Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιακώβ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιακώβ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Η «πάλη» του Θεού με τον «πονηρό» Ιακώβ: Η εκλογή πραγματοποιείται μέσα από εκπλήξεις!

Η ευλογία αρχίζει με … μία απάτη: 

Ο Ιακώβ λαμβάνει την Ευλογία (Γέν. 27, 18-30) «Ο Ιακώβ πήγε στον πατέρα του και του είπε: «Πατέρα μου!» Εκείνος του απάντησε: «Ορίστε! Ποιος είσαι γιε μου;» Ο Ιακώβ τού αποκρίθηκε: «Είμαι ο Ησαύ, ο πρωτότοκός σου. […] Σήκω, λοιπόν, και κάτσε να φας απ’ το κυνήγι μου για να με ευλογήσεις». […] Ο Ιακώβ πλησίασε τον πατέρα του κι εκείνος τον ψηλάφισε και είπε: «Η φωνή είναι του Ιακώβ αλλά τα χέρια του Ησαύ». Και δεν τον αναγνώρισε, γιατί τα χέρια του ήταν τριχωτά σαν τα χέρια του Ησαύ. Και τον ευλόγησε. Μετά όμως ξαναρώτησε: «Εσύ είσαι γιε μου, Ησαύ;» Κι ο Ιακώβ απάντησε: «Εγώ είμαι». […] Ο Ιακώβ πλησίασε και τον φίλησε. Ο Ισαάκ μύρισε τότε τη μυρωδιά από τα ρούχα του, και τον ευλόγησε». Ο Ισαάκ παντρεύτηκε τη Ρεβέκκα και εκείνη γέννησε δίδυμα: τον Ησαύ και τον Ιακώβ. Ο τελευταίος γεννήθηκε πιάνοντας τη φτέρνα του αδελφού του. Ο πρωτότοκος, ο μελλοντικός αρχηγός της οικογένειας, κυνηγός, άνθρωπος της υπαίθρου, κάποια μέρα από τη λαιμαργία του, για ένα πιάτο φακές, χάρισε στον αδελφό του όλα τα προνόμιά του. Ο Ιακώβ με το παραπάνω τρικ της Ρεβέκκας πήρε πλούσια την ευλογία του τυφλού πατέρα του. Όποιος απατά, όμως, απατάται. 

Έλαβε την ευλογία, αλλά δεν είναι «αλώβητος»: Ο Λάβαν ξεγελά τον Ιακώβ (Γέν. 29, 4-30) Ο Ιακώβ κίνησε προς τις χώρες της Ανατολής. […]9 Ενώ ακόμα μιλούσε ο Ιακώβ μαζί τους, φτάνει η Ραχήλ με τα πρόβατα του πατέρα της του Λά βαν […].16 Ο Λάβαν είχε δύο κόρες. Το όνομα της μεγαλύτερης ήταν Λεία και της μικρότερης Ραχήλ.17 Τα μάτια της Λείας ήταν άτονα, ενώ η Ραχήλ είχε ωραία κορμοστασιά και όμορφο πρόσωπο.18 Ο Ιακώβ αγαπούσε τη Ραχήλ. Απάντησε λοιπόν: «θα σου  δουλέψω εφτά χρόνια για τη Ραχήλ, τη μικρότερη κόρη σου». […]20 Έτσι ο Ιακώβ δούλεψε για τη Ραχήλ εφτά χρόνια· του φάνηκαν όμως σαν λίγες μέρες, γιατί την αγαπούσε.21 Μετά είπε στο Λάβαν: «Ο χρόνος της δουλειάς μου συμπληρώθηκε· δώσ’ μου τη γυναίκα μου να μείνω μαζί της».22 Τότε ο Λάβαν προσκάλε σε όλους τους ανθρώπους του τόπου και οργάνωσε συμπόσιο.23 Όταν όμως νύχτωσε, πήρε την κόρη του την Λεία και την έφερε στον Ιακώβ […]. 

 Μια πορεία προς την αυτογνωσία και τη θεογνωσία: Η πάλη του Ιακώβ με τον Θεό (Γέν. 32, 23-32) «Ο Ιακώβ σηκώθηκε και πήρε τις δυο γυναίκες του, τις δυο δούλες του και τους έντεκα γιους του και τους πέρασε από τον χείμαρρο του Ιαβόκ αντίπερα. Μαζί μ’ αυτούς πέρασε από το χείμαρρο και όλα τα υπάρχοντά του. Εκείνος έμεινε πίσω μόνος. Τότε πάλεψε κάποιος μαζί του ως την αυγή. Όταν είδε ότι δεν μπορούσε να νικήσει τον Ιακώβ, τον χτύπησε καθώς πάλευαν στην κλείδωση του μηρού του και εξαρθρώθηκε ο γοφός του. Τότε ο άνθρωπος του είπε: “Άφησέ με! Ξημέρωσε”. Αλλά ο Ιακώβ απάντησε: “Δε θα σε αφήσω αν δεν με ευλογήσεις”. Εκείνος τον ρώτησε: “Ποιο είναι το όνομά σου;” Και απάντησε: “Ιακώβ”. “Το όνομά σου” του λέει, “δε θα είναι πια Ιακώβ αλλά Ισραήλ, γιατί αγωνίστηκες με τον Θεό και τους ανθρώπους και νίκησες”. Ο Ιακώβ τον ρώτησε: “πες μου το όνομά σου”. Κι εκείνος είπε: “Τι ζητάς το όνομά μου;” Και τον ευλόγησε εκεί. Τότε ο Ιακώβ είπε: “Είδα τον Θεό κατά πρόσωπο κι ακόμα ζω!” Κι ονόμασε τον τόπο εκείνο Φανουήλ. Ο ήλιος έβγαινε όταν ο Ιακώβ περνούσε τη Φανουήλ, και κούτσαινε στην κλείδωση του μηρού».

 Ο Ιακώβ ένοιωσε πλούσια την ευλογία του Θεού στην ξενιτειά. Αποφασίζει να επιστρέψει στην πατρίδα. Πρέπει να περάσει από τη μία όχθη ενός ποταμού στην άλλη και τρέμει την αντίδρα ση του μεγάλου αδελφού που είχε απατήσει. Αποχωρίζεται όλα τα «πλούτη» και μένει μόνος. Όλη τη νύχτα παλεύει με τον Θεό μέχρι ν’ ανατείλει ο ήλιος. Για πρώτη φορά ομολογεί το όνομά του: Ιακώβ (= αυτός που απατά). Το καινούργιο όνομα είναι Ισραήλ (= αυτός που μάχεται με τον Θεό). Περνά απέναντι και διαπιστώνει ότι εκείνος που θεωρούσε επικίνδυνο, έχει «αλλάξει» όπως κι εκείνος. Τρέχει να τον αγκαλιάσει. Στο πρόσωπο του «ανταγωνιστή» μεγάλου αδελφού, ο «Ισραήλ» βλέπει το πρόσωπο του Θεού με τον οποίο «συμφιλιώθηκε» λίγο πριν στο ποτάμι!

H απόρριψη και η αποκατάσταση του Ιωσήφ (Γέν. 37, 2-11. 23-36 επιλογή) Ο Ιακώβ κατοικούσε στη Χαναάν, εκεί όπου είχε μείνει και ο πατέρας του ως ξένος. Ο Ισραήλ περισσότερο απ’ όλα τα παιδιά του αγαπούσε τον Ιωσήφ, γιατί τον είχε αποκτήσει στα γηρατειά του. Γι’ αυτό και του έκανε έναν πολύχρωμο χιτώνα. Όταν είδαν οι αδερφοί του ότι ο πατέρας του τον αγαπούσε περισσότερο από όλους τους, άρχισαν να τον μισούν. […] Κάποτε ο Ιωσήφ είδε ένα όνειρο […] «Ο ήλιος και το φεγγάρι και έντεκα αστέρια με προσκυνούσαν».  Το όνειρο αυτό, εκτός από τους αδερφούς του, το διηγήθηκε και στον πατέρα του. Εκείνος τον μάλωσε και του είπε: «Τι σημαίνει αυτό το όνειρο που είδες; Μήπως τάχα θα έρθουμε εγώ, η μητέρα σου και τ’ αδέρφια σου να πέσουμε στη γη και να σε προσκυνήσουμε;» «Τ’ αδέρφια του λοιπόν τον φθόνησαν, ενώ ο πατέρας του συγκρατούσε στη μνήμη του αυτά τα όνειρα. […] Μια μέρα, τα αδέρφια του Ιωσήφ είχαν πάει να βοσκήσουν τα πρόβατα του πατέρα τους στη Συχέμ. Τότε είπε ο Ισραήλ στον Ιωσήφ: «Τ’ αδέρφια σου βόσκουν τα πρόβα τα στη Συχέμ. Έλα να σε στείλω σ’ αυτούς». […] Μόλις εκείνοι τον είδαν από μακριά και πριν ακόμα τους πλησιάσει, κατέστρωσαν σχέδιο να τον σκοτώσουν. «Να, έρχεται αυτός που βλέπει τα όνειρα», είπαν μεταξύ τους. «Μπρος, λοιπόν, να τον σκοτώσου με και να τον ρίξουμε σ’ ένα ξεροπήγαδο. Μετά θα πούμε ότι τον κατασπάραξε ένα άγριο θηρίο. Και να δούμε τότε τι θ’ απογίνουν τα όνειρα του!» […]. Τότε είπε ο Ιούδας στους αδερφούς του: «Τι θα κερδίσουμε να σκοτώσουμε τον αδερφό μας και να αποκρύψουμε το θάνατο του; Ας τον πουλήσουμε σ’ εκείνους τους Ισμαηλίτες κι ας μη βάλουμε χέρι πάνω του, γιατί είναι αδερφός μας και αίμα μας». Και τον άκουσαν οι αδερφοί του […]. Μετά από δύο χρόνια, ο Φαραώ είδε ένα όνειρο: Στεκόταν, λέει, κοντά στον ποταμό Νείλο, και είδε ν’ ανεβαίνουν από το ποτάμι εφτά αγελάδες εύρωστες και παχιές, κι έβοσκαν στο χορτάρι. Ύστερα απ’ αυτές, ανέβηκαν από το Νείλο άλλες εφτά αγελάδες άσχημες και καχεκτικές και  στάθηκαν κοντά στις πρώτες, πλάι στις ό χθες του ποταμού. Οι εφτά άσχημες και καχεκτικές αγελάδες έφαγαν τις άλλες εφτά, τις ομορφόκορμες και παχιές […]. Τότε ο Φαραώ έστειλε και κάλεσε τον Ιωσήφ. Τον έβγαλαν γρήγορα από τη φυλακή, έκοψε τα μαλλιά του, άλλαξε ρούχα και παρουσιάστηκε στο Φαραώ. Ο Φαραώ του είπε: «Είδα ένα όνειρο, αλλά κανείς δεν μπόρεσε να μου το εξηγήσει. Άκουσα να λένε για σένα ότι εξηγείς ένα όνειρο όταν το ακούσεις». Ο Ιωσήφ του απάντησε: «Όχι εγώ. ο Θεός μπορεί να απαντήσει ευνοϊκά στο Φαραώ» […]. Και στον Ιωσήφ είπε: «Αφού ο Θεός σε έκανε να τα ξέρεις όλα αυτά, δεν υπάρχει κανένας άλλος τόσο συνετός και σοφός, όπως εσύ. Εσύ θα προΐστασαι στο ανάκτορο μου και όλος ο λαός μου θα υπακούει στις διαταγές σου. Μόνον ως προς το θρόνο θα είμαι ανώτερος σου! 

 Αντί κακού, αγαθόν: Ο Ιωσήφ συγχωρεί και συμφιλιώνεται με τα αδέλφια του (Γέν. 45,1-28 επιλογή) «Ο Ιωσήφ δεν μπορούσε πια να συγκρατηθεί μπροστά σ’ όλους εκείνους που τον περιστοίχιζαν και φώναξε: “Να φύγουν όλοι από μπροστά μου!” Έτσι ήταν μόνος με τ’ αδέρφια του όταν τους φανερώθηκε. […] “Πλησιάστε με, λοιπόν!” τους είπε ο Ιωσήφ. Εκείνοι τον πλησίασαν, και τους είπε: «Εγώ είμαι ο Ιωσήφ ο αδερφός σας, που τον πουλήσατε στην Αίγυπτο. Αλλά τώρα μη λυπάστε και μην έχετε τύψεις που με πουλήσατε, γιατί ο Θεός με έστειλε εδώ πριν από σας για να σας σώσω τη ζωή. […] Δε με στείλατε, λοιπόν, εσείς εδώ, αλλά ο Θεός. Με έκανε σύμβουλο του Φαραώ, υπεύθυνο στο ανάκτορό του, και κυβερνήτη όλης της Αιγύπτου. Τώρα βιαστείτε να πάτε πίσω στον πατέρα μου και του πείτε ότι ο γιος του ο Ιωσήφ λέει: “ο Θεός με έκανε κύριο όλης της Αιγύπτου. Έλα σ’ εμένα, μην αργείς”». 

 Ο 11ος γιος του Ιακώβ από βοσκός έγινε «κορυφαίος» στην «πυραμίδα» του παλατιού του Φαραώ. Πώς; Βλέπει οράματα σημαδιακά. Και ενώ οι γονείς του τον υπεραγαπούν, οι υπόλοιποι τον φθονούν. Τελικά δεν τον σκοτώνουν αλλά τον πουλάνε σε καραβάνι Ισμαηλιτών. Ο Θεός για πολύ καιρό δεν φαίνεται να επεμβαίνει «ωσάν από μηχανής» αλλά λειτουργεί «κρυφά». Και στην Αίγυπτο πετάχτηκε στη «φυλακή», επειδή δεν είπε ΝΑΙ στις προκλήσεις μιας απόλαυσης της στιγμής. Τελικά, όμως, έγινε ο «Υπουργός» των οικονομικών της Υπερδύναμης, αφού βρήκε τη «λύση» στο όραμα με τις αγελάδες. Όταν ήλθαν τα δύσκολα χρόνια της Κρίσης άνοιξε τις αποθήκες. Τα αδέλφια του πεινασμένα, χωρίς να το γνωρίζουν βέβαια, φθάνουν και τον προσκυνούν. Ο Ιωσήφ τους περνά από τεστ για να δει αν έχουν αλλάξει χαρακτήρα. Στο τέλος όταν ο Ιωσήφ κατάλαβε ότι αγαπάνε πραγματικά, τους αποκαλύφθηκε και τους αγκάλιασε με συγκίνηση. Ο γέροντας Ιακώβ με την οικογένειά του, 75 συνολικά άτομα, έφθασε κι αυτός στην Αίγυπτο. 

Τοποθετήστε τις εικόνες από την ιστορία του Ιακώβ και των γιών του στη σωστή σειρά, και γράψτε στη συνέχεια μία μικρή περίληψη της ιστορίας τους με δικά σας λόγια.


 






Πηγή: 

Σωτήριος Δεσπότης, Νικόλαος Παύλου, Αθανάσιος Στογιαννίδης, Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ, Θέματα από την Αγία Γραφή, σελ: 49-56


Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

Το όνειρο του Ιακώβ


PD11
Ο Ιακώβ αποχαιρέτισε τους γονείς του κι έφυγε. Πεζοπορούσε όλη την ημέρα. Όταν το δειλινό ο ήλιος έδυσε, βρήκε μια πέτρα και την έβαλε για μαξιλάρι και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Βαθύς ύπνος τον πήρε, καθώς ήταν πολύ κουρασμένος. Εκείνο το βράδυ είδε ένα παράξενο και σημαδιακό όνειρο. Μια σκάλα στηριγμένη στη γη έφθανε ως τον ουρανό. Άγγελοι του Θεού ανέβαιναν και κατέβαιναν. Στην κορυφή της σκάλας ήταν ο Θεός που του είπε: «Είμαι ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ. Θα ευλογήσω κι εσένα. Θα σου χαρίσω τη γη που τώρα βρίσκεσαι. Οι απόγονοί σου θα πληθύνουν σαν την άμμο της θάλασσας και θ’ απλωθούν σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντα. Μέσα από σένα και τους απογόνους σου θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της γης. Εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε προστατεύω. Από δω και πέρα θα ονομάζεσαι Ισραήλ».
Ξύπνησε ο Ιακώβ ταραγμένος, σηκώθηκε και είπε φοβισμένος: «Εδώ λοιπόν είναι ο Θεός! Πόσο φοβερός είναι αυτός ο τόπος!». Έστησε όρθια την πέτρα που είχε για μαξιλάρι και την περίχυσε με λάδι. Ονόμασε τον τόπο εκείνο Βαιθήλ, δηλαδή Σπίτι του Θεού, κι έκανε ένα τάμα: «Αν ο Θεός σταθεί δίπλα μου και με προστατέψει, αν προνοήσει για την τροφή και το ντύσιμό μου, όταν με το καλό επιστρέψω στο πατρικό μου, θα τον έχω δικό μου Θεό. Αυτό το λιθάρι θα είναι ο βωμός του Θεού κι απ’ όλα τα αγαθά μου θα προσφέρω σ’ αυτόν το ένα δέκατο».
Ο Ιακώβ ταξίδεψε ως τη Μεσοποταμία, στον θείο του, τον Λάβαν. Εκεί έμεινε δεκατέσσερα χρόνια. Δούλεψε σκληρά κι έφτιαξε μεγάλη περιουσία. Παντρεύτηκε δυο γυναίκες – εκείνη την εποχή συνηθιζόταν να παίρνουν οι άντρες περισσότερες από μία γυναίκες – τη Λεία και τη Ραχήλ και απέκτησε δώδεκα παιδιά.  Μετά τα δεκατέσσερα χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει στη Γη Χαναάν, με την ελπίδα ότι θα είχε περάσει ο θυμός του Ησαύ και θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά τα δυο αδέλφια. Πράγματι, ταξίδεψε με τις γυναίκες και τα παιδιά του, τους υπηρέτες και τα κοπάδια του. Στο δρόμο της επιστροφής του φανερώθηκε πάλι ο Θεός. Του έστειλε άγγελο με τον οποίον ο Ιακώβ πάλεψε. Ύστερα ακούστηκε η φωνή του Θεού: «Το όνομά σου από δω και πέρα θα είναι Ισραήλ, που σημαίνει δυνατός, γιατί φάνηκες δυνατός στον Θεό και θα είσαι δυνατός και στους ανθρώπους».
Λίγο αργότερα συναντήθηκε με τον Ησαύ. Έτρεξε πρώτος ο Ιακώβ και προσκύνησε τον αδελφό του. Εκείνος συγκινημένος τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Η έχθρα είχε ξεχαστεί. Αγάπη και χαρά γέμισαν τη ζωή των  δυο αδελφών.
Αν θέλεις ν΄ ακούσεις την αφήγηση του κειμένου, κάνε κλικ εδώ


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122 
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

Ησαύ και Ιακώβ

Ησαύ και Ιακώβ

 
PD10
Ο Ισαάκ αποκτά δύο γιους και έτσι συνεχίζεται η γενιά που άρχισε από τον πατριάρχη Αβραάμ. Η ιστορία του Ησαύ και του Ιακώβ παρουσιάζεται από το 25ο μέχρι το 35ο κεφάλαιο του βιβλίου της Γένεσης.
Ο Ισαάκ και η Ρεβέκκα απέκτησαν δύο δίδυμα αγόρια, τον Ησαύ και τον Ιακώβ. Ο Ησαύ ήταν κυνηγός. Του άρεσε να γυροφέρνει στα βουνά και στα λαγκάδια. Ήταν κοκκινωπός κι όταν μεγάλωσε έγινε πολύ τριχωτός. Ήταν ο πρωτότοκος, ο αγαπημένος του πατέρα του.
Ο Ιακώβ ήταν ήρεμος και πράος. Αγαπούσε τη ζωή του σπιτιού. Έμενε κοντά στη μητέρα του και τη βοηθούσε στις δουλειές της. Κι αυτή του είχε περισσότερη αδυναμία.
Μια μέρα ο Ιακώβ μαγείρεψε φακές. Ο Ησαύ γύρισε πολύ κουρασμένος και πεινασμένος από το κυνήγι. Οι φακές μοσχοβολούσαν. Ζήτησε ένα πιάτο από τον αδελφό του. Κι εκείνος εκμεταλλεύθηκε την πείνα του.
«Θα σου δώσω», του είπε πονηρά, «αν μου πουλήσεις το δικαίωμα που έχεις ως πρωτότοκος».
Το αντάλλαγμα ήταν πολύ μεγάλο. Το δικαίωμα του πρωτότοκου σήμαινε ότι ο Ησαύ θα κληρονομούσε όλα τα υπάρχοντα αλλά και όλες τις ευλογίες του πατέρα τους. Όμως ο Ησαύ μπροστά στην πείνα του δεν λογάριασε τίποτα. «Τι να τα κάνω τα πρωτοτόκια», είπε, «αφού δεν κρατιέμαι στα πόδια μου;». «Ορκίσου μου ότι μου τα δίνεις», επέμενε ο Ιακώβ. Ο Ησαύ ορκίστηκε κι έτσι για ένα πιάτο φακές αντάλλαξε τα πρωτοτόκια («αντί πινακίου φακής»).
Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν ο Ισαάκ γέρασε πολύ, θέλησε να ευλογήσει τον πρωτότοκο γιο του, τον Ησαύ. Τον φώναξε λοιπόν και του είπε: «Παιδί μου, πλησιάζει η ώρα του θανάτου μου. Θέλω να σ’ ευλογήσω. Πήγαινε να κυνηγήσεις. Άμα πετύχεις κάτι στο κυνήγι, μαγείρεψέ το. Φτιάξε ένα καλό φαγητό και φέρε μου να φάω και να σου δώσω μέσα από την καρδιά μου την ευλογία μου». Ο Ησαύ έφυγε γρήγορα, πρόθυμος να εκτελέσει την επιθυμία του πατέρα του. Η Ρεβέκκα άκουσε τα λόγια του Ισαάκ. Φώναξε τον αγαπημένο της Ιακώβ και του είπε: «Σήμερα ο πατέρας σου θα ευλογήσει τον αδελφό σου. Τον άκουσα να του ζητάει να κυνηγήσει και να μαγειρέψει γι’ αυτόν κι έτσι να πάρει την ευλογία και τα δικαιώματά του. Άκου τι θα σου πω και πράξε όπως θα σε προστάξω. Πήγαινε στο κοπάδι και διάλεξε δυο κατσικάκια τρυφερά και καλοκαμωμένα. Ετοίμασέ τα και φέρ’ τα μου να τα μαγειρέψω σύμφωνα με το γούστο του πατέρα σου. Θα του προσφέρεις εσύ το φαγητό κι εσύ θα πάρεις τις ευλογίες του».
«Μα μητέρα, είμαι τόσο διαφορετικός από τον Ησαύ! Εκείνος είναι τριχωτός. Ο πατέρας μας δεν βλέπει, αλλά θα με καλέσει κοντά του, θα με αγγίξει και θα καταλάβει ότι είμαι ο Ιακώβ. Αντί να με ευλογήσει θα με καταραστεί, γιατί τον κορόιδεψα».
«Μη σε νοιάζει», του είπε η Ρεβέκκα, «φέρε τα κατσικάκια κι όλα θα τα τακτοποιήσω».
Πράγματι, ο Ιακώβ έκανε όπως τον συμβούλεψε η μητέρα του. Εκείνη μαγείρεψε το πιο νόστιμο φαγητό. Ύστερα φόρεσε στον Ιακώβ το ρούχο του Ησαύ και στα μπράτσα και το λαιμό του τύλιξε κομμάτια από την προβιά των κατσικιών. Του παρέδωσε το φαγητό και τον έστειλε στον πατέρα του.
Ο Ισαάκ δεν έβλεπε από τα γεράματα. «Πατέρα», είπε σιγανά ο Ιακώβ, «είμαι ο Ησαύ, ο πρωτότοκος. Σου έφερα το φαγητό που ζήτησες. Φάγε, ευχαριστήσου και δώσε μου την ευλογία σου».
«Έλα, παιδί μου, κοντά», είπε ο Ισαάκ. «Πώς πέτυχες τόσο γρήγορα το κυνήγι;»
«Ο Θεός μού το έφερε μπροστά μου», είπε πολύ σιγά ο Ιακώβ, για να μην τον καταλάβει ο πατέρας του.
«Έλα κοντά μου, να σ’ αγγίξω, γιατί δε βλέπω καλά», επέμενε ο Ισαάκ. Ο Ιακώβ πλησίασε κι έσκυψε το κεφάλι του μπροστά στον πατέρα του. Εκείνος έπιασε την προβιά των κατσικιών στα μπράτσα και το σβέρκο και πίστεψε πως ήταν ο Ησαύ. Έφαγε με πολλή ευχαρίστηση το καλομαγειρεμένο φαγητό κι ύστερα έδωσε όλες τις ευλογίες και τα δικαιώματα του πρωτότοκου στον Ιακώβ.
Αργότερα επέστρεψε και ο Ησαύ από το κυνήγι. Ετοίμασε τα φαγητό και πήγε στον πατέρα του για την ευλογία. Γρήγορα αποκαλύφθηκε η απάτη του Ιακώβ. Ο Ισαάκ στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, αλλά δεν μπορούσε πια να πάρει πίσω ό,τι με ευλογία είχε δώσει στον Ιακώβ. Μεγάλο μίσος μπήκε τότε στην καρδιά του Ησαύ για τον αδελφό του. Μέρα με τη μέρα γινόταν σκυθρωπός. Σκεφτόταν κι έλεγε: «Ο πατέρας μου είναι πολύ ηλικιωμένος. Δεν θ’ αργήσει να πεθάνει. Τότε θα σκοτώσω τον αδελφό μου». Η Ρεβέκκα κατάλαβε τον σκοπό του Ησαύ και τρόμαξε. Φώναξε τον Ιακώβ και τον συμβούλεψε να φύγει, για να γλιτώσει. Τον έστειλε στη Χαρράν, στη Μεσοποταμία, στον αδελφό της, και του ζήτησε να μείνει εκεί μέχρι να περάσει ο θυμός του αδελφού του. Εκείνη θα τον ειδοποιούσε πότε να επιστρέψει.
Κάντε κλικ εδώ, για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου


Pemptousia-gia-paidia-Footer-600x122 
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...