Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προκατάληψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προκατάληψη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025

Προκατάληψη: προϊόν και κοινωνικής μάθησης

Ένας βασικός μηχανισμός δημιουργίας και διαιώνισης των προκαταλήψεων είναι η παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Όταν βλέπουμε άλλα άτομα, ιδιαίτερα εάν τα ίδια είναι σημαντικά για εμάς, να αλληλοεπιδρούν με μια κοινωνική ομάδα, τείνουμε να αντιγράφουμε τη συμπεριφορά τους.

Η κοινωνική μάθηση δεν είναι καινούργια έννοια στην ψυχολογία. Γνωρίζουμε ότι γενικά ένας αποτελεσματικός μηχανισμός μάθησης γνώσεων αλλά και ανάπτυξης συμπεριφορών είναι η παρατήρηση και η αντιγραφή της συμπεριφοράς των άλλων. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα πειράματος πάνω σε αυτό το θέμα είναι το κλασικό πείραμα του Bandura με την κούκλα Bobo. Στο πείραμα αυτό τα παιδιά έτειναν να αντιγράφουν την  συμπεριφορά των ενηλίκων σε μια κούκλα. Όταν οι ενήλικες γίνονταν επιθετικοί απέναντί της, πετώντας τη ή χτυπώντας τη με σφυρί, τότε και τα παιδιά εκδήλωναν την αντίστοιχη συμπεριφορά και αντίστοιχα όταν η συμπεριφορά των ενηλίκων ήταν ήρεμη απέναντι στις κούκλες τότε και τα παιδιά ήταν ήρεμα.

Μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ [1] μελέτησε το ρόλο της κοινωνικής μάθησης στη δημιουργία προκαταλήψεων απέναντι σε διάφορες κοινωνικές ομάδες. Ο βασικός πυρήνας του σκεπτικού της έρευνας [2] και της κύριας υπόθεσης των ερευνητών ήταν πως όταν οι συμμετέχοντες σε μια έρευνα έβλεπαν κάποιον να συμπεριφέρεται με προκατάληψη απέναντι σε μια κοινωνική ομάδα, τότε θα έτειναν να αντιγράφουν τη συμπεριφορά του, ενεργώντας και οι ίδιοι με προκατάληψη.

Τα βασικά βήματα του πειράματος. Χρήση εικόνων από το άρθρο των David T. Schultner et al. (2024)

Κατά τη διάρκεια των πειραμάτων οι συμμετέχοντες έβλεπαν τον τρόπο που περιέγραφε ένα άτομο (που στην πραγματικότητα ήταν πληρωμένος ηθοποιός)  δύο ομάδες ατόμων. Ο ηθοποιός έδινε κάποιες στεροτυπικές περιγραφές των ομάδων, δείχνοντας αρνητική προκατάληψη στη μία ομάδα (Α) και θετική στην άλλη (Β). Φυσικά οι δύο ομάδες δεν ήταν σταθερές, άλλοτε η μία ομάδα γινόταν η ομάδα Α και η άλλη Β και το αντίστροφο. Έπειτα, οι συμμετέχοντες καλούνταν να παίξουν ένα παιχνίδι συνεργασίας με χρηματικό έπαθλο. Μετά τη φάση όπου οι συμμετέχοντες είχαν έρθει σε επαφή με τις προκατειλημμένες περιγραφές, έπρεπε μέσα στα πλαίσια του παιχνιδιού να επιλέξουν με ποια άτομα θα συνεργαστούν. Αυτό που παρατήρησαν οι πειραματιστές ήταν πως οι συμμετέχοντες όχι μόνο έδειχναν προτίμηση και επέλεγαν να συνεργαστούν με τα άτομα της “θετικής προκατάληψης” (ομάδα Β), αλλά θεωρούσαν ότι η επιλογή τους αυτή ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής τους βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και όχι βάσει κάποιας προκατάληψης.

Αυτή η τελευταία παρατήρηση έχει τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς εάν ένα άτομο δεν αντιλαμβάνεται τις επιλογές του ως αποτέλεσμα προκατάληψης, αλλά απόρροια μιας λογικής διαδικασίας βασισμένης σε αντικειμενικά κριτήρια, δεν έχει λόγο να τις αλλάξει. Άλλωστε αυτό δεν συμβαίνει και με τις προκαταλήψεις μας στην καθημερινότητά μας; Πολλές φορές αποτελούν “τυφλά σημεία” μας, στα οποία δεν έχουμε άμεση πρόσβαση, εκτός και εάν αλλάξουμε οπτική.

Με αφορμή τη συγκεκριμένη έρευνα αξίζει να αναλογιστούμε τον σημαντικό αντίκτυπο που έχουν τα άλλα πρόσωπα στη διαμόρφωση των στάσεων και των αντιλήψεών μας. Εάν η επιρροή των τρίτων είναι τόσο μεγάλη σε ενήλικες, ας αναλογιστούμε ποιος είναι ο αντίκτυπος όταν τα παιδιά βλέπουν έναν ενήλικα της εμπιστοσύνης τους να συμπεριφέρεται με οποιοδήποτε τρόπο σε άλλους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι τα παιδιά θα υιοθετήσουν τις ίδιες ή παρόμοιες στάσεις και συμπεριφορές, χωρίς καν να ξέρουν το γιατί (ή “γιατί… έτσι!”).

Επομένως, είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην ξεχνάμε πως λειτουργούμε συνεχώς ως μοντέλα για τα παιδιά, όχι μόνο με τις λέξεις μας, αλλά και με τις πράξεις και τις στάσεις μας. 

Πηγή 


Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

Πώς προκύπτουν τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις. Είναι το ίδιο πράγμα; Πώς μας τυραννούν;

Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις είναι λανθασμένες, επιφανειακές και/ή ανακριβείς πεποιθήσεις που μοιράζονται περισσότερο ή λιγότερο μεγάλες ομάδες ανθρώπων. Πώς διαμορφώνονται όμως και γιατί επηρεάζονται πολλοί άνθρωποι από αυτά; Η ψυχοκοινωνιολογία μάς το εξηγεί.
"Οι Ελβετοί είναι ακριβείς, τα αρσενικά είναι επιθετικά και οι ηλικιωμένοι γκρινιάρηδες."
Ίσως πιστεύουμε και εμείς κάποιες από αυτές τις δηλώσεις. Πρόκειται για αβάσιμες απόψεις που, με το απλό γεγονός ότι τις μοιράζονται τόσοι άνθρωποι γύρω μας, αποκτούν μια συγκεκριμένη αυθεντία, με παρόμοιο τρόπο με αυτό που συμβαίνει με τους αστικούς θρύλους. Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις είναι ιδέες που έχουμε για γεγονότα, ομάδες, γενιές, εθνικότητες και χαρακτηριστικά ορισμένων ατόμων που μπορούν να μας οδηγήσουν να υιοθετήσουμε αρνητική στάση απέναντί ​​τους. Ας δούμε πώς γεννιούνται και τι αφορούν, από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας.
Είναι τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις το ίδιο πράγμα;
Ο όρος στερεότυπο προέρχεται από τα ελληνική λέξη στερεός "άκαμπτος" και τύπος "αποτύπωμα": αρχικά δήλωνε τα άκαμπτα και επαναχρησιμοποιήσιμα καλούπια χαρτιού-μασέ που χρησιμοποιούνται για την εκτύπωση γραμμάτων στην τυπογραφία. Στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν άρχισαν οι μελέτες κοινωνικής ψυχολογίας, ο όρος χρησιμοποιήθηκε για να υποδείξει τις νοητικές εικόνες με τις οποίες μερικές φορές αναπαριστάνουμε άκαμπτα την πραγματικότητα, ακριβώς σαν ένα είδος «γνωστικού καστ» κλισέ αντίληψης.
Τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις, ωστόσο, δεν είναι το ίδιο πράγμα. Με τον όρο στερεότυπο, εννοούμε ένα συνεκτικό σύνολο αντιεπιστημονικά αποδεδειγμένων πεποιθήσεων και θεωριών (για παράδειγμα: οι Ελβετοί είναι ακριβείς, οι Ασιάτες είναι εξαιρετικοί στα μαθηματικά).
Γενικά πρόκειται για «διανοητικές εικόνες» που βασίζονται στην υπερβολή. Για παράδειγμα, η Ελβετία κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ κατανάλωσης σοκολάτας με 10,5 κιλά ανά κάτοικο ετησίως. Το στερεότυπο που δημιουργείται από αυτή την πραγματικότητα είναι ότι όλοι ή οι περισσότεροι Ελβετοί αγαπούν τη σοκολάτα. Ωστόσο, η διαφορά σε σχέση με άλλες ομάδες (όπως οι Γερμανοί, με ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση 9,2 κιλά) δεν είναι τόσο σημαντική.
Η προκατάληψη, από την άλλη πλευρά, μπορεί να θεωρηθεί ως εξέλιξη του στερεότυπου, γιατί είναι από κάθε άποψη μια «εκ των προτέρων κρίση», μια αρνητική κρίση που προηγείται της άμεσης εμπειρίας μας (για παράδειγμα: ο εβραϊκός λαός είναι άπληστος, γυναίκες δεν είναι καλές για επιστημονικά θέματα).
Ας πάρουμε λοιπόν ένα παράδειγμα της διαφοράς μεταξύ ενός στερεότυπου και μιας προκατάληψης για το ίδιο θέμα: ένα στερεότυπο είναι ότι οι άνθρωποι από το νότο είναι πιο ευγενικοί και εκείνοι από τον βορρά είναι πιο σοβαροί, μια προκατάληψη, από την άλλη πλευρά, είναι πως άτομο ή ομάδα ανθρώπων από τον βορρά μπορεί να είναι ζεστό, οικείο, φιλόξενο.
Πώς δημιουργούνται προκαταλήψεις και στερεότυπα;
Οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα δεν σχηματίζονται τυχαία ή από μια στιγμιαία αυθαίρετη επιλογή, αλλά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κουλτούρας μιας ομάδας: παραδίδονται, αποκρυσταλλώνονται και χρησιμοποιούνται από άτομα που τα μαθαίνουν κατά τη διάρκεια μιας μακράς διαδικασίας κοινωνικοποίησης.
Για τον Gordon Allport, τα στερεότυπα μαθαίνονται στην παιδική ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν την προκατάληψη κυρίως με δύο τρόπους:
Υιοθέτηση της μεροληψίας των γονέων/μελών της οικογένειάς τους.
Μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον που τους κάνει καχύποπτους ή φοβισμένους.
Γιατί τα χρησιμοποιούμε;
Αντιμέτωποι με την εξαιρετική πολυπλοκότητα του κόσμου και τον τεράστιο όγκο των υπαρχουσών πληροφοριών, τα άτομα πρέπει να απλοποιήσουν και να ταξινομήσουν τις πολλές καθημερινές έννοιες και πληροφορίες, ομαδοποιώντας τις σε κατηγορίες. Η χρήση κατηγοριών είναι χρήσιμη όταν επικοινωνούμε με άλλους: στην πραγματικότητα είναι σιωπηρές και «δίνονται ως βέβαιες». Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να ανταλλάσσουμε πληροφορίες πολύ πιο γρήγορα. Αυτή η διαδικασία νοητικής αφαίρεσης εφαρμόζεται επίσης για την ταξινόμηση των ανθρώπινων όντων, αποδίδοντας σε μεμονωμένα άτομα τα χαρακτηριστικά με τα οποία ορίζουμε μια κατηγορία.
Σε γενικές γραμμές στερεότυπα και προκαταλήψεις:
Μας επιτρέπουν να έχουμε προσδοκίες (αν και συχνά ψευδείς) για τη συμπεριφορά των άλλων, κάτι που μπορεί να μας δώσει μια αίσθηση κυριαρχίας και ελέγχου (για παράδειγμα, περιμένω ότι εάν ένα άτομο είναι από το νότο θα είναι αυτόματα φιλόξενο και ζεστό).
Μας επιτρέπουν να δικαιολογούμε τις κοινωνικές ανισότητες και τις διακρίσεις (όπως στην περίπτωση του ρατσισμού).
Μας βοηθούν να διαφοροποιήσουμε θετικά την ομάδα μας από τις άλλες ("Οι Ιταλοί μαγειρεύουν καλύτερα από όλους").
Αντανακλούν μια ορισμένη ψυχική τεμπελιά: αυξάνονται όταν έχουμε λιγότερο χρόνο να αξιολογήσουμε κάποιον (μας βοηθούν να πάρουμε γρήγορες αποφάσεις σε προβλέψιμες καταστάσεις).
Λέγεται ότι τα στερεότυπα έχουν μια «βάση αλήθειας»: στην πραγματικότητα συχνά τείνουν πολύ διακριτικά να γίνονται πραγματικότητα για το απλό γεγονός ότι κάποιος τα πιστεύει, ακόμα κι αν δεν είναι αληθινά. Αυτό συμβαίνει λόγω του λεγόμενου φαινομένου της αυτοεκπληρούμενης προφητείας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα μια συνέντευξη εργασίας όπου το άτομο που διεξάγει τη συνέντευξη έχει (λανθασμένες) προκαταλήψεις για τις δεξιότητες που έχουν οι ξένοι. Μάλλον ασυνείδητα θα δείξει λιγότερο ζεστό και φιλόξενο στους αλλοδαπούς. Οι αλλοδαποί υποψήφιοι στη συνέντευξη θα αισθάνονται και θα φαίνονται πιο άβολα, λιγότερο ενσυναίσθητοι κ.λπ., κάτι που ο υπεύθυνος ανθρώπινου δυναμικού θα το κατηγοριοποιήσει ως επιβεβαίωση της ιδέας του. Ωστόσο, βρισκόμαστε στην παρουσία μιας αρχικής ψευδούς πεποίθησης, που φαινομενικά «επιβεβαιώθηκε» κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, η οποία στην πραγματικότητα προκάλεσε τη δική της επιβεβαίωση.
Για να κατανοήσουμε τη βαρύτητα που έχουν τα στερεότυπα, μπορεί να αναλυθεί ο βαθμός κοινωνικής κοινής χρήσης, δηλαδή το επίπεδο διάδοσης και κοινής χρήσης μιας συγκεκριμένης θετικής ή αρνητικής εικόνας μιας συγκεκριμένης κουλτούρας σε μια κοινωνία.
Όσο ευρύτερο είναι το μοίρασμα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, όσο πιο κλειστή είναι η κοινωνία και όσο περισσότερη εσωστρέφεια καλλιεργεί, τόσο μεγαλύτερη είναι η ακαμψία και η αντίσταση στην αλλαγή των στερεοτύπων, κυριαρχεί η τυφλή παράδοση και αντί της φυσικής εξέλιξης, δυναμικής πορείας στο μέλλον, παρατηρούμε αντίδραση σε κάθε είδους κινητικότητα ανθρώπων και ιδεών, σαν να πορεύεται η κοινωνία στον αυτόματο πιλότο, προσκολλημένη στο παρελθόν.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, μάλιστα, πιστεύουμε ότι τα στερεότυπα είναι αμετάβλητα χαρακτηριστικά των θεμάτων που έχουμε μπροστά μας, το ιδιαίτερο και φυσικό τους χαρακτηριστικό και επομένως αναπόφευκτα (για παράδειγμα, «οι τσιγγάνοι είναι από τη φύση τους κλέφτες»).
Με τέτοιου είδους φοβικές αντιδράσεις τα ατομικά και κοινωνικά προβλήματα δεν γίνονται αντιληπτά, ούτε αντιμετωπίζονται διεξοδικά, ορθολογικά, απλώς καλύπτονται κάτω από το χαλί της υποκρισίας και της λογοκρισίας, ώστε να μην απειλούν την αντιδραστική δογματική ιδεολογία των στερεοτύπων και προκαταλήψεων.
 

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Το χριστιανικό ήθος ως υπέρβαση των προκαταλήψεων του κόσμου - Σύγχρονες θεολογικές ζυμώσεις

α) Η προκατάληψη ως φαινόμενο 

 Προκατάληψη ονομάζεται η άποψη που διαμορφώνει κανείς για πρό σωπα, ιδέες ή καταστάσεις χωρίς προηγουμένως να έχει πλήρη ενημέρωση και γνώση, χωρίς να έχει χρησιμοποιήσει τη λογική και την κριτική σκέψη. Η προκατάληψη διαμορφώνει στερεότυπα που καταλήγουν να δικαιολογούν συμφέροντα και αδικίες. Τέτοια φαινόμενα παρουσιάστηκαν στο παρελθόν, όταν παγιώθηκαν συγκεκριμένες φυλετικές προκαταλήψεις που οδήγησαν σε διωγμούς και διακρίσεις. Αυτό συνέβη κυρίως εναντίον των εγχρώμων στην Αμερική και εναντίον των Ιουδαίων στην Ευρώπη. Μέχρι σήμερα πολλοί λαοί διαμορφώνουν στερεότυπα για άλλους λαούς (π.χ. ότι ο τάδε λαός είναι εκ φύσεως βάρβαρος ή πολιτισμένος κτλ.), για διαφορετικές φυλές (π.χ. ότι η μαύρη φυλή είναι εκ φύσεως κατώτερη διανοητικά), διαφορετικές θρησκείες, κοινωνικές ομάδες ή φύλα. Στην τελευταία περίπτωση ανήκει και η από παλαιά εδραιωμένη κοινωνική διάκριση εις βάρος της γυναίκας από τη μεριά του άνδρα.

  Τα αποτελέσματα είναι γνωστά. Ρατσιστικοί νόμοι και οικονομική εκμετάλλευση ακολουθούν την προκατάληψη απέναντι στους θεωρούμενους «κατώτερους» ή «απολίτιστους». Επίσης, η προκατάληψη συμβάλλει στην περιθωριοποίηση και την πολιτιστική υπανάπτυξη κοινωνικών ή εθνικών μειονοτήτων επειδή σε κάθε χώρα λίγοι ενδιαφέρονται για να κατοχυρωθούν ίσες εκπαιδευτικές ή επαγγελματικές ευκαιρίες στους κάθε φορά «διαφορετικούς από μας».

  β) Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός απέναντι στην προκατάληψη 

Ο Χριστιανισμός από την εμφάνισή του έθεσε νέα κριτήρια για την αξιολόγηση όλων των ανθρώπων: Οι άνθρωποι ως παιδιά του ίδιου Πατέρα βασανίζονται από τον κοινό εχθρό, τη φθορά και το θάνατο, και σώζονται με την Ενανθρώπηση του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός ενώνει τους ανθρώπους στο Σώμα Του και οι διακρίσεις ανάμεσά τους παύουν. «Σ’ αυτήν τη νέα κατάσταση δεν υπάρχουν πια εθνικοί και Ιουδαίοι,... βάρβαροι, Σκύθες, δούλοι, ελεύθεροι· του Χριστού είναι όλα και ο Χριστός είναι σε όλα» διακηρύττει ο απόστολος Παύλος (Κολ. 3, 11). Έτσι,μέσα στην Εκκλησία αρχίζει ο αγώνας για μια νέα κοινωνία. Βέβαια, ο Χριστιανισμός δεν επεδίωξε θεαματική ή βίαιη αλλαγή στο σύνολο της κοινωνίας (π.χ. γενική κατάργηση της δουλείας ή νομοθετική αλλαγή της θέσης της γυναίκας). Διαμόρφωσε όμως, σταδιακά τις συνειδήσεις με το να δίνει το παράδειγμα για την υπέρβαση των προκαταλήψεων μέσα στο δικό του χώρο. Στο ευχαριστιακό τραπέζι, στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες, στα κοινόβια μοναστήρια αργότερα, πλούσιοι και φτωχοί, δούλοι και ελεύθεροι αντιμετωπίζονταν όμοια και ισότιμα, ενώ και οι γυναίκες ανέλαβαν ενεργότερο ρόλο στη θρησκευτική και κοινωνική ζωή. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνέχισε την οργάνωση της ζωής της γύρω από την Ευχαριστία ξεπερνώντας αυστηρά τους κοινωνικούς και εθνικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολύ αργότερα, το 19ο αιώνα, όταν παρουσιάστηκαν οι εθνικισμοί στις διάφορες χώρες των Βαλκανίων και επιδιώχθηκε να δημιουργηθούν ενορίες και επισκοπές χωριστά ανά έθνος σε μια περιοχή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο με μια ιστορική του απόφαση καταδίκασε ως αίρεση τον εθνοφυλετισμό* που διασπούσε το ενιαίο σώμα του Χριστού. Με τα παραπάνω δεν πρέπει να εννοήσει κανείς ότι στο Χριστιανισμό όλα είναι τέλεια. Η Εκκλησία αποτελείται και από το ανθρώπινο στοιχείο που διακρίνεται από αδυναμία και αμαρτωλότητα. Έτσι, πολλές φορές, παρατηρούνται αδικίες και προκαταλήψεις και ανάμεσα στους χριστιανούς. Γι’ αυτό πρέπει να εκδιώκουν διαρκώς από τη ζωή τους και τις σχέσεις τους την προκατάληψη μιμούμενοι το Θεάνθρωπο Χριστό, που θυσιάστηκε για όλους τους ανθρώπους χωρίς εξαίρεση.

 γ) Σύγχρονες θεολογικές ζυμώσεις  

Ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός με την ανάπτυξη της δημοκρατίας και της επιστήμης από τη μια αλλά και των γενοκτονιών, των παγκόσμιων πολέμων και της οικονομικής εκμετάλλευσης από την άλλη, αντιμετώπισε ένα στάσιμο θεολογικά Χριστιανισμό. Ο δυτικός Χριστιανισμός μετά το 17ο αιώνα περιορίστηκε σ’ έναν αντιδραστικό ρόλο προσπαθώντας να διατηρήσει τα κεκτημένα του. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους ανίκανη να αντιδράσει ουσιαστικά. 

Έτσι, ο αγώνας για μια καινούργια κοινωνία χωρίς διακρίσεις,αδικίες και προκαταλήψεις αναλήφθηκε από τα διάφορα κοινωνικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και φάνηκε να εγκαταλείπεται από το Χριστιανισμό. Μπροστά σ’ αυτές τις εξελίξεις πολλοί σύγχρονοι δυτικοί θεολόγοι μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προσπάθησαν να βγάλουν το Χριστιανισμό από το τέλμα. Έτσι, αναπτύχθηκαν θεολογικά ρεύματα που ανανέωσαν τον αγώνα ενάντια στην αδικία και την προκατάληψη. Τότε διαμορφώθηκε στην Ευρώπη η «πολιτική θεολογία» που έδινε ιδιαίτερη σημασία στον ενεργό ρόλο του χριστιανού στα κοινά. 

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η «Θεολογία της απελευθέρωσης» που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’60 στη Λατινική Αμερική με βασικούς εκπροσώπους τον Γκουσταύο Γκουτιέρεζ, τον Ντον Χέλντερ Καμάρα και τον Καμίλο Τόρρες. Η θεολογία αυτή στράφηκε στην έρευνα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο και οργάνωσε θεωρητικά και πρακτικά την αντίσταση των φτωχών τάξεων εναντίον της. 

Παράλληλα, στην Αμερική ο μαύρος πάστορας Μάρτιν Λούθερ Κινγκ πάλεψε ενάντια στην προκατάληψη κατά των μαύρων και στους ρατσιστικούς αμερικανικούς νόμους αλλά δολοφονήθηκε το 1968. Μετά τη δεκαετία του’70 αναπτύχθηκε η «θεολογία της ελπίδας» με κυριότερο εκφραστή το Γιούργκεν Μόλτμαν που έδωσε έμφαση στο άνοιγμα της Εκκλησίας στο εσχατολογικό μέλλον, ένα άνοιγμα που δίνει ελπίδα για αλλαγή της κοινωνίας προς το καλύτερο. 

Επίσης, η «υπαρξιακή θεολογία» αξιοποίησε τις αναφορές της υπαρξιακής φιλοσοφίας στη σχέση Θεού - ανθρώπου. Τέλος, η «φεμινιστική θεολογία» αγωνίζεται για μια γλώσσα και πρακτική που θα αποκαθιστά τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και στο Χριστιανισμό, ενώ η «μαύρη θεολογία» κάνει το ίδιο για τους μαύρους. Παρά τις υπερβολές αυτών των θεολογικών τάσεων, που παρουσιάζονται τόσο στη ρωμαιοκαθολική όσο και στην προτεσταντική θεολογία, υπάρχουν αναζητήσεις που υπενθυμίζουν ότι ο Χριστιανισμός έχει υποχρέωση να μην αγνοεί την προκατάληψη και την αδικία ως ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα και να παλεύει για τη λύση του. Έτσι, η ορθόδοξη θεολογία παρακολουθεί με ενδιαφέρον τις σύγχρονες θεολογικές κινήσεις και διαλέγεται γόνιμα μ’ αυτές στο δικό της ιστορικό χώρο

ΚΕΙΜΕΝΑ

 1. «Αδελφοί μου, την πίστη σας στον Κύριο της δόξας, τον Ιησού Χριστό, να μην την εκδηλώνετε με μεροληπτικές πράξεις προς τους συνανθρώπους σας. Για παράδειγμα: Έρχεται στη σύναξή σας κάποιος με χρυσά δαχτυλίδια και πολυτελή ενδύματα. Κι έρχεται κι ένας φτωχός με λερωμένα ρούχα. Αν δώσετε σημασία στον καλοντυμένο λέγοντάς του: “κάθισε σε παρακαλώ, εδώ στην καλή θέση”, και στο φτωχό πείτε: “εσύ στάσου εκεί ή κάθισε εδώ κάτω, δίπλα στο σκαμνί που βάζω τα πόδια μου”, δε μεροληπτείτε και δε γίνεστε κριτές, κάνοντας πονηρές σκέψεις; Ακούστε αγαπητοί μου αδελφοί. Ο Θεός διάλεξε αυτούς που για τον κόσμο είναι φτωχοί να γίνουν πλούσιοι στην πίστη και να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του, αυτήν που υποσχέθηκε σ’ όσους τον αγαπούν». (Ιακ. 2, 1-5). 

 2. Η θεολογία της ελπίδας στηρίζει την αλλαγή της κοινωνίας στην ελπίδα για τον ερχομό του Χριστού: «Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας επειδή ο Χριστός είναι το μέλλον μας. Αυτό σημαίνει: αναμένουμε και ελπίζουμε τη Δευτέρα Του Παρουσία και προσευχόμαστε: έρχου Κύριε Ιησού, έλα στον κόσμο, έλα σε μας! Όπως η πίστη στην ανάσταση θεμελιώνει την ελπίδα, έτσι και η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου αποτελεί τον Ορίζοντα αυτής της ελπίδας. Χωρίς την αναμονή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού δεν υπάρχει καμιά χριστιανική ελπίδα, γιατί χωρίς αυτήν την αναμονή η ελπίδα δεν εγγυάται μια ριζοσπαστική εναλλακτική λύση για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτός ο κόσμος. Δε σημάδεψε την αστικοποίηση του Χριστιανισμού ακριβώς το ότι απενεργοποιήθηκε η προσμονή της Παρουσίας; το ότι αυτή μετατοπίστηκε στο θρησκευτικό υπέδαφος της αστικής κοινωνίας, στις λεγόμενες σέκτες*;». (J. Moltmann, Hoffnung, Angst, Mystik, München 1979, σ. 23).

                                           Χριστιανισμός και Θρησκεύματα σελ. 155-160 

  

 

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Προκατάληψή μου σ' αγαπώ

2008-11-25 Το Κουτί Της Πανδώρας - Προκατάληψή μου σ' αγαπώ
 Ζούμε σε μια δημοκρατική χώρα, σεβόμενοι τα δικαιώματα των άλλων χωρίς προκαταλήψεις. Είναι έτσι; Γιατί πολλές φορές δεν είμαστε ρατσιστές αλλά... οι άλλοι είναι Αλβανοί.
 Πόσο σεβόμαστε και αποδεχόμαστε τη διαφορετικότητα; Είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε την ουσία όσων λέει ο Παναγιώτης Χατζηστεφάνου φορώντας κουρέλια και σουτιέν στο κεφάλι ή θα τα απορρίψουμε αποδίδοντάς του ένα επίθετο; Πόσο κοινωνικοί ρατσιστές είμαστε στην κάθε μας μέρα; Δείτε το πείραμα στο «Κουτί της Πανδώρας». Ένα φωτομοντέλο κάνει γκάλοπ στο δρόμο και μετά μεταμορφώνεται σε χοντρή και άσχημη επιχειρώντας να κάνει το ίδιο. Ποια είναι τα αποτελέσματα; Οι διακρίσεις είναι η «αχίλλειος πτέρνα» μιας δημοκρατικής Ελλάδας, που γεννούν φόβο και πολλές φορές εχθρότητα. Από τα δικαστήρια που δίνουν την επιμέλεια σε διαζευγμένα ζευγάρια στη μητέρα πάντα, έως τις διακρίσεις για τη θρησκεία και το χρώμα του συνανθρώπου μας. Η ίδια η δομή και οι θεσμοί του κράτους προάγουν τις διακρίσεις. Η κάμερα της εκπομπής μπαίνει σε έναν παιδικό σταθμό με παιδιά μεταναστών και καταγράφει τις συμπεριφορές των παιδιών στη δική τους κοινωνία που δεν έχουν δηλητηριάσει οι κατασκευασμένες διακρίσεις και οι εχθρότητες. Το «Κουτί της Πανδώρας» ανοίγει για τον κοινωνικό ρατσισμό.

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

Είναι πιο εύκολο να διασπάσεις το άτομο παρά κάποια προκατάληψη!

 

Το λαϊκό παραμύθι «Οι τέσσερις εποχές» αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που είχε τέσσερις γιους και ήθελε να τους μάθει να μην κρίνουν τα πράγματα επιπόλαια. Με αυτόν τον σκοπό, και έναν έναν, τους έστειλε να επισκεφτούν μια αχλαδιά που βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση.

Ο πρώτος γιός έφυγε τον χειμώνα, ο δεύτερος την άνοιξη, ο τρίτος το καλοκαίρι και ο μικρότερος γιος το φθινόπωρο.

Όταν επέστρεψε ο τελευταίος από τους γιούς του, ο άντρας τους κάλεσε όλους μαζί και τους ζήτησε να περιγράψουν τι είχαν δει.

Ο πρώτος γιος ανέφερε ότι το δέντρο ήταν φρικτό, γερμένο και στραβό.


Ο δεύτερος είπε πως όχι, ήταν πηγμένο στα πράσινα μπουμπούκια και γεμάτο υποσχέσεις.

Ο τρίτος γιος δε συμφώνησε και δήλωσε ότι ήταν φορτωμένο λουλούδια, ότι είχε ένα πολύ γλυκό άρωμα και ότι φαινόταν πολύ όμορφο, πράγματι, ήταν κατά τη γνώμη του ότι πιο χαριτωμένο είχε δει ποτέ.

Ο τελευταίος από τους γιούς διαφοροποιήθηκε από τους προηγούμενους και διαβεβαίωσε ότι η αχλαδιά ήταν ώριμη και μαραινόταν από τόσον καρπό, γεμάτη ζωή και ικανοποίηση.

Τότε ο άντρας εξήγησε στους γιους του ότι όλοι είχαν δίκιο, γιατί είχαν δει μόνο μια φάση της ζωής του δέντρου ο καθένας.

Είπε και στους τέσσερις ότι δεν πρέπει να κρίνουν ένα δέντρο ή έναν άνθρωπο μόνο βλέποντας τον σε κάποια περίοδο της ζωής του, και ότι η ουσία αυτού που ήταν, δηλαδή η ευχαρίστηση, η αγαλλίαση και η αγάπη που έρχεται με τη ζωή, μπορεί να μετρηθεί μόνο στο τέλος, όταν όλες οι εποχές έχουν ήδη περάσει.
aienaristeyein/αντιγραφή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...