Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΣΙΜΧΑΤ ΤΟΡΑ



Η γιορτή του Σιμχάτ Τορά (στα εβραϊκά שִׂמְחַת תּוֹרָה) που σημαίνει «Χαίροντας την Τορά» (δηλαδή η γιορτή της χαράς του εβραϊκού λαού που ο Θεός του έδωσε την Τορά) σηματοδοτεί την συμπλήρωση του ετήσιου κύκλου της Τορά, ακριβώς έναν χρόνο από την ημέρα που άρχισε το διάβασμα του Νόμου.
Η γιορτή αυτή είναι συνέχεια της εβραϊκής γιορτής Σεμινί Ατσέρετ («Όγδοη Ημέρα της Συνέλευσης»), η οποία ακολουθεί αμέσως μετά τη γιορτή του Σουκότ τον μήνα Τισρί (που πραγματοποιείται συνήθως στα μέσα Σεπτεμβρίου έως τις αρχές Οκτωβρίου στο Γρηγοριανό ημερολόγιο). Στη Διασπορά οι γιορτές αυτές γιορτάζονται διαδοχικά σε δύο ημέρες, ενώ στο Ισραήλ γιορτάζονται την ίδια μέρα.

Το βράδυ της παραμονής και το πρωί του Σιμχάτ Τορά γίνονται στη Συναγωγή επτά περιφορές των περγαμηνών με την Τορά (των Σεφαρίμ). Στις περιφορές λαμβάνουν μέρος όλοι όσοι βρίσκονται στη Συναγωγή (με εξαίρεση εκείνους που πενθούν και δεν έχει συμπληρωθεί ένας χρόνος από τον θάνατο του συγγενή τους), ενώ μεγάλοι και παιδιά κρατούν κεράκια αναμμένα. (Στις εσκεναζικές κοινότητες το αντίστοιχο έθιμο είναι να κρατούν τα παιδιά σημαιούλες με αναπαραστάσεις του Σέφερ Τορά, των Δέκα Εντολών και του Μαγκέν Νταβίντ, δηλ. του άστρου του Δαυΐδ). Στο τέλος τούς μοιράζουν φρούτα και γλυκά.
Αγόρια που δεν έχουν περάσει την ηλικία του Μπαρ Μιτσβά (θρησκευτικής ενηλικίωσης) ανεβαίνουν στην Τεβά και αφού ένας ενήλικας διαβάζει την ευχή, τους διαβάζουν κατόπιν μια περικοπή από την Τορά ενώ τα κεφάλια τους είναι σκεπασμένα με ένα μεγάλο Ταλέτ. Η τελετή αυτή λέγεται «Κολ Ανεαρίμ» (Όλοι οι νεαροί).
Επειδή το διάβασμα της Τορά πρέπει να είναι αδιάκοπο, μόλις διαβαστεί η τελευταία περικοπή (από το Δευτερονόμιο) ανοίγεται η δεύτερη περγαμηνή κι έτσι αρχίζει αμέσως ο καινούργιος κύκλος, με το διάβασμα του πρώτου μέρους της Γένεσης. Μια ειδική τελετή συνοδεύει το διάβασμα της τελευταίας και της πρώτης περικοπής της Πεντατεύχου. Οι άντρες που τιμώνται και καλούνται να τις διαβάσουν λέγονται Χατάν Τορά (Γαμπρός του Νόμου) και Χατάν Μπερεσσίτ (Γαμπρός της Έναρξης).
Ο «Γαμπρός της Έναρξης», κατά κανόνα, γίνεται την επόμενη χρονιά «Γαμπρός του Νόμου» και αυτό γιατί εφ’ όσον ξεκίνησε αυτός το διάβασμα της Τορά θεωρείται σωστό να διαβάσει και τις τελευταίες περικοπές, ολοκληρώνοντας έτσι τον κύκλο ανάγνωσης της Τορά.


Πηγή 1

Πηγή 2

Ο ΜΗΝΑΣ ΝΙΣΑΝ ΚΑΙ Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΠΕΣΑΧ

από τον Ραβίνο Λάρισας Ηλία Σαμπετάι


Ο μήνας Νισάν συμβολίζει το χάραμα του φωτός για τον Λαό Ισραήλ, μετά την μακραίωνη και πολυτάραχη δουλεία υπό τον Φαραώ στην Αίγυπτο. Σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας εποχής στην ιστορία των Ισραηλιτών.

«Κι ινέ ασστάβ αβάρ … : Ιδού ο χειμώνας πέρασε, η βροχή έφυγε, τα άνθη πρόβαλλαν πάνω στη γη και η φωνή της τρυγόνας αντήχησε τριγύρω», (Ασμ. 2:11).

Για τους περισσότερους ανθρώπους τέτοιοι ήχοι και τραγούδια συνδέονται με τον μήνα Μάιο. Για τον απελευθερωθέντα Λαό Ισραήλ και για τη Χώρα της Βίβλου, τέτοιοι ήχοι συνδέονται με τον μήνα Νισάν. Για τον Ισραήλ και το Έρετς Γισραέλ οι μουσικές χορδές της άνοιξης πάλλονται με την εμφάνιση της σελήνης του Νισάν ψηλά στον ουρανό.

Ο Ισραήλ υπό τον Μωυσή έγινε αποδέκτης του νέου τραγουδιού της άνοιξης και της αναγεννήσεώς του. Όταν ο Δημιουργός τους πήρε , ούτως ειπείν, από το χέρι για να τους οδηγήσει προς την ελευθερία, έδειξε ψηλά στο στερέωμα και είπε: «Αχόντες αζέ λαχέμ ρως χοντασίμ : Ο μήνας αυτός θα είναι για σας πρώτος των μηνών», (Εξ. 12:1). Θα συμβολίζει για σας την απαρχή ενός θρησκευτικού ημερολογίου. Όταν αντικρίζετε την αρχή της νέας σελήνης Νισάν, θα σημάνει για σας καιρό αφιερωμένο στην πνευματική ανάταση και καλλιέργεια. Ο προφήτης Γεχέζκιελ για αυτή την αναγέννηση είπε: «Και όταν το κάνω αυτό θα μάθετε ότι Εγώ είμαι ο Κύριος. Θα σας δώσω το πνεύμα Μου, θα αναγεννηθείτε και θα σας φέρω στη γη σας», (Ιεζ. 37:13-14).

Το μήνυμα της ελευθερίας και της προόδου απευθύνεται προς όλους τους ανθρώπους. Ο λυτρωμός από το σκοτάδι και την καταπίεση, η ανοικοδόμηση του Θεϊκού παραδείσου εδώ πάνω στη γη, οφείλει να αγκαλιάζει κάθε συνάνθρωπο ως ‘‘πλησίον’’ και ‘‘αδελφό’’.

Κάθε χρόνο η νεομηνία Νισάν και η Χαγκ Απέσαχ υπενθυμίζουν στον Ισραήλ τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που υπαγορεύει η Τορά.

Το χρέος να θυμόμαστε και να διδασκόμαστε από τις ιστορικές εμπειρίες του συλλογικού μας παρελθόντος, αποτυπώνεται με ευκρίνεια στα λόγια της Αγκαντά: «Μπεχόλ ντορ βαντόρ … : Σε κάθε γενιά υποχρεούται καθένας από μας να θεωρεί εαυτόν ως απελευθερωθέντα από την Αίγυπτο. Ότι οφείλουμε να αναβιώσουμε το χρονικό της Εξόδου ως γεγονός που αφορά κάθε σύγχρονο Ιουδαίο. Την Νύχτα του Σέντερ δεν γιορτάζουμε απλώς μια μακρινή επέτειο, αλλά κάτι πολύ επίκαιρο. Το όραμα και τα διδάγματα της Εξόδου, οφείλουν να καθοδηγούν και να συντροφεύουν κάθε μεταγενέστερη γενιά.

Στο επίκεντρο της τελετής του Σέντερ είναι η Κριάτ Ααγκαντά – η Ανάγνωση της Πασχαλινής Αφήγησης. Ο επιφανής Ραμπάν Γκαμλιέλ είπε: «Όποιος την νύχτα του Πέσαχ δεν απαγγείλει τις τρεις ακόλουθες λέξεις: Πέσαχ – Ματσά – Μαρόρ, δεν έχει εκπληρώσει το καθήκον του».

Ακόμη και υπό τους δύσκολους αλλά απαραίτητους περιορισμούς των ημερών, καθένας οφείλει να διαβάσει, να συλλογισθεί και να υμνήσει τον Ύψιστο για την Γετσιάτ Μιτσράγιμ – την Έξοδο από την Αίγυπτο. Οφείλουμε να θυμόμαστε πως δεν εορτάζουμε μόνοι· νοερώς συνεορτάζουμε με όλα τα αδέλφια μας!

Είθε όλοι να απολαύσουμε ένα ωραίο και αισιόδοξο Σέντερ.

Μοαντίμ Λεσιμχά Χαγκ Πέσαχ Σαμέαχ!

Ραββίνος Η. Σαμπετάϊ

Ρος Ασσανά – Εβραϊκή Πρωτοχρονιά



Η Εβραϊκή θρησκεία αναγνωρίζει περισσότερες από μια Πρωτοχρονιές – άλλη είναι η θρησκευτική, άλλη είναι των δένδρων και άλλη η πολιτική. Ουσιαστικά όμως αυτή που ορίζεται σαν η κανονική» Εβραϊκή Πρωτοχρονιά, η γιορτή στην οποία αλλάζει η ημερομηνία του χρόνου είναι το Ρος Ασσανά, (ή αλλιώς Ρος Ασανά/Ροσς Ασσανά). Το όνομα της γιορτής στην κυριολεξία σημαίνει Rosh (κεφαλή) Ha (του) Shana (χρόνου) και φέτος ξεκινάει κατά την δύση του ήλιου την Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025 μέχρι την δύση του ηλίου της Τετάρτης 24 Σεπτεμβρίου 2025, ενώ φέτος μπαίνουμε αισίως στο 5786 A.M.

Γιατί ξεκινάμε στη δύση του ήλιου; Γιατί η ημέρα στο εβραϊκό ημερολόγιο ξεκινά από την δύση του ηλίου και διαρκεί μέχρι την δύση της επομένης, (σύμφωνα με την Γέννεση «και έγινεν εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα πρώτη»). Τυπικά ξεκινά όταν 3 αστέρια εμφανίζονται στον ουρανό αλλά πρακτικά ορίζεται μόνο από την δύση του ηλίου – φέτος στην Ελλάδα πέφτει στις 18.54 το απόγευμα της 29/9. Ταυτόχρονα είναι και η πρώτη ημέρα του μήνα Τισρί.

Το Ρος Ασσανά είναι αναπόσπαστα δεμένο με το Γιομ Κιππούρ, (Ημέρα Εξιλέωσης – η ιερότερη γιορτή του Ιουδαϊσμού) και αποτελούν τις λεγόμενες Υψηλές Εορτές, ενώ οι ημέρες μεταξύ Ρος Ασσανά και Κιππούρ ονομάζονται Γιαμίμ Νοραϊμ (Ημέρες του Δέους) λόγω του υψηλού βαθμού θρησκευτικότητας τους.
Θρησκευτικά

Οι όροι «εξιλεασμοί» και «ημέρες του δέους» που αναφέρθηκαν πριν είναι ενδεικτικοί ότι το Ρος Ασσανά έχει δυο πρόσωπα, το ένα είναι η ευθυμία που συνοδεύει την αρχή του χρόνου και το άλλο είναι ότι σημαδεύει την έναρξη μιας περιόδου μετάνοιας που κορυφώνεται το Γιομ Κιππούρ. Αυτό συμβαίνει γιατί θεωρείται ότι στο Ρος Ασσανά ο Θεός μας εγγράφει στο Βιβλίο της Ζωής και καθορίζει το πως θα είναι η χρονιά που θα περάσουμε, ενώ την ημέρα του Γιομ Κιππούρ σφραγίζει τις εγγραφές. Η περίοδος μεταξύ Ρος Ασσανά και Κιππούρ είναι οι Ημέρες τους Δέους και οι οποίες συνοδεύονται από ιδιαίτερη προσευχές και εφαρμογή του Σελιχότ, δηλαδή της αυτοπρόσωπης ζήτησης συγχώρεσης από τα άτομα που υπάρχει περίπτωση να έχουμε αδικήσει και ταυτόχρονα την παραχώρηση συγχώρεσης σε αυτούς που έχουν αδικήσει εμάς. Ένα ιδιαίτερο έθιμο, τουλάχιστον στην Ελλάδα, είναι η Ζιάρα (ισπανοεβραϊκός όρος που σημαίνει επίσκεψη στο νεκροταφείο), για να ζητήσουμε την παρέμβαση των πατέρων μας για να μας συγχωρέσει ο Θεός.

Θεωρητικά όλος ο μήνας που προηγείται, (ο μήνας Ελούλ), θεωρείται ο μήνας της μετάνοιας αλλά ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες η αναζήτηση της συγχώρεσης αποκτά μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Η μετάνοια θεωρείται ύψιστο καθήκον και η ζήτηση της συγχώρεσης αφορά τον Θεό αλλά κυρίως τον συνάνθρωπο μας. Τέλος η εβραϊκή στάση απέναντι στην συγχώρεση συνοψίζεται στα λόγια του Θεού: «ελάτε σε εμένα και εγώ θα έρθω σε εσάς«.
Έθιμα

Πρώτα, όπως ανάφερα, οφείλουμε να ζητήσουμε συγχώρεση αυτοπροσώπως από τα άτομα του περιβάλλοντος μας .

Δεύτερον είναι να βγούμε στην αγορά να αγοράσουμε ένα καινούργιο ρούχο ή κόσμημα για την γιορτή.

Τρίτον να πάμε στην συναγωγή για να ακούσουμε το Σοφάρ. Το σοφάρ είναι ένα κέρατο κριαριού το οποίο βγάζει έναν εξαιρετικά υποβλητικό ήχο που παραπέμπει κατ’ευθείαν στην Βίβλο και το άκουσμα του αποτελεί μιτσβά (εντολή με την καλή έννοια).

Τέταρτον είναι να απέχουμε από τις καθημερινές δραστηριότητες – ότι απαγόρευση ισχύει το Σαμπάτ ισχύει και για το Ρος Ασσανά.

Πέμπτον και πιο ενδιαφέρον: Την τέλεση ενός ειδικού γεύματος το οποίο θα συνοδεύεται από ορισμένα ειδικά τρόφιμα με συμβολική σημασία.
Το Γεύμα του Ρος Ασσανά

Το γεύμα του Ρος Ασσανά, (καμιά φορά ονομάζεται και Σέντερ του Ρος Ασσανά), είναι ένα εορταστικό γεύμα – πρακτικά έχει επικρατήσει να τρώμε ψάρι αλλά μπορεί να είναι οτιδήποτε αρκεί να είναι κάτι ιδιαίτερο. Η ουσία είναι τα ειδικά τρόφιμα (Ασιμανίμ/ Σημάδια) που συνοδεύουν το γεύμα και έχουν ιδιαίτερη σημασία. Αυτά είναι (σε παρένθεση ο ισπανοεβραικός όρος ) : μήλο με μέλι, πράσο (prassa), σπανάκι, χουρμά, κολοκύθα (kalavasa), ρόδι και κεφάλι ψαριού (pishkado).

Προφανέστατα το πράσο παραδοσιακά είναι πρασσοκεφτέδες (Κeftes de Prassa), το σπανάκι σπανακόπιτα ή σπανακοκεφτέδες (Keftes de Espinaca) ή πλεόν της μόδας είναι σε φρέσκια σαλάτα, η κολοκύθα μέσα σε μπουρεκάκια από κολοκύθα (Borekas de Kalavasa) κ.ο.κ. Υπάρχουν διάφορες συνταγές στο ίντερνετ.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ακόλουθες μπεραχότ (ευλογίες) για αυτά τα τρόφιμα. Εδώ τις παραθέτω στα ελληνικά αλλά συνήθως λέγονται (ή τουλάχιστον λέγονταν) στα ισπανοεβραϊκά στις Σεφαραδίτικες κοινότητες. Αντίστοιχα βέβαια στις Ρωμανιώτικες κοινότητες η γλώσσα της λειτουργίας ήταν τα ελληνικά:Το Μήλο με Μέλι (η εβραϊκή έκφραση Tapuach b’dvash είναι το όνομα ενός κλασσικού παιδικού τραγουδιού).
«Είθε ο Θεός να μας προσφέρει μια καλή και γλυκιά χρονιά από την αρχή ως το τέλος»
Το Ρόδι
«Είθε ο Θεός να πληθύνει τις καλές μας πράξεις όπως τους σπόρους του ροδιού»
Οι χουρμάδες (στα εβραικά η λέξη χουρμας μοιάζει με το ρήμα καταναλώνεται και ουσιαστικά είναι ένα λογοπαίγνιο)
«Είθε ο Θεός να θελήσει να καταναλωθούν αυτοί που μας επιβουλεύονται»

Το Κεφάλι ενός ψαριού
«Είθε ο Θεός να μας αφήνει να πηγαίνουμε πάνω σε ότι αναλάβουμε και να μας έχει ως κεφαλή και όχι ως ουρά, όταν ακολουθούμε τις εντολές του Κυρίου»

Το γεύμα ξεκινάει με το Κιντούς, τη μπεραχά που ευλογεί το κρασί, από το γηραιότερο μέλος της οικογενείας. Μετά μοιράζει το κρασί και λέει την ευλογία για το ψωμί που ειδικά για σήμερα οι καλεσμένοι το βουτάνε σε λίγο μέλι.

Στην συνέχεια αναφέρουμε τις μπεραχότ για τα τρόφιμα και τρώμε κανονικά το υπόλοιπο γεύμα. Το Ρος Ασσανά διαρκεί 2 ημέρες και το γεύμα επαναλαμβάνεται την επομένη, αλλά πρακτικά σήμερα δεν συμβαίνει.

Ευχές

Οι πιο χαρακτηριστικές ευχές του Ρος Ασσανά είναι:

Σανά Τοβά ου μετουκά
(Καλή και Γλυκιά Χρονιά)

K’τιβά βε χατιμά τοβά
(Είθε να γραφτείς και να σφραγιστείς για μια καλή χρονιά)


Αρχική Πηγή

ΓΙΟΜ ΚΙΠΟΥΡ – ΗΜΕΡΑ ΕΞΙΛΑΣΜΟΥ



Δέκα ημέρες μετά το Ρως Ασσανά, στις 10 του μηνός Τισρί, είναι η ιερότερη ημέρα του εβραϊκού εορτολογίου, η Ημέρα του Εξιλασμού «Γιομ Κιπούρ». Ημέρα αυστηρά μη εργάσιμη, αφιερωμένη στην μεταμέλεια, την προσευχή και την επίκληση στη μεγαλοσύνη του Θεού, ώστε να σφραγίσει για μας και τους αγαπημένους μας μια καλή απόφαση για την επόμενη χρονιά.

Το πρωί της παραμονής στα σπίτια της Λάρισας ετοιμάζεται ένα ποτήρι με λάδι, μέσα στο οποίο κοιτάζονται με τη σειρά όλα τα μέλη της οικογένειας μέχρι να δουν το είδωλό τους. Είναι η ώρα που ζητούν συγγνώμη ο ένας από τον άλλον και εύχονται μια καλή νέα χρονιά. Στη συνέχεια το λάδι προσφέρεται στη Συναγωγή από τις γυναίκες που ανάβουν με αυτό ένα καντηλάκι.

Το ίδιο βράδυ και πριν ο ήλιος δύσει οι οικογένειες συγκεντρώνονται στο τραπέζι για ένα πλούσιο γεύμα. Αμέσως μετά αρχίζει η νηστεία («ταανίτ») που θα διαρκέσει για 25 περίπου ώρες, δηλαδή μέχρι τη δύση της επόμενης ημέρας, κατά την οποία δεν επιτρέπεται να φάμε και να πιούμε τίποτα απολύτως. Ο σκοπός της είναι η ταπείνωση των ψυχών και η μη ενασχόλησή μας με τίποτα ταπεινό καθόλη τη διάρκεια της γιορτής, παρά μόνο με την επικοινωνία μας με τον Θεό.

Η επικοινωνία αυτή θα συντελεστεί στη Συναγωγή, όπου το Κιπούρ αισθάνονται την ανάγκη να προσέλθουν όλοι οι Εβραίοι, ακόμα και όσοι δεν συμμετέχουν σε καμία άλλη λειτουργία στη διάρκεια της χρονιάς. Με προσευχές μελωδικότατες και κατανυκτικούς ψαλμούς επαναλαμβάνονται όλη την ημέρα οι παρακλήσεις προς τον Θεό για παραγραφή των υποσχέσεων που δώσαμε και δεν κρατήσαμε και για συγχώρεση των σφαλμάτων μας. Χαρακτηριστικό είναι πως το Γιομ Κιπούρ ζητούμε συγγνώμη για τα αμαρτήματά μας απέναντι στον Θεό και όχι απέναντι στους ανθρώπους. Αν πιστεύουμε ότι έχουμε βλάψει και αδικήσει κάποιον άνθρωπο, πρέπει να ζητήσουμε και να πάρουμε τη συγχώρεσή του πριν από την ημέρα αυτή και κατόπιν να απευθυνθούμε στον Ύψιστο.

Η βραδυνή λειτουργία του Κιπούρ, που λέγεται «Νεϊλά» (δηλ. κλείσιμο, σφράγισμα) τελειώνει με το σάλπισμα του σοφάρ και την ανταλλαγή ευχών στο προαύλιο της Συναγωγής, ενώ οι γυναίκες πηγαίνουν γρήγορα στο σπίτι για να ζεστάνουν το γεύμα που θα απολαύσει η οικογένεια μετά από την ολοήμερη νηστεία, η οποία θα «κοπεί» με ένα σπιτικό γλυκό. Παλαιότερα, μετά το γεύμα συνηθιζόταν να γίνονται επισκέψεις από τους νεότερους στα σπίτια των μεγαλύτερων συγγενών, αλλά αυτό το ωραίο έθιμο έχει δυστυχώς εκλείψει σήμερα.

Η Γιορτή «Του Μπισβάτ»



Το Του Μπισβάτ (Εβραϊκά: ט״ו בשבט; tú bish’vat) είναι εβραϊκή εορτή που πραγματοποιείται την 15η ημέρα του εβραϊκού μήνα Σσεβάτ. Ονομάζεται επίσης Rosh HaShanah La’Ilanot , κυριολεκτικά «Νέο Έτος των Δέντρων». Είναι η εποχή όπου ανθίζουν τα πρώτα δέντρα στο Ισραήλ, ξυπνώντας από το χειμερινό τους ύπνο και ξεκινώντας έναν νέο κύκλο καρποφορίας. Στο σημερινό Ισραήλ, αλλά και στις εβραϊκές κοινότητες της Διασποράς, όπως και στη Λάρισα, η μέρα γιορτάζεται ως μέρα οικολογικής συνειδητοποίησης και φυτεύονται δέντρα για τον εορτασμό.

Το όνομα Του Μπισβάτ προέρχεται από το εβραϊκό ημερολόγιο και σημαίνει 15 του μήνα Σσεβάτ. Το «Tu» αντιπροσωπεύει τα εβραϊκά γράμματα Tet και Vav, τα οποία μαζί έχουν την αριθμητική τιμή των 9 και 6, αθροίζοντάς τα παίρνουμε τον αριθμό 15.

Σύμφωνα με τον Εβραϊκό νόμο, το «Νέο Έτος των Δέντρων» σχετίζεται με τους διάφορους φόρους που χωρίζονταν από την παραγωγή στην Ιερή Γη. Οι φόροι αυτοί ήταν διαφορετικοί κάθε χρόνο στον επταετή κύκλο της Σσεμιτά καθώς τα χωράφια τελούσαν υπό αγρανάπαυση κάθε έβδομο έτος. Το σημείο όπου ένας ανθισμένος καρπός θεωρείται ότι ανήκει στον επόμενο χρόνο του κύκλου είναι η 15η του Σσεβάτ.

Ο Άνθρωπος, ύψιστη αξία για την ιουδαϊκή θρησκεία και σύμφωνα με τη φράση που υπάρχει στο Δευτερονόμιο 20:19 «ο Άνθρωπος είναι ένα δέντρο στον αγρό», οφείλει να γνωρίζει ότι η Γη του δίνει ζωή και ότι είναι απόλυτα εξαρτημένος με αυτή καθώς του προσφέρει τα απαραίτητα. Η μέρα αυτή τιμά τη γη, τους καρπούς της και αναφέρεται στην αδήριτη ανάγκη του ανθρώπου να είναι μέλος της και να την φροντίζει όσο το δυνατόν περισσότερο.

Την ημέρα του Του Μπισβάτ τρώμε καρπούς, κυρίως από τα επτά είδη που ξεχωρίζουν στην Τορά μέσα από τους ύμνους σχετικά με τον πλούτο της Ιερής Γης. Τα είδη αυτά είναι: σιτάρι, κριθάρι, σταφύλια, σύκα, ρόδια, ελιές και χουρμάδες.

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΝΟΥΚΑ



Το Χανουκά φέρνει στις μνήμες όλων μας χαρούμενες οικογενειακές συγκεντρώσεις γύρω από την αναμμένη Χανουκιγιά, παιδικά τραγούδια και παιχνίδια με τη σβούρα (σεβιβόν) αλλά και την γλυκιά γεύση των σπιτικών ζεστών λουκουμάδων (σουφγκανιότ). Η γιορτή των φώτων μας θυμίζει μια φράση που είπε κάποτε ένας σοφός Ραβίνος: «Δεν μπορείς να διώξεις το σκοτάδι με ένα ραβδί: πρέπει αναγκαστικά ν’ ανάψεις το φώς!» Ο μόνος τρόπος να εξαφανίσουμε το σκοτάδι, την αμάθεια, το μίσος, την απληστία και την μισαλλοδοξία από τη ψυχή σας είναι «ν’ ανάψουμε» τα φώτα της γνώσης, της ελπίδας, της αγάπης, της ελεημοσύνης και της μεγαλοψυχίας. Το άναμμα των κεριών του Χανουκά μας επιστρέφει στις ρίζες μας, φωτίζει τις ψυχές μας και διώχνει το σκοτάδι από την καθημερινή μας ζωή.

Ο ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΑΝΟΥΚΑ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ

Το Χανουκά, η Γιορτή των Φώτων (Χαγκ Αουρίμ) γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 25 του Εβραϊκού μήνα Κισλέβ και διαρκεί οκτώ ημέρες.

Στη Συναγωγή εισάγουμε ειδικούς ευχαριστήριους ύμνους στις καθημερινές προσευχές. Στο σπίτι, ανάβουμε την Χανουκιγιά, την εννιάφωτη λυχνία που είναι και το σύμβολο της γιορτής, όταν πέσει η νύχτα και μπορούμε να μετρήσουμε τρία αστέρια στον ουρανό. Για το άναμμα χρησιμοποιούμε ελαιόλαδο ή κεριά αρκετά μεγάλα ώστε να μένουν αναμμένα τουλάχιστον μισή ώρα. Αυτό συμβολίζει την θέλησή μας να φωτίσουμε το σκοτάδι που υπάρχει στον κόσμο μέχρις ότου, όπως λέει και ο Προφήτης Ησαΐας «ο κόσμος γεμίσει από την γνώση του Θεού». Όλα τα μέλη κάθε Εβραϊκής οικογένειας πρέπει να είναι παρόντα στο άναμμα της Χανουκιγιά, η οποία πρέπει να τοποθετείται ή μπροστά από ένα παράθυρο ή δίπλα στην είσοδο του σπιτιού έτσι ώστε να είναι ορατή από το δρόμο. Αυτό συμβολίζει ότι δεν πρέπει να «κρατάμε» το φώς μόνο για μάς αλλά πρέπει να το διαδίδουμε όσο πιο μακριά μπορούμε.

Την Παρασκευή το βράδυ πρέπει να ανάψουμε τα κεράκια του Χανουκά πριν τα κεριά του Σσαμπάτ. Από την ώρα που θα ανάψουμε τα κεριά του Σσαμπάτ και μέχρι να τελειώσει η τελετή της Αβνταλά, που σηματοδοτεί το τέλος του Σσαμπάτ και το ξεκίνημα μίας νέας εβδομάδας, δεν πρέπει ούτε να ξανανάψουμε την Χανουκιγιά, ούτε να την μετατοπίσουμε και ούτε να την «ετοιμάσουμε» με νέα κεριά για το άναμμα του Σαββατόβραδου.

Για το άναμμα της Χανουκιγιά, ανάβουμε πρώτα το ειδικό κερί που ονομάζεται Σσαμάσς και το χρησιμοποιούμε για ν’ ανάψουμε τα υπόλοιπα κεράκια ως εξής: το πρώτο βράδυ, θα ανάψουμε με τον Σσαμάσς ένα κεράκι που θα τοποθετήσουμε στο δεξιότερο σημείο της Χανουκιγιά όπως την βλέπουμε. Το επόμενο βράδυ, θα τοποθετήσουμε δύο κεράκια στις δύο δεξιές θέσεις της Χανουκιγιά και θα ανάψουμε με τον Σσαμάσς πρώτα το κεράκι που βρίσκεται στα αριστερά και ύστερα το κεράκι που βρίσκεται δίπλα του στην δεξιότερη θέση .
Η ίδια τελετουργία συνεχίζεται έως και το όγδοο βράδυ (ανάβουμε με τον Σσαμάσς το πρώτο κεράκι από τα αριστερά, ύστερα το διπλανό του και συνεχίζουμε έως ότου ανάψουμε τελευταίο το κεράκι που βρίσκεται στην δεξιότερη θέση της Χανουκιγιά). Ο τρόπος ανάμματος της Χανουκιγιά με την προσθήκη ενός επί πλέον κεριού καθημερινά, συμβολίζει ότι πρέπει πάντα να αυξάνουμε συνεχώς τις γνώσεις μας και τις καλές μας πράξεις (Μιτσβότ), να εμβαθύνουμε την πίστη μας στις αξίες και τις παραδόσεις της θρησκείας μας.

ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Το ιστορικό γεγονός εξ’ αιτίας του οποίου γιορτάζουμε κάθε χρόνο το Χανουκά διαδραματίστηκε σχεδόν πριν από είκοσι δύο αιώνες. Οι Εβραίοι είχαν επιστρέψει στο Ισραήλ μετά από την πρώτη καταστροφή του Ναού του Σολομώντα (του Μπέτ-Αμικντάσς) από τον βασιλιά Ναβουχοδονόσωρα το 586 π.χ., που είχε σαν συνέπεια την μακρόχρονη εξορία στην Βαβυλωνία, και είχαν ξανακτίσει τον Ιερό Ναό. Δεν απέκτησαν όμως την πλήρη ανεξαρτησία τους παραμένοντας υπό την κυριαρχία της Περσικής Αυτοκρατορίας, η οποία με τη σειρά της κατελήφθη αργότερα από τα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το Ταλμούντ μας εξιστορεί ότι κατά την προέλαση του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των στρατευμάτων του προς την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ, μία αντιπροσωπεία των πιο ηλικιωμένων και σοφών Εβραίων με επικεφαλής τον Αρχιραββίνο Σιμόν Ατσαντίκ, ανέλαβε να συναντήσει τον στρατηλάτη για να διερευνήσει τις προθέσεις του απέναντι στον Εβραϊκό λαό. Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος αντίκρισε τον Σιμόν Ατσαντίκ, κατέβηκε από το άλογό του και γονάτισε μπροστά του. Ύστερα, διηγήθηκε στον έκπληκτο Αρχιραββίνο και στους συνοδούς του, ότι τις νύχτες πριν από κάθε μάχη με τους Πέρσες, έβλεπε ένα όραμα στο οποίο οι προσευχές και οι ευλογίες του Αρχιραββίνου οδηγούσαν τα στρατεύματά του σε θριαμβευτική νίκη.

Αισθανόμενος βαθιά ευγνωμοσύνη και σεβόμενος τις πνευματικές αξίες των Εβραίων και τους Νόμους τους, ο Μέγας Αλέξανδρος υπήρξε ένας πολύ ευγενικός και γενναιόδωρος κυβερνήτης. Ακύρωσε την επιβολή φόρων στους Εβραίους και ακόμη προσέφερε πολλές φορές ζώα στο θυσιαστήριο του Ιερού Ναού. Όμως, η πρωτάκουστη για εκείνη την βάρβαρη εποχή καλοσύνη των στρατευμάτων του και η εισαγωγή του Ελληνικού τρόπου ζωής στην καθημερινή ζωή των Εβραίων συνετέλεσε σε μία μορφή αφομοίωσης. Η Ελληνιστική αφθονία, τα ηδονιστικά έθιμα, οι παγανιστικές τελετουργίες, ο αθλητισμός, οι επιστήμες, η φιλοσοφία αλλά και η Ελληνική γλώσσα υιοθετήθηκαν από πολλούς Εβραίους, οι οποίοι άρχισαν ν’ αφιερώνουν τον χρόνο τους στην εκμάθηση του Ελληνικού Πολιτισμού αντί στην μελέτη της Τορά, να μιλούν την Ελληνιστική Κοινή αντί Εβραϊκά και να δίνουν στα παιδιά τους ελληνικά αντί βιβλικά ονόματα.

Η ευμάρεια των Εβραίων δεν κράτησε για πολύ. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η απέραντη αυτοκρατορία του μοιράστηκε στους στρατηγούς του. Μετά από ένα σκληρό πόλεμο για την κατάκτηση της εξουσίας, στον οποίο ενεπλάκησαν όλα τα έθνη της Μέσης Ανατολής, οι Εβραίοι βρέθηκαν το 175 π.χ. κάτω από την κυριαρχία της Δυναστείας των Σελευκιδών και του Σύριου βασιλιά Αντίοχου. Ο αλλαζών Αντίοχος, που δεν δίστασε να αυτοαποκαλεστεί «Ο Επιφανής», πίστεψε ότι η διάδοση και η υιοθέτηση του Ελληνιστικού Πολιτισμού από τους Εβραίους θα αποτελούσε το «εργαλείο» για την πλήρη αφομοίωσή τους. Κήρυξε ιερό πόλεμο εναντίον τους εφαρμόζοντας την απαγόρευση της διατήρησης των παραδόσεών τους και την εξάσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, τις συστηματικές διώξεις και τις δολοφονίες. Το Μπέτ-Αμικντάσς συλήθηκε και λεηλατήθηκε από όλους τους θησαυρούς του. Αποφασισμένος να εξαφανίσει το παραμικρό που θύμιζε την Εβραϊκή θρησκεία, ο Αντίοχος εγκατέστησε το άγαλμα του Δία μέσα στον Ιερό Ναό, απαγόρευσε με ποινή θανάτου την τήρηση του Σσαμπάτ και των άλλων θρησκευτικών εορτών καθώς και τις τελετές περιτομής (Μπερίτ-Μιλά). Η συνεχής καταπίεση των Εβραίων, η ιεροσυλία του Ναού και το φάσμα της πλήρους εξαφάνισης οδήγησε μία χούφτα πιστούς να επαναστατήσουν. Η επανάσταση ξεκίνησε από το μικρό χωριό Μοντιίν, λίγα μόλις χιλιόμετρα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Αρχηγός της μικρής ομάδας των επαναστατών ήταν ένας ηλικιωμένος ιερέας, ο Ματατιάου Χασσμοναϊ, υποστηριζόμενος από τους πέντε γιούς του Γιεουντά, Ελιέζερ, Σίμων, Γιοχανάν & Γιονατάν. Η προσπάθεια ανατροπής του Συριακού ζυγού κράτησε πολλά χρόνια. Έχοντας να αντιμετωπίσουν πολυάριθμο και άριστα εκπαιδευμένο στρατό, οι Εβραίοι επαναστάτες ακολούθησαν την τακτική του ανταρτοπόλεμου: την ημέρα κρύβονταν στα βουνά και την νύχτα επιτίθονταν εναντίον του εχθρού. Μετά τον θάνατο του Ματατιάου, την συνέχιση του αγώνα ανέλαβε ο πρωτότοκος γιός του Γιεουντά, ο οποίος χάραξε στις ασπίδες των επαναστατών τα αρχικά του βιβλικού ρητού «Μι Καμόχα Μπαελίμ Αδονάϊ» που σημαίνει «Ποιός όμοιός Σου μεταξύ των Θεών, Αδονάϊ». Τα τέσσερα Εβραϊκά γράμματα Μέμ, Κούφ, Μπέτ και Γιούντ σχηματίζουν την λέξη Μακάμπι που σημαίνει «Σφύρα» γι’ αυτό και οι επαναστάτες εκείνης της εποχής ονομάστηκαν «Μακαμπίμ» ή «Μακαβαίοι».

Μετά από την θριαμβευτική νίκη τους στο χωριό Μπέτ-Τσούρ και ύστερα από πολλά χρόνια σκληρών πολέμων, οι Μακαβαίοι κατόρθωσαν να αποτινάξουν τον ζυγό των Σύριων και να απελευθερώσουν την πατρίδα τους. Πρώτο τους μέλημα που κράτησε αρκετό καιρό ήταν ο καθαρισμός του Ιερού Ναού από τα ειδωλολατρικά αγάλματα και η επαναλειτουργία του σύμφωνα με τις Εβραϊκές Παραδόσεις. Έχοντας καθαρίσει και απολυμάνει τον Ναό και έχοντας κτίσει ξανά το θυσιαστήριο του Κυρίου, οι Εβραίοι αποφάσισαν να γιορτάσουν την «επαναφιέρωση» της πίστης στον Θεό τους γι’ αυτό και επ’ ευκαιρία των εγκαινίων της επαναλειτουργίας του Ιερού Ναού, ονόμασαν την γιορτή αυτή Χανουκά που στα Εβραϊκά σημαίνει «αφιέρωση».



Για να επαναλειτουργήσει όμως ο Ναός, έπρεπε να βρεθεί μεγάλη ποσότητα από αμόλυντο αγνό ελαιόλαδο, σφραγισμένο από τον Αρχιερέα, για το άναμμα του Αιωνίου Φωτός, της Μενορά. Οι Μακαβαίοι βρήκαν στις αποθήκες του Ναού μόνο ένα μικρό κανατάκι που επαρκούσε υπό κανονικές συνθήκες για το άναμμα μίας μόνο ημέρας. Για να ετοιμάσουν νέα ποσότητα αγνού ελαιολάδου έπρεπε να περάσουν οκτώ ολόκληρες ημέρες. Το δίλημμα ήταν μεγάλο: να περίμεναν άλλες οκτώ ημέρες για να επαναλειτουργήσουν τον Ιερό Ναό ή να χρησιμοποιούσαν την μικρή ποσότητα λαδιού που είχαν βρει διακινδυνεύοντας να σβήσει η Μενορά μετά από μία ημέρα; Τελικά, ορμώμενοι από την βαθιά τους πίστη, αποφάσισαν να ανάψουν την Μενορά και ο Θεός έκανε το θαύμα του: το μικρό κανατάκι λαδιού διήρκεσε οκτώ ολόκληρες ημέρες, όσες ακριβώς χρειάζονταν για να ετοιμάσουν μεγάλη ποσότητα από αγνό λάδι. Τον επόμενο χρόνο, οι ραβίνοι όρισαν τον παντοτινό εορτασμό του Χανουκά για οκτώ ημέρες, σε ανάμνηση του θαύματος του Θεού και της βοήθειάς Του στην διατήρηση της θρησκευτικής ταυτότητας του Εβραϊκού Λαού.



Αρχική Πηγή

Η Γιορτή του Πουρίμ



Η ιστορία του Πουρίμ

Όπως και η γιορτή του Χανουκά, έτσι και η γιορτή του Πουρίμ δεν αναφέρεται πουθενά στην Τορά αλλά συνδέεται μ’ ένα ιστορικό γεγονός που διαδραματίστηκε στην Περσία πριν από περίπου εικοσιπέντε αιώνες. Η άνοδος του βασιλιά Ξέρξη (ή Αρταξέρη, του οποίου το Βιβλικό όνομα αναφέρεται ως Αχασσβερόσς) στον θρόνο της Περσίας, το 516 π.Χ., βρίσκει χιλιάδες Εβραίους που έχουν μεταφερθεί εντός των συνόρων της Περσικής Αυτοκρατορίας μετά την πρώτη καταστροφή του Ιερού Ναού του Σολομώντα (του Μπέτ–Αμικντάσς) από τον βασιλιά Ναβουχοδονόσωρα το 586 π.Χ. και τον διασκορπισμό του Εβραϊκού `Εθνους σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γής.

Ο βασιλιάς Αχασσβερόσς, ύστερα από πολλές επιτυχημένες πολεμικές εκστρατείες, γίνεται κυβερνήτης μίας τεράστιας γεωγραφικής έκτασης, η οποία εκτείνεται από την Ινδία μέχρι την Αιθιοπία και περιλαμβάνει 127 κράτη εκείνης της εποχής. Τον τρίτο χρόνο της βασιλείας του, θέλοντας να ευχαριστήσει τους υπηκόους του, ο Αχασσβερόσς διοργανώνει στα Σούσα, την πρωτεύουσα, συμπόσιο για όλους τους άρχοντες και τους δούλους του βασιλείου του. Και παρουσιάστηκε μπροστά του η ηγεσία της Περσίας και της Μηδίας, οι ευγενείς και οι άρχοντες των επαρχιών, και τους έδειχνε τα πλούτη της δοξασμένης βασιλείας του και τη λαμπρότητα του εξαίσιου μεγαλείου του, επί πολλές μέρες, επί εκατόν ογδόντα μέρες. Όταν πέρασαν οι μέρες αυτές, ο βασιλιάς παράθεσε συμπόσιο για όλο τον λαό που κατοικούσε στην πρωτεύουσα, από τον πιο μεγάλο ως τον πιο μικρό, που κράτησε επτά μέρες. Κι έγινε στην αυλή του κήπου του βασιλικού παλατιού. `Υστερα από επτά ημέρες φαγοπότι, ο βασιλιάς εκθειάζοντας στους προσκεκλημένους του την ασύγκριτη ομορφιά της βασίλισσάς του Βάστης, της ζητάει να εμφανιστεί μπροστά τους. Εκείνη του αρνείται πεισματικά και εξοργισμένος ο βασιλιάς Αχασσβερόσς τιμωρεί την ανυπακοή της με θάνατο προς παραδειγματισμό όλων των γυναικών της επικράτειας, οι οποίες όφειλαν να σέβονται και να υπακούουν τους συζύγους τους.

Μετά τον θάνατο της βασίλισσας Βάστης, οι αυλικοί του βασιλιά αρχίζουν να ψάχνουν σ’ όλο το βασίλειο για την άξια αντικαταστάτρια της. Βρίσκουν πολλές ωραίες κοπέλες, τις οδηγούν στο παλάτι και τις παρουσιάζουν μπροστά στον βασιλιά, ώστε εκείνος να διαλέξει ανάμεσά τους την καινούργια βασίλισσα.

Εκείνη την εποχή, ζούσε στα Σούσα, ένας σεβάσμιος και πολύ μορφωμένος Εβραίος που ονομαζόταν Μορντεχάϊ. Είχε φτάσει στην Περσία μαζί με την ορφανή ανηψιά του Εστέρ, την οποία είχε υιοθετήσει και αναθρέψει μετά από τον θάνατο των γονιών της. Η πανέμορφη Εστέρ οδηγήθηκε στο παλάτι του βασιλιά, όπου και κέρδισε τον θαυμασμό όλων των αυλικών και υπηρετών εξ’ αιτίας της απλότητας, της καλοσύνης και της μετριοφροσύνης που την διέκριναν και της προσέδιδαν μία σπάνια χάρη. Ο ίδιος ο βασιλιάς, εντυπωσιασμένος από τη φυσική ομορφιά και χάρη της, την επέλεξε για βασίλισσά του.

Η Εστέρ εγκαταστάθηκε στο παλάτι και ακολουθώντας την συμβουλή του θείου της Μορντεχάϊ δεν αποκάλυψε σε κανέναν ότι ήταν Εβραία. Πήρε μαζί της Εβραίες υπηρέτριες και ακολουθούσε πιστά τον Εβραϊκό τρόπο ζωής αρνούμενη να φάει οτιδήποτε δεν ήταν Κασσέρ. Ο θείος της Μορντεχάϊ ερχόταν να την επισκεφθεί και να την συμβουλεύσει καθημερινά στο παλάτι. Σε μία απ’ αυτές τις επισκέψεις του, ο Μορντεχάϊ, άκουσε τυχαία δύο υπεύθυνους της φρουράς του βασιλιά, τον Μπιγκτάν και τον Τέρεσς, να σχεδιάζουν να δηλητηριάσουν τον βασιλιά Αχασσβερόσς. Αμέσως, ο Μορντεχάϊ ειδοποίησε την Εστέρ, η οποία με τη σειρά της γνωστοποίησε στον βασιλιά το γεγονός αναφέροντας σ’ αυτόν το όνομα του θείου της που είχε αποκαλύψει την συνομοσία. Υστερα από ανάκριση, οι δύο φρουροί κρίθηκαν ένοχοι και κρεμάστηκαν. Ο βασιλιάς ζήτησε να εγγραφεί το γεγονός αυτό στο επίσημο Βιβλίο Χρονικών του βασιλείου και ν’ αποδοθεί εύφημη μνεία στον πιστό του υπήκοο Μορντεχάϊ.

Εκείνη την εποχή, ο βασιλιάς όρισε πρωθυπουργό του τον ευκατάστατο Αμμάν, ο οποίος μισούσε τον Μορδεχάϊ επειδή αρνιόταν να υποκλιθεί μπροστά του όπως έκαναν οι υπόλοιποι αυλικοί του παλατιού. Το μίσος του Αμμάν για τον Μορντεχάϊ μεγάλωνε συνεχώς ώσπου μιά μέρα αποφάσισε να εξοντώσει μιά για πάντα όλους τους Εβραίους του Περσικού βασιλείου. Εριξε τους κλήρους για να ορίσει τον μήνα και την ακριβή ημέρα που θα εξολόθρευε το λαό του Μορντεχάϊ και ο κλήρος «έπεσε» στην 13η ημέρα του Εβραϊκού μήνα Αντάρ (εδώ, να εξηγήσουμε ότι η ονομασία της γιορτής «Πουρίμ» προέρχεται από τον πληθυντικό της αρχαίας Περσικής λέξης «Πούρ», η οποία σημαίνει «κλήρος»). Ο πανούργος Αμμάν λέγοντας στον βασιλιά Αχασσβερόσς ότι οι Εβραίοι έχουν δικούς τους νόμους και περιφρονούν τα διατάγματά του και προσφέροντας από την προσωπική του περιουσία δέκα χιλιάδες ασημένια τάλαντα στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο, ζήτησε και πήρε την έγκριση και υπογραφή του για να εκδώσει Βασιλικό Διάταγμα, στο οποίο διέταζε την ολοκληρωτική και χωρίς οίκτο εξολόθρευση με ξίφος όλων των Εβραίων, ανδρών, γυναικών και παιδιών καθώς και τη κατάσχεση των περιουσιών τους, κι’ όλα αυτά μέσα σε μία μόνο ημέρα στις 13 του μήνα Αντάρ.

Μόλις ο Μορντεχάϊ έμαθε τα κακά μαντάτα, έσκισε τα ρούχα του, φόρεσε πένθιμα, έβαλε στάχτη στο κεφάλι του και βγήκε στο δρόμο καλώντας όλους τους Εβραίους να μετανοήσουν και να προσευχηθούν στο Θεό. Οταν έφτασε μπροστά απ’ το παλάτι, τον είδαν οι υπηρέτριες της Εστέρ και έτρεξαν αμέσως να ειδοποιήσουν τη βασίλισσα. Εκείνη, ταραγμένη, έστειλε έναν έμπιστο ευνούχο του βασιλιά να πάει να βρεί το θείο της και να τον ρωτήσει γιατί φορούσε πένθιμα ρούχα. Ο Μορντεχάϊ, μέσω του πιστού ευνούχου, της έστειλε ένα αντίγραφο του τοιχοκολλημένου σε όλους τους δρόμους της πρωτεύουσας Βασιλικού Διατάγματος και την προέτρεψε να παρουσιαστεί μπροστά στον βασιλιά Αχασσβερόσς, να του αποκαλύψει την καταγωγή της και να τον παρακαλέσει να σώσει τον λαό της από τη σφαγή.

Μόλις έμαθε τα κακά νέα, η Εστέρ, νήστεψε επί τρία μερόνυχτα και ζήτησε από τον Μορντεχάϊ να παραγγείλει σ’ όλους τους Εβραίους της Περσικής επικράτειας να κάνουν το ίδιο και να προσευχηθούν στο Θεό για τη σωτηρία τους. `Υστερα, φόρεσε τη λαμπερή βασιλική της στολή και παρουσιάστηκε μπροστά στο βασιλιά διακινδυνεύοντας την ίδια τη ζωή της, μιά και απαγορευόταν να επισκεφθεί απρόσκλητη τον βασιλιά. Εκείνος μόλις αντίκρυσε την ωραία βασίλισσά του, τη ρώτησε ποιά ήταν η επιθυμία της. Εκείνη, του απάντησε πως είχε έρθει απλώς για να τον καλέσει σε γιορταστικό δείπνο μαζί με τον πρωθυπουργό Αμμάν.

Ο βασιλιάς δέχθηκε την πρόσκληση και την ώρα του δείπνου είπε στην Εστέρ ότι ήταν πρόθυμος να πραγματοποιήσει όλες τις επιθυμίες της. Εκείνη, διστάζοντας να του εκφράσει εκείνη τη στιγμή το αίτημά της, προτίμησε να τον ξανακαλέσει σε δείπνο, μαζί με τον Αμμάν, το επόμενο βράδυ όπου του είπε ότι θα του αποκάλυπτε την επιθυμία της κατά τη διάρκεια του δείπνου.

Ο Αμμάν έφυγε από το δείπνο ευδιάθετος και πολύ χαρούμενος για τη μεγάλη τιμή που του είχε κάνει η βασίλισσα να τον καλέσει σε δείπνο μαζί με τον βασιλιά. Βγαίνοντας όμως από το παλάτι έπεσε πάνω στον Μορντεχάϊ, ο οποίος ως συνήθως αρνήθηκε να υποκλιθεί μπροστά του. Ο Αμμάν εξοργίστηκε και διηγήθηκε το γεγονός στην γυναίκα του και στους φίλους του, οι οποίοι τον προέτρεψαν να παραγγείλει στους φρουρούς του να κατασκευάσουν ένα ξύλινο ικρίωμα για να κρεμάσει τον απείθαρχο Μορντεχάϊ το πρωΐ της επόμενης μέρας, πριν το σημαντικό δείπνο με τον βασιλιά και την Εστέρ. Το ίδιο βράδυ, ο ανυπόμονος Αμμάν επέστρεψε στο παλάτι για να ζητήσει προσωπικά την άδεια από τον βασιλιά να εκτελέσει το σχέδιό του το πρωΐ της επόμενης μέρας.

Την ίδια εκείνη νύχτα, ο βασιλιάς δεν μπορούσε να κοιμηθεί και ζήτησε να του διαβάσουν κάποιες σελίδες από το Βιβλίο των Χρονικών. Ο ιδιαίτερος υπηρέτης του άνοιξε τυχαία το Βιβλίο στην συγκεκριμένη σελίδα όπου ανεφέρετο η συνομοσία των δύο φρουρών του, την οποία είχε αποκαλύψει ο Μορντεχάϊ.

Τότε ο Αχασσβερόσς ρώτησε τον υπηρέτη του τι ανταμοιβή είχε δοθεί στον Μορντεχάϊ γι’ αυτή του τη πράξη κι’ εκείνος του απάντησε πως δεν του είχε δοθεί καμμία αμοιβή. Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην αυλή του παλατιού ο Αμμάν και ζήτησε να δεί τον βασιλιά.

Μόλις τον δέχτηκε ο βασιλιάς, ζήτησε τη γνώμη του για το τι θα έκανε εκείνος, άν ήταν στη θέση του, για να τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον πιστό του υπήκοο και ο Αμμάν, νομίζοντας ότι ο βασιλιάς ήθελε να τιμήσει τον ίδιο, του απάντησε ότι θα έντυνε τον τιμώμενο υπήκοο με βασιλική στολή, θα τον ανέβαζε πάνω σ’ ένα βασιλικό άλογο και θα διέταζε κάποιον αξιωματούχο του παλατιού να τον οδηγήσει έφιππο στην κεντρική λεωφόρο της πρωτεύουσας φωνάζοντας σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής προς όλους τους πεζούς: «έτσι ανταμείβει ο βασιλιάς όποιον θέλει να τιμήσει για τις υπηρεσίες του!». Η ιδέα του Αμμάν άρεσε στον βασιλιά Αχασσβερόσς, ο οποίος την υιοθέτησε πλήρως και διέταξε τον ίδιο τον Αμμάν, ν’ αναλάβει να εκτελέσει όσα ακριβώς εκείνος του είχε προτείνει, για να τιμήσει τον πιστό του υπήκοο, τον Μορντεχάϊ τον Ιουδαίο! Ετσι, το άλλο πρωΐ, ο Αμμάν, μη μπορώντας να αρνηθεί την διαταγή του βασιλιά, ταπεινώθηκε μπροστά στον Μορντεχάϊ τιμώντας τον με μεγαλοπρέπεια μπροστά σ’ όλους τους κατοίκους των Σουσών.

Αυτή ήταν η αρχή του τέλους για τον κακόβουλο Αμμάν: το ίδιο βράδυ, κατά τη διάρκεια του δείπνου, η Εστέρ αποκάλυψε στον βασιλιά την καταγωγή της και του ζήτησε να προστατέψει τον κυνηγημένο λαό της από «κάποιον μοχθηρό εχθρό που σχεδίαζε την εξόντωσή του και που δεν άξιζε να συμμετέχει στην αυλή του βασιλιά». Ο Αχασσβερόσς εξοργίστηκε όταν έμαθε ότι ο ίδιος ο συνδαιτημόνας και πρωθυπουργός του είχε διατάξει να στήσουν μία αγχόνη στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας για να κρεμάσει τον πιστό του υπήκοο Μορντεχάϊ που του είχε σώσει τη ζωή. Αμέσως διέταξε τους φρουρούς του να κρεμάσουν τον Αμμάν πάνω στήν ίδια αγχόνη που εκείνος είχε ετοιμάσει για τον Μορντεχάϊ και όρισε τον τελευταίο ανώτατο οικονομικό διαχειριστή του απέραντου βασιλείου του. Επειδή δε, δεν μπορούσε να ανακαλέσει το προηγούμενο διάταγμα του Αμμάν, το οποίο έφερε τη βασιλική υπογραφή του, εξέδωσε νέο Βασιλικό Διάταγμα το οποίο θα ετίθετο σε ισχύ την ίδια μέρα, την 13η μέρα του μήνα Αντάρ και βάσει του οποίου οι Εβραίοι όλων των διαφόρων κρατών του Περσικού βασιλείου επανακτούσαν το δικαίωμα να ζήσουν σύμφωνα με τους δικούς τους Νόμους, να οργανώσουν την υπεράσπισή τους και ν’ αντιμετωπίσουν με όλα τα μέσα τους επιτιθέμενους εχθρούς τους.

Οταν έφτασε η 13η μέρα του μήνα Αντάρ, οι Εβραίοι κατετρόπωσαν τους εχθρούς τους σε όλες τις επαρχίες του κράτους και την επόμενη ημέρα, την 14η μέρα του μήνα Αντάρ γιόρτασαν τη σωτηρία τους από την απειλή του αφανισμού με συμπόσια και γιορτές. Ομως, οι μάχες στην πρωτεύουσα, τα Σούσα, συνεχίστηκαν αδιάκοπα με την άδεια του βασιλιά και κατά τη διάρκεια της 14ης μέρας και δεν σταμάτησαν πριν το πρωΐ της επόμενης μέρας.

Ο Μορντεχάϊ κατέγραψε όλα αυτά τα γεγονότα και έστειλε επιστολές σε όλους τους Εβραίους του Περσικού Βασιλείου, με τις οποίες τους προέτρεπε να καθιερώσουν την 14η και 15η ημέρα του μήνα Αντάρ ως ημέρες χαράς, γιορτής, γάμων, συμποσίων και αποστολής γλυκισμάτων και δώρων σε φίλους και φτωχούς.

Η εμπειρία της μεγάλης χαράς (Σιμχά) και της Θείας Πρόνοιας (Ασσγκαχά Πρατίτ) που έζησαν οι Εβραίοι κατά τη διάρκεια της εξορίας τους στην Περσία, οδήγησαν τους σοφούς μας, τους χαχαμίμ, να ορίσουν τον παντοτινό εορτασμό του Πουρίμ από τους Εβραίους όλου του κόσμου.

Πουρίμ στη Λάρισα

Το Πουρίμ στη Λάρισα οι εβραϊκές οικογένειες φτιάχνουν παραδοσικά γλυκά τα οποία και ανταλλάσουν μεταξύ τους.

Τα παιδιά της Κοινότητας, κάθε χρόνο διοργανώνουν πάρτι στο Κοινοτικό μας Κέντρο όπου μασκαρεμένα λένε ποιήματα, παίζουν θεατρικά σκετσάκια με θέμα την ιστορία του Πουρίμ και τρώνε γλυκά.

Στην Συναγωγή όταν ο ραββίνος διαβάζει τη «διήγηση της Εσθήρ» τα παιδιά κάνουν φασαρία κάθε φορά που ακούγεται το όνομα του Αμάν, με σφυρίχτρες και ροκάνες. Μετά την λειτουργία συνηθίζεται τα εγγόνια να επισκέπτονται τους παππούδες τους για να πάρουν το «Πουριμλίκι» (χρηματικό δώρο).

Οι Συλλογος Κυριών της Κοινότητας διοργανώνει «Μπαζάρ Γλυκών» σε δημόσια εκδήλωση. Τα παραδοσιάκα εβραϊκά γλυκά προσφέρονται από της γυναίκες της Κοινότητας και πωλούνται σε συμβολική τιμή, τα έσοδα προσφέρονται εξ’ολοκλήρου σε κάποια φιλανθρωπική δομή της πόλης.

ΣΟΥΚΟΤ – Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΚΗΝΟΠΗΓΙΑΣ



Το Σουκότ (Sukkot) είναι μια από τις τρεις μεγάλες εορτές της Εβραϊκής θρησκείας μαζί με το Πέσαχ (Pesach) και το Σαβουώτ (Shavuot), οι λεγόμενες «γιορτές προσκυνήματος», Σσελοσσά Ρεγκαλίμ, κατά την διάρκεια των οποίων οι Εβραίοι ανέβαιναν με τα πόδια μέχρι την Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουν τον Κύριο στον Ναό Του, το Μπέτ-Αμικντάσς, και να του προσφέρουν μέρος από την σοδειά τους. Διαρκεί επτά ημέρες, αρχής γενομένης από την 15η ημέρα του μηνός Τισρί σύμφωνα με την εντολή του Θεού: «εορτήν σκηνών ποιήσεις σε αυτώ επτά ημέρας» (Δευτερονόμιο, ιστ’ 13).

Η εορτή σηματοδοτεί το τέλος του γεωργικού κύκλου και κατά την διάρκεια της οι Ισραηλίτες δοξολογούν και ευγνωμονούν τον Θεό όχι μόνο για την συγκομιδή των καρπών της γης, αλλά και για την συμβολή του στην Έξοδό τους από την Αίγυπτο και την διαμονή τους σε σκηνές στην έρημο του Σινά για 40 χρόνια.

Γι’ αυτό κατά την διάρκεια της εορτής κατασκευάζονται σκηνές (sukkot) από πράσινους κλώνους, οι οποίες στήνονται είτε προαύλιο είτε στον κήπο ή στην ταράτσα του σπιτιού. Η σκηνή, Σουκά (sukkah), είναι μία προσωρινή κατασκευή, η σκεπή της οποίας φτιάχνεται μόνο από γήϊνα υλικά. Προσφέρει σκιά από τον ήλιο στην διάρκεια της ημέρας και επιτρέπει σε όποιον κάθεται μέσα, να βλέπει τα αστέρια του ουρανού το βράδυ υπενθυμίζοντας στον πιστό το πρόσκαιρο της ζωής στη γη και την προστασία που παρέχει ο Θεός στον εβραϊκό λαό όχι μονάχα στην έρημο αλλά και σε όλες τις ερήμους της Διασποράς.

Σύμφωνα με τις επιταγές της Βίβλου (Λευϊτικόν, κγ’ 40), ο κάθε πιστός κρατά το Λουλάβ (ένα μπουκέτο που αποτελείται από ένα κλαδί φοίνικα, τρία κλαδιά μυρτιάς, δύο κλαδιά ιτιάς και ένα κίτρο), το οποίο κουνάει και αναπέμπει προσευχές στον Δημιουργό είτε στην σκηνή είτε στην συναγωγή. Οι σοφοί μας λένε ότι τα τέσσερα αυτά είδη φυτών αντιπροσωπεύουν τον Εβραϊκό λαό και παρομοιάζουν την γεύση και την καρποφορία που έχουν ή δεν έχουν τα φυτά αυτά, με την γνώση της Τορά και τις καλές πράξεις που κάνουν ή δεν κάνουν οι άνθρωποι. Το γεγονός ότι η Μιτσβά απαιτεί το κράτημα και των τεσσάρων ειδών μαζί, συμβολίζει την ενότητά που πρέπει να υπάρχει στον Εβραϊκό λαό παρά τις όποιες διαφορές. Το «κούνημα» των τεσσάρων φυτών προς όλες τις κατευθύνσεις, συμβολίζει την επιβλητική παρουσία του Θεού σε όλες τις διαστάσεις του χώρου.Μέσα στην σκηνή κάθε σπιτιού λαμβάνουν χώρα τα οικογενειακά γεύματα, εκτός και εάν βρέχει.

*Αναφορές για την σπουδαία αυτή γιορτή έχουμε επίσης από τον Ιώσηπο που την χαρακτηρίζει ως «εορτήν σφόδρα παρά τοις Εβραίοις αγιωτάτην και μεγίστην» και από τον Πλούταρχο, ο οποίος είχε προφανώς παρακολουθήσει την γιορτή, κάνει λόγο για όλα τα παραπάνω και θεωρούσε ότι «εικός δε βακχείαν είναι τα ποιούμενα» δηλ. μοιάζουν με όσα τελούσαν οι Έλληνες στις γιορτές του Διονύσου.

Η Γορτή του Σσαβουότ

Η γιορτή και οι ονομασίες της

Το Σσαβουότ είναι η δεύτερη από τις «τρεις γιορτές του προσκυνήματος» (Σσαλόσς Ρεγκαλίμ). Στις γιορτές αυτές οι Ισραηλίτες από όλα τα μέρη έπρεπε να πάνε προσκυνητές στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Σήμερα η γιορτή του Σσαβουότ είναι αφιερωμένη στο Νόμο που μας έδωσε ο Θεός στο Όρος Σινά. Όπως αναφέρει η Τορά, ο Νόμος δεν δόθηκε μόνο στους Ισραηλίτες που βρέθηκαν στο Όρος Σινά, αλλά δόθηκε και ισχύει και για όλους εμάς, τους απογόνους τους. Η σημασία της γιορτής όμως δεν ήταν η ίδια τη βιβλική εποχή. Τότε το Σσαβουότ είχε καθαρά γεωργική σημασία. Η γιορτή καθόριζε την αρχή της περιόδου θερισμού του σιταριού και το θερισμό του κριθαριού. Την ημέρα αυτή οι Ισραηλίτες έρχονταν από κάθε γωνιά της γης του Ισραήλ για να προσφέρουν στο Ναό τους πρώτους καρπούς και να ευχαριστήσουν τον Θεό προσφέροντας θυσίες. Το τυπικό της γιορτής (Λευιτικόν 23,15-21) προέβλεπε θυσίες για το σύνολο του λαού (αιματηρές και αναίμακτες) καθώς και για κάθε οικογένεια χωριστά. Με τον τρόπο αυτό οι Ισραηλίτες ευχαριστούσαν τον Κύριο για τη σοδειά, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά.

Η γιορτή ονομάζεται «Χαγκ Σσαβουότ» (Γιορτή των Εβδομάδων ή Πεντηκοστή) επειδή από το Πέσαχ ως το Σσαβουότ μεσολαβεί περίοδος επτά εβδομάδων. Το Σσαβουότ ονομάζεται ακόμη Χαγκ Ακατσίρ (γιορτή του Θερισμού) και Γιομ Αμπικουρίμ (Γιορτή των Πρώτων Φρούτων) επειδή είναι η γιορτή του καλοκαιριού και η αρχή του θερισμού, συνεπώς οι Εβραίοι έκαναν μια προσφορά από τους ωριμότερους καρπούς της νέας σοδειάς για να ευχαριστήσουν τον Θεό. Ονομάζεται επίσης Ζεμάν Ματάν Τορατένου που σημαίνει «χρόνος παράδοσης της Τορά» από τον Θεό και όχι «παραλαβής της Τορά» από τους Ισραηλίτες. Ο λόγος είναι ότι η Τορά «δόθηκε» μια συγκεκριμένη στιγμή από τον Θεό, ενώ ο καθένας από εμάς είναι υποχρεωμένος να «παραλαμβάνει» την Τορά κάθε μέρα της ζωής του. Τέλος ονομάζεται και Ατσέρετ (Συνάθροιση / Τελευταία Γιορτή), γιατί είναι η τελευταία ημέρα που σχετίζεται με το Πέσαχ. Οι 7 εβδομάδες που μεσολαβούν – κατά τις οποίες μετρούμε το Όμερ – δεν θεωρούνται διακοπή αλλά η σύνδεση του πρώτου μέρους της γιορτής του Πέσαχ με την κατάληξή της (Σσαβουότ).

Ελευθερία και δέσμευση

Η σχέση ανάμεσα στο Σσαβουότ και το Πέσαχ είναι πράγματι πολύ στενή. Η ιστορική αλυσίδα των γεγονότων που οδηγεί στο Σινά αρχίζει από την Αίγυπτο. Η ελευθερία αποτελεί προϋπόθεση για την αποκάλυψη του προσώπου του Θεού. Η συνθήκη μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων, μπροστά στο όρος Σινά, μπορούσε να γίνει μόνο με έναν ελεύθερο λαό. Η παρουσία του λαού μπροστά στο όρος Σινά ήταν σαν μια υπογραφή συμβολαίου, ένας όρκος αφοσίωσης (σσεβουά), ένας γάμος μεταξύ της «κνέσσετ Γισραέλ» (συνάθροισης του λαού του Ισραήλ) και του Θεού. Δεν μπορούμε να πάρουμε την ευθύνη του «γαμήλιου συμβολαίου» παρά μόνον όταν η ψυχή και το σώμα μας είναι ελεύθερα. Τότε μόνον είμαστε ικανοί να στραφούμε ολόκληροι ο ένας προς τον άλλον. Το άτομο δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη να ζήσει μια συζυγική συντροφική σχέση αν η ψυχή δεν είναι απελευθερωμένη, ώστε να μπορέσει να συμπεριλάβει τον άλλον. Η ελευθερία λοιπόν (που συμβολίζει το Πέσαχ), αποτελεί προϋπόθεση για τη δέσμευση και την αφοσίωση, που δίνεται με την ελεύθερη βούλησή μας (που συμβολίζει το Σσαβουότ). Η διπλή φύση της γιορτής του Σσαβουότ συμβολίζει την ανταλλαγή αγάπης ανάμεσα στους δυο συντρόφους στο γάμο, που προσφέρουν ο ένας στον άλλον με χαρά ό,τι περισσότερο αγαπούν: Στο Σσαβουότ ως γεωργική γιορτή οι άνθρωποι προσφέρουν τα πρώτα φρούτα στον Θεό, ενώ ταυτόχρονα, ως πνευματική κορύφωση, ο Θεός προσφέρει την ιερή Τορά του στο εβραϊκό έθνος.

Η Γη και ο Νόμος  

Στην Τορά αναφέρεται: «Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός σας, που σας έβγαλα από τη Γη της Αιγύπτου για να σας δώσω τη Γη Χαναάν και να είμαι Θεός σας» (Λευιτικόν, 25,38). Από τη φράση αυτή γίνεται σαφές ότι το ουσιώδες αντικείμενο της συμφωνίας του λαού του Ισραήλ με τον Θεό είναι η κτήση και χρήση και Γης Χαναάν, που μετονομάστηκε σε Γη του Ισραήλ. Ο Νόμος του Θεού, η Τορά, αποτελούσε τον Καταστατικό Χάρτη του Ισραήλ, τον κώδικα με τον οποίο έπρεπε να ζει ο λαός, ώστε να απολαμβάνει τα καλά που θα του έδινε ο Θεός, κυρίως μέσω της γης. Η θέση αυτή διαπνέει όλη την Τορά, όπου παρουσιάζονται με λεπτομέρειες τόσο οι ευεργεσίες του Θεού σε περίπτωση που οι Ισραηλίτες θα τηρούν τον Νόμο Του, όσο και οι αρνητικές συνέπειες, αν τον παραμελούν (Λευιτικόν 26). Οι περισσότερες από τις συνέπειες αυτές, θετικές και αρνητικές, αφορούν στη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή και επάρκεια αγαθών, συνδέονται δηλαδή άμεσα με τη γη. Δεν πρέπει να βλέπουμε τις συνέπειες αυτές, θετικές και αρνητικές, κατ’ ανάγκην υπερβατικά, ως θεϊκή ευλογία ή κατάρα. Πολλές από τις διατάξεις της Τορά αποτελούν ουσιαστικά καλές αγροτικές πρακτικές (π.χ. περιοδική αγρανάπαυση, μη συγκομιδή των καρπών τα πρώτα χρόνια). Πολύ περισσότερες είναι οι διατάξεις που αποσκοπούν να διατηρήσουν τη συνεκτική δομή μιας υγιούς κοινωνίας ελευθέρων ανθρώπων, που ζουν και θέλουν να συνεχίσουν να ζουν ευτυχισμένοι (π.χ. ουσιαστική κατάργηση της δουλείας μεταξύ Ισραηλιτών, περιορισμός της δυνατότητας μεταβίβασης ιδιοκτησίας, αποφυγή πλήρους θερισμού χάριν των απόρων). Η οικονομική και κοινωνική ευμάρεια μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει άμεσα από την τήρηση των ορθών κοινωνικών και αγροτικών πρακτικών που κωδικοποιούνται στο θείο Νόμο. Η τεράστια σημασία της Τορά ως κώδικα διαβίωσης υπογραμμίζεται από δύο στοιχεία: Πρώτον, η Τορά δόθηκε πριν από την είσοδο στη γη του Ισραήλ (40 ολόκληρα χρόνια πριν!), όπου επρόκειτο να τεθεί σε πλήρη εφαρμογή, υπογραμμίζοντας ότι ο Νόμος αποτελεί προϋπόθεση για τη Γη. Δεύτερον, για την παράδοση της Τορά ο Θεός εμφανίζεται ο ίδιος στο σύνολο του λαού του Ισραήλ, για μία και μοναδική φορά στην εβραϊκή ιστορία. Η προσφορά των πρώτων καρπών της γης στον Θεό μέσω των συλλογικών και ατομικών θυσιών στη γιορτή του Σσαβουότ υπογραμμίζει ακριβώς την αναγνώριση της συμβολής του Θεού – και του Νόμου Του – στη γονιμότητα της γης και, κατ’ επέκταση, στην οικονομική ευμάρεια του λαού αλλά και του κάθε εβραίου χωριστά. Από τη στιγμή όμως που ο Ναός καταστράφηκε και ο λαός πήρε το δρόμο της εξορίας και απομακρύνθηκε από τις γεωργικές εργασίες, η συνέχιση της γιορτής του Σσαβουότ θα ήταν πολύ δύσκολη, αν η γιορτή αυτή δεν αποκτούσε την επιπλέον σημασία της ως γιορτή παράδοσης της Τορά. Έτσι μία από τις τρεις μεγάλες γιορτές προσκυνήματος της βιβλικής εποχής θα χανόταν. Μαζί της θα χανόταν και η συμβολική σύνδεση που έχουν οι τρεις αυτές γιορτές μεταξύ τους. Δεν μπορεί ο κύκλος που ξεκινάει από τη γέννηση να φτάνει στην πλήρωσή του αν δεν περάσει από την ωριμότητα. Δεν γίνεται από την απελευθέρωση (Πέσαχ), που προϋποθέτει επανάσταση και συνεπώς σχετική αναρχία, να φτάσουμε απευθείας στην περισυλλογή των αγαθών των κόπων μιας ζωής (Σουκότ), αν δεν περάσουμε από την οργάνωση, την αναγνώριση και τη συνεργασία (Σσαβουότ). Γι’ αυτό ήταν σημαντικό να διασωθεί αυτή η γιορτή. Και διασώθηκε γιατί οι ραββίνοι απάντησαν στην πρόκληση, μελετώντας την Τορά συμπέραναν την ημερομηνία παράδοσής της και έδωσαν στη γιορτή αυτή τη νέα σημασία της. Η μετάθεση της έμφασης από τη Γη του Ισραήλ στο Νόμο του Θεού – από το υλικό στο άυλο – ήταν απαραίτητη όχι μόνο για να διασωθεί η γιορτή του Σσαβουότ αλλά και για να επιβιώσει ο ίδιος ο εβραϊκός λαός, όταν βρέθηκε μακριά από τη γη του και το Ναό του, και οι θυσίες δεν αποτελούσαν παρά μια ανάμνηση. Έτσι, η Τορά, ο «Κώδικας Διαβίωσης», υποκατέστησε τη Γη ως αντικείμενο της συμφωνίας με τον Θεό και τοποθετήθηκε στο κέντρο της λατρείας, ως το θείο Σύνταγμα του εβραϊκού λαού. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η Τορά, η ερμηνεία της από τους σοφούς μας αλλά και από τον καθένα μας ξεχωριστά, η τήρηση ή μη τήρηση των κανόνων της σημάδεψαν τον εβραϊκό λαό, καθόρισαν την ιδιαιτερότητά του, απορρόφησαν μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς του, και αποτελούν μέχρι σήμερα βασικό σημείο αναφοράς της εξέλιξής του.

 Έθιμα του Σσαβουότ

Σε πολλές συναγωγές συνηθίζεται την πρώτη νύχτα της γιορτής να ξενυχτούμε μελετώντας το γραπτό και προφορικό Νόμο, και να τραγουδούμε σε ιδιαίτερα εορταστική ατμόσφαιρα. Η περικοπή της Τορά που διαβάζουμε την πρώτη μέρα της γιορτής στη Συναγωγή περιλαμβάνει τις Δέκα Εντολές. Επίσης, στη Συναγωγή διαβάζουμε το βιβλίο της Ρουθ. Η Ρουθ, κοπέλα Μωαβίτισσα που ασπάστηκε την εβραϊκή θρησκεία και την Τορά, και ακολούθησε την πεθερά της στη γη του Ισραήλ, παρομοιάζεται με τον εβραϊκό λαό, ο οποίος, μετά από αιώνες διαβίωσης στον ειδωλολατρικό αιγυπτιακό πολιτισμό, στάθηκε στο όρος Σινά και αποδέχθηκε το Νόμο του Θεού. Δύο άλλοι λόγοι για τους οποίους διαβάζουμε το βιβλίο αυτό είναι οι εξής: – Περιγράφει με θαυμαστό τρόπο τον καλοκαιρινό θερισμό. – Ο βασιλιάς Δαυΐδ, ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε την ημέρα του Σσαβουότ, ήταν απόγονος της Ρουθ. Στο σπίτι συνηθίζουμε να τρώμε γαλακτερές τροφές που συμβολίζουν την Τορά, η οποία παρομοιάζεται με το γάλα (Άσμα Ασμάτων), που είναι θρεπτική και ωφέλιμη τροφή. Ένας άλλος λόγος για αυτή τη συνήθεια είναι ότι ο εβραϊκός λαός, ως τη στιγμή που δέχθηκε τους κανόνες διατροφής κασσέρ, μπορούσε να τρέφεται μόνο με φρούτα, λαχανικά και γαλακτερές τροφές, ζήτησε λοιπόν μια πίστωση χρόνου για να τους μελετήσει και να τους τηρήσει σωστά. Το Σσαβουότ στολίζουμε με λουλούδια (ιδίως τριαντάφυλλα) τη συναγωγή, το σπίτι και τις αυλές μας, έθιμο ενδεικτικό της ιστορικής και γεωργικής σημασίας της γιορτής. Ο γεωργικός συμβολισμός αναφέρεται στην αρχή της εποχής του θερισμού του σιταριού. Ο ιστορικός συμβολισμός μάς θυμίζει την ευωδιά της Πλάσης κατά την παράδοση της Τορά και τις πλαγιές του όρους Σινά, που ήταν κατάφυτες. Σε πολλές κοινότητες της Ελλάδας συνήθιζαν παλιότερα να πηγαίνουν περιπάτους και να κάνουν πικ-νικ στην εξοχή, χαιρετίζοντας με τον τρόπο αυτό τον ερχομό του καλοκαιριού.

Πηγή: https://athjcom.gr/

Το μυστήριο της χριστιανικής ιερωσύνης



Πλην της συγγενείας του με το Λευϊτικό ιερατείο της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο θεωρείται τύπος της χριστιανικής ιερωσύνης, το μυστήριο της χριστιανικής ιερωσύνης είναι θεοΐδρυτο μυστήριο που βασίζεται στο έργο της εν Χριστώ θείας Οικονομίας, και μάλιστα στο αρχιερατικό αξίωμα του Κυρίου. Με την ενανθρώπησή του, ο προαιώνιος άσαρκος Λόγος προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να την σώσει και να την δοξάσει, με το κοσμοσωτήριο έργο Του, την σταυρική Του θυσία, την Ανάσταση και την εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα. Ο σεσαρκωμένος Λόγος είναι πλέον μέσα στην ιστορία του κόσμου και το φως του είναι ο φωτισμός, ο αγιασμός και η μεταμόρφωση του κτιστού κόσμου. Ως αιώνιος αρχιερεύς ο Χριστός ενώνει την λογική κτίση με τον Θεό, προσφέροντας ως θυσία υπέρ αυτής τον εαυτό Του. Μέσα σ’ αυτά τα όρια λειτουργεί το μυστήριο της ιερωσύνης στο όλο μυστήριο της εκκλησίας. Συμπερίληψη του έργου του Χριστού και των μυστηρίων της εκκλησίας είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που τελείται από τον ιερέα και τελειούται από το Άγιο Πνεύμα. Έτσι τα μυστήρια είναι εκφάνσεις και λειτουργίες του σώματος του Χριστού, της ιστορικής εκκλησίας˙ «και γαρ σώμα και αίμα Χριστού τα μυστήρια» (Νικόλαος Καβάσιλας).

Με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας που τελεί ο ιερεύς στην εκκλησία πραγματοποιείται η ενότητα κτιστού και ακτίστου κόσμου και οι πιστοί ζουν την σχέση της κτιστής πραγματικότητας με την άκτιστη φωτιστική ενέργεια. Με την έννοια αυτή η ιερωσύνη είναι η χαρισματική λειτουργία που έδωσε ο Χριστός στην εκκλησία, η οποία συμφιλιώνει εκ νέου Θεόν και κτίση. Μόνος βέβαια Μεσίτης στη συμφιλίωση αυτή είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο σεσαρκωμένος Λόγος ως αιώνιος αρχιερεύς. Το χάρισμα όμως της διακυβέρνησης της εκκλησίας για την ενότητα, την αύξηση και την προκοπή του σώματος, παρεχώρησε ο ίδιος ο Χριστός, κατά την επί γης διακονία Του, στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους ιερείς (επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους), όταν τους εξέλεξε και τους απέστειλε στο κήρυγμα (Μάρκ. 3,13-19. 6,7-13, Ματθ. 18,18), και κυρίως μετά την Ανάστασή Του, όταν εμφανίσθηκε στους μαθητές Του και τους έδωσε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και την εντολή να συνεχίσουν το έργο της σωτηρίας και της αποστολής Του (Ιω. 20,21, Ματθ. 28,19-20, Μάρκ. 16,15). Επομένως, η ιερωσύνη είναι μια απαραίτητη χαρισματική εξουσία μέσα στην εκκλησία, η οποία κατευθύνει και συντονίζει όλες τις χαρισματικές λειτουργίες του σώματος του Χριστού, δηλαδή της ιστορικής εκκλησίας, και φυλάττει την ενότητά της.

Το μυστήριο της ιερωσύνης είναι ειδικό χάρισμα μέσα στην εκκλησία, που λαμβάνεται με την χειροτονία του προσερχομένου στην ιερωσύνη προσώπου από τον επίσκοπο. Κατά την χειροτονία ο χειροτονούμενος λαμβάνει την ειδική χάρη του Αγίου Πνεύματος και είναι ικανός να ενεργεί ως πρεσβευτής του Χριστού μέσα στην εκκλησία, να τελεί τα μυστήρια, να αγιάζει διά των δωρεών του Αγίου Πνεύματος και να κάνει δυνατή την αύξηση και προκοπή του σώματος. Υπό την έννοια αυτή είναι απαραίτητη η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή των επισκόπων, διότι άνευ επισκόπου δεν μπορεί να τελεσθεί το μυστήριο της ιερωσύνης και άνευ ιερωσύνης δεν είναι δυνατή η τέλεση των μυστηρίων, και μάλιστα του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας.

Η σύναξη των πιστών και η μετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας εκφράζει ακριβώς την ενότητα του σώματος και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, γιατί το ενιαίο σώμα εκτός από μυστηριακό, είναι επίσης κοινωνικό και διοικητικό. Επομένως οι σχέσεις και οι διαφορές των λειτουργιών προς το ένα σώμα, είναι σχέσεις χαρισματικών λειτουργιών, γιατί η εκκλησία ως σώμα Χριστού έχει πολλές λειτουργίες και διαιρέσεις χαρισμάτων. Οι ιερείς είναι οι χαρισματικοί ηγέτες στην εκκλησία, αλλά το «σώμα είναι εν και το ποτήριον εν», από το οποίο μετέχουν όλοι, ιερείς και λαός.

Την βιβλική και πατερική αυτή διδασκαλία για την εκκλησία και τα λειτουργήματα σ’ αυτήν, φαίνεται να κατανόησε η Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος (1962-1965) και με τη μεταρρύθμισή της στην λειτουργική ζωή προσπάθησε να απαλύνει την έως τότε ισχύουσα αντίληψη της Ρώμης, ότι η χειροτονία ανυψώνει τον ιερέα υπεράνω των συνανθρώπων του και του απονέμει το προσόν μιας ειδικής προσέγγισης του θείου. Από την άλλη, η διακοπή της αποστολικής διαδοχής στους Προτεστάντες οδήγησε στο αντίθετο άκρο: οι Προτεστάντες όταν μιλούν για ιερωσύνη αναφέρονται στην «γενική ιερωσύνη», στο «βασίλειον ιεράτευμα» όλων των πιστών. Με την έννοια αυτή κάθε μέλος της κοινότητας, άνδρας ή γυναίκα, είναι ιερεύς και με το είδος αυτό της ιερωσύνης έχει άμεση κοινωνία με τον Θεό. Η τιμητική θέση της ιερωσύνης, την οποία εκφράζει η προτεσταντική αυτή αντίληψη, δεν σχετίζεται τόσο με την θεία Ευχαριστία καθ’ εαυτήν, όσο με τον ρόλο του ιερέα (του πάστορα=ποιμένος) ως προσώπου που εκτελεί χρέη μεσάζοντος. Έτσι οι Προτεστάντες πιστεύουν ότι η θεία Ευχαριστία δεν είναι παρά ανάμνηση και μόνο της σταυρικής θυσίας του Χριστού και του Μυστικού Δείπνου, και όχι θυσία πραγματική (αλλά αναίμακτη), επαναλαμβανόμενη κάθε φορά που τελείται το μυστήριο. Η παράδοση της Ανατολικής εκκλησίας αποκλείει τις δύο ακρότητες.

Στη βάση της μυστηριακής και λειτουργικής ζωής της Ανατολικής εκκλησίας αναπτύχθηκε μια τεράστια και πλούσια σε θεολογία και θρησκευτική ζωή υμνολογία, η οποία διανθίζεται στον πλούτο του ημερησίου και ετησίου λειτουργικού χρόνου: εσπερινός, απόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρος, ώρες και, υπεράνω όλων, η θεία Λειτουργία, κατά την οποία τελείται το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, αυτός είναι ο κύκλος του ημερησίου λειτουργικού χρόνου. Η κατανυκτική επίσης υμνογραφία του Τριωδίου κατά την Μ. Τεσσαρακοστή και η χαρμόσυνη και αναστάσιμη του Πεντηκοσταρίου συνθέτουν, μαζί με αυτήν των μηνιαίων, των θεομητορικών εορτών και των εορτών των αγίων, τον ετήσιο κύκλο της λατρείας. Ο πλούτος αυτός γίνεται ζωή και εμπειρία των πιστών μέσα στο χαρισματικό σώμα της Εκκλησίας.

Η ιερωσύνη στον εξωχριστιανικό κόσμο.



Η ιερωσύνη στις εξωχριστιανικές θρησκευτικές παραδόσεις διακρίνεται σε κληρονομική (αρχαίο Ισραήλ, Ινδοϊσμός, Ζωροαστρισμός, Σιντοϊσμός) και σε επαγγελματική (αρχέγονες φυλές και μεγάλοι πολιτισμοί, όπως αυτοί Ελλάδος, Ρώμης, Αιγύπτου, Μεσοποταμίας).

Στην πρώτη περίπτωση, τα ιερατικά δικαιώματα και καθήκοντα ανήκουν σε ειδική οικογένεια ή φυλή. Τα τέκνα της οικογενείας εκπαιδεύονται καταλλήλως, ώστε να διαδεχθούν τον πατέρα στο ιερατικό λειτούργημα ή να αναλάβουν το λειτούργημα αυτό όταν ενηλικιωθούν. Εξυπακούεται βέβαια ότι ο γάμος στην κληρονομική ιερωσύνη είναι επιβεβλημένος, για να μη διακοπεί η κληρονομική διαδοχή. Οικογένειες με κληρονομική ιερωσύνη, για να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους, ανάγονται σε προγόνους με αρχαία καταγωγή. Στην Ινδία και την Ιαπωνία ορισμένα ιερά υπάγονται κληρονομικώς σε μία οικογένεια, η οποία φυλάσσει και περιποιείται τον ναό και έχει πρόσβαση στις προσόδους του και δικαίωμα εγκατοίκησης στα οικήματά του.

Η επαγγελματική ιερωσύνη από την άλλη μεριά, στρατολογεί τα μέλη της από το σύνολο των φερέλπιδων νέων της κοινότητας. Η ιερωσύνη αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να επιλέγει αφοσιωμένους, έξυπνους και αποφασιστικούς ή ηθικούς νέους.

Στην πλειονότητα των θρησκευτικών παραδόσεων του κόσμου η εκλογιμότητα για το αξίωμα της ιερωσύνης έχει περιορισθεί στους άρρενες. Χριστιανισμός της Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, Ινδοϊσμός, Βουδισμός και Ταοϊσμός έχουν αποκλειστικώς έως σήμερα άρρενες ιερείς. Ο Ιουδαϊσμός επίσης έχει περιορίσει το ραββινάτο στους άρρενες. Σήμερα σε ορισμένες χριστιανικές ομολογίες προτεσταντών, στην αγγλικανική εκκλησία και σε παρατάξεις του Ιουδαϊσμού, άρχισε η χειροτονία γυναικών, που ήγειρε διαμαρτυρίες, προβλήματα και ερωτήματα, τόσο στον οργανισμό ορισμένων εξ αυτών των ομολογιών (κυρίως μάλιστα στην αγγλικανική εκκλησία), όσο και στο γενικό σώμα της χριστιανοσύνης. Ο θεσμός ωστόσο των διακονισσών είναι συναφής με τη γένεση και την ιστορία της εκκλησίας, αν και ατόνησε βαθμηδόν.

Ιερατείο και λατρεία στον Ιουδαϊσμό

Από τις δύο άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, δηλαδή στον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ, μόνο στο αρχαίο Ισραήλ υπήρχε ως την καταστροφή του Ναού (70 μ.Χ.) ειδική ιερατική τάξη. Πρόκειται για το Λευϊκό ιερατείο, που είχε θεσπισθεί από τον Μωϋσή, ήταν κληρονομικό και για την χριστιανική διδασκαλία θεωρείται τύπος της χριστιανικής ιερωσύνης.
 Οι Λευΐτες προέρχονταν από τη φυλή του Λευΐ, η οποία δεν απαριθμούνταν στον κατάλογο των δώδεκα φυλών του Ισραήλ (βλ. Αριθμ. 1,47 εξ), διότι τους είχε ανατεθεί το τιμητικό έργο της επιστασίας και φρούρησης της Σκηνής του Μαρτυρίου. Ένα από τα κύρια γνωρίσματά τους ήταν η προσφορά θυσιών. Ο λευΐτης τελούσε τη λατρεία της θυσίας σε βωμούς, και από τον 7ο αιώνα π.Χ. και εντεύθεν οι λατρείες αυτές γίνονταν αποκλειστικά και μόνο στον ναό της Ιερουσαλήμ.
 Όταν όμως το 70 μ.Χ. οι Ρωμαίοι στρατιώτες του στρατηγού Τίτο κατέστρεψαν τον ναό, οι θυσίες περιέπεσαν σε αχρηστία και σταμάτησαν. Έτσι έπαψε να υπάρχει πια ενεργό ιερατείο, αν και δεν έπαψαν να υφίστανται κληρονομικές ιερατικές οικογένειες. 
Τον ναό τον αντικατέστησε πλέον η συναγωγή, η θρησκευτική ηγεσία της οποίας περιήλθε στα χέρια των ραββίνων, των διδασκάλων και ειδημόνων του θείου Νόμου, οι οποίοι είναι πεπαιδευμένα θεολογικώς, αλλά αιρετά μέλη της κοινότητας, χωρίς ιερατική ιδιότητα.
 Η μόνη θυσία ζώων του αρχαίου Ισραήλ, που συνεχίζει έως σήμερα, είναι αυτή της μικρής κοινότητας των Σαμαρειτών, οι οποίοι είχαν ήδη από μακρού μεταθέσει τη λατρεία από τον ναό της Ιερουσαλήμ στο όρος Γαριζίν της Σαμαρείας, κοντά στη Συχέμ (σημερινή Νεάπολις). Οι αξιωματούχοι των Σαμαρειτών κατά την ημέρα αυτή, ονομάζονται ιερείς.

Ιερατείο και «ιερωσύνη» στο Ισλάμ



Ο τύπος του ραββίνου νομοδιδασκάλου ή γραμματέως χωρίς ειδική ιερωσύνη μεταβιβάστηκε και στο Ισλάμ. Το Ισλάμ είναι θρησκεία αυστηρώς μονοθεϊστική, η οποία έχει σχέση αλλά και μεγάλες διαφορές, ιδίως ερμηνείας, με τις θεμελιώδεις αρχές της βιβλικής παράδοσης, ιουδαϊκής και χριστιανικής, αλλά δεν είναι μυστηριακή θρησκεία και εκκλησιαστικός οργανισμός, όμοιος προς τον οργανισμό της εκκλησίας του Χριστού, η οποία δεν ταυτίζεται με την κοσμική εξουσία. «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου», είπε ο Κύριος (Ιω.18,36). Το Ισλάμ δεν θεωρεί τον εαυτό του μόνον ως θρησκεία αλλά και ως κοινωνία του Θεού, η οποία συνενώνει θρησκευτική και πολιτική μαζί εξουσία. Γι’ αυτό στο Ισλάμ δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ θρησκείας και πολιτείας, θείου και ανθρωπίνου νόμου. Η θρησκεία είναι η πολιτικώς οργανωμένη κοινότητα (Ούμμα) όλων των μουσουλμάνων. Με την καθαρώς θεωρητική της μορφή, η προσευχόμενη κοινότητα αποτελεί συγχρόνως και το αγωνιζόμενο στράτευμα. Γι’ αυτό ο μουσουλμανικός στρατός αποτελεί «τον στρατό του Αλλάχ» και το δημόσιο ταμείο «το ταμείο του Αλλάχ». Με ανάλογο τρόπο, ο θρησκευτικός νόμος είναι συγχρόνως και νόμος της πολιτείας, όπως τα θρησκευτικά προβλήματα είναι συγχρόνως πολιτικά και τα πολιτικά θρησκευτικά.

Η φύση αυτή του Ισλάμ προέρχεται από τη διπλή ιδιότητα του ιδρυτού του. Ο Μωάμεθ δεν παρουσιάστηκε ως μεσίτης και λυτρωτής, αλλά ως προφήτης του Θεού που προσκομίζει τον θείο Νόμο, δηλαδή το Κοράνιο, ως εντολή του Θεού απαράγραπτη και απαραβίαστη. Ο Μωάμεθ επίσης δεν ήταν μόνον ο προφήτης του Θεού, αλλά και ο αρχηγός της κοινότητάς του. Συνεπώς το Ισλάμ δεν είναι θρησκεία απολυτρωτική. Και εφόσον δεν υπάρχει μεσίτης και λυτρωτής δεν υπάρχουν επίσης ιερατείο και μυστήρια σ’ αυτό, διά των οποίων θα έφερε εις πέρας το απολυτρωτικό έργο του μεσίτη. Επομένως το Ισλάμ δεν γνωρίζει θεία ιερατική αρχή, ούτε για τη φύλαξη της αποκαλύψεως, ούτε για τη μετάδοση της χάριτος του Θεού διά μυστηρίων. Υπάρχουν μόνο οι νομοδιδάσκαλοι ουλεμάδες (‘ulamâ’, γνώστες ή ειδήμονες του νόμου), οι οποίοι σπουδάζουν τον θείο νόμο και καταγίνονται με αυτόν, αλλά είναι λαϊκοί άνδρες, χωρίς ιδιαίτερο ιερατικό χάρισμα. Ως ειδήμονες του ιερού νόμου, αναλαμβάνουν καθήκοντα υπηρεσίας στα τεμένη και τα ιεροδιδασκαλεία, αλλά ως αιρετά μέλη της κοινότητας.

Συν τω χρόνω όμως οι ουλεμάδες, ως ειδήμονες του νόμου και υπηρέτες των μουσουλμανικών τεμενών, απέκτησαν ορισμένα δικαιώματα μέσα στη μουσουλμανική κοινότητα. Έτσι τύποις δημιουργήθηκε ένα είδος «ιερατείου» με μια συγκεκριμένη αιρετή ιεραρχία που συνιστούν ο χαλίφης, ο ιμάμης, ο μουεζίνης, ο χατίπης, ο μουφτής (ανώτερος νομοδιδάσκαλος) και ο καδής, ιεροδικαστής. Όλοι όμως αυτοί είναι αιρετά μέλη της κοινότητας χωρίς ειδικό μυστήριο ιερωσύνης και χωρίς να τελούν μυστήρια.

Από αυτούς, ο χαλίφης δεν υπάρχει σήμερα. Όταν υπήρχε χαλιφάτο, ο χαλίφης ήταν ο αρχηγός της θρησκευτικής και πολιτικής κοινότητας του Ισλάμ και ο προστάτης της πίστης και των πιστών (Αλ-αμίν αλ-μουμινίν), χωρίς όμως χαρισματικές ιδιότητες. Επομένως ο θεσμός του χαλιφάτου είχε ανέκαθεν σημασία κρατικοθρησκευτικού δικαίου και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «ισλαμικής παποσύνης».Ο ιμάμης των σουννιτών είναι ο προϊστάμενος και οδηγός των πιστών στην προσευχή, και ιδιαίτερα την μεσημβρινή της Παρασκευής στο κεντρικό τέμενος της κοινότητας. Επειδή η μόνη λατρεία του Θεού στο Ισλάμ είναι η προσευχή (σύντομη και στερεότυπη), για την εύρυθμη τάξη της ο ιμάμης πρέπει να γνωρίζει και να απαγγέλλει εκφώνως όλες τις ευχές, οι οποίες καλούν τους πιστούς να σταθούν όρθιοι, να σκύψουν, να γονυπετήσουν, να κάνουν πρηνείς μετάνοιες ακουμπώντας το μέτωπό τους στο έδαφος, και πάλι, ακολουθώντας τις συνθηματικά εκφωνούμενες ευχές, να εγερθούν σε στάση προσοχής και να ετοιμασθούν για νέες, όπως παραπάνω, μετάνοιες. Παλαιότερα ο ιμάμης ήταν οδηγός των πιστών τόσο στις προσευχές όσο και στα πεδία των μαχών και ταυτιζόταν με τον χαλίφη. Σήμερα παραμένει η ιδιότης του αυτή, αλλά θεωρητικά. Ο μουεζίνης είναι εκείνος που ανέρχεται στον μιναρέ και καλεί τους πιστούς στην προσευχή, ενώ ο χατίπης είναι ο αναγνώστης και κήρυκας του Κορανίου. Ο καδής είναι ο μουσουλμάνος ιεροδικαστής, ο οποίος δικάζει με βάση τους κανόνες της sharî‘a, της ισλαμικής νομοθεσίας. Πολύ σεβασμό απολαμβάνει ο μουφτής. Είναι ο κατεξοχήν νομοδιδάσκαλος, ο οποίος έχει ως καθήκον όχι να ερμηνεύει τον ιερό νόμο ή να αναπτύσσει νέες διατάξεις, αλλά να ανατρέχει στις κωδικοποιημένες ήδη από τον 10ο αιώνα διατάξεις των σχολών του ισλαμικού νόμου και να βγάζει «γνωματεύσεις» (φετβά), με βάση τις οποίες θα κρίνει ο καδής την εκδικαζόμενη υπόθεση. Ως ένα είδος θρησκευτικού νομάρχου σε πόλη μιας επαρχίας, ο μουφτής αποφαίνεται επίσης για περιπτώσεις οικογενειακού δικαίου, δηλ. γάμων, κληρονομιών και διαζυγίων.

Η κύρια διαφορά των σουννιτών από τους σιίτες είναι πολιτική, που επενδύθηκε και με θρησκευτική ορολογία. Πρόκειται για τη μεγάλη διαμάχη περί ιμαμάτου και χαλιφάτου, για το ποιος δηλαδή θα έχει την εξουσία του Ισλάμ, ο ιμάμης των σιιτών ή ο χαλίφης του σουννιτών. Το ζήτημα αυτό ανέκυψε μετά τον θάνατο του Μωάμεθ (632) και οξύνθηκε από το 656 και έπειτα, όταν την ηγεσία του χαλιφάτου ανέλαβε ο Άλη, πρώτος ξάδελφος και γαμπρός του Μωάμεθ στη θυγατέρα του Φατιμά. Και ενώ ο χαλίφης (και διάδοχος του Μωάμεθ) δεν έχει χαρισματικές ιδιότητες αλλά είναι απλός ο κυβερνήτης του Ισλάμ και ο προστάτης της πίστης και των πιστών, ο Ιμάμης των σιιτών είναι όχι μόνον πολιτικός αλλά και χαρισματικός αρχηγός και στο πρόσωπό του συνδυάζει την θρησκευτική και κοσμική συγχρόνως εξουσία. Θεωρείται εξαίρετη προσωπικότητα, η οποία είναι ικανή, χάρη στην θεία έμπνευση (ilhâm), να γνωρίζει την αληθινή έννοια της αποκάλυψης και να ερμηνεύει αλάνθαστα τον θείο νόμο. Νωρίς όμως, ήδη μέσα στον δεύτερο μουσουλμανικό αιώνα, λόγω των διωγμών που υπέστησαν οι σιίτες από την πλειοψηφούσα παράταξη των σουννιτών, ο τελευταίος ιμάμης εξαφανίστηκε και έπαψε η κληρονομική διαδοχή του ιμαμάτου. Επειδή όμως χωρίς ιμάμη δεν μπορεί να υπάρξει σιιτική κοινότητα, οι σιίτες δέχθηκαν ότι ο ιμάμης δεν πέθανε, αλλά με το θέλημα του Θεού κρύφθηκε μυστηριωδώς και παραμένει έκτοτε κρυμμένος παρακολουθώντας και ενισχύοντας από τον κρυφό τόπο την πορεία της κοινότητάς του. Έτσι στη σημερινή σιιτική κοινότητα την πολιτική και θρησκευτική εξουσία του ιμάμη ανέλαβαν ως εκπρόσωποί του (nâ‘ib al-imâm) ορισμένα πρόσωπα μουσουλμάνων νομοδιδασκάλων που ονομάζονται μουζταχίντ ή φακίχ, και φέρουν τον τιμητικό τίτλο του χουτζάτ αλ-Ισλάμ, «της θεολογικής αυθεντίας του Ισλάμ». Ωστόσο αντίθετα προς τους ιμάμηδες αυτοί δεν έχουν την ικανότητα της έμπνευσης. Συνεπώς οι μουζταχίντ ή φακίχ μπορούν να ερμηνεύσουν τις βασικές πηγές του ισλαμικού νόμου μόνο με λογικά και όχι χαρισματικά κριτήρια. Σήμερα πάντως στον σιιτικό κόσμο παρατηρείται μια έντονη διεκδίκηση της θρησκευτικής και κοσμικής εξουσίας από τους ουλεμάδες ή μολλάδες (νομοδιδασκάλους), οι οποίοι τονίζουν την παρουσία του κεκρυμμένου ιμάμη στο πρόσωπό τους, και ηγούνται ενός μαχόμενου ισλαμισμού. Οι σιίτες σήμερα είναι διαιρημένοι σε τρεις ομάδες. Στους Δωδεκαδικούς, που δέχονται δώδεκα ιμάμηδες ως κανονικούς και αποτελούν την πλειοψηφία του ισλαμικού κόσμου, στους Ισμαηλίτες, μια μικρή μειοψηφία σήμερα ανά τον ισλαμικό κόσμο, που δέχονται επτά ιμάμηδες και πρεσβεύουν την θεία ενοίκηση στον ιμάμη, και στους Ζαϊντίτες, που βρίσκονται κυρίως στην Υεμένη και δέχονται πέντε ιμάμηδες ως κανονικούς.

Οι νομοδιδάσκαλοι λοιπόν δεν είναι μεσίτες, αλλά τηρητές και διδάσκαλοι του νόμου του Θεού. Ο Θεός κατά το Ισλάμ, είναι απολύτως απρόσιτος και δεν νοείται προσέγγισή του διά ενδιαμέσων ανθρώπων. Στέλνει τον νόμο του διαμέσου αγγέλου στον προφήτη και απαιτεί απόλυτη υποταγή από τους πιστούς του. Υπό την έννοια αυτή, οι νομοδιδάσκαλοι αποτελούν ένα σώμα εξουσίας, θρησκευτικής και πολιτικής. Δεν έχουν ιδιαίτερο ιερατικό χάρισμα, δεν τελούν μυστήρια για απολύτρωση και είναι αιρετά μέλη εκλεγόμενα για τα συγκεκριμένα καθήκοντα από την κοινότητα.

Σύμφωνα με αυτά γίνεται φανερό ότι το Ισλάμ ρίπτει το κέντρο του βάρους στα καθήκοντα των πιστών απέναντι στο θέλημα του Θεού, και όχι στη θεωρητική θεολογική γνώση. Όχι η δογματική διδασκαλία, αλλά η υποταγή στον Θεό, τον Κύριο του σύμπαντος κόσμου, και η τήρηση των εντολών του συνιστούν την ουσία του Ισλάμ. Όχι επίσης το μυστήριο, αλλά η έμπρακτη απόδειξη της αφοσίωσης στο νόμο του Θεού. Γι’ αυτό πέντε βασικά και λιτά στη διατύπωσή τους καθήκοντα συνιστούν τους λεγόμενους «στύλους του Ισλάμ»: η ομολογία πίστεως, η προσευχή, η ελεημοσύνη, η νηστεία κατά τον μήνα του Ραμαντάν και το ιερό προσκύνημα στη Μέκκα κατά τον μήνα Δούλ Χιτζά.

Η προσευχή (σαλάτ), το δεύτερο καθήκον κάθε μουσουλμάνου, είναι η μόνη λατρεία του Θεού στο Ισλάμ. Γίνεται πέντε φορές την ημέρα, πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, κατά την δύση του ηλίου και αργά το βράδυ, με την επίκληση της παντοδυναμίας του Θεού και της δοξολογίας του ονόματός του, και με την παράκληση των προσευχομένων να τους οδηγήσει ο Θεός στον ορθό δρόμο. Η προσευχή χωρίζεται σε δύο μέρη, στις καθημερινές προσευχές και στην προσευχή της Παρασκευής. Οι καθημερινές προσευχές, που δεν διαρκούν περισσότερο από δέκα λεπτά, γίνονται ή στο γειτονικό τζαμί, όπου μπορεί να πάει ο πιστός, ή συνήθως στον χώρο όπου βρίσκεται, στο σπίτι, στη δουλειά του ή ακόμη και στο ύπαιθρο, αρκεί να έχει ένα ειδικό χαλί προσευχής ή ένα πανί ή ακόμη και ένα χαρτί, όπου θα γονατίσει, ώστε να απομονωθεί από το «ακάθαρτο» έδαφος. Απαραίτητη προϋπόθεση για την προσευχή είναι να την αναγγείλει ο μουεζίνης από τον μιναρέ και να προηγηθεί θρησκευτική πλύση των άνω και κάτω άκρων και του προσώπου.

Με την προσευχή ο πιστός κοινωνεί με τον Θεό αλλά και με τους λοιπούς αδελφούς, οι οποίοι προσεύχονται την ίδια στιγμή μαζί του. Τον κατεξοχήν όμως κοινωνικό χαρακτήρα της προσευχής εκφράζει η κοινή προσευχή της Παρασκευής που γίνεται το μεσημέρι στο κεντρικό τέμενος της κοινότητας. Της προσευχής προεξάρχει ο ιμάμης, το «πρότυπο» και ο «οδηγός» της. Αν σε μια σύναξη απουσιάζει ο ιμάμης, το πλήθος επιλέγει ως ιμάμη ένα πρόσωπο από τη σύναξη, το οποίο γνωρίζει το βασικό τυπικό της προσευχής και είναι για την ώρα εκείνη ιμάμης. Η προσευχή της Παρασκευής είναι πανομοιότυπη με αυτή των άλλων ημερών, επαυξημένη μόνο με ανάγνωση περικοπών του Κορανίου και κήρυγμα από τον χατίπη.

Η πρώτη φάση της προσευχής είναι η στιγμή κατά την οποία οι μουσουλμάνοι με το πρόσωπο στραμμένο προς την qibla, δηλαδή προς την Μέκκα, στέκονται όρθιοι και ο ιμάμης αρχίζει τις προσευχές απαγγέλλοντας τρεις φορές το «Αλλάχου Άκμπαρ» («ο Αλλάχ είναι μέγας και ισχυρός») και μια σειρά από άλλες προσευχές. Ακολούθως διαβάζεται το πρώτο κεφάλαιο του Κορανίου η Φάτιχα και αμέσως μετά οι πιστοί αρχίζουν μια σειρά από γονυκλισίες, σύμφωνα με τις εκφωνήσεις του ιμάμη. Αυτές είναι οι λεγόμενες rak‘a. Ακολουθεί η ανάγνωση του Κορανίου και το κήρυγμα, ορισμένες άλλες εκφωνήσεις και γονυκλισίες και η απόλυση. Η όλη προσευχή της Παρασκευής δεν διαρκεί περισσότερο από μισή ώρα.

Άλλη σπουδαία λατρεία είναι το προσκύνημα χατζ, στους ιερούς τόπους της Μέκκας, καθώς και στον τάφο του προφήτη στη Μεδίνα, κατά τον σεληνιακό μήνα Δούλ Χιτζά. Οι προσκυνητές ενδεδυμένοι λευκούς χιτώνες, περιέρχονται επτάκις γύρω από το ιερό της Κάαμπα και ασπάζονται τον ιερό μαύρο λίθο που υπάρχει στο κέντρο. Το ιερό προσκύνημα είναι καθήκον του θρησκευτικού νόμου για κάθε μουσουλμάνο ανάλογα με τις δυνατότητές του. Κατά την ισλαμική διδασκαλία το καθήκον αυτό ισχυροποιεί το αίσθημα των μουσουλμάνων ότι ανήκουν στην θρησκευτική κοινότητα (Ούμμα) της υποταγής στον Θεό. Το προσκύνημα γίνεται για να τιμήσει ο μουσουλμάνος όχι μόνον τους τόπους, όπου έζησε ο προφήτης του Ισλάμ, αλλά και τους τόπους, όπου κατά την μουσουλμανική παράδοση ο Αβραάμ, «ο πρώτος μονοθεϊστής και πατέρας των προφητών», έχτισε μαζί με τον πρωτότοκο γιο του Ισμαήλ τον οίκο της Κάαμπα. Διαρκεί δέκα ημέρες και οι μουσουλμάνοι, αφού επισκεφθούν τελετουργικώς όλα τα μέρη, από τα οποία κατά τους μουσουλμανικούς θρύλους είχε περάσει η Άγαρ και ο Ισμαήλ όταν αποπέμφθηκαν στην έρημο και βρήκαν καταφυγή στην περιοχή της Μέκκας, την τελευταία ημέρα τα εκατομμύρια των προσκυνητών πανηγυρίζουν στην κοιλάδα της Μίνα το μεγάλο πανηγύρι του ‘Id al-Adha (ή τουρκικά Κουρπάν Μπαϋράμ), που συνίσταται στη σφαγή αμνών εις ανάμνησιν της θυσίας του Αβραάμ. Η γιορτή είναι πανισλαμική. Την ημέρα αυτή πανηγυρίζουν όλοι οι μουσουλμάνοι ανά τον κόσμο συμμετέχοντας συμβολικά στο μεγάλο προσκύνημα. Το προσκύνημα δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους μουσουλμάνους να συναντηθούν σαν αδελφοί στους ιερούς τόπους του προφήτη τους και αποτελεί το μέσον για την διεθνή ενότητα της μουσουλμανικής κοινότητας. Πλην του ενθουσιασμού και της πίστης ότι οι μετέχοντες παίρνουν την ευλογία του Θεού, το προσκύνημα δεν έχει κάποιον άλλο απολυτρωτικό χαρακτήρα.

Μια άλλη μεγάλη γιορτή είναι το ‘Id al-Fitr, που γίνεται στο τέλος του μηνός Ραμαντάν και αποτελεί την λήξη της μουσουλμανικής νηστείας. Γιορτάζεται με λαμπρότητα για τρεις ημέρες. Οι πανηγύρεις αυτές, πλην του ευρύτερου θρησκευτικού και κοινωνικού τους χαρακτήρα, δεν έχουν κάποιον άλλο σωτηριολογικό σκοπό. Ο ρόλος του ιμάμη περιορίζεται κατά τις ημέρες αυτές στις στερεότυπες πεντάκις της ημέρας προσευχές. Η παρουσία του επίσης σε τελετές του κύκλου της ζωής (γέννηση, γάμος, θάνατος) είναι προαιρετική και τυπική, χωρίς να φέρει κάποιον ιδιαίτερο ιερατικό χαρακτήρα. Να σημειωθεί ακόμη ότι κατά την γέννηση τέκνου τον ρόλο του ιμάμη τον παίζει ο πατέρας, ο οποίος ψιθυρίζει στο δεξιό αυτί του νεογέννητου την «κλήση προς την προσευχή» (adhan) και στο αριστερό του την ομολογία της πίστεως (bismallah) και έτσι πιστεύεται ότι το κάνει μουσουλμάνο.

Μεγάλη γιορτή των σιιτών είναι η Ashura, κατά την οποία εορτάζεται ο μαρτυρικός θάνατος του Χουσεΐν, τρίτου ιμάμη των σιιτών, και γιου του Άλη, στα Κέρβελα του Ιράκ (681) από τους αντιπάλους του σουννίτες. Την εορτή, που διαρκεί δέκα ημέρες, συνοδεύουν αναπαραστάσεις των αγώνων και του μαρτυρικού θανάτου του Χουσεΐν και συμβολική συμμετοχή του λαού με σφαγή αμνών στο πάθος του Χουσεΐν και της οικογένειάς του.

Από τον 13ο αιώνα οι μουσουλμάνοι γιορτάζουν και τα γενέθλια του Μωάμεθ με ορισμένους εγκωμιαστικούς ύμνους που ψάλλει ο μουεζίνης από τον μιναρέ.

Ραμαζάνι και Μπαϊράμι: Η «Σαρακοστή» των μουσουλμάνων και το τέλος της νηστείας


Ραμαζάν ή Ραμαντάν (Ραμαζάνι στα ελληνικά) είναι ο μήνας της νηστείας, ενώ τα δύο μεγάλα μπαϊράμια (=γιορτές) των μουσουλμάνων στην Ελλάδα είναι το Σεκέρ Μπαϊράμ (Ιντ αλ-φιτρ), και το Κουρμπάν Μπαϊράμ (Ιντ αλ-αντχά).


Οι μουσουλμάνοι γιορτάζουν το τέλος του Ραμαζανίου, του ισλαμικού ιερού μήνα της νηστείας, με το Ιντ αλ-φιτρ (γνωστού και ως Σεκέρ Μπαϊράμ).

Η περίοδος νηστείας είναι διαδεδομένη σε πολλές θρησκείες, όπως στην Ορθοδοξία έχουμε τη Σαρακοστή. Έτσι και οι μουσουλμάνοι γιορτάζουν κάθε χρόνο το Ραμαζάνι.

Το Ραμαζάνι, εκ τoυ τουρκικού ραμαζάν και του αραβικού ραμαντάν, είναι θρησκευτική μουσουλμανική εορτή νηστείας. Αποτελεί ονομασία του ένατου μήνα του μουσουλμανικού έτους, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, δόθηκε το Κοράνι στους ανθρώπους προκειμένου οι κανόνες του να αποτελέσουν οδηγό της ζωής τους. Έτσι το Ραμαζάνι χαρακτηρίζεται ως ένας από τους «πέντε στύλους» του Ισλάμ με χαρακτήρα υπακοής, εξιλασμού και προσευχής προς τον Θεό.

Σύμφωνα με τον κυλιόμενο χαρακτήρα που παρουσιάζει το αραβικό ημερολόγιο, κάθε χρόνο το Ραμαζάνι εορτάζεται κατά 10 ημέρες νωρίτερα του προηγουμένου έτους.

Σε όλο το χρονικό διάστημα του Ραμαζανιού, διάρκειας ενός μηνός, οι μουσουλμάνοι απέχουν υποχρεωτικά, από ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου, από κάθε είδους τροφή, ακόμη και νερό, πολύ δε περισσότερο από κάπνισμα, ποτό, αρώματα και σεξουαλικές επαφές, όχι όμως στο υπόλοιπο διάστημα μέχρι την ανατολή του ηλίου.

Ωστόσο αυτό είναι το καθαρά εξωτερικό, πρακτικό μέρος της νηστείας. Η πνευματική όψη της νηστείας ορίζει απαγόρευση του ψέματος, του κουτσομπολιού, της εξαπάτησης και γενικά όλων των αρνητικών χαρακτηριστικών των ανθρώπων. Όπως ορίζεται στο Κοράνι, η νηστεία είναι μια αυστηρή πράξη βαθιάς προσωπικής λατρείας κατά την οποία οι μουσουλμάνοι επιδιώκουν το υψηλότερο επίπεδο συνειδητοποίησης του Θείου.

Ο μήνας Ραμαντάν είναι μία χρονική περίοδος κατάλληλη για προσευχή, για καλές πράξεις, για περισσότερο χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους. Η νηστεία έχει σκοπό να βοηθήσει τους μουσουλμάνους να μάθουν την αυτοπειθαρχία, την εγκράτεια, τη γενναιοδωρία αλλά και την υπομονή. Τους θυμίζει επίσης το πόσο υποφέρουν οι φτωχοί, εκείνοι που σπάνια τρέφονται καλά ή δεν βρίσκουν το κατάλληλο φαγητό.

Το Ραμαζάνι περιλαμβάνει δύο κύρια γεύματα: το Σουχούρ, πριν από την ανατολή, και το Ιφτάρ, μετά από τη δύση. Τα γεύματα αυτά περιλαμβάνουν χουρμάδες ακολουθώντας το παράδειγμα του Προφήτη Μωάμεθ. Μετά από το Ιφτάρ και μέχρι το Σοχούρ την άλλη μέρα, ο καθένας μπορεί να φάει ό, τι επιθυμεί από φαγητό, γλυκά και ποτά, εκτός από αλκοόλ και χοιρινό κρέας (είναι απαγορευμένα από τον Θεό και αναφέρονται στο Κοράνι).

Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και εξαιρέσεις από τη νηστεία. Ο άρρωστος και ο ταξιδιώτης είναι από αυτούς που εξαιρούνται, αλλά πρέπει μετά τη θεραπεία τους ή το ταξίδι να νηστέψουν τις μέρες που χάσανε. Θα πρέπει να τονιστεί ότι η εξαίρεση περιλαμβάνει και τις γυναίκες οι οποίες έχουν τη μηνιαία τους περίοδο, καθώς και τις γυναίκες οι οποίες κυοφορούν. Επίσης κάθε ένας που αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υγείας (διαβήτης, καρδιά) δικαιολογείται να απέχει όλο τον μήνα.

Το Μπαϊράμ (τουρκικα: bayram και εξελληνισμένα μπαϊράμι) είναι η Τουρκική λέξη για εθνική γιορτή ή αργία, που αναφέρεται και σε εθνικές (κοσμικές) και θρησκευτικές γιορτές.

Μεγάλες μη Τουρκικές ή μη Ισλαμικές παραδόσεις και εορτασμοί μπορεί επίσης να αποκαλούνται Μπαϊράμια, όπως δηλαδή το Halloween, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, το Χάνουκα και άλλα.

Στην Ελλάδα η λέξη μπαϊράμι αναφέρεται στις δύο μεγάλες γιορτές των Ελλήνων Μουσουλμάνων (που βρίσκονται κυρίως στη Θράκη), το Σεκέρ Μπαϊράμ (Ιντ αλ-φιτρ), και το Κουρμπάν Μπαϊράμ (Ιντ αλ-αντχά).

Το Ιντ αλ-φιτρ ή Σεκέρ Μπαϊράμ (το μπαϊράμι των γλυκών) ή Μικρό Μπαϊράμι είναι μουσουλμανική εορτή που γίνεται μετά το τέλος του μήνα Ραμαντάν, του ισλαμικού ιερού μήνα της νηστείας. Το ιντ είναι μια αραβική λέξη που σημαίνει «τον εορτασμό», ενώ φιτρ σημαίνει «το τέλος της νηστείας» και συμβολίζει έτσι το τέλος της περιόδου νηστείας.

Η Ιντ αλ-φιτρ αρχίζει την ημέρα μετά το τέλος του Ραμαντάν.

Την ημέρα του εορτασμού, μια μουσουλμανική οικογένεια ξυπνάει πολύ νωρίς, κάνει την πρώτη καθημερινή προσευχή, και απαιτείται για να φάει λίγο, συμβολίζοντας το τέλος του Ραμαζανιού. Παρευρίσκονται έπειτα στις προσευχές που λαβαίνουν χώρα στα τεμένη, σε ανοιχτούς χώρους και σε στάδια. Η προσευχή είναι γενικά σύντομη και ακολουθείται από ένα κήρυγμα (khuṭba). Οι προσκυνητές χαιρετούν και αγκαλιάζουν ο ένας τον άλλον με πνεύμα ειρήνης και αγάπης μετά από την προσευχή. Στη συνέχεια, οι εορτασμοί και η ευθυμία εκδηλώνονται συνήθως με τις επισκέψεις στα σπίτια των συγγενών και των φίλων για την ανταλλαγή ευχών.

Όταν το Ραμαντάν τελειώνει, οι μουσουλμάνοι δίνουν ως ελεημοσύνη ένα συγκεκριμένο ποσό, που έχει υπολογιστεί ώστε να είναι ικανό να ταΐσει έναν φτωχό της περιοχής για μία ημέρα. Αυτό είναι γνωστό ως «φίτρα» και η σημασία του είναι η υπενθύμιση ότι υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν και πρέπει να τους βοηθήσουμε.

Το Ιντ αλ-αντχά ή Κουρμπάν Μπαϊράμ (το μπαϊράμι της θυσίας) ή Μεγάλο Μπαϊράμι είναι ένα θρησκευτικό φεστιβάλ που γιορτάζεται από τους Μουσουλμάνους παγκοσμίως ως εορτασμός της προθυμίας του Αβραάμ να θυσιάσει το γιο του Ισμαήλ για τον Αλλάχ.

Το Κουρμπάν Μπαϊράμ διαρκεί 3 ημέρες και αρχίζει τη 10η ημέρα του μήνα Dhul Hijja του σεληνιακού ισλαμικού ημερολογίου. Συμβαίνει να είναι περίπου 70 ημέρες μετά από το τέλος του Ραμαζανίου. 

Η μέρα της γιορτής ξεκινάει από την πρώτη πρωινή προσευχή στο τζαμί, γίνονται επισκέψεις στους τάφους των συγγενών, και κατόπιν το πρωί όσοι επιθυμούν και μπορούν πραγματοποιούν τη θησία, σφάζοντας συνήθως ένα αρνί.

Πραγματοποιούνται επίσης επισκέψεις στους κοντινούς συγγενείς, όπου αποδίδεται σεβασμός και δίνονται ευχές, ενώ οι μικρότεροι παίρνουν και κεράσματα και λεφτά. Το μεσημέρι πραγματοποιείται το τραπέζι με το κρέας του κουρμπανιού, ενώ μέρος έχει μοιραστεί στους φτωχούς και τους συγγενείς

Ραμαζάνι και Μπαϊράμι

Στο μήνα Ραμαζανιού, στο μήνα της μεγάλης νηστείας, οι μουσουλμάνοι του ελληνικού χώρου, όπως άλλωστε κάθε πιστός στον ισλαμικό κόσμο, στερούνταν, όσο διαρκούσε το φως της μέρας, την τροφή και το νερό. Στη νηστεία δε συμμετείχαν τα παιδιά μέχρι τα δεκατέσσερά τους χρόνια, ενώ η τήρησή της γινόταν πιο ελαστική εν καιρώ πολέμου ή κατά τη διάρκεια μιας αρρώστειας. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο ήχος απ' τα τύμπανα και το άναμμα των φαναριών στους μιναρέδες δήλωναν τη λήξη των στερήσεων. Οι οικογένειες κι οι φίλοι συναθροίζονταν στα σπίτια και απολάμβαναν κοινά γεύματα. Στην αγορά αναστελλόταν η νυχτερινή απαγόρευση της κυκλοφορίας. Στις ταβέρνες και τα καπηλειά δεν έλειπαν τα παρατράγουδα της μέθης ή της πορνείας. Την 27η νύχτα του Ραμαζανιού οι πιστοί έπρεπε να μείνουν άγρυπνοι και να προσεύχονται διαρκώς.

Σύμφωνα με την παράδοση του Ισλάμ, τη νύχτα εκείνη, τη "Νύχτα του Πεπρωμένου", ο Αλλάχ καθόριζε τη μοίρα κάθε πιστού χωριστά για ολόκληρη την επόμενη χρονιά. Η μεθεπόμενη ημέρα θα ήταν μέρα χαράς για τους πιστούς. Ξεκινούσε το Μπαϊράμι, η γιορτή της ευωχίας. Ο κόσμος συνέρεε στους κεντρικούς δρόμους, στις πλατείες ή στις αυλές και στα σπίτια των φίλων και των συγγενών. Κοινά τραπέζια, προσφορές αγαθών και χρημάτων για τα άπορα μέλη της κοινότητας, ευχές συμφιλίωσης, φιλιά και αναταλλαγές δώρων έδιναν το στίγμα των πιο έντονων εορταστικών στιγμών της χρονιάς για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο κύκλος των μουσουλμανικών εορτών

Στη διάρκεια του έτους, οι μουσουλμάνοι που ζούσαν στις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας γιόρταζαν λιγότερες θρησκευτικές γιορτές από ότι οι χριστιανοί, ενώ πανηγύριζαν περισσότερα γεγονότα από την κοσμική τους ιστορία: τις νίκες των σουλτάνων, τις ένδοξες μάχες ή την επιστροφή του στρατού στο τέλος ενός πολέμου, το προσκύνημα του "ιερού λάβαρου του Προφήτη". Λιγότερες ήταν και οι αφορμές γιορτής που έβρισκε ένας μουσουλμάνος στη προσωπική του ζωή ή στη ζωή της οικογένειάς του: η γέννηση των παιδιών ή η περιτομή του γιου του, ο γάμος του ή το προσκύνημά του στις κοιτίδες της ισλαμικής πίστης. Κάθε χρονιά, πέρα από ορισμένες τοπικές γιορτές, συμμετείχε με τους ομοθρήσκους του σ' ολόκληρη την αυτοκρατορία στο Ραμαζάνι, τη μεγάλη ετήσια νηστεία. Αμέσως μετά και για τρεις μέρες γιόρταζε και γλεντούσε το τέλος της νηστείας, το Μπαϊράμι. Έξι μήνες αργότερα θα γιορτάσει με την οικογένεια του τη γιορτή της Θυσίας, το μεγάλο Μπαϊράμι (κουρμπάν-μπαϊράμ). Τιμούσε ακόμα τη μνήμη του Προφήτη, ενώ στη γιορτή της Ασούρα γευμάτιζε στη μνήμη της εξόδου του Νώε ή των γιων του Αλή, ανάλογα με το δόγμα που ακολουθούσε. Το μουσουλμανικό ημερολόγιο, όντας σεληνιακό και όχι ηλιακό, δημιουργούσε προβλήματα και ασυνεννοησίες στον ακριβή καθορισμό των μεγάλων εορτών του Ισλάμ. Το Ραμαζάνι για παράδειγμα διαρκούσε 28 ήμερες και άρχιζε σε διαφορετική ημερομηνία -ακόμα και σε διαφορετικό μήνα- κάθε χρονιά. Συνέβαινε δε να ξεκινήσει η νηστεία σε ορισμένες περιοχές της Οθωμανικής αυτοκρατορίας διαφορετική ημέρα μέσα στην ίδια χρονιά.

Αρκετά συχνά η μακραίωνη συγκατοίκηση μουσουλμάνων με χριστιανικούς πληθυσμούς στην Οθωμανική αυτοκρατορία οδήγησε τους πρώτους σε ιδιότυπες εορταστικές συνήθειες. Tιμούσαν τη μνήμη ενός αγίου ή συμμετείχαν σε λιτανείες και πανηγυρικές ακολουθίες των χριστιανών. Οι τοπικές ιστορίες του ελληνικού χώρου συμπεριλαμβάνουν πολλές αφηγήσεις συμβάντων, θαυμάτων ή μεταφυσικών παρεμβάσεων, οι οποίες χαράχτηκαν στη μνήμη των μουσουλμανικών κοινοτήτων και τιμόνταν από αυτές για πολλά χρόνια, παρόλο που αποδίδονταν στο Θεό ή τους αγίους των "απίστων".

Πηγή

Μονοθεϊστικές θρησκείες: Ισλάμ


Μονοθεϊστικές θρησκείες: Ιουδαϊσμός


Το καντήλι στις 3 μονοθεϊστικές θρησκείες

Το καντήλι αποτελεί κοινό σύμβολο φωτός, πίστης και θεϊκής παρουσίας στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, συμβολίζοντας την άσβεστη παρουσία του Θεού. Στον Χριστιανισμό καίει μπροστά σε εικόνες, στον Ιουδαϊσμό (Ner Tamid) φωτίζει τη Συναγωγή, ενώ στο Ισλάμ συμβολίζει το θεϊκό φως (Nur).
  • Χριστιανισμός: Τοποθετείται μπροστά από τις Άγιες Εικόνες, συμβολίζοντας το φως του Χριστού, την τιμή προς τους Αγίους και την εγρήγορση της πίστης.
  • Ιουδαϊσμός: Το Ner Tamid (Αιώνιο Φως) κρέμεται πάνω από την Κιβωτό της Διαθήκης (Aron Kodesh) στη συναγωγή, θυμίζοντας το αιώνιο φως της Μενόρα στο Ναό της Ιερουσαλήμ.
  • Ισλάμ: Το καντήλι συμβολίζει το θεϊκό φως, βασισμένο στο «εδάφιο του φωτός» (Nur) στο Κοράνι, φωτίζοντας τα τζαμιά και τονίζοντας την πνευματική καθοδήγηση.
Σε όλες τις παραδόσεις, το λάδι και η φλόγα λειτουργούν ως μέσο επικοινωνίας με το θείο και τιμής.

4.7. Η ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...