της πόλης.
σύλληψή του. Με “εκκλησιαστική”, λοιπόν, διαταγή, ο Χριστός κλείνεται στη φυλακή. Αργότερα, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής τον επισκέπτεται και του μιλάει. Τον κατηγορεί και του αναγγέλλει την εκτέλεσή του. Ο Χριστός μένει σιωπηλός. Ό,τι ακούγεται μέσα στο κελί, είναι ο μονόλογος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: υπενθυμίζει στον κρατούμενο τον πρώτο από τους τρεις πειρασμούς-ερωτήσεις που είχε υποβάλει κάποτε ο διάβολος στον Χριστό στην έρημο, λίγο πριν αυτός ξεκινήσει το δημόσιο έργο του. Ο διάβολος είχε ζητήσει από τον Χριστό να αποδείξει ότι είναι Υιός του Θεού μετατρέποντας τις πέτρες σε ψωμιά. Ο Χριστός αρνήθηκε να κάνει ένα τέτοιο, “καθ’ υπαγόρευσιν” θαύμα (Ματθ. 4:
1-4).
Βλέπεις αυτές τις πέτρες της άγονης ερήμου; Κάνε τες ψωμιά και οι άνθρωποι θα τρέξουν πίσω σου μ’ ευγνωμοσύνη, σαν υπάκουο κοπάδι, τρέμοντας μήπως πάρεις το χέρι σου και δεν έχουν πια
ψωμί. Εσύ όμως δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία και αρνήθηκες, κρίνοντας πως είναι ασυμβίβαστη με την υπακοή που εξαγοράζεται με ψωμιά... Επαύξησες την ανθρώπινη
ελευθερία, αντί να την περιορίσεις και επέβαλες έτσι για πάντα στον ηθικό άνθρωπο τα μαρτύρια αυτής της ελευθερίας. Ήθελες να σ’ αγαπούν ελεύθερα, να σε ακολουθούν οι άνθρωποι με τη θέλησή τους, καταγοητευμένοι...
σταυρό για να σε πιστέψουμε’. Δεν το ’κανες, γιατί δεν ήθελες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ’ ένα θαύμα. Ήθελες μια πίστη ελεύθερη και όχι υπαγορευμένη από το θαύμα. Χρειαζόσουνα την
ελεύθερη αγάπη και όχι τη δουλική έξαρση ενός τρομοκρατημένου σκλάβου... Δε σε φοβάμαι καθόλου. Κι εγώ πήγα στην έρημο, κι εγώ έζησα με ρίζες και ακρίδες, κι εγώ μακάρισα την ελευθερία που χάρισες στους ανθρώπους... Αλλά συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω μια υπόθεση παράλογη. Γύρισα πίσω κι ενώθηκα με εκείνους που διόρθωσαν το έργο σου...
Φ. Ντοστογιέφσκι. Αδελφοί Καραμαζώφ (μτφρ. Σ. Π.), Σύγχρονες Εκδόσεις, σελ. 220-229.
Εδώ ο Ντοστογιέφσκι κάνει κάτι πολύ περισσότερο από τη συγγραφή μιας έκθεσης ιδεών. Κάνει ανατομία στην άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης και δείχνει ότι για το Χριστιανισμό η ελευθερία είναι ένα κατόρθωμα - όχι κάτι δεδομένο.
α. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής μέμφεται το Χριστό ότι δε βάσισε το έργο του στο θαύμα. Είναι γεγονός ότι τα Ευαγγέλια προτιμούν να ονομάζουν τα έργα του Χριστού “δυνάμεις” ή (περισσότερο) “σημεία”, όχι όμως “θαύματα”. Αυτό δεν είναι τυχαίο. “Θαύμα” είναι κάτι που προξενεί θαυμασμό, θάμπωμα· είναι κάτι που εντυπωσιάζει τον άνθρωπο και τον μετατρέπει σε άβουλο και παθητικό θεατή. Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικά τα θαύματα των Ευαγγελίων, θα δούμε ότι ο Χριστός πρώτα ζητούσε την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου και κατόπιν ενεργούσε. Ο Χριστός δεν επιδιώκει την υποταγή του ανθρώπου, αλλά την αγάπη του. Ενεργεί σαν κάποιον που κουβαλάει φως και μπαίνει σ’ ένα σκοτεινό σπίτι, αν και όταν ο ένοικος του ανοίξει την πόρτα του.
Γι’ αυτό τα ευαγγέλια μιλούν για “σημεία”. “Σημείον” σημαίνει συγκεκριμένος χώρος (π.χ. η ζωή ενός πιστού ανθρώπου), όπου συμβαίνει σε περιορισμένη κλίμακα εδώ και τώρα ό,τι θα συμβεί καθολικά και
οριστικά στη Βασιλεία (κατάργηση της φθοράς, του θανάτου κ.ο.κ.).
β. Αν αφαιρεθεί από τον άνθρωπο η ελευθερία επιλογής, τότε αυτό που απομένει δεν είναι άνθρωπος. Η πιο αντίθετη προς τον Χριστιανισμό επιθυμία θα ήταν να καταστήσει ο Θεός τον άνθρωπο ανίκανο
να αμαρτήσει! Έτσι λοιπόν και ο Χριστός αρνείται να κατεβεί από τον σταυρό όταν οι Φαρισαίοι τον προκαλούν να το κάνει για να αποδείξει ότι είναι γιος του Θεού. Γιατί αν αποδεχόταν την πρόκληση και κατέβαινε, τότε οι Φαρισαίοι θα ήταν αναγκασμένοι να τον αποδεχτούν, δίχως όμως να τον αγαπούν.
γ. Ο Θεός, λοιπόν, δεν απευθύνεται στον άνθρωπο ως εξωτερική αυθεντία, αλλά ως δυνατότητα ενός άλλου τρόπου ύπαρξης. Ο άνθρωπος λέγοντας “ναι” στη σχέση με το Θεό και γινόμενος μέτοχος του τρόπου ζωής της Αγίας Τριάδας, ελευθερώνεται από όλα αυτά που αποτελούν περιορισμούς, δουλεία, δεσμά, πάνω στην ύπαρξή του. Τέτοια δεσμά είναι κυρίως η μοναξιά, ο πόνος και ο θάνατος. Δίχως την ελευθερία από τη φθορά και το θάνατο, κάθε επιλογή του ανθρώπου είναι τόσο ελεύθερη, όσο η “ελευθερία” του αιχμάλωτου πουλιού να πετά από γωνιά σε γωνιά του κλουβιού του.
δ. Στην καθημερινή ζωή ο Χριστιανός καλείται να υπερασπιστεί την ελευθερία ως βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου σε κάθε επίπεδο: προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό. Αυτό μπορεί να τον φέρει αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τυραννικά καθεστώτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο Χριστιανός έχει καθήκον απειθαρχίας, βάσει της ρήσης των αποστόλων προς τους διώκτες τους: “Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις” (πιο πολύ πρέπει να υπακούμε στο Θεό παρά στους ανθρώπους) (Πράξ. 5: 29). Ήδη στα χρόνια των διωγμών οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την κρατική εξουσία, τον Καίσαρα, ως Κύριό τους. Ο μόνος πραγματικός Κύριος που δέχονταν οι μάρτυρες είναι ο Χριστός, και γι’ αυτό ακούμε αυτή τη μαρτυρία και σήμερα στη θεία Λειτουργία: “Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός” (ένας είναι ο πραγματικά Άγιος και πραγματικά Κύριος, ο Ιησούς Χριστός).
Σε κάθε περίπτωση, ο Χριστιανός δυσπιστεί προς κάθε είδους μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων από σχέσεις αγάπης σε σχέσεις εξουσίας (είτε μεταξύ φίλων, είτε μέσα στην οικογένεια, είτε στην πολιτεία). Η εξουσία δε δίνει προτεραιότητα στην καρδιά τού απέναντι ανθρώπου, αλλά στη συμμόρφωσή του. Ακόμα και για τις κρατικές εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, η Εκκλησία επιμένει ότι πρέπει να λειτουργούν ως διακονία του ανθρώπου κι όχι ως καταδυνάστευσή του.
“Η αρετή λέγεται έτσι, επειδή βάση της είναι η δυνατότητα να επιλέγεις (“τό αἱρεῖσθαι”). Διότι είναι αιρετή και ηθελημένη, επειδή το καλό το κάνουμε με συνειδητή επιλογή και με τη θέλησή μας όχι αθέλητα και εξαναγκαστικά”.
Ιωάννης Δαμασκηνός, Φιλοκαλία, έκδ. Αστήρ, τ. Β΄, Αθήνα 19754, σελ. 237.
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:46-48













