αριθμητική, αστρολογία, νομοθεσία, γραφή, θρησκεία). Έτσι, σε όλη την περιοχή αναπτύχθηκαν πολλά επαγγέλματα και ζωηρό εμπόριο. Στο χάρτη μπορούμε να επισημάνουμε τα ονόματα γνωστών πανάρχαιων πόλεων, που αποτελούσαν γέφυρες επικοινωνίας και εμπορίου: Ουρ, Σούσα, Βαβυλώνα, Ακκάδ, Μάρι, Ασσούρ, Νινευί, Χαρράν, Ιεριχώ. Την εποχή των Πατριαρχών πολυ-
πληθή καραβάνια διέσχιζαν προς όλες τις κατευθύνσεις την περιοχή. Οι ταξιδιώτες εκτός από τα εμπορεύματα μετέφεραν μαζί τους διηγήσεις, θρύλους και τραγούδια της πατρίδας τους, αλλά και λατρευτικές συνήθειες, θρησκευτικές δοξασίες* και μύθους για πολλούς θεούς για τους οποίους πίστευαν ότι όριζαν τη μοίρα των ανθρώπων.

Πώς ζούσαν οι Πατριάρχες μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον;
Οι Πατριάρχες ήταν κυρίως βοσκοί αιγοπροβάτων και ζούσαν ως νομάδες. Περιπλανούνταν δηλαδή μαζί με τις οικογένειες και τα ζώα τους από τόπο σε τόπο αναζητώντας κατάλληλους βοσκότοπους και πηγές. Ήταν οργανωμένοι σε πατριές, ομάδες δηλαδή ανθρώπων που κατάγονταν από τον ίδιο πρόγονο. Η σχέση αυτή δημιουργούσε αδελφοσύνη μεταξύ των μελών της ομάδας και καθόριζε το πώς πρέπει να ζεί όποιος ανήκε σ’ αυτήν. Ο αρχηγός της πατριάς (= Πατριάρχης) ήταν πρόσωπο με μεγάλη ισχύ* και αναγνώριση.
Μέσα στο πολυθεϊστικό περιβάλλον της Ουρ, μιας πόλης στη δυτική όχθη του Ευφράτη, ζούσε η ημινομαδική* πατριά του Θάρα, πατέρα του Αβραάμ. Ο Θάρα με όλη του την οικογένεια μετανάστευσε στη Χαρράν. Πόσο χρόνο παρέμειναν εκεί δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι στη Χαρράν αρχίζει η ιστορία των Πατριαρχών με την κλήση ενός αφανούς σημίτη*, του Αβραάμ, από το Θεό. Είναι η ιστορία που διαδραματίζεται* καθώς οι Πατριάρχες πορεύονται συνεχώς: από τη Χαρράν έως τη Χαναάν, από κει στην Αίγυπτο και πάλι πίσω στη Χαναάν κι έπειτα, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, και πάλι στη χώρα των Φαραώ.

Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 22


Ο κόσμος της Παλαιάς Διαθήκης

Η Μέση Ανατολή 

Τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης εκτυλίσσονται στην περιοχή που ονομάζεται Μέση Ανατολή.
Οι χώρες που βρίσκονται σήμερα εκεί είναι το Ιράκ, το Ιράν, η Συρία, ο Λίβανος, το Ισραήλ, η Ιορ-
δανία, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος. Όπως διαπιστώνουμε στο χάρτη, τα ποτάμια χάριζαν ευφορία στην περιοχή. Μπορούμε μάλιστα να παρατηρήσουμε ένα καταπράσινο τόξο που εκτείνεται από την εκβολή των ποταμών Τίγρη και Ευφράτη (στον Περσικό Κόλπο) και φτάνει έως την κοιλάδα του Νείλου (στην Αίγυπτο). Σ’ αυτή την εύφορη περιοχή δημιουργήθηκαν οι πρώτοι οικισμοί, επινοήθηκε η γραφή και ο τροχός και άνθισαν μερικοί από τους σπουδαιότερους πολιτισμούς του κόσμου. Σήμερα, οι αρχαιολογικοί τους χώροι έχουν ενταχθεί στον κατάλογο της παγκόσμιας κληρονομιάς της Unesco* και οι θησαυροί τους κοσμούν μουσεία σ’ όλο τον κόσμο.




Η Γη Χαναάν είναι η χώρα που ο Θεός υποσχέθηκε στο λαό του. Γι’ αυτό και ονομάστηκε Γη της Επαγγελίας (= χώρα της υπόσχεσης), όπως επίσης και Γη Ισραήλ (= χώρα των Ισραηλιτών). Είναι η γη στην οποία διαδραματίστηκαν* τα περισσότερα γεγονότα της Παλαιάς, αλλά και της Καινής Διαθήκης.
Στα βιβλία της Αγίας Γραφής συναντούμε πολλά ονόματα περιοχών αυτής της χώρας. Είναι αλήθεια ότι η μορφολογία* του εδάφους και το κλίμα μιας χώρας παίζουν πολύ σπουδαίο ρόλο στη ζωή των ανθρώπων που την κατοικούν. Γι’ αυτό ας γνωρίσουμε περισσότερο αυτά τα χαρακτηριστικά της Παλαιστίνης. Προσέξτε το χάρτη 3.
Μέσα σε μια τόσο στενή λωρίδα γης συναντούμε μεγάλες αντιθέσεις. Στα δυτικά της η χώρα βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα. Η
παραθαλάσσια ακτή της απλώνεται γεμάτη αμμόλοφους και χωρίς φυσικά λιμάνια. Ακολουθεί μια στενή λωρίδα καταπράσινης εύφο-
ρης γης. Εδώ ευδοκιμούν σιτάρι, κριθάρι, συκιές, ελιές, ροδιές, πορτοκαλιές. Η επόμενη στενή λωρίδα γης προς τα ανατολικά είναι
καλυμμένη με βουνά και λόφους. Γνωστότερα μας είναι το Θαβώρ και το Γαριζίν. Ανατολικότερα τα βουνά πέφτουν απότομα σχηματίζοντας μια βαθιά κοιλάδα που τη διασχίζει ο ποταμός Ιορδάνης. Ο Ιορδάνης διατρέχει τη χώρα από βορρά προς νότο. Χύνεται στη λίμνη της Γεννησαρέτ και καταλήγει στη Νεκρά Θάλασσα. Εξαιτίας των
ορμητικών νερών του δεν ήταν πλωτός και αποτελούσε φυσικό εμπόδιο στην επικοινωνία ανάμεσα στην ανατολική και δυτική Παλαιστίνη. Πέρα από τον Ιορδάνη εκτείνεται το οροπέδιο της Υπεριορδανίας και μετά απλώνεται άνυδρη έρημος. Επειδή η χώρα βρίσκεται ανάμεσα στην έρημο και στη θάλασσα, το κλίμα της παρουσιάζει εντυπωσιακές διαφορές από λωρίδα σε λωρίδα και από τόπο σε τόπο. Έτσι, αλλού βρέχει συχνά κι ευνοούνται οι καλλιέργειες. Αλλού πάλι οι βροχές είναι σπάνιες κι επικρατεί ξηρασία. Εξαιτίας της οι άνθρωποι της Παλαιάς Διαθήκης συχνά υπέφεραν από πείνα. Παρ’ όλα αυτά η Παλαιστίνη ήταν πάντα γι’ αυτούς η χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι.

Η Νεκρά Θάλασσα αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο. Έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε αλάτι και γι’ αυτό δεν υπάρχει πλούσια βλάστηση και πουλιά στις όχθες της ούτε ζουν ψάρια στα νερά της

Η σημερινή Παλαιστίνη - το σημερινό Ισραήλ  

Στις μέρες μας αυτή η περιοχή συχνά πρωταγωνιστεί στις ειδήσεις των ΜΜΕ, δυστυχώς με τραγικά νέα. Κι αυτό γιατί από το 1948, που ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ, βρίσκεται σε συνεχείς διαμάχες με τους Άραβες γείτονές του. Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι ζουν σήμερα μέσα σε μια εκρηκτική πολεμική ατμόσφαιρα με αποτέλεσμα χιλιάδες νεκρούς και πρόσφυγες. Οι προσπάθειες να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στους δύο λαούς σκοντάφτουν σε μια σειρά από εμπόδια, κι έτσι η σημερινή κατάσταση στην Παλαιστίνη παραμένει μια ανοιχτή πληγή για όλο τον κόσμο.




1. Ποιες σημερινές χώρες συμπεριλαμβάνει η Μέση Ανατολή;
2. Γιατί η Παλαιστίνη ήταν πολύ σημαντική περιοχή στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης;
3. Από πού προέρχεται το όνομα Παλαιστίνη;
4. Εξηγήστε τις άλλες ονομασίες που χρησιμοποιούνται για τη χώρα στην Αγία Γραφή;
5. Τι σημαίνει ο χαρακτηρισμός της Παλαιστίνης από τους Εβραίους ως «Γη της Επαγγελίας»;
6. Ποια είναι η μορφολογία* της Παλαιστίνης;
7. Ποια είναι τα σπουδαιότερα βουνά, λίμνες, ποτάμια της;
8. Πώς είναι το κλίμα της;
9. Τι προβλήματα αντιμετωπίζουν οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής


Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 19 -21

Οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης: άνθρωποι εμπνευσμένοι από το Θεό

Οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης, άνθρωποι μιας άλλης εποχής

Κρατώντας στα χέρια μας την Παλαιά Διαθήκη είναι ανάγκη να έχουμε στο νου μας ότι οι άνθρωποι για τους οποίους μιλάει, επομένως και οι συγγραφείς της, δεν ήταν σαν κι εμάς, απλώς αλλιώς ντυμένοι! Τι είδους άνθρωποι ήταν λοιπόν;
Ανήκαν σε ένα λαό σημιτικής* καταγωγής, που είναι γνωστός με τα ονόματα Εβραίοι, Ισραηλίτες, Ιουδαίοι, και ζούσαν σε μια εποχή πολύ διαφορετική από τη δική μας. Όλα στη ζωή τους ήταν διαφορετικά: αλλιώς έτρωγαν, ντύνονταν, μιλούσαν, σκέφτονταν. 
Ας το σκεφτούμε καλύτερα: Εμείς σήμερα ζούμε στην κοινωνία της εύκολης επικοινωνίας, της πληροφορίας, της ταχύτητας,των αλλαγών. Εκείνοι γνώριζαν πολύ λιγότερα πράγματα απ’ ό,τι εμείς. Στην αρχή ζούσαν νομαδική* ζωή κι αργότερα, όταν εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Χαναάν, έγιναν και αγρότες. Ένιωθαν απόλυτα δεμένοι με τη γη στην οποία γεννιόνταν και μεγάλωναν. Και βέβαια αλλιώτικες ήταν και οι σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους. Ισχυρότατοι δεσμοί τους ένωναν με τις πολυμελείς οικογένειές τους, τη φυλή και το λαό στον οποίο ανήκαν. Στο κέντρο της ζωής τους, όπου κι αν βρίσκονταν, κάθε μέρα απ’ τη στιγμή της γέννησης ως το θάνατό τους, υπήρχε ο Θεός. Αυτό ίσχυε για όλους: τους άντρες και τις γυναίκες, το βασιλιά, τους ιερείς, τους γεωργούς, τους βοσκούς και τους εμπόρους. Φυσικά ίσχυε και για τους συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης.

Ο Θεός στο κέντρο της ζωής και της καρδιάς τους. 
Συχνά ακούμε να λέγεται ότι η Αγία Γραφή, άρα
και η Παλαιά Διαθήκη, είναι ένα βιβλίο θεόπνευστο. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ο Θεός «φώναξε» από τον ουρανό ή ψιθύρισε «στο αυτί» κάποιων ανθρώπων. Τι εννοούμε, λοιπόν, λέγοντας ότι ο Θεός ενέπνευσε τους ανθρώπους; Εννοούμε ότι μίλησε στις καρδιές τους, εκεί όπου ο άνθρωπος παίρνει ελεύθερα αποφάσεις και τίποτε δε μπορεί να του επιβληθεί με τη βία. Τους φανέρωσε (= αποκάλυψε) αλήθειες που μόνοι τους οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν: ότι ο Θεός είναι ένας και κυρίαρχος όλου του κόσμου· ποιο είναι το καλό και το κακό· πώς να φέρονται ο ένας στον άλλο· πώς να φροντίζουν την πλάση όλη· ποιος είναι ο προορισμός των ανθρώπων και του κόσμου. Και το πιο σπουδαίο: με ποιον τρόπο ο άνθρωπος σχετίζεται με το Θεό. Όλα αυτά είναι οι θεόπνευστες αλήθειες που ο Θεός φανέρωνε σταδιακά στα γεγονότα της ιστορίας του ισραηλιτικού λαού.
Ανάμεσα σ’ αυτό το λαό βρέθηκαν κάποιοι άνθρωποι που πίστευαν βαθιά στο Θεό. Όλη τους η ζωή έγινε μάτια και αυτιά που έβλεπαν και άκουγαν τις θεόπνευστες αλήθειες και τις αναγνώριζαν μέσα στην καθημερινή ζωή. Όμως όλα αυτά δεν τα κράτησαν για τον εαυτό τους. Θέλησαν να τα μοιραστούν με τους άλλους ανθρώπους και γι’ αυτό έγραψαν κείμενα.

Μιλώντας για το Θεό με ανθρώπινα λόγια!

Οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης έγραφαν, όπως είναι φυσικό, στη γλώσσα που μιλούσαν και χρησιμοποιούσαν τις γνώσεις της εποχής τους. Πάντα βέβαια ως κύριο σκοπό είχαν να εκφράσουν στα κείμενά τους τις θεόπνευστες αλήθειες, όσο καλύτερα γινόταν. Πώς το πετύχαιναν αυτό; Κάτι που έχει σημασία να καταλάβουμε εμείς σήμερα είναι ότι οι άνθρωποι εκείνης της εποχής – και ιδιαίτερα οι Ανατολίτες – αγαπούσαν πολύ τις ιστορίες. Έτσι, λοιπόν, και οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης χρησιμοποίησαν ιστορίες που γνώριζαν από τους παλαιότερους ή τις συνέθεταν οι ίδιοι. Τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους (ευφυΐα, ευαισθησία, φαντασία) τους βοηθούσαν να χτίζουν με μαστοριά τα κείμενά
τους χρησιμοποιώντας κατάλληλες εικόνες και σύμβολα. Ζωντανές δηλαδή εκφράσεις από τις παραδόσεις του τόπου τους και από την καθημερινή ζωή, που δύσκολα ξεχνιούνται. Π.χ. παρουσιάζουν το Θεό ως ποιμένα, δηλαδή βοσκό. Η εικόνα αυτή, καθώς ήταν πολύ γνώριμη στους ανθρώπους εκείνης της εποχής, τους βοηθούσε να καταλαβαίνουν κάτι περισσότερο για το Θεό και να τον νιώθουν κοντά τους. Άλλοτε πάλι παρουσιάζουν το Θεό να μιλάει, να θυμώνει, να μαλώνει τους ανθρώπους, όπως ένας αυστηρός πατέρας, που όμως νοιάζεται για το παιδί του και θέλει να του βάλει μυαλό. Τις εκφράσεις αυτές, όπου ο Θεός παρουσιάζεται ως άνθρωπος, τις ονομάζουμε ανθρωπομορφικές.
Με τις εικόνες, λοιπόν, τα σύμβολα και τις ανθρωπομορφικές εκφράσεις οι άνθρωποι εκείνης της εποχής μπορούσαν να καταλαβαίνουν καλύτερα το νόημα των βιβλικών διηγήσεων.
Όσα εξηγήσαμε παραπάνω μπορούμε να τα συμπυκνώσουμε στην πρόταση: η Παλαιά Διαθήκη είναι βιβλίο θεόπνευστο (= λόγος εμπνευσμένος από το Θεό), αλλά και έργο ανθρώπινο (= από τα χέρια και με τα λόγια των ανθρώπων).

Εμείς σήμερα μπροστά στην Παλαιά Διαθήκη
Τι χρειάζεται, λοιπόν, να έχουμε στο νου μας, καθώς φέτος θα εργαζόμαστε με κείμενα από τα βι-
βλία της Παλαιάς Διαθήκης;
• Πρώτα απ’ όλα ότι έχει νόημα να μαθαίνουμε αυτές τις διηγήσεις, ώστε να μπορούμε να τις αφή-
γηθουμε και οι ίδιοι.
• Να μην ξεχνάμε ότι το θέμα της Παλαιάς Διαθήκης είναι η σχέση του Θεού με τους ανθρώπους.
• Να «ταξιδεύουμε» πίσω στο χρόνο προσπαθώντας να συναισθανόμαστε σαν άνθρωποι της εποχής
εκείνης τι κρύβεται πίσω από τις ιστορίες και τις εικόνες των κειμένων.
• Όμως και ως σύγχρονοι άνθρωποι να εκφράζουμε τα ερωτήματα, τις ιδέες, τις σκέψεις και τα συ-
ναισθήματα που γεννούν τα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης σε μας τους ίδιους.
• Να ανακαλύπτουμε τη σημασία που μπορεί να έχουν οι αλήθειες των κειμένων για τη ζωή και την
πρόοδο του σημερινού κόσμου.


1. Ποια είναι η φυλετική καταγωγή των συγγραφέων της Παλαιάς Διαθήκης;
2. Πώς αλλιώς ονομάζονται οι Εβραίοι;
3. Ποια ήταν η θέση του Θεού στη ζωή των Εβραίων;
4. Τι εννοούμε λέγοντας ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους;
5. Τι εννοούμε όταν λέμε ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι ένα θεόπνευστο βιβλίο;
6. Ποιες αλήθειες ονομάζουμε θεόπνευστες;
7. Τι εννοούμε λέγοντας ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι και έργο ανθρώπινο;
8. Πού στηρίχτηκαν οι συγγραφείς για να γράψουν τα κείμενά τους;
9. Να αναφέρετε σύμβολα και ανθρωπομορφικές εκφράσεις που χρησιμοποιούμε κι εμείς σήμερα
προκειμένου να μιλήσουμε για το Θεό.

1. Βρείτε σύμβολα και εικόνες σε κείμενα άλλων μαθημάτων σας (Ελληνικά, Μαθηματικά, Φυσική,
Χημεία κ.ά.) ή σε βιβλία που διαβάζετε οι ίδιοι, καθώς και σύμβολα της εποχής μας.
2. Βρείτε στοιχεία για τη νοηματική γλώσσα.
3. Με αφορμή τον 22ο Ψαλμό επιχειρείστε μια δημιουργική σύνθεση (ζωγραφική, κείμενο, κολλάζ,
δραματοποίηση, μουσική κ.ά.).
4. Προετοιμαστείτε να παρουσιάσετε τα επιχειρήματά σας στην τάξη: Τι θα λέγατε σε κάποιον που
ισχυρίζεται ότι, όταν θεωρούμε την Παλαιά Διαθήκη βιβλίο θεόπνευστο, εννοούμε ότι ο Θεός το
«υπαγόρευσε» σε κάποιους ανθρώπους;

1. Στη διάρκεια της επόμενης εβδομάδας μαζέψτε υλικό από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο σχε-
τικά με την περιοχή της Παλαιστίνης. Κάντε έναν κατάλογο των ζητημάτων στα οποία το υλικό α-
ναφέρεται.
2. Ενημερωθείτε γύρω από τα προϊόντα που εισάγουμε και εξάγουμε στο Ισραήλ, το Λίβανο, τη Συ-
ρία και την Ιορδανία.
3. Υποθέστε ότι παίρνετε μέρος σε διαγωνισμό που προσφέρει ένα δωρεάν ταξίδι στους Αγίους
Τόπους σ’ αυτόν που θα εξηγήσει τους σπουδαιότερους λόγους για τους οποίους αξίζει ένα τέτοιο
ταξίδι. Τι θα γράφατε;

Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 16-19

Η Παλαιά Διαθήκη: μια ολόκληρη βιβλιοθήκη!

Η ποικιλία των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης

Το πρώτο μέρος της Αγίας Γραφής, είναι η  Παλαιά Διαθήκη. Ανοίγοντάς την είναι σαν να μπαίνουμε σε μια μικρή βιβλιοθήκη, όπου υπάρχουν πολλών ειδών βιβλία. Π.χ. το βιβλίο της Ρουθείναι μια οικογενειακή ιστορία. Ο Ιώβ είναι ένα δράμα γραμμένο ως
ποίημα. Ο Ιησούς του Ναυή και οι Κριτέςείναι κείμενα με επικό* χαρακτήρα, τα βιβλία των Βασιλειών είναι ιστορικά, το Λευϊτικό νόμοι, οι Παροιμίες γνωμικά* και οι Ψαλμοί θερμές προσευχές και εκφραστικά ποιήματα. 
Ωστόσο, όλα αυτά τα τόσο διαφορετικά βιβλία έχουν κάτι κοινό: είναι θρησκευτικά. Μιλούν δηλαδή για τη στενή σχέση των ανθρώπων με το Θεό που τη βλέπουν μέσα στα γεγονότα της καθημερινής ζωής, αλλά και μέσα στα σπουδαία γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας. Το καθένα όμως με το δι-
κό του ιδιαίτερο τρόπο. Ανάλογα, λοιπόν, με το περιεχόμενό τους τα 49 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: ιστορικά, ποιητικά-διδακτικά και προφητικά.

Πώς και πότε γράφτηκαν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;

Πρώτα πρώτα είναι ανάγκη να γνωρίζουμε ότι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης πριν γίνουν γραπτά κείμενα ήταν προφορικές παραδόσεις. Λόγια δηλαδή και αφηγήσεις που οι Εβραίοι, άντρες και γυναίκες, επαναλάμβαναν ο ένας στον άλλον έξω απ’ τις σκηνές τους στην έρημο, σε φτωχικά σπίτια ή
σε παλάτια, νύχτες με φεγγάρι ή μέρες ηλιόλουστες, κρυφά ή φανερά, χαρούμενοι ή λυπημένοι. Στην καρδιά αυτών των αφηγήσεων βρισκόταν πάντα η βαθιά βεβαιότητα ότι ο Θεός είναι ο μεγάλος πρωταγωνιστής στη ζωή των ανθρώπων. 
Οι περισσότερες από τις αφηγήσεις αυτές – όπως άλλωστε όλες οι πληροφορίες πριν από την εφεύρεση της τυπογραφίας – μεταδίδονταν με τρόπους που ήταν εύκολο να απομνημονευθούν: διηγήσεις, εικόνες, αποφθέγματα, ποιήματα. Μ’ αυτόν τον τρόπο χαράζονταν ανεξίτηλα στη μνήμη των ανθρώπων κι ο καθένας μπορούσε να τις καταλάβει. Αιώνες πέρασαν μέχρις ότου κάποιοι αρχίσουν να καταγράφουν αυτές τις αφηγήσεις. Σιγά σιγά δημιουργήθηκε μια συλλογή κειμένων. Αυτή η συλλογή αποτέλεσε τις ιερές γραφές του ισραηλιτικού λαού. 
Μετά τον ερχομό του Χριστού, και οι χριστιανοί συμπεριέλαβαν αυτή τη συλλογή στη δική τους Αγία Γραφή, ως το πρώτο της τμήμα. Επειδή οι αφηγήσεις αφορούσαν εποχές παλαιότερες από την εποχή του Χριστού, της έδωσαν τον τίτλο Παλαιά Διαθήκη.
Έχει νόημα να επισημάνουμε ότι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, όπως άλλωστε και όλης της Αγίας Γραφής, δε γράφτηκαν με τη σειρά που τα βρίσκουμε στον Κανόνα.

Σε ποια γλώσσα γράφτηκαν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;

Οι συγγραφείς της Παλαιάς Διαθήκης έγραψαν τα κείμενά τους στη μητρική τους γλώσσα που ήταν τα εβραϊκά. Υπάρχουν όμως και κάποια γραμμένα στα ελληνικά (όπως π.χ. η Σοφία Σολομώντος
 και το Μακκαβαίων Γ

Η Παλαιά Διαθήκη αχώριστα δεμένη με την Καινή στη ζωή της Εκκλησίας

Γιατί άραγε τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, οι ιερές δηλαδή γραφές του ισραηλιτικού λαού, είναι και για τους χριστιανούς ιερά; Γιατί περιέχονται στη χριστιανική Αγία Γραφή αχώριστα δεμένα με τα βιβλία της Καινής Διαθήκης;
Πρώτα πρώτα χρειάζεται να μην ξεχνάμε πού στηρίζουν την πίστη τους οι χριστιανοί: στο γεγονός ότι ο Θεός φανερώθηκε στον κόσμο για να σώσει τους ανθρώπους· δηλαδή να τους φανερώσει την αλήθεια, να τους θεραπεύσει από το κακό και να δώσει αληθινό νόημα στη ζωή τους. Αυτή η φανέρωση (= Απο-
κάλυψη) έγινε για πρώτη φορά στα πολύ παλιά χρόνια σ’ έναν άνθρωπο, τον Αβραάμ. Μ’ αυτόν ο Θεός έκλεισε την πρώτη συμφωνία σωτηρίας (= Διαθήκη). Στη συνέχεια η Διαθήκη κλείστηκε όχι μόνο με τον Αβραάμ και τους απογόνους του, αλλά και μ’ όλο το λαό που προήλθε απ’ αυτούς, τον Ισραήλ (=
Παλαιά Διαθήκη). Στον Ισραήλ ο Θεός έδωσε τις μεγάλες υποσχέσεις για τη σωτηρία των ανθρώπων. Και με τον Ισραήλ προετοίμασε τον κόσμο να δεχτεί και να καταλάβει το Χριστό. Όλη αυτή η μακραίωνη πορεία και προετοιμασία περιγράφεται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.
Μέσα στον ισραηλιτικό λαό γεννήθηκε και έζησε και ο Ιησούς Χριστός. Ο Χριστός έκλεισε μια νέα συμφωνία σωτηρίας με τους ανθρώπους (= Καινή Διαθήκη). Όχι πια μόνο με τον ισραηλιτικό λαό, αλλά με όλους τους λαούς της γης. Έτσι, η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ για τη σωτηρία του κόσμου
εκπληρώθηκε και η Παλαιά Διαθήκη ολοκληρώθηκε.

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να εξηγήσουμε και κάτι άλλο. Ο Χριστός με τη διδασκαλία και τη ζωή του ερμήνευσε στους ανθρώπους τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης. Τους έκανε να δουν τα παλιά με καινούρια μάτια. Για να το καταλάβουμε καλύτερα αυτό, μπορούμε να φανταστούμε ότι καθόμαστε στο μισοσκότεινο δωμάτιό μας, που το γνωρίζουμε σπιθαμή προς σπιθαμή, και ξαφνικά μπαίνει μέσα λαμπρό το φως του ήλιου. Τα χρώματα ζωντανεύουν και μπορούμε να δούμε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Ταυτόχρονα, όλα μοιάζουν σαν καινούρια! Έτσι έγινε κι όταν ο Χριστός ήρθε στη γή. Η Παλαιά Διαθήκη «φωτίστηκε» από τη διδασκαλία του και τη ζωή του αλλιώς. Γι’ αυτό οι χριστιανοί μπόρεσαν να ανακαλύψουν στην Παλαιά Διαθήκη καινούριες αλήθειες και μηνύματα (πέρα απ’
αυτές που αναγνωρίζει ο Ιουδαϊσμός).
Ως χριστιανικό βιβλίο, λοιπόν, η Παλαιά Διαθήκη κατέχει σημαντική θέση στη λατρεία της Εκκλησίας. Στις ακολουθίες διαβάζονται κείμενά της. Πολλοί ύμνοι αναφέρονται σε πρόσωπα και γεγονότα που βρίσκουμε στις σελίδες της. Στην εικονογράφηση των ναών συναντάμε πολλά θέματά της.
Επειδή στο μάθημα των Θρησκευτικών έχουμε ως στόχο να καταλάβουμε το έργο και τη διδασκαλία του Χριστού, αλλά και τη ζωή της Εκκλησίας, είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε την Παλαιά Διαθήκη.

Τα μέσα γραφής στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης

Επιγραφές και κείμενα επίσημου χαρακτήρα χαράζονταν πάνω σε σκληρή επιφάνεια με μια μυτερή γραφίδα. Για μικρότερα κείμενα (επιστολές, αποδείξεις κ.ά.) χρησιμοποιούνταν όστρακα*. Κείμενα φιλολογικά (παραδόσεις, αφηγήσεις, νόμοι) γράφονταν με γραφίδα από καλάμι και μελάνη. Το υλικό πάνω στο οποίο γράφονταν ήταν φύλλα από πάπυρο, ένα ελαφρύ και ωραίο υλικό που φτιαχνόταν από τα καλάμια του Νείλου. Όμως καταστρεφόταν γρήγορα, δεν μπορούσε να διπλωθεί και γι’ αυτό τυλιγόταν σε ρολό. Αρκετά αργότερα, γύρω στο 2ο αι. π.Χ., τεχνίτες της Περγάμου έφτιαξαν ένα υλικό λεπτό και συνάμα στερεό από άσπρο δέρμα μικρού κατσικιού ή αρνιού. Το υλικό αυτό ονομάστηκε περγαμηνή και ήταν πολύ καλύτερο από τον πάπυρο, αφού μπορούσε να γραφεί κι απ’ τις δυο μεριές, καθώς και να διπλωθεί. Οι γραφείς, λίγοι και σεβαστοί για την τέχνη τους, φορούσαν στη ζώνη τους ειδικό «μελανοδοχείο».

Τα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας

Τα πιο παλιά χειρόγραφα των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης που έχουμε είναι του 2ου αι. π.Χ. και βρέθηκαν τυχαία, μαζί με πολλά άλλα, στα σπήλαια του Κουμράν, κοντά στη Νεκρά Θάλασσα, το 1947. Εκεί κάποιοι νεαροί βεδουίνοι* βοσκοί, ψάχνοντας να βρουν μια κατσίκα που έχασαν, βρήκαν πιθάρια με χειρόγραφα. Το περιεχόμενό τους: δέρματα παλιά και τσαλακωμένα που θα τους φάνηκαν μάλλον σαν σκουπίδια παρά σαν κάτι πολύτιμο! Στο κάτω μέρος της σελίδας βλέπουμε τμήμα από το πιο παλιό χειρόγραφο της Παλαιάς Διαθήκης, το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα!




1. Ποια είναι τα είδη των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης;
2. Τι προηγήθηκε της συγγραφής των βιβλίων;
3. Σε ποια γλώσσα γράφηκαν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;
4. Για ποιους λόγους η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη θεωρούνται από τους χριστιανούς ένα ενιαίο
βιβλίο;
5. Ποια είναι η θέση της Παλαιάς Διαθήκης στη ζωή της Εκκλησίας και στη ζωή των χριστιανών;
6. Τι είναι τα χειρόγραφα του Κουμράν;
7. Τι εννοούμε λέγοντας ότι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είναι βιβλία θρησκευτικά;
8. Ποιοι έδωσαν σ’ αυτή τη συλλογή βιβλίων το όνομα «Παλαιά» Διαθήκη και γιατί;
9. Για ποια άλλη θρησκεία τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είναι ιερά;

1. Συγκεντρώστε (ρωτώντας και μεγαλυτέρους σας) παροιμιώδεις εκφράσεις της Παλαιάς Διαθήκης
που χρησιμοποιούμε στον καθημερινό μας λόγο. Κάντε μια λίστα που θα τη συμπληρώνετε στη
διάρκεια όλης της χρονιάς.
2. Φτιάξτε έναν κατάλογο με ονόματα (συγγραφέων, επιστημόνων, ηθοποιών κ.ά.), που είναι παρμέ-
να από την Παλαιά Διαθήκη.
3. Επισκεφθείτε με 2-3 συμμαθητές σας το ναό της ενορίας σας και καταγράψτε θέματα της Πα-
λαιάς Διαθήκης που μπορείτε να επισημάνετε στην εικονογράφησή του.
4. Βρείτε ένα ποίημα για τη θάλασσα. Στη συνέχεια βρείτε επιστημονικές πληροφορίες γι’ αυτήν
(π.χ. από το βιβλίο της Γεωγραφίας). Γράψτε τα δίπλα δίπλα. Τι θα λέγατε για τη σχέση τους;


Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 13-15

Γιατί μελετούμε την Αγία Γραφή;

Η Αγία Γραφή ή αλλιώς Βίβλος είναι το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε, όταν εφευρέθηκε η τυπογραφία
από το Γουτεμβέργιο το 15ο αιώνα. Συγχρόνως είναι και το πιο πολυδιαβασμένο βιβλίο στον κόσμο. Αρκεί να σκεφτούμε ότι έχει ήδη μεταφραστεί σε 1.600 γλώσσες και διαλέκτους και συνεχίζει να μεταφράζεται.
Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους οι σύγχρονοι άνθρωποι διαβάζουν την Αγία Γραφή. Οι επιστήμονες (θεολόγοι, φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι κ.ά.) για να την ερμηνεύσουν και να αντλήσουν απ’ αυτήν χρήσιμα στοιχεία για τις επιστήμες. Άλλοι διαβάζουν τα γοητευτικά κείμενά της για ευχαρίστηση. Πολλοί αναγνώστες ψάχνουν στις σελίδες της απαντήσεις για το Θεό, το νόημα της ζωής και τον προορισμό του κόσμου. Τη θεωρούν οδηγό και στήριγμα στη ζωή τους.
Όλοι αυτοί οι αναγνώστες της Αγίας Γραφής φυσικά δεν είναι μόνο χριστιανοί. Πολλοί πιστοί και άλλων θρησκειών (μουσουλμάνοι, εβραίοι, ινδουϊστές* κ.ά.) θεωρούν τη Βίβλο ένα σπουδαίο βιβλίο που το σέβονται και το μελετούν.
Ποια είναι η θέση της Βίβλου στον παγκόσμιο πολιτισμό; Όποιο μουσείο κι αν επισκεφτούμε στην Ελλάδα, στην Ευρώπη αλλά και σ’ όλο τον κόσμο, θα διαπιστώσουμε ότι πολλοί ζωγράφοι και γλύπτες έχουν εμπνευστεί από τις ιστορίες και τα πρόσωπα της Βίβλου. Το ίδιο ισχύει και για άλλα είδη τέχνης: τη λογοτεχνία, τη μουσική, το θέατρο, τον κινηματογράφο. Η μεγάλη επίδραση της Βίβλου στην τέχνη συνεχίζεται και στις μέρες μας. Πράγματι, δύσκολα μπορεί να βρεθεί κείμενο που εμπνέει τόσο βαθιά και τόσους πολλούς καλλιτέχνες σε όλη την υφήλιο*!
Εκτός από την τέχνη και τα μνημεία πολιτισμού η Βίβλος έχει επηρεάσει και την καθημερινή ζωή και συμπεριφορά των ανθρώπων, κυρίως των χριστιανών: τις γιορτές και τα έθιμά τους, το πώς πιστεύουν και λατρεύουν το Θεό, πώς αντιμετωπίζουν το συνάνθρωπό τους και τον κόσμο, πώς φέρονται στις απλές αλλά και στις κρίσιμες στιγμές της ζωής τους κ.ά. Δίκαια, λοιπόν, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Βίβλος βρίσκεται στο κέντρο του πολιτισμού και της ζωής των ανθρώπων στη διάρκεια όλων των αιώνων μετά τη Γέννηση του Χριστού.
Αυτό ισχύει για τους λαούς της Ευρώπης αλλά και όλων των χριστιανικών χωρών του κόσμου. Έτσι, η Αγία Γραφή μπορεί να θεωρηθεί όχι μόνον κοινή πολιτιστική τους κληρονομιά αλλά και πηγή του πολιτισμού τους.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι όποιος θέλει να κατανοήσει τη θρησκεία, τον πολιτισμό και την ιστορία της πατρίδας του, αλλά και πολλών χωρών του κόσμου,χρειάζεται να γνωρίσει το συναρπαστικό* κόσμο της Αγίας Γραφής.
Ποια είναι τα μέρη της Αγίας Γραφής;

Ανοίγοντας την Αγία Γραφή, βλέπουμε ότι πρόκειται για δύο αχώριστα ενωμένες συλλογές βιβλίων, μια αρχαιότερη και μια νεότερη: την Παλαιά Διαθήκη, που αποτελείται από 49 βιβλία, και την Καινή
Διαθήκη, από 27. Σήμερα, όταν χρησιμοποιούμε τη λέξη διαθήκη, εννοούμε την «τελευταία θέληση» κάποιου ανθρώπου. Στη Βίβλο όμως, η λέξη «διαθήκη» έχει την έννοια της συμφωνίας του Θεού με
τους ανθρώπους. Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μιλούν για την παλαιότερη συμφωνία που έκλεισε ο Θεός μ’ ένα λαό, τον Ισραήλ, πριν τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο. Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης
κάνουν λόγο για τη νεότερη συμφωνία και σχέση που πραγματοποίησε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός με όλους τους ανθρώπους.
Επειδή η χριστιανική Εκκλησία από πολύ νωρίς συνειδητοποίησε τη σημασία αυτών των κειμένων για τους πιστούς, φρόντισε να τα διαφυλάξει. Έτσι, ύστερα από μακροχρόνιες συζητήσεις συνέθεσε γύρω
στον 3ο αι. μ.Χ. έναν «κλειστό» κατάλογο των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, στον οποίο δηλαδή κανείς δεν μπορεί να αφαιρέσει ή να προσθέσει κάτι. Η συλλογή αυτών των 76 βιβλίων αποτελεί τον Κανόνα της Αγίας Γραφής.

Ποια είναι η θέση της Αγίας Γραφής στη ζωή των χριστιανών;
Για τους χριστιανούς όλου του κόσμου η Βίβλος είναι το ιερό τους βιβλίο. Ας δούμε γιατί: Μια έκφραση που συχνά χρησιμοποιούν γι’αυτήν είναι: ο λόγος του Θεού. Τι σημαίνει όμως αυτό; Ποιος και γιατί «λέει», «μιλάει» μέσα σ’ αυτά τα κείμενα;

Μπορούμε να σχηματίσουμε μια πρώτη ιδέα αν σκεφτούμε πότε και γιατί μιλούν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλο στην καθημερινή ζωή: Όταν θέλουν να εκφράσουν τις σκέψεις τους, να επικοινωνήσουν με
τους άλλους κι έτσι να κάνουν καλύτερες τις σχέσεις τους. Για μια επικοινωνία μιλούν και τα βιβλία της Αγίας Γραφής: τη «συνομιλία» και τη σχέση του Θεού με τους ανθρώπους. Δηλαδή από τη μια μεριά
ο Θεός αναζητά με αγάπη τον άνθρωπο μέσα στην καθημερινή του ζωή, του δείχνει την αλήθεια, τον στηρίζει, τον θεραπεύει από το κακό.
Από την άλλη ο άνθρωπος προσπαθεί να καταλάβει τις ενέργειες του Θεού, να ανταποκριθεί θετικά και να αλλάξει τη ζωή του βελτιώνοντας έτσι και τον κόσμο ολόκληρο. Αυτή η σχέση του Θεού με τους ανθρώπους είναι γεμάτη περιπέτειες. Κι αυτήν ακριβώς τη σχέση περιγράφουν οι συγγραφείς της Αγίας Γραφής στα κείμενά τους με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Έτσι μπορούμε να λέμε ότι για τους χριστιανούς η Αγία Γραφή είναι ο «λόγος του Θεού», δοσμένος όμως με τα «λόγια των ανθρώπων» (=
των συγγραφέων).
Τώρα ίσως μπορούμε να καταλάβουμε γιατί οι χριστιανοί τη θεωρούν το ιερό τους βιβλίο. Το σεβασμό τους τον δείχνουν με πολλούς τρόπους: την τοποθετούν στην Αγία Τράπεζα των ναών, διαβάζουν α-
ποσπάσματά της στη Θεία Λειτουργία*, αλλά και σ’ όλες τις Ιερές Ακολουθίες*, τη φυλάσσουν στο σπίτι τους και τη μελετούν. Όλα αυτά βέβαια έχουν νόημα, όταν, διαβάζοντας τα βιβλικά κεί-
μενα, έχουμε την ευκαιρία να σκεφτόμαστε, να ρωτάμε, να συζητάμε. Τότε μπορούμε να ανακαλύπτουμε τη σχέση τους με τη ζωή, τη δική μας και του κόσμου ολόκληρου. Κι ας μην ξεχνάμε: για μια τέτοια ανακάλυψη χρειάζεται προσπάθεια, χρόνος και υπομονή!

Θρησκευτικά Α Γυμνασίου: Παλαιά Διαθήκη, η προϊστορία του χριστιανισμού, σελ: 11-13

1. Πώς αλλιώς ονομάζεται η Αγία Γραφή και πού οφείλεται αυτή η ονομασία;
2. Ποια είναι τα δύο μεγάλα μέρη της Αγίας Γραφής;
3. Πόσα βιβλία περιλαμβάνει το καθένα;
4. Τι σημαίνει η λέξη Διαθήκη;
5. Ποιο είναι το θέμα της Αγίας Γραφής;
6. Ποια έκφραση χρησιμοποιούν οι χριστιανοί για την Αγία Γραφή και τι εννοούν μ’ αυτήν;
7. Τι ακριβώς είναι ο Κανόνας και πώς συντέθηκε;
8. Για ποιους λόγους διαβάζουν οι σύγχρονοι άνθρωποι την Αγία Γραφή;
9. Για ποιους λαούς αποτελεί η Αγία Γραφή την κοινή πολιτιστική τους κληρονομιά; Τι εννοούμε μ’
αυτό;
10. Πότε μπορούμε να πούμε πως η μελέτη της Αγίας Γραφής είναι ιδιαίτερα σημαντική;


1. Βρείτε ονομασίες ιερών βιβλίων άλλων θρησκειών.
2. Ανακαλύψτε, με τη βοήθεια και των καθηγητών σας, στα βιβλία όλων
των φετινών μαθημάτων σας θέματα που σχετίζονται με την Αγία
Γραφή.
3. Επισημάνετε και καταγράψτε κανόνες που χρησιμοποιείτε σε διάφο-
ρα μαθήματα.
4. Κάντε μια μικρή έρευνα σε 10 ενηλίκους γύρω από τη σχέση τους με
τη Βίβλο (για τη σύνταξη του ερωτηματολογίου συνεργαστείτε με έναν ή περισσότερους συμμαθη-
τές σας).

Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας / Η ιστορία της 8ης Μαρτίου

Ημέρα αφιερωμένη στη γυναίκα η σημερινή. Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου, σε ανάμνηση μιας μεγάλης εκδήλωσης διαμαρτυρίας που έγινε στις 8 Μαρτίου του 1857 από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, οι οποίες ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Η πρώτη Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ και υιοθετήθηκε δύο χρόνια αργότερα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή.

Ιστορία της 8ης Μαρτίου

Η 8η Μαρτίου ορίστηκε το 1977 από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ως Παγκόσμια Ημέρα για τα δικαιώματα της Γυναίκας και τη Διεθνή Ειρήνη.

Η ιδέα για τον εορτασμό της προέκυψε κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα, το οποίο σηματοδοτήθηκε από την εκβιομηχάνιση, την πληθυσμιακή έκρηξη και τις ριζοσπαστικές ιδεολογίες. Το έναυσμα, όμως, είχε δοθεί αιώνες πριν, με τη Λυσιστράτη να πρωτοστατεί σε μια ιδιόμορφη «φεμινιστική» απεργία, προκειμένου να τελειώσει ο πόλεμος των ανδρών.

Κατά τη διάρκεια της Γαλλικής επανάστασης οι γυναίκες του Παρισιού ζητούσαν «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα» στις Βερσαλίες. Η γιορτή ουσιαστικά αφορά στους αγώνες συνηθισμένων γυναικών, που με το θάρρος και την αποφασιστικότητα τους έγραψαν ιστορία.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι εργάτριες στο τομέα της υφαντουργίας και του ιματισμού κινητοποιήθηκαν στις 8 Μάρτη του 1857 στη Νέα Υόρκη για τις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς τους. Η αστυνομία επιτέθηκε και διέλυσε βίαια το πλήθος των λευκοντυμένων γυναικών, όμως το εργατικό κίνημα είχε ήδη γεννηθεί. Δυο χρόνια αργότερα, οι γυναίκες που συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις οργάνωσαν το πρώτο εργατικό σωματείο γυναικών και συνέχισαν τον αγώνα για τη χειραφέτηση τους.

Το 1908 παρέλασαν 15.000 γυναίκες στους δρόμους της Νέας Υόρκης ζητώντας λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερους μισθούς και δικαίωμα ψήφου. Υιοθέτησαν το σύνθημα «Ψωμί και τριαντάφυλλα», με το ψωμί να συμβολίζει την οικονομική ασφάλεια και τα τριαντάφυλλα την καλύτερη ποιότητα ζωής.



Η Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε για πρώτη φορά από το Σοσιαλιστικό Κόμμα των ΗΠΑ στις 28 Φεβρουαρίου 1909. Ο εορτασμός της καθιερώθηκε το 1910 με πρόταση της Γερμανίδας σοσιαλίστριας Clara Zetkin κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Διεθνούς.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, η φεμινίστρια Alexandra Kollontai έπεισε τον Λένιν να επισημοποιήσει τη γιορτή στη Σοβιετική Ένωση, όμως μέχρι το 1965 αυτή παρέμεινε γιορτή των εργατών.

Η άνοδος του φεμινιστικού κινήματος το 1960 αναζωογόνησε το ενδιαφέρον για την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.

Στις μέρες μας, όμως, σε πολλές χώρες η ημέρα αυτή έχει χάσει το πολιτικό της μήνυμα: Αφενός εμπορευματοποιήθηκε και αφετέρου εκλήφθηκε ως ευκαιρία για να εκφράσουν οι άνδρες την αγάπη τους στις γυναίκες, όπως κατά την Ημέρα της Μητέρας και του Αγίου Βαλεντίνου.

Ωστόσο, περιστατικά που σημειώνονται με αφορμή τον εορτασμό της Ημέρας τη Γυναίκας, αποδεικνύουν την ανάγκη προβολής και τίμησης, αν μη τι άλλο, των αγώνων των γυναικών.

Πηγή

Η θεραπεία του Παραλύτου

Πηγή

Το Ευαγγέλιο της Β’ Κυριακής των Νηστειών, το οποίο αναφέρεται στην θεραπεία του παραλύτου, μας υπενθυμίζει για ακόμη μία φορά πως η πίστη είναι εκείνη που φέρνει τα θαύματα. Η κίνηση των ανθρώπων να γκρεμίσουν μέρος της στέγης για να βοηθήσουν τον παράλυτο να πάει κοντά στον Χριστό, δείχνει πώς ήταν απόλυτα σίγουροι πώς θα θεραπευτεί. Έτσι, πράγματι, ο Χριστός βλέποντας την πίστη των ανθρώπων αυτών θεραπεύει τον παράλυτο και μάλιστα δεν θεραπεύει μόνο την σωματική του ασθένεια, αλλά τον θεραπεύει και πνευματικά συγχωρώντας τις αμαρτίες του. Το γεγονός αυτό δείχνει πώς η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου επηρεάζει άμεσα και την σωματική του κατάσταση. Γι’ αυτό και η εκκλησία προσπαθεί με το μυστήριο της εξομολόγησης να βάλει τον άνθρωπο σε μία διαδικασία πνευματικής θεραπείας και καλλιέργειας.

Με τον π. Ευάγγελο Μαρκαντώνη

 

 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Η ευθύνη της Εκκλησίας και των νέων απέναντι στην κλιματική κρίση

Η κλιματική κρίση θεωρείται ως το πιο επείγον πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του ανθρώπινου είδους και του φυσικού κόσμου, απόρροια του γεγονότος ότι ο άνθρωπος έχει υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής, ο οποίος του αναγνωρίζει έναν ηγεμονικό ρόλο στον κόσμο. Καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας, η ανθρωπότητα ακολούθησε αυτόν τον δρόμο της χρηστικής εκμετάλλευσης και της υπερκατανάλωσης των φυσικών πόρων, αδιάφορη για τη διατήρηση, την προστασία ή την επιβίωση του ευρύτερου περιβάλλοντος.

Η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια πραγματικότητα που απειλεί κάποιο μέρος του πλανήτη μακριά από το σπίτι μας. Είναι μια πραγματικότητα που θέτει σε κίνδυνο τα δικά μας χωριά και τις πόλεις μας και εδώ στην Ελλάδα. Αρκεί να αναφερθούμε στις ανείπωτες καταστροφές που σημειώθηκαν στην Αττική τα τελευταία χρόνια (πλημμύρες στη Μάνδρα και πυρκαγιές στο Μάτι) που προκάλεσαν το θάνατο μεγάλου αριθμού συνανθρώπων μας αλλά και την πιο πρόσφατη καταστροφή που γνώρισε η επαρχία μου, η πόλη του Βόλου και πολλά χωριά από το καταστροφικό φαινόμενο του «Ντάνιελ» (2023). Επιπλέον, έχουμε συνηθίσει και δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση όχι μόνο να ακούμε, αλλά επίσης και να βιώνουμε ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως μεγάλες χρονικές περιόδους με πολύ υψηλές θερμοκρασίες, έντονες καταιγίδες, δασικές πυρκαγιές, πλημμύρες, καταστάσεις που συνέβαιναν και παλιότερα αλλά σήμερα συμβαίνουν σε μεγαλύτερη συχνότητα και ένταση. Πρόκειται για καταστάσεις, οι οποίες προκαλούν ανυπολόγιστα προβλήματα, τόσο στο τοπικό περιβάλλον όσο και στο κλίμα και την οικονομία. Είναι αυτονόητο λοιπόν ότι η κλιματική αλλαγή ως παιδί του τρόπου ζωής μας όχι μόνον προκαλεί αλλά και επηρεάζει με διαφορετικούς τρόπους ολόκληρο τον πλανήτη και θα πρέπει να γίνει κάτι προκειμένου να μειωθούν οι συνέπειές του.

Πως αντέδρασε ή τι μπορεί να κάνει η Ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα;

Είναι αλήθεια ότι η προστασία του περιβάλλοντος υπήρξε ένας από τους τομείς όπου η Εκκλησία έπαιξε από την αρχή και συνεχίζει να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο. Υπό την καθοδήγηση του «Πράσινου Πατριάρχη», της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως έχει αναλάβει ηγετικό ρόλο τις τελευταίες πολλές δεκαετίες με τη διοργάνωση συνεδρίων και πρωτοβουλιών (π.χ. η καθιέρωση της 1ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρα Προσευχής για το Περιβάλλον), επιδιώκοντας να επισημάνει, τις πνευματικές, ηθικές όσο και θρησκευτικές πτυχές της οικολογικής κρίσης, τονίζοντας ταυτόχρονα την ανάγκη για μια πνευματική μεταμόρφωση της ανθρωπότητας, για την από κοινού αντιμετώπιση αυτών των αρνητικών εξελίξεων. Σε ένα κείμενο, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα ακριβώς με την ευλογία του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τίτλο «Υπερ της του κόσμου ζωής: Το κοινωνικό ήθος της Ορθόδοξης Εκκλησίας», σημειώνεται χαρακτηριστικά σχετικά με την παρούσα περιβαλλοντική κρίση:

«Κανένας δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀποκομμένος ἀπό τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπό τό σύνολο τῆς δημιουργίας. Εἴμαστε πλάσματα (ἀλληλο)ἐξαρτώμενα, πού βρίσκονται σέ διαρκή κοινωνία, καί ὡς ἐκ τούτου φέρουμε ἠθική εὐθύνη, ὄχι μόνο γιά μᾶς τούς ἴδιους ἤ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπηρεάζουμε ἄμεσα, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν κτιστή τάξη—ὁλόκληρη, τρόπος τοῦ λέγειν, τήν «κοσμόπολη». Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλησίον καί ἡ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες. Παρόμοια ἄρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους εἶναι καί ἡ φροντίδα μας γιά τή δημιουργία καί ἡ διακονία μας πρός τά μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως εἶναι ἀλληλένδετες καί οἱ οἰκονομικές συνθῆκες τῶν φτωχῶν μέ τίς οἰκολογικές συνθήκες τοῦ πλανήτη. Οἱ ἐπιστήμονες μᾶς λένε ὅτι ἐκείνοι πού ἔχουν πληγεῖ περισσότερο ἀπό τήν τρέχουσα οἰκολογική κρίση εἶναι καί θά εἶναι ὅσοι κατέχουν ἐλάχιστα. Ἑπομένως, τό πρόβλημα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς ἀποτελεῖ καί ζήτημα κοινωνικῆς πρόνοιας καί κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ἔτσι, ἡ Ἐκκλησία καλεῖ τίς κυβερνήσεις τοῦ κόσμου νά ἀναζητήσουν τρόπους προώθησης τῶν περιβαλλοντολογικῶν ἐπιστημῶν μέσῳ τῆς ἐκπαίδευσης καί τῶν κρατικῶν ἐπιχορηγήσεων, ἐρευνητικῶν προγραμμάτων. Τίς καλεῖ νά προθυμοποιηθοῦν γιά τή χρηματοδότηση τεχνολογιῶν, οἱ ὁποῖες θά συντελέσουν στήν ἀναστροφή τῶν δυσμενῶν ἐπιπτώσεων ἀπό τίς ἐκπομπές τοῦ διοξειδίου τοῦ ἄνθρακα, ἀπό τή ρύπανση καί ἀπό ὅλες τίς μορφές περιβαλλοντικῆς ὑποβάθμισης» (παρ. 76).

Το προφητικό αυτό κείμενο αναφέρει σαφώς, ότι όσο ο τύπος του homo economicus συνεχίζει να κυριαρχεί στο ανθρωπολογικό μας φαντασιακό, σύμφωνα με το οποίο η αλόγιστη οικονομική ανάπτυξη μπορεί να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι οι αγορές είναι το καλύτερο μέσο με το οποίο τα άτομα και οι σύγχρονες κοινωνίες επιτυγχάνουν ολοένα αυξανόμενο πλούτο, η αναζήτηση ενός εναλλακτικού ανθρωπολογικού μοντέλου βασισμένο σε μια επανερμηνεία της χριστιανικής παράδοσης είναι απολύτως αναγκαία.


Κανένας δέν μπορεῖ νά ζεῖ ἀποκομμένος ἀπό τό σύνολο τῆς ἀνθρωπότητας, ἀπό τό σύνολο τῆς δημιουργίας. Εἴμαστε πλάσματα (ἀλληλο)ἐξαρτώμενα, πού βρίσκονται σέ διαρκή κοινωνία, καί ὡς ἐκ τούτου φέρουμε ἠθική εὐθύνη, ὄχι μόνο γιά μᾶς τούς ἴδιους ἤ γιά ἐκείνους τούς ὁποίους ἐπηρεάζουμε ἄμεσα, ἀλλά καί γιά ὁλόκληρη τήν κτιστή τάξη—ὁλόκληρη, τρόπος τοῦ λέγειν, τήν «κοσμόπολη». Ἰδιαίτερα στήν ἐποχή μας, θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ διακονία τοῦ πλησίον καί ἡ διαφύλαξη τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένες.

Λαμβάνοντας ως αφετηρία το αγαπητικό-κοινοτικό-θυσιαστικό ήθος, που εκδηλώνεται στην αποκάλυψη του Τριαδικού Θεού εν Χριστώ, μαζί με τον προσωπικό τρόπο ύπαρξης που συνοψίζει την πρόταση για το τι είναι ο άνθρωπος, η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να προτείνει ένα διαφορετικό πρότυπο ζωής και κοινωνικής συνύπαρξης, όπου ο σεβασμός της προσωπικής ελευθερίας και της ετερότητας, ο σεβασμός της ακεραιότητας της δημιουργίας, καθώς και ηθική ευθύνη να αναλάβουμε δράση στον παρόντα αιώνα, μπορούν να αποτελέσουν παράγοντες δημιουργίας πολιτισμού. Το ανθρωπολογικό ιδεώδες του προσώπου, πιστεύω ότι συνιστά το πιο πολύτιμο δώρο που η Ορθοδοξία μπορεί να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο, το πιο ισχυρό αντίδοτο απέναντι στην επικρατούσα ιδεολογία των αγορών.

Είναι ακριβώς εδώ που ο ρόλος των νέων αναδύεται εξαιρετικής σημασίας. Οι νέοι, με την καθαρότητα, φρεσκάδα και δυναμισμό που τους χαρακτηρίζει, μπορούν να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για ένα βιώσιμο μέλλον, καθώς η νέα γενιά είναι που επηρεάζεται άμεσα και καταλυτικά από την κλιματική κρίση. Με την ενέργεια, την καινοτομία και την ευαισθησία που χαρακτηρίζουν τα παιδιά, αυτά δεν είναι απλώς θεατές, αλλά μπορούν και πρέπει να γίνουν πρωταγωνιστές στις προσπάθειες προστασίας του πλανήτη.

Με αφετηρία την πλούσια παράδοσή μας, θεωρώ ότι ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, με τη συνδρομή κυρίως των νέων, έχουμε την υποχρέωση να καλλιεργήσουμε και προβάλλουμε ένα νέο ήθος, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής που θέτει ως προτεραιότητα την κατανάλωση και τον ατομικό ευδαιμονισμό υπεράνω της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, της ευθύνης προς τον πλησίον, όλα τα δημιουργήματα και ολάκερη τη φύση. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι απλώς ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα, μια ιδεολογία, που θα προσπαθεί να βρει την ισορροπία μεταξύ των στόχων που πρέπει να επιτευχθούν και των κινδύνων που πρέπει να αποφευχθούν χάριν της πολιτικής ορθότητας, αλλά ένα νέο ήθος που θα λαμβάνει σοβαρά υπόψη την ανάγκη των ανθρώπων να εγκύψουν βαθιά στην καρδιά τους, αναζητώντας το πραγματικό νόημα για ολόκληρο τον κόσμο.

Εμπνεόμενοι από αυτό το εναλλακτικό ήθος, δεν μπορεί παρά ο καθένας από μας, οι ποιμένες του λαού του Θεού, ο κάθε χριστιανός, και βεβαίως οι νέοι σε πρωταγωνιστικό ρόλο, να αναλάβουμε ενεργό δράση προς την κατεύθυνση της ανακύκλωσης των φυσικών πόρων, την εξάλειψη ή τουλάχιστον τη σημαντική μείωση των αποβλήτων μας, τη χρήση καθαρών και μη τοξικών υλικών και τροφίμων (στο σημείο αυτό η παράδοση της νηστείας της Εκκλησίας μας, θα βοηθούσε πολύ), και βεβαίως την αξιοποίηση εναλλακτικών μορφών ενέργειας και καυσίμων (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας). Όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβάλουν σταδιακά στη διαμόρφωση ενός πράσινου περιβάλλοντος με σημαντικές επιπτώσεις και στο περιφερειακό κλίμα. Μια πράσινη ενορία η μάλλον πράσινη Εκκλησία, ένας όρος που μπορεί να ακούγεται περίεργος, θα πρέπει ίσως να θεωρείται ως ο μόνος τρόπος για να μεταμορφώσουμε τον κόσμο εδώ και τώρα.


Με αφετηρία την πλούσια παράδοσή μας, θεωρώ ότι ως Ορθόδοξοι χριστιανοί, όλοι μας, με τη συνδρομή κυρίως των νέων, έχουμε την υποχρέωση να καλλιεργήσουμε και προβάλλουμε ένα νέο ήθος, ένα νέο τρόπο ύπαρξης, διαφορετικό από τον κυρίαρχο τρόπο ζωής που θέτει ως προτεραιότητα την κατανάλωση και τον ατομικό ευδαιμονισμό υπεράνω της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, της ευθύνης προς τον πλησίον, όλα τα δημιουργήματα και ολάκερη τη φύση.

Ειδικότερα, με τη βοήθεια των τοπικών εκκλησιών, και κυρίως σε επίπεδο ενοριών, οι νέοι μας θα πρέπει να βοηθηθούν, να ενημερωθούν και να αναλάβουν επείγουσα δράση προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος. Στην προοπτική αυτή οι κατά τόπους ενορίες, με τη συστηματική ετήσια διοργάνωση δράσεων στο πλαίσιο των κατηχητικών σχολείων αλλά και ευρύτερα, με ανοικτές συμμετοχικές εκδηλώσεις, πρόσκληση ειδικών, υιοθέτηση πράσινων πρακτικών (λ.χ. μείωση χρήσης πλαστικού, ενεργειακού αποτυπώματος, η ανακύκλωση και η προτίμηση προϊόντων ηθικής παραγωγής, κ.α.) θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην περαιτέρω ευαισθητοποίηση και την έγκυρη ενημέρωση των νέων για περιβαλλοντικά θέματα. Από την αφετηρία αυτή, οι νέοι θα κληθούν στη συνέχεια να λάβουν ενεργό μέρος σε ποίκιλες πρωτοβουλίες, όπως συμμετοχή σε φόρουμ για την κλιματική διπλωματία (το Youth Climate Diplomacy Forum), το οποίο ενισχύει τη συνεργασία των νέων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη για τη διαμόρφωση κοινών στρατηγικών κατά της κλιματικής κρίσης, να ενταχθούν σε προγράμματα εθελοντισμού και σώματα Προστασίας για την προστασία ευαίσθητων περιοχών, όπως λ.χ. ο Όλυμπος, να συμμετέχουν ενεργά σε παγκόσμιες Ημέρες Δράσης, όπως η Προσευχή για το Περιβάλλον, (1η Σεπτεμβρίου), η οποία έχει καθιερωθεί από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως ημέρα προσευχής για την προστασία της φύσης, να αξιοποιήσουν δημόσιες πλατφόρμες όπως την «Η Νεολαία της Ευρώπης σε δράση» (European Youth in Action) για να έρθουν σε επαφή με λήπτες αποφάσεων και να διεκδικήσουν κλιματική δικαιοσύνη και πολλά αλλά, τα οποία μπορούν να γίνουν πράξη μέσα από την ανοικτή και αγαπητική συνεργασία των κατά τόπους ποιμένων και των νέων παιδιών.

Ζούμε σε μια κρίσιμη εποχή, όπου απαιτείται ριζική, καθολική δράση ενάντια στην εγωκεντρική και καταναλωτική κουλτούρα, η οποία όχι μόνο μας εμποδίζει να βρούμε ένα πραγματικό νόημα στη ζωή μας, αλλά συμβάλλει στην καταστροφή του πλανήτη. Εμείς ως ποιμένες μαζί με τους νέους καλούμαστε να δράσουμε αποτελεσματικά, χωρίς άλλες αναβολές, για τη σωτήρια του περιβάλλοντος, του σπιτιού μας, στο οποίο τα παιδιά μας θα κληθούν να ζήσουν. Η ευθύνη είναι μεγάλη, αλλά με τη βοήθεια του Θεού και τη συνδρομή όλων, θα τα καταφέρουμε.

Το παρόν κείμενο αποτελεί την εισήγηση του συγγραφέα στο Δ΄ Συνέδριο Νεολαίας της Ιεράς Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, το οποίο πραγματοποιήθηκε από 23 έως 25 Ιανουαρίου 2026, στο Πολιτιστικό Κέντρο Αιγίου «Αλέκoς Μέγαρης», με τη συνδιοργάνωση του Δήμου Αιγιαλείας.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...