Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Συμβουλές για το μέλλον της θρησκείας στην Αμερική από ένα κολεγιακό μάθημα


Όταν οι New York Times ρώτησαν πρόσφατα τους αναγνώστες τους να τους πουν γιατί εγκατέλειψαν τη θρησκεία τους, περίπου 7.000 άτομα ανταποκρίθηκαν («Why Do People Lose Their Religion?» [Γιατί οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τη θρησκεία τους;], 7 Ιουνίου 2023). Προφανώς, υφίστανται πολλά συσσωρευμένα οδυνηρά συναισθήματα σχετικά με το εν λόγω ζήτημα. Ένα εξίσου ενδιαφέρον ερώτημα, ωστόσο, είναι το εξής: «Γιατί οι άνθρωποι διατηρούν τη θρησκεία τους;». Πρόκειται για ένα ερώτημα που εξετάστηκε σε ένα μάθημα για τη θρησκεία στην αμερικανική ιστορία, το οποίο δίδασκα την περασμένη άνοιξη στο Πανεπιστήμιο Fordham («Αμερικανικά θρησκευτικά κείμενα και παραδόσεις»).

Η τάξη των τριάντα προπτυχιακών φοιτητών σε αυτό το Καθολικό ίδρυμα προερχόταν από ποικίλες θρησκευτικές καταβολές (αλλά και από μη-θρησκευτικές), ενώ εγώ ο ίδιος είμαι ορθόδοξος ιερέας. Το ακαδημαϊκό φάσμα της τάξης ήταν ευρύ και σχεδόν ισομερώς κατανεμημένο μεταξύ δευτεροετών, τριτοετών και τελειόφοιτων (συν μερικούς πρωτοετείς). Ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένας φοιτητής θεολογίας ή θρησκευτικών σπουδών. Σπούδαζαν αγγλικά, ιστορία, πολιτικές επιστήμες, διεθνείς σπουδές, ψυχολογία, εικαστικές τέχνες, «ανθρωπιστικές σπουδές» (αντιμετώπιση καταστροφών, συγκρούσεων, φτώχειας, υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), τηλεπικοινωνίες, ψηφιακή τεχνολογία, βιολογία, ψυχολογία, αστικές μελέτες –και οι περισσότεροι– διοίκηση επιχειρήσεων, οικονομικά, μάρκετινγκ και λογιστική.

Στην αρχή του μαθήματος, τους έδωσα να συμπληρώσουν μια έρευνα σχετικά με τη θρησκεία. Το θρησκευτικό τους υπόβαθρό ήταν κατά κύριο λόγο χριστιανικό (καθολικοί, επισκοπιανοί, προτεστάντες και ένας είχε μητέρα Ρωσίδα ορθόδοξη), αλλά υπήρχαν και Βουδιστές, Ινδουιστές, Σιχ, αγνωστικιστές και άθεοι. Το 44% δήλωσε ότι η θρησκεία ήταν «αρκετά σημαντική» στη ζωή τους, και ένα εξίσου μεγάλο ποσοστό 44% δήλωσε ότι «δεν είναι πολύ σημαντική». Μόνο το 12% δήλωσε ότι η θρησκεία ήταν «πολύ σημαντική». Λίγοι επισκέπτονται κάποιο χώρο λατρείας (το 84% δήλωσε ότι «σπάνια» ή «ποτέ» δεν παρίσταται), αν και κατά τη διάρκεια της ανατροφής τους το 64% είχε παρευρεθεί με την οικογένειά σε θρησκευτική τελετή τουλάχιστον για μία φορά το μήνα. Λίγοι είχαν ανατραφεί χωρίς καμία θρησκευτική πρακτική. Παρόλα αυτά, πολύ περισσότεροι από τους μισούς μαθητές της τάξης (62%) δήλωσαν ότι προσεύχονται «συχνά», «μερικές φορές» ή «σε περιόδους κρίσης». Τίποτα από αυτά δεν ήταν απροσδόκητο. Η απομάκρυνσή τους από τη θεσμική θρησκευτική πίστη- διατηρώντας παράλληλα μια αίσθηση πνευματικότητας – ταιριάζει με την ευρύτερη κοινωνική τάση στις ΗΠΑ. Αυτό όμως που με εξέπληξε ήταν ότι τρέφουν ενδιαφέρον για την ιστορία της θρησκείας στην Αμερική και προβληματίζονται ενεργά για το θρησκευτικό μέλλον της Αμερικής.

Στην αρχή του μαθήματος μιλήσαμε για το γιατί μπορεί η θρησκεία να είναι σημαντική στη ζωή των ανθρώπων. Η τάξη εξέφρασε την άποψη ότι η πίστη μπορεί να προσφέρει παρηγοριά, αίσθηση κοινότητας, ελπίδα και σκοπό. Συνδέει τους ανθρώπους με μια παράδοση, έναν ηθικό κώδικα και μια αίσθηση ασφάλειας και εσωτερικής προστασίας σε περιόδους τραγωδίας. Αλλά οι λόγοι για τους οποίους η θρησκεία έχει χάσει τη σημασία της σήμερα είναι αρκετά περισσότεροι.Υποκρισία.
Ο Θεός έχει καταστεί μια υπεκφυγή για την μη-ανάληψη προσωπικής ευθύνης.
Η θρησκεία σχετίζεται πολύ με ακραίες αντιλήψεις.
Η αίσθηση της κοινότητας μπορεί να βρεθεί και αλλού.
Οι τραγωδίες οδηγούν τους ανθρώπους στην αμφισβήτηση.
Υπάρχουν πάρα πολλές εσωτερικές θρησκευτικές συγκρούσεις και περιπλοκές.
Η θρησκευτική παράδοση καθίσταται πολύ περιοριστική.
Πεποιθήσεις και πρακτικές είναι ξεπερασμένες και δεν ισχύουν πλέον.
Η πνευματική ζωή είναι δυνατή χωρίς ένταξη σε μια συγκεκριμένη θρησκεία.

Προφανώς, οι μαθητές δεν χρειάστηκε να ψάξουν πολύ για λόγους που να τους οδηγήσουν στην εγκατάλειψη της θρησκείας. Επιπλέον, η έρευνά τους επί της θρησκείας στην αμερικανική ιστορία επιβεβαίωσε πολλές από τις υποθέσεις τους. Μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας συνδέεται με τη μισαλλοδοξία, την αδικία και την κακομεταχείριση, ενώ καμία θρησκευτική ομάδα δεν είναι απαλλαγμένη από αυτά τα στίγματα. Παπικά διατάγματα και αποικιακοί νόμοι που υποστηρίχθηκαν από την εκκλησία επέτρεψαν την καταπίεση και την υποδούλωση ιθαγενών πληθυσμών και Αφρικανών. Πουριτανοί κληρικοί προήδρευαν σε δίκες μαγισσών στη Νέα Αγγλία και καταδίωκαν τους διαφωνούντες. Οι εκκλησίες των περισσότερων ομολογιών συνεργάστηκαν με τον θεσμό της δουλείας και συνέβαλλαν στη φυλετική καταπίεση, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία. Οι θρησκευτικοί νεωτεριστές και οι μετανάστες, οι οποίοι έφεραν τις δικές τους μορφές θρησκευτικής πίστης αναπόφευκτα εξοστρακίστηκαν και καταδιώχθηκαν από την κυρίαρχη πλειοψηφία. Καθολικοί, Κουάκεροι, Μορμόνοι, πιστοί της χριστιανικής επιστήμης, Εβραίοι, Βουδιστές, Σιχ, Μουσουλμάνοι, Ινδουιστές -και Ορθόδοξοι Χριστιανοί- έχουν όλοι περάσει από αυτή τη συχνά βίαιη αμερικανική διαδικασία τελετουργικού εξευτελισμού. Αλλά μόλις οι θρησκευτικές ομάδες έγιναν αποδεκτές οργανώθηκαν σε όλες τις πλευρές του πολιτικού φάσματος για να ασκήσουν πιέσεις για τις πολιτικές που προτιμούν, ώστε να διαμορφώσουν την τοπική, πολιτειακή και εθνική κυβέρνηση, ασκώντας τα συνταγματικά τους δικαιώματα για την ελεύθερη άσκηση της θρησκείας και την ελευθερία του λόγου.

Οι φοιτητές ταράχθηκαν από την προθυμία με την οποία θέλησαν οι θρησκευτικές ομάδες να χρησιμοποιήσουν την πολιτική εξουσία με σκοπό τη διαμόρφωση της κοινή γνώμης, ακόμη και αν αυτό σήμαινε καταπάτηση του κοινού καλού και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων.

Αλλά αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Ο Τόμας Τζέφερσον ανησυχούσε ότι το όραμά του για τον διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος θα παρέμενε ανεκπλήρωτο λόγω της ισχυρής επιρροής της θρησκευτικής κοινής γνώμης. Σε επιστολή του το 1818
στον εξέχοντα Εβραίο ηγέτη Μορδεχάι Μάνουελ Νόα ο Τζέφερσον παραδέχτηκε ότι «απομένουν να γίνουν περισσότερα, διότι αν και είμαστε νομικά ελεύθεροι, στην πράξη δεν είμαστε. Η κοινή γνώμη αυτοαναγορεύεται σε ιεροεξεταστική επιτροπή και ασκεί το αξίωμά της με τόσο φανατισμό υποδαυλίζοντας τις φλόγες ενός άουτο-ντα-φε».

Αυτό που προκαλεί όνειδος είναι ότι η χριστιανική κοινή γνώμη υποστήριξε και δικαιολόγησε τη δουλεία. Ο Φρέντερικ Ντάγκλας κατακεραύνωσε αυτήν την στάση στο παράρτημα της αυτοβιογραφίας του, η οποία εκδόθηκε το 1845, με τίτλο Αφήγηση της ζωής ενός Αμερικανού σκλάβου.
[Μεταξύ] του χριστιανισμού αυτής της χώρας και του χριστιανισμού του Χριστού, παρατηρώ ένα ευρύ χάσμα – τόσο μεγάλο, ώστε το να δεχτείς τον έναν [χριστιανισμό Σ.τ.Μ] ως καλό, αγνό και ιερό, σημαίνει αναγκαστικά να απορρίψεις τον άλλο ως κακό, διεφθαρμένο και πονηρό. Το να είσαι πιστός του ενός, σημαίνει να είσαι υποχρεωτικά εχθρός του άλλου. Αγαπώ τον καθαρό, ειρηνικό και αμερόληπτο χριστιανισμό του Χριστού: Επομένως, μισώ τον διεφθαρμένο, δουλοκτητικό, μισογυνικό, ληστρικό, μεροληπτικό και υποκριτικό χριστιανισμό αυτής της χώρας. Πράγματι, δεν βλέπω κανέναν λόγο, παρά μόνο δολιότητα, στο να αποκαλείται «χριστιανισμός» η θρησκεία αυτής της χώρας.



Παρόλα αυτά οι φοιτητές ήταν επίσης προβληματισμένοι λόγω της παρουσίας σθεναρής πίστης στη ζωή ανθρώπων όπως ο Φρέντερικ Ντάγκλας. Ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά την αξιοπρέπεια, τη δύναμη και τον σκοπό που «ο χριστιανισμός του Χριστού» παρείχε σε τόσους πολλούς σκλάβους· και από την ηλικία των 22 ετών ήταν εγκεκριμένος ιεροκήρυκας της Αφρικανικής Επισκοπικής Εκκλησίας των Μεθοδιστών της Σιών. Αν οι μαθητές ενοχλούνταν από ένα μεγάλο μέρος της θρησκευτικής ιστορίας της Αμερικής, παράλληλα, προβληματίζονταν λόγω πολλών ανθρώπων στην αμερικανική ιστορία που αντιστάθηκαν στη λαϊκή θρησκευτική γνώμη, διατηρώντας παράλληλα την πίστη τους στον Θεό της εμπειρίας τους –Αν Χάτσινσον, Ρότζερ Γουίλιαμς, Γουίλιαμ Πεν, Σότζερνερ Τρουθ, Χάριετ Τάμπμαν, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Ντόροθι Ντέι, Ντάνιελ Μπέριγκαν και πολλοί άλλοι. Η θρησκευτική πίστη υπήρξε μια βαθιά και ανεξήγητη πηγή προσωπικής δύναμης, κοινωνικής δικαιοσύνης, κοινωνικής υπηρεσίας, δέσμευσης και συμμετοχής. Οι φοιτητές εντυπωσιάστηκαν επίσης από τη θεαματική ποικιλομορφία των αμερικανικών θρησκευτικών εκφράσεων και την αμοιβαία επιρροή τους με την πάροδο του χρόνου. Παρά τα θεσμικά του ελαττώματα, είδαν τον Χριστιανισμό -ως την πλειοψηφούσα πίστη- να αποκτά ολοένα και πιο οικουμενικό χαρακτήρα στην 400χρονη ιστορία του, με νέες μορφές και συνεχή προσαρμογή, αλλά με τον ίδιο πυρήνα πίστης στον Χριστό.

Την τελευταία ημέρα του μαθήματος ζήτησα τη συμβουλή τους. «Τι θα θέλατε να λάβουν υπόψιν τους οι θρησκευτικοί ηγέτες για το μέλλον της θρησκείας στην Αμερική;»Αποδοχή της ποικιλομορφίας – δημιουργία ενός φιλόξενου και χωρίς αποκλεισμούς περιβάλλοντος.
Δημιουργία ευκαιριών για διαθρησκειακό διάλογο και συνεργασία, ίσως σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα.
Ενεργή προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης και καταπολέμηση των ανισοτήτων
Αναγνώριση της εξάπλωσης των μη-ομολογιακών εκκλησιών, δεδομένου ότι οι άνθρωποι είναι λιγότερο συνδεδεμένοι με ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό καθίδρυμα.
Αποδοχή του γεγονότος ότι οι παραδόσεις μπορούν να προσαρμοστούν στα μεταβαλλόμενα κοινωνικά πρότυπα χωρίς να χάσουν τον πυρήνα τους: δεν ισχύει το «όλα ή τίποτα».
Υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.
Ενθάρρυνση ερωτημάτων και διανοητικής περιέργειας.
Να είναι προσεχτικοί όσον αφορά τα κατοχυρωμένα ιδιοτελή συμφέροντα των θρησκευτικών ηγεσιών και τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης που δρα ως ανασταλτικός παράγοντας για την ανάληψη δράσης και την προώθηση του καλού των ανθρώπων και της κοινότητας.

Όπως είπε κι ένας μαθητής: «Θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα μέλη τους να κάνουν ερωτήσεις, να αναζητούν τη γνώση και να συμμετέχουν σε ουσιαστικές συζητήσεις σχετικά με την πίστη, την ηθική και τη δεοντολογία. Με αυτόν τον τρόπο, οι θρησκευτικοί ηγέτες μπορούν να δημιουργήσουν μια ζωντανή και προσιτή θρησκευτική κοινότητα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μελών της και συμβάλλει θετικά στην κοινωνία.» Πρόκειται για μια πολύτιμη συμβουλή καθώς οι θρησκευτικοί ηγέτες αγχώνονται για τη μείωση της προσέλευσης. Όπως οι περισσότεροι δάσκαλοι, δεν θα μάθω ποτέ τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις αυτού του μαθήματος στις ακαδημαϊκές αναζητήσεις, την καριέρα και την προσωπική ζωή των μαθητών. Ένιωσα, όμως, προνομιούχος που με άφησαν να εισέλθω στη σκέψη τους για ένα θέμα, το οποίο είναι τόσο σημαντικό για εμένα. Κι εάν προκάλεσα έστω και μια ελάχιστη αμφιβολία σχετικά με την ευχέρεια απόρριψης της θρησκευτικής πίστης, τότε αυτό το θεωρώ επιτυχία.

Λογική λατρεία

Φουντούλη Ιωάννη

Ἔτσι ἀκριβῶς μᾶς παρουσιάζει ἡ Ἐκκλησία μας τά τρία μεγάλα αὐτά τέκνα της: Σοφούς διδασκάλους καί Πατέρες, πού μᾶς ἐδίδαξαν καί μᾶς διδάσκουν διαρκῶς μέ τήν θεία σοφία τῶν λόγων καί τῶν παραδειγμάτων των· ἱερουργούς ἐνθέους τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας, συλλειτουργοῦντας μαζί μας καί συνδοξολογοῦντας τόν Θεό· πολίτας τοῦ οὐρανοῦ καί οἰκήτορας τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς. Καί πρός τόν σκοπό αὐτόν ὑπηρετοῦν ὅλα τά στοιχεῖα τῆς λατρείας μας. Τό ἑορτολόγιο, πού φέρνει στήν μνήμη μας τά ἱερά αὐτά πρόσωπα κατ’ ἔτος. Ἡ ὑμνογραφία, πού μέ τούς ὕμνους της ἐγκωμιάζει τούς ἀγῶνας καί τήν δόξαν των. Τά συναξάρια, πού μᾶς περιγράφουν τόν βίο καί τάς ἀρετάς των. Ἡ εἰκονογραφία πού ἀνιστορεῖ τίς ἱερές μορφές των καί μᾶς δίδει τήν δυνατότητα νά βλέπωμε σάν ζωντανά τά πνευματικά αὐτά ἀναστήματα.

Αὐτό εἶναι τό νόημα καί ὁ σκοπός τῆς τιμῆς τῶν ἁγίων στήν Ἐκκλησία μας. Νά δείξη αὐτή τήν ἀδιάλειπτο καί ἀδιάσπαστο κοινωνία τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας. Κοινωνία ζώντων ἐν Χριστῷ πιστῶν, εἴτε στήν γῆ αὐτή εἴτε στήν μακαρία κατάστασι τοῦ οὐρανοῦ. Κοινωνία γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχουν νεκροί, ἀλλά μόνο ζῶντες, ἐφ’ ὅσον ὅλοι ὅσοι ἀποτελοῦν μέλη της ἡνώθησαν διά τῶν μυστηρίων μέ τόν αἰώνιο καί ἀθάνατο χορηγό τῆς ζωῆς, τόν Χριστό. Ὅλοι μαζί συνδοξολογοῦν καί συνυμνοῦν τόν Θεό καί δέονται οἱ ζῶντες γιά τούς κεκοιμημένους καί οἱ κεκοιμημένοι γιά τούς ζῶντας. Ὅλοι εἶναι πολῖται τῆς Βασιλείας, μέ τήν σφραγῖδα τῆς ἀθανασίας, μέ τά ὀνόματά των γραμμένα στό βιβλίο τῆς ζωῆς.

Η Θεία Εὐχαριστία το «είναι» της Εκκλησίας


Συνοπτική μελέτη με βάση την πατερική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας

«Ἐγώ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὃ καί παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ὁσάκις γάρ ἂν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε , τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε , ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ».

(Α’ Κορ. 11, 23-26).



Α. Τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς κέντρο τῆς χριστιανικῆς λατρείας .

Ἀπό τά ἀρχαιότερα ἤδη κείμενα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας μαρτυρεῖται ὅτι κέντρο τῆς χριστιανικῆς λατρείας ἦταν ἀνέκαθεν τό θεοσύστατο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, πού ἀποτελεῖ τόν βασικό καί ἀμετάθετο πυρήνα τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Σύμφωνα μάλιστα μέ τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, καμία τελετή δέν εἶναι δυνατόν νά πραγματοποιηθεῖ χωρίς τή θεία Εὐχαριστία (1), πού ἀποτελεί τήν κορύφωση καί ἐξασφαλίζει τήν τελείωση ἤ καί τήν πληρότητα τῶν ἄλλων μυστηρίων (2). Ὁ ἴδιος μάλιστα ἱερός συγγραφέας χαρακτηρίζει τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς «τελετῶν τελετή» (3). Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες καί τά ἱερά μυστήρια τελοῦνται, προκειμένου νά προετοιμάσουν τούς πιστούς γιά τή μετοχή τους στό Μυστήριο τῶν μυστηρίων, ἤτοι στή θεία Εὐχαριστία καί συνδέονται μέ αὐτήν κατά τρόπο ἄμεσο καί ὀντολογικό.

Βεβαίως, ἡ ἀντίληψη περί τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὡς κέντρου ὅλων τῶν ἱερῶν μυστηρίων, μαρτυρεῖται ἐπίσης σαφῶς καί κατά τή νεώτερη πατερική παράδοση, κυρίως δέ ἀπό δύο μεγάλους καί σπουδαίους ἑρμηνευτές τῆς λειτουργικῆς πράξεως, ὅπως οἱ ἅγιοι Νικόλαος Καβάσιλας καί Συμεών Θεσσαλονίκης. Πράγματι, γιά τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀποτελεῖ ὄχι μόνο πηγή τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργημάτων, ἀλλά καί τό κέντρο τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἀφοῦ μέσῳ τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁ ἄνθρωπος φθάνει στήν ἐπιζητούμενη μακαριότητα: «Τοῦτο τῆς ζωῆς τό πέρας, οὗ γενομένοις οὐδενός ἤδη δεήσει πρός τήν ζητουμένην εὐδαιμονίαν»(4). Ἐπισημαίνει δέ ὅτι τό ἱερό θυσιαστήριο «πάσης ἐστίν ἀρχή τελετῆς» (5) καί ἀποτελεῖ τήν «κρηπίδα» καί «ρίζα» (6) τῆς Ἐκκλησίας καθώς καί τό «κεφάλαιον τῶν ἀγαθῶν» (7). Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δέν διστάζει νά ὁμολογήσει τό δέος του ὅταν ἀναφέρεται στή θεία Εὐχαριστία, τήν ὁποία θεωρεῖ ὡς «μόνη πασῶν τελετῶν τελετή» (8) . Ἐξαίροντας μάλιστα τή σπουδαιότητα τοῦ μυστηρίου ἐπισημαίνει ὅτι, ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ «ἕνωσις Θεοῦ μεθ’ἡμῶν, θέωσις ἡμῶν, ἁγιασμός, χάριτος πλήρωμα, ἔλλαμψις, ἀποτροπή παντός ἑναντίου. Χορηγία παντός ἀγαθοῦ» και χαρακτηρίζει τό μυστήριο ὡς: «μυστήριο μυστηρίων, καί ἁγίων ἁγιασμός, καί ὅντως ἁγίων ἅγιον, καί τελετῶν ἁπασῶν τελετή, καί τελετάρχης τε καί τελεστική» (9).

Στό πλαίσιο αὐτό ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ὅτι μέ τόν ὄρο «μυστήρια» ὀνομάζονται οἱ θεοσύστατες ἐκεῖνες τελετές, πού ἀποτελοῦν τά αἰσθητά σημεῖα τῆς θείας Χάριτος καί εἶναι ἀπαραίτητες γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (10). Καλοῦνται «θεοσύστατες», διότι συστάθηκαν εἴτε ἄμεσα ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο καί Ἱδρυτή τῆς Ἐκκλησίας Ἰησοῦ Χριστό κατά τήν Ἐνανθρώπισή Του (ὅπως λ.χ. τό Βάπτισμα καί ἡ θεία Εὐχαριστία), εἴτε ἔμμεσα διά τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι βασιζόμενοι στούς λόγους καί στίς πράξεις τοῦ Διδασκάλου τους καθώς καί στόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὁδηγήθηκαν στήν πλήρη καί τελεία κατανόηση ἤ καί ἀποκάλυψη αὐτῶν (11).

Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι, ἐφόσον τά μυστήρια συστάθηκαν ἤ καί ὁρίσθηκαν ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, ὡς αἰσθητά ἤ καί κτιστά μέσα χορηγήσεως τῆς θείας Χάριτος, τότε ἡ χρήση τους ἤ καί ἡ τέλεσή τους εἶναι ὄχι μόνο ὀντολογικά ἀναγκαῖα, ἀλλά καί σωτηριολογικά ἀπαραίτητη. Σύμφωνα δέ μέ τόν μέγα μυστικό θεολόγο τῆς λειτουργικο-πνευματικῆς ζωῆς Νικόλαο Καβάσιλα, ὁ Χριστός, μέ τήν ἔλευσή Του στόν κόσμο ἄνοιξε τήν πύλη τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους καί κατά τήν ἀνάληψή Του στόν Θεό Πατέρα δέν θέλησε νά τήν κλείσει καί μέσῳ τῶν ἱερῶν μυστηρίων ἔρχεται καί πάλι ἀπό τόν Πατέρα στούς ἀνθρώπους: «Ταύτην τήν ὁδόν ὁ Κύριος ἔτεμεν εἰς ἡμᾶς ἐρχόμενος, καί ταύτην ἀνέωξε τήν πύλην, εἰσελθών εἰς τόν κόσμον, καί εἰς τόν Πατέρα ἀνελθών, οὐκ ἠνέσχετο κλεῖσαι, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνου διά ταύτης ἐπιδημεῖ τοῖς ἀνθρωποις» (12). Συνεπῶς, τά «θεῖα καί υπερφυῆ χαρίσματα», ὅπως ἀποκαλεῖ τά ἱερά μυστήρια ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης (13), ἀποτελοῦν θυρίδες, μέσα ἀπό τίς ὁποῖες κατέρχεται ὁ Χριστός, ὡς Ἥ λι ος τῆς Δικαιοσύνης καί φωτίζει τόν σκοτεινό τοῦτο κόσμο (14). Παρέχονται δέ, προφέρονται καί τελοῦνται μόνο στήν Ἐκκλησία (15) καί διά τῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού σημαίνει ὅτι «ἐκεῖ ὅπου τελοῦνται τά μυστήρια ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἐκκλησία» (16) καί δεικνύουν τ ή φανέρωση τῆς καινῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Β. Ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ .

Εἶναι βεβαίως γνωστό ὅτι, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἀπέφυγε, γιά εὐνόητους λόγους, νά διατυπώσει ἤ καί νά ἐκφράσει ἕναν πλήρη καί αὐθεντικό λογικό ἤ καί δογματικό ὁρισμό τοῦ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας (17), ἀφοῦ κατά τόν ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄχι μόνο «μυστήριον» (18), ἀλλά ἀποτελεῖ καί «πλοῦτο ἀνεξιχνίαστο» (19). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, δέν δύναται νά γίνει λογικά κατανοητή ἀπό τόν πεπερασμένο ἀνθρώπινο νοῦ, παρά μόνο μέ τή χάρη καί τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος(20), ἀφοῦ τό μυστήριο δέν κατανοεῖται, ἀλλά βιώνεται μέσῳ τῆς πίστεως. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, στήν ἑρμηνεία τῆς Α’ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς λέγει: «Ἄρα μυστήριον τοῦτο μάλιστα ἐστιν, ὅ πανταχοῦ μέν κηρύττεται, οὐ γνωρίζεται δε παρά τῶν οὐκ ὀρθήν ἐχόντων γνώμην∙ ἐκκαλύπτεται δε οὐκ ἀπό σοφίας, ἀλλ’ ἀπό Πνεύματος ἁγίου, καθόσον ἡμῖν δέξασθαι δυνατόν» (21).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐπιχείρησε ἤδη ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή, μέ σκοπό νά γίνει λογικά προσεγγίσιμη ἡ νέα ἐν Χριστῷ πραγματικότητα, νά ἐκφράσει ἤ καί νά ἑρμηνεύσει, κυρίως μέσῳ τῆς χρήσεως εἰκόνων, συμβόλων, ἁγιογραφικῶν παραστάσεων ἤ καί μεταφορικῶν περιγραφῶν, τό ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἔννοιες ὅπως: σῶμα Χριστοῦ, λαός Θεοῦ, ἄμπελος, κοινωνία πιστῶν, κιβωτός, ποίμνιο λογικῶν προβάτων, νύμφη κλπ. (22). Ὥστόσο, ὁ ὁρισμός πού χρησιμοποιήθηκε περισσότερο γιά νά ἀποδώσει ἀκριβέστερα τό μυστηριακό χαρακτήρα καί τό σωτηριολογικό περιεχόμενο τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς (23) τόσο ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τούς μεγάλους θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί ἀπό τούς ὀρθοδόξους θεολόγους εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (24).

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐκφράζει τήν ἄρρηκτη σχέση καί τήν ὀντολογική ἑνότητα μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κατά τήν ὁμόφωνη ἀποστολική καί πατερική παράδοση, ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη προσλήφθηκε στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ καί γι’ αὐτό λειτουργεῖ ὡς προέκταση τοῦ «σώματος Χριστοῦ» μέ τή μυστική ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ μακραίωνου ἱστορικού βίου της (25). Ἔτσι, στό ἕνα καί μοναδικό αὐτό αἰώνιο ἱστορικό σῶμα, «ὅ ἐστίν ἡ Εκκλησία» (26), πού κεφαλή ἔχει τόν ἴδιο τόν Χριστό (27), ἑνώνονται ὡς μέλη ὅλοι οἱ ἐπί γῆς βαπτισμένοι πιστοί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νά βιώσουν τή νέα σχέση μέ τόν Θεό, μέ τόν συνάνθρωπο καί τό περιβάλλον: «ἕν σῶμα γινόμεθα καί μέλη φησίν, ἐκ τῆς σαρκός αὐτοῦ, καί ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (28).

Βεβαίως, ἡ διαχρονική αὐτή ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ὀντολογική σχέση καί ἑνότητα Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας ἐκφράσθηκε, προβλήθηκε καί καλύφθηκε ρητά καί μέ πλήρη σαφήνεια στήν Ἐγκύκλιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016) (29). Πράγματι, ὅπως ἐπισημαίνεται στίς πρώτες παραγράφους τῆς Ἐγκυκλίου τῆς Συνόδου, ἡ Όρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ἡ Ἐκκλησία τῶν Συνόδων, πιστή στήν ὁ μόφωνη ἀ ποστολική παράδοση καί μυστηριακή ἐ μπειρία, ἀφ’ἑνός μέν ταυτίζεται ὀντολογικά μέ τή μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, ἤτοι μέ τό αἰώνιο ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφ’ἑτέρου δε, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀποτελεῖ πρόγευση και βίωση τ ῶ ν Ἐ σχάτων ἐ ν τ ῇ θεί ᾳ Ε ὐ χαριστί ᾳ καί ἀ ποκάλυψη τ ῆ ς δόξας τ ῶ ν μελλόντων.

Πράγματι, ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» βασίζεται σέ ὁλόκληρο τό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας καί συνδέεται ἄμεσα μέ τό γεγονός τῆς θείας Ἐνανθρωπίσεως. Σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁ Χριστός, κατά τήν Ἐνανθρώπησή Του ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, «Οὐρανοῦ σῶμα οὐκ ἀνέλαβε, Ἐκκλησίας δε σάρκα ἀνέλαβεν» (30), ἐνῶ κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο, ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «πᾶσα ἡ Ἐκκλησία» (31). Συνδέεται δε ἄμεσα ἐπίσης καί μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, πού σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Λυῶνος: «ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνῶμη τῇ εὐχαριστίᾳ, καί ἡ εὐχαριστία …βεβαιοῖ τήν γνώμην… Προσφέρομεν δέ αὐτῷ τά ἴδια, ἐμμελῶς κοινωνίαν καί ἕνωσιν ἀπαγγέλοντες, καί ὁμολογοῦντες σαρκός καί πνεύματος ἕγερσιν. Ὡς γάρ ἀπό γῆς ἄρτος προσλαμβανόμενος τήν ἔκκλησιν τοῦ Θεοῦ, οὐκέτι κοινός ἄρτος ἐστίν, ἀλλ’εὐχαριστία, ἐκ δύο πραγμάτων συνεστηκυῖα, ἐπιγείου τε καί οὐρανίου∙ οὔτω καί τά σώματα ἡμῶν μεταλαμβάνοντα τῆς εὐχαριστίας, μηκέτι εἶναι φθαρτά, τήν ἐλπίδα τῆς εἰς αἰῶνας ἀναστάσεως ἔχοντα» (32).

Βεβαίως, ἡ ὀντολογική αὐτή ἕνωση μεταξύ σώματος καί κεφαλῆς δέν στηρίζεται σέ κοινωνικά, ἱστορικά ἤ καί ἠθικά κριτήρια, ἀλλά ἀποτελεί καρπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πού «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας»(33) καί διά τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καθιστᾶ τήν Ἐκκλησία, ὄχι ἁπλά μόνο ὀργανισμό ἀληθείας καί ἀγάπης, πού κάθε ἄνθρωπος ἀποτελεῖ εἰκόνα Θεοῦ καί καλεῖται σέ κοινωνία (34), ἀλλά κατεξοχήν «οἶκον πνευματικόν», «ἱεράτευμα ἅγιον», ὅπου προσφέρονται «πνευματικάς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ» (35). Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος, στήν ἀντιγνωστική θεολογία του(36), κατά τήν ὁποία ἀναπτύσσει τόν ρόλο τῆς συνεργίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή διηνεκῆ φανέρωση τοῦ Χριστοῦ και στή συνέχεια τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας «ἄχρις οὖ ἄν ἔλθῃ» (37) διακηρύττει: «Ὅπου εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ εἶναι καί τό ἅγιο Πνεῦμα, καί ὅπου εἶναι τό ἅγιο Πνεῦμα, ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί κάθε χάρις» ( Ubi enim Ecclesia , ibi et Spiritus Dei ; et ubi Spiritus Dei , illic Ecclesia et omnis gratia ) (38).

Γ. Ἡ θεία Εὐχαριστία τό κατεξοχήν μυστήριο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θεία Εὐχαριστία, ὡς κέντρο ὅλων τῶν μυστηρίων, εἶναι τό κατεξοχήν «μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» (39). Ἀποτελεῖ ὅμως καί τό κατεξοχήν μυστήριο ἑνώσεως τῶν πιστῶν, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος εἶναι δυνατή ἀποκλειστικά καί μόνο στό ἕνα καί μοναδικό αἰώνιο ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστού, ἤτοι στό δημιουργικῶς προσληφθέν, ἁγιασθέν, θεωθέν, σταυρωθέν, ἀναστάν, ἀναληφθέν στούς οὐρανούς καί καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός σῶμα τοῦ Χριστοῦ (40) . Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος συνδέει τ ή θεία Εὐχαριστία τόσο μέ τό Μυστικό δεῖπνο, ὅσο καί μέ τή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ: «Πάρεστιν ὁ Χριστός, καί νῦν ἐκεῖνος ὁ τήν τράπεζαν διακοσμήσας ἐκείνην, οὖτος καί ταύτην διακοσμεῖ νῦν. Οὐδέ γάρ ἄνθρωπος ἐστι ὁ ποιῶν τά προκείμενα γενέσθαι σῶμα καί αἵμα Χριστοῦ, ἀλλ’αὐτός ὁ σταυρωθεῖς ὑπέρ ἡμῶν Χριστός»(41), ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός συνέστησε τή θεία Εὐχαριστία κατά τό Μυστικό δεῖπνο, «τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο» (42), ἤτοι λίγο πρίν συλληφθεῖ καί σταυρωθεῖ.

Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι, ὅλη ἡ δράση τῆς ἔνσαρκης παρουσίας τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἦταν μία προετοιμασία γιά τήν ἱερή ἐκεῖνη στιγμή, πού συντελέσθηκε κατά τό Μυστικό δεῖπνο, ἤτοι τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς πρώτης θείας Εὐχαριστίας, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός προσέφερε τό σῶμα καί τό αἵμα Του πρίν ἀπό τή θυσία Του στό Γολγοθά (43) καί ἔδωσε ἐντολή στούς μαθητές Του νά κάνουν καί αὐτοί τό ἴδιο γιά νά συνεχίζεται στήν Ἐκκλησία Του, διά μέσου τῶν αἰώνων, «ἄχρις ο ὗ ἄν ἔλθῃ» στή δεύτερη ἔνδοξη παρουσία Του. Ὡστόσο, διάφοροι προβληματισμοί καί ἀμφισβητήσεις ἀναπτύχθηκαν στό διάβα τῆς ἱστορίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ στή σχέση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς πρώτης Εὐχαριστίας, πού τελέσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ δείπνου καί τῆς θείας Εὐχαριστίας πού τελεῖται στούς ναούς τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀφοῦ ὁ Χριστός τέλεσε τή θυσία Του «ἐφάπαξ» (44) καί συνεπῶς ἡ θυσία Του δέν ἐπαναλαμβάνεται.

Πράγματι, οἱ προβληματισμοί αὐτοί ἀντιμετωπίσθηκαν καί ἀποκρούσθηκαν, μέ ἐντυπωσιακό μάλιστα τρόπο, ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό τίς θεόπνευστες εὐχαριστιολογικές ἀναλύσεις τους, οἱ ὁποῖες καί βασίσθηκαν στήν εὐχαριστιακή ἐμπειρία, πράξη καί θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ κατεξοχήν «διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας» (45) καί τῆς θείας Εὐχαριστίας ( ma î tre ) (46) Ἰωάννης Χρυσόστομος τόνισε ὅτι, γιά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου στήν Ἐκκλησία, μολονότι χρησιμοποιοῦνται τά χέρια, τό πνεῦμα καί ἡ γλῶσσα τοῦ ἱερέα (47), ἐντούτοις, τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας πραγματώνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἤτοι ἀπό τό τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό ἅγιο Πνεῦμα, ὕστερα ἀπό τήν Ἐπίκληση τοῦ ἱερέα (48) στέλλεται ἀπό τόν Πατέρα διά τοῦ Υἱοῦ, ἐπεμβαίνει καί μεταβάλλει τά τίμια δῶρα, τόν ἄρτο καί τόν ο ἶ νο σέ σῶμα καί α ἷ μα Χριστοῦ: «κατάπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα. Καί ποίησον τόν μέν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ἀμήν· τό δέ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ἀμήν· μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ. Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν» (49), ὥστε νά προσαχθοῦν στό αἰώνιο καί οὐράνιο θυσιαστήριο, γιά νά γίνουν δεκτά ἀπό τόν «μέγα Ἀρχιερέα» (50) τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας καί νά ἑνωθοῦν μέ τό αἰώνιο ἀναληφθέν σῶμα Του, χωρίς ὅμως αὐτά νά ἀπομακρυνθοῦν τοπικά ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα.

Ἔτσι, ἡ θεία Εὐχαριστία δέν ἀποτελεῖ ἕνα τύπο ἤ μία εἰκόνα (51), οὔτε βεβαίως μία ἐξωτερική ἀναπαράσταση, μία ἁπλή ἀνάμνηση ἤ καί μυστηριακή ὑπενθύμιση τοῦ τελευταίου δείπνου τοῦ Χριστοῦ μέ τούς μαθητές Του, ἀλλά συνέχεια καί μετοχή στή μία καί μοναδική ἱλαστήρια θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τά καθαγιασμένα, ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, τίμια δῶρα, ἤτοι ὁ ἄρτος καί ὁ ο ἶ νος τῆς Εὐχαριστίας εἶναι ἀληθινά, ρεαλιστικά καί πραγματικά τό τεθεωμένο σῶμα καί α ἷ μ α τοῦ Χριστοῦ : «Οὐκ ἔστι τύπος ὁ ἄρτος καί ὁ ο ἶ νος τοῦ σώματος καί τοῦ Χριστοῦ (μή γένοιτο), ἀλλ΄ αὐτό τό σῶμα τοῦ Κυρίου τεθεωμένον αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰπόντος∙ Τοῦτο μού ἐστι, οὐ τύπος τοῦ σώματος, ἀλλά το σῶμα∙ καί οὐ τύπος τοῦ αἵματος. ἀλλά τό α ἷ μ α» (52).

Συνεπῶς, πρόκειται γιά τήν ἴδια πάντοτε εὐχαριστία, πού σέ τίποτε δέν διαφέρει ἀπό τήν πρώτη πού τελέσθηκε κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ δείπνου, ἀφοῦ ὁ πραγματικός ἱερουργός κάθε εὐχαριστίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός: «ὁ τότε ταῦτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τῷ δεῖπνῳ οὖτος καί νῦν αὐτός ἐργάζεται. ἡμεῖς ὑπηρετῶν τάξιν ἔχομεν∙ ὁ δέ ἁγιάζων αύτά καί μετασκευάζων αὐτός» (53). Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ βεβαιότητα καί ἡ ἀλήθεια τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα καί α ἷ μ α Χριστοῦ βιώνεται σαφῶς μέσῳ τῆς μετοχῆς στό μυστήριο, ἤτοι μέσῳ τῆς πίστεως καί κατά τρόπο πνευματικό καί ὄχι μέσῳ τῶν αἰσθήσεων, ἀφοῦ ὁ ἀναληφθείς στούς οὐρανούς Χριστός εἶναι Ἐκεῖνος πού, οἰκονομικῶς καί συγκαταβαίνων τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἐνεργεῖ τό εὐχαριστιακό μυστήριο μέ ἄρτο καί ο ἶ νο «ἵνα μή ἀποστρέφωνται οἱ πολλοί τόν ἀρραβώνα τῆς αἰωνίου ζωῆς καί δυσχεραίνωσι σάρκα καί α ἷ μ α βλέποντες» (54).

Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποδεικνύεται πώς ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀποτελεῖ μυστηριακή μετοχή στή μία καί μοναδική ἱλαστήρια θυσία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τά ἐπί μέρους μέλη (55)ἑνώνονται μεταξύ τους καί μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό καί συγκροτοῦν τό ἕνα σῶμα (56). Ἔτσι, ἐκπληρώνεται ὁ σκοπός, ἡ ἀποστολή καί ἡ τελείωση τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι τό «συνέρχεσθαι ἐν Ἐκκλησίᾳ» (57), ἤτοι ἡ ὀντολογική πραγμάτωσή της ὡς σώματος Χριστοῦ, ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία. Ἄλλωστε, ὁ ὄρος «ἐκκλησία» προέρχεται ἐτυμολογικά ἀπό τό ρῆμα ἐκκαλέω-ῶ καί σημαίνει τή συνέλευση τοῦ λαοῦ, ἤτοι τή σύναξη τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (58), πού πιστεύει στόν ἐνσαρκωμένο, «Πνεύματος ἁγίου δυνάμει ἐν τῇ τῆς Παρθένου μήτρᾳ διαπλασθέντα» (59) Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀποδέχεται Αὐτόν ὡς τέλειο Θεό καί ὡς τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἔλαβε «δούλου μορφήν» (60) καί ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος.

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Χριστός, ὁ αἰώνιος «μέγας Ἀρχιερέας» τῆς ἀνθρωπότητας, εἰσῆλθε μία γιά πάντα στά ἅγια τῶν ἁγίων ὄχι γιά νά προσφέρει θυσίες, ἀλλά γιά νά θυσιάσει τόν ἴδιο τόν ἑαυτό Του, προσφέροντας στόν ἄνθρωπο τό δικό Του α ἷ μ α (61). Μέ τή θυσία Του αὐτή «ἐκτρέφει καί θάλπει» (62) ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τόν τρόπο αὐτό κατανοεῖται καί ὁ διπλός σκοπός τῆς Ἐνανθρωπίσεώς Του, ἤτοι νά θυσιασθεῖ ἀφ’ ἑνός μέν «ἱνα ἁγιάσῃ διά τοῦ ἰδίου αἵματος τόν λαόν» (63), ἀφ’ ἑτέρου δέ «ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα συνεγάγῃ εἰς ἕν» (64).

Δ. Προϋποθέσεις τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, πρίν ἀναληφθεῖ ἐν δόξῃ στούς οὐρανούς καί ἀποκατασταθεῖ στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅπου καί ἐξῆλθε (65), εἶχε διαβεβαιώσει τούς μαθητές καί Ἀποστόλους Του γιά τή διηνεκῆ παρουσία Του ἕως τῆς συντελείας τοῦ κόσμου (66). Στό πλαίσιο αὐτό, ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτεται στό μυστηρίο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί προϋποθέτει τή συγκέντρωση ἤ τή φυσική παρουσία ἑνός ἀριθμοῦ μελῶν τοῦ σώματος, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τόν λόγο Του: «οὖ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (67). Βεβαίως, αὐτό πού ἔχει σημασία, δέν εἶναι τό ποσοτικό κριτήριο, ἤτοι ἄν ὁ ἀριθμός τῶν μελῶν εἶναι μικρός, μεγάλος ἤ ἐλάχιστος, ἀλλά τό καθ’ἑαυτό γεγονός τῆς συνάξεως εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τό κέντρο καί τήν οὐσία τῆς λειτουργικῆς συνάξεως, διότι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κατεξοχήν μυστήριο τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν μέ τόν ἐπίσκοπο ἤ τόν πρεσβύτερο καί τῆς ἀπό κοινοῦ ἀναφορᾶς τους στόν Θεό (68).

Ἔτσι, γιά τήν τέλεση τῆς «φρικωδεστάτης τελετῆς» (69), ἤτοι τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, εἶναι ἀσφαλῶς ἀπαραίτητη ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου, εἰς τόπον και τύπον Χριστοῦ (70), ἀφοῦ «μηδείς χωρίς τοῦ ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (71) καί τίποτε δέν γίνεται δίχως τή δική του γνώμη: «μηδέν δε ποιείτω τό σύνολον ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου, μηδέ τινι διδότω τι ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» (72) ἤ τοῦ πρεσβυτέρου, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων μέσῳ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἤτοι τῆς ἀδιάκοπης καί συνεχοῦς διαδοχῆς τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καί τῆς πίστεως (73). Πράγματι, τόσο ὁ ἐπίσκοπος, πού εἶναι «εἰκών Ἰησοῦ» (74) καί κατά χάριν εἶναι «ὡς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς αὐτός ὁ Χριστός» (75), ὅσο καί ὁ πρεσβύτερος, μέ τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, ἔχουν λάβει τή χάρη νά τελοῦν τά ἱερά μυστήρια καί νά ποιμαίνουν τό «ἱερατικόν πλήρωμα» (76), ἤτοι τόν πιστό λαό τοῦ Χριστοῦ, ὄντες «ὑπηρέτες Χριστοῦ καί οἰκονόμοι μυστηρίων Θεοῦ» (77).

Στό πλαίσιο αὐτό, ἀξίζει ἐπιπλέον νά ἐπισημανθεῖ ὅτι, τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, καίτοι ἀσκεῖται στή γῆ, ἀνήκει στήν « τάξη τῶν ἐπουρανίων » (78), διότι δέν τήν καθίδρυσε « οὐκ γάρ ἄνθρωπος, οὐκ ἄγγελος, οὐκ ἀρχάγγελος, οὐκ ἄλλη τις κτιστή δύναμις, ἀλλά αὐτός ὁ Παράκλητος ταύτη διετάξατο τήν ἀκολουθίαν, καί ἔτι μένοντας ἐν σαρκί τῇ τῶν ἀγγέλων ἔπεισε φαντάζεσθαι διακονίαν» (79). Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, τό λειτουργικό ἔργο, καίτοι ἀνήκει στήν τάξη τῶν ἐπουρανίων, ὁ Θεός δέν τό ἐμπιστεύθηκε στούς ἀγγέλους, ἀλλά στούς θνητούς ἱερεῖς ἀνθρώπους: «καί ἐξουσίαν ἔλαβον ἥν οὔτε ἀγγέλοις, οὔτε ἀρχαγγέλοις ἔδωκεν ὁ Θεός» (80) καί γι’ αὐτό ὀφείλουν οἱ λαϊκοί, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, νά τούς ἀπονέμουν τή δέουσα τιμή: «Ἅ γάρ ἐγκεχείρισται ὁ ἱερεύς, Θεοῦ μόνο ἐστι δωρεῖσθαι … Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος ἐργάσθαι τι δύναται εἰς τά δεδομένα παρά Θεοῦ∙ ἀλλά Πατήρ καί Υἱός καί ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ∙ ὁ δέ ἱερεύς τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶτταν, καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα . Καί γάρ οὐδέ δίκαιον ἦν διά τήν ἑτέρου κακίαν εἰς τά σύμβολα τῆς σωτηρίας ἡμῶν τους πίστει προσιόντας παραβλάπτεσθαι. Ταῦτα οὐν ἅπαντα εἰδότες, καί τόν Θεόν φοβόμεθα καί τούς ἱερέας αὐτοῦ ἐντίμως ἔχωμεν, πᾶσαν αὐτοῖς ἀπονέμοντες τιμήν» (81).

Βεβαίως, οἱ ἱερεῖς, ἔχοντες βαθιά συνείδηση τῆς χαρισματικῆς ἐξουσίας πού φέρουν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὁποιαδήποτε κοσμική ἐξουσία (82), ὀφείλουν νά ζοῦν μέ ἀγγελική καθαρότητα, προκειμένου νά διακονοῦν τό ἱερό αὐτό ἔργο καί νά τελοῦν ἀξίως τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ ιερέας, πρίν ἱερουργήσει τό μέγα μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, θά πρέπει μόνος του, ἀπό τό προηγούμενο ἑσπέρας, νά προετοιμάζεται πνευματικά καί σωματικά. Ὀφείλει νά φροντίζει νά ἀπαλλάσσεται ἀπό αἰσθήματα πού διώχνουν τήν ἀγάπη, νά καθαρίζει τήν καρδιά του ἀπό πονηρούς λογισμούς, νά νηστεύει ἀπό τροφές καί νά προσεύχεται ἀδιαλείπτως ἕως καί τήν ὥρα τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου: «Μέλλων ὁ ἱερεύς τήν θείαν ἐπιτελεῖν Μυσταγωγίαν, ὀφείλει προηγουμένως μέν κατηλλαγμένος εἶναι μετά πάντων καί μή ἔχειν τι κατά τινος· καί καρδίαν δέ, ὅση δύναμις, ἀπό πονηρῶν τηρῆσαι λογισμῶν, ἐγκρατεύεσθαί τε μικρόν ἀφ’ ἑσπέρας καί ἐγρηγορηκῶς διάγειν μέχρι τοῦ τῆς Ἱερουργίας καιροῦ» (83).

Ἀσφαλῶς, δέν ὑφίσταται κάποιος διαχωρισμός μεταξύ κλήρου καί λαοῦ. Οἱ κληρικοί δέν διαφέρουν ἐξουσιαστικά ἀπό τό λαό, παρά μόνο λειτουργικά, ἀφοῦ κληρικοί καί λαϊκοί, ποιμένες καί ποιμαινόμενοι εἶναι «ἀλλήλων μέλη» (84), ὁμότιμα μεταξύ τους, σύνδουλοι Θεοῦ (85) καί συναπαρτίζουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τό ἕνα καί μοναδικό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «ὅ ἐστίν ἡ Ἐκκλησία»: «πρόβατα καί ποιμένες πρός τήν ἀνθρωπίνην εἰσί διαίρεσιν πρός δε τόν Χριστόν πάντες πρόβατα. Καί γάρ οἱ ποιμαίνοντες καί οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ’ἑνός τοῦ ἄνω ποιμένος ποιμαίνοντα ι» (86). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, κληρικοί καί λαϊκοί συναποτελοῦν συγχρόνως παιδιά καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ καί μετέχουν ἀπό κοινοῦ στήν ἁγιαστική χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «πάντες εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν» (87), διότι αὐτός πού ἁγιάζει δέν εἶναι ὁ ἱερέας πού τελεῖ τό μυστήριο, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «ὅ τε γάρ ἁγιάζων καί οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνός πάντες· δι’ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφούς αὐτούς καλεῖν λέγων· ἀπαγγελῶ τό ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε, καί πάλιν· ἐγώ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ’ αὐτῷ, καί πάλιν˙ ἰδοὺ ἐγώ καί τά παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ θεός. ἐπεί οὖν τά παιδία κεκοινώνηκεν αἵματος καὶ σαρκός, καί αὐτός παραπλησίως μετέσχεν τῶν αὐτῶν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου τοῦτ’ ἔστιν τόν διάβολον, καί ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διά παντός τοῦ ζ ῆ ν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (88). Συνεπῶς, κλήρος καί λαός, πού συναποτελοῦν παιδιά καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ, κοινωνοῦν τοῦ ἀχράντου σώματος καί τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί μέ τόν εὐχαριστιακό αὐτό τρόπο συνθέτουν τό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ θεία Εὐχαριστία τελεῖται γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἤτοι γιά ὁλόκληρο τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γι’ αὐτό ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου ἤ τοῦ πρεσβυτέρου εἶναι ἀναγκαῖα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἐπικεφαλής τοῦ λαοῦ, προέρχεται ἀπό τό λαό, ἀνήκει στό λαό, προσεύχεται γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ καί τίς δικές του, ἑνώνει τό λαό καί ἐκπροσωπεῖ τό λαό στό Θεό. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου ἤ τοῦ πρεσβυτέρου συνιστᾶ ἔκφραση τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου νά γεφυρωθεῖ τό χάσμα ἀνάμεσα στό κτιστό καί τό ἄκτιστο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του (89). Ἀναγκαῖα ὅμως εἶναι ἐπίσης καί ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατεξοχήν ἔργο τοῦ λαοῦ ( λαός= λεῖτον ἤ λήϊτον + ἔργο ). E ἰδικά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ συμμετοχή στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας δέν ἀποτελεῖ μία ἁπλή ἀτομική θεώρηση, ἀλλά σημεῖο κοινωνίας μεταξύ τῶν πιστῶν πού ἀπαιτεῖ βεβαίως φυσική παρουσία καί προσωπική μετοχή.

Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, ὅλες οἱ εὐχές, οἱ αἰτήσεις καί οἱ δεήσεις πού ὁ ἱερέας ἀναγινώσκει καί ψάλλει εἶναι σέ πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ( Πάτερ ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, Σέ ὑμνοῦμεν, Σέ εὐλογοῦμεν, Σοί εὐχαριστοῦμεν Κύριε κ.ἄ. ), ἐνῶ κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας πραγματώνεται ἕνας ὑπέροχος ὑμνολογικός διάλογος μεταξύ τοῦ ἱερέα καί τοῦ λαοῦ. Πράγματι, ὁ λαός ἀπαντᾶ τό «Ἀμήν» στίς ἐκφωνήσεις τοῦ ἱερέα, τό «Κύριε, ἐλέησον» στά εἰρηνικά, τό «Παράσχου Κύριε» στίς αἰτήσεις, τό «καί μετά τοῦ πνεύματός σου» στίς εὐλογίες, τό «ἔχομεν πρός τόν Κύριον» στήν προτροπή «ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας», τό «Ἀληθῶς Ἀνέστη» στό «Χριστός Ἀνέστη» κ.ἄ. Συνεπῶς, ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἕνας διάλογος ἀγάπης καί εἰρήνης μεταξύ τοῦ ἱερέα καί τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθορισμένους ρόλους καί ἡ θυσία πού πραγματώνεται προσφέρεται γιά ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ε. Εἶναι δυνατή ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας μόνο ἀπό τόν ἱερέα;

Στό σημεῖο ὅμως αὐτό τίθεται τό ερώτημα… Τί συμβαίνει στίς περιπτώσεις πού ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ καθίσταται ἀδύνατη; Εἶναι δυνατή ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας μόνο ἀπό τόν ἱερέα;

Ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ ἔργο τοῦ λαοῦ καί συνεπῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἀδύνατον νά τελεσθεῖ δίχως τήν παρουσία πιστῶν. Ὡστόσο, δύναται νά τελεσθεῖ μέ τόν ἐλάχιστο ἀριθμό πιστῶν, ἤτοι μέ τήν φυσική παρουσία ἑνός καί μόνο λαϊκοῦ μέλους, ἀφοῦ σέ κάθε εὐχαριστιακή σύναξη, σέ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας δέν παρίστανται μόνο ἕνα ἐπί μέρους τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ πιστῶν, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία, ἤτοι ὁλόκληρο τό σῶμα Χριστοῦ (90), ὅ ἔστιν ἡ Ἐκκλησία.

Ἄλλωστε, σέ κάθε θεία Λειτουργία, ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται ὄχι μόνο γιά τούς παρόντες στήν εὐχαριστιακή σύναξη, ἀλλά καί γιά ὅσους δέν δύνανται νά παραστοῦν, ἀκόμη δέ καί γι’ αὐτούς πού δείχνουν ἐχθρική στάση ἀπέναντί της: «… Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ καί τῶν δι΄εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων καί ἐλέησον αὐτοὺς καί ἡμᾶς, κατά τό πλῆθος τοῦ ἐλέους σου. Τά ταμεῖα αὐτῶν ἔμπλησον παντός ἀγαθοῦ… Τάς συζυγίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καί ὁμονοία διατήρησον. Τό γῆρας περικράτησον, τούς ὀλιγοψύχους παραμυθῆσαι. Τούς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ τούς ὀχλομένους ὑπό πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐλευθέρωσον. Τοῖς πλέουσι σύμπλευσον. Τοῖς ὀδοιποροῦσι συνόδευσον. Χηρῶν πρόστηθι. Ὀρφανῶν ὑπεράσπισον. Αἰχμαλώτους ρῦσαι. Νοσοῦντας ἴασαι. Τῶν ἐν βήμασι καί μετάλλοις καί ἐξορίαις καί πικραῖς δουλείαις καί πάσῃ θλίψει καὶ ἀνάγκῃ καί περιστάσει ὄντων μνημόνευσον, ὁ Θεός, καί πάντων τῶν δεομένων τῆς μεγάλης σου εὐσπλαχνίας. Καί τῶν ἀγαπώντων ἡμᾶς καί τῶν μισούντων καί τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπέρ αὐτῶν. Καί παντός τοῦ λαοῦ σου μνήσθητι Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν καί ἐπί πάντας ἔκχεον τό πλούσιόν σου ἔλεος, πᾶσι παρέχων τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα. Ἀμήν» (91).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, στή θεία Λειτουργία, ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος πού προέρχεται ἀπό τό λαό καί ἐκπροσωπεῖ τό λαό στό Θεό ἐνσαρκώνει τό ποίμνιο, ἐνῶ ὁ πιστός φέρει τόν ρόλο τοῦ μάρτυρα ἤ καί τοῦ ἐγγυητή τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Γιά νά γίνει ὅμως καλύτερα κατανοητή ἡ ἔννοια τοῦ ἑνός «μάρτυρα», θά χρειασθεῖ νά ἀνατρέξουμε στήν μυστηριακή πρακτική τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, κυρίως τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, καί νά παρατηρήσουμε τό τυπικό τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, τό ὁποῖο ἦταν ἀδιαχώριστο τόσο ἀπό τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅσο καί ἀπό τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος (92).

Πιό συγκεκριμένα, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Ἰουστίνου τοῦ Φιλοσόφου (Β΄ αἰ.), μετά τό πέρας τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, οἱ νεοφώτιστοι ὁδηγοῦνταν στούς ἀδελφούς, ὅπου ἦταν συναθροισμένοι («συνηγμένοι εἰσί» ) στόν χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς λατρείας καί ἐκεῖ λάμβαναν τό Χρίσμα. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ἀπηύθυναν κοινές εὐχές τόσο ὑπέρ τοῦ νεοφωτίστου, ὅσο καί ὑπέρ τῶν «ἄλλων πανταχοῦ πάντων εὐτόνως» ἀκολουθοῦσε ἀπό τόν επίσκοπο ἡ προσφορά τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γιά τήν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας: «Ἡμεῖς δε μετά τοῦ οὕτως λοῦσαι τόν πεπεισμένον καί συγκατατεθειμένον ἐπί τούς λεγομένους ἀδελφούς ἄγομεν, ἔνθα συνηγμένοι εἰσί, κοινάς εὐχάς ποιησόμενοι, ὑπέρ τε ἑαυτῶν καί τοῦ φωτισθέντος καί ἄλλων πανταχοῦ πάντων εὐτόνως, ὅπως καταξιωθῶμεν τά ἀληθῆ μαθόντες καί δι’ἔργων ἀγαθοί πολιτευταί καί φύλακες τῶν ἐντεταλμένων εὑρεθῆναι, ὅπως τήν αἰώνιον σωτηρίαν σωθῶμεν. Ἀλλήλους φιλήματι ἀσπαζόμεθα παυσάμενοι τῶν εὐχῶν. Ἔπειτα προσφέρεται τῷ προεστῶτι τῶν ἀδελφῶν ἄρτος καί ποτήριον ὕδατος καί κράματος καί οὗτος λαβών αἶνον καί δόξαν τῷ Πατρί τῶν ὅλων διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀναπέμπει καί εὐχαριστίαν ὑπέρ τοῦ κατηξιῶσθαι τούτων παρ’αὐτοῦ ἐπί πολύ ποιεῖται∙ οὗ συντελέσαντος τάς εὐχάς καί τήν εὐχαριστίαν πᾶς ὁ παρών λαός ἐπευφημεῖ λέγων, ἀμήν. Τό δέ ἀμήν τῇ Ἐβραΐδι φωνῇ τό γένοιτο σημαίνει. Εὐχαριστήσαντος δέ τοῦ προεστῶτος καί ἐπευφημήσαντος παντός τοῦ λαοῦ οἱ καλούμενοι παρ’ἡμῖν διάκονοι διδόασιν ἐκάστῳ τῶν παρόντων μεταλαβεῖν ἀπό τοῦ εὐχαριστηθέντος ἄρτου καί οἴνου καί ὕδατος καί τοῖς οὐ παροῦσιν ἀποφέρουσι» (93).

Ἀπό τήν μαρτυρία αὐτή συνάγεται ὅτι τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος τελοῦνταν σέ ἀνεξάρτητο ἤ καί εἰδικό διακεκριμένο χῶρο, ἤτοι σέ βαπτιστήριο, τό ὁποῖο βρισκόταν ἀπομονωμένο ἤ καί ἐκτός τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως. Πράγματι, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ στό Βάπτισμα τῶν ἐνηλίκων ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι, βασική προϋπόθεση γιά τήν τέλεσή του ἦταν ἡ βύθιση στό νερό ὁλοκλήρου τοῦ σώματος ἐντελῶς γυμνοῦ (94), ἀφοῦ τό Βάπτισμα εἶναι, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, «λοχεία», ἤτοι θαυμαστή γέννησις (95), γεγονός πού εὔλογα ἐπέβαλε τήν ὕπαρξη βαπτιστηρίου ἤ καί κολυμβήθρας σέ χῶρο ἀνεξάρτητο ἤ καί ἀπομονωμένο. Στόν εἰδικό αὐτό χῶρο, ἡ Βάπτιση τελοῦνταν ἀπό τόν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος καθαγίαζε τό ὕδωρ μέ τίς ἱερές ἐπικλήσεις, ρίπτοντας σταυροειδῶς τό ἅγιο Μύρο, παρουσίᾳ τοῦ ἀναδόχου καί τριῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦσαν τόν ἐνήλικα στήν κολυμβήθρα καί στά χέρια τοῦ ἐπισκόπου, πού τόν βάπτιζε εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Μετά τό πέρας τοῦ μυστηρίου, οἱ ἱερεῖς παρέδιδαν τόν νεοφώτιστο στόν ἀνάδοχο, πού εἴχε τόν ρόλο τοῦ μυημένου καθοδηγητή τῆς προσαγωγής καί μάρτυρα τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου ( 96). Ἔπειτα, ἀφοῦ οἱ ἱερεῖς καί ὁ ἀνάδοχος ἐνέδυαν τόν νεοφώτιστο, τόν οδηγοῦσαν στό χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, ὅπου ἦταν συναθροισμένος ὁ λαός καί τούς ἀνέμενε, «ὥστε νά συνεργήσουν καί νά συνεορτάσουν γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνδρός καί νά εὐχαριστήσουν τή θεία ἀγαθότητα» (97).

Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ἡ παρουσία ἑνός καί μόνο πιστοῦ εἶναι ἀρκετή γιά τήν πραγμάτωση τοῦ μυστηρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ φυσική παρουσία ἑνός βαπτισμένου μέλους κάνει δυνατή τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καί βεβαιώνει τό ὕψιστο γεγονός τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, σέ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας πραγματοποιεῖται ἡ σύναξη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας («τ ῆς ἀπό περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης»), συμπεριλαμβάνεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα καί ἡ κτίση («ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου»), ὁ άνθρωπος γεύεται τήν αἰωνιότητα («ε ὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν πάντοτε ν ῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), ὑπερβαίνεται ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος («Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει»… «Σήμερον ὁ Δεσπότης τό βάπτισμα λαμβάνει»… « Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας »… « Σήμερον πᾶσα κτίσις ἀγάλλεται καί χαίρει, ὅτι Χριστός ἀνέστη …» ), ἱσορροπεῖται ἡ πίστη πρός τόν ἄναρχο Θεό μέ τήν ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο (« ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ἵνα ἐν ὀμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν» ) καί ἐκμηδενίζονται οἱ παροῦσες κοσμικές περιστάσεις («πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν »). Σέ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας πραγματώνεται τό μέγα μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὁ ἄρτος καί ὁ ο ἶ νος μεταβάλλονται ἀληθινά σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, γεγονός πού ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη ἱερή πράξη θυσιαστικῆς ἀγάπης καί προσφορᾶς, στήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι «ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος».

Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν κατεξοχήν «κοινωνία θεώσεως» (98), ἤτοι μία πλήρη, καθολική, ἐλεύθερη καί ἐσχατολογική κοινωνία πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό. Ἀποτελεῖ ὅμως καί τόν κατεξοχήν τόπο καί τρόπο τῆς μυστηριακῆς ἐμπειρικῆς βιώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί σωτηρίας, ἀφοῦ ὡς «σῶμα τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου»(99), ἡ Ἐκκλησία τελειώνεται ὅταν συνέρχεται γιά νά πραγματώσει τό μέγα μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας πού ἀποτελεῖ τόσο τό αἰώνιο καί ἀδιάσειστο θεμέλιό της, ὅσο τήν οὐσία καί τό «εἶναι» της. Ἔτσι, δέν δύναται νά ὑπάρξει Ἐκκλησία δίχως τή θεία Εὐχαριστία, ἀλλά οὔτε καί θεία Εὐχαριστία ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ὅσοι κοινωνοῦν ἐλεύθερα καί συνειδητά τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνονται μυστικά μέ τόν Χριστό, γίνονται «σύσσωμοι καί σύναιμοι Αὐτοῦ», «Χριστοφόροι» (100) τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί «θείας φύσεως κοινωνοί» (101). 


“Πάτερ ημών…”

Βασιλείου, Αρχιμ. Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων


Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπό τό Εὐαγγέλιο, ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, καί ἰδιαίτερα τό “Πάτερ ἡμῶν”, γιατί νομίζω εἶναι ἡ πιό χαρακτηριστική προσευχή, ἐφ’ ὅσον εἶναι “Κυριακή” προσευχή, ἡ προσευχή πού μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.


Καί νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τήν προσευχή πού Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τή ζωή πού Ἐκεῖνος ἔζησε καί μᾶς δίδαξε τόν ἴδιο τόν ἑαυτόν Του· κι αὐτό εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καί ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορά “Ἐγώ εἰμί ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα” (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καί τῆς ἀμπέλου εἶναι μιά σχέση ὀργανική καί ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τά κλήματα, ἔτσι καί ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τήν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στήν προσευχή αὐτή – ἄν τήν κάνουμε συνειδητά καί ἄν τήν ζοῦμε – νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.

Ἀλλά ἄς ἀρχίσουμε νά διαβάζουμε τήν προσευχή αὐτή καί νά τήν παρακολουθοῦμε φράση πρός φράση.

Ἡ πρώτη φράση λέει:

“Π ά τ ε ρ ἡ μ ῶ ν, ὁ ἐ ν τ ο ῖ ς ο ὐ ρ α ν ο ῖ ς”.

Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλές φορές ἀπογοητευόμαστε καί ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ’ ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει. Ἄν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τό παιδί τους ὄχι γιατί εἶναι καλό, ἀλλά γιατί εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πράγμα ἄν αὐτή τή συνείδηση τήν ἀποκτήσουμε καί νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νά ποῦμε τό Θεό Πατέρα μας. Γιατί αὐτή ἡ λέξη τά λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στό κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νά εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νά τόν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νά τά ἔχει χάσει καί νά αἰσθάνεται μόνος· ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιά ἀσφάλεια, μιά σιγουριά καί ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θά τολμοῦσα νά πῶ καί τό ἑξῆς: μήπως δέν θἆταν καλύτερα νά μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιά νά νοιώθουμε αὐτή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαρρῶ πώς κι αὐτό μποροῦμε νά τό ποῦμε. Γι’ αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στούς μακαρισμούς Του λέγει: “Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες…”. Δηλ. Μακάρι νά στερηθοῦμε τή στοργή τήν ἀνθρώπινη, νά τά χάσουμε ὅλα, γιά νά νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας.

Θυμᾶμαι μιά φορά πού εἴχαμε ρωτήσει μιά γριά στό Παρίσι, Ρωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καί αὐτή μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπό ἕνα σχοινί, καί τό σχοινί αὐτό εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτό τελικά μποροῦμε νά τό ποῦμε γιά κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιά δύναμη στή ζωή του καί ἡ δύναμη αὐτή εἶναι ὅτι ὁ Θεός τόν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στή ζωή καί ἐλπίζουμε, γιατί κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτός ὁ κάποιος εἶναι δυνατός ἄσχετα ἄν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.

“Π ά τ ε ρ ἡ μ ῶ ν, ὁ ἐ ν τ ο ῖ ς ο ὐ ρ α ν ο ῖ ς”. Πατέρας μας λοιπόν δέν εἶναι ἁπλῶς κάποιος πού μπορεῖ νά ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καί ἐκεῖ, ἀλλά εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανός γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νά νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι’ αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στόν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπό τούς πρώτους ἀσκητές τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτός ἀντέδρασε αὐθόρμητα καί λέει: “Μή βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δέν πέθανε ποτέ”!

Ἔτσι, λοιπόν, μέ τήν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καί μᾶς λέει τόν Πατέρα Του νά τόν λέμε καί δικό μας Πατέρα. Καί κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τό Θεό “Πάτερ ἡμῶν” – δέν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου – ὁπότε ὁ Θεός εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.

Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, “ἁ γ ι α σ θ ή τ ω τ ό ὄ ν ο μ ά σ ο υ, ἐ λ θ έ τ ω ἡ β α σ ι λ ε ί α σ ο υ…”.

Σ’ αὐτές τίς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τήν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ἔτσι λοιπόν, σ’ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις “Πάτερ ἡμῶν… ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου”, εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιά γραφή τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, πού ἀντί νά λέει “ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου” λέει “ἐλθέτω τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καί καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τήν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτό πού λέμε: “Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα…, καί εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν…, καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον…”.

“Ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου…”. Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νά ἁγιασθεῖ τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἄν βλέπουμε αὐτά πού λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτό τό “ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου” μποροῦμε νά τό συνδέσουμε μέ ἐκεῖνο πού λέει ὁ Κύριος: “Ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ” (Ἰω. ιζ´ 19). Καί τό “ἁγιάζω ἑμαυτόν” τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγώ θυσιάζω τόν ἑαυτό μου γιά νά ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στήν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καί ἐμεῖς λέμε “ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου”, εἶναι σάν νά λέμε, ἄς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καί ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, “ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου”, νά ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο στήν Πεντηκοστή· καί πάντοτε ἔρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά συνεχής Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ’ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τήν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νά δοῦμε σ’ αὐτές τίς τρεῖς φράσεις, καί τήν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτό πού ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τόν Οὐράνιο Πατέρα, νά στείλει δηλ. τό Πνεῦμα τό πανάγιον καί νά ποιήσει τόν ἄρτον καί τόν οἶνον Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.

Καί φθάνουμε στήν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρική φράση τοῦ “Πάτερ ἡμῶν”, καί τό κεντρικό σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καί τῆς δικῆς μας ζωῆς:

εἶναι τό “γ ε ν η θ ή τ ω τ ό θ έ λ η μ ά σ ο υ”.

Ἴσως αὐτή ἡ φράση, “γενηθήτω τό θέλημά σου”, μπορεῖ νά παρομοιασθεῖ μέ τό “Ἀμήν” τῆς ἐπικλήσεως. Καί αὐτό τό “γενηθήτω τό θέλημά σου” εἶναι ἡ κατάληξη καί ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στίς προηγούμενες φράσεις λέμε, “ἁγιασθήτω τό Ὄνομά σου”, “ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου”, “γενηθήτω τό θέλημά σου”. Ἀναφερόμαστε στό Θεό, λέμε τό ὄνομά Του νά ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νά ἔλθει, τό θέλημά του νά γίνει. Δίνουμε τά πάντα στό Θεό, καί αὐτό ἐπικυρώνεται καί ἀνακεφαλαιώνεται μ’ αὐτή τή φράση, “γενηθήτω τό θέλημά σου”.

Γιά νά καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τό “γενηθήτω τό θέλημά σου”, θά εἶναι καλά νά θυμηθοῦμε αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ’ τόν Οὐρανό: “Ἐγώ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον”. Καί τό ἄλλο πάλι πού λέει, ὅτι “ἡ κρίσις ἡ ἐμή δικαία ἐστί…”· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καί σωστή γιατί “οὐ ζητῶ τό θέλημα τό ἐμόν, ἀλλά τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός”. Καί κάτι ἄλλο: θυμᾶστε πού ὁ Κύριος συναντήθηκε μέ τή Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στόν Κύριο: “Ραββί, φάγε”· κι ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε, ὅτι “ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ἡμεῖς οὔκ οἴδατε…”. Ἐγώ ἔχω νά φάω ἕνα φαγητό τό ὁποῖο ἐσεῖς δέν ξέρετε. “Ἐμόν βρῶμα ἐστίν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον”.

Αὐτό, λέει, πού ἐμένα μέ τρέφει εἶναι νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καί νομίζω ὅτι αὐτό εἶναι τό βασικό πράγμα τό ὁποῖο καθορίζει τή ζωή τοῦ Κυρίου καί τή ζωή τή δική μας. Γι’ αὐτό βλέπουμε τόν Κύριο στή συνέχεια, τήν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τήν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας – θἄλεγε κανείς τήν ὥρα ἑνός δυνατοῦ σεισμοῦ πού τά πάντα δοκιμάζονται, καί ὁ Κύριος “γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο” – νά λέει “Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τό ποτήριον παρελθεῖν ἀπ’ ἐμοῦ ἐάν μή αὐτό πίω, γενηθήτω τό θέλημά σου” (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτό πού μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νά λέμε, καί ἐκεῖνος τό εἶπε στή δύσκολη στιγμή καί προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλά παντοκρατορικά πρός τό πάθος ἀκριβῶς γιατί λέγοντας, “ὄχι τό δικό μου θέλημα, ἀλλά τό δικό σου νά γίνει”, ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καί προχωρεῖ.

Δέν θἆταν ἄσχημα νά πᾶμε τώρα γιά μιά στιγμή καί στή δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στή ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλά σέ μιά στιγμή μπορεῖ νά περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν περάσει τή Γεθσημανῆ του. Καί τήν ὥρα πού τά πάντα καταρρέουν, τότε μόνο τά πάντα ἀνασταίνονται, καί τότε μόνο καταλαβαίνει κανείς αὐτό πού εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τό νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός καί ὄχι τό δικό μου, αὐτό εἶναι πού μέ τρέφει. Ἐκείνη τή στιγμή πού τά πάντα καταστρέφονται καί δέν ὑπάρχει καμμιά ἐλπίδα πουθενά καί κανένα φῶς, καί τά πάντα εἶναι σκεπασμένα μέ σκοτάδι, ἄν ὁ ἄνθρωπος πεῖ – Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιά ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καί προχωρεῖ παντοκρατορικά καί σεμνά πρός τήν ὁδό, πρός τή διάβαση, πρός τό Πάσχα πού εἶναι ὁ Χριστός, σέ μιά ἐξέλιξη πού δέν σταματᾶ ποτέ. Καί τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θά εὐχαριστεῖ κανείς τό Θεό ὄχι γιά τίς εὐκολίες, ἀλλά γιά τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καί γιά τή Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τόν ἀνάγκασε, μέσα στήν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νά πεῖ τό λογισμό του ἐλεύθερα, νά καταλήξει στό: “Θεέ μου, νά γίνει τό δικό σου θέλημα”.

Νομίζω ὅτι αὐτό τό “γενηθήτω τό θέλημά σου” μοιάζει μέ τό “γενηθήτω” τό δημιουργικό (αὐτό πού λέει ὁ Κύριος, “Εἶπε καί ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καί ἐκτίσθησαν”), καί μέ τό λειτουργικό γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεύς ἱερουργεῖ τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί παρακαλεῖ τόν Πατέρα νά καταπέμψει τό Ἅγιο Πνεῦμα καί νά ποιήσει τόν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καί τό ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καί λέει τό Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τό μυστήριο. Ὑπάρχει μιά σχέση μεταξύ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καί τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητά πεῖ, Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί σέ μένα, μοιάζει καί μέ αὐτό πού εἶπε ἡ Παρθένος στόν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: “γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου”· νά γίνει σέ μένα, στήν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατά τό ρῆμα σου· Θεέ μου, νά γίνει κατά τό θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καί παίρνει μιά ἄλλη δύναμη.

Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στό Θεό, νά γίνει Θεός κατά χάριν, καί νά δημιουργήσει ἐκ τοῦ μή ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καί ὁ νεκρός παίρνει νέα ζωή καί προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφή πραγματική τό νά καταλήξει νά πεῖ ἤρεμα, “Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου καί ὄχι τό δικό μου”.

Γι’ αὐτό βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινός θεολόγος δέν εἶναι αὐτός πού πάει στό πανεπιστήμιο καί παίρνει ἄριστα ἐπειδή θυμᾶται μερικές χρονολογίες καί μερικά ὀνόματα ἤ γράφει μιά ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινός θεολόγος πού γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καί ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτός ὁ ὁποῖος στή δύσκολη στιγμή λέγει: μή τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεός μπαίνει μέσα του, τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο τόν κάνει θεολόγο, τόν κάνει θεό κατά χάριν καί προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μέ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καί ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καί ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος ἀλλά καί παντοδύναμος μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τά προβλήματα εἶναι λυμένα ἤ ἀνοικτά. Γι’ αὐτό ἄν τυχόν περνᾶμε δυσκολίες ἄς λέμε τό λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανείς νά ἐκφρασθεῖ, ἄς ἐκφρασθεῖ, γιατί ὁ Θεός εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλά στή συνέχεια ἄς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγώ δέν ξέρω, ἐσύ ξέρεις, ἐσύ μέ ἀγαπᾶς πιό πολύ ἀπό ὅ,τι τούς ἀγαπῶ ἐγώ καί πιό πολύ ἀνήκουν σέ σένα ὅλοι ἀπ’ ὅ,τι ἀνήκουν σέ μένα. Ὁπότε ἄς γίνει τό θέλημά σου. Ἄν τυχόν τό θέλημά σου ἐξωτερικά φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιά θεοθέλητη καταστροφή παρά ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μέ τήν ἀνθρώπινη βούληση, πού εἶναι ἀληθινό χαντάκωμα καί ἀληθινή καταστροφή. Τότε τό “γενηθήτω τό θέλημά σου” εἶναι ἡ φράση πού μᾶς τρέφει καί μᾶς ἀνασταίνει σέ ἕνα ἄλλο χῶρο.

Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, “ὡ ς ἐ ν ο ὐ ρ α ν ῷ κ α ί ἐ π ί τ ῆ ς γ ῆ ς”.

Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τόν καθένα μας ὑπεύθυνα γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δέν λέει, “Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου στή ζωή μου”, ἀλλά νά γίνει τό θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς, νά γίνει σ’ ὁλόκληρη τή γῆ. Θυμᾶμαι σ’ ἕνα νησί, στήν Κῶ, πού εἶχα πάει μιά φορά εἶχα δεῖ μιά γριούλα. Μοῦ λέει, “Ἐγώ δέν ξέρω γράμματα καί δέν ξέρω νά κάνω καμιά προσευχή, μά οὔτε τό Πιστεύω μπορῶ νά πῶ οὔτε τό Πάτερ ἡμῶν. Γι’ αὐτό, τό βράδυ ὅταν πέσω νά κοιμηθῶ, κάνω τό σταυρό μου καί παρακαλῶ ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλον τόν κόσμο”. Μέ ρωτᾶ, “Καλά κάνω;” Τῆς λέω, “Καλά κάνεις”.

Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τό μυστικό τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καί ἐπειδή ζοῦσε μέσα στήν Ἐκκλησία, καί ἐπειδή εἶχε τή χάρη τοῦ Χριστοῦ πού κυκλοφοροῦσε μέσα στήν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμός τῆς ἀμπέλου πρός τό κλῆμα, γι’ αὐτό, χωρίς νά ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτό τό ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεός νά ξημερώσει μέ τό καλό ὅλο τόν κόσμο. Ἔτσι λοιπόν λέμε “ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς”.

Παρακάτω λέμε, “τ ό ν ἄ ρ τ ο ν ἡ μ ῶ ν τ ό ν ἐ π ι ο ύ σ ι ο ν”.

Ὅταν φθάσουμε στό σημεῖο νά περάσουμε τή Γεθσημανῆ καί νά ποῦμε στή δύσκολη στιγμή, “Θεέ μου, γενηθήτω τό θέλημά σου” καί δέν δυσανασχετοῦμε, δέν ἀγανακτοῦμε, ἀλλά αὐτό τό δεχόμαστε μέ καρτερία καί ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανό τό πνευματικό μας στομάχι νά χωνέψει τήν ὄντως τροφή. Καί ἡ ὄντως τροφή πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: “Ἐγώ εἰμί ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τίς φάγη ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα” (Ἰω. στ´ 51). Ἐγώ εἶμαι ὁ ἀληθινός ἄρτος, ὁ ζωντανός, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό· καί ἄν κανείς φάει ἀπ’ αὐτόν τόν ἄρτο θά ζήσει καί δέν πρόκειται νά πεθάνει. Δηλ. παίρνει ἀπό τώρα μιά δύναμη καί μιά χάρη, ἡ ὁποία τόν βοηθᾶ νά ξεπεράσει τό θάνατο· ἤδη ἀπό τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στήν αἰώνια ζωή.

Γι’ αὐτό ὅταν λέει ὁ Κύριος, “τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον”, τί ἀκριβῶς θέλει νά πεῖ; Καί λένε οἱ Πατέρες ὁ “ἐπιούσιος” σημαίνει ὁ ἄρτος πού ἀφορᾶ τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἤ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καί ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς ἀξιώσει τῆς “ἐπιούσης ἡμέρας”, τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά μᾶς Τόν δώσει σάν τροφή ἀληθινή ἀπό σήμερα. Καί ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ’ αὐτό τόν κόσμο, ὁ ἀληθινός ἄρτος πού θά μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς “ἐπιούσης ἡμέρας”, ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καί βασιλείας.

“Κ α ί ἄ φ ε ς ἡ μ ῖ ν τ ά ὀ φ ε ι λ ή μ α τ α ἡ μ ῶ ν ὡ ς κ α ί ἡ μ ε ῖ ς ἀ φ ί ε μ ε ν τ ο ῖ ς ὀ φ ε ι λ έ τ α ι ς ἡ μ ῶ ν”.

Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τήν προσευχή τοῦ Κυρίου πού εἶπε γιά τούς σταυρωτές του: “Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι” (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τούς συγχώρεσε καί ἐπειδή δέν ὑπῆρχε καμιά δικαιολογία γι’ αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιά δικαιολογία γι’ αὐτούς, ὅτι δέν ξέρουν τί κάνουν.

“Καί ἄφες ἡμῖν…, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν…”. Ἡ φράση αὐτή ἔχει κάτι λίγο πιό ἀπαιτητικό. Δέν μᾶς λέει ὁ Κύριος νά παρακαλοῦμε τό Θεό Πατέρα νά μᾶς βοηθήσει νά συγχωροῦμε τούς ἄλλους, ἀλλά λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καί λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σάν νά λέμε στό Θεό Πατέρα νά λάβει ἐμᾶς σάν ὑπόδειγμα καί νά μᾶς συγχωρήσει καί ἐμᾶς.

Ἀλλά ἄν τυχόν ἐμεῖς δέν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δέν γίνεται, τό εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: “Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν” (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νά πηγαίνουμε στά Κατηχητικά, μπορεῖ νά πηγαίνουμε στίς ὁμιλίες, στήν ἐκκλησία, νά κοινωνοῦμε καί νά προχωροῦμε στήν πνευματική ζωή, μπορεῖ νά κάνουμε θαύματα, καί ὅμως νά μή συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλά ἐάν δέν συγχωροῦμε δέν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.

Στό σημεῖο αὐτό θἄθελα νά θυμηθοῦμε κάτι πού ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός στούς ἀνθρώπους πού ἀπευθυνόταν: “Πονάω γιατί δέν ἔχω χρόνο νά σᾶς δῶ ὅλους χωριστά τόν καθένα σας καί νά ἐξομολογηθεῖτε καί νά μοῦ πεῖτε τά παράπονά σας καί νά σᾶς πῶ καί ἐγώ ὅ,τι μέ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλά ἐπειδή δέν μπορῶ νά σᾶς δῶ ὅλους, θά σᾶς πῶ μερικά πράγματα τά ὁποῖα πρέπει νά ἐφαρμόσετε. Κι ἄν αὐτά ἐφαρμόσετε θά προχωρήσετε καλά. Τό πρῶτο εἶναι νά συγχωρᾶτε τούς ἐχθρούς σας”. Καί γιά νά τούς κάνει νά καταλάβουν τί ἤθελε νά πεῖ, τούς δίνει ἕνα παράδειγμα: “Ἤλθαν δύο νά ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: “Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τόν καλό δρόμο. Ζῶ στήν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τά καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρό ἐλαττωματάκι, ὅτι δέν συγχωρῶ τούς ἐχθρούς μου”. Καί λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, “Ἐγώ, αὐτόν τόν ἀποφάσισα γιά τήν κόλαση, κι εἶπα “ὅταν πεθάνει θά τόν πετάξουν στό δρόμο νά τόν φᾶνε τά σκυλιά””. Μετά ἀπό λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καί μοῦ λέει: “Ἐγώ ἀπό μικρός πῆρα τό στραβό δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σάν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλό ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου”. Καί λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, “ἐγώ κατέβηκα, τόν ἀγκάλιασα, τόν φίλησα καί τοῦ εἶπα σέ τρεῖς μέρες νά κοινωνήσει”.

Αὐτός πού εἶχε ὅλα τά καλά, μέ τήν κακότητα νά μή συγχωρεῖ τόν ἐχθρό του, ὅλα αὐτά τά μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καί βάζουμε λίγο προζύμι καί κουφίζει ὅλο τό ζυμάρι. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ὁ ἄλλος πού ἔχει κάνει ὅλα τά κακά, συγχωροῦσε τόν ἐχθρό του· αὐτό ἔδρασε μέσα σ’ ὅλα αὐτά σάν μιά φλόγα κεριοῦ καί τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτό εἶναι βασικό. Καί πολλές φορές ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιά ἀποφορά ἀντί νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καί δέν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νά συγχωροῦμε, λοιπόν. Νά μήν κρατήσουμε καμιά κακότητα γιά κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θά προχωρήσει μπροστά. Ἄν αὐτό δέν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, “ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν”. Ἕνα ἐλάχιστο πράγμα φτάνει γιά νά σέ βάλει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καί ἕνα ἐλάχιστο πράγμα μπορεῖ νά βρωμίσει ὅλη τή ζωή μας.

“Κ α ί μ ή ε ἰ σ ε ν έ γ κ η ς ἡ μ ᾶ ς ε ἰ ς π ε ι ρ α σ μ ό ν, ἀ λ λ ά ρ ῦ σ α ι ἡ μ ᾶ ς ἀ π ό τ ο ῦ π ο ν η ρ ο ῦ”.

Λέμε, “μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν”, καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, “Πᾶσαν χαράν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις” (Ἰάκ. α´ 2). Τήν ἀπορία μᾶς τήν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπό τή μιά μεριά ἔχουμε τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς πού γεννοῦν τήν ἁμαρτία· σ’ αὐτούς παρακαλοῦμε τόν Κύριον νά μήν ἐπιτρέψει νά μποῦμε καί νά παρασυρθοῦμε. Ἀπ’ τήν ἄλλη μεριά ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοί καί δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καί ὀδυνηροί πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τήν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τήν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νά μήν πέσουμε στούς πρώτους πειρασμούς, τούς ἡδονικούς καί προαιρετικούς, ἀλλά ἄν τυχόν πέσουμε στίς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νά τίς δεχόμαστε μέ κάθε χαρά, γιατί αὐτοί οἱ πειρασμοί φέρνουν τήν γνώση, τήν ταπείνωση, τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί θυμᾶστε αὐτό πού λέει στό Γεροντικό: “ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος”. Ἄν βγάλεις ἀπό τή ζωή μας τούς πειρασμούς, αὐτές τίς δοκιμασίες, κανείς δέν πρόκειται νά σωθεῖ.

“…ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ”. Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τό “Πάτερ ἡμῶν”. Ὁ Θεός εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δέ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξύ τοῦ πονηροῦ καί τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρός δέν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τόν πρῶτο Ἀδάμ στόν Παράδεισο οὔτε τό δεύτερο Ἀδάμ, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στήν ἔρημο. Καί λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι “τό γένος τοῦτο ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ” (Μαρκ. θ´ 29). Δέν μποροῦμε νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τόν πονηρό παρά μέ τήν προσευχή καί τή νηστεία. Δέν φεύγει ὁ πονηρός μέ τή λογική ὅπως δέν φεύγει τό καρκίνωμα μέ τίς ἀσπιρίνες. Δέν φεύγει ὁ διάβολος μέ τίς ἐξυπνάδες. Λέγει καί ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δέν μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα μέ τό μικρότερο διάβολο. Γι’ αὐτό δέν πρέπει νά ἀρχίζομε συζήτηση μέ τόν πονηρό. Ἄς τόν ἀφήνουμε καί νά φεύγουμε.

Τό θέμα στήν πνευματική ζωή εἶναι νά ἀποκτήσουμε τή διάκριση τήν πνευματική, νά ξεκαθαρίζουμε τά πράγματα ἄν κάτι εἶναι ἀπό τό Θεό ἤ ἀπό τό διάβολο. Μά θά πεῖ κανένας: Ἐγώ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νά ἀποκτήσω αὐτή τή διάκριση; Νομίζω τά πράγματα εἶναι ἁπλά ἐάν τυχόν κάνουμε συνειδητά αὐτή τήν προσευχή πού μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νά ἀρχίσουμε ἀπό πίσω: ἐάν συγχωροῦμε τούς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐάν τρεφόμεθα μέ τόν οὐράνιον ἄρτον· ἐάν στή δύσκολη στιγμή λέμε, “Θεέ μου, νά γίνει τό θέλημά σου” καί ἐάν νοιώθουμε τό Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολύ ἀδύνατοι, θά εἴμαστε ταυτόχρονα καί πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τό θέλημά μας καί δέν συγχωροῦμε τόν ἄλλο, τότε τόν διάβολο ἀπό μυρμήγκι τόν κάνουμε λιοντάρι καί δέν μποροῦμε νά τά βγάλουμε πέρα μέ καμιά δύναμη. Ἀντίθετα, ἐάν λέμε: τό θέλημα τοῦ Θεοῦ νά γίνει, ἐγώ δέν ξέρω τίποτα· ἄν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἄν τή στιγμή πού μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι δέν κρατᾶμε καμιά κακότητα γι’ αὐτόν πού μᾶς σκότωσε καί λέμε ἔχει ὁ Θεός, δέν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καί μπορεῖ νά τά βγάλει πέρα καί ὁ διάβολος μπροστά του εἶναι μυρμήγκι. Καί προχωρεῖ ἐλεύθερα.

Θυμᾶστε, στή Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος “γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο” καί εἶπε “οὐ τό ἐμόν θέλημα γενέσθω”, ἀναφέρεται ἐκεῖ στήν Ἁγία Γραφή ὅτι, “ὤφθη δέ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ’ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτό” (Λουκ. κβ´ 43). Καί ἐπίσης ὅταν στήν ἔρημο εἶπε, “ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τόν Θεόν σου προσκυνήσεις καί αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις”, τότε τόν ἄφησε ὁ διάβολος “καί ἰδού ἄγγελοι προσῆλθον καί διηκόνουν αὐτῷ” (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καί σ’ ἐμᾶς· ἄν λέμε τήν προσευχή αὐτή, ἄν ζοῦμε τή ζωή αὐτή, ὁ πονηρός φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματική ἔρχεται μέσα μας καί ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καί μποροῦμε νά νοιώσουμε αὐτή τή συντροφιά τῶν ἀγγέλων· καί μποροῦμε ἀπό τώρα νά ζήσουμε στόν Οὐρανό· καί μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε αὐτές τίς φράσεις τίς κυριακές καί νά ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε “ἀγγελόκτιστη”, “Θεοσκέπαστη”. Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρός γίνεται μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος…

Ορθόδοξη Εκκλησία και παγκοσμιοποίηση

Δεληκωσταντή Κωνσταντίνου
Η παιδεία ως πολιτισμός του προσώπου,
Αθήνα 2009, εκδ. Έννοια, σελ. 151-155

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα δεδομένα. Καλείται και αυτή να αναπτύξει τις δικές της πρωτοβουλίες απέναντι στην πρόκληση της παγκο­σμιοποίησης, με τις οποίες έχει μοναδική ευκαιρία να εκφράσει δυναμικά την ανεκτίμητη πνευματική της κληρονομιά, να την υπενθυμίσει στη λοιπή χριστιανοσύνη, στις άλλες θρησκείες και στην παγκόσμια κοινωνία, και μέσα από όλα αυτά, να συνειδητοποιήσει, να κατανοήσει και να προβάλει βαθύτερα την οικουμενική της διάσταση (1) . Η Εκκλησία δεν μπορεί να αδιαφορεί για τον κόσμο, να α­γνοεί τις απαιτήσεις των καιρών, τις επιρροές του πολιτισμού και των πολιτισμών, τα προβλήματα, τις αντιφάσεις αλλά και τις προοπτικές κάθε ιστορικής εποχής, στην ο­ποία καλείται να ζήσει. Δεν επιτρέπεται η Εκκλησία να κλείνεται στον εαυτό της απορρίπτοντας και δαιμονοποιώντας τον κόσμο, να δραπετεύει από την ιστορία και το πολιτισμικό γίγνεσθαι και να μετατρέπεται σε λατρευτι­κό γκέτο. Η εσχατολογική φύση της Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να οδηγεί σε αντικοινωνικό και αντιιστορικό εσχατολογισμό, η άλλη όψη του οποίου είναι συχνά η υπο­ταγή της Εκκλησίας στην εκάστοτε κοσμική εξουσία.
Φυσικά, η Εκκλησία δεν επιτρέπεται, στην εγκόσμια μαρτυρία και δράση της, να ταυτίζεται με τον κόσμο και να εκκοσμικεύεται. Η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι να αναλύει και να προγραμματίζει, να συνεδριάζει και να αποφασίζει, να οργανώνεται κατά τα πρότυπα των σύγ­χρονων οργανισμών, να προσαρμόζεται στο πνεύμα των καιρών, να «εκσυγχρονίζεται». Πώς να εκσυγχρονίσει κα­ ν είς το σταυρό, την ευλογημένη άσκηση, το ευχαριστιακό ήθος, την αναστάσιμη ελπίδα;

Συνεπώς, το μέλλον της Ορθοδοξίας δεν είναι ο ορθοδοξισμός, το στένεμα και η αντιοικουμενικότητα, η μονοφυσιτίζουσα άρνηση του κόσμου, η αδυσώπητη κριτική ή η δαιμονοποίηση του κόσμου. Δεν είναι, όμως, ούτε η νεστοριανίζουσα ταύτιση με τον κόσμο, με τον πολιτισμό και την ιστορία. «Ο ρόλος της Εκκλησίας» είναι, όπως γράφει ο Χρήστος Γιανναράς, «να συνεχίζει μέσα στους αιώνες την χαλκηδόνεια δυναμική της πρόσληψης και της μεταμόρφωσης» (2) .

Η απάντηση της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο είναι η πιστότητα της Εκκλησίας στην ίδια την αλήθειά της, η συ­νεπής ανάπτυξη και ανάδειξη του ευχαριστιακού και εσχατολογικού χαρακτήρα της. Ο κόσμος ελευθερώνεται, αν η Εκκλησία παραμένει πιστή στην αποστολή της, συνε­χίζοντας το έργο του Χριστού, προσλαμβάνοντας, μεταμορφώνοντας, καινοποιώντας τον κόσμο, απελευθερώνοντας τη ζωή και την ιστορία από την ειδωλολατρική αυτοερμη­νεία και αυτονοηματοδότησή τους, μεταμορφώνοντας ο­λόκληρη τη δημιουργία σε «κοσμική λειτουργία».

Όλα αυτά ισχύουν και για τη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Ως ευχαρι­στιακή και εσχατολογική κοινότητα, η Εκκλησία καλείται να διακονήσει σήμερα τον άνθρωπο, καλείται να μεταδώ­σει στον «παντοπόρο άπορο» σύγχρονο άνθρωπο το ευ­αγγέλιο της θεοπόρου χριστιανικής ύπαρξης, να αρθρώ­σει τη δική της πρόταση ζωής και ελευθερίας, τη δική της ιεράρχηση αξιών, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η ε­λευθερία του ανθρώπινου προσώπου. Ο πολιτισμός του προσώπου είναι το ήθος που εκφράστηκε ανυπέρβλητα στην προσωποδιάστατη βυζαντινή ναοδομία, η αλήθεια που βιώνεται καθημερινά μέσα στην ολόφωτη εκκλησια­στική λατρεία. Είναι το φως της Λαμπρής, το αναμμένο καντήλι και η εικόνα που προσκυνείται στο εικονοστάσι του σπιτιού – είναι οι γιορτές που ομορφαίνουν το χρόνο της ζωής μας, είναι η εν Χριστώ ζωή ως ευχαριστία, κοι­νωνία και σχέση. Είναι το «φυλάττειν τον τόπον και τον τρόπον», το ασκητικό όχι στο ακόρεστο κυνηγητό της ευ­τυχίας, στο σύγχρονο πανδαιμόνιο του ευδαιμονισμού και στην αποθέωση των συνεχώς διευρυνόμενων αναγκών. Είναι η ελευθερία του προσώπου (3) , η ίδια η δυναμική της εν Χριστώ ζωής, που εκφράζεται ως το «συν της αγάπης», ως αληθεΰειν εν αγάπη, ως μετέχειν και κοινωνείν. Δεν υπάρχει ελευθερία στο έχειν και στην κτητική στάση, ορθόδοξος άνθρωπος-κοινωνός αντιστέκεται τόσο στον ατομοκεντρικό ευδαιμονισμό και στον αυτάρεσκο δικαιωματισμό της αυτονομίας, που ανοίγουν αβύσσους μεταξύ των ανθρώπων, όσο και στην καταρράκωση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις σύγχρονες απρόσωπες, γιγαντιαίες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές, μέσα στο λαβύρινθο του διαδικτύου και στην ηλεκτρονική οργάνωση της «κοινωνίας της πληροφορίας».

Αυτό τον πολιτισμό του προσώπου καλείται η Εκκλη­σία μας να προβάλλει αυθεντικά στην εποχή της παγκο­σμιοποίησης, αυτού του εκρηκτικού μίγματος δυτικού ατομοκεντρισμού, οικονομικού φονταμενταλισμού, τεχνο­κρατίας, αποθέωσης της αποτελεσματικότητας, της χρηστικότητας και της πληροφορίας, του ακόρεστου ευδαι­μονισμού και της καταναλωτικής υστερίας των ατόμων και των μαζών. Είναι προφανές ότι το μόρφωμα αυτό δημιουργεί μια δυναμική απανθρωπισμού του ανθρώπου, απώλειας ανεκτίμητων παραδόσεων του χριστιανικού προσωποκεντρισμού, απαξίωσης των πνευματικών αξιών και του πολιτισμού της αλληλεγγύης, απώλειας της ευχα­ριστιακής σχέσης με την κτίση, καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος κ.ο.κ. «Ο λόγος του Ευαγγελίου “Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος”» (Μτθ. 4,4), έλεγε ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο Παγκόσμιο Οικονομικό φόρουμ του Davos στις 2-2- 1999, « πρέπει να κατανοηθεί ευρύτερα. Δεν είναι δυνατόν να ζήσουμε αποκλειστικά μόνον από την οικονομική α­νάπτυξη, αλλά οφείλουμε να ζητούμε το “ρήμα τό έκπορευόμενον έκ στόματος Θεού” (Μτθ. 4,4), τουτέστιν τις αξίες και τις αρχές που υπερβαίνουν τα οικονομικά ζη­τήματα. ΄Απαξ και το αποδεχθούμε αυτό, η οικονομία γί­νεται διάκονος της ανθρωπότητας, όχι κύριός της ». Ού­τως ή άλλως, είναι ουτοπικό να πιστεύουμε ότι η προτε­ραιότητα της οικονομίας της αγοράς ή η μετατροπή της παγκόσμιας κοινωνίας σε ενιαία γιγαντιαία αγορά, θα ο­δηγήσει σε ένα ειρηνικό κόσμο. Οι σύγχρονες πολιτισμι­κές συγκρούσεις και οι αγώνες για τη διάσωση των πολι­τιστικών ταυτοτήτων άλλα αποκαλύπτουν.

Η Εκκλησία οφείλει να διαποτίζει το σύγχρονο πολι­τισμό με το πνεύμα της «αλήθειας ως κοινωνίας», να εν­σαρκώνει τη φωτεινή χριστιανική οικουμενικότητα, που είναι ένας πολιτισμός κοινωνίας και ετερότητας. Η Ορ­θοδοξία, όπως τονίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάν­νης, « με άξονα την έννοια του προσώπου μπορεί να δεί­ξει προς μια παγκοσμιότητα που θα σέβεται τη διαφορά και την ετερότητα, που δεν φοβάται τον άλλο, όσο δια­φορετικός και αν είναι αυτός, ακόμη και στη θρησκεία του, αλλά θα τον αγκαλιάζει ως αδελφό » (4). Μόνον άνθρωποι που έχουν ταυτότητα, είναι σε θέση να σεβαστούν τη δια­φορετικότητα, την ταυτότητα του άλλου. Γι’ αυτό και η δι­ατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας των ανθρώπων είναι προϋπόθεση της επικοινωνίας και της παγκοσμιότητας. Όπως τονίζει ο Γεώργιος Μαντζαρίδης, «η παγκόσμια κοινωνία δεν οικοδομείται με την ομογενοποίηση των θρώπων, αλλά με την ανύψωσή τους ως προσώπων» (5) .

Επίλογος

Το καίριο ερώτημα για μας τους ορθόδοξους σήμερα είναι: Τι σημαίνει να είσαι ορθόδοξος χριστιανός κάτω από τις συνθήκες και τα δεδομένα της παγκοσμιοποίη­σης, να είσαι έμπρακτα ορθόδοξος, όχι ιδεολογικά, χω­ρίς αντίκρισμα στον τρόπο του βίου σου; Πραγματικά, όπως λέγει και ο Χρήστος Γιανναράς, αυτό το οποίο ζούμε εμείς οι χριστιανοί ως Εκκλησία, ως ευχαριστιακή και εσχατολογική «κοινωνία των σχέσεων» (6) , δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη ζωή μας μέσα στον κόσμο σε όλες τις διαστάσεις της· δεν μπορεί αυτοί που έχουν κοινωνήσει τη Ζωή μέσα στην Ευχαριστία να μη ζουν ευχαριστιακά, να μη βιώνουν τη δράση τους στον κόσμο ως «λειτουργία μετά τη λειτουργία», φυσικά όχι χωρίς την ένταση της διαλεκτικής του «ήδη» και «όχι ακόμη» της Βασιλείας του Θεού. Ο ορθόδοξος πιστός, ως εκκλησιαστική ύπαρ­ξη που αντλεί την πληρότητα της ταυτότητάς της από τα Έσχατα, δεν μπορεί να παραμένει κλεισμένος στην αυτάρκεια μιας ατομικής πίστης και βεβαιότητας, να είναι εσωστρεφής, αδιάφορος και υποτονικός, αλλά είναι φλε­γόμενος άνθρωπος, δημιουργικός και αγαπητικός, ανοι­κτός, άνθρωπος με νεανική πνοή, όλος φως. «Ύμείς έστε το φως του κόσμου. Ου δύναται πόλις κρυβήναι εέπάνω όρους κείμενη. Ουδέ άπτουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ’ επί την λυχνίαν και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία» (Μτθ. 5,14-15). «Κλειστή» και σκυθρωπή Ορ­θοδοξία είναι λύχνος τοποθετημένος «υπό τον μόδιον».

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) Βλ. Ν. Μουζελης, «Κοσμοπολιτισμός: Η παγκοσμιοποίηση των αξιών και οι εχθροί τους – Η πρόκληση της Ορθοδοξίας», στο έργο: Ισλάμ και φονταμενταλισμός. Ορθοδοξία και παγκοσμιοποίηση , σσ. 107-116.

(2) X. Γιανναρας , «Το εμπερίστατο της Ορθοδοξίας και, η αποστολή της στο ά­μεσο μέλλον», στο έργο: Το εμπερίστατο της Ορθοδοξίας και η αποστολή της στο άμεσο μέλλον , Παγκρήτιο Θεολογικό Συνέδριο (21-23 Οκτωβρίου 1993), Σύνδεσμος Κρητών Θεολόγων, εκδ. Πατριαρχικού Πνευματικού Κέντρου «΄Αγιος Ραφαήλ», Σπήλι Ρεθυμνης, χ.χρ., σσ. 186-200, εδώ σ. 196.

(3) Βλ. Κ. Δεληκωςταντης, Το ήθος της ελευθερίας. Φιλοσοφικές απορίες και θεολογικές αποκρίσει ς, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1997.

(4) Ι. Δ. Ζηζιουλας, Πολιτιστικές ταυτότητες και παγκοσμιοποίηση , σ. 31.

(5) Γ . I. Μαντζαριδης, Παγκοσμιοποίηση και παγκοσμιότητα, σ. 28.

(6) X. Γιανναρας, «Το εμπερίστατο της Ορθοδοξίας και η αποστολή της στο άμεσο με’λλον», σ. 188.

Η Ναοδομία: Ιστορική και θεολογική θεώρηση

Ο χώρος τέλεσης του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας αποτέλεσε, όπως ήταν φυσικό, από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, χώρους ιδιαίτερης μέριμνας για τη χριστιανική κοινότητα. Αρχικά ήταν χώροι ιδιωτικοί, αίθουσες ενταγμένες στην αστική αρχιτεκτονική κάθε περιοχής. Τις α ρχαιότερες μαρτυρίες για τους χώρους προσευχής και λατρείας (ευχαριστιακής σύναξης) των πρώτων χριστιανών παρέχουν οι Πράξεις των Αποστόλων (1,13-14, 2,1.42). Με την πάροδο τοΰ χρόνου, κυρίως από το τέλος του 2 ου αιώνα, καθιερώθηκαν μόνιμοι χώροι που, για τις ανάγκες της λατρείας, έλαβαν σταδιακά ιδιαίτερη εσωτερική διαμόρφωση. Είναι γνωστοί με την ονομασία κυρίως «εκκλησία», «οίκος Θεού», «οίκος Κυρίου», «κυριακόν». Στη Ρώμη ονομάζονταν tituli , α πό την πινακίδα της εισόδου, όπου ήταν γραμμένο το όνομα του ιδιοκτήτη της οικίας. Εύκτήριοι οίκοι έχουν επισημανθεί αρκετοί σε διάφορες περιοχές, όπως στην Ελλάδα π.χ. στο Δίον, αρχαία πόλη στους βόρειους πρόποδες του Όλύμπου, και κοντά στο Ασκληπιείο της Δήλου, στη Μεσοποταμία, στην ελληνιστική πόλη της Δούρα Ευρωπού, και οι περισσότεροι στη Ρώμη.


Στη Μεσοποταμία, στη δυτική όχθη του Ευφράτη ποταμού, στη Δούρα Ευρωπό, οι ανασκαφές έφεραν στο φως τη σημαντικότερη κατ’ οίκον Εκκλησία. Πρόκειται για μία ελληνιστικού τύπου οικία, που διέθετε αρκετά δωμάτια διατεταγμένα γύρω από μια αυλή. Για τις ανάγκες τη s λατρείας δύο συνεχόμενα δωμάτια της νότιας πλευράς ενώθηκαν και αποτέλεσαν ένα ενιαίο χώρο (13χ15μ.). Στην ανατολική πλευρά της αίθουσας ανακαλύφθηκε μία εξέδρα, όπου πιθανόν θα ήταν τοποθετημένος ο θρόνος του επισκόπου, ίσως φορητός και ξύλινος. Η μετατροπή αυτή τοποθετείται πιθανότατα, σύμφωνα με ένα χάραγμα στο κονίαμα γύρω στο 231/232. Δέκα χρόνια περίπου μετά, στη βορειοδυτική γωνία του σπιτιού, ένα δωμάτιο μετατράπηκε σε βαπτιστήριο. Απέκτησε ορθογώνια κτιστή κολυμβήθρα με κιβώριο πάνω απ’ αυτή. Το βαπτιστήριο διακοσμήθηκε με τοιχογραφίες, που περιελάμβαναν θέματα σχετικά με το Βάπτισμα και τη διδασκαλία της Εκκλησίας γι’ αυτό.

Μετά το διάταγμα των Μεδιολάνων, το 313, με την ισότιμη με τις άλλες θρησκείες της ρωμαϊκής αύτοκρατορίας αναγνώριση της χριστιανικής θρησκείας, αρχίζει και η μεγάλη έποχή για την χριστιανική τέχνη. Στη βασιλεία ιδιαίτερα του Μ. Κωνσταντίνου, ο Χριστιανισμός, μία έπίσημα αναγνωρισμένη θρησκεία με μεγάλη διάδοση σε όλη την αύτοκρατορία, μέσα ακόμη και στην αυτοκρατορική αυλή, θα αποκτήσει τη μνημειακή εκκλησιαστική αρχεκτονική του. Ένας σημαντικός αριθμός χριστιανικών ναών θα ιδρυθεί, πολλοί από τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τη μητέρα του, την άγία Ελενη, στην Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη, το Μιλάνο, τους Αγί ous Τόπους και τη βόρεια Αφρική. Δυστυχώς από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου πολύ λίγα δείγματα της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής έχουν διασωθεί. Η πρώτη αυτή χριστιανική αρχιτεκτονική του 4 ου αιώνα χρησιμοποιεί, όπως ήταν φυσικό, τύπους και μορφές οικείους στο ελληνορωμαϊκό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε ο Χριστιανισμός. Σταδιακά και, κυρίως, από την εποχή του Ιουστινιανού και εξής, η Χριστιανική Ναοδομία θα προχωρήσει σε αρχιτεκτονικές συνθέσεις περισσότερο πρωτότυπες και, καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο, νέοι ἀρχιτεκτονικοί τύποι ναών θα προέλθουν από τη σύνθεση προηγούμενων και θα εφαρμοσθούν με καταπληκτική ποικιλία. Έτσι κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο, θα χρησιμοποιηθεί ο τύπος της Βασιλικής με τις διάφορες παραλλαγές της, τα περίκεντρα κτίρια με ποικίλες έπίσης παραλλαγές και τέλος, την εποχή του Ιουστινιανού, η Βασιλική με τρούλο, με κορυφαίο μνημείο την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη.

Η εποχή του Ιουστινιανού είναι για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική περίοδος μεγάλης αλλαγής. Δεν πρόκειται για μεταβολή στις μορφές η υιοθέτηση νέων στοιχείων, αλλά για αλλαγή στη σύνθεση της κάτοψης του ναού και τη στέγαση. Η δρομική Βασιλική, ο τύπος που κυριάρχησε τους προηγούμενους αιώνες στη Χριστιανική Ναοδομία Ανατολής και Δύσης, θα λάβει στην Ανατολή νέα μορφή και εξέλιξη και θα παραμείνει μόνο στη Δύση ως βασική αρχή της Ναοδομίας. Κύριο χαρακτηριστικό της Ναοδομίας την περίοδο του Ιουστινιανού είναι η τάση για περίκεντρη διάταξη και τονισμό του κατακόρυφου άξονα του ναού. Σταδιακά, θα γενικευτεί η χρήση των θόλων και μάλιστα του τρούλου. Η χρήση, παράλληλα, νέων τρόπων στέγασης εκφράζει αποτελεσματικότερα αντιλήψεις και συμβολισμούς για το χώρο του χριστιανικού ναού, που είχαν και παλαιότερα εκφρασθεί μέσα στην Εκκλησία. Οπωσδηποτε, οι νέες τάσεις της Ναοδομίας δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθούν ερήμην της Λατρείας και της θεολογίας της Eκκλησίας. Εξέλιξη και αλλαγέε στη Λατρεία (π.χ. η μετακίνηση του διακονικού μέσα στο ναό και η σταθερή τοποθέτηση της πρόθεσης και του διακονικού εκατέρωθεν του ιερού βήματοε μετά τον 6 ον αιώνα) συνιστούν αύξηση της λειτουργικής παράδοσής και ασφαλώς επηρεάζουν τη Ναοδομία. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι η Μικρή και η Μεγάλη Είσοδος δεν είναι πλέον πραγματικές είσοδοι μέσα στο ναό αλλά εσωτερικές κυκλικές κινήσεις συντελεί ώστε σταδιακά να απολεσθεί ο δρομικός χαρακτήρας του ναού και να τονισθεί το κέντρο του και ο χώρος μπροστά από το ιερό βήμα.

Μετά τη λήξη της Εικονομαχίας και την οριστική αναστήλωση των εικόνων (843), ο τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλο θα αποτελέσει τον νέο αρχιτεκτονικό τύπο της Ορθοδοξης Ναοδομίας, που θα έπικρατήσει όλη τη μεσοβυζαντινή περίοδο και όχι μόνο. Οι σταυροειδείς ναοί θα εφαρμοσθούν έπίσης με ποικίλες παραλλαγές κατά τόπους και «σχολές». Έμφαση δίνεται τώρα στη σταυρική διάταξη της στέγης και ασφαλώς στην παρουσία του τρούλου. Κάτω από τον κυρίαρχο τρούλο (σύμβολο του ουρανού), η σταυρική στέγη του ναού θυμίζει στον πιστό τη σημασία του Σταυρού, που αποτελεί σύμβολο της θείας Ενανθρώπησης, της Σταυρικής θυσίας και της Ανάσταση του Κυρίου, με άλλα λόγια της δυνατότητας της σωτηρίας που του παρέχει η Εκκλησία. Την ίδια περίοδο ένας άλλος αρχιτεκτονικός τύπος , ο όκταγωνικός, θα δώσει πολύ σημαντικά μνημεία στον ελλαδικό κυρίως χώρο, όπως το Καθολικό της Μονής του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία και της M ονής Δαφνίου στην Αττική, θα εξαλειφθούν από το κέντρο του ναού οι τέσσερις κίονες του σταυροειδούς ναού που χρησίμευαν για τη στήριξη του τρούλου και τα οκτώ στηρίγματα του τρούλου θα τοποθετηθούν περιμετρικά. Οι νέες αρχιτεκτονικές αναζητήσεις θα αποδώσουν ενιαίο και αδιάσπαστο τον κεντρικό χώρο του ναού, ο οποίος καλύπτεται από μεγάλο τρούλο. Το εύρος του τρούλου επιτείνει τον συμβολισμό του ως ουράνιου θόλου και επιτρέπει από τον μεγαλύτερο αριθμό παραθύρων το φως να καταγαύζει τον χώρο.

Η κατά τόπους ποικιλία των αρχιτεκτονικών τύπων και κυρίως των αρχιτεκτονικών μορφών και των κατασκευαστικών τρόπων θα κάνει τους μελετητές να κάνουν λόγο για «σχολές» με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δύο θεωρούνται οι σημαντικότερες «σχολές» της Βυζαντινής Ναοδομίας, η «σχολή Ελλάδος» και η «σχολή Κωνσταντινουπόλεως». Στη «σχολή Ελλάδος» άνήκει η νότια Ελλάδα μέχρι τη Θεσσαλία και ορισμένα νησιά, όπως η ’νδρος και η Αίγινα. Η άλλη «σχολή» περιλαμβάνει την Κωνσταντινούπολη και εν μέρει τη Θεσσαλονίκη, καθώς και τις περιοχές που ανήκουν αμεσότερα στη σφαίρα της καλλιτεχνικής επιρροής της, όπως τμήμα της Μ. Ασίας, τη Θράκη, τη Μακεδονία και τις βόρειες σλαβικές χώρες, καθώς και ορισμένα νησιά, κυρίως του Ανατολικού Αιγαίου, όπως π.χ. τη Χίο. Η ιδιαίτερη χρήση του λίθου στην κατασκευή, και μάλιστα το λεγόμενο πλινθοπερίκλειστο σύστημα, οι ενιαίες και αδιάρθρωτες επιφάνειες των τοίχων και των όγκων του ναού, ο τονισμός της ευθείας, κυρίως στα τριγωνικά άετώματα, ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος είναι μερικά από τα γνωρίσματα της ελλαδικής σχολής. Η εναλλαγή λίθων και πλίνθων ή η αποκλειστική χρήση πλίνθων στις τοιχοποιίες, τα καμπύλα αετώματα, τα τυφλά αψιδώματα ή οι μικρές κόγχες που αρθρώνουν τους εξωτερικούς τοίχους, οι πολυγωνικοί τρούλοι και οι πολύπλευρες αψίδες του ιερού, τά μεγάλα σύνθετα παράθυρα είναι γνωρίσματα της σχολής Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, που ορίζεται από δύο επώδυνες για την αυτοκρατορία αλώσεις τ ns Κωνσταντινουπόλεως, την άλωση από τους Λατίνους Σταυροφόρους το 1204 και την άλωση από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1453, θα συνεχισθεί η χρήση όλων των προηγούμενων αρχιτεκτονικών τύπων αλλά, παράλληλα, θα εμφανισθούν και νέοι. Στο Δεσποτάτο του Μορέως, θα κάνει την εμφάνισή του και ένας αρχιτεκτονικός τύπος, γνωστός ως «μεικτός τύπος» ή «τύπος Μυστρά», που συναντάται μόνο στο Μυστρά και στο Λεοντάρι της Αρκαδίας. Στο ισόγειο ο ναός είναι μια τρίκλιτη Βασιλική, ένώ στον όροφο, με τη μεσολάβηση τεσσάρων κτιστών στηριγμάτων, μετατρέπεται σε τετρακιόνιο, σταυροειδή εγγεγραμμένο με τρούλο (π.χ. Οδηγήτρια Μονής Βροντοχίου Μυστρά). Δημιούργημα όμως καθαρά έλλαδικό του 13ου αιώνα άποτελοΰν οι σταυρεπίστεγοι ναοί. Είναι ναοί συνήθως μικροί, μονόκλιτοι ή τρίκλιτοι, θολοσκεπείς. Στους ναούς αυτούς η διαμήκης καμάρα διακόπτεται από μια άλλη εγκάρσια, που τοποθετείται ψηλότερα, ώστε εξωτερικά να διαγράφεται το σχήμα του σταυρού στη στέγαση.

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρά τις δύσκολες συνθήκες, παλαιοί ναοί επισκευάζονται ή κτίζονται νέοι. Ιδρύονται κυρίως, λόγω των προνομίων που είχαν παραχωρήσει οι Τούρκοι, νέα καθολικά στα μεγάλα μοναστήρια. Την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας ακολουθείται πιστά η βυζαντινή παράδοση με ορισμένες παραλλαγές και απλοποιήσεις. Στα μεγάλα Καθολικά των Μονών που ιδρύονται την περίοδο αυτή στο ’γιο Όρος, αλλά και εκτός αυτού, επικρατεί ο αγιορείτικος τύπος , ο εγγεγραμμένος σταυροειδής ναός δηλαδή (συνήθως σύνθετος τετρακιόνιος) με πλάγιες κόγχες-χορούς, όπως π.χ. στα Καθολικά των Μονών Ιβήρων, Φιλοθέου και Κουτλουμουσίου στο ’γιο Όρος . Τη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας (κυρίως 18 ο και 19 ο αιώνα) ιδιαίτερη διάδοση θα έχουν οι μεγάλες τρίκλιτες Βασιλικές, ξυλόστεγες ή θολοσκεπείς, με ή χωρίς τρούλο. Σε μερικές περιπτώσεις, ανοικτή στοά αναπτύσσεται στη δυτική πλευρά του ναού, πάνω από την οποία τοποθετείται ο γυναικωνίτης. Στην Κρήτη και τα Επτάνησα, λόγω της Ενετοκρατίας, οι ορθόδοξοι ναοί θα δεχθούν δυτικές επιδράσεις κυρίως στο διακοσμητικό έπίπεδο (στοιχεία αναγεννησιακά, μπαρόκ, ροκοκό κ.λπ.).

Με την ίδρυση νεοελληνικού κράτους μετά το 1830, νέοι λαμπροί ναοί κτίζονται στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις του νεοσύστατου κράτους. Οι περισσότεροι είναι έργα γνωστών και καταξιωμένων άρχιτεκτόνων, Ελλήνων και ξένων, και οι κτίτορές τους είναι συνήθως οι δήμοι και οι ένορίες. Η Ελλάδα, το δεύτερο, μετά τη Ρωσία, ορθόδοξο κράτος του 19 ου αιώνα, παρουσίασε έως το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20 ου αιώνα μια δική της άναθεωρημένη διατύπωση της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Κυριότερες εκφράσεις αυτού του αναθεωρητισμού αποτέλεσαν δύο τάσεις της Έλλαδικής Ναοδομίας, ο «ελληνοβυζαντινισμός» και ο «βυζαντινισμός». Ιδιαίτερα ο «ελληνοβυζαντινισμός», που αποτελεί συνύπαρξη βυζαντινών και κλασικιστικών (ελληνικών) ρυθμολογικών στοιχείων, υπήρξε η κυρίαρχη τάση στην Ελλαδική Ναοδομία του 19 ου αιώνα. Πρότυπο μνημείο αποτέλεσε η Μητρόπολη των Αθηνών. «Εάν ο ελληνοβυζαντινισμός αποτέλεσε τη φυσιολογική εξέλιξη της Μεταβυζαντινής Ναοδομίας στο πλαίσιο του νεοκλασικού και εκλεκτικιστικού πνεύματος του 19 ου αιώνα, ο βυζαντινισμός αποτέλεσε για την Ορθόδοξη Ναοδομία τη ρομαντική στροφή στη μίμηση ιών μεσαιωνικών προτύπων». Η μελέτη των μνημείων της εποχής καταδεικνύει ότι η ελλαδική Ναοδομία του 19 ου αιώνα, αν και δεν απέφυγε ένα είδος ιστορισμού, προχώρησε σε επαναδιατύπωση του ύφους και του ήθους του Ορθοδόξου Ναού και βρέθηκε σε δημιουργικό διάλογο τόσο με την παράδοση όσο και με το πολιτισμικό γίγνεσθαι της εποχής.

Στο μεσοπόλεμο, εγκαταλείπονται σταδιακά από τους ελλαδικούς ναούς τα στοιχεία του «ελληνικού» και παρατηρείται στροφή προς τον «βυζαντινισμό». Η τάση του «βυζαντινισμού» παρατηρείται, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, μέχρι τις μέρες μας. Στη Ναοδομία του β’ μισού του 20 ου αιώνα είναι δύσκολο να γίνει λόγος για αρχιτεκτονικές τάσεις. Με τον φόβο της γενίκευσης ή της απλοποίησης πάντοτε, θα ήταν δυνατόν να γίνει λόγος για μία τάση νεωτερισμού και μια τάση συντηρητισμού.

Ο νεωτερισμός δεν εμφανίζεται συνήθως, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ως αξιοποίηση της σύγχρονης τεχνολογίας στην επίτευξη νέων αρχιτεκτονικών συνθέσεων στο πνεύμα της ορθόδοξης παράδοσης, αλλά αμφισβητεί βασικές αρχές και αξίες της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Τα νέα βιομηχανικά υλικά είναι πλέον διεθνή και η παραγωγή τους μαζική, η βιομηχανική μορφολογία υποτάσσεται και αυτή στους νόμους της μηχανής και της μάζας και καθίσταται αφηρημένη και απρόσωπη. Ο χρόνος και ο ανθρώπινος μόχθος για δοκιμασία και τελειοποίηση δεν υπάρχουν. Τα έργα είναι βραχύβια, γιατί είναι εμπορευματοποιήσιμα.

Ο συντηρητισμός, από την άλλη πλευρά, είναι η εύκολη λύση. Είναι η αδυναμία δημιουργικής αξιοποίησης της παράδοσης στη σύγχρονη έποχή και η καταφυγή στα ήδη ανά τους αιώνες κεκτημένα. Υπάρχει η αφελής εντύπωση ότι μπορούμε να ξαναφτιάξουμε τα αρχιτεκτονήματα του παρελθόντος. Επειδή όμως πρόκειται για στείρα αντιγραφή, συχνά κακόγουστη, η συντηρητική αυτή τάση παράγει έργα χωρίς δημιουργική πνοή. Εάν, λοιπόν, το ζητούμενο σήμερα είναι μια σύγχρονη Ορθόδοξη Ναοδομία, ποιες είναι οι βασικές αρχές και προϋποθέσεις της;

Η μακραίωνη ιστορία της Ορθόδοξης Ναοδομίας αποδεικνύει κατ’ αρχάς, τη νεωτερικότητά της, τη δυναμική της να καινοτομεί και παράλληλα να εκφράζει πιστά την παράδοση, τη σταθερή πίστη της Εκκλησίας. Πέρα από αισθητικές κατηγορίες και πρακτικές ανάγκες, ο Ορθόδοξος Ναός οφείλει να υπηρετεί τη Λατρεία και το ορθόδοξο βίωμα και αυτά είναι που καθόριζαν και θα πρέπει να καθορίζουν και σήμερα την κτιριολογική διάταξη και την καλλιτεχνική έκφραση των ναών. Έκφραση της παράδοσης δεν σημαίνει απαραίτητα εμμονή σε παλαιότερους άρχιτεκτονικούς τύπους και κατασκευαστικούς τρόπους, αλλά διατήρηση βασικών άρχών και αξιών του Ορθοδόξου Ναού, όπως είναι:

Η λειτουργικότητα του χώρου. Ο Ορθόδοξος Ναός δεν αποτελεί μια αίθουσα συγκεντρώσεων για κήρυγμα απλά και προσευχή, κατά τα προτεσταντικά πρότυπα, ούτε, όπως μερικοί νομίζουν, ένα χώρο στον οποίο οι πιστοί προσέρχονται ως θεατές ενός θεατρικού δρώμενου. Ο Ορθόδοξος Ναός είναι εκκλησία, χώρος ιερός, όπου τα μέλη της Εκκλησίας συγκεντρώνονται σε κοινωνία Χριστού και κοινωνία των πιστών, μέσω του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό ο Ορθόδοξος Ναός διατηρεί τη διάταξη εκείνη που υπηρετεί τη συμμετοχή των πιστών στα μυστήρια της Εκκλησίας (θέση ιερού βήματος και παραβημάτων, είσοδοι, χοροί, θέση άμβωνα κ.λπ.).

Η στροφή προς τα έσω. Σε άντίθεση με τον αρχαίο ελληνικό ναό που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια, στον χριστιανικό Ναό κυριαρχεί η στροφή προς τα έσω, επειδή ακριβώς και η χριστιανική Λατρεία τελείται μέσα στο ναό. Στον Ορθόδοξο Ναό, χωρίς βέβαια να παραβλέπεται η εξωτερική μορφή και αισθητική του, αναδεικνύεται, κατ’ εξοχήν, ο εσωτερικός χώρος του αρχιτεκτονήματος. Αποτελεί βασική αρχή της Ορθόδοξης Ναοδομίας ότι ο εσωτερικός χώρος καθορίζει την όλη μορφή του ναού.

Η θεολογική σημαντική και ο συμβολισμός της α ρχιτεκτονικής του. Από τα πρωτοβυζαντινά ακόμη χρόνια ο χριστιανικός Ναός στο σύνολό του, αλλά και επιμέρους τμήματα και αρχιτεκτονικά στοιχεία του, απέκτησαν ιδιαίτερη θεολογική σημαντική και συμβολισμό. Ο συμβολισμός του ναού ως μικρόκοσμου κατέστησε στην Ορθόδοξη Ναοδομία δόκιμη και σχεδόν αναγκαία τη χρήση του θόλου για τη στέγαση του ναού, αάνεξάρτητα από τον αρχιτεκτονικό τύπο. Ο θόλος, και μάλιστα ο τρούλος, συμβολίζει τον ουρανό. Δεν πρέπει να θεωρηθεί η κυριαρχία του θόλου ως δουλεία του αρχιτέκτονα, αφού η Ορθόδοξη Ναοδομία χρησιμοποίησε μεγάλη ποικιλία τρούλων, ασπίδων, αψίδων, σταυροθολίων, καμαρών κ.λπ. και σε διάφορες συνθέσεις. Η θεολογική σημαντική, εξ άλλου, του συμβόλου του σταυρού, του κορυφαίου χριστιανικού συμβόλου του Πάθους αλλά και της Νίκης και της Ανάστασης του Κυρίου, σε όλη τη διαδρομή της Ορθόδοξης Ναοδομίας θα καθορίσει τη δημιουργία πληθώρας αρχιτεκτονικών τύπων και παραλλαγών τους, από τους ελεύθερους σταυρούς και τις σταυρικές βασιλικές έως τους εγγεγραμμένους σταυροειδείς και σταυρεπίστεγους ναούς και τις σταυρικές βασιλικές των νεώτερων χρόνων.

Η διατήρηση του ανθρώπινου μέτρου. Η διατήρηση του ανθρώπινου μέτρου αποτελεί, όπως και στην ελληνική αρχιτεκτονική, βασικό στοιχείο της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Η ανθρώπινη κλίμακα κυριαρχεί, γιατί ο ναός του Θεού είναι ταυτόχρονα και εκκλησία των πιστών, όπου ο «άνθρωπος» είναι το «υποκείμενο» και όχι το «αντικείμενο». Αυτό αποδεικνυει και η παράδοση της Ορθόδοξης Ναοδομίας. Έτσι, σε αντίθεση με τη χριστιανική αρχιτεκτονική του δυτικού Μεσαίωνα, όπου κυριαρχεί το υπερβολικό μέγεθος, το ύψος και ο εντυπωσιασμός με σκοπό να δημιουργηθούν στον πιστό συναισθήματα δέους και εκμηδενισμού, μια Βυζαντινή εκκλησία δεν μας υποβάλλει κάτι που μας φοβίζει, μας εκμηδενίζει, μας αρνείται. Αντίθετα μας γεννά συναισθήματα υποδοχής και αποδοχής του ανθρώπου σε ένα χώρο, όπου διαρκώς δηλώνεται η παρουσία του Θεού, χωρίς όμως να εκμηδενίζεται ο άνθρωπος.

Νομίζουμε ότι έγινε κατανοητό ότι ο σχεδιασμός ένός σύγχρονου Ορθόδοξου Ναού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέρα από την ικανότητα, τις γνώσεις και το ταλέντο του αρχιτέκτονα, απαιτεί και γνώση της ιστορίας της Ορθόδοξης Ναοδομίας, της Λατρείας και της θεολογίας της Εκκλησίας και κυρίως εκκλησιαστικό βίωμα. Το τελευταίο είναι αυτό που θα υπαγορεύσει στον αρχιτέκτονα τα όρια της ατομικότητάς του και θα αναδείξει το έργο του σύγχρονο και ταυτόχρονα διαχρονικό, μνημείο της Εκκλησίας, όπως πρέπει να είναι ο Ορθόδοξος Ναός.
Πηγή

ΤΡΑΝΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΟΤΗΤΑΣ



Χαίρε, δένδρον ευσκιόφυλλον, υφ’ ου σκέπονται πιστοί
Χαίρε, Ξύλον μακάριον. –
Τιμίου Σταυρού Ακαθίστου Ύμνου Ακολουθία

Κάνοντας βόλτες γύρω απ’ το χριστουγεννιάτικο δέντρο στη μικρή μου Νορβηγική κωμόπολη, έφερα στο νου μου πως ο χριστιανικός κόσμος είναι γεμάτος από δέντρα. Όχι μονάχα έλατα ασφαλώς, όχι πρωτίστως πάντως. Ωστόσο το έλατο μου προκάλεσε εκείνη τη στιγμή, αυτό που θα μπορούσα να αποκαλέσω δενδρόβια διαύγεια, διότι οι κορμοί ξεπετάγονται παντού γύρω μας. Μόλις δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, ο Θεός τοποθέτησε το γήινο αυτό πλάσμα ανάμεσα σε φύλλα και κλαδιά. Το Δένδρο της Ζωής βρισκόταν στο κέντρο της αρχέγονης πραγματικότητας, ως πηγή ζωτικής δύναμης. Απ’ την άλλη πλευρά, μετά την Πτώση, αναδύθηκε το Δένδρο του Σταυρού, φέροντας τον καρπό της Σωτηρίας. Η σύνδεσή τους διακόπτεται από ένα άλλο δένδρο, αυτό της γνώσης, του οποίου οι καρποί είναι θανατηφόροι. Η ιστορία είναι γνωστή σε κάθε χριστιανό, παρόλα αυτά, τείνουμε να ξεχνάμε ότι ο Χριστιανισμός είναι ουσιαστικά μια θρησκεία των δένδρων.

Οι πρώτοι χριστιανοί γνώριζαν καλά την εν λόγω ιστορία, επειδή θεωρούσαν τον Χριστό τον νέο Αδάμ και την Μαρία την νέα Εύα, ενώ παράλληλα, είδαν στον Σταυρό το νέο Δέντρο της Ζωής. Ο ίδιος ο Κύριος, καθώς περιπλανιόταν στους χωμάτινους δρόμους της γης, μιλούσε με δενδρικούς συμβολισμούς: «Ποτέ πια να μη φάει κανείς καρπό από σένα!» (Μκ. 11:14). Η συκιά Τον άκουσε και απάντησε χάνοντας τα φύλλα της, όπως αναφέρει ο ευαγγελιστής. Καθίσταται σαφές ότι ο Ιησούς ταυτιζόταν με τον φυτικό κόσμο. Αποκαλούσε τον εαυτό του το αληθινό κλήμα, ενώ τα κλαδιά ήταν οι μαθητές Του (Ιω. 15)· αναζητούσε κατάλληλες παρομοιώσεις μέσα απ’ τη φύση για να περιγράψει τη θεία πραγματικότητα: «Με τι να παρομοιάσουμε τη βασιλεία του Θεού ή με ποια παραβολή να την παραστήσουμε;» (Μκ. 4:30-31) ρωτούσε ρητορικά, δίνοντας την ακόλουθη απάντηση: «Μοιάζει με σπόρο σιναπιού, που όταν τον σπείρουνε στη γη είναι ο μικρότερος απ’ όλους τους σπόρους που σπέρνονται. Μετά τη σπορά, όμως, βλασταίνει και γίνεται μεγαλύτερο απ’ όλα τα λαχανικά. Κάνει τόσο μεγάλα κλαδιά, ώστε τα πουλιά να μπορούν να φωλιάζουν στη σκιά του» (Μκ. 4:31-32· Μτ. 13:31-32). Πουλιά πετούν ελεύθερα πάνω απ’ τα βλαστάρια, τα οποία συνεχώς μεγαλώνουν και ξεχειλίζουν απ’ τους χυμούς της Εκκλησίας.

Δεν έχω όμως σκοπό να επαναλάβω απλά τις ιστορίες της Αγ. Γραφής. Εκτός απ’ τις γνωστές παραβολές για τα δένδρα και τις αφηγήσεις που εκφράζονται στις ιερές γραφές, η Ορθόδοξη ιστορία είναι γεμάτη από βλάστηση, που αναπτύχθηκε και μπολιάστηκε με τη ζωή των ανθρώπων, καθώς και το αντίστροφο. Όπως έλεγε ο Γέροντας Αμφιλόχιος της Πάτμου: «Ο Θεός μας έδωσε μια ακόμη εντολή, η οποία δεν καταγράφεται στις Γραφές: ‘Αγαπάτε τα δένδρα!’. Όποιος δεν αγαπάει τα δένδρα […] δεν αγαπάει τον Θεό».[1]

Μια νέα φυτική Δημιουργία

Σύμφωνα με μια πρώιμη ποιητική παράδοση, εκδοχές της οποίας υπάρχουν σε συριακούς και ελληνικούς ύμνους, ο Αδάμ έζησε μαζί με τα δέντρα στον Παράδεισο. Όταν παραβίασε το θέλημα του Θεού και εκδιώχθηκε απ’ τον Παράδεισο, ακόμη και τα δέντρα έκλαιγαν και ούρλιαζαν, τότε εκείνος έτρεξε προς τις συκιές κι αυτές κοκκίνισαν βλέποντάς τον, ενώ έσπευσαν να τον ντύσουν με τα φύλλα τους. Τα άλλα δέντρα όμως του φώναζαν, αντηχώντας τα λόγια του Θεού: «Που είσαι Αδάμ;». Στολισμένος με φύλλα, ο πρωτόπλαστος έμοιαζε και ο ίδιος με δέντρο, ήταν λες και τούτο το πλάσμα ήταν κάτι μεταξύ δέντρου και ανθρώπου.

Ο θεολόγος και ποιητής Όσιος Εφραίμ ο Σύρος προσπάθησε να φανταστεί πως τα διάφορα δέντρα αλληλοεπιδρούσαν μεταξύ τους στην Εδέμ– ακόμη κι όταν ο Αδάμ δεν βρισκόταν εκεί:


Ίσως ετούτο το ευλογημένο δέντρο, το Δέντρο της Ζωής
είναι με τις ακτίνες του ο ήλιος του Παραδείσου
τα φύλλα του αστράφτουν και πάνω τους αποτυπώνονται
οι πνευματικές χάρες του Κήπου του Παραδείσου.
Τα δέντρα υποκλίνονται καθώς η αύρα τα ακουμπά
σαν να προσκυνούν ετούτο τον κυρίαρχο και βασιλέα των δέντρων
(Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, Ύμνοι για τον Παράδεισο)

Τα υπόλοιπα δέντρα γύρω απ’ το Δέντρο της Ζωής εκφράζουν το σεβασμό τους, λυγίζοντας ελαφρά τα κλαδιά τους. Ο βασιλέας των δέντρων ακτινοβολεί και αστράφτει, καθώς τα φύλλα του τρεμοπαίζουν στην αέρινη αύρα. Ο Όσιος Εφραίμ έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στα δέντρα του Παραδείσου και στη σχέση τους με τον Αδάμ. Ουσιαστικά, ο Σύρος άγιος επισημαίνει περισσότερο τη σχέση μεταξύ του Αδάμ και της φύσης, απ’ ότι την σχέση Αδάμ και Εύας. Πράγματι, ο Αδάμ νοιαζόταν για τα δέντρα κι αυτά τον φρόντιζαν, σύμφωνα τόσο με τους Έλληνες όσο και με τους Σύρους ποιητές.

Αγκαλιάζοντας τα δέντρα

Ορισμένοι υποθέτουν ότι το αγκάλιασμα των δέντρων αποτελεί μια συνήθεια που καθιερώθηκε με τον σύγχρονο περιβαλλοντισμό. Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω. Αρκεί μόνο ν’ αναφέρουμε τους δενδρίτες μοναχούς! Παρόλο που οι πηγές είναι λίγες, ενώ, κυριολεκτικά, οι κάτοικοι των δέντρων είναι κρυμμένοι στο πυκνό δάσος της ιστορίας· οι μαρτυρίες είναι αρκετές για να επιβεβαιώσουν ότι, έστω ένας μικρός αριθμών ποικίλων ασκητών έλκονταν από κλαδιά και κορμούς. Ο Ρώσος ερημίτης του 15ου αιώνα αγ. Τύχων εγκαταστάθηκε στα δάση της Καλούγκα, ενώ για αρκετά χρόνια ζούσε μέσα σε μια βελανιδιά, περιβεβλημένος απ’ το δέντρο. Μια χιλιετία νωρίτερα, ο Άγιος Δαυίδ της Θεσσαλονίκης σκαρφάλωσε στα κλαδιά μιας αμυγδαλιάς και παρέμεινε στην αγκαλιά της για τρία χρόνια. Ασφαλώς, ένας τέτοιος ασκητικός τρόπος ζωής σημαίνει ότι ήταν πολύ πιο εκτεθειμένος στις δύσκολες καιρικές συνθήκες απ’ ότι ο Τύχων, ωστόσο και οι δύο έλκονταν με διαφορετικό τρόπο από την αγκαλιά των δέντρων. Το ίδιο κι ένας ακόμη Βυζαντινός, ένας «πράσινος» νεοεισερχόμενος στον μοναχισμό, ο νεαρός Άγιος Λουκάς ο Στυλίτης, ο οποίος έβγαινε κρυφά απ’ το μοναστήρι αθέατος κάθε βράδυ, για να περάσει τη νύχτα αγκαλιά με ένα κούφιο δέντρο. Σύμφωνα με τον επίσκοπο του 12ου αιώνα Άγιο Ευστάθιο της Θεσσαλονίκης: «Οι δενδρίτες είναι τα κλαδιά του Δέντρου της Ζωής, που ανθίζουν εν αρετή, οι όμορφοι καρποί του Πνεύματος». Πράγματι ήταν άγιοι που πάνω τους μεγάλωναν κλαδιά.

Οι δενδρίτες εξήπταν τη φαντασία των αγιογράφων, αλλά υπενθυμίζουν επίσης στους χριστιανούς όλων των εποχών ότι πρέπει να μπολιάζονται για να μετέχουν στην πλούσια τροφή (βλ. Προς Ρωμαίους 11:17), επειδή υπάρχει κάτι ζωτικής σημασίας στα δέντρα για όλους εμάς. Η αγορά χριστουγεννιάτικων δέντρων για το σπίτι μας δεν είναι και ο πιο φιλικός περιβαλλοντικός τρόπος αντιμετώπισης των κωνοφόρων. Ίσως, τουλάχιστον, θα μπορέσουμε να δούμε σ’ αυτά, όπως σε έναν καθρέφτη, αμυδρά, μια αόριστη ανάμνηση της ταπεινής ανθρωπότητας, προσπαθώντας εκ νέου να προσεγγίσουμε λίγο περισσότερο τον φυσικό κόσμο. Στην Ορθοδοξία υφίστανται ακόμη παρεκκλήσια που στεγάζονται σε κορμούς, ιερά που βρίθουν από θάμνους, εικόνες που περιβάλλονται από την προστασία των βελανιδιών, αν και πλέον δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η φυτική ζωή θρηνεί για τους ανθρώπους, καθώς ελάχιστοι από εμάς νοιαζόμαστε για το φυσικό περιβάλλον.

Ο Αδάμ Ανένδυτος

Η νεωτερικότητα μας οδήγησε στην Ανθρωπόκαινο εποχή. Πρόκειται για ένα πολυσύχναστο μέρος. Οι επιστήμονες έδωσαν στην εποχή μας την εν λόγω ονομασία, διότι οι άνθρωποι έχουν πλημμυρίσει τη γη και οι επιπτώσεις λόγω της ανθρώπινης παρουσίας είναι συντριπτικές για ολόκληρο το οικοσύστημα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα υπόλοιπα ζωικά είδη καθίστανται διακοσμητικά επιβιώνοντας υπό τη σκιά των βαβελικών δομών μας. Δεν είναι μόνο οι δρόμοι των πόλεων που είναι γεμάτοι. Ακόμη και σύμφωνα με το σύγχρονο χριστιανικό αφήγημα, τα δέντρα κόπηκαν για να κάνουν χώρο στους ανθρώπους. Οι δενδρώδεις πρωταγωνιστές κατέληξαν κομπάρσοι. Τα φύλλα συκιάς αποκόπτονται και καθίστανται υλικό στην ανθρώπινη εργαλειοθήκη για την κάλυψη της γύμνιας. Τα πάντα ανήκουν στα δίποδα όντα!

Ο π. Ιωάννης Χρυσαυγής γράφει στο βιβλίο του Creation as a Sacrament [Η Δημιουργία ως Μυστήριο] ότι: «Ο ανθρωποκεντρισμός είναι ένας γοητευτικός πειρασμός, στον οποίο όλοι έχουμε υποκύψει κάποια στιγμή και ο οποίος έχει επιβαρύνει αρνητικά την αντίληψη και την πρακτική μας» (σ. 153). Φαίνεται πως ο εν λόγω πειρασμός αυξάνεται όλο και περισσότερο. Αυτό που ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει αποκαλέσει οικολογικό αμάρτημα δεν είναι μόνο το πέταγμα ενός σκουπιδιού στο έδαφος, αλλά κάτι που σχετίζεται με τον τρόπο με τον οποίοι εμείς οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως ανώτερο απ’ όλες τις άλλες μορφές ζωής, τις οποίες καταδικάζουμε σε μια σκιώδη ύπαρξη. Στα αρχαία ελληνικά η εν λόγω συμπεριφορά καλείται ύβρις (αλαζονεία, αυθάδεια, προπέτεια), όταν δηλαδή ένας άνθρωπος υπερβαίνει τα όριά του. Ορισμένοι μπορεί να την ονομάσουν πρόοδο. Ποιος χρειάζεται κλαίοντα φύλλα πλέον; Έχει πράγματι σημασία πώς επικοινωνούν τα φυτά; Μήπως δεν είναι η άποψη περί συγγένειας μεταξύ δέντρων και ανθρώπων απλώς μια φανταστική παρανόηση από μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι ήταν λιγότερο ανεπτυγμένοι; Κατά την άποψή μου όχι. Πρέπει να «επιστρέψουμε στους πατέρες» όσον αφορά αυτό το ζήτημα, επειδή μπορούν να μας διδάξουν να ζούμε με τα δέντρα, ν’ αγαπάμε τα δέντρα, να βλέπουμε τον εαυτό μας σ’ αυτά και να ανακαλύπτουμε τα δέντρα εντός μας, καθώς περιπλανιόμαστε στα δάση και στους κήπους χαμένοι στις σκέψεις μας– αποπροσανατολισμένοι ίσως, αλλά και ελαφρώς πεινασμένοι, όπως πάντα…Που βρισκόμαστε; Που είσαι Αδάμ;

[1] Παρατίθενται εδώ Kallistow Ware, “Through Creation to the Creator,” in John Chryssavgis & Bruce V. Foltz (eds.), Toward an Ecology of Transfiguration: Orthodox Christian Perspectives on Environment, Nature, and Creation (New York, 2013), 86.

Η παρούσα ανάρτηση βασίζεται στο προσφάτως κυκλοφορηθέν βιβλίο Byzantine Tree Life: Christianity and the Arboreal Imagination [Η Ζωή των Δέντρων στο Βυζάντιο: Χριστιανισμός και η Φαντασία των Δέντρων] των Thomas Arentzen, Virginia Burrus & Glenn Peers (Palgrave Macmillan 2021).

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...