Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Βίος Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας

Τον Βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων († 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.

Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527 – 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μία ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια εξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη της ασωτίας υπέκκαυμα, ου δόσεώς τινος, μα την αλήθειαν, ένεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «εκτελούσα το εν εμοί καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.

Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πως η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχάς νέων αγρεύουσα».

Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και πήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.

Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.

Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσίν ανημέροις ταίς αλόγοις επιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικών ασμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «έως ότου το φως εκείνο το γλυκύ περιέλαμψεν και τους λογισμούς τους ενοχλούντας μοι εδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ως πολλάκις με χαμαί πεσούσαν άπνουν μείναι σχεδόν και ακίνητον».

Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.

Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.
Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνή γαρ ειμί, και γυμνή, καθάπερ οράς, και την αισχύνην του σώματός μου απερικάλυπτον έχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γαρ και σκέπτομαι τω ρήματι του Θεού διακρατούντος τα σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Αρκείν ειπούσα την χάριν του Πνεύματος, ώστε συντηρείν την ουσίαν της ψυχής αμίαντον».

Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς († 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει η να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.

Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.

Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαίων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.

Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.

Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μία σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα – το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες – και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ήρξατο εύχεσθαι υποψιθυρίζουσα· φωνή δε αυτής ουκ ηκούετο έναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ορά αυτήν υψωθείσαν ως ένα πήχυν από της γης και τω αέρι κρεμαμένην και ούτω προσεύχεσθαι».

Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δεί κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δυό γονατιστοί «έκαστος εξαιτών ευλογήσαι τον έτερον».
Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.

Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνου ποταμού, κοντά σε μία κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Και νυν εκείνου εφίεμαι ακατασχέτω τω έρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πεί σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δεί και πάλι «το ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.
Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγεί από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαίων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.

Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δεί εκ νέου.

Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατούσαν επί των υδάτων επάνω και προς εκείνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πεί το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ημών». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νυν απολύεις την δούλην σου, ω Δέσποτα, κατά το ρήμά σου εν ειρήνη· ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου».

Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων και οδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατήσαι την ακράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνου ποταμού.

Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «προς εκείνο το παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ως θηρευτής εμπειρότατος» να δεί «το γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δείξόν μοι, Δέσποτα, τον θησαυρόν σου τον άσυλον, ον εν τήδε τη ερήμω κατέκρυψας· δείξόν μοι, δέομαι, τον εν σώματι άγγελον, ου ουκ έστιν ο κόσμος απάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην την Οσίαν νεκράν, και τας χείρας ούτως ώσπερ έδει τυπώσασαν και προς ανατολάς ορώσαν κειμένην τω σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, αββά Ζωσιμά, εν τούτω τω τόπω της ταπεινής Μαρίας το λείψανον, αποδός τον χούν τω χοί, υπέρ εμού διά παντός προς τον Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνί Φαρμουθί (κατ’ Αιγυπτίους, όπως εστί κατά Ρωμαίους Απρίλιος), εν αυτή δε τη νυκτί του πάθους του σωτηρίου, μετά την του θείου και μυστικού δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.

Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «και ήνπερ ώδευσεν οδόν Ζωσιμάς διά είκοσι ημερών κοπιών, εις μίαν ώραν Μαρίαν διέδραμεν, και ευθύς προς τον Θεόν εξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.

Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «εποίησεν ευχήν επιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων το σώμα τοις δάκρυσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι’ αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ορά λέοντα μέγαν τω λειψάνω της Οσίας παρεστώτα και τα ίχνη αυτής αναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «ουχί τούτον τοις κινήμασι μόνον ασπαζόμενον, αλλά και προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Ευθύς δε άμα τω σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια έσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.

Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστώτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ο μεν λέων επί τα ένδον της ερήμου ως πρόβατον υπεχώρησε. Ζωσιμάς δε υπέστρεψεν, ευλογών και αινών τον Θεόν ημών».

Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατά δύναμιν» και «της αληθείας μηδέν προτιμήσαι θέλων».

Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ’ ενός μεν προσφέρει μία παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ’ ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινης φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.

Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε’ Κυριακή των Νηστειών.
Απολυτίκιον. Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.

Φωτισθείσα ενθέως Σταυρού τη χάριτι, της μετανοίας εδείχθης φωτοφανής λαμπηδών, των παθών τον σκοτασμόν λιπούσα πάνσεμνε· όθεν ως άγγελος Θεού, Ζωσιμά τω ιερώ, ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία Οσία Μήτερ· μεθ’ ου δυσώπει υπέρ πάντων ημών.
Κοντάκιον. Ήχος β’. Τοις των αιμάτων σου.

Τοις των αγώνων σου πόνοις θεόληπτε, το της ερήμου τραχύ καθηγίασας· διό σου την μνήμην δοξάζομεν, εν υμνωδίαις Μαρία τιμώντές σε, Οσία Οσίων αγλάισμα.
Έτερον Κοντάκιον. Ήχος πλ. δ’. Τη υπερμάχω.

Της μετανοίας την λαμπάδα την πολύφωτον
Και εγκρατείας την εικόνα την θεόγραφον,
Την Μαρίαν ανυμνήσωμεν την Οσίαν.
Εν ερήμω γαρ ως άγγελος εβίωσε
Και τον τρώσαντα αυτήν πρώην κατήσχυνε·
Ταύτη λέγοντες· χαίροις Μήτερ ισάγγελε.
Μεγαλυνάριον.

Αίγυπτον φυγούσα την των παθών, δάκρυσιν εκπλύνεις, αμαρτίας τον μολυσμόν, και εν τη ερήμω, του Ιορδάνου Μήτερ, ως άγγελος Μαρία, όντως ηγώνισαι.

Πηγή: synaxarion.gr

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Την πέμπτη Κυριακή των νηστειών, την τελευταία πριν την Κυριακή των Βαΐων και την Μεγάλη Εβδομάδα, η Εκκλησία μας εορτάζει την Οσία Μαρία την Αιγυπτία. Η Οσία Μαρία αποτελεί ένα μεγάλο παράδειγμα στροφής του ανθρώπου προς τον Θεό αφού η ίδια, ενώ αρχικά βρισκόταν σε μια κατάσταση πλήρης απομάκρυνσης από τον Θεό μέσα σε μια ζωή αμαρτίας, με την παρέμβαση του Θεού, στράφηκε στην ασκητική ζωή. Στην διάρκεια της ζωής της, μιας δύσκολης ζωής μέσα στις συνθήκες της ερήμου, αποτέλεσε παράδειγμα όχι μόνο για τους ανθρώπους που σήμερα διαβάζουν τον βίο της και θέλουν και αυτοί να φτάσουν στην αγιότητα, αλλά ακόμα και για ασκητές και μοναχούς της ερήμου που την γνώρισαν, όπως ο Αββάς Ζωσιμάς. Για αυτό και εορτάζεται πριν το Πάσχα, υπενθυμίζοντάς μας ότι όσες και να είναι οι αμαρτίες του ανθρώπου, εάν υπάρχει ο πόθος για την βασιλεία του Θεού, τα πάντα είναι δυνατά. Με τον π. Σπυρίδωνα Βασιλάκο, εφημέριο του Ιερού Ναού Ευαγγελιστού Λουκά Θηβών.


Ε΄Κυριακή των Nηστειών.

Η Ε΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στη μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας,. Αποτελεί έναν από τους κεντρικούς σταθμούς του Τριωδίου πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Το Δοξαστικό των Αίνων της ημέρας καθορίζει την πνευματική κατεύθυνση των πιστών, τονίζοντας ότι η Βασιλεία του Θεού δεν συνίσταται σε υλικά αγαθά («βρῶσις καὶ πόσις»), αλλά σε δικαιοσύνη, άσκηση και αγιασμό. Η νηστεία δεν είναι απλώς αποχή από τροφές, αλλά ένα μέσο για την καλλιέργεια της χρηστότητας και την απόκτηση των επουρανίων αγαθών.
 Η διδασκαλία της Κυριακής αυτής συνδέει άμεσα τη σωτηρία με την κοινωνική αλληλεγγύη:Στη Βασιλεία του Θεού δεν εισέρχονται απλώς οι πλούσιοι, αλλά όσοι αποθέτουν τους θησαυρούς τους στα χέρια των φτωχών.Προβάλλεται το παράδειγμα του Προφήτη Δαυίδ, ο οποίος διδάσκει ότι ο δίκαιος άνθρωπος είναι εκείνος που ελεεί όλη την ημέρα και βαδίζει στο φως του Κυρίου χωρίς να προσκόπτει.
 Ο Μέγας Κανόνας και η Μετάνοια: Η Ε΄ εβδομάδα των Νηστειών συνδέεται στενά με τον Μέγα Κανόνα του Ανδρέα Κρήτης, ο οποίος ψάλλεται την Τετάρτη το βράδυ (Όρθρος Πέμπτης) της ίδιας εβδομάδας.Το ποίημα αυτό περιγράφει την ηθική κατάπτωση του ανθρώπου και την επιτακτική ανάγκη για μετάνοια.Το χαρακτηριστικό Κοντάκιο («Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;») καλεί τον άνθρωπο να αφυπνιστεί πνευματικά, καθώς το τέλος πλησιάζει, αναζητώντας το έλεος του πανταχού παρόντος Θεού.
 Ο τελικός σκοπός αυτής της «πνευματικής ανάτασης» και των ακολουθιών της Ε΄ Κυριακής είναι η προετοιμασία των πιστών για την άξια συμμετοχή στο Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, λειτουργώντας ως μια «μεγάλη κλίμακα» που οδηγεί προς το Πάσχα.

Ένας σύντομος οδηγός για το ιστολόγιο

📚 Καλώς ήρθατε στο ιστολόγιο «Θρησκευτικά… αλλιώς!!!»

Το ιστολόγιο αυτό δημιουργήθηκε με σκοπό να προσφέρει έναν πιο σύγχρονο, δημιουργικό και ουσιαστικό τρόπο προσέγγισης του μαθήματος των Θρησκευτικών. Απευθύνεται σε μαθητές, εκπαιδευτικούς αλλά και σε κάθε αναγνώστη που ενδιαφέρεται να προβληματιστεί πάνω σε ζητήματα πίστης, ηθικής και ζωής.

🔎 Πώς λειτουργεί το ιστολόγιο;
Η πλοήγηση είναι απλή και οργανωμένη: στην κορυφή θα βρείτε σελίδες που αντιστοιχούν στα σχολικά βιβλία του Λυκείου. Δεξιά υπάρχουν σελίδες για όλα τα βιβλία των Θρησκευτικών (Γυμνασίου και Λυκείου) καθώς και της Φιλοσοφίας. Μέσα από αυτές μπορείτε να μεταβείτε εύκολα στις επιμέρους ενότητες. Για κάθε ενότητα υπάρχουν παρουσιάσεις μαθημάτων, εμπλουτισμένες με επιπλέον υλικό, όπως κείμενα, δραστηριότητες, βίντεο και ερωτήσεις για συζήτηση.

🏷️ Αναζήτηση με λέξεις-κλειδιά

Ανακαλύψτε τα θέματα που σας ενδιαφέρουν! Κάτω δεξιά  θα βρείτε την ενότητα «Θέματα», που λειτουργεί σαν λέξεις-κλειδιά για γρήγορη αναζήτηση περιεχομένου. Επιλέγοντας ένα θέμα, εμφανίζονται όλες οι σχετικές αναρτήσεις, ανεξάρτητα από τη διδακτική ενότητα στην οποία ανήκουν.

✨ Στόχος του ιστολογίου είναι να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο μάθησης και έμπνευσης, όπου η γνώση συνδυάζεται με τον διάλογο, τον προβληματισμό και τη δημιουργικότητα.

Καλή περιήγηση!

Βρείτε τα και στους παρακάτω συνδέσμους:

Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία (Α Λυκείου)

Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία : Βασικά σημεία όλων των ενοτήτων
Ορθόδοξη πίστη και Λατρεία: Τα βασικά σημεία
Ορθόδοξη πίστη και λατρεία (Βασικά σημεία)

Χριστιανισμός και Θρησκεύματα (Β Λυκείου)

Χριστιανισμός και Θρησκεύματα : Βασικά σημεία όλων των ενοτήτων
Χριστιανισμός και Θρησκεύματα : Τα βασικά σημεία
Χριστιανισμός και Θρησκεύματα (Βασικά σημεία)

Χριστιανισμός και σύγχρονος κόσμος (Γ Λυκείου)

Χριστιανισμός και Σύγχρονος κόσμος: Βασικά σημεία όλων των ενοτήτων
Χριστιανισμός και Σύγχρονος κόσμος : Τα βασικά σημεία
Χριστιανισμός και Σύγχρονος κόσμος ( Βασικά σημεία)
Θρησκευτικά Γ Λυκείου
Ένα ταξίδι ζωής η συνάντηση Θεού και ανθρώπου μέσα από τις βιβλικές διηγήσεις ( Α Γυμνασίου)
Ένα ταξίδι ζωής η συνάντηση Θεού και ανθρώπου μέσα από τις βιβλικές διηγήσεις : Βασικά σημεία

Βουβή Εβδομάδα

Η εβδομάδα αυτή ξεκινά αμέσως μετά την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών (αφιερωμένη στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία) και ολοκληρώνεται την Παρασκευή πριν από το Σάββατο του Λαζάρου.
Η Παρασκευή αυτής της εβδομάδας σηματοδοτεί το τυπικό τέλος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής των σαράντα ημερών, λειτουργώντας ως γέφυρα για τη Μεγάλη Εβδομάδα που ακολουθεί.
Γιατί ονομάζεται έτσι και ποιος είναι ο χαρακτήρας της
Αν και ο όρος «Βουβή» αποτελεί κυρίως λαϊκή ονομασία, οι πηγές περιγράφουν το κλίμα της εβδομάδας αυτής με τα εξής χαρακτηριστικά:
 Είναι μια εβδομάδα που χαρακτηρίζεται από έντονη νηστεία, μετάνοια και πένθος, καθώς οι πιστοί ολοκληρώνουν τον «πνευματικό τους αγώνα». Η εβδομάδα αυτή αποτελεί την «κλίμακα» που οδηγεί στον Γολγοθά και στο φως του άδειου τάφου, απαιτώντας από τον άνθρωπο χρόνο για να «μιλήσει ο Θεός στην καρδιά του» μέσα από τη σιωπή της προσευχής. Καθώς είναι η τελευταία εβδομάδα της αυστηρής νηστείας, οι πιστοί καλούνται να εστιάσουν στην αυτοκυριαρχία και την εγκράτεια των παθών.
Λεπτομέρειες και Έθιμα
 Κατά τη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, οι παραδοσιακές νοικοκυρές έκοβαν το έκτο πόδι από το πάνινο ή χάρτινο ημερολόγιο της «Κυρά-Σαρακοστής», μετρώντας αντίστροφα για το Πάσχα. Προς το τέλος αυτής της εβδομάδας (την Παρασκευή και την παραμονή του Σαββάτου), ξεκινούν οι προετοιμασίες για το Σάββατο του Λαζάρου. Οι «Λαζαρίνες» (μικρά κορίτσια) πηγαίνουν στα χωράφια, μαζεύουν αγριολούλουδα και στολίζουν καλαθάκια, προετοιμάζοντας τα κάλαντα που θα αναγγείλουν τη χαρμόσυνη ανάσταση του φίλου του Χριστού.Η εβδομάδα αυτή οδηγεί στο Σάββατο του Λαζάρου και την Κυριακή των Βαΐων, δύο ημέρες που, αν και δεν είναι πένθιμες, μας «εισάγουν» επίσημα στα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδας.
Συνοπτικά, η εβδομάδα αυτή είναι η τελική ευθεία του «πνευματικού ταξιδιού» της Σαρακοστής, μια περίοδος περισυλλογής και σιωπής πριν η Εκκλησία εισέλθει στην κορύφωση του θείου δράματος

Η Τελική Κρίση

Η Τελική Κρίση, συνδεδεμένη άρρηκτα με τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, αποτελεί το τέρμα της ανθρώπινης ιστορίας της φθοράς και την αφετηρία ενός ανακαινισμένου κόσμου. Στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογείται ότι ο Χριστός «θα ξανάρθει με δόξα για να κρίνει ζώντες και νεκρούς», εγκαινιάζοντας μια Βασιλεία που δεν θα έχει τέλος.

Η Κεντρική Παραβολή της Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 25, 31-46)

Στη βιβλική αυτή διήγηση, ο Χριστός περιγράφει τη στιγμή που ο Υιός του Ανθρώπου θα έρθει με όλη Του τη μεγαλοπρέπεια, συνοδευόμενος από τους αγγέλους, και θα καθίσει στον βασιλικό θρόνο Του.

 Όλα τα έθνη θα συναχθούν μπροστά Του και Εκείνος θα τους ξεχωρίσει, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα ερίφια (κατσίκια). Τα πρόβατα θα τοποθετηθούν στα δεξιά και τα ερίφια στα αριστερά. Ο Βασιλιάς θα καλέσει τους δίκαιους να κληρονομήσουν τη Βασιλεία, λέγοντας: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε, γυμνός και με ντύσατε, άρρωστος και μ' επισκεφθήκατε, φυλακισμένος κι ήρθατε να με δείτε». Αντίθετα, θα διώξει τους αδίκους στην «αιώνια φωτιά», επειδή αρνήθηκαν να προσφέρουν την ίδια βοήθεια.

Το κριτήριο της κρίσης δεν είναι η θεωρητική πίστη, αλλά η έμπρακτη εκδήλωση αγάπης. Ο Χριστός ταυτίζεται απόλυτα με τον πάσχοντα συνάνθρωπο, τον οποίο αποκαλεί «ελάχιστο αδελφό». Κάθε πράξη φροντίδας προς τον αδύναμο λογίζεται ως πράξη προς τον ίδιο τον Θεό.

Σχετικές Παραβολές 

Πέρα από την κεντρική διήγηση, μια σειρά άλλων παραβολών συμπληρώνουν την εικόνα της κρίσης και της Βασιλείας:

Οι Δέκα Παρθένες (Ματθ. 25, 1-13): Δέκα κοπέλες περιμένουν τον γαμπρό σε έναν γάμο. Οι πέντε «φρόνιμες» έχουν λάδι στα λυχνάρια τους, ενώ οι πέντε «μωρές» ξεμένουν. Όταν ο γαμπρός έρχεται αργά τη νύχτα, οι μωρές λείπουν για να αγοράσουν λάδι, η πόρτα κλείνει και μένουν έξω από τη γιορτή.

Συμβολισμός: Το «λάδι» είναι η πίστη και τα έργα φιλανθρωπίας. Η παραβολή υπογραμμίζει την ανάγκη για συνεχή πνευματική εγρήγορση, καθώς ο Κύριος έρχεται σε άγνωστο χρόνο.

Τα Τάλαντα (Ματθ. 25, 14-30): Ένας κύριος εμπιστεύεται «τάλαντα» (νομίσματα) στους δούλους του. Οι δύο πρώτοι τα εργάζονται και τα διπλασιάζουν, ενώ ο τρίτος, από φόβο και οκνηρία, το κρύβει στη γη. Ο κύριος επιβραβεύει τους εργατικούς και τιμωρεί τον οκνηρό.

Συμβολισμός: Ο άνθρωπος είναι διαχειριστής των χαρισμάτων του Θεού και οφείλει να τα αυξάνει προσφέροντας στην κοινότητα.

Το Μεγάλο Δείπνο (Λκ. 14, 16-24): Ένας άνθρωπος καλεί πολλούς σε δείπνο, αλλά εκείνοι αρνούνται προβάλλοντας δικαιολογίες (αγορά χωραφιού, γάμος). Τότε ο οικοδεσπότης καλεί τους φτωχούς, τους ανάπηρους και τους τυφλούς.

Συμβολισμός: Η Βασιλεία του Θεού είναι μια ανοιχτή πρόσκληση. Όσοι εγκλωβίζονται στις βιοτικές μέριμνες χάνουν τη θέση τους, η οποία δίνεται στους περιθωριοποιημένους.

Ο Άφρων Πλούσιος (Λκ. 12, 16-21): Ένας πλούσιος γαιοκτήμονας αποθηκεύει τη σοδειά του για να ζήσει χρόνια με απολαύσεις, αλλά ο Θεός του λέει: «Ανόητε, αυτή τη νύχτα θα πεθάνεις. Αυτά που ετοίμασες σε ποιον θα ανήκουν;».

Συμβολισμός: Η ματαιότητα της συσσώρευσης υλικών αγαθών που αποκόπτουν τον άνθρωπο από τον Θεό και τον πλησίον.

Ο Πλούσιος και ο Λάζαρος (Λκ. 16, 19-31): Ο πλούσιος ζούσε πολυτελώς αγνοώντας τον πληγιασμένο Λάζαρο στην πόρτα του. Μετά θάνατον, ο Λάζαρος βρίσκεται στην αγκαλιά του Αβραάμ, ενώ ο πλούσιος βασανίζεται στη φωτιά, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας.
Συμβολισμός: Η αδιαφορία για τον πόνο του άλλου οδηγεί στην οντολογική απομόνωση.

 Διδακτικές Ιστορίες και Γνωμικά

Η εκκλησιαστική παράδοση διασώζει εμπειρίες που ερμηνεύουν τη φύση της κρίσης:

Αββάς Μακάριος και το Κρανίο: Ο άγιος ρώτησε ένα κρανίο στην έρημο για την κατάσταση στην κόλαση. Το κρανίο απάντησε ότι οι κολασμένοι είναι δεμένοι πλάτη με πλάτη και δεν μπορούν να δουν ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Η μόνη ανακούφιση έρχεται όταν ο άγιος προσεύχεται και τους επιτρέπεται να δουν για μια στιγμή το πρόσωπο του διπλανού τους.

Ερμηνεία: Η κόλαση δεν είναι τιμωρία από τον Θεό, αλλά ακοινωνησία και απόλυτη μοναξιά.

Το Όνειρο του Ραούλ Φολλερώ: Ένας άνθρωπος στέκεται στην κρίση λέγοντας: «Κύριε, τήρησα τον νόμο σου, τα χέρια μου είναι καθαρά». Ο Θεός του απαντά: «Ασφαλώς... αλλά είναι άδεια».

Ερμηνεία: Δεν αρκεί η αποχή από το κακό· η σωτηρία απαιτεί έμπρακτες πράξεις αγάπης.

Ο Γέροντας και ο Κλέφτης: Ένας μοναχός που τον έκλεβε ο γείτονάς του, λίγο πριν πεθάνει, φίλησε τα χέρια του κλέφτη λέγοντας: «Ευχαριστώ αυτά τα χέρια, γιατί μέσω αυτών πηγαίνω στη Βασιλεία των Ουρανών».

Ερμηνεία: Η άφεση προς τον εχθρό είναι η ύψιστη προϋπόθεση για τη θεία συγχώρηση.

Αββάς Σιλουανός και η Προσευχή: Όταν ένας πιστός ήθελε να παραδώσει τον εχθρό του στη δικαιοσύνη, ο Αββάς άλλαξε τα λόγια του «Πάτερ Ημών» λέγοντας: «Και μη συγχώρεσε τα σφάλματά μας, όπως ούτε εμείς συγχωρούμε».

Ερμηνεία: Η σχέση μας με τον Θεό περνάει υποχρεωτικά μέσα από τη σχέση μας με τον αδελφό μας.

Η Διδασκαλία του Αγίου Πορφυρίου: Τονίζει ότι ο Χριστός ταυτίζεται με τον κάθε συνάνθρωπο και η βοήθεια προς τον «ξένο» είναι βοήθεια προς τον ίδιο τον Χριστό

 Σχέση με την Εκκλησία και την Καθημερινότητα

Η Τελική Κρίση δεν είναι μια μελλοντική απειλή, αλλά μια παρούσα πρόκληση για τον τρόπο ζωής:

Στη Λατρεία: Η Εκκλησία προγεύεται τη Δευτέρα Παρουσία μέσα στη Θεία Λειτουργία, η οποία θεωρείται «εικόνα της Βασιλείας του Θεού». Η φράση «Μαράν αθά» (Ο Κύριος έρχεται!) και ο διάλογος της Αποκάλυψης («Ναι, έρχομαι σύντομα» - «Αμήν, έλα Κύριε Ιησού») μαρτυρούν τον πόθο των χριστιανών για την τελική ένωση με τον Θεό. Η Εκκλησία βιώνει την παρουσία του Χριστού «εδώ και τώρα» και προσδοκά τη Δευτέρα Παρουσία όχι με φόβο, αλλά με ελπίδα.

Τελικός στόχος είναι η ανάσταση των νεκρών, όπου ο όλος άνθρωπος (ψυχή και σώμα) θα ζήσει αφθαρτοποιημένος στην αιώνια μακαριότητα. 

Στην Καθημερινότητα: Ο χριστιανός καλείται να αναγνωρίσει τον Χριστό στο πρόσωπο του πρόσφυγα, του αστέγου και του κατατρεγμένου. Η κρίση έγκειται στο γεγονός ότι, ενώ το Φως ήρθε στον κόσμο, οι άνθρωποι συχνά επιλέγουν το σκοτάδι του εγωισμού τους.

Η Δύναμη της Συγχώρεσης: Η συγχώρεση είναι η «επαναστατική πράξη» που διακόπτει την αλυσίδα του κακού και του μίσους στην καθημερινή ζωή, επιτρέποντας στον άνθρωπο να βρεθεί ξανά στην ίδια «χώρα» (συν-χώρεση) με τους αδελφούς του.

Η Σημασία και η Ερμηνεία της Κρίσης

Κρίση ως Διάκριση: Ο όρος σημαίνει τον διαχωρισμό του καλού από το κακό, του θύματος από τον θύτη και του αθώου από τον δήμιό του.

Ελευθερία και Ευθύνη: Ο Θεός δεν κρίνει τον κόσμο με εκδικητική διάθεση· η κρίση έγκειται στο ότι οι άνθρωποι συχνά επιλέγουν το σκοτάδι αντί για το Φως. Ο Θεός σέβεται την ανθρώπινη ελευθερία και ο καθένας επιλέγει αν επιθυμεί την κοινωνία μαζί Του.

Παράδεισος και Κόλαση: Δεν θεωρούνται κτιστοί χώροι ή θεϊκή αμοιβή/τιμωρία, αλλά διαφορετικές σχέσεις προς τον Θεό. Ο Θεός αγκαλιάζει όλους με την αγάπη Του (που εμφανίζεται ως φως και φωτιά)· όσοι Τον αποδέχονται βιώνουν τη δόξα Του, ενώ όσοι Τον αρνούνται αυτοτιμωρούνται, νιώθοντας την αγάπη Του ως εχθρική.

Οικουμενικότητα: Η σωτηρία αφορά όλη την κτίση και την ανθρωπότητα, υπερβαίνοντας εθνικά και κοινωνικά σύνορα.

Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου



Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον. Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν. Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι είναι χορτάρι ή κάτι πιο νεκρό από το χορτάρι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής αναφέρεται πώς ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους και στα ζώα φυτά και χόρτα για τροφή (Γέν. α’ 29-30). Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους να σου πούνε: «τι αξίζει περισσότερο, το χορτάρι ή οι άνθρωποι;», θ’ ακούσεις μόνο μια απάντηση: οι άνθρωποι. Με τις πράξεις τους όμως οι άνθρωποι δείχνουν πως λογαριάζουν πιο πολύτιμο το χορτάρι από τον άνθρωπο και γι’ αυτό θυσιάζουν και τη δική τους ζωή και των άλλων για το ευτελές χόρτο. Αν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας είναι πρόβλημα του χορταριού, τότε αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο «λίθος προσκόμματος» της ζωής του ανθρώπου στη γη. Μόνο εκείνοι που έχουν αποκτήσει το πνεύμα του Θεού δεν σκαλώνουν στο εμπόδιο αυτό, αλλά το παρακάμπτουν ειρηνικά κι αφήνουν σε άλλους την περιουσία τους. Για όλους τους άλλους το εμπόδιο αυτό είναι αιτία φιλονικίας, αντεγκλήσεων, ατέρμονου μόχθου και ιδρώτα· το πρόβλημα και το περιεχόμενο όλης της ζωής τους και τελικά της μνήμης τους. Πού είναι ο πλούτος του Κροίσου; Πού είναι τα συμπόσια του Λούκουλλου; Πού η αυτοκρατορία του Καίσαρα; Πού η δύναμη του Ναπολέοντα; Απ’ όλους τους έμειναν κάποια ίχνη, με τη μια ή την άλλη μορφή, που όμως δεν είναι ικανά ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: Πού είναι τώρα ο πλούσιος Κροίσος; Πού ο κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Πού οι φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Πού ο παντοδύναμος Ναπολέων; Αξίζει πολύ περισσότερο να μάθουμε πού βρίσκονται οι άνθρωποι, όχι πού βρίσκονται οι κτήσεις κι η περιουσία τους. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το μάθουμε, προτού ανακαλύψουμε πού ανήκουν οι άνθρωποι. Σε ποιον λοιπόν ανήκουν οι άνθρωποι; Αυτός που θα βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα βρει εύκολα απάντηση και στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας του ανθρώπου, όπως οι εργαζόμενοι στο δρόμο που πρώτα μετακινούν τα βράχια κι έπειτα μπορούν να τακτοποιήσουν τ’ αμμοχάλικα και άλλα υλικά. Όταν οι άνθρωποι βρουν την απάντηση στο ερώτημα αυτό μακριά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια ως τώρα, θα πρέπει να το έκαναν ακολουθώντας τον ένα από τους δύο δρόμους: Πρώτο, πως ο άνθρωπος κατέχεται από κακές και πονηρές πνευματικές δυνάμεις, που κρύβονται πίσω από τη φύση και τα παράγωγά της. Ή, δεύτερο, πως ο άνθρωπος ανήκει στη φύση που τον δημιούργησε, τον συντηρεί για κάποιο διάστημα, όπως ένα έπιπλο ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τελικά τον αποκόπτει και τον θανατώνει. Όλοι οι σοφοί από τη δημιουργία του κόσμου δε δανείστηκαν ούτε ένα ψήγμα αντίληψης από το Χριστό. Έχουν μόνο τις δυο αυτές απαντήσεις στο ερώτημα: σε ποιον ή σε τι ανήκει ο άνθρωπος; Η απάντηση του Χριστού στο ερώτημα αυτό ξεκαθαρίζει πως ο άνθρωπος ανήκει στον Πανεύσπλαχνο Θεό. Ο άνθρωπος δεν είναι «κτήμα», όπως τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον. Ανήκει στο Θεό ως ελεύθερη και λογική ύπαρξη, ως υιός του Θεού. Η απάντηση αυτή δε δόθηκε από κάποιον φιλόσοφο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα τον πιστεύαμε. Αυτή είναι η απάντηση του παντεπόπτου Θεού, που επισκέφτηκε τους ανθρώπους από το τριαδικό σύστημα ύπαρξης και ζωής, απ’ όπου πηγάζει η ζωή. Πιστεύουμε επομένως πως η απάντηση αυτή είναι η σωστή και την κρατάμε ως σωστική αλήθεια. Αυτή στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κληθεί απλά «απάντηση», αλλά μαρτυρίατου πάνσοφου Θεού. Με τη μαρτυρία αυτή παίρνουμε την απάντηση στο πρόβλημα για τα υπάρχοντα του ανθρώπου, σ’ όλες τις ερωτήσεις για την ιδιοκτησία, τα οικονομικά και τις πολιτικές πάνω στη γη. Ο άνθρωπος ανήκει στο Θεό. Η φύση επίσης ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει πως όλα όσα ο άνθρωπος ονομάζει υπάρχοντά του, στην πραγματικότητα είναι του Θεού. Ο Θεός τα δανείζει στον άνθρωπο. Ο Θεός δάνεισε τα υπάρχοντα αυτά στους ανθρώπους άνισα. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι ελεύθερες και λογικές υπάρξεις. Ο Θεός δε μοιράζει άνισα τα πράγματα σε νεκρούς ή σε μισοπεθαμένες υπάρξεις που δεν έχουν αντίληψη, που δε λειτουργεί ο νους τους. Έκανε όμως τη μοιρασιά στις λογικές κι ελεύθερες υπάρξεις άνισα, για να φανεί καθαρά η αντίληψη κι η ελευθερία τους· για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι την αλληλεξάρτησή τους και με τη σωστή και λογική χρήση των αγαθών που τους δάνεισε ο Θεός, να εργαστούν τόσο για τη δική τους σωτηρία, όσο και για τη σωτηρία των αδελφών τους.Έτσι αυτά που τους δάνεισε ο Θεός και που οι άνθρωποι ονομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει να γίνουν μέσα για τη σωτηρία των ανθρώπων.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για έναν πλούσιο άνθρωπο που δεν έβλεπε μ’ αυτόν τον τρόπο τα υπάρχοντά του, αλλά μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο όμως βασανίστηκε τόσο πολύ, που η καρδιά μας παγώνει στο άκουσμα των βασάνων του και οι τρίχες του κεφαλιού μας σηκώνονται όρθιες και μόνο από την περιγραφή τους. Είπε ο Κύριος: «Άνθρωπός τις δε ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. πτωχός δέ τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού» (Λουκ. ιστ’ 19-21). Αυτή είναι μια φοβερή εικόνα που περιγράφει την επίγεια ανισότητα. Σταθείτε όμως. Αργότερα θα δούμε μια φοβερή εικόνα της ουράνιας ανισότητας. Πόσο αντίθετη παράθεση! Από τη μια ο πλούσιος άνθρωπος, ντυμένος με πορφύραν και βύσσον, με κόκκινα, πορφυρά ενδύματα και με πολυτελή λινό χιτώνα. Από την άλλη ένας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, έλκη. Από τη μια μεριά ο άνθρωπος που κάνει παρέα με άλλους σαν κι αυτόν, δηλαδή πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Από την άλλη ένας άνθρωπος που μόνη παρέα του είχε τα σκυλιά. Από τη μια χλιδή, υγεία και γεμάτα στομάχια. Από την άλλη φτώχεια, αρρώστια και πείνα. Στη μια μεριά τα τραγούδια κι οι χοροί αντιλαλούσαν στο στερέωμα. Από την άλλη η σιωπηλή ελπίδα για ένα ψίχουλο ψωμί, μια άλαλη παρακολούθηση του ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του, μια άδηλη αναμονή του θανάτου. Βουβός και άρρωστος. Το ευαγγέλιο δε μας λέει ότι ο Λάζαρος ζήτησε ποτέ βοήθεια, όπως κάνουν οι άλλοι ζητιάνοι. Αυτός γύρευε να κορέσει την πείνα του μόνο από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου, χωρίς ποτέ του να μιλήσει. Μιλούσε με κάποιους στην καρδιά του, μα ποτέ με τη γλώσσα του. Τι θα μπορούσε να πει με τη γλώσσα για τη φτώχεια του, αφού όλο το σώμα του ήταν τριγυρισμένο από σκυλιά; Κι αυτό μιλούσε από μόνο του κι ήταν πολύ πιο εύγλωττο από πολλά λόγια.

Ας προσέξουμε εδώ ένα πολύ σπουδαίο σημείο: Ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου, μας δίνει όμως το όνομα του φτωχού, του ζητιάνου. Το όνομα του πλουσίου δεν αναφέρεται καθόλου στην παραβολή, μας είναι άγνωστο, ενώ ο Λάζαρος αναφέρεται και στη γη και στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι κάτι εντελώς αντίθετο από τη συνηθισμένη πρακτική των ανθρώπων, που θα ήταν ν’ αναφερθεί το όνομα του πλουσίου και ν’ αγνοηθεί το όνομα του φτωχού ή, ακόμα κι αν αυτό ήταν γνωστό, να μην αναφερθεί καθόλου για να μην ενοχλήσει; Οι φτωχοί βαδίζουν ή έρπουν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ανώνυμες σκιές που πετάγονται ξαφνικά σαν ζητιάνοι, ενώ τα ονόματα των πλουσίων αντηχούν ακόμα και μέσα στα βασιλικά παλάτια, τραγουδιούνται στα έπη, γράφονται στην ιστορία, αναφέρονται στα μέσα επικοινωνίας και χαράζονται σε μνημεία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου: για να μην τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον που οι άνθρωποι τιμούν πολύ· για να ξεκαθαρίσει πως η κρίση του Θεού διαφέρει και συνήθως είναι εντελώς αντίθετη από την κρίση των ανθρώπων για να δείξει πώς αμείβει ο ουρανός τους ανθρώπους. Παραλείποντας το όνομα του πλουσίου όμως, αποκάλυψε κι ένα ουράνιο μυστήριο. Το όνομα τέτοιου πλούσιου θα είναι άγνωστο στον ουρανό. Δε θ’ αναφερθεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους. Θα διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής. Θα μπορούσε ο Κύριος να δώσει κάποιο όνομα στον πλούσιο, όπως έκανε και για το φτωχό. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το προφέρει με τ’ άγια χείλη Του, για να μην τον αναζωογονήσει κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως ο Κύριος φρόντισε ιδιαίτερα να μην αναφέρει τα ονόματα του Ηρώδη, του Πιλάτου ή του Καϊάφα. «Είπατε τη αλώπεκα ταύτη» (Λουκ. ιγ’ 32), είπε για τον Ηρώδη, χωρίς να πει τ’ όνομά του. Πολύ νωρίτερα ο Θεός είχε πει για τους αμαρτωλούς με τον Ψαλμωδό: «ουδ’ ού μη μνησθώ των ονομάτων αυτών διά χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε’ 4). Για τους δικαίους όμως είπε ο Κύριος Ιησούς: «χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Τοποθετεί τη χαρά αυτή πάνω από κάθε άλλη χαρά, παραπάνω κι από τη χαρά που ένιωθαν οι απόστολοι όταν διαπίστωσαν πως τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ αυτούς.

Τι κακό έκανε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ο Κύριος να μην αναφέρει τ’ όνομά Του; Ο Κύριος δεν τον κατηγόρησε ούτε για κλοπή, ούτε για ψεύδη ή για μοιχεία, για έγκλημα ή γι’ απιστία στο Θεό, ούτε για τον τρόπο που απόκτησε τα πλούτη του. Για ποιο λόγο λοιπόν τον κατηγόρησε ο Κύριος; Μα η ζωντανή κατηγορία έστεκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του. Δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί με μελάνι, αλλά με πληγές και έλκη στο σώμα του ζωντανού ανθρώπου.

Ο πλούσιος είχε σίγουρα όλα τα πάθη και τις κακίες που αναπόφευκτα κουβαλούν μαζί τους τα πλούτη στον ελαφρόμυαλο άνθρωπο. Αυτός που κάθε μέρα ντύνεται με λαμπρότητα, τρώει και πίνει πλουσιοπάροχα και ξοδεύει τον καιρό του σε ηδονές και απολαύσεις, δεν έχει μέσα του θέση για το φόβο του Θεού. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του από το κουτσομπολιό, το στομάχι του από την πολυφαγία και την καρδιά του από την υπερηφάνεια και τη ματαιότητα, την καταφρόνηση των άλλων και την απαξίωση των πραγμάτων του Θεού. Όλ’ αυτά οδηγούν αναπόφευκτα τον άνθρωπο στη φιληδονία, στην απάτη, στην εκδικητικότητα, στο έγκλημα και στην απόρριψη του Θεού. Καμιά απ’ αυτές τις αμαρτίες και τις κακίες όμως δεν ανέφερε ο Κύριος για τον πλούσιο. Από την παραβολή μόνο μια ανομία είναι καθαρή για τον πλούσιο: η υπερβολική περιφρόνησή του για το φτωχό Λάζαρο, για την αρρώστια και τη φτώχεια του.

Αν ο Λάζαρος ήταν υγιής άνθρωπος, ντυμένος στα μεταξωτά και παρουσιαζόταν στην πύλη, οπωσδήποτε θα τον υποδεχόταν ο πλούσιος και θα τον καλούσε στο τραπέζι του. Θα τον υποδεχόταν και θα τον καλούσε σαν άνθρωπο. Ο πλούσιος όμως δεν έβλεπε και δεν αναγνώριζε κάποιον άνθρωπο στο Λάζαρο, μέσα στη φτώχεια και τις πληγές του. Περιφρονούσε το πλάσμα αυτό του Θεού σα να μην υπήρχε καθόλου. Γύριζε αλλού τα μάτια του για να μη τον βλέπει και μολύνει την δράση του. Τα πλούτη του τα λογάριαζε αποκλειστικά δικά του, όχι σαν δανεικά που είχε πάρει από το Θεό. Το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός το έθαψε στη γη του κορμιού του κι έτσι κανένας άλλος δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη «εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. κα’ 34). Ο πνευματικός κόσμος κι οι πνευματικές αξίες δεν υπήρχαν γι’ αυτόν. Έβλεπε μόνο με τα σωματικά του μάτια, άκουγε μόνο με τα σωματικά του αυτιά και ζούσε αποκλειστικά με αφοσίωση στα σαρκικά πράγματα.

Η ψυχή του πλούσιου ήταν γεμάτη πληγές, όπως ήταν και το σώμα του Λάζαρου. Η ψυχή του ήταν η πραγματική εικόνα του σώματος του Λάζαρου και το σώμα του Λάζαρου η αληθινή εικόνα της ψυχής του. Έτσι ο Θεός έβαλε δυο ανθρώπους στη γη για να γίνουν ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο ένας ζούσε στο μέγαρο κι ο άλλος στην πύλη. Η εξωτερική λαμπρότητα του πλούσιου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του Λάζαρου. Η εξωτερική εμφάνιση των πληγών του Λάζαρου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του πλούσιου. Ήταν απαραίτητο ν’ απαριθμήσει ο Κύριος όλες τις αμαρτίες του πλούσιου; Μα ήταν ολοφάνερες με την πρώτη ματιά και μάλιστα καθεμιά απ’ αυτές. Η έλλειψη συμπάθειας του πλούσιου προς το Λάζαρο τράβηξε την κουρτίνα της ψυχής του και φανερώθηκε αμέσως -στα μάτια, στ’ αυτιά, στη μύτη και τη γλώσσα- ο βόρβορος που είχε μέσα του.

Αυτή είναι η εικόνα δυο ανθρώπων που ζούνε στη γη: του ενός το όνομα είναι πασίγνωστο στους ανθρώπους κι αναφέρεται πάντα με συμπάθεια· του άλλου το όνομα δεν το ξέρει κανένας, μα ούτε κι ενδιαφέρεται να το μάθει. Και τώρα θα δούμε την εικόνα των δύο αυτών ανθρώπων στον ουρανό.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Οι πλούσιοι πεθαίνουν όπως κι οι φτωχοί. Κανένας δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν για να ζήσει αιώνια. Ο κόσμος αυτός είναι φθαρτός και περιμένει το τέλος του. Οι πλούσιοι πεθαίνουν αφήνοντας έναν αναστεναγμό γι’ αυτόν τον κόσμο. Οι φτωχοί αφήνουν έναν αναστεναγμό για το μέλλοντα κόσμο. Αφήνοντας τον κόσμο αυτόν ο πλούσιος εγκατέλειψε τη λαμπρότητα, την πολυτέλεια και τις ηδονές του. Ο Λάζαρος άφησε τον κόσμο αυτό και μαζί του άφησε την πείνα, τις πληγές και τα σκυλιά.

Ας δούμε τώρα το θερισμό του Θεού. Όταν πέθανε ο Λάζαρος, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν στον παράδεισο. Όταν πέθανε ο πλούσιος, οι άγγελοι έφυγαν με άδεια χέρια από το νεκροκράβατό του. Από μια φανερά σάπια ρίζα, οι άγγελοι βρήκαν και έδρεψαν ένα υπέροχο και ώριμο φρούτο. Από το άλλο δέντρο, που ήταν καταπράσινο και ευσκιόφυλλο, δε βρήκαν κανένα καρπό. «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Λουκ. θ’ 9).

Τα προφητικά αυτά λόγια εκπληρώθηκαν απόλυτα στον άσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το σώμα του το έρριξαν στον τάφο, για να λιώσει εκεί. Η ψυχή του πήγε στην κόλαση, για να καίγεται εκεί. Οι άγγελοι δε μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρικό του κρεβάτι, αφού ήξεραν πως εκεί δεν περίμεναν τίποτα. Τη θέση των αγγέλων πήραν οι δαίμονες κι οι άνθρωποι, για να τον θάψουν. Οι δαίμονες έθαψαν την ψυχή του στην κόλαση κι οι άνθρωποι το σώμα του στη γη.

Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν διαφορετικά στο θάνατο του πλούσιου απ’ ό,τι σ’ εκείνον του φτωχού Λάζαρου, όπως γινόταν κι όταν ζούσαν. Ο θάνατος του πλούσιου έγινε αμέσως γνωστός παντού κι όλη η πόλη μαζεύτηκε στην κηδεία του. Το παγωμένο σώμα του το ξαναέντυσαν με πορφυρά και πολυτελή λινά ρούχα, το τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από σπάνια ξύλα και μέταλλα και το περιέφεραν στην πόλη σε χρυσή άμαξα που έσυραν άλογα με μαύρες σέλες. Κατά κάποιο τρόπο απαιτούσαν έτσι την έκφραση λύπης για κάποιον που, με τη ζωή του, σκόρπισε τον οίκτο του ουρανού. Πίσω από τη νεκροφόρα ακολουθούσε το πλήθος των φίλων του, των συγγενών και των δούλων του, που όλοι τους ήταν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα. Ακολουθούσαν ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν έδινε ούτε τα περισσεύματα από το τραπέζι του σ’ έναν πεινασμένο ζητιάνο. Η πόλη ολόκληρη βγήκε για την κηδεία του, να εκφράσει το σεβασμό του σ’ αυτόν τον έξοχο συμπολίτη και ν’ ακούσει τις ομιλίες που εκθείαζαν τις αρετές του κι όλα όσα είχε κάνει για την πόλη, το έθνος και για την ανθρωπότητα γενικότερα. Άκουσαν όλοι λόγια όμορφα σαν τα πορφυρά ρούχα, απαλά σαν το εξαιρετικό λινό που φορούσε το νεκρό σώμα, που τώρα δεν είχε ανάγκη ούτε ένα ψίχουλο από το τραπέζι αυτού του κόσμου. Λόγια που ήταν τόσο ψεύτικα, όσο κι η ζωή του ανθρώπου αυτού. Λόγια τόσο κενά όσο η ψυχή του, που ήταν άμοιρη καλών έργων.

Τελικά έχωσαν στη γη το σώμα που ήταν ντυμένο στα πορφυρά και στα πολυτελή λινά. Κι εκεί δεν το έλειχαν τα σκυλιά, αλλά το καταβρόχθιζαν τα σκουλήκια. Πάνω στον τάφο, στον τάφο εκείνου που είχε χάσει το στεφάνι της αιώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια με λουλούδια. Πάνω στον τάφο έβαλαν και μια ακριβή πέτρινη στήλη, όπου ήταν χαραγμένο το όνομα του ανθρώπου που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο της ζωής. Κανένας από τις χιλιάδες ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή όμως, δεν ήξερε ότι η ψυχή του ανθρώπου αυτού βρισκόταν ήδη στην κόλαση.

Από την άλλη πλευρά τώρα, τι είδους κηδεία να είχε ο φτωχός Λάζαρος; Θα έμοιαζε μάλλον με τον ενταφιασμό κάποιου σκύλου που βρέθηκε νεκρός στο δρόμο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια κρατική εξουσία για ν’ αναλάβει τους νεκρούς ζητιάνους που πέθαιναν στο δρόμο και να τους θάψει. Κι αυτό για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως για τους εξής δύο: πρώτα για τον κίνδυνο να ξεσχίσουν τα σκυλιά το σώμα του και να το σκορπίσουν στην αγορά και δεύτερο, από το φόβο μη μυρίσει και μολύνει έτσι την πόλη. Όπως και νά ‘χαν τα πράγματα, το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί το συντομότερο έξω από την πόλη και να ενταφιαστεί, γιατί το πτώμα αυτό, που ήταν γεμάτο πληγές και ντυμένο με ράκη, ενοχλούσε την όραση των περαστικών. Το μόνο που φρόντιζαν όλοι, ήταν η καλοπέραση των κατοίκων της πόλης. Η παρουσία του φτωχού ανθρώπου τους ενοχλούσε όλους, τόσο όσο ζούσε όσο κι όταν πέθανε. Οι αρχές δεν έχωναν τη μύτη τους σε τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαν να βρουν και να πληρώσουν ανθρώπους για να εκτελέσουν το δυσάρεστο αυτό καθήκον. Αυτό που περνούσε από στόμα σε στόμα, ήταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιος θα τον θάψει; Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό; Ποιος ήταν αυτός; Και μια ανόητη ερώτηση: Ποιος θα ήξερε και θα θυμόταν το όνομα του ζητιάνου;

Πόσο μεγάλη ήταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, από την αξία που είχαν στα μάτια των άλλων; Ο ουρανός όμως δε νοιάζεται πολύ για την κρίση των ανθρώπων. Δε νοιάζεται αν οι άνθρωποι επαινούν ή περιφρονούν, αν ανταμείβουν με μετάλλια ή αν καταδικάζουν. Η εκτίμηση των ανθρώπων φτάνει μόνο ως τον τάφο εκείνων που πέθαναν. Μετά την ψυχή την αναλαμβάνει ο ουρανός και κάνει τη δική του εκτίμηση. Γι’ αυτό κι ο πλούσιος άνθρωπος που ντυνόταν με πανάκριβα ρούχα πήγε κατευθείαν στην κόλαση, ενώ ο Λάζαρος με τα έλκη ανέβηκε στον παράδεισο.

«Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Αυτή θα ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Στη γη κοίταζε μόνο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Δεν είχε φροντίδες κι ανάγκες και γι’ αυτό δε σήκωνε ψηλά τα μάτια του. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και πολλοί από μας, γι’ αυτό έχουμε και την παροιμία που λέει: «Χωρίς βάσανα, προσευχή δε γίνεται!» Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο. Αν ο πλούσιος δεν είχε εξορκίσει τα βάσανα στη γη και δεν τ’ απέφευγε με τα γέλια και τις διασκεδάσεις, ίσως νά ‘χε σηκώσει όσο ζούσε τα μάτια του στον ουρανό και νά ‘χε γλιτώσει από την κόλαση. Τώρα όμως βρισκόταν στην κόλαση, απ’ όπου μάταια σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.

Ο σοφός Σολομών είχε πει: «Αγαθός θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εν κακία ανθρώπου αγαθυνθήσεται καρδία» (Εκκλησ. ζ’ 3). Ο πλούσιος είχε απολαύσει τη ζωή του, ήταν ευτυχισμένος, γι’ αυτό και δεν τον άγγιξε ο φόβος του Θεού. Όταν από την κόλαση σήκωσε τα μάτια του, είδε τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Η παραβολή λέει πως τον είδε από μακρόθεν, για να δείξει πως η κόλαση βρίσκεται μακριά από τον παράδεισο, όπου είναι η κατοικία των δικαίων. Ο Αβραάμ ήταν ο κατά σάρκα γενάρχης των Ιουδαίων. Με τη δικαιοσύνη του έγινε προπάτορας όλων των δικαίων που με την πίστη, την υπακοή και την ταπείνωσή τους ευαρέστησαν στο Θεό κι έκαναν το θέλημά Του. Ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό; Με τους κόλπους του Αβραάμ ο Κύριος υποδηλώνει το ήρεμο καταφύγιο όλων των δικαίων, τους οποίους ανέπαυσε ο Θεός μετά τις καταιγίδες της ζωής στη γη.

Ωσότου έρθει ο Χριστός στη γη, οι Ιουδαίοι είχαν τον Αβραάμ ως τον καλλίτερο των δικαίων. Κι ο Κύριος την παραβολή αυτή την έλεγε στους Ιουδαίους. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο, ήταν φυσικό να εξελιχτούν πολλοί άνθρωποι πιο δίκαιοι από τον Αβραάμ στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στον Αβραάμ πως θα τον βάλει σε κάποιο θρόνο για να κρίνει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όπως έκανε στους αποστόλους (βλ. Λουκ. κβ’ 30). Σαν απόγονος του Σημ όμως ο Αβραάμ ήταν ο πρώτος που θ’ αξιωνόταν να μπει στη βασιλεία του Θεού (βλ. Λουκ. ιγ’ 28), όπου, μαζί του θα ήταν κι όλοι οι άλλοι δίκαιοι, οι κακοποιημένοι και θανατωμένοι προφήτες, οι αφοσιωμένοι βασιλιάδες κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι.

Στη χορεία των δικαίων, μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, το δίκαιο Ιώβ και τον ένδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ο Λάζαρος, ο φτωχός ζητιάνος που σ’ όλη του τη ζωή υπόμεινε καρτερικά την πείνα, τη γυμνότητα, την περιφρόνηση, την αρρώστια και τα έλκη που αιμορραγούσαν. Κανένας απ’ αυτούς που ζούσαν σ’ αυτή τη φωτεινή χώρα, στον τόπο της ειρήνης και της ανεκλάλητης χαράς, δεν έφτασε εκεί με τα επίγεια πλούτη και τις διασκεδάσεις του, τα επιτεύγματα και την εξουσία του, το βασιλικό στέμμα και την ευγενική καταγωγή του, αλλά μόνο με τη σταθερή κι ακλόνητη πίστη κι ελπίδα του στο Θεό, την υποταγή του στο θεϊκό θέλημα ή με την υπομονή και την έγκαιρη μετάνοια.

Ο Θεός δεν αποβλέπει στην κοινωνική θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Προσέχει μόνο την καρδιά μας. Στη βασιλεία Του θα μπουν εκείνοι που έχουν βασιλικές ψυχές, όχι βασιλικά στέμματα· αυτοί που είναι πλούσιοι στην αγάπη και την πίστη, όχι σε χρήματα και κτήματα· όσοι κατέχουν τη σοφία Θεού κι όχι τη σοφία του κόσμου· αυτοί που έχουν χαρούμενες και ιλαρές καρδιές, όχι οι άλλοι που ο μόνος τρόπος που χαίρεται η καρδιά τους είναι ν’ ακούνε μουσική και να χορεύουν, εκείνοι που η καρδιά τους χαίρεται κοντά στο Θεό, όπως λέει κι ο Ψαλμωδός: «Η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» (Ψαλμ. πγ’ 3).

Τι έκανε ο αμαρτωλός άνθρωπος όταν είδε από μακριά το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, τον ίδιο Λάζαρο που με το όνομά του δεν ήθελε να μολύνει τα χείλη του στη γη; «και αυτός φωνή σας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (Λουκ. ιστ’ 24). Δε θά ‘βρισκε λόγια κανείς για να περιγράφει καλύτερα τον τρόμο και τα βάσανα του αμαρτωλού στην κόλαση. Όταν ο άνθρωπος πεινάει λίγο, αναζητά κρέας ή ψάρι για να κορέσει την πείνα του. Όταν πεθαίνει της πείνας, είναι ευχαριστημένος αν βρει μια χούφτα βελανίδια, για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα του. Πόσο πιο φοβερή πρέπει να ήταν η φωτιά της κόλασης όπου καιγόταν ο πλούσιος! Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δε ζήτησε πάγο, έναν κουβά ή έστω ένα ποτήρι νερό, αλλά μόνο ένα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μια σταγόνα νερό στο ακροδάχτυλο, για να δροσίσει τη γλώσσα του που καιγόταν. Αχ, αδελφοί μου! Αν οι άνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πως ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να επεκτείνει το βασίλειο του ψεύδους ή για να κάνει ένα πράγμα να φαίνεται μεγαλύτερο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, τότε η μοναδική αυτή ευαγγελική παραβολή Του θα ήταν αρκετή για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη γη. Προσέξτε πως ο άνθρωπος αυτός, που στη ζωή του δεν ήξερε τι σημαίνει έλεος κι ευσπλαχνία, ζητούσε τώρα το έλεος από τα βάθη της κόλασης. Κοιτάξτε έπειτα τον εαυτό σας, βαθμολογήστε τον όλοι εσείς που όχι μόνο δεν έχετε έλεος, αλλά καλλιεργείτε μέσα σας ασπλαχνία προς τους φτωχούς και τους απόρους. Ίσως πολύ σύντομα κραυγάσετε κι εσείς για έλεος όπως ο πλούσιος, από εκεί που δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε μια ακτίνα ελέους, στον αιώνα τον άπαντα.

«Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν» (Λουκ. ιστ’ 25, 26). Ο Αβραάμ απευθύνθηκε στον αμαρτωλό με μια ευγενική λέξη. Τον ονόμασε τέκνον. Αυτό δείχνει πως στην ουράνια βασιλεία υπάρχει απόλυτη απουσία του κακού. Με το λόγο αυτό ο Αβραάμ ήθελε επίσης να θυμίσει στον απόγονό του πως ανήκαν στην ίδια φυλή, πως ο πλούσιος είχε μπροστά του παραδείγματα δίκαιων κι ενάρετων ανθρώπων από τον ίδιο τον Αβραάμ, αλλά κι από άλλους δίκαιους. Επομένως θα μπορούσε να είχε σωθεί κι αυτός από τα βάσανα της κόλασης όταν είχε την ευκαιρία στη γη. Δεν μπορούσε όμως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα του αμαρτωλού για δυο λόγους: πρώτο, επειδή την κατάσταση των πραγμάτων είχε κρίνει η θεία δικαιοσύνη και δεύτερο, επειδή σ’ εκείνον τον κόσμο δεν υπάρχει δρόμος ή γέφυρα για να περάσουν οι άνθρωποι από τα ενδιαιτήματα των δικαίων στον τόπο κόλασης των αμαρτωλών. Αν κάποιον αμαρτωλό, με τις προσευχές της Εκκλησίας στη γη, τον μεταφέρει ο Θεός από την κόλαση στον παράδεισο πριν από την Τελική Κρίση, αυτό είναι μυστικό του Θεού, όπου δεν μπορεί να παρέμβει ο Αβραάμ. Υπενθύμισε μόνο στον πρώην πλούσιο, που τώρα ήταν πιο φτωχός από τον φτωχότερο ζητιάνο στον κόσμο, πως στην επίγεια ζωή του είχε όλα όσα ήθελε. Έτσι, αφού ενόσω ζούσε δεν αποζητούσε κανένα από τ’ αγαθά του ουρανού και δεν είχε δώσει ούτε ένα μικρό ψίχουλο για να τα κερδίσει, αλλ’ ούτε κι έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτά, σημαίνει πως όλη την ανταμοιβή του την εισέπραξε στη ζωή αυτή. Ο Λάζαρος, αντίθετα, στην παροδική αυτή ζωή του έλαβε μόνο βάσανα, πόνους και περιφρόνηση, επιζητούσε με δάκρυα μόνο τα ουράνια αγαθά και τώρα τ’ απολαμβάνει. Όπως είπε ο Κύριος, «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ’ 4). Κι αλλού πάλι είπε ο ίδιος: «υμείς… λυπηθήσεσθε, αλλ’ η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιωάν. ιστ’ 20) και «ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. στ’ 25).

Όταν ο αμαρτωλός συνειδητοποίησε πως ο Αβραάμ απάντησε δίκαια στην πρώτη του ερώτηση, επανήλθε με μιαν άλλη: «Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρεται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. ιστ’ 27, 28). Πώς προκλήθηκε αυτή η ξαφνική συμπάθεια για τους άλλους και το ενδιαφέρον του για τη σωτηρία τους; Δεν ήταν συμπάθεια και έλεος αυτό που ένιωσε, αλλά μάλλον μια προσπάθεια για ένα νοτισμένο ακροδάχτυλο, ώστε να ελαφρώσει τα βάσανά του. Αποκάλυψε έτσι μιαν άλλη αμαρτία του: τον σκανδαλισμό των άλλων. Βρισκόταν στην κόλαση όχι μόνο επειδή φέρθηκε άσπλαχνα στο Λάζαρο, αλλ’ επειδή με τον ελαφρόμυαλο βίο του είχε δώσει κακό παράδειγμα στ’ αδέρφια του, οδηγώντας τα έτσι στην καταστροφή και τον όλεθρο κι ανοίγοντας και γι’ αυτά το δρόμο προς την κόλαση. Ο σκανδαλισμός των άλλων είναι μεγάλη αμαρτία. Το να γλιστράει κάποιος και να τραβά ταυτόχρονα κι άλλους μαζί του αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, απ’ ότι όταν γλιστράει κανείς και πέφτει μόνος του. Ακούστε τα φοβερά λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για εκείνους που γίνονται αιτία σκανδαλισμού: «Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτού και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων» (Λουκ. ιζ’ 2). Φαίνεται πως τ’ αδέρφια του πλούσιου μάλλον ήταν μικρότερα από τον ίδιον, γι’ αυτό κι ήθελε να πάει ο Λάζαρος κοντά του και να συγχωρήσει εκείνον πρώτα και μετά να εκθέσει την αμαρτία του στ’ αδέρφια του. Τότε οι φλόγες θα ήταν ηπιότερες και τα κολαστήρια ελαφρύτερα. Η έκκληση αυτή που έκανε στον Αβραάμ δεν αφορούσε τόσο τ’ αδέρφια του, όσο τον ίδιο τον εαυτό του.

«Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν· είπε δε αυτώ· ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’ 29-31). Ο Αβραάμ δεν μπορούσε ούτε και στη δεύτερη παράκληση του πλούσιου ν’ ανταποκριθεί. Κι έδωσε καθαρές και πειστικές δικαιολογίες γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε να ξαναγυρίσει ο Λάζαρος στον κόσμο και να προειδοποιήσει τους ανθρώπους τι τους περιμένει μετά το θάνατό τους, αφού ο Μωυσής κι οι προφήτες είχαν πει όλα όσα έπρεπε να κάνουν για να σωθούν; Χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι σώθηκαν όχι από μαρτυρίες νεκρών, αλλά ζωντανών. Όταν λοιπόν τόσες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν ακούγοντας το Μωυσή και τους προφήτες, έτσι μπορούν να σωθούν και τ’ αδέρφια σου.

Μάταια προσπάθησε πάλι ο πλούσιος να επαναλάβει την έκκλησή του, ενισχύοντάς την με τα λόγια: εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Ο Αβραάμ απέρριψε πάλι το αίτημά του με καθαρά επιχειρήματα. Τι θα τους ωφελούσε η παρουσία κι η μαρτυρία του Λάζαρου, αν δεν άκουγαν το Μωυσή και τους προφήτες; Ο Μωυσής, ο Ησαΐας κι ο Ηλίας δεν είδαν το Θεό και μίλησαν στους ανθρώπους στο όνομά Του; Αν λοιπόν τ’ αδέρφια του δεν άκουσαν και δεν πίστεψαν αυτούς, πως θα πίστευαν στο Λάζαρο αν εμφανιζόταν μπροστά τους; Πρώτ’ απ’ όλα ποιος ήταν ο Λάζαρος; Ένας άνθρωπος που δεν τους ενδιέφερε καθόλου όσο ζούσε, όπως δεν ενδιέφερε και τον αδερφό τους. Έπειτα, μάλλον δε θα είχαν ακούσει καθόλου για το θάνατο του Λάζαρου. Όταν είχαν δει το πρόσωπό του καλυμμένο από έλκη, θα τον αναγνώριζαν τώρα που θα τους παρουσιαζόταν με δόξα, να αστράφτει σαν άγγελος; Πότε είχαν ακούσει τη φωνή του, για να την αναγνωρίσουν τώρα; Πότε είχαν ακούσει την ιστορία της ταλαίπωρης ζωής του, για να την ξέρουν τώρα; Δε θά ‘λεγαν ότι «αυτό είναι οπτασία» ή «φάντασμα» ή «οφθαλμαπάτη»; Τι ωφέλησε τον Σαούλ η εμφάνιση του Σαμουήλ «εκ νεκρών» (Α’ Βασ. κη’ 11-14);

***

Η απάντηση του Αβραάμ δεν βοήθησε καθόλου τον αμαρτωλό στην κόλαση. Θα μπορούσε σήμερα βέβαια να βοηθήσει εκείνους που επικαλούνται τα πνεύματα των νεκρών για ν’ ανακαλύψουν τα μυστήρια του ουρανού, με το πρόσχημα πως αυτό ενδεχομένως θα ενίσχυε την πίστη τους. Δεν υπάρχει πραγματικά καλλίτερος τρόπος να κάνεις έναν άνθρωπο παρανοϊκό και να τον στείλεις στην κόλαση. Ο πνευματισμός είναι πτήση από το φως στο σκοτάδι, η αναζήτηση του φωτός μέσα στο βαθύ σκότος. Εκείνοι που επικαλούνται τα πνεύματα για να βρουν την αλήθεια, φανερώνουν καθαρά πως δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού. Πώς λογικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν στα πνεύματα των θείων και των γειτόνων τους, όταν κανένας δεν ξέρει αν τα πνεύματα είναι πραγματικά των ανθρώπων που επικαλούνται; Κι οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν στην αλήθεια του παντοδύναμου Θεού. Πώς μπορούν οι θείες κι οι γείτονες, τα μέντιουμ κι οι μάγοι, να βεβαιώσουν τα λόγια τους; Ο Χριστός βεβαίωσε τα λόγια Του με το Αίμα Του, καθώς και με το αίμα αμέτρητων χιλιάδων πιστών αντρών και γυναικών, που το έδωσαν για το λόγο Του. Οι Ιουδαίοι όχι μόνο είδαν την ψυχή του αναστημένου Λάζαρου, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, μα είδαν και το σώμα του. Και όμως όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά γύρευαν να θανατώσουν το Λάζαρο, για να μην μαρτυρήσει την αλήθεια (βλ. Ιωάν. ι’ 11). Οι Ιουδαίοι είχαν δει και την κόρη του Ιαείρου ν’ ανασταίνεται, όπως και το γιο της χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν;

Οι Ιουδαίοι είδαν πολλούς από τους νεκρούς τους να βγαίνουν από τους τάφους τους στην Ανάσταση του Χριστού. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν; Τελικά αναγνώρισαν το ακαταμάχητο και αδιάσειστο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, αντί όμως να πιστέψουν, εκείνοι δωροδόκησαν τους φύλακες για να κρύψουν την αλήθεια και ν’ αναφέρουν ψέματα. Δεν είναι αρκετά αυτά για να μας κάνουν να πιστέψουμε; Αν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες από τους νεκρούς, έχουμε τον Αβραάμ, το Λάζαρο και τον αμαρτωλό πλούσιο. Έχουμε εδώ μαρτυρίες από τον παράδεισο κι από την κόλαση, μαρτυρίες που επιβεβαιώνει όχι κάποιο πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Όποιος από μας κι αν έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον παράδεισο και την κόλαση κι άκουγε τη συνομιλία του Αβραάμ με τον άσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει τα μάτια και τ’ αυτιά του, όσο με το γεγονός ότι αυτά τα πιστοποιεί ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει όλα τα μυστήρια. Είχε δει κι είχε ακούσει όλα όσα διηγήθηκε σ’ εμάς με την παραβολή Του. Και τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια. Αν την είχαμε δει μόνοι μας, ίσως και ν’ αμφιβάλαμε, να νομίζαμε πως πρόκειται για κάποια οπτασία, παραίσθηση. Εκείνος όμως είδε και άκουσε. Δεν μπορούσε ούτε ν’ απατήσει ούτε ν’ απατηθεί.

Αδελφοί μου! Δεν μπορούμε παρά να πιστεύουμε περισσότερο Εκείνον, παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Το ζητάει αυτό από μας. Είναι η πρώτη απαίτησή Του στο ευαγγέλιο, το να πιστέψουμε δηλαδή περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό μας. Να τον πιστέψουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είτε ζωντανός είναι αυτός είτε νεκρός. Το ίδιο δε γίνεται με τον οδηγό σ’ ένα ταξίδι και στους ταξιδιώτες που τον ακολουθούν; Δεν απαιτεί κι αυτός να τον ακολουθούν οι ταξιδιώτες και να μην αναζητούν με το άπειρο μάτι τους να βρουν δικό τους δρόμο; Διαφορετικά εκείνοι θ’ ακολουθήσουν λάθος οδηγό που, για δικούς του λόγους, θα ισχυριστεί πως ξέρει κάποιο συντομότερο κι ευκολότερο δρόμο. Ο Χριστός είναι ο Οδηγός στο δρόμο προς τη Βασιλεία Του, στο δρόμο που κανένας άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο Εκείνος. Πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό περισσότερο απ’ ό,τι στα δικά μας πλανεμένα μάτια κι αυτιά και στη δική μας ολέθρια αντίληψη. Εκείνος, για να μην πλανηθούμε από διάφορα ύποπτα πνεύματα και οπτασίες, άνοιξε για χάρη μας τον παράδεισο και την κόλαση. Έδωσε την άδεια στους νεκρούς να μας πληροφορήσουν τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Κι αυτό έγινε μπροστά Του, ώστε να βεβαιωθούμε για την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον άλλο κόσμο. Άφησε τους νεκρούς να μας φανερώσουν μόνο την αλήθεια που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε, ώστε να μη μιμηθούμε την ασπλαχνία του πλούσιου, αλλά την υπομονή του Λάζαρου, την πίστη και την ελπίδα του. Να μη λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά να βλέπουμε όλα όσα έχουμε σαν δάνειο από το Θεό για τη σωτηρία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Πηγή κειμένου : alopsis.gr

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Η Πτώση των Πρωτοπλάστων

Η πτώση των πρωτοπλάστων, αποτελεί το κεντρικό δράμα της ανθρώπινης ιστορίας, το οποίο δεν περιγράφεται ως μια απλή παράβαση ενός νομικού κανόνα, αλλά ως μια υπαρξιακή αποτυχία και μια ρήξη στη σχέση ζωής του ανθρώπου με τον Θεό.Ο άνθρωπος πλάστηκε από «χώμα της γης» (υλική φύση) και δέχτηκε το «θείο εμφύσημα» (πνευματική φύση), αποτελώντας μια αδιάσπαστη ψυχοσωματική ενότητα. Τοποθετήθηκε στον Παράδεισο ως «βασιλιάς και ιερέας», με αποστολή να εργάζεται και να φυλάσσει τη δημιουργία, προσφέροντάς την ως «Ευχαριστία» στον Δημιουργό. Ο Θεός έδωσε την εντολή να μη φάνε από το «δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού». Η εντολή αυτή δεν είχε σκοπό να στερήσει τη γνώση, αλλά λειτούργησε ως άσκηση ελευθερίας. Σκοπός ήταν ο άνθρωπος να φτάσει στο «καθ' ομοίωσιν» (τη θέωση) μέσα από μια σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης, και όχι με τρόπο εγωιστικό και αυτόνομο.

Το φίδι (σύμβολο του διαβόλου) παρουσίασε τον Θεό ως «ανταγωνιστή» και «αστυνόμο» που φοβάται την εξέλιξη του ανθρώπου. Υποσχέθηκε στους πρωτοπλάστους ότι αν φάνε τον καρπό, «θα γίνουν σαν θεοί» στηριζόμενοι αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις. Αυτό οδήγησε τον άνθρωπο να κατασκευάσει μια ψεύτικη εικόνα για τον Θεό, βλέποντάς Τον ως τιμωρό αντί για στοργικό Πατέρα.Η αμαρτία στην Ορθόδοξη παράδοση ορίζεται ως «αστοχία», δηλαδή η αποτυχία του ανθρώπου να παραμείνει συνδεδεμένος με την πηγή της Ζωής.Ο Αδάμ και η Εύα επέλεξαν να ζήσουν «χωρίς» τον Θεό, πιστεύοντας ότι η ευτυχία βρίσκεται στην αυτοθεοποίηση. Αυτή η ελεύθερη επιλογή διέκοψε τη ροή της θείας χάριτος, οδηγώντας στον πνευματικό θάνατο.

Μόλις δοκίμασαν τον καρπό, «άνοιξαν τα μάτια τους» και κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί. Η γυμνότητα αυτή συμβολίζει την απώλεια της θείας χάριτος, την ανασφάλεια και την ενοχή.Στο άκουσμα των βημάτων του Θεού, αντί να ζητήσουν συγχώρηση, προσπάθησαν να κρυφτούν. Το ερώτημα του Θεού «Αδάμ, πού είσαι;» δεν ήταν ερώτημα γνώσης, αλλά μια πρόσκληση σε μετάνοια, ώστε ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει την εσωτερική του κατάντια.Ο Αδάμ κατηγόρησε τη γυναίκα (και έμμεσα τον Θεό που του την έδωσε) και η Εύα κατηγόρησε το φίδι. Αυτή η στάση δείχνει τη διάσπαση των σχέσεων και την άνοδο του εγωισμού.

Η πτώση δεν έπληξε μόνο το άτομο, αλλά ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και την κτίση.Θάνατος: Ο θάνατος (πνευματικός και σωματικός) εισήλθε ως συνέπεια της αποκοπής από τη Ζωή και όχι ως τιμωρία. Η ισότητα των φύλων μετατράπηκε σε σχέση κυριαρχίας, η τεκνογονία συνδέθηκε με τον πόνο και η εργασία με τον μόχθο και τον ιδρώτα.Η φύση έπαψε να είναι φιλική και άρχισε να «στενάζει» μαζί με τον άνθρωπο.
Ο Θεός έντυσε τους ανθρώπους με «δερμάτινους χιτώνες», οι οποίοι συμβολίζουν τη θνητότητα αλλά και την κηδεμονία Του, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες φθοράς.Η εκδίωξη από την Εδέμ περιγράφεται ως μια πράξη φιλανθρωπίας, ώστε να μην παραμείνει το κακό αθάνατο. Η υπόσχεση ότι το «σπέρμα της γυναίκας» θα νικήσει το φίδι (Γεν 3,15) αποτελεί την πρώτη χαρμόσυνη είδηση ότι ο Μεσσίας (ο Χριστός) θα ανακαινίσει την «πεσμένη εικόνα» και θα επαναφέρει τον άνθρωπο στον Παράδεισο

Τι ρόλο παίζει η ελευθερία στην επίτευξη του «καθ' ομοίωσιν»;

Η ελευθερία, και συγκεκριμένα η ελεύθερη βούληση (το αυτεξούσιο), αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα και την απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη του «καθ' ομοίωσιν», δηλαδή του τελικού προορισμού του ανθρώπου που είναι η θέωση.
Ενώ το «κατ' εικόνα» (το λογικό και το αυτεξούσιο) είναι ένα δώρο που δόθηκε στον άνθρωπο από την κτίση του, το «καθ' ομοίωσιν» δεν είναι δεδομένο αλλά κατορθώνεται.
 Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, το «καθ' ομοίωσιν» το επιτυγχάνει ο άνθρωπος με την προσωπική του προαίρεση. Η ομοίωση με τον Θεό επιτυγχάνεται μέσω της αρετής και της αγάπης. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει ότι η αρετή απαιτεί ελεύθερη επιλογή, διότι «αυτό που γίνεται με τη βία δεν είναι αρετή». 
Συνεπώς, η πνευματική πρόοδος έχει αξία μόνο όταν είναι καρπός συνειδητής και ελεύθερης απόφασης.Η σωτηρία και η θέωση δεν επιβάλλονται από τον Θεό, αλλά είναι αποτέλεσμα συνεργασίας της θείας χάριτος και της ανθρώπινης θέλησης. Ο Θεός σέβεται απόλυτα την ελευθερία του ανθρώπου και «περιμένει» την εθελοντική του ανταπόκριση, όπως συνέβη στην περίπτωση της Παναγίας κατά τον Ευαγγελισμό.Η ελευθερία δεν ταυτίζεται με την ασυδοσία, αλλά με τη δυνατότητα του ανθρώπου να υπερβεί τον εγωιστικό του εαυτό και τα πάθη του. 
Μέσα από την άσκηση και την αγάπη, ο άνθρωπος ελευθερώνεται από τη δουλεία της φθοράς και του θανάτου, προχωρώντας προς την αυθεντική ύπαρξη και την ομοίωση με τον Δημιουργό του. Η κατοχή του αυτεξουσίου ενέχει και το ρίσκο της αποτυχίας. Ο άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την ελευθερία του για να επιδιώξει μια εγωιστική αυτοθέωση (όπως συνέβη στην Πτώση), διακόπτοντας τη σχέση του με την πηγή της ζωής.
Συμπερασματικά, η ελευθερία είναι το «εργαλείο» με το οποίο ο άνθρωπος μεταμορφώνει τη στατική «εικόνα» που του δωρήθηκε σε δυναμική «ομοίωση», καθιστώντας τον συνδημιουργό της δικής του σωτηρίας

Η δημιουργία του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν»

Η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας για τη δημιουργία του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» αποτελεί το θεμέλιο της χριστιανικής ανθρωπολογίας και προσδιορίζει το νόημα και τον σκοπό της ανθρώπινης ζωής.

Το «κατ' εικόνα» αναφέρεται στα πνευματικά εκείνα χαρίσματα που δωρήθηκαν στον άνθρωπο από τη στιγμή της δημιουργίας του και τον διαφοροποιούν από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.
Βασικά Χαρακτηριστικά: Περιλαμβάνει το λογικό (τη νόηση), το αυτεξούσιο (την ελεύθερη βούληση), τη συνείδηση, την ηθική υπευθυνότητα και την αγαπητική δύναμη.
Η Έννοια του Προσώπου: Μέσω του «κατ' εικόνα», ο άνθρωπος καθίσταται πρόσωπο, δηλαδή μια μοναδική ύπαρξη ικανή να κοινωνεί ελεύθερα με τον Θεό και τους άλλους ανθρώπους.Πνευματική Συγγένεια: Δηλώνει ότι ο άνθρωπος είναι «γένος» και συγγενής του Θεού, έχοντας μέσα του την «πνοή ζωής» (θείο εμφύσημα).Ισοτιμία: Τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα πλάστηκαν εξίσου «κατ' εικόνα», γεγονός που θεμελιώνει την απόλυτη ισοτιμία τους.

Το «καθ' ομοίωσιν» (Ο προορισμός του ανθρώπου)
Ενώ το «κατ' εικόνα» είναι ένα δώρο που κατέχει ο άνθρωπος από την αρχή, το «καθ' ομοίωσιν» είναι ο τελικός στόχος και η πνευματική πορεία της ζωής του.
Ορισμός: Είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να μοιάσει στον Θεό μέσω της αρετής και της χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Θέωση: Η ολοκλήρωση του «καθ' ομοίωσιν» ταυτίζεται με τη θέωση, δηλαδή την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό, ώστε να γίνει «θεός κατά χάριν».
Δυναμικός Χαρακτήρας: Οι Πατέρες τονίζουν ότι το «κατ' εικόνα» το έχουμε από τη φύση μας (στατικό), ενώ το «καθ' ομοίωσιν» το κατορθώνουμε με την ελεύθερη προαίρεση και τον αγώνα μας (δυναμικό).

Η Σχέση των δύο εννοιών και ο ρόλος του Χριστού

 Η «εικόνα» είναι η δύναμη που δίνεται στον άνθρωπο για να ξεκινήσει το ταξίδι του, ενώ η «ομοίωση» είναι το τέρμα αυτού του ταξιδιού.
Με την πτώση, ο άνθρωπος έχασε την «ομοιότητα» και η «εικόνα» του Θεού μέσα του ρυπώθηκε και αμαυρώθηκε, χωρίς όμως να καταστραφεί ολοσχερώς.
Ο Χριστός είναι η αληθινή και τέλεια εικόνα του Θεού. Με την Ενανθρώπησή Του, φανέρωσε το «αρχέτυπον κάλλος» της εικόνας και έδωσε ξανά στον άνθρωπο τη δυνατότητα να επιτύχει την ομοίωση.
Ο άνθρωπος καλείται να λειτουργεί ως βασιλεύς και ιερέας της κτίσης, προσφέροντας τον κόσμο και τον εαυτό του με ευχαριστία στον Θεό, ανακαινίζοντας έτσι την εικόνα του.
Συνοπτικά, το «κατ' εικόνα» δηλώνει τη φύση και τις δυνατότητες του ανθρώπου, ενώ το «καθ' ομοίωσιν» δηλώνει την κλήση του να υπερβεί τη θνητότητά του και να γίνει μέτοχος της θείας ζωής

Ο Πάγκαλος Ιωσήφ

Η ιστορία του Ιωσήφ του Πάγκαλου (δηλαδή του πανέμορφου στο σώμα και την ψυχή), είναι μια πορεία από τον φθόνο και τη σκλαβιά στη δόξα και τη συγχώρηση.

Η Ιστορία του Ιωσήφ


Ο Ιακώβ είχε δώδεκα γιους, αλλά αγαπούσε περισσότερο τον Ιωσήφ, τον οποίο απέκτησε στα γηρατειά του. Η προτίμηση αυτή φάνηκε όταν του χάρισε έναν πολύχρωμο χιτώνα, γεγονός που έκανε τα αδέλφια του να τον μισήσουν. Το μίσος μεγάλωσε όταν ο Ιωσήφ διηγήθηκε δύο όνειρα: στο πρώτο, τα δεμάτια των αδελφών του προσκυνούσαν το δικό του, και στο δεύτερο, ο ήλιος, το φεγγάρι και έντεκα αστέρια τον προσκυνούσαν.

Μια μέρα που ο Ιωσήφ συνάντησε τα αδέλφια του στους αγρούς, εκείνα σχεδίασαν να τον σκοτώσουν. Με παρέμβαση του Ρουβήν τον έριξαν σε ένα ξεροπήγαδο, ενώ τελικά, μετά από πρόταση του Ιούδα, τον πούλησαν σε εμπόρους για είκοσι χρυσά νομίσματα. Για να ξεγελάσουν τον πατέρα τους, έβαψαν τον χιτώνα του με αίμα κατσικιού, κάνοντάς τον να πιστέψει ότι ο Ιωσήφ κατασπαράχθηκε από θηρίο.

 Οι έμποροι πούλησαν τον Ιωσήφ στον άρχοντα Πετεφρή. Εκεί φυλακίστηκε άδικα επειδή αρνήθηκε να υποκύψει στις προκλήσεις μιας «απόλαυσης της στιγμής». Η ζωή του άλλαξε όταν ο Φαραώ είδε ένα όνειρο με εφτά παχιές αγελάδες που τις έφαγαν εφτά αδύνατες. Ο Ιωσήφ εξήγησε ότι το όνειρο προμήνυε εφτά χρόνια αφθονίας και εφτά χρόνια πείνας. Ο Φαραώ εντυπωσιάστηκε και τον έχρισε κυβερνήτη και «υπουργό οικονομικών» όλης της Αιγύπτου.

 Όταν η πείνα έπληξε τη Χαναάν, τα αδέλφια του ήρθαν στην Αίγυπτο για σιτάρι. Μετά από κάποια τεχνάσματα για να δει αν είχαν αλλάξει χαρακτήρα, ο Ιωσήφ αποκαλύφθηκε κλαίγοντας και τους συγχώρεσε, λέγοντάς τους ότι ο Θεός τον έστειλε εκεί για να τους σώσει. Τελικά, ο γέροντας Ιακώβ με όλη την οικογένεια (75 άτομα) εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο.

Το Δίδαγμα της Ιστορίας

Το κεντρικό μήνυμα είναι η έμπρακτη συγχώρηση. Ο Ιωσήφ δεν εκδικήθηκε τα αδέλφια του, αλλά ανταπέδωσε το κακό με αγάπη και φροντίδα.


 Η ιστορία διδάσκει ότι ο Θεός λειτουργεί «κρυφά» μέσα από τα γεγονότα της ζωής, μεταμορφώνοντας ακόμα και τις δοκιμασίες σε ευλογίες για τη σωτηρία των ανθρώπων.

 Η άρνηση του Ιωσήφ να αμαρτήσει, παρά το προσωπικό κόστος της φυλάκισης, αναδεικνύει την αξία της εμμονής στις αρχές και την πνευματική ωραιότητα.

 Η Εκκλησία βλέπει στη ζωή του μια προεικόνιση του Χριστού. Όπως ο Ιωσήφ φθονήθηκε από τα αδέλφια του, , υπέφερε άδικα και τελικά δοξάστηκε σώζοντας τον λαό του, έτσι και ο Χριστός φθονήθηκε από τους αρχιερείς, σταυρώθηκε και δοξάστηκε με την Ανάσταση, χαρίζοντας τη σωτηρία στην ανθρωπότητα υπέφερε άδικα και τελικά δοξάστηκε σώζοντας τον λαό του, έτσι και ο Χριστός φθονήθηκε από τους αρχιερείς, σταυρώθηκε και δοξάστηκε με την Ανάσταση, χαρίζοντας τη σωτηρία στην ανθρωπότητα

 


Ο Ακάθιστος Ύμνος

Ο Ακάθιστος Ύμνος (ή οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου) αποτελεί έναν από τους πιο αγαπημένους και σημαντικούς ύμνους της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αφιερωμένο στην Παναγία. Είναι ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας που συνδυάζει την ιστορική μνήμη με τη βαθιά θεολογία της Ενανθρώπησης.

Ακολουθούν οι βασικές πληροφορίες για τον Ύμνο:

1. Τι θυμόμαστε (Το ιστορικό θαύμα)

Η πολιορκία της Πόλης: Το 626 μ.Χ. (ή κατά άλλους το 620 μ.Χ.), η Κωνσταντινούπολη βρέθηκε σε δεινή θέση, καθώς πολιορκήθηκε από ξηρά και θάλασσα από τους Πέρσες και τους Αβάρους, ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος έλειπε σε εκστρατεία.
Η σωτηρία: Ο Πατριάρχης Σέργιος και ο πρωθυπουργός Βώνος οργάνωσαν την άμυνα, στηρίζοντας τις ελπίδες τους στην Παναγία. Σύμφωνα με την παράδοση, ένας φοβερός ανεμοστρόβιλος ξέσπασε ξαφνικά, καταποντίζοντας τον εχθρικό στόλο και αναγκάζοντας τους πολιορκητές σε φυγή.
Η ονομασία «Ακάθιστος»: Το βράδυ της νίκης, ο λαός συγκεντρώθηκε στον ναό της Παναγίας των Βλαχερνών για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Έψαλαν τον ύμνο στην Παναγία όρθιοι όλη τη νύχτα, και επειδή κανείς δεν κάθισε, ονομάστηκε «Ακάθιστος».

2. Τι ψάλλουμε (Περιεχόμενο και Ύμνοι)

Οι Χαιρετισμοί: Ο ύμνος ονομάζεται και «Χαιρετισμοί» επειδή οι πιστοί απευθύνονται στην Παναγία με τη λέξη «Χαίρε», επαναλαμβάνοντας τον χαιρετισμό του αρχαγγέλου Γαβριήλ κατά τον Ευαγγελισμό.
Το Κοντάκιο: Ανήκει στο είδος του «Κοντακίου» και αποτελείται από το προοίμιο «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια» και 24 στροφές που ονομάζονται Οίκοι.
Τα Εφύμνια: Κάθε οίκος τελειώνει με μια σταθερή φράση. Οι περιττοί οίκοι (Α, Γ, Ε...) καταλήγουν στο «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε», ενώ οι άρτιοι (Β, Δ, Ζ...) στο «Αλληλούια».
Θεολογικά νοήματα: Ο ύμνος υμνεί το μυστήριο της σάρκωσης του Χριστού και την καθοριστική συμβολή της Παναγίας στη σωτηρία του ανθρώπινου γένους. Περιλαμβάνει πλήθος προσωνυμίων για τη Θεοτόκο, όπως «Ρόδον το Αμάραντον», «Κλίμαξ», «Σκέπη» και «Καταφυγή».

3. Πότε τελείται (Λατρευτική χρήση)

Περίοδος Σαρακοστής: Ο Ακάθιστος Ύμνος ψάλλεται το βράδυ κάθε Παρασκευής κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Τμηματική και Ολόκληρη ψαλμωδία: Τις πρώτες τέσσερις Παρασκευές ψάλλεται τμηματικά (ανά 6 οίκους, οι λεγόμενες «Στάσεις»), ενώ την πέμπτη Παρασκευή ψάλλεται ολόκληρο το Κοντάκιο.
Μικρό Απόδειπνο: Είναι ενταγμένος στην ακολουθία του Μικρού Αποδείπνου, ενώ στα μοναστήρια συνηθίζεται να διαβάζεται καθημερινά.

4. Η Δομή και ο Δημιουργός

Ακροστιχίδα: Οι 24 οίκοι είναι διατεταγμένοι με αλφαβητική σειρά, έτσι ώστε η πρώτη λέξη κάθε στροφής να ξεκινά με ένα γράμμα της αλφαβήτου, από το Α έως το Ω.
Ο ποιητής: Αν και ο υμνογράφος παραμένει επίσημα άγνωστος, η παράδοση και πολλοί ερευνητές αποδίδουν τον ύμνο στον Άγιο Ρωμανό τον Μελωδό (6ος αιώνας)

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Οι σπανιότερες εικόνες της Υπεραγίας Θεοτόκου



Η παρουσία της Παναγίας στο Άγιον Όρος είναι διαρκής και αδιαμφισβήτητη. Η χάρη της γίνεται αισθητή από τους αγιορείτες μοναχούς, που την τιμούν ως προστάδιδά τους, αλλά και από όλους όσους στρέφονται σε αυτή, ζητώντας τη στήριξη και τη βοήθειά της. Το ιερό της πρόσωπο διαπερνά την ύπαρξή μας, μας εμπνέει, μας παρηγορεί και μας διαπαιδαγωγεί, άλλοτε άμεσα, με τη φανέρωσή της, και άλλοτε μέσω των ιερών της εικόνων.
Τα προσωνύμια που της έχουν αποδοθεί είναι αναρίθμητα, όπως αναρίθμητες είναι και οι εικόνες της. Αν και οι περισσότερες είναι αρκετά γνωστές, εντούτοις υπάρχουν ορισμένες σπάνιες αναπαραστάσεις που συχνά ξενίζουν και προκαλούν τον θαυμασμό των πιστών.


Η εικόνα της Παναγίας Εγκυμονούσας είναι ελάχιστα γνωστή. Μάλιστα, πολλοί θεολόγοι υποστηρίζουν πως πρόκειται για μια αιρετική αναπαράσταση, καθώς ο τύπος της αποκλίνει από όλες τις γνωστές αναπαραστάσεις της Θεοτόκου. Ωστόσο, παρόμοια έργα συναντώνται στη βυζαντινή τέχνη από τον 11ο αιώνα και μετά. Το Θείο Βρέφος απεικονίζεται συνήθως μέσα σε ένα στρογγυλό μενταγιόν, στο ύψος του στήθους της Θεοτόκου, συμβολίζοντας έτσι τον λόγο του Θεού που ενσαρκώθηκε στην κοιλιά της της Θεομήτορος. Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η εικόνα της Παναγίας Εγκυμονούσας βοηθά όλες τις έγκυες γυναίκες, καθώς και τα ζευγάρια που προσπαθούν να αποκτήσουν παιδιά. Μία από τις ελάχιστες εικόνες που ακολουθούν τον συγκεκριμένο τύπο βρίσκεται στην πόλη της Κατερίνης, στην εκκλησία του Αγίου Στυλιανού.


Εικόνα της Παναγίας Γοργόνας Η συγκεκριμένη αναπαράσταση της Υπεραγίας Θεοτόκου απαντάται αρκετά συχνά στον ελλαδικό χώρο. Ωστόσο, πιστοί από άλλες χώρες ή και περιοχές εκτός της νησιωτικής Ελλάδας, μένουν έκπληκτοι μπροστά στην αναπαράσταση της Παναγίας ως γοργόνας.Η ιδιαίτερη εντύπωση που προκαλεί η αναπαράσταση οδήγησε τον Έλληνα ποιητή Μυριβήλη να γράψει με μεγάλο θαυμασμό για την ασυνήθιστη εικόνα, που είναι εμπνευσμένη από τοιχογραφία του παρεκκλησίου της Παναγίας στο νησί της Λέσβου.

Σύμφωνα με τον τύπο της Παναγίας Γοργόνας, η Θεοτόκος αναπαρίσταται από τη μέση και πάνω με ανθρώπινη μορφή, ενώ από τη μέση και κάτω το σώμα της αποκτά ουρά ψαριού, όπως ακριβώς στις γοργόνες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας.

Η ερμηνεία της εμφάνισης της αναπαράστασης αυτής σχετίζεται πιθανόν με το γεγονός πως το παρεκκλήσι της Παναγίας στη Λέσβο βρίσκεται κοντά σε ένα ψαροχώρι. Οι κάτοικοι της περιοχής είναι πιθανό να ένωσαν, με τον ιδιότυπο αυτό τρόπο, την ορθόδοξη πίστη με την τοπική προφορική τους παράδοση.
Τα πρώτα βήματα του Χριστού


Η παλαιότερη απεικόνιση της θεματικής αυτής εντοπίζεται στον 17ο αιώνα και είναι τοποθετημένη στην Ιερά Μονή Λειμώνος, στο νησί της Λέσβου. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως ο Ιησούς Χριστός απεικονίζεται σε ηλικία 2-3 ετών και όχι ως βρέφος ή πολύ μικρό παιδί που κάνει τα πρώτα του βήματα. Απλώνει τα χέρια του προς την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία ανοίγει με χαρά την αγκαλιά της.

Μια πιθανή εξήγηση για την προέλευση της συγκεκριμένης απεικόνισης, είναι η αναφορά του απόκρυφου Ευαγγελίου του Ιακώβου στην πρώιμη παιδική ηλικία της ίδιας της Μητέρας του Θεού, καθώς και στα επτά πρώτα της βήματα. Πιθανόν, η αφήγηση αυτή να ενέπνευσε μια αντίστοιχη αναπαράσταση της παιδικής ηλικίας του Ιησού Χριστού.


Εικόνα της Παναγίας που γνέθει

Πρόκειται για αναπαράσταση κατά την οποία η Θεοτόκος γνέθει με νήματα, ενώ παράλληλα νανουρίζει το Θείο Βρέφος που ξαπλώνει στην κούνια μπροστά από τα πόδια της. Είναι μια δυτικότροπη αναπαράσταση, η οποία ωστόσο απαντάται και σε ανάλογα βυζαντινά έργα.

Η εικόνα θεωρείται σπάνια, εξαιτίας του ανθρωποκεντρικού της χαρακτήρα. Η Παναγία αποδίδεται ως θνητή γυναίκα που επιδίδεται σε ανάλογες καθημερινές εργασίες. Πλέκει για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα ενδύματα, ενώ παράλληλα φροντίζει το παιδί της, που κοιμάται δίπλα της.

Ανάλογες αναπαραστάσεις της Θεοτόκου που γνέθει απαντώνται κατά κανόνα σε σκηνές του Ευαγγελισμού, όπου η Παρθένος απεικονίζεται μαζί με τον Αρχάγγελο Γαβριήλ.

Η σκηνή αυτή έχει ένα δεύτερο, συμβολικό νόημα το οποίο αποκαλύπτεται στον Μεγάλο Κανόνα του Αγίου Ανδρέα Κρήτης:


«Ὡς ἐκ βαφῆς ἁλουργίδος, Ἄχραντε, ἡ νοητὴ πορφυρὶς τοῦ Ἐμμανουὴλ ἔνδον ἐν τῇ γαστρί σου ἡ σὰρξ συνεξυφάνθη· ὅθεν Θεοτόκον ἐν ἀληθείᾳ σὲ τιμῶμεν.».






Η Μητέρα του Θεού «έπλεξε» το Θείο Βρέφος με το τίμιο αίμα της. Αυτό καθιστά την απεικόνιση ακόμη πιο σπουδαία, καθώς δεν αποδίδει εικαστικά τη στιγμή του Ευαγγελισμού, ούτε και μια συμβολική ερμηνεία της φύσης του Θείου Βρέφους, αλλά τον ήδη γεννημένο, ενσαρκωμένο Λόγο, ξαπλωμένο στην κούνια κάτω από τη σκέπη της Υπεραγίας Μητρός του.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, ακόμη, η τοποθεσία της εικόνας. Το συγκεκριμένο έργο βρίσκεται στην Αίγυπτο. Αν και ο αιγυπτιακός πολιτισμός μοιάζει σήμερα πολύ μακρινός, εντούτοις δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η χώρα αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με τις Γραφές. Εκεί κατέφυγε η Παναγία και ο Ιωσήφ, προσπαθώντας να διαφύγουν από τον βασιλιά Ηρώδη, όταν εκείνος διέταξε την εξόντωση όλων των νηπίων. Επιπλέον, στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει πλήθος αναφορών στον ρόλο της χώρας της Αιγύπτου, που σχετίζεται με τη ζωή του μελλοντικού Σωτήρα:

«Ιδού Κύριος κάθηται ἐπὶ νεφέλης κούφης καὶ ἥξει εἰς Αἴγυπτον, καὶ σεισθήσεται τὰ χειροποίητα Αἰγύπτου ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, καὶ ἡ καρδία αὐτῶν ἡττηθήσεται ἐν αὐτοῖς.». (Ησαΐας 19:1)

«…καὶ γνωστὸς ἔσται Κύριος τοῖς Αἰγυπτίοις, καὶ γνώσονται οἱ Αἰγύπτιοι τὸν Κύριον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ καὶ ποιήσουσι θυσίας καὶ εὔξονται εὐχὰς τῷ Κυρίῳ καὶ ἀποδώσουσι.». (Ησαΐας 19:21)

Ακόμη, το Ευαγγέλιο του Ματθαίου αναφέρει:

«Ἀναχωρησάντων δὲ αὐτῶν ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ Ἰωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ Ἡρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. Ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον…» (2:13-14)

Η εικόνα είναι τοποθετημένη στο πατριαρχικό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Κάιρο, όπου και είχε καταφύγει ο Ιησούς.


Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στη γειτονιά του παλιού Καΐρου. Με την πάροδο των χρόνων, τα τείχη στέγασαν το μοναστήρι, το νοσοκομείο, το ορφανοτροφείο για τα φτωχά παιδιά, το γηροκομείο, το σχολείο και το νεκροταφείο. Μεταξύ άλλων, η μονή υπέστη μια τρομερή πυρκαγιά, η οποία προκάλεσε ανεπανόρθωτες ζημιές στα κτήρια. Το 1904 ο Πατριάρχης Φώτιος (1900-1925) ανέλαβε τις εργασίες αποκατάστασης.

Αναμφίβολα, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και αρχαιότερα μνημεία του χριστιανισμού, όχι μόνο στην Αίγυπτο, αλλά και σε ολόκληρο τον ορθόδοξο κόσμο. Η πρώτη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε στη θέση αυτή ήδη από τον 4ο αιώνα μ.Χ., ενώ το μοναστήρι ιδρύθηκε περίπου 100 χρόνια αργότερα, γύρω στο 530 μ.Χ.


Η Παναγία του Χάρου από το νησί των Λειψών



Η εικόνα της Παναγίας του Χάρου θεωρείται ιδιαίτερα σπάνια, καθώς αποτελεί τη μόνη αναπαράσταση κατά την οποία η Θεοτόκος δεν κρατάει στα χέρια της το Θείο Βρέφος, αλλά αγκαλιάζει τρυφερά τον σταυρό. Η εικόνα θεωρείται προστάτιδα του ελληνικού νησιού των Λειψών, στα νοτιοανατολικά της χώρας.


Η Παναγία του Χάρου πήρε το όνομά της από τον σταυρό που φέρει στην αγκαλιά της, συγκεκριμένα από το γεγονός ότι ο νεκρός Χριστός στον σταυρό του μαρτυρίου και ο Χάρος σχετίζονται μεταξύ τους εννοιολογικά. Σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογική ερμηνεία, η σταύρωση γέννησε την ελπίδα για σωτηρία, σηματοδότησε την απόκτηση της αιώνιας ζωής, την ανάσταση και τη νίκη επί του θανάτου.

Η εικόνα τιμάται στις 23 Αυγούστου. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα χαρμόσυνο γεγονός που γιορτάζεται σε ολόκληρο το νησί. Από το 1943 η θαυματουργή εικόνα κοσμείται με κρίνα. Τα άνθη τοποθετούνται την άνοιξη, μαραίνονται και ανθίζουν ξανά κατά την ημέρα του εορτασμού, κοσμώντας την εικόνα με την ομορφιά και το άρωμά τους.

Ο θρύλος που σχετίζεται με τα λουλούδια αυτά, αφορά την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού. Το 1943 το κορίτσι πρόσφερε λευκά κρίνα στην εικόνα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θεραπεία που της παραχώρησε η Θεοτόκος. Τα λουλούδια μαράθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο. Ωστόσο, τον Ιούλιο άρχισαν σταδιακά να γεμίζουν εκ νέου με μπουμπούκια. Μέχρι τις 23 Αυγούστου, την ημέρα εορτασμού της εικόνας, το πρόσωπο της Θεοτόκου πλαισιωνόταν από φρέσκους φωτεινούς ανθούς.


Το θαύμα αυτό συνέχισε να επιτελείται ετησίως σε κάθε μεγάλη πανήγυρη της Παναγίας του Χάρου. Αποτελεί ευλογία για κάθε προσκυνητή, που καταφθάνει στο νησί για να δοξάσει τη Θεοτόκο. Είναι ένα αδιάψευστο σημάδι της παρουσίας της Θεομήτορος και μια ακλόνητη απόδειξη προς τον δύσπιστο νου των ανθρώπων, οι οποίοι αδυνατούν να εξηγήσουν το φαινόμενο.

Η θαυματουργή εικόνα φυλάσσεται στο μοναστήρι της Παναγίας στο νησί των Λειψών, ένα χιλιόμετρο από το ομώνυμο χωριό. Τόσο η εικόνα, όσο και το ίδιο το μοναστήρι, χρονολογούνται από το 1600. Η ίδρυση της μονής αποδίδεται σε δύο μοναχούς από την Πάτμο, όπου σύμφωνα με την παράδοση ο Ιωάννης ο Θεολόγος κατέγραψε το Ευαγγέλιο και την Αποκάλυψη.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...