Συλλογή δεκαέξι εικόνων με θέμα την Παναγία και τον Χριστό και την απόδοσή τους στη χριστιανική τέχνη της Δύσης. Στόχοι του μαθησιακού αντικειμένου είναι η εξάσκηση των μαθητών στην παρατήρηση εποπτικού υλικού και κυρίως η εξοικείωσή τους με την εκκλησιαστική ζωγραφική. Απώτερος στόχος είναι να προβούν οι μαθητές σε δημιουργικούς συσχετισμούς και συγκρίσεις, αναφορικά με την εικονογραφία της Θεοτόκου και του Θείου Βρέφους.
Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή περιλαμβάνει πίνακες ζωγραφικής δυτικής τεχνοτροπίας, που χρονολογούνται από τον 14ο έως και τον 19ο αιώνα. Να σημειωθεί, επίσης, ότι για κάθε εικόνα δίνεται σχετικός υπερσύνδεσμος.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιησούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιησούς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025
Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013
Είχε ο Ιησούς αδέρφια;
Είχε ο Ιησούς αδέρφια; Αυτό το ερώτημα έχει απασχολήσει πολλούς θεολόγους στο παρελθόν και έχει αποτελέσει σημείο τριβής μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών.
Σε διάφορα σημεία των Ευαγγελίων υπάρχουν αναφορές που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αδερφών του Ιησού. Μάλιστα σε κάποια από αυτά αναφέρονται ακόμη και τα ονόματα τους.
Τα αδέρφια του Ιησού, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη είναι επτά. Τρία αγόρια, Ιάκωβος, ο Ιωσής, ο Ιούδας, ο Σίμων και τρία κορίτσια, η Εσθήρ, η Μάρθα και η Σαλώμη.
Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ
Σε διάφορα σημεία των Ευαγγελίων υπάρχουν αναφορές που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αδερφών του Ιησού. Μάλιστα σε κάποια από αυτά αναφέρονται ακόμη και τα ονόματα τους.
Τα αδέρφια του Ιησού, σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη είναι επτά. Τρία αγόρια, Ιάκωβος, ο Ιωσής, ο Ιούδας, ο Σίμων και τρία κορίτσια, η Εσθήρ, η Μάρθα και η Σαλώμη.
Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ
Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013
Ποια ήταν η εξωτερική εμφάνιση του Ιησού;
Από το ιστολόγιο του Παναγιώτη
Μια από αυτές - που επηρέασε πολύ την εξεικόνισή του στη Δύση, και όχι µόνο - είναι του τάχα σύγχρονού του Ρωμαίου αξιωματούχου µε το όνομα PopliusLentulus (Αποδείχθηκε νόθος και θεωρείται έργο λόγιου χριστιανού των αρχών του 12ου αι., πριν το 1100· βλ. ΘΗΕ 12, στ. 212-3).
Κυριακή 26 Μαΐου 2013
"Δος μοι τούτον τον ξένον" του Σεβ.Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος
"Δος μοι τούτον τον ξένον"
του Σεβ.Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος
Μέσα από τα ιερά αναγνώσματα των Προφητών, των Αποστόλων και των Ευαγγελιστών παρατίθενται τα όσα συνέβησαν. Ιδιαιτέρως οι θεόπνευστοι υμνογράφοι, υπό του Αγίου Πνεύματος καθοδηγούμενοι, παρακινούν τους πιστούς να συμμετάσχουν και να συμπάσχουν ενεργά μετά του Σωτήρος στα Άγια Πάθη Του. Σκοπός τους είναι να καθοδηγήσουν τους πιστούς σε μετάνοια.
Ένα τέτοιο τροπάριο περιγράφει τα όσα έλαβαν χώρα μπροστά στο Γολγοθά. Ο Εσταυρωμένος Χριστός μόλις παρέδωσε την αγία Του ψυχή. Το «τετέλεσται» έκλεισε την επίγειο ζωή του Θεανθρώπου, αλλά τα γεγονότα δεν σταματούν εδώ. Νέα γεγονότα λαμβάνουν χώρα και απ’ αυτά ο υμνογράφος παίρνει τα θέματά του.
Με τον σωματικό θάνατο του Σωτήρος Χριστού, του Μεσσία του Ισραήλ και του κόσμου όλου, ο ήλιος από τον φόβο του έκρυψε τις ακτίνες του. Σκοτάδι επικράτησε σ’ όλη την γη «από έκτης ώρας έως ώρας ενάτης» (Ματθ. 27:45) και το καταπέτασμα του Ναού σχίσθηκε σε δύο «από άνωθεν έως κάτω» (Ματθ. 27:51). Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, «άνθρωπος πλούσιος» (Ματθ. 27:57) προσήλθε προς τον Πιλάτο και τον καθικετεύει λέγοντας:
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που από τη βρεφική του ηλικία έγινε Ξένος σ’ αυτό τον ξένο κόσμο προς χάρη των ανθρώπων, που υπήρξαν ξένοι για τον ουράνιο κόσμο. Καταδιώχθηκε από τον βρεφοκτόνο Ηρώδη (Ματθ. 2:16) και σαν Ξένος κατέφυγε στη γη της Αιγύπτου (Ματθ. 2:13). Σαν Ξένος ήλθε στον κόσμο μας και ο κόσμος «αυτόν ουκ έγνων» (Ιωάν. 1:10). Διότι, υπήρξε Ξένος ως προς την αμαρτία, που μάστιζε τους ανθρώπους, που αποξενώθηκαν από τη Χάρη του Θεού. Ο Αναμάρτητος Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός παρέμεινε Ξένος για τον κόσμο της αμαρτίας. «Εις τα ίδια ήλθεν και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον» (Ιωάν. 1:11). Ο Θεός της Αγάπης έμεινε Ξένος προς την αγάπη του κόσμου τούτου, που αποξενώθηκε από την αγάπη του Θεού.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που οι ομόφυλοί Του Ιουδαίοι από μίσος και φθόνο θανατώνουν σαν κάποιο Ξένο. Ο φθόνος των Γραμματέων και Φαρισαίων ήταν τόσος μεγάλος, που έγινε γνωστός στους ξένους προς το Έθνος των Ιουδαίων, τους Ρωμαίους, και ο Πόντιος Πιλάτος, κατά την δίκη του Ιησού, γνώριζε, ότι οι άρχοντες του Ισραήλ «διά φθόνον παρέδωκαν Αυτόν» (Ματθ. 27:18).
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που ήλθε στη ξένη προς το θείο Φως σκοτεινή γη με σκοπό να αναβιβάσει τον ξένο προς την αγιότητα άνθρωπο.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που είναι Ξένος προς την αμαρτία και τον θάνατο και τώρα δέχεται θάνατο σωματικό, που είναι ξένος στη θεότητα. Παραξενεύομαι, γιατί, Αυτός είναι ο μόνος Ξένος προς την αμαρτία. Είναι η Πηγή της Ζωής, το Φως του κόσμου. «Εγώ ειμί η Οδός, η Ζωή και το Φως του κόσμου» (Ιωάν. 8:12). Ως Ζωοδότης είναι Ξένος προς την ποινή του θανάτου, διότι, ο θάνατος δεν έχει καμία εξουσία πάνω Του. Ο ίδιος ο Κύριος το διακήρυξε λέγοντας: «Έρχεται γαρ ο του κόσμου άρχων, και εν εμοί ουκ έχει ουδέν» (Ιωάν. 14:30) και «Τις εξ υμών ελέγχει με περί αμαρτίας» (Ιωάν. 8:46). Ο θάνατος είναι ξένο στοιχείο, που εισέβαλε βίαια μέσα στην ανθρώπινη φύση. Γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος λέγει: «Ώσπερ δι’ ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. 5:12).
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που γνωρίζει από αγάπη να ξενίζει (να φιλοξενεί) με στοργική αγάπη τους ανθρώπους, που η αμαρτία τους έκαμε ξένους στη Χάρη του Θεού. Ο Κύριος ήλθε «ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Ματθ. 18:11). Η Παραβολή του Καλού Ποιμένα και του απολωλότος προβάτου δείχνει με σαφήνεια την αγάπη του Χριστού για τον αμαρτωλό άνθρωπο (Λουκ. 15:4-7).
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που κατέβηκε από τον ουρανό για να σώσει τον ξένο προς την Ουράνια Βασιλεία άνθρωπο.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που οι Εβραίοι από φθόνο κινούμενοι αποξένωσαν από τον κόσμο.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που είναι άγνωστος και ευκαταφρόνητος απ’ εκείνους που είναι ξένοι προς τον γνωστό Θεό, που η υπερβολική αγάπη Του αγκαλιάζει όλους τους ξένους.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που ο τρόπος της ζωής Του είναι η αρετή και ο αγιασμός. Δώσε μου αυτόν τον Ξένο, που υπήρξε ξένος προς τη ζωή των άλλων ανθρώπων.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», για να κρύψω το Άγιο Του Σώμα μέσα τον Τάφο, που είναι ξένος χώρος γι’ Αυτόν. Γιατί, ενώ είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος κόσμου, σαν Ξένος δεν έχει πουθενά να ξεκουράσει την κεφαλή Του (Ματθ. 8:20).
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που είναι Ξένος προς την γύμνωση του κόσμου. Αυτός, που με στοργή σκέπασε την γύμνωση των Πρωτοπλάστων, τώρα, γυμνός κρεμάται πάνω στον Σταυρό.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που οι παράνομοι Ιουδαίοι αδίκως καταδίκασαν σαν Ξένο προς το Μωσαϊκό Νόμο, που ο Ίδιος έδωσε σ’ αυτούς που ήσαν ξένοι προς τον Νόμο του Θεού.
«Δος μοι τούτον τον ΞΕΝΟΝ», που η Υπεραγία και Αειπάρθενος Κόρη, Μαρία, η Θεοτόκος, βλέπει σαν Ξένο μπροστά στα μητρικά μάτια της, καταπληγωμένο, καταπρικαμένο, καταπονημένο, καταφρονημένο, νεκρό και άταφο, και έλεγε κραυγάζουσα γοερώς: Ω Γλυκύτατε μου Τέκνο, Εσένα, που Σε γέννησα εκ Πνεύματος Αγίου· Εσύ, που με τα παιδικά Σου χαμόγελα μου χάρισες τη χαρά του Ουρανού˙ Εσύ, που είσαι ο Κύριος και ο Θεός μου, τώρα βρίσκεσαι μπροστά μου, σαν Ξένος, «εκουσίως υπελθόντα θάνατον», Νεκρός και Άπνους! Κατατίθεσαι σε Τάφο! Αλλά, παρ’ όλα αυτά τα Φρικτά Πάθη Σου, αποβλέπω στην Ανάστασή Σου και παρηγορούμαι.
Μ’ αυτά τα λόγια ο εξ Αριμαθαίας ευσχήμων Ιωσήφ παρακάλεσε θερμά τον Πιλάτο και, τότε, «ο Πιλάτος εκέλευσεν αποδοθήναι το σώμα» (Ματθ. 27:58) του Ιησού και το ενταφίασε σε καινούργιο τάφο, που «ελατόμησεν εν τη πέτρα» (Ματθ. 27:60).
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, υπέστη τα πάντα. Δέχθηκε εμπτυσμούς, μάστιγας, κολαφισμούς, σταυρό και υπέμεινε αληθινά θάνατο σωματικό για την σωτηρία όλου του κόσμου. Σαν πιστοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ας γονατίσουμε μπροστά στο Τίμιό Του Σταυρό και με δάκρυα μετανοίας ας Τον παρακαλέσουμε να μας χαρίζει την συγχώρηση των αμαρτιών μας.
Οι Ιουδαίοι από μίσος και φθόνο σταύρωσαν τον Κύριο της δόξης, εμείς με τα αμαρτήματά μας Τον σταυρώνουμε καθημερινά. Διότι, ενώ στη βάπτισή μας αρνηθήκαμε τα έργα του σκότους, τώρα, θεληματικά διαπράττουμε έργα που είναι ανάρμοστα στους Χριστιανούς.
Οφείλομε να ακολουθήσουμε το Χριστό στο δύσκολο και ανηφορικό μονοπάτι, που οδηγεί στη σταύρωση της σαρκός, ώστε όπως συναποθνήσκομε με το Χριστό, να συνδοξασθούμε μ’ Αυτόν (Ρωμ. 8:17) κατά την Ημέρα της κοινής Ανάστασης. Οφείλομε να βιώνουμε εκείνο που έλεγε ο Απόστολος των Εθνών Παύλος: «Χριστώ συνεσταύρωμαι ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2:20).
Πηγή/Αναδημοσίευση: http://www.amen.gr/article13673
Τετάρτη 3 Απριλίου 2013
Ο δικός σου προσωπικός Ιησούς
Ένα βίντεο που μου έστειλε ο συνάδελφος Γιάννης Μπάλτος μαζί με την πρόταση για αξιοποίησή του στη διδακτική ενότητα 6."Γιατί ο Ιησούς ήταν και είναι σημείον αντιλεγόμενον" της Β' Λυκείου!!!!!
Τρίτη 19 Μαρτίου 2013
Το μεγαλύτερο άγαλμα του Χριστού στον κόσμο!!!
Το μεγαλύτερο άγαλμα του Χριστού στον κόσμο κατασκευάστηκε στην Πολωνία. Πιο συγκεκριμένα στη μικρή πόλη Swiebodzin όπου ο τοπικός ιερέας Sylwester Zawadzki κατάφερε
να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα και να δημιουργήσει ένα άγαλμα
του Ιησού μεγαλύτερο και απο αυτό του Ρίο της Βραζιλίας.
Το άγαλμα έχει ύψος 48 μέτρα ενώ το αντίστοιχο άγαλμα στο Ρίο Ντε Τζανέιρο έχει ύψος μόλις 38 μέτρα!
Οι εργασίες για την δημιουργία του ξεκίνησαν το 2008 και το συνολικό κόστος έφτασε τα 4 εκατομμύρια zlotys ($1.45 εκατομμύρια).
Πολλοί Πολωνοί κατηγόρησαν τον ιερέα Sylwester Zawadzki για μεγαλομανία, αλλά αυτός ελπίζει σε αύξηση του τουρισμού στην πόλη του και άρα σε μεγαλύτερα έσοδα.












Το άγαλμα έχει ύψος 48 μέτρα ενώ το αντίστοιχο άγαλμα στο Ρίο Ντε Τζανέιρο έχει ύψος μόλις 38 μέτρα!
Οι εργασίες για την δημιουργία του ξεκίνησαν το 2008 και το συνολικό κόστος έφτασε τα 4 εκατομμύρια zlotys ($1.45 εκατομμύρια).
Πολλοί Πολωνοί κατηγόρησαν τον ιερέα Sylwester Zawadzki για μεγαλομανία, αλλά αυτός ελπίζει σε αύξηση του τουρισμού στην πόλη του και άρα σε μεγαλύτερα έσοδα.
Πηγή: http://www.dinfo.gr
Κυριακή 3 Μαρτίου 2013
Ήμαρτον εις τον Ουρανόν και Ενώπιον Σου
Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Η
μετάνοια είναι μία από τις πλέον δύσκολες και δυσεύρετες καταστάσεις
στη ζωή του ανθρώπου. Η αλλαγή του τρόπου σκέψης, η αλλαγή του νοός,
όπως αυτή εκφράζεται με την παραδοχή εντός μας ότι έχουμε σφάλει είτε
στη συμπεριφορά μας και στις επιλογές μας, είτε επειδή παραβιάσαμε
όρους και κανόνες είτε επειδή απομακρυνθήκαμε από αυτούς που μας
αγαπούνε, αφήνοντας το «εγώ» μας να πρωταγωνιστήσει. Αυτή είναι η μία
όψη της μετάνοιας, η οποία έχει ψυχολογικό υπόβαθρο και αποσκοπεί στην
εύρεση του τρόπου εκείνου, δια του οποίου ο άνθρωπος θα υπερβεί το βάρος
των ενοχών του. Για την πίστη μας όμως η μετάνοια έχει κι ένα δεύτερο
περιεχόμενο, οντολογικό και πνευματικό. Έγκειται στη συναίσθηση από την
πλευρά του ανθρώπου της παρέμβασης της αμαρτίας μεταξύ του εαυτού του
και του Θεού, με αποτέλεσμα τον χωρισμό, τόσο τον πρόσκαιρο, όσο και τον
αιώνιο από τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς. Για την εποχή μας, η
οποία έχει αποϊεροποιήσει τον κόσμο, το δεύτερο περιεχόμενο της
μετάνοιας έχει στην ουσία αφαιρεθεί από τον τρόπο προσέγγισης του
ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμαρτία για τον πολιτισμό μας, με αποτέλεσμα και η
ίδια η σχέση του ανθρώπου με το Θεό να εξοβελίζεται από την σκέψη και
την καρδιά μας. Αρκούμαστε λοιπόν σε μια ψυχολογική θεώρηση της
μετάνοιας, η οποία μπορεί να μας βοηθήσει να προχωρήσουμε σε καλυτέρευση
της ζωής μας ή της πορείας μας ως ανθρώπων, αλλά δεν αποτελεί οριστική
λύτρωση στο ερώτημα τι χρειάζεται να κάνουμε ώστε να ζήσουμε την αιώνια
ζωή.
Στην παραβολή του Ασώτου υιού, την οποία η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει την δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, ως αφορμή στάσης στην πορεία μας εν τω κόσμω και επίγνωσης της ανάγκης μας για επιστροφή στον αληθινό Θεό, βλέπουμε την μετάνοια και με τις δύο όψεις της. Και αξίζει να προβληματιστούμε ιδιαιτέρως πάνω στη στιγμή που ο άσωτος υιός καταλαβαίνει το μέγεθος της πτώσης του, το επονείδιστο του χωρισμού του από τον Πατέρα του, όπως επίσης και την αποτυχία του να βρει το αληθινό νόημα της ελευθερίας, την οποία επιζητούσε, όταν αποφάσισε να απομακρυνθεί από το πατρικό του σπίτι.
Την ώρα που ο άσωτος αποφασίζει να επιστρέψει στον Πατέρα του, λέει στον εαυτό του ότι θα ομολογήσει την αποτυχία του με τη φράση: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου . ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου . ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου»( Λουκ.15, 18-19). Η φράση αυτή αποτυπώνει την επίγνωση της αμαρτίας, τόσο σε ψυχολογικό όσο και σε υπαρξιακό και πνευματικό περιεχόμενο, αλλά και την μετάνοια και στις δύο διαστάσεις. Γιατί ακριβώς μετά από αυτή την απόφαση ξεκινά και γυρίζει στο πατρικό του σπίτι. Δεν μένει στον διάλογο με τον εαυτό του. Τον κάνει πράξη και πηγαίνει για να διαλεχθεί με την ίδια ουσιαστικά φράση με τον Πατέρα του. Και λαμβάνει ως δωρεά πολύτιμη την άφεση, την αποκατάσταση και την πανήγυρη από Εκείνον, ο Οποίος εκδηλώνει την αγάπη Του με τρόπο απρόβλεπτο και αναπάντεχο για τον μετανοήσαντα υιό του.
Ο άσωτος καταλαβαίνει το ψυχολογικό κενό, το οποίο προκάλεσε η αμαρτία στον εαυτό του.Η επιθυμία του για ζωή χωρίς τον Πατέρα, ο πειρασμός της ελευθερίας χωρίς αγάπη για κανέναν άλλο, παρά μόνο για τον εαυτό του, τις επιθυμίες του, τις απολαύσεις του, τα δικαιώματά του, τον κάνουν να απομακρύνεται από το σπίτι του Πατέρα του. Η ψυχολογική ανάγκη να χτίσει μια ζωή αφ’ εαυτού του, με βάση το δικό του « εγώ» , τον δικό του τρόπο σκέψης και ζωής, τον κάνει να φύγει από τον Πατέρα του. Και ζώντας ασώτως διαγράφει τον Πατέρα από την σκέψη και την ύπαρξή του. Όταν όμως παύουν να επαρκούν οι δικές του δυνάμεις, τα χαρίσματα, τα αγαθά του, βιώνει το τελικό αποτέλεσμα της ελευθερίας χωρίς αγάπη: την απόλυτη μοναξιά. Την αδιαφορία των άλλων. Την παράδοσή του στις ενοχές της αμαρτίας, που γίνονται χοίροι και κεράτια, χωρίς να μπορούν να τον θρέψουν.
Από την άλλη, η μοναξιά οδηγεί το κενό στο να γίνει και πνευματικό και υπαρξιακό.«Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» ( Ρωμ.6,23) και μάλιστα πνευματικός. Ανέστιος ο άσωτος. Απάτωρ. Βιώνει τον θάνατο ο ίδιος να έχει κλείσει την πόρτα του πατρικού του σπιτιού και να μην μπορεί να βρει ζωή στα έργα που έκανε. «Λιμώ απόλλυται». Γιατί ο άνθρωπος νιώθει ότι ο σκοπός της ύπαρξής του δεν μπορεί να εκπληρωθεί όταν δεν έχει τροφή για να τραφεί. Και η τροφή δεν είναι μόνο της σαρκός. Είναι και του πνεύματος, της ψυχής του. Και η ψυχή τρέφεται από την αγάπη τόσο του Θεού όσο και των ανθρώπων. Ο άσωτος στερείται της αγάπης. Η απουσία κάνει την ύπαρξή του κενή.Ο άνθρωπος όμως δεν πλάστηκε για το κενό. Του δόθηκε ως δώρο η αγάπη και η πορεία του στρέφεται προς την αναζήτησή της, είτε θελήσει να απομακρύνει τα εμπόδια που την κρύβουν είτε την ταυτίσει με άλλες επιλογές είτε αποφασίσει τελικά να μην την επιδιώξει. Και η απουσία της αγάπης συνεπάγεται τον θάνατο ουσιαστικά της ύπαρξης.
Την ώρα αυτή, της συναίσθησης του ψυχολογικού κενού της ελευθερίας χωρίς την αγάπη και του υπαρξιακού κενού της μοναξιάς χωρίς την αγάπη, η καρδιά του θυμάται και συγκρίνει. Έρχεται στο νου του η κατάσταση στο σπίτι του Πατέρα, όπου η ελευθερία ήταν δεδομένη. Όχι επειδή τίποτε δεν του ζητούνταν, και τα πάντα του προσφέρονταν, γιατί ο άσωτος εργαζόταν. Αλλά γιατί τίποτε δεν τον δέσμευε να παραμείνει εκεί. Ούτε καν το γεγονός ότι η περιουσία ανήκε στον Πατέρα και Εκείνος μπορούσε να την χρησιμοποιήσει όπως ήθελε. Ο Πατέρας γεννά τα παιδιά του και τα μεγαλώνει για να τα αφήσει ελεύθερα να αποφασίσουν τα ίδια αν θα μείνουν κοντά του ή θα φύγουν. Και ο άσωτος καταλαβαίνει ότι μόνο κοντά στον Πατέρα του μπορεί να ξαναβρεί το νόημα της ελευθερίας. Μόνο κοντά στον Πατέρα του μπορεί να έχει κοινωνία που να τον τρέφει και να του δίνει ζωή και αναγνώριση. Η μετάνοιά του δεν είναι όμως ιδιοτελής. Εμπεριέχει την ταπείνωση.Δεν είναι άξιος να αποκαλέσει τον εαυτό του «υιό». Το μόνο που ζητά είναι να μπορεί να λειτουργεί κατά τον ψαλμικό στίχο « εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» ( Ψαλμ.83,11). Του αρκεί να είναι υπηρέτης του Πατέρα Του. Προσφέρει σ’ Εκείνον την ελευθερία του, αλλά και την δίψα του για ζωή. Και δεν περιμένει ούτε καν την αποδοχή της προσφοράς του.Θα πάει και θα ομολογήσει εν ταπεινώσει την αμαρτία του. Και θα αποδεχτεί όποια απόφαση λάβει ο Πατέρας του.
Η αμαρτία εξακολουθεί να μας χωρίζει, τόσο ψυχολογικά όσο και υπαρξιακά από τον Θεό. Μας χωρίζει όμως και από τον συνάνθρωπο. Μας παραδίδει στα δικαιώματά μας, που τα έχουμε ταυτίσει με την ελευθερία. Μας παραδίδει στον ατομοκεντρισμό να είμαστε ευτυχισμένοι για μας και μόνο. Μια τέτοια ζωή όμως έχει ως τίμημα την αποτυχία. Το κενό. Και τελικά, τον θάνατο που συνοδεύεται από την απουσία ελπίδας. Όπως η κατάσταση που βιώνουμε στην εποχή της κρίσης. Χρειάζεται να ξανασπουδάσουμε και να ζήσουμε, βάζοντας καινούρια αρχή, την μετάνοια. Να επιστρέψουμε τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο στο Θεό και να αφήσουμε την πατρική Του αγάπη και ευσπλαχνία να μας καταφιλήσει, να μας δώσει την πρώτην στολήν, της τιμής, της αγάπης, της αγιότητας, να μας αποκαταστήσει, παρέχοντας την άφεση και να γιορτάσει μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους την ζωή που μας προσφέρει με αρχοντιά και γενναιοδωρία. Είναι Πατέρας ο Θεός. Και η πατρότητα είναι ακριβώς αρχοντιά και γενναιοδωρία. Στο σπίτι του που είναι η Εκκλησία, ας τη γευτούμε ξαναβρίσκοντας αυτό που έχουμε ανάγκη: το νόημα της ελευθερίας και τη χαρά της ζωής ως κοινωνίας.
Στην παραβολή του Ασώτου υιού, την οποία η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει την δεύτερη Κυριακή του Τριωδίου, ως αφορμή στάσης στην πορεία μας εν τω κόσμω και επίγνωσης της ανάγκης μας για επιστροφή στον αληθινό Θεό, βλέπουμε την μετάνοια και με τις δύο όψεις της. Και αξίζει να προβληματιστούμε ιδιαιτέρως πάνω στη στιγμή που ο άσωτος υιός καταλαβαίνει το μέγεθος της πτώσης του, το επονείδιστο του χωρισμού του από τον Πατέρα του, όπως επίσης και την αποτυχία του να βρει το αληθινό νόημα της ελευθερίας, την οποία επιζητούσε, όταν αποφάσισε να απομακρυνθεί από το πατρικό του σπίτι.
Την ώρα που ο άσωτος αποφασίζει να επιστρέψει στον Πατέρα του, λέει στον εαυτό του ότι θα ομολογήσει την αποτυχία του με τη φράση: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου . ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου . ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου»( Λουκ.15, 18-19). Η φράση αυτή αποτυπώνει την επίγνωση της αμαρτίας, τόσο σε ψυχολογικό όσο και σε υπαρξιακό και πνευματικό περιεχόμενο, αλλά και την μετάνοια και στις δύο διαστάσεις. Γιατί ακριβώς μετά από αυτή την απόφαση ξεκινά και γυρίζει στο πατρικό του σπίτι. Δεν μένει στον διάλογο με τον εαυτό του. Τον κάνει πράξη και πηγαίνει για να διαλεχθεί με την ίδια ουσιαστικά φράση με τον Πατέρα του. Και λαμβάνει ως δωρεά πολύτιμη την άφεση, την αποκατάσταση και την πανήγυρη από Εκείνον, ο Οποίος εκδηλώνει την αγάπη Του με τρόπο απρόβλεπτο και αναπάντεχο για τον μετανοήσαντα υιό του.
Ο άσωτος καταλαβαίνει το ψυχολογικό κενό, το οποίο προκάλεσε η αμαρτία στον εαυτό του.Η επιθυμία του για ζωή χωρίς τον Πατέρα, ο πειρασμός της ελευθερίας χωρίς αγάπη για κανέναν άλλο, παρά μόνο για τον εαυτό του, τις επιθυμίες του, τις απολαύσεις του, τα δικαιώματά του, τον κάνουν να απομακρύνεται από το σπίτι του Πατέρα του. Η ψυχολογική ανάγκη να χτίσει μια ζωή αφ’ εαυτού του, με βάση το δικό του « εγώ» , τον δικό του τρόπο σκέψης και ζωής, τον κάνει να φύγει από τον Πατέρα του. Και ζώντας ασώτως διαγράφει τον Πατέρα από την σκέψη και την ύπαρξή του. Όταν όμως παύουν να επαρκούν οι δικές του δυνάμεις, τα χαρίσματα, τα αγαθά του, βιώνει το τελικό αποτέλεσμα της ελευθερίας χωρίς αγάπη: την απόλυτη μοναξιά. Την αδιαφορία των άλλων. Την παράδοσή του στις ενοχές της αμαρτίας, που γίνονται χοίροι και κεράτια, χωρίς να μπορούν να τον θρέψουν.
Από την άλλη, η μοναξιά οδηγεί το κενό στο να γίνει και πνευματικό και υπαρξιακό.«Τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος» ( Ρωμ.6,23) και μάλιστα πνευματικός. Ανέστιος ο άσωτος. Απάτωρ. Βιώνει τον θάνατο ο ίδιος να έχει κλείσει την πόρτα του πατρικού του σπιτιού και να μην μπορεί να βρει ζωή στα έργα που έκανε. «Λιμώ απόλλυται». Γιατί ο άνθρωπος νιώθει ότι ο σκοπός της ύπαρξής του δεν μπορεί να εκπληρωθεί όταν δεν έχει τροφή για να τραφεί. Και η τροφή δεν είναι μόνο της σαρκός. Είναι και του πνεύματος, της ψυχής του. Και η ψυχή τρέφεται από την αγάπη τόσο του Θεού όσο και των ανθρώπων. Ο άσωτος στερείται της αγάπης. Η απουσία κάνει την ύπαρξή του κενή.Ο άνθρωπος όμως δεν πλάστηκε για το κενό. Του δόθηκε ως δώρο η αγάπη και η πορεία του στρέφεται προς την αναζήτησή της, είτε θελήσει να απομακρύνει τα εμπόδια που την κρύβουν είτε την ταυτίσει με άλλες επιλογές είτε αποφασίσει τελικά να μην την επιδιώξει. Και η απουσία της αγάπης συνεπάγεται τον θάνατο ουσιαστικά της ύπαρξης.
Την ώρα αυτή, της συναίσθησης του ψυχολογικού κενού της ελευθερίας χωρίς την αγάπη και του υπαρξιακού κενού της μοναξιάς χωρίς την αγάπη, η καρδιά του θυμάται και συγκρίνει. Έρχεται στο νου του η κατάσταση στο σπίτι του Πατέρα, όπου η ελευθερία ήταν δεδομένη. Όχι επειδή τίποτε δεν του ζητούνταν, και τα πάντα του προσφέρονταν, γιατί ο άσωτος εργαζόταν. Αλλά γιατί τίποτε δεν τον δέσμευε να παραμείνει εκεί. Ούτε καν το γεγονός ότι η περιουσία ανήκε στον Πατέρα και Εκείνος μπορούσε να την χρησιμοποιήσει όπως ήθελε. Ο Πατέρας γεννά τα παιδιά του και τα μεγαλώνει για να τα αφήσει ελεύθερα να αποφασίσουν τα ίδια αν θα μείνουν κοντά του ή θα φύγουν. Και ο άσωτος καταλαβαίνει ότι μόνο κοντά στον Πατέρα του μπορεί να ξαναβρεί το νόημα της ελευθερίας. Μόνο κοντά στον Πατέρα του μπορεί να έχει κοινωνία που να τον τρέφει και να του δίνει ζωή και αναγνώριση. Η μετάνοιά του δεν είναι όμως ιδιοτελής. Εμπεριέχει την ταπείνωση.Δεν είναι άξιος να αποκαλέσει τον εαυτό του «υιό». Το μόνο που ζητά είναι να μπορεί να λειτουργεί κατά τον ψαλμικό στίχο « εξελεξάμην παραρριπτείσθαι εν τω οίκω του Θεού μου μάλλον ή οικείν με εν σκηνώμασιν αμαρτωλών» ( Ψαλμ.83,11). Του αρκεί να είναι υπηρέτης του Πατέρα Του. Προσφέρει σ’ Εκείνον την ελευθερία του, αλλά και την δίψα του για ζωή. Και δεν περιμένει ούτε καν την αποδοχή της προσφοράς του.Θα πάει και θα ομολογήσει εν ταπεινώσει την αμαρτία του. Και θα αποδεχτεί όποια απόφαση λάβει ο Πατέρας του.
Η αμαρτία εξακολουθεί να μας χωρίζει, τόσο ψυχολογικά όσο και υπαρξιακά από τον Θεό. Μας χωρίζει όμως και από τον συνάνθρωπο. Μας παραδίδει στα δικαιώματά μας, που τα έχουμε ταυτίσει με την ελευθερία. Μας παραδίδει στον ατομοκεντρισμό να είμαστε ευτυχισμένοι για μας και μόνο. Μια τέτοια ζωή όμως έχει ως τίμημα την αποτυχία. Το κενό. Και τελικά, τον θάνατο που συνοδεύεται από την απουσία ελπίδας. Όπως η κατάσταση που βιώνουμε στην εποχή της κρίσης. Χρειάζεται να ξανασπουδάσουμε και να ζήσουμε, βάζοντας καινούρια αρχή, την μετάνοια. Να επιστρέψουμε τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο στο Θεό και να αφήσουμε την πατρική Του αγάπη και ευσπλαχνία να μας καταφιλήσει, να μας δώσει την πρώτην στολήν, της τιμής, της αγάπης, της αγιότητας, να μας αποκαταστήσει, παρέχοντας την άφεση και να γιορτάσει μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους την ζωή που μας προσφέρει με αρχοντιά και γενναιοδωρία. Είναι Πατέρας ο Θεός. Και η πατρότητα είναι ακριβώς αρχοντιά και γενναιοδωρία. Στο σπίτι του που είναι η Εκκλησία, ας τη γευτούμε ξαναβρίσκοντας αυτό που έχουμε ανάγκη: το νόημα της ελευθερίας και τη χαρά της ζωής ως κοινωνίας.
Αναδημοσίευση: http://synodoiporia.blogspot.gr/
Η Χαναναία και οι τρεις ανατροπές
Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Τρεις
ανατροπές στις αντιλήψεις των ανθρώπων για το Θεό διαπιστώνουμε στην
θαυματουργική θεραπεία από το Χριστό της κόρης μιας Χαναναίας. Η πρώτη
ανατροπή έχει να κάνει με την ίδια την επίσκεψη του
Χριστού στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Η Χαναναία ήταν
ειδωλολάτρης και κατοικούσε σε έναν τόπο όπου οι κάτοικοι, εκτός από την
λατρεία των ειδώλων, επιδίδονταν στην μαγεία. Χωρίς να το γνωρίζουν,
είχαν παραδώσει τους εαυτούς τους στο πνεύμα του πονηρού. Ο Χριστός
όμως, επισκεπτόμενος την περιοχή, δείχνει ότι ήρθε στον κόσμο για να
φέρει το μήνυμα της Βασιλείας των Ουρανών κηρύσσοντας μετάνοια ανάμεσα
στους αμαρτωλούς.
Η δεύτερη ανατρεπτική στάση έχει να κάνει με την αντίδραση του Χριστού στη στάση της Χαναναίας. Εκείνη είχε αγωνία για την κόρη της, η οποία βασανιζόταν από δαιμόνιο, κάτι που φαίνεται να υπονοεί ότι η μητέρα της δεν ελεύθερη από τις επιδράσεις του διαβόλου και της ειδωλολατρίας και γι’ αυτό την πείραζε ο διάβολος. Μέσα στην αγωνία για το παιδί της στρέφεται προς το Χριστό και ζητά το έλεός Του. Τον αποκαλεί «Υιό Δαβίδ». Μπορεί να γνώριζε τι σήμαινε η φράση αυτή. Ότι ο Ιησούς ανήκε στη γενιά από την οποία θα σώζονταν ο λαός του Ισραήλ. Μπορεί και να ρώτησε και να της είπαν ότι έτσι τον προσφωνούσαν. Όμως η θέα του προσώπου του Κυρίου κάνει την ψυχή της να γεμίσει με πίστη και την οδηγεί στο να απευθύνει το αίτημά της προς Αυτόν χωρίς να υπολογίσει τίποτε, ούτε την ειδωλολατρική της ταυτότητα ούτε την απόρριψη που πιθανότατα θα υφίστατο από όσους συνόδευαν το Χριστό. Κραυγάζει. Και οι μαθητές του Χριστού αντιδρούν αμέσως, προτρέποντάς τον να την διώξει, για να απαλλαγούν από την επιμονή και την ένταση της φωνής της. «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Ματθ. 15, 23). Ο Χριστός όμως, δεν κάνει αυτό που αναμένουν οι άνθρωποι, αλλά ανοίγει διάλογο μαζί της.
Η τρίτη ανατρεπτική στάση έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός απευθύνεται στη Χαναναία. Αντί να την ρωτήσει για τη δοκιμασία της ή να την νουθετήσει ή να δείξει ευσπλαχνία, της απαντά με τέτοιο τρόπο που φαίνεται ότι την απορρίπτει. Της δείχνει ότι δεν θέλει να έχει σχέση με τους ειδωλολάτρες, αλλά μόνο με τους Ισραηλίτες. Φαίνεται να ικανοποιεί έτσι τους φανατικούς Ισραηλίτες που πιθανόν να ήταν στη συνοδεία του. Όμως εκείνη επιμένει. Και στην δεύτερη παράκληση, στην οποία το προσωνύμιο πλέον γίνεται «Κύριε», δεν μένει δηλαδή στο γενικό χαρακτηρισμό που περιέγραφε τι προσδοκούσαν οι Ισραηλίτες από το Χριστό, αλλά του δείχνει τι είναι για την ίδια ο Χριστός, «ο Κύριος και Θεός», και πάλι ο Χριστός αρνείται να την βοηθήσει και της μιλά περιφρονητικά, αποκαλώντας την «κυνάριον». Και βλέποντας την επιμονή, την εξυπνάδα και την ταπείνωσή της να αποδέχεται ακόμη και τον χαρακτηρισμό, αρκεί να χορτάσει κοντά Του την ευσπλαχνία και την αγάπη, ο Χριστός θαυμάζει την πίστη της και κάνει το θαύμα. Σκληρότητα, δοκιμασία της πίστης και αποδοχή του αιτήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστός αντιδρά, μη κάνοντας αυτό που θα περιμέναμε.
Δεν μπαίνει ο Θεός στα ανθρώπινα καλούπια. Δεν κάνει όπως περιμένουν οι άνθρωποι. Δεν λειτουργεί με τα δικά μας κριτήρια. Δεν είναι ένας Θεός που αρκείται σ’ αυτούς που Τον ακολουθούν. Τολμά και βγαίνει από τα όρια του περιούσιου λαού. Τολμά και βγαίνει από τα συνηθισμένα, προκειμένου να κηρύξει μετάνοια και να δώσει ελπίδα και νόημα σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, δεν κάνει ό,τι ευχαριστεί τους δικούς Του. Δεν απολύει κανέναν που Τον αναζητά μόνο και μόνο γιατί δεν είναι όπως θέλουν όσοι νομίζουν ότι Τον γνωρίζουν και προσαρμόζουν το Ευαγγέλιο Του στον δικό τους τρόπο σκέψης. Αλλά και δεν βιάζεται πάντα να κάνει αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν. Να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, αλλά τους αφήνει να ανοίξουν αληθινά την καρδιά τους. Να επιμείνουν και να φανερώσουν πόσο πιστεύουν. Έχει τη δύναμη να εκπληρώσει τα πάντα. Αλλά θέλει και την συνέργεια του ανθρώπου. Ζητά την πίστη. Την δοκιμάζει. Ζητά την εξυπνάδα και το χάρισμα του ανθρώπου. Ζητά την μετάνοια και την ταπείνωσή του. Όχι γιατί ο Ίδιος ως Θεός έχει ανάγκη αυτά. Αλλά γιατί έτσι ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται αληθινά, να μετανοεί για τον τρόπο της ζωής του και να συνειδητοποιεί την επίδραση του κακού και πώς μπορεί μέσα από την πίστη να την αποτινάξει.
Η στάση του Χριστού είναι για εμάς τους χριστιανούς ένα μήνυμα υπέρβασης των πάγιων αντιλήψεων που έχουμε για Εκείνον και την πίστη. Είναι μία πρόκληση εξόδου μας από τα συνηθισμένα. Από την αίσθηση της αυτάρκειάς μας και την επανάπαυση ότι είμαστε υπεύθυνοι μόνο για την δική μας σωτηρία. Είναι μία πρόκληση να μην απορρίπτουμε, να μην απολύουμε κανέναν γιατί δεν φέρεται όπως εμείς πιστεύουμε ότι θα πρέπει να φέρεται. Είναι μία πρόκληση να μη βιαζόμαστε να κρίνουμε την σκέψη και τα έργα του Θεού, αλλά να επιμένουμε με την προσευχή, την αξιοποίηση των χαρισμάτων μας και την ταπεινότητα στο να βρισκόμαστε κοντά Του και να Τον αναγνωρίζουμε ως τον Κύριό μας.
Ζούμε σε έναν κόσμο που όλα τα θέλει σύμφωνα με τα δικά του μέτρα, «εδώ και τώρα». Που δεν δίνει ευκαιρία σε όσους μπορεί να φαίνεται ότι είναι μακριά από το Θεό, όμως η ψυχή τους στη θέα του Προσώπου Του, όπως κι αν Αυτό εμφανίζεται, είτε δια της δοκιμασίας και της λύπης, είτε δια της αισθήσεως του κακού και της απογοητεύσεως από την κυριαρχία του επάνω μας, μετανοεί και αλλάζει, κρίνοντάς μας με την δύναμη της πίστης που επιδεικνύουν. Που παραμένει στην δική του αυτάρκεια, στην αίσθηση ότι είναι αρκετή η δική μας πρόοδος και δεν υπάρχει λόγος να βγαίνουμε από τα δικά μας μέτρα και όρια. Ζώντας λοιπόν σ’ έναν τέτοιο κόσμο, το παράδειγμα της Χαναναίας και η ανατρεπτική στάση του Χριστού μας καλούν να ξαναδούμε την χριστιανική μας αυτοσυνειδησία και αποστολή και να ελέγξουμε τον εαυτό μας για το πόσο και πώς πιστεύουμε. Και ο Κύριός μας θα μας δώσει τη δύναμη σε κάθε σταυρό και δοκιμασία της ζωής μας να Τον αναζητήσουμε και να γίνει και σε μας το θέλημά Του.
Τρεις
ανατροπές στις αντιλήψεις των ανθρώπων για το Θεό διαπιστώνουμε στην
θαυματουργική θεραπεία από το Χριστό της κόρης μιας Χαναναίας. Η πρώτη
ανατροπή έχει να κάνει με την ίδια την επίσκεψη του
Χριστού στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας. Η Χαναναία ήταν
ειδωλολάτρης και κατοικούσε σε έναν τόπο όπου οι κάτοικοι, εκτός από την
λατρεία των ειδώλων, επιδίδονταν στην μαγεία. Χωρίς να το γνωρίζουν,
είχαν παραδώσει τους εαυτούς τους στο πνεύμα του πονηρού. Ο Χριστός
όμως, επισκεπτόμενος την περιοχή, δείχνει ότι ήρθε στον κόσμο για να
φέρει το μήνυμα της Βασιλείας των Ουρανών κηρύσσοντας μετάνοια ανάμεσα
στους αμαρτωλούς.Η δεύτερη ανατρεπτική στάση έχει να κάνει με την αντίδραση του Χριστού στη στάση της Χαναναίας. Εκείνη είχε αγωνία για την κόρη της, η οποία βασανιζόταν από δαιμόνιο, κάτι που φαίνεται να υπονοεί ότι η μητέρα της δεν ελεύθερη από τις επιδράσεις του διαβόλου και της ειδωλολατρίας και γι’ αυτό την πείραζε ο διάβολος. Μέσα στην αγωνία για το παιδί της στρέφεται προς το Χριστό και ζητά το έλεός Του. Τον αποκαλεί «Υιό Δαβίδ». Μπορεί να γνώριζε τι σήμαινε η φράση αυτή. Ότι ο Ιησούς ανήκε στη γενιά από την οποία θα σώζονταν ο λαός του Ισραήλ. Μπορεί και να ρώτησε και να της είπαν ότι έτσι τον προσφωνούσαν. Όμως η θέα του προσώπου του Κυρίου κάνει την ψυχή της να γεμίσει με πίστη και την οδηγεί στο να απευθύνει το αίτημά της προς Αυτόν χωρίς να υπολογίσει τίποτε, ούτε την ειδωλολατρική της ταυτότητα ούτε την απόρριψη που πιθανότατα θα υφίστατο από όσους συνόδευαν το Χριστό. Κραυγάζει. Και οι μαθητές του Χριστού αντιδρούν αμέσως, προτρέποντάς τον να την διώξει, για να απαλλαγούν από την επιμονή και την ένταση της φωνής της. «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Ματθ. 15, 23). Ο Χριστός όμως, δεν κάνει αυτό που αναμένουν οι άνθρωποι, αλλά ανοίγει διάλογο μαζί της.
Η τρίτη ανατρεπτική στάση έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός απευθύνεται στη Χαναναία. Αντί να την ρωτήσει για τη δοκιμασία της ή να την νουθετήσει ή να δείξει ευσπλαχνία, της απαντά με τέτοιο τρόπο που φαίνεται ότι την απορρίπτει. Της δείχνει ότι δεν θέλει να έχει σχέση με τους ειδωλολάτρες, αλλά μόνο με τους Ισραηλίτες. Φαίνεται να ικανοποιεί έτσι τους φανατικούς Ισραηλίτες που πιθανόν να ήταν στη συνοδεία του. Όμως εκείνη επιμένει. Και στην δεύτερη παράκληση, στην οποία το προσωνύμιο πλέον γίνεται «Κύριε», δεν μένει δηλαδή στο γενικό χαρακτηρισμό που περιέγραφε τι προσδοκούσαν οι Ισραηλίτες από το Χριστό, αλλά του δείχνει τι είναι για την ίδια ο Χριστός, «ο Κύριος και Θεός», και πάλι ο Χριστός αρνείται να την βοηθήσει και της μιλά περιφρονητικά, αποκαλώντας την «κυνάριον». Και βλέποντας την επιμονή, την εξυπνάδα και την ταπείνωσή της να αποδέχεται ακόμη και τον χαρακτηρισμό, αρκεί να χορτάσει κοντά Του την ευσπλαχνία και την αγάπη, ο Χριστός θαυμάζει την πίστη της και κάνει το θαύμα. Σκληρότητα, δοκιμασία της πίστης και αποδοχή του αιτήματος είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Χριστός αντιδρά, μη κάνοντας αυτό που θα περιμέναμε.
Δεν μπαίνει ο Θεός στα ανθρώπινα καλούπια. Δεν κάνει όπως περιμένουν οι άνθρωποι. Δεν λειτουργεί με τα δικά μας κριτήρια. Δεν είναι ένας Θεός που αρκείται σ’ αυτούς που Τον ακολουθούν. Τολμά και βγαίνει από τα όρια του περιούσιου λαού. Τολμά και βγαίνει από τα συνηθισμένα, προκειμένου να κηρύξει μετάνοια και να δώσει ελπίδα και νόημα σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα, δεν κάνει ό,τι ευχαριστεί τους δικούς Του. Δεν απολύει κανέναν που Τον αναζητά μόνο και μόνο γιατί δεν είναι όπως θέλουν όσοι νομίζουν ότι Τον γνωρίζουν και προσαρμόζουν το Ευαγγέλιο Του στον δικό τους τρόπο σκέψης. Αλλά και δεν βιάζεται πάντα να κάνει αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν. Να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, αλλά τους αφήνει να ανοίξουν αληθινά την καρδιά τους. Να επιμείνουν και να φανερώσουν πόσο πιστεύουν. Έχει τη δύναμη να εκπληρώσει τα πάντα. Αλλά θέλει και την συνέργεια του ανθρώπου. Ζητά την πίστη. Την δοκιμάζει. Ζητά την εξυπνάδα και το χάρισμα του ανθρώπου. Ζητά την μετάνοια και την ταπείνωσή του. Όχι γιατί ο Ίδιος ως Θεός έχει ανάγκη αυτά. Αλλά γιατί έτσι ο άνθρωπος μαθαίνει να εμπιστεύεται αληθινά, να μετανοεί για τον τρόπο της ζωής του και να συνειδητοποιεί την επίδραση του κακού και πώς μπορεί μέσα από την πίστη να την αποτινάξει.
Η στάση του Χριστού είναι για εμάς τους χριστιανούς ένα μήνυμα υπέρβασης των πάγιων αντιλήψεων που έχουμε για Εκείνον και την πίστη. Είναι μία πρόκληση εξόδου μας από τα συνηθισμένα. Από την αίσθηση της αυτάρκειάς μας και την επανάπαυση ότι είμαστε υπεύθυνοι μόνο για την δική μας σωτηρία. Είναι μία πρόκληση να μην απορρίπτουμε, να μην απολύουμε κανέναν γιατί δεν φέρεται όπως εμείς πιστεύουμε ότι θα πρέπει να φέρεται. Είναι μία πρόκληση να μη βιαζόμαστε να κρίνουμε την σκέψη και τα έργα του Θεού, αλλά να επιμένουμε με την προσευχή, την αξιοποίηση των χαρισμάτων μας και την ταπεινότητα στο να βρισκόμαστε κοντά Του και να Τον αναγνωρίζουμε ως τον Κύριό μας.
Ζούμε σε έναν κόσμο που όλα τα θέλει σύμφωνα με τα δικά του μέτρα, «εδώ και τώρα». Που δεν δίνει ευκαιρία σε όσους μπορεί να φαίνεται ότι είναι μακριά από το Θεό, όμως η ψυχή τους στη θέα του Προσώπου Του, όπως κι αν Αυτό εμφανίζεται, είτε δια της δοκιμασίας και της λύπης, είτε δια της αισθήσεως του κακού και της απογοητεύσεως από την κυριαρχία του επάνω μας, μετανοεί και αλλάζει, κρίνοντάς μας με την δύναμη της πίστης που επιδεικνύουν. Που παραμένει στην δική του αυτάρκεια, στην αίσθηση ότι είναι αρκετή η δική μας πρόοδος και δεν υπάρχει λόγος να βγαίνουμε από τα δικά μας μέτρα και όρια. Ζώντας λοιπόν σ’ έναν τέτοιο κόσμο, το παράδειγμα της Χαναναίας και η ανατρεπτική στάση του Χριστού μας καλούν να ξαναδούμε την χριστιανική μας αυτοσυνειδησία και αποστολή και να ελέγξουμε τον εαυτό μας για το πόσο και πώς πιστεύουμε. Και ο Κύριός μας θα μας δώσει τη δύναμη σε κάθε σταυρό και δοκιμασία της ζωής μας να Τον αναζητήσουμε και να γίνει και σε μας το θέλημά Του.
Πηγή εδώ
Αναδημοσίευση: http://synodoiporia.blogspot.gr/2013/02/blog-post_16.html
Ο Αρχισυνάγωγος και η υποκρισία
Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Συχνά στη ζωή μας απολυτοποιούμε το γράμμα του νόμου. Είναι πιο εύκολη η τήρησή του γιατί έχει συγκεκριμένες διατυπώσεις, όρια και περιγραφές. Έτσι δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε σε μεταμόρφωση της ίδιας μας της ύπαρξης σύμφωνα με το πνεύμα που κάθε σημείο του νόμου κρύβει, αλλά αρκούμαστε στο να θεωρούμε ότι η πιστή τήρησή του σώζει. Μένουμε έτσι στην επιφάνεια της σχέσης με το Θεό και αδυνατούμε να κατανοήσουμε το πνευματικό της βάθος. Μένουμε στις λέξεις και δεν προχωρούμε στα πράγματα. Αδυνατούμε να δούμε ότι κάθε εντολή, ο ίδιος ο νόμος εν τη αγάπη κρέμαται. Ότι τηρούμε τις εντολές για να μπορούμε να δείχνουμε την αγάπη μας προς το Θεό περισσότερο και ότι οι όποιες εντολές αποσκοπούν στο να μας δείχνουν πότε αδυνατούμε να αγαπήσουμε αληθινά το συνάνθρωπό μας και τον εαυτό μας. Παραδίδουμε λοιπόν τον εαυτό μας στην ψευδαίσθηση ότι επειδή τηρούμε το γράμμα εξωτερικά είμαστε αυτό που θέλει ο Θεός και από εδώ ξεκινά η υποκρισία μας.
Αν μάλιστα η τήρηση είναι ακριβής και γίνεται ενώπιον των ανθρώπων, αν αναγορεύουμε τους εαυτούς μας ή μας δίδεται η αποστολή να διαφυλάξουμε την ακεραιότητα του νόμου του Θεού, μας είναι αδύνατο να βάλουμε στον εαυτό μας το όριο της ταπείνωσης. Όπως ο αρχισυνάγωγος έχουμε την αίσθηση ότι κατέχουμε την αλήθεια και φτάνουμε στο σημείο να διεκδικούμε για τους εαυτούς μας το ρόλο του δικηγόρου του Θεού, το ρόλο του σταυροφόρου υπερασπιστή των δικαίων του Θεού έναντι όλων των άλλων, οι οποίοι προσπαθούν να δώσουμε ερμηνεία του πνεύματος των εντολών του Θεού. Βάζουμε δυσβάστακτα φορτία στους ώμους των ανθρώπων, για να δικαιώσουμε τους εαυτούς μας και όταν μας υποδεικνύεται από το Θεό με διάφορους τρόπους ότι η πορεία μας δεν είναι σωστή, είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε και τον ίδιο το Θεό. Διεκδικούμε το ρόλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή (Ντοστογιέφσκυ) που θέλει να διορθώσει το Θεό και την Εκκλησία και νομίζουμε ότι κατέχουμε την αλήθεια με τον φαρισαϊσμό μας.
Τέλος, λησμονούμε ότι η χαρά του αδελφού μας, όπως και η λύπη του, είναι χαρά και λύπη δική μας. Ότι γι’ αυτό κληθήκαμε στη ζωή του Θεού και της Εκκλησίας. Για να μπορούμε να εξερχόμαστε από τον εαυτό μας, να προσευχόμαστε και να στηρίζουμε τους δοκιμαζόμενους, να τους παρηγορούμε με την αγάπη τους, αλλά και να μετέχουμε στη χαρά και την ευλογία που λαμβάνουν στη ζωή τους με γενναιόδωρη καρδιά και όχι με μιζέρια και αστερίσκους. Αν θεωρούμε τους εαυτούς μας εντάξει έναντι του Θεού, τότε εύκολα δείχνουμε μία κλειστή καρδιά και είμαστε ανίκανοι να μοιραστούμε τον εαυτό μας, αλλά και να συνδράμουμε στο του ετέρου. Όμως απέναντι στο Θεό οφείλουμε και χωρίς Εκείνον τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε. Γι’ αυτό χρειάζεται, για να νικηθεί το πνεύμα της υποκρισίας, να γίνει η καρδιά μας ανοιχτή στην αγάπη και εύκολη στο να συνδράμει τους άλλους στο σταυρό τους, αλλά και να συγχαρεί με την ανάστασή τους.
Ο πολιτισμός μας τόσο έναντι του Θεού όσο και έναντι του συνανθρώπου είναι σήμερα ένας πολιτισμός υποκρισίας. Παρουσιάζει νόμους, οι οποίοι δεν έχουν να κάνουν με την βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να μοιράζεται και να αγαπά, αλλά με τα συμφέροντα των εκάστοτε ισχυρών. Επιφυλάσσουν για την πίστη το ρόλο είτε της μεταφυσικής τακτοποίησης είτε της θεραπείας των υλικών αναγκών του ανθρώπου και αρνούνται να της αναγνωρίσουν το γεγονός ότι τρέφει πνευματικά τον άνθρωπο και ότι οι αξίες και ο τρόπος ζωής που προτείνει και βιώνει χτίζουν μια κοινωνία στηριγμένη στην αγάπη και την ελευθερία, δηλαδή στην υπαρξιακή αλλαγή του ανθρώπου με σκοπό να μπορεί να λυτρωθεί από τα δεσμά του εγωκεντρισμού και του θανάτου. Αντικαθιστούν αυτές τις αξίες με άλλες, ανθρωπιστικού περιεχομένου, χωρίς όμως να δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να στηριχτεί, να πιστέψει και να παλέψει κατά Θεόν, για να μη νιώθει μόνος του. Και έχοντας επιβάλει έναν υλιστικό τρόπο ζωής, αδιαφορεί για την κλειστή καρδιά, για τον εγωκεντρισμό και τα τείχη που υψώνονται γύρω από τον άνθρωπο που ψάχνει την ευτυχία στα περιττά της ύλης. Κι όλα αυτά στο όνομα της προόδου, του μοντερνισμού, της ανάγκης για ποιότητα ζωής και συνύπαρξης. Μόνο που οι ερμηνευτές των νόμων θα κατέχουν την αποκλειστικότητα να κρίνουν και να απορρίπτουν όχι μόνο ιδέες και γεγονότα, αλλά, κυρίως, ανθρώπους, όπως ο αρχισυνάγωγος της εβραϊκής συναγωγής.
Η Εκκλησία μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας στο πνεύμα που ελευθερώνει. Να κάνουμε υπακοή στο θέλημα του Θεού που γεννιέται στην αγάπη. Να μοιραστούμε με γενναιοδωρία τη χαρά και να συνδράμουμε με γνήσια συμπόνια τη λύπη του άλλου. Και να περιορίσουμε την υποκρισία που μας κάνει να μην αναγνωρίζουμε τις δωρεές του Θεού, αυτοαναγορευόμενοι σε τιμητές των πάντων. Μόνο έτσι ίσως θα μπορέσουμε να έχουμε ένα νέο ξεκίνημα και στη ζωή μας και στην κοινωνία μας.
Στηλιτεύει την υποκρισία του αρχισυνάγωγου ο Χριστός μετά την θεραπεία μιας συγκύπτουσας γυναίκας ένα Σάββατο. Δεν χάρηκε με
το θαύμα ο επικεφαλής της συναγωγής. Η καρδιά του δεν είχε αγάπη, αλλά
έμενε προσκολλημένος στην τήρηση του νόμου και των εντολών του κατά
γράμμα. Και αντί να δοξάσει το Θεό για την ευλογία που έδωσε σε μία
ταλαιπωρημένη ύπαρξη, μέτρησε με το μέτρο της υποκρισίας την κίνηση του
Χριστού. Έπρεπε να γίνει η θεραπεία μια άλλη ημέρα και όχι το Σάββατο.
Εργασία ήταν γι’ αυτόν η θεραπεία, όχι έκτακτη δωρεά του Θεού, όχι
επαναδημιουργία της ύπαρξης της γυναίκας και δυνατότητα να ξεκινήσει από
την αρχή τη ζωή της. Κλειστά τα πνευματικά του μάτια. Δεν μπορούσε να
δει την κυρτωμένη από το βάρος της ασθένειας, αλλά και την ταλαιπωρία
δεκαοκτώ χρόνων ψυχή, δεν μπορούσε να χαρεί για την μεγάλη αλλαγή. Μωρή η
στάση του. Προκαλεί απογοήτευση για την αδυναμία του να αγαπήσει τον
συνάνθρωπό του. Και δίνει αφορμή για προβληματισμό σχετικά με την
υποκρισία του να βλέπει κανείς και να απολυτοποιεί το γράμμα του νόμου
και να αρνείται να δει το πνεύμα που ελευθερώνει. Την υποκρισία να βάζει
τον εαυτό του έναντι του Θεού και να επιχειρεί να πείσει την ύπαρξή
του, αλλά και τους ανθρώπους που τον εμπιστεύονται ότι ο ίδιος είναι πιο
αυθεντικός ερμηνευτής του νόμου του Θεού από τον Ίδιο το Θεό που έδωσε
το νόμο. Την υποκρισία να θεωρεί τον εαυτό του τακτοποιημένο έναντι του
Θεού και των ανθρώπων, χωρίς να μπορεί να αγαπήσει, χωρίς να βλέπει την
κύρια εντολή που δίδει ως παρακαταθήκη ο Θεός στον κόσμο Του.
Συχνά στη ζωή μας απολυτοποιούμε το γράμμα του νόμου. Είναι πιο εύκολη η τήρησή του γιατί έχει συγκεκριμένες διατυπώσεις, όρια και περιγραφές. Έτσι δεν χρειάζεται να προχωρήσουμε σε μεταμόρφωση της ίδιας μας της ύπαρξης σύμφωνα με το πνεύμα που κάθε σημείο του νόμου κρύβει, αλλά αρκούμαστε στο να θεωρούμε ότι η πιστή τήρησή του σώζει. Μένουμε έτσι στην επιφάνεια της σχέσης με το Θεό και αδυνατούμε να κατανοήσουμε το πνευματικό της βάθος. Μένουμε στις λέξεις και δεν προχωρούμε στα πράγματα. Αδυνατούμε να δούμε ότι κάθε εντολή, ο ίδιος ο νόμος εν τη αγάπη κρέμαται. Ότι τηρούμε τις εντολές για να μπορούμε να δείχνουμε την αγάπη μας προς το Θεό περισσότερο και ότι οι όποιες εντολές αποσκοπούν στο να μας δείχνουν πότε αδυνατούμε να αγαπήσουμε αληθινά το συνάνθρωπό μας και τον εαυτό μας. Παραδίδουμε λοιπόν τον εαυτό μας στην ψευδαίσθηση ότι επειδή τηρούμε το γράμμα εξωτερικά είμαστε αυτό που θέλει ο Θεός και από εδώ ξεκινά η υποκρισία μας.
Αν μάλιστα η τήρηση είναι ακριβής και γίνεται ενώπιον των ανθρώπων, αν αναγορεύουμε τους εαυτούς μας ή μας δίδεται η αποστολή να διαφυλάξουμε την ακεραιότητα του νόμου του Θεού, μας είναι αδύνατο να βάλουμε στον εαυτό μας το όριο της ταπείνωσης. Όπως ο αρχισυνάγωγος έχουμε την αίσθηση ότι κατέχουμε την αλήθεια και φτάνουμε στο σημείο να διεκδικούμε για τους εαυτούς μας το ρόλο του δικηγόρου του Θεού, το ρόλο του σταυροφόρου υπερασπιστή των δικαίων του Θεού έναντι όλων των άλλων, οι οποίοι προσπαθούν να δώσουμε ερμηνεία του πνεύματος των εντολών του Θεού. Βάζουμε δυσβάστακτα φορτία στους ώμους των ανθρώπων, για να δικαιώσουμε τους εαυτούς μας και όταν μας υποδεικνύεται από το Θεό με διάφορους τρόπους ότι η πορεία μας δεν είναι σωστή, είμαστε έτοιμοι να απορρίψουμε και τον ίδιο το Θεό. Διεκδικούμε το ρόλο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή (Ντοστογιέφσκυ) που θέλει να διορθώσει το Θεό και την Εκκλησία και νομίζουμε ότι κατέχουμε την αλήθεια με τον φαρισαϊσμό μας.
Τέλος, λησμονούμε ότι η χαρά του αδελφού μας, όπως και η λύπη του, είναι χαρά και λύπη δική μας. Ότι γι’ αυτό κληθήκαμε στη ζωή του Θεού και της Εκκλησίας. Για να μπορούμε να εξερχόμαστε από τον εαυτό μας, να προσευχόμαστε και να στηρίζουμε τους δοκιμαζόμενους, να τους παρηγορούμε με την αγάπη τους, αλλά και να μετέχουμε στη χαρά και την ευλογία που λαμβάνουν στη ζωή τους με γενναιόδωρη καρδιά και όχι με μιζέρια και αστερίσκους. Αν θεωρούμε τους εαυτούς μας εντάξει έναντι του Θεού, τότε εύκολα δείχνουμε μία κλειστή καρδιά και είμαστε ανίκανοι να μοιραστούμε τον εαυτό μας, αλλά και να συνδράμουμε στο του ετέρου. Όμως απέναντι στο Θεό οφείλουμε και χωρίς Εκείνον τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε. Γι’ αυτό χρειάζεται, για να νικηθεί το πνεύμα της υποκρισίας, να γίνει η καρδιά μας ανοιχτή στην αγάπη και εύκολη στο να συνδράμει τους άλλους στο σταυρό τους, αλλά και να συγχαρεί με την ανάστασή τους.
Ο πολιτισμός μας τόσο έναντι του Θεού όσο και έναντι του συνανθρώπου είναι σήμερα ένας πολιτισμός υποκρισίας. Παρουσιάζει νόμους, οι οποίοι δεν έχουν να κάνουν με την βαθύτερη ανάγκη του ανθρώπου να μοιράζεται και να αγαπά, αλλά με τα συμφέροντα των εκάστοτε ισχυρών. Επιφυλάσσουν για την πίστη το ρόλο είτε της μεταφυσικής τακτοποίησης είτε της θεραπείας των υλικών αναγκών του ανθρώπου και αρνούνται να της αναγνωρίσουν το γεγονός ότι τρέφει πνευματικά τον άνθρωπο και ότι οι αξίες και ο τρόπος ζωής που προτείνει και βιώνει χτίζουν μια κοινωνία στηριγμένη στην αγάπη και την ελευθερία, δηλαδή στην υπαρξιακή αλλαγή του ανθρώπου με σκοπό να μπορεί να λυτρωθεί από τα δεσμά του εγωκεντρισμού και του θανάτου. Αντικαθιστούν αυτές τις αξίες με άλλες, ανθρωπιστικού περιεχομένου, χωρίς όμως να δίνουν τη δυνατότητα στον άνθρωπο να στηριχτεί, να πιστέψει και να παλέψει κατά Θεόν, για να μη νιώθει μόνος του. Και έχοντας επιβάλει έναν υλιστικό τρόπο ζωής, αδιαφορεί για την κλειστή καρδιά, για τον εγωκεντρισμό και τα τείχη που υψώνονται γύρω από τον άνθρωπο που ψάχνει την ευτυχία στα περιττά της ύλης. Κι όλα αυτά στο όνομα της προόδου, του μοντερνισμού, της ανάγκης για ποιότητα ζωής και συνύπαρξης. Μόνο που οι ερμηνευτές των νόμων θα κατέχουν την αποκλειστικότητα να κρίνουν και να απορρίπτουν όχι μόνο ιδέες και γεγονότα, αλλά, κυρίως, ανθρώπους, όπως ο αρχισυνάγωγος της εβραϊκής συναγωγής.
Η Εκκλησία μας καλεί να ανοίξουμε την καρδιά μας στο πνεύμα που ελευθερώνει. Να κάνουμε υπακοή στο θέλημα του Θεού που γεννιέται στην αγάπη. Να μοιραστούμε με γενναιοδωρία τη χαρά και να συνδράμουμε με γνήσια συμπόνια τη λύπη του άλλου. Και να περιορίσουμε την υποκρισία που μας κάνει να μην αναγνωρίζουμε τις δωρεές του Θεού, αυτοαναγορευόμενοι σε τιμητές των πάντων. Μόνο έτσι ίσως θα μπορέσουμε να έχουμε ένα νέο ξεκίνημα και στη ζωή μας και στην κοινωνία μας.
Πηγή εδώ
Αναδημοσίευση: http://synodoiporia.blogspot.gr/2012/12/blog-post_8.html
Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012
Τι πλέον θέλεις;
Εγώ πατήρ, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ οικία, εγώ τροφεύς, εγώ
ιμάτιον, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιος, παν όπερ αν θέλεις εγώ. Μηδενός εν
χρεία καταστείς. Εγώ δουλεύσω.
Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.
Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.
Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Ήλθον γαρ διακονήσαι, ου διακονηθήναι. Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδελφός και αδελφή και μήτηρ. Πάντα εγώ.
Μόνον οικείως έχε προς εμέ. Εγώ πένης δια σέ και αλήτης δια σέ, επι σταυρού δια σέ, άνω υπέρ σου εντυγχάνω τω Πατρί κάτω υπέρ σου πρεσβευτής παραγέγονα παρά του Πατρός.
Πάντα μοι σύ και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος.
Τι πλέον θέλεις;
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Κυριακή 22 Απριλίου 2012
Και ο Χριστός φόρεσε σκουλαρίκι

Θυμάμαι, σε μια επίσκεψή μου στο Γυμνάσιο Κάτω Πύργου, μοίραζα στα παιδιά της Γ’ Λυκείου την εικόνα της Παναγίας της Αρακιώτισσας. Οπόταν, ένα παιδί μου λέει χαμηλόφωνα: «Πάτερ, είναι αμαρτία να φορείς σκουλαρίκι; Θυμώνει η καθηγήτρια και λέει ότι είναι αμαρτία.» Του λέω: «Γυιε μου, αφού και ο Χριστός, ο Θεός, που τώρα σου έδωσα, φορεί σκουλαρίκι.» «Μα πού πάτερ;» μου λέει το παιδί. «Κοίταξε την εικόνα καλά» του απαντώ. Τότε αυτός βγάζει μια φωνή θριαμβευτική: «Κυρία και ο Χριστός φόρεσε σκουλαρίκι.» Του λέω: «Θες να μάθεις και γιατί;»
***
Παναγία η Αρακιώτισσα
Η Ι.Μ. Παναγίας του Άρακα βρίσκεται στο χωριό Λαγουδερά της επαρχίας Λευκωσίας. Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται στο 1192. Στον νότιο τοίχο υπάρχει η μεγάλη τοιχογραφία της Παναγίας της Αρακιώτισσας, όπου άγγελοι δεόμενοι στα δεξιά και στα αριστερά της με συγκλονισμό κρατούν τα σύμβολα του πάθους, τον Σταυρό, τον σπόγγο και τη λόγχη. Πρόκειται για πρώιμη απεικόνιση της Παναγίας του Πάθους.
Η Παναγία είναι θλιμμένη και στην κεφαλή φορά ένα βαθύ κόκκινο μαφόριο, το οποίο φτάνει μέχρι τα πόδια. Πίσω από τη Θεοτόκο υπάρχει ένας μεγαλοπρεπής θρόνος με πολλές επιγραφές και προσευχές γραμμένες στους τοίχους.
Τα χρώματα είναι σκούρα, ενώ τα αμυγδαλόσχημα μάτια της είναι τόσο γραμμικά και επιτηδευμένα που η ματιά της Θεοτόκου ενώνεται με τη ματιά του βρέφους Ιησού. Φαίνεται δηλαδή να μη βλέπει εμάς, αλλά να συνομιλεί, ως εκπρόσωπος του ανθρωπίνου γένους, με το βρέφος Ιησού.
Σε αυτή τη βαθυστόχαστη συνομιλία των χρωμάτων και των κινήσεων, υπάρχει και μια λεπτομέρεια που προσδίδει γραφικότητα. Αν προσέξουμε καλά τον Ιησού θα δούμε ότι στο αφτί Του φοράει ένα σκουλαρίκι. Το ίδιο κόσμημα βλέπουμε και στην τοιχογραφία που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από την Παναγία, όπου ο Ιησούς αγκαλιάζεται «χερσί πρεσβυτικαίς» από τον Συμεών. Το σκουλαρίκι στο Βυζάντιο ονομαζόταν σχολαρίκιον και το φορούσαν οι μαθητές της Στρατιωτικής Σχολής Κωνσταντινουπόλεως για να διακρίνονται, αφού προορίζονταν για μέλη της αυτοκρατορικής φρουράς. Επειδή ονομάζονταν σχολάριοι, τα ενώτια που έφεραν ως διακριτικό τους γνώρισμα ονομάστηκαν σχολαρίκια. Έτσι, από το σχολάριον φτάσαμε στο σημερινό σκουλαρίκι.
Τώρα, γιατί να φορεί σκουλαρίκι ο Χριστός; Διότι είναι ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού και το μοναχοπαίδι της Παναγίας. Κι αυτό παραπέμπει σ’ ένα πολύ παλιό έθιμο. Θυμάμαι τη γιαγιά μου τη Μυροφόρα που έζησε 97 χρόνια, που μου έλεγε ότι όταν ήταν νέα στο χωριό της, την Κάτω Ζώδεια, οι πλούσιες οικογένειες είχαν το έθος να βάζουν χρυσό σκουλαρίκι στο δεξί αφτί του μοναχογυιού τους. Όταν το παιδί μεγάλωνε και παντρευόταν του έβγαζαν το σκουλαρίκι και του έλεγαν: «Γυιε μου, τώρα εσύ θα πάρεις γυναίκα με σκουλαρίκι, δεν θα φοράς σκουλαρίκι.»
Όταν τη ρώτησα «γιατί έβαζαν σκουλαρίκι στον μοναχογυιό, γιαγιά;», μου έδωσε μια άκρως παιδαγωγική απάντηση: «Του έβαζαν σκουλαρίκι διότι δεν είχε άλλα αδέλφια για να ξεχωρίζει μέσα στο χωριό και έτσι να τον προσέχουμε, να τον φροντίζουμε, να μην τον πληγώνουμε και να τον αγαπούμε περισσότερο. Είχε ανάγκη από ειδική σημασία, αφού δεν είχε αδέλφια και αδελφές για να του τη δώσουν. Κι όταν έβρισκε σημασία και αγάπη από τη γυναίκα του όταν παντρευόταν, έβγαζε το σκουλαρίκι.»
***
Και αφού του είπα την ιστορία της γιαγιάς Μυροφόρας, στο τέλος του λέω: «Εάν και εσύ γυιε μου έχεις ανάγκη από ειδική σημασία, από περισσότερη αγάπη, φόρεσε σκουλαρίκι. Εάν όμως έχεις αυτή την αγάπη από τους συμμαθητές σου, από το περιβάλλον σου και την οικογένειά σου είναι περιττό.»
Βλέπουμε λοιπόν ότι και οι χαριτωμένες λεπτομέρειες έχουν τη δική τους ιστορία στη λαϊκή παράδοση και στη θεολογία.
Πηγή/Αναδημοσίευση:Το Ζωντανό Ιστολόγιο
Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
Ο Ιησούς ως διδάσκαλος
Οι άνθρωποι τρέχουν να ακούσουν τον Ιησού ....μερικοί εκφράζουν πολύ δυνατά τον ενθουσιασμό τους ( όπως η γυναίκα που είπε: " χαρά στη μάνα που σε γέννησε και σε θήλασε!!!")
Και οι στρατιώτες μαγεύονται τόσο πολύ από τα λόγια του Ιησού ώστε δεν τους κάνει η καρδιά να συλλάβουν έναν τέτοιο άνθρωπο....
Γιατί όμως οι άνθρωποι μαγεύονται τόσο πολύ από τα λόγια του Ιησού;
- Ο Ιησούς δεν δίδασκε όπως οι γραμματείς , αλλά με αυθεντία. Οι Γραμματείς δίδασκαν σ΄έναν ορισμένο τόπο όπως η συναγωγή και σε καλλιεργημένους ανθρώπους. Όμως ο Ιησούς δίδασκε παντού και είχε ακροατές του κάθε λογής ανθρώπους. ( Μάλιστα πολλούς από αυτούς οι Γραμματείς τους περιφρονούσαν και ήταν σκληροί μαζί τους)
- Οι Γραμματείες έλεγαν συνεχώς τα ίδια και τα ίδια πράγματα, επαναλάμβαναν δηλαδή τις παλιές ερμηνείες του Νόμου. Όμως ο Ιησούς έλεγε καινούρια πράγματα: το μήνυμα για τη Βασιλεία του Θεού.
Και παρ΄όλο που τα λόγια του Χριστού έχουν κύρος, δύναμη και αυθεντία αυτό δεν τον εμπόδιζε να μιλάει στους ανθρώπους με θαυμαστή απλότητα όπως δείχνουν οι παραβολές.
Ας δούμε μια από αυτές τις παραβολές:
Και οι στρατιώτες μαγεύονται τόσο πολύ από τα λόγια του Ιησού ώστε δεν τους κάνει η καρδιά να συλλάβουν έναν τέτοιο άνθρωπο....
Γιατί όμως οι άνθρωποι μαγεύονται τόσο πολύ από τα λόγια του Ιησού;
- Ο Ιησούς δεν δίδασκε όπως οι γραμματείς , αλλά με αυθεντία. Οι Γραμματείς δίδασκαν σ΄έναν ορισμένο τόπο όπως η συναγωγή και σε καλλιεργημένους ανθρώπους. Όμως ο Ιησούς δίδασκε παντού και είχε ακροατές του κάθε λογής ανθρώπους. ( Μάλιστα πολλούς από αυτούς οι Γραμματείς τους περιφρονούσαν και ήταν σκληροί μαζί τους)
- Οι Γραμματείες έλεγαν συνεχώς τα ίδια και τα ίδια πράγματα, επαναλάμβαναν δηλαδή τις παλιές ερμηνείες του Νόμου. Όμως ο Ιησούς έλεγε καινούρια πράγματα: το μήνυμα για τη Βασιλεία του Θεού.
Και παρ΄όλο που τα λόγια του Χριστού έχουν κύρος, δύναμη και αυθεντία αυτό δεν τον εμπόδιζε να μιλάει στους ανθρώπους με θαυμαστή απλότητα όπως δείχνουν οι παραβολές.
Οι παραβολές ήταν ιστορίες που έχουν σχέση με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων της εποχής του Χριστού : ποιμένες, γεωργούς, εμπόρους).Ήταν όμορφες ιστορίες οι οποίες αποτυπώνονταν εύκολα στο μυαλό των ακροατών και μέσα από αυτές μπορούσε ο Ιησούς να εκφράσει μεγάλες αλήθειες.
Ας δούμε μια από αυτές τις παραβολές:
Ο Ιησούς και οι μαθητές του
ΟΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ο Ιησούς μεγάλωσε στη Γαλιλαία, όπου υπήρχε μια μεγάλη και όμορφη λίμνη. Η λίμνη της Γαλιλαίας ονομαζόταν και :"Λίμνη της Γενησαρέτ", "Θάλασσα της Γαλιλαίας" ή "της Τιβεριάδας"
Εκεί ξεκίνησε το έργο που του είχε αναθέσει ο Θεός.
Κάποιο δειλινό ό Ιησούς ανέβηκε σε ένα βουνό μόνος του για να προσευχηθει.
Από ψηλά η θέα της λίμνης ήταν υπέροχη και τα αστέρια του ουρανού είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να ανάβουν το δειλό τους φως, κάνοντας τη νύχτα κατανυκτική. Ο Ιησούς έμεινε όλο το βράδυ στο βουνό και προσευχόταν.
Την άλλη μέρα κατεβαίνοντας από το βουνό, τον περίμεναν στην όχθη της λίμνης Γενησαρέτ διάφοροι μαθητές του. Ήταν ψαράδες, γεωργοί, οικοδόμοι, μαραγκοί - άνθρωποι με αγαθή διάθεση και καθαρή καρδιά. Τον καλωσόρισαν και κάθισαν μαζί του στις όχθες της λίμνης.
Ο Ιησούς άρχισε να τους μιλά και μετα από λίγο τους ανακοίνωσε πως θα διάλεγε δώδεκα από αυτούς για να γίνουν οι ξεχωριστοί μαθητές του - αυτοί που θα στέλνοταν να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της Βασιλείας, αυτοί που θα αξιωνόνταν τη δύναμη και την εξουσία να θεραπεύουν τις ασθένειες και να διώχνουν τα δαιμόνια .
"Δώδεκα από εσας θα με ακολουθήσετε όπου κι αν πάω. Θα είστε οι Απόστολοί μου, οι Απόστολοι του Ευαγγελίου της Βασιλείας του Θεού" είπε.
Όλοι ένιωσαν πως το έργο που θα αναλάμβαναν οι Απόστολοι αυτοί ήταν δύσκολο. Όλοι όμως αγαπούσαν τον Ιησού και ήθελαν να γίνουν Απόστολοί του.
Ο Ιησούς, καθώς περπατούσε στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε τον Σίμωνα. (Κι έδωσε στον Σίμωνα το όνομα Πέτρος διότι ήταν άνθρωπος με δυναμική προσωπικότητα σαν πέτρα, σαν βράχος.(Πέτρος, συντάκτης δύο επιστολών της Καινής Διαθήκης)
και τον Ανδρέα, τον αδερφό του να ρίχνουν τα δίχτυα τους στη λίμνη γιατί ήταν ψαράδες.
-" Ακολουθήστε με " τους είπε ο Ιησούς και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων.
Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν.
Στη συνέχεια διάλεξε τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τα δυο παιδιά ενός καλού κι ευλαβή Εβραίου, του Ζεβεδαίου.
Κι έπειτα ακολούθησε ο Φίλιππος,ο Βαρθολομαίος,ο Ματθαίος, ( ο Ευαγγελιστής, πρώην τελώνης)
ο Θωμάς, ο Ιάκωβος, που ήταν γιός του Αλφαίου, ο Θαδδαίος, ο Σίμωνας ο Κανανίτης, και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, που αργότερα απαρνήθηκε τον Ιησού και τον πρόδωσε.
(Οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν πως μετά την Ανάληψη του Χριστού ο Απόστολος Πέτρος πρότεινε στους περίπου 120 μαθητές να επιλέξουν έναν προκειμένου να καλύψουν τη θέση του Ιούδα στον κύκλο των Δώδεκα. Πρότειναν δύο : τον Ιωσήφ , που τον έλεγαν Βαρσάββα και που πήρε το όνομα Ιούστος, και τον Ματθία. Έπειτα προσευχήθηκαν στον Κύριο να τους βοηθήσει να επιλέξουν σωστά, έβαλαν κλήρους με τα ονόματά τους και ο κλήρος έπεσε στον Ματθία που προστέθηκε στους 11 Αποστόλους)
Όλοι παραξενεύτηκαν με την επιλογή του Ματθαίου. Ο Ματθαίος ήταν τελώνης , δούλευε για τους Ρωμαίους και μάζευε τη φορολογία για λογαριασμό των κατακτητών. Οι Ισραηλήτες αντιπαθούσαν τους τελώνες. Ήταν συχνά άπληστοι και φιλάργυροι. Οι συμπατριώτες τους τους έβλεπαν σα προέκταση των κατακτητών κι ας ήταν κι αυτοί Ιουδαίοι.
Όμως ο Ιησούς επέλεξε και τον Ματθαίο, διότι ο Ιησούς έκρινε όχι με βάση τα κριτήρια των ανθρώπων, τα εξωτερικά, αλλά με βάση τα δικά του κριτήρια, τα κριτήρια του Θεού.
Ο Ιησούς περιόδευε στα γύρω χωριά και δίδασκε. Κάλεσε τους δώδεκα μαθητές του κι άρχισε να τους στέλνει δύο δύο....
Τους παράγγειλε να μην παίρνουν τίποτε μαζί τους για τον δρόμο : ούτε σακίδιο ούτε φαγητό ούτε χρήματα στο ζωνάρι παρά μόνο ραβδί. Να βάλουν σανδάλια στα πόδια τους και να μην πάρουν μαζί τους διπλά ρούχα. ''Όπου πάτε, να κηρύττετε λέγοντας πως έφτασε η Βασιλεία του Θεού. Να θεραπεύετε αρρώστους, να ανασταίνετε τους νεκρούς, να γιατρεύετε τους λεπρούς, να κάνετε καλά τους δαιμονισμένους. Δωρεάν τα λάβατε, δωρεάν και να τα δίνετε"
Οι μαθητές του Χριστού (οι Δώδεκα και οι άλλοι) δεν αποτελούσαν προνομιακό κύκλο εκλεκτών (ανδρών και γυναικών), αλλά ομάδα υπεύθυνων, έμπιστων και αφοσιωμένων συμπορευτών του.
Κατεξοχήν τους Δώδεκα, ισάριθμους των παλιών 12 φυλών του λαού, τους κάλεσε και τους εκπαίδευσε, για να γίνουν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της ζωής και του έργου του, προκειμένου αυτά να συνεχιστούν για πάντα.
Οι μαθητές αυτοί γνώριζαν ήδη τον Χριστό. Διακρίνονταν για τη βαθιά θρησκευτική τους πίστη. Περίμεναν τον ερχομό του Μεσσία. Ήταν γνώριμοι του Ιωάννη του Βαπτιστή, ίσως και μαθητές του. Όταν λοιπόν τους έγινε το τιμητικό κάλεσμα από τον Ιησού, αυτοί ανταποκρίθηκαν πρόθυμα και έγιναν οι πρώτοι επίσημοι μαθητές του.
Οι Δώδεκα αυτοί ήταν αξιόλογοι επαγγελματίες ψαράδες. Κατείχαν αλιευτικά σκάφη με πληρώματα που ανήκαν σε αλιευτικό συναιτερισμό. Δεν είναι δηλαδή σωστό αυτό που λέγεται ότι οι μαθητές του Χριστού ήταν αγράμματοι ψαράδες. Π.χ. ο Πέτρος, ο Ιωάννης και ο Ματθαίος είχαν εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες. Αυτό φαίνεται και από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης που έγραψαν.
Από την αρχή της δράσης μέχρι την Ανάστασή του ακολουθούσαν τον Ιησού και γυναίκες. Κάτι τέτοιο ήταν τότε πρωτοφανές και ερχόταν σε αντίθεση με τις απόψεις των ραββίνων. Αυτές διέθεταν τις περιουσίες τους για τη μετακίνηση, συντήρηση και διαμονή του Ιησού και της πολυάριθμης συνοδείας του.
Θέμα για επεξεργασία:
Οι χριστιανοί ως μέλη της νέας ανθρωπότητας (του καινούριου κόσμου) θεωρούνται σε όλες τις εποχές ως μαθητές του Χριστού. Τι σημαίνει η ιδιότητά τους αυτή και με ποιούς τρόπους νομίζετε ότι μπορεί να εκφραστεί σήμερα;
Ο Ιησούς μεγάλωσε στη Γαλιλαία, όπου υπήρχε μια μεγάλη και όμορφη λίμνη. Η λίμνη της Γαλιλαίας ονομαζόταν και :"Λίμνη της Γενησαρέτ", "Θάλασσα της Γαλιλαίας" ή "της Τιβεριάδας"
Εκεί ξεκίνησε το έργο που του είχε αναθέσει ο Θεός.
Κάποιο δειλινό ό Ιησούς ανέβηκε σε ένα βουνό μόνος του για να προσευχηθει.
Από ψηλά η θέα της λίμνης ήταν υπέροχη και τα αστέρια του ουρανού είχαν αρχίσει σιγά-σιγά να ανάβουν το δειλό τους φως, κάνοντας τη νύχτα κατανυκτική. Ο Ιησούς έμεινε όλο το βράδυ στο βουνό και προσευχόταν.
Την άλλη μέρα κατεβαίνοντας από το βουνό, τον περίμεναν στην όχθη της λίμνης Γενησαρέτ διάφοροι μαθητές του. Ήταν ψαράδες, γεωργοί, οικοδόμοι, μαραγκοί - άνθρωποι με αγαθή διάθεση και καθαρή καρδιά. Τον καλωσόρισαν και κάθισαν μαζί του στις όχθες της λίμνης.
Ο Ιησούς άρχισε να τους μιλά και μετα από λίγο τους ανακοίνωσε πως θα διάλεγε δώδεκα από αυτούς για να γίνουν οι ξεχωριστοί μαθητές του - αυτοί που θα στέλνοταν να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της Βασιλείας, αυτοί που θα αξιωνόνταν τη δύναμη και την εξουσία να θεραπεύουν τις ασθένειες και να διώχνουν τα δαιμόνια .
"Δώδεκα από εσας θα με ακολουθήσετε όπου κι αν πάω. Θα είστε οι Απόστολοί μου, οι Απόστολοι του Ευαγγελίου της Βασιλείας του Θεού" είπε.
Όλοι ένιωσαν πως το έργο που θα αναλάμβαναν οι Απόστολοι αυτοί ήταν δύσκολο. Όλοι όμως αγαπούσαν τον Ιησού και ήθελαν να γίνουν Απόστολοί του.
Ο Ιησούς, καθώς περπατούσε στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε τον Σίμωνα. (Κι έδωσε στον Σίμωνα το όνομα Πέτρος διότι ήταν άνθρωπος με δυναμική προσωπικότητα σαν πέτρα, σαν βράχος.(Πέτρος, συντάκτης δύο επιστολών της Καινής Διαθήκης)
και τον Ανδρέα, τον αδερφό του να ρίχνουν τα δίχτυα τους στη λίμνη γιατί ήταν ψαράδες.
-" Ακολουθήστε με " τους είπε ο Ιησούς και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων.
Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν.
Στη συνέχεια διάλεξε τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τα δυο παιδιά ενός καλού κι ευλαβή Εβραίου, του Ζεβεδαίου.
Κι έπειτα ακολούθησε ο Φίλιππος,ο Βαρθολομαίος,ο Ματθαίος, ( ο Ευαγγελιστής, πρώην τελώνης)
ο Θωμάς, ο Ιάκωβος, που ήταν γιός του Αλφαίου, ο Θαδδαίος, ο Σίμωνας ο Κανανίτης, και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, που αργότερα απαρνήθηκε τον Ιησού και τον πρόδωσε.
(Οι Πράξεις των Αποστόλων αναφέρουν πως μετά την Ανάληψη του Χριστού ο Απόστολος Πέτρος πρότεινε στους περίπου 120 μαθητές να επιλέξουν έναν προκειμένου να καλύψουν τη θέση του Ιούδα στον κύκλο των Δώδεκα. Πρότειναν δύο : τον Ιωσήφ , που τον έλεγαν Βαρσάββα και που πήρε το όνομα Ιούστος, και τον Ματθία. Έπειτα προσευχήθηκαν στον Κύριο να τους βοηθήσει να επιλέξουν σωστά, έβαλαν κλήρους με τα ονόματά τους και ο κλήρος έπεσε στον Ματθία που προστέθηκε στους 11 Αποστόλους)
Όλοι παραξενεύτηκαν με την επιλογή του Ματθαίου. Ο Ματθαίος ήταν τελώνης , δούλευε για τους Ρωμαίους και μάζευε τη φορολογία για λογαριασμό των κατακτητών. Οι Ισραηλήτες αντιπαθούσαν τους τελώνες. Ήταν συχνά άπληστοι και φιλάργυροι. Οι συμπατριώτες τους τους έβλεπαν σα προέκταση των κατακτητών κι ας ήταν κι αυτοί Ιουδαίοι.
Όμως ο Ιησούς επέλεξε και τον Ματθαίο, διότι ο Ιησούς έκρινε όχι με βάση τα κριτήρια των ανθρώπων, τα εξωτερικά, αλλά με βάση τα δικά του κριτήρια, τα κριτήρια του Θεού.
Ο Ιησούς περιόδευε στα γύρω χωριά και δίδασκε. Κάλεσε τους δώδεκα μαθητές του κι άρχισε να τους στέλνει δύο δύο....
Τους παράγγειλε να μην παίρνουν τίποτε μαζί τους για τον δρόμο : ούτε σακίδιο ούτε φαγητό ούτε χρήματα στο ζωνάρι παρά μόνο ραβδί. Να βάλουν σανδάλια στα πόδια τους και να μην πάρουν μαζί τους διπλά ρούχα. ''Όπου πάτε, να κηρύττετε λέγοντας πως έφτασε η Βασιλεία του Θεού. Να θεραπεύετε αρρώστους, να ανασταίνετε τους νεκρούς, να γιατρεύετε τους λεπρούς, να κάνετε καλά τους δαιμονισμένους. Δωρεάν τα λάβατε, δωρεάν και να τα δίνετε"
Οι μαθητές του Χριστού (οι Δώδεκα και οι άλλοι) δεν αποτελούσαν προνομιακό κύκλο εκλεκτών (ανδρών και γυναικών), αλλά ομάδα υπεύθυνων, έμπιστων και αφοσιωμένων συμπορευτών του.
Κατεξοχήν τους Δώδεκα, ισάριθμους των παλιών 12 φυλών του λαού, τους κάλεσε και τους εκπαίδευσε, για να γίνουν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες της ζωής και του έργου του, προκειμένου αυτά να συνεχιστούν για πάντα.
Οι μαθητές αυτοί γνώριζαν ήδη τον Χριστό. Διακρίνονταν για τη βαθιά θρησκευτική τους πίστη. Περίμεναν τον ερχομό του Μεσσία. Ήταν γνώριμοι του Ιωάννη του Βαπτιστή, ίσως και μαθητές του. Όταν λοιπόν τους έγινε το τιμητικό κάλεσμα από τον Ιησού, αυτοί ανταποκρίθηκαν πρόθυμα και έγιναν οι πρώτοι επίσημοι μαθητές του.
Οι Δώδεκα αυτοί ήταν αξιόλογοι επαγγελματίες ψαράδες. Κατείχαν αλιευτικά σκάφη με πληρώματα που ανήκαν σε αλιευτικό συναιτερισμό. Δεν είναι δηλαδή σωστό αυτό που λέγεται ότι οι μαθητές του Χριστού ήταν αγράμματοι ψαράδες. Π.χ. ο Πέτρος, ο Ιωάννης και ο Ματθαίος είχαν εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες. Αυτό φαίνεται και από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης που έγραψαν.
Από την αρχή της δράσης μέχρι την Ανάστασή του ακολουθούσαν τον Ιησού και γυναίκες. Κάτι τέτοιο ήταν τότε πρωτοφανές και ερχόταν σε αντίθεση με τις απόψεις των ραββίνων. Αυτές διέθεταν τις περιουσίες τους για τη μετακίνηση, συντήρηση και διαμονή του Ιησού και της πολυάριθμης συνοδείας του.
Θέμα για επεξεργασία:
Οι χριστιανοί ως μέλη της νέας ανθρωπότητας (του καινούριου κόσμου) θεωρούνται σε όλες τις εποχές ως μαθητές του Χριστού. Τι σημαίνει η ιδιότητά τους αυτή και με ποιούς τρόπους νομίζετε ότι μπορεί να εκφραστεί σήμερα;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


