Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ Λυκείου ΝΠΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ Λυκείου ΝΠΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025
Συνάντηση με το φυσικό περιβάλλον
Συνάντηση με το φυσικό περιβάλλον
Η ιστορία μας διαδραματίζεται σε ένα ελληνικό νησί. Ο Γιώργος και ο Στράτος διδάσκονται στην τάξη από την καθηγήτριά τους τη βιβλική διήγηση για τη δημιουργία του κόσμου. Στη συζήτηση που ακολουθεί, επικεντρώνονται στο γεγονός ότι ο κόσμος από την αρχή δημιουργήθηκε καλός από τον Θεό και, για όσα προβλήματα συμβαίνουν σήμερα στο περιβάλλον, ευθύνεται ο άνθρωπος. Την επόμενη μέρα, τα παιδιά βρίσκονται μπροστά σε ένα σοβαρό περιβαλλοντικό πρόβλημα καθώς περπατούν στην παραλία. Αναζητούν την αιτία του και προβληματίζονται για το πώς πρέπει να δράσουν, ώστε το πρόβλημα να πάψει να υπάρχει. Ποια απόφαση τελικά θα πάρουν; Με ποιον τρόπο τα λόγια του Οικουμενικού Πατριάρχη έρχονται να στηρίξουν τις αποφάσεις τους;
Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2016
Η τέχνη του θεολογείν: 1.2 Τεχνολογία (ευλογία - κατάρα ή κάτι άλλο) - Γ΄...
Η τέχνη του θεολογείν: 1.2 Τεχνολογία (ευλογία - κατάρα ή κάτι άλλο) - Γ΄...: "Μέτρον Άριστον" Κλεόβουλος ο Ρόδιος Νικολάου Γ. Τσιρέβελου, Δρ. Θεολογίας Αντί εισαγωγής... Το επόμενο δίωρο θα ε...
Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016
"Ἐπιστήμη-Θεολογία, Ἀπὸ τὸ ἀκατανόητο τοῦ κτιστοῦ στὸ μεθεκτὸ τοῦ ἀκτίστου"
"Ἐπιστήμη-Θεολογία, Ἀπὸ τὸ ἀκατανόητο τοῦ κτιστοῦ στὸ μεθεκτὸ τοῦ ἀκτίστου"
ὁμιλία τῆς ἀναγορεύσεως τοῦ
Σεβασμιωτάτου σὲ Ἐπίτιμο Διδάκτορα τοῦ Τμήματος Κοινωνικῆς Θεολογίας
τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 3.11.2008
Αἰσθάνομαι εἰλικρινῆ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ μοναδικότητα τῆς ἐξαιρετικῆς τιμῆς τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἐπιτρέψτε μου στὴν ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας δημόσια να ὁμολογήσω ὅτι τίποτε δὲν ἔχει μεγαλύτερη τιμὴ καὶ ἀξία ἀπὸ τὴν πνευματικὴ τιμὴ ποὺ προσφέρει ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Θεολογία. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτήν, ἡ παροῦσα εὐκαιρία ἀποτελεῖ βαρύτατο δῶρο γιὰ μένα, τὸ ὁποῖο ἀναγνωρίζω καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
Σὲ μιὰ χρονικὴ συγκυρία παγκόσμιου ἐκφυλισμοῦ τῶν πολιτικῶν ἰδεολογιῶν, γενικευμένης κατάρρευσης τοῦ χρηματοοικονομικοῦ μας εἰδώλου, ἀπροσδόκητου κλονισμοῦ τῆς τεχνολογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς μας ἔπαρσης στὴ Γενεύη, ἀνεπίστροφης καταστροφῆς του φυσικοῦ μας περιβάλλοντος σὲ κάθε γωνιὰ τῆς γῆς καὶ ἀλόγιστης ἐκδαπάνησης τοῦ φυσικοῦ μας πλούτου∙ σὲ μιὰ περίοδο ποὺ τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα ἐπιστρατεύονται γιὰ νὰ καταργήσουν τὰ αἰώνια «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ἀμφισβητήσουν τὶς παγκόσμιες ἠθικές, κοινωνικὲς καὶ λογικὲς σταθερές, σὲ μιὰ ἐποχὴ πλήρους ἀνατροπῆς τοῦ διαχρονικοῦ συστήματος τῶν ἀξιῶν, νοσηρῆς προβολῆς τῶν ἀνθρώπινων ἐπιτευγμάτων καὶ ταυτόχρονης περιπλοκῆς τῶν διαπολιτισμικῶν ἐπικοινωνιακῶν μηχανισμῶν, σὲ μιὰ στιγμὴ ποὺ ἡ ἔννοια τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ ἄγνωστη ἐμπειρία καὶ ὁ περὶ Θεοῦ λόγος στερεῖται θεολογίας, τὸ Τμῆμα Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς ἱστορικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μοῦ κάνει τὴν τιμὴ νὰ μὲ ἀναγορεύσει διδάκτορά του.
Μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ποὺ ἐπὶ πλέον διασπᾶ ἱστορικοὺς δεσμούς, ὅπως τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος μὲ τὴ ζῶσα χριστιανικὴ πνοή, ἢ αἰώνιες σχέσεις, ὅπως τῆς φυσικῆς γνώσης μὲ τὴν πνευματικὴ ἐμπειρία, δυσκολεύομαι πολὺ νὰ ἀξιολογήσω τὴν παροῦσα στιγμὴ καὶ νὰ προσδιορίσω μὲ ἀκρίβεια τὶς συντεταγμένες της. Βλέποντας ὅμως στὴν αἴθουσα αὐτὴν τῶν Τελετῶν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν νὰ συνυπάρχουν τὰ λάβαρα τῆς Ἀθηνᾶς καὶ τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, θεολόγοι ἐπιστήμονες καὶ ἐπιστήμονες πιστοί, σεβασμὸς στὴ θύραθεν καὶ στὴν κατὰ Θεὸν σοφία, καὶ διερωτώμενος γιὰ πόσο ἀκόμη καὶ γιατὶ ὄχι γιὰ πάντα, καταλήγω στὸ κλειδὶ τῆς σημερινῆς ἐκδηλώσεως.
Ἡ λέξη κοινωνία εἶναι μία μαγικὴ λέξη, συγγενὴς μὲ τὴ λέξη μέθεξη. Σημαίνει περιχώρηση ἐν ἀγάπῃ, ὅταν ἀναφέρεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Σημαίνει ἀνακάλυψη υἱοθεσίας, ἀποκάλυψη ἀληθείας καὶ «ὀθνεία ἀλλοίωση», ὅταν ἀναφέρεται στὴ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Σημαίνει ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνεύρεση, συνάντηση, συμπόρευση, ζωντανὸ διάλογο, ὅταν ἀναφέρεται σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη σχέση. Σκέφθηκα, λοιπόν, σήμερα νὰ μιλήσω γιὰ τὴν ἐν τοῖς πράγμασι κοινωνία δύο φαινομενικὰ ἀντικρουομένων ἢ τουλάχιστων ἀσύμβατων συστημάτων σκέψης: τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ τῆς συνακόλουθης ἐπιστημονικῆς λογικῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς διαχρονικῆς Ὀρθόδοξης θεολογικῆς πνοῆς -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ὁ ὅρος- ἀφ’ ἑτέρου.
Τὸ ἀσύλληπτο τῆς ἀριθμητικῆς πραγματικότητος
Βασικὸ στοιχεῖο τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἀποτέλεσμα τῆς θείας σοφίας, εἶναι ἡ ἁρμονία, ἡ ὁποία πιὸ πολὺ διαπιστώνεται παρὰ κατανοεῖται, γίνεται περισσότερο ἀντιληπτὴ καὶ ἐλάχιστα καταληπτή. Συνδέεται κυρίως μὲ μιὰ ἀπολαυστικὴ αἴσθηση παρὰ μὲ μιὰ ἱκανοποιητικὴ ἑρμηνεία. Ὁ κόσμος μας δὲν κυριαρχεῖται μόνον ἀπὸ ἕνα χρῶμα, ἀπὸ μία συχνότητα, ἀπὸ ἕνα εἶδος, ἀπὸ φωτοαντιγραφικὴ ὁμοιότητα, ἀπὸ μονότονη συμμετρία. Γιὰ κάποιον λόγο, παρουσιάζει ἀνακουφιστικὲς ἀσυμμετρίες, ὄμορφες ἀνομοιότητες, ἰσορροπημένες ποικιλότητες, ἁρμονικές διαφορετικότητες. Αὐτὲς γεννοῦν τὴ μελωδία, συνθέτουν τὴν ἁρμονία, προβάλλουν τὴν αἰσθητική, ὑπογραμμίζουν τὴ σημασία τῆς συμπληρωματικότητας, ἀναδεικνύουν τὰ πρόσωπα.
Ἡ ποικιλότητα ἀποτελεῖ ἰδίωμα τοῦ φυσικοῦ κόσμου, ἡ δὲ αἰτία καὶ ἡ ἀριθμητική της ἔκφραση ὑπερβαίνουν τὶς ἀνθρώπινες ἀντιληπτικὲς δυνάμεις καὶ συνθλίβουν τὰ ὅρια τοῦ νοῦ. Στὸ σύμπαν μιλᾶμε γιὰ δισεκατομμύρια γαλαξιῶν μὲ μεγάλες μεταξύ τους ὁμοιότητες ἀλλὰ καμμία ταυτότητα· κανένας δὲν εἶναι ἴδιος μὲ κάποιον ἄλλον. Κάθε γαλαξίας ἔχει δισεκατομμύρια ἀστέρων, ποὺ καὶ αὐτοὶ παρουσιάζουν μία τεράστια ποικιλία ἰδιοτήτων, χαρακτηριστικῶν, χημικῆς συστάσεως, πυρηνικοῦ περιεχομένου.
Στὸν κόσμο τῆς Μοριακῆς Χημείας, συναντοῦμε ἕνα πλῆθος ἀπὸ στοιχεῖα, καθὼς δὲ διεισδύουμε στὰ ἐνδότερα τοῦ ὑπατομικοῦ κόσμου καταλήγουμε σὲ ποικίλα στοιχειώδη σωμάτια, ὅπου τὸ καθένα ἔχει τὴν ἀποστολή του καὶ ἐπιτελεῖ τὸν μοναδικὸ σκοπό του. Ἄλλα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ὑλικὰ (ὅπως τὰ quarks καὶ τὰ λεπτόνια), ἄλλα εἶναι φορεῖς τῶν δυνάμεων καὶ ἄλλα πολὺ βαρύτερα, τὰ ὑπερσωματίδια, φαίνεται πὼς συμπληρώνουν τὴν ἀπαιτούμενη συμμετρία.
Ἀλλὰ καὶ στὸ φυτικὸ καὶ ζωϊκὸ βασίλειο ἀντικρύζει κανεὶς μιὰ ἀνάλογη κατάσταση. Ἕνα πλῆθος εἰδῶν, τὸ καθένα μὲ τὰ ἰδιώματα καὶ τὴ γενετικὴ πολυπλοκότητα καὶ διαφορετικότητά του, γεμίζουν καὶ κοσμοῦν τὸν κόσμο μὲ τὴ συνεισφορὰ καὶ τὴν παρουσία τους.
Κάποιες δεκάδες χιλιάδες γονιδίων συνδυάζονται μεταξύ τους γιὰ νὰ ἐκφράσουν μορφολογικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ νὰ προσδιορίσουν τὴ δυναμικὴ τῆς ὑγείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Οἱ ἀριθμοὶ ποὺ ἐκφράζουν τὴ γενετικὴ καὶ γονιδιωματικὴ διαφορετικότητά μας εἶναι ἀσύλληπτοι.
Ἡ δύναμη τῆς ποικιλότητας φαίνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἀνομοιομορφία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει 23 ζεύγη χρωμοσωμάτων, καὶ κατὰ τὴ σύντηξη ὠαρίου-σπερματοζωαρίου μποροῦν νὰ δημιουργηθοῦν 232 διαφορετικὰ μεταξύ τους ζεύγη. Αὐτὰ συνδυαζόμενα ἀνὰ 23 δημιουργοῦν ἕνα ἀσύλληπτο γενετικὸ «ἀνακάτωμα» ποὺ δίνει 1040 ἀνεξάρτητες δυνατότητες, πράγμα ποὺ σημαίνει ὅτι δύο γονεῖς θὰ μποροῦσαν νὰ δώσουν ἕναν τέτοιον ἀριθμὸ διαφορετικῶν μεταξύ τους ἀπογόνων[1]. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἀπόλυτα παρόμοια ἀνθρώπινα ὄντα καὶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρξουν[2].
Ὅλα αὐτὰ τὰ παρατηροῦμε ἢ καὶ τὰ ὑπολογίζουμε, χωρὶς ὅμως νὰ κατανοοῦμε τὶς διαστάσεις καὶ τὶς ἀποστάσεις τους, χωρὶς νὰ χωροῦμε τὶς ἡλικίες τους, τὴν ἱστορία τους, χωρὶς νὰ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ μεγέθη τους καὶ τὰ αἴτιά τους. Ἀριθμοὶ πάνω ἀπὸ 1010, δηλαδὴ μεγαλύτεροι ἀπὸ δέκα δισεκατομμύρια, δὲν χωροῦν στὴν ἀνθρώπινη ἀντίληψη. Ἀρκεῖ κανεὶς νὰ πεῖ ὅτι γιὰ νὰ καταμετρηθοῦν τὰ 6,5 δισεκατομμύρια τῶν ἀνθρώπων ποὺ σήμερα ζοῦν στὴ γῆ, μὲ συχνότητα ἑνὸς τὸ δευτερόλεπτο, ἀπαιτοῦνται περισσότερα ἀπὸ 220 χρόνια. Στὸ σύμπαν ὅμως μιλοῦμε γιὰ μεγέθη μέχρι καὶ 1087, τόσος εἶναι ὁ ὄγκος του σὲ mm3. Κάθε προσπάθεια νὰ κατανοηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἐκθέτες ἀποτελεῖ τραγικὴ ματαιοπονία. Μιλοῦμε γιὰ χρόνους 10-43sec∙ αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς προσδιορίζει τὴν πιὸ ἀπόμακρη στιγμὴ ἀπὸ τὸ σήμερα καὶ τὴν πιὸ κοντινὴ στὸ big bang∙ ἕνας μικρὸς χρόνος ἴσος μὲ αὐτὸν ποὺ ἀπαιτεῖται ὥστε τὸ φῶς, ποὺ καλύπτει τὴν ἀπόσταση Γῆς - Σελήνης σὲ ἕνα δευτερόλεπτο, νὰ διανύσει ἀπόσταση ἴση μὲ τὴ διάμετρο τοῦ πρωτονίου. Οὔτε τὸ μεγάλο συλλαμβάνεται οὔτε τὸ μικρὸ χωράει στὸ νοῦ μας.
Τελικά, ἡ ἀκρίβεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν εἶναι μᾶλλον ἐνδεικτική, στατιστικὴ καὶ συχνὰ ἀσυμπτωτικὴ παρὰ ἀριθμητικὰ καὶ λογικὰ ἀποδεικτική. Ἀλλὰ καὶ ὅταν συμβαίνει τὸ δεύτερο, ἡ κατανόηση αὐτῶν τῶν μεγεθῶν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη. Ὁ κτιστὸς κόσμος μας γνωρίζεται, ἀλλὰ δὲν κατανοεῖται.
Μιὰ φύση μὲ κρυμμένα τὰ μυστικά της
Στὸν ὑπέροχο καὶ ταυτόχρονα παράξενο αὐτὸν κόσμο, συνυπάρχει τὸ μικρὸ μὲ τὸ μεγάλο, τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο, ἡ γνώση μὲ τὴν ἀγνωσία, τὸ μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, ἡ ἑνότητα μὲ τὴ διαφορετικότητα.
Ἐνῶ κάποιοι μιλοῦν γιὰ τὴ θεωρία τῶν πάντων, διακηρύσσουν ταυτόχρονα ὅτι «εἴμαστε μιὰ ἀνακατανομὴ τοῦ τίποτα»∙[3] ἐνῶ ἀναφερόμαστε σὲ θεωρίες Ὑπερσυμμετρίας, αὐτὲς ποὺ μὲ βεβαιότητα σήμερα υἱοθετοῦμε ἔχουν τὰ ὀνόματα τῆς Σχετικότητας καὶ τῆς Ἀβεβαιότητας. Ἐνῶ θεωροῦμε ὅτι ἀποκρυπτογραφοῦμε τὰ γενετικὰ μυστικά μας, ταυτόχρονα ἀδυνατοῦμε νὰ καταπολεμήσουμε μικροὺς καὶ μεγάλους βιολογικοὺς ἐχθρούς μας. Ἴσως βρίσκουμε τὰ μυστικὰ τῶν θεωριῶν μας, ἴσως περιγράφουμε τὴν ἀπώτερη ἀρχὴ καὶ τὸ ἔσχατο τέλος μας ἢ τὶς λεπτομέρειες τοῦ μικρόκοσμου καὶ τοῦ μακρόκοσμου μας, δὲν τὰ καταφέρνουμε ὅμως καλὰ μὲ τὸ παρὸν καὶ τὴν πραγματικότητά μας. Ἐνῶ μὲ τὸ ἐργαλεῖο τοῦ πολὺ μικροῦ καὶ χρονικὰ ἀπειροστοῦ, ἀνιχνεύουμε τὰ μυστικὰ τοῦ κοσμικὰ ἀρχικοῦ καὶ τοῦ συμπαντικὰ πολὺ μεγάλου, καταφέρνουμε τὰ μικρὰ προβλήματα νὰ τὰ κάνουμε ἀνυπέρβλητα μεγάλα.
Ἡ φύση δείχνει πώς, ὅσο τὴν πλησιάζουμε, ἀρέσκεται νὰ ἀποκρύπτει τὰ μυστικά της. Πλησιάζουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου, μόλις 10-43 sec ἀπὸ τὸ big bang, καὶ πρὶν τὴν κατακτήσουμε, καταρρέουν οἱ ἐξισώσεις μας, ἔχουμε ἀνωμαλία (singularity). «Ἡ μεγάλη Ἔκρηξη εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἄγνοιάς μας»[4], ὁμολογεῖ ὁ μεγάλος Ἕλληνας φυσικὸς Γιάννης Ἡλιόπουλος. Κυνηγοῦμε τὶς ἐσχατιές τοῦ σύμπαντος, τὰ πιὸ ἀπόμακρα σημεῖα του, καὶ διαπιστώνουμε ὅτι, ὅσο τὶς πλησιάζουμε, αὐτὲς ἀπομακρύνονται μὲ μεγαλύτερη ταχύτητα (νόμος τοῦ Hubble). Ὅσο αὐξάνουμε τὴ γνώση μας γιὰ τὸν κόσμο, τόσο αὐτὸς ἀποκαλύπτει τὴ διογκούμενη ἀγνωσία μας. Ἡ θεωρία τῆς ἀβεβαιότητος (Uncertainty Principle) αὐτὸ ἀποδεικνύει. Προσδιορίζουμε μὲ ἀκρίβεια μιὰ ἰδιότητα τῆς φύσης καὶ ὑποχρεωνόμαστε σὲ σφάλμα γιὰ τὴ συζυγῆ της. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ σύμπαν∙ προχωροῦμε στὴν ἔρευνά του καὶ βρίσκουμε μαῦρες τρύπες, σκοτεινὴ ὕλη καὶ ἐνέργεια, μυστικὲς συμμετρίες, σωμάτια ποὺ ἀγνοοῦμε τὰ βασικά τους στοιχεῖα, παράξενες ὀντότητες, ποὺ τοὺς ἀποδίδουμε μεταφυσικὰ ὀνόματα (strange quark, God’s particle), οἱ ὁποῖες ὅμως κρύβουν τὰ πιὸ ὡραῖα μυστικά.
Ὁ κόσμος γίνεται φοβερὰ ἑλκυστικός, ἀλλὰ ἀποδεικνύεται τραγικὰ ἀπομονωτικός. Οἱ μεγάλες φυσικὲς σταθερὲς ἔχουν τιμὲς ποὺ δικαιολογοῦν τὴν ὑποχρεωτική μας ὕπαρξη ὡς ἀνθρώπων (Ἀνθρωπικὴ Ἀρχή) ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπίσης ὑποχρεωτική μας ἀπομόνωση. Τὸ σύμπαν εἶναι τεράστιο καὶ οἱ ταχύτητες ἀνυπέρβλητα μικρές. Ἡ ταχύτητα τοῦ φωτός, ἡ μεγαλύτερη ταχύτητα, ἡ ταχύτητα τῆς ἐπικοινωνίας μας, εἶναι ἀξεπέραστη καὶ πεπερασμένη. Μποροῦμε νὰ ἀκοῦμε -νὰ λαμβάνουμε ἐρεθίσματα-, μποροῦμε νὰ μιλᾶμε -νὰ στέλνουμε μηνύματα-, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ διαλεχθοῦμε, ἀδυνατοῦμε νὰ ἐπικοινωνήσουμε διαστρικὰ καὶ διαγαλαξιακά. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ποὺ βλέπουμε μὲ ὅλων τῶν εἰδῶν τὰ τηλεσκόπιά μας εἶναι μόλις τὸ 4% τοῦ σύμπαντος. Τὸ ὑπόλοιπο 23% εἶναι σκοτεινὴ ὕλη καὶ τὸ 73% σκοτεινὴ ἐνέργεια. Καὶ ἐκεῖ κρύβεται τὸ μυστικὸ τοῦ κόσμου μας. Εἶναι τόσο λίγα αὐτὰ ποὺ γνωρίζουμε καὶ τόσο περισσότερα αὐτὰ ποὺ ἀγνοοῦμε!
Κάτω ἀπὸ εἰδικὲς συνθῆκες, ἡ φυσικὴ καὶ ἡ γεωμετρία ἐκφράζονται μὲ τρόπους ποὺ ἀντιβαίνουν στὶς αἰσθήσεις μας. Ἡ πραγματικότητα μοιάζει περισσσότερο μὲ φαντασία. Στὶς μεγάλες διαστάσεις, στὸ σύμπαν, ὁ χῶρος καμπυλώνεται, ἡ εὐκλείδια γεωμετρία καταργεῖται. Στὶς ἀπειροστὰ μικρές, ὁ χῶρος ἀποκτᾶ πολλαπλότητα καὶ φυσικὲς διαστάσεις -ἴσως ἑπτὰ τὸν ἀριθμό- ἐντελῶς ἄγνωστες καὶ ξένες στὴ φυσική μας ἀντίληψη. Στὶς ὑψηλὲς ταχύτητες ὁ χρόνος διαστέλλεται, τὸ μῆκος συστέλλεται, ἡ φυσικὴ αἴσθηση παραβιάζεται. Στὶς διαστάσεις τῆς νανοκλίμακας, ποὺ πλέον τεχνολογεῖται, ἡ ὕλη ἐμφανίζει ἐντελῶς ἀσυνήθεις ἰδιότητες καὶ ἐνῶ στὴν τεχνολογία θαυματουργοῦμε στὴν πρόληψη καὶ πρόνοια ἀδυνατοῦμε.
Μιὰ ἀκόμη ματιὰ στὸν κόσμο μας μᾶς πείθει ὅτι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ὀμορφιά του συνυπάρχουν μὲ ἀτέλειες, ἀναπηρίες, φθορὰ καὶ θάνατο. Μέσα σὲ ἀστρικὰ συντρίμμια γεννιοῦνται νέοι ἀστέρες. Μαζὶ μὲ τὴν ὑπερσυμμετρία στὰ 10-33cm τοῦ πρωτόγονου σύμπαντος ἢ στὰ 10-36 sec ἀπὸ τὸ big bang, ὑπάρχει μιὰ μεγάλη ἀσυμμετρία στὸν κόσμο ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις καὶ ποὺ ἀποτελεῖ τὸ σπίτι μας. Τὸ σύμπαν παρὰ τὰ φωτεινὰ ἀστέρια του, τὶς ὑψηλὲς θερμοκρασίες τους, τὰ ἄπειρα ἀστρικὰ συστήματά του, τὴν ἀέναο κίνηση τῶν γαλαξιῶν του, εἶναι πολὺ σκοτεινὸ -μὲ ἐλάχιστα φωτόνια-, εἶναι πολὺ ψυχρὸ -μόλις 2,70 Κ, εἶναι πολὺ ἄδειο -μὲ τεράστιο κενό, στατικό.
Τὸ ἀκατανόητο συντελεῖ ὥστε κάποιοι νὰ προσπαθοῦν τὶς φιλοσοφικὲς ἐπιθυμίες τους νὰ τὶς θωρακίσουν μὲ μεταφυσικίζουσες ἐπιστημονικὲς θεωρίες, νὰ τὶς κρύψουν σὲ ἐξωσυμπαντικοὺς κόσμους, σὲ ἀναπόδεικτες ἑρμηνεῖες, σὲ ἀκατανόητες καὶ ἀνεξέλεγκτες ἐπιστημονικοφανεῖς ἀδολεσχίες. Μιλοῦν γιὰ ὑπερσυμμετρίες, γιὰ πολυσύμπαντα, γιὰ πιθανολογικὲς φαντασιώσεις, γιὰ παραμυθένιους ἐκθέτες στὶς ποσοτικές τους ἐκτιμήσεις. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνίοτε διαφωνοῦν ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης μὴ ἐπιστημονικά. Ἀπορρίπτουν τὴν πίστη, ἀλλὰ ὁ μόνος τρόπος νὰ μᾶς πείσουν γιὰ τὶς θεωρίες τους, ποὺ κανεὶς δὲν κατανοεῖ, εἶναι νὰ τοὺς πιστέψουμε. Φαίνεται πὼς ἐνῶ ἡ αἴγλη τῆς ἐπιστήμης εἶναι μεγαλύτερη, ἡ ἕλξη τῆς φιλοσοφικῆς αὐθαιρεσίας εἶναι δυνατότερη.
Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη χρησιμοποιεῖ ὅρους ποὺ μοιάζουν μεταφυσικοί, γνωρίζοντας ὅτι μὲ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐργαλεῖα της εἶναι στὴν οὐσία ἀσυμπτωτικοί, ἄφθαστοι, ἀπρόσιτοι. Γιὰ παράδειγμα τὸ ἄπειρο -ἔχει καὶ μαθηματικὸ σύμβολο-, τὸ αἰώνιο -ἀποτελεῖ φυσικὸ πλέον ὅρο- ὅλο καὶ περισσότερο χρησιμοποιούμενο. Οἱ τελευταῖες θεωρίες βιάζονται νὰ μιλήσουν γιὰ τελειότητα καὶ πληρότητα ἑρμηνειῶν. Παρὰ ταῦτα ἡ ἐπιστήμη στὴν προσπάθειά της νὰ γνωρίσει καλὰ τὸν κτιστὸ κόσμο ὁδηγεῖται στὴ συνειδητοποίηση τῆς ἀδυναμίας της νὰ τὸν κατανοήσει.
Τὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπου
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φύση, ἔχουμε πρόβλημα καὶ μὲ τὴν κατανόηση τῆς βιολογικῆς μας ταυτότητος.
Στὸν κώδικα τῆς ζωῆς, ἀνοίγουμε τὸ βιβλίο καὶ διαπιστώνουμε ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὸ διαβάσουμε. Κι ἐδῶ μιλοῦμε μὲ ἀριθμοὺς ποὺ δὲν κατανοοῦμε, μὲ πιθανότητες ποὺ δὲν ἐπιβεβαιώνονται. Προσεγγίζουμε τὸ γονιδίωμα, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀποκαλύπτουμε τὴ γενετικὴ ἀλήθεια μας, καὶ αὐτὸ μᾶς προωθεῖ στὸ πρωτέωμα, μὲ τὴ διαβεβαίωση τῆς μεγαλύτερης ἀγνοίας μας. Πρὶν προλάβουμε νὰ μάθουμε τὸ ἕνα ἀλφάβητο, ὁδηγούμαστε στὴν ἀνάγκη ἐκμάθησης μιᾶς δυσκολότερης γλώσσας.
Μέσα ἀπὸ τὴν ἐξαφάνιση τῶν μορφῶν τῆς ζωῆς, ἐμφανίζονται ἄλλες πιὸ ἐξελιγμένες. Μέσα στὴ γενετικὴ περιουσία τοῦ ἀνθρώπινου κυττάρου, ἀκόμη καὶ τὸ ἀποκαλούμενο ἄχρηστο DNA (junk DNA), φαίνεται πὼς διακριτικὰ ἀποκρύπτει πλοῦτο μυστικῶν ποὺ παίζουν ἕναν καθόλου εὐκαταφρόνητο ρόλο στὴν ὅλη κληρονομικὴ διαδικασία καὶ τὸν προσδιορισμὸ τῶν βιολογικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἀτόμου.
Οἱ σύγχρονες ἐπιστῆμες τῆς νευροφυσιολογίας καὶ τῆς νευροβιολογίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ συμπέρασμα ὅτι τελικὰ τὸ ὄργανο τῆς νόησης, μᾶς εἶναι ὁ μεγάλος ἄγνωστος. Δὲν κατανοοῦμε οὔτε τοὺς μηχανισμοὺς τοῦ ἐγκεφάλου οὔτε τὴ δυναμικὴ τῆς κατανόησης.
Αἰσθανόμαστε πὼς τὸ πραγματικὸ σύμπαν εἶναι αὐτὸ τῆς ἀγνωσίας μας, ὅπου ὅμως μποροῦμε νὰ ἀπολαμβάνουμε διάσπαρτους ἀστέρες καὶ γαλαξίες, ἀπόψεις καὶ θεωρίες, ἐντυπωσιακῆς ἀλλὰ μερικῆς γνώσεως «ὡς δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»[5].
Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει καὶ ἡ φιλοσοφικὴ ὁδός. Οὔτε αὐτὴ μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ κατανοήσουμε πῶς ἡ μεγάλη ἡλικία τοῦ σύμπαντος συνυπάρχει μὲ τὴ σύντομη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ἀνθρώπινο μεγαλεῖο μὲ τὴ μικρότητα, ἡ σοφία τοῦ κόσμου καὶ ἡ ὀμορφιὰ μὲ τὴν καταστροφικότητα, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ καλωσύνη μὲ τὸ κακό.
Ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ὅποιου ἀνθρώπου ἀποτελεῖ ἀσύλληπτο κλάσμα τῆς ἡλικίας τοῦ σύμπαντος. Τὸ γεγονὸς ὅτι ζοῦμε μέσα σὲ ἕναν κόσμο σκεπτόμενοι ἀλλὰ ἀγνοοῦντες, δυνατοὶ κατὰ τὴ σκέψη ἀλλὰ ἀπειλούμενοι ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ τὴ φύση, γεμᾶτοι ζωὴ ἀλλὰ συνεχῶς καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὸν θάνατο, μὲ ἔμφυτη μυστικὴ ἀναζήτηση ἀλλὰ πλήρη ἀνεπάρκεια ἀνακάλυψης τοῦ ὑπερλόγου, ἂν δὲν ἀποτελεῖ τραγωδία, εἶναι μυστήριο. Τελικά, δὲν ἀποτελεῖ μυστήριο μόνον ἡ φύση ἀλλὰ καὶ ὁ κτιστὸς ἄνθρωπος.
Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται πὼς εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ ἕνα βιολογικὸ κυτταρικὸ σύστημα. Ἡ ποικιλία τῶν ἐπιλογῶν τοῦ κάθε ἀνθρώπου, ἡ χαρακτηριστικὴ διαφορετικότητά του, ἡ ἰδιομορφία τῆς ψυχικῆς ἔκφρασής του, ἡ δημιουργικότητα τῆς σκέψης του, τὸ κτίσιμο τοῦ προσώπου του εἶναι κάτι πολὺ παραπάνω ἀπὸ ἀνατομικὰ ἰδιώματα καὶ ἀνιχνεύσιμες βιοχημικὲς διεργασίες. Ἡ βιολογική του ἀρχὴ σηκώνει τὸ βάρος τῆς ὑπαρκτικῆς ἔναρξης, ἐνῶ τὸ τέλος παραπέμπει στὴν εὐθύνη τῆς ἄγνωστης, ἐνδεχομένως πολὺ ἀνώτερης, συνέχειας. Ἡ ἀναγνώριση τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς μοναδικότητας τοῦ κάθε ἀνθρώπου ὁδηγεῖ στὴν ὑποψία τοῦ μὴ τέλους του καὶ στὴν αἴσθηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς του. Ἡ βιολογική του ὑπόσταση τὸν κοσμεῖ μὲ τὴν ὀμορφιὰ μιᾶς ὀργανωμένης νομοτέλειας, ἐνῶ ἡ πνευματική του μὲ τὸ μεγαλεῖο μιᾶς ἀνεπανάληπτης αὐτεξουσιότητας.
Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοια, τὸ «ἄν», τὸ «πώς» καὶ τὸ «πότε» τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ τέλους τῆς βιολογικῆς πορείας τοῦ κάθε ἀνθρώπου εἶναι ἐξέχουσας σημασίας. Ἡ ἐποχή μας, μὲ τὴν ἀντισυλληπτικὴ καὶ περιγεννητικὴ τεχνολογία της, μπορεῖ νὰ καθορίσει τὸ ἂν κάποιος θὰ συλληφθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ὑπάρξει- καὶ τὸ ἂν τελικὰ θὰ γεννηθεῖ -δηλαδὴ ἂν θὰ ζήσει. Μπορεῖ νὰ ἀλλοιώνει κατ’ ἐπιθυμία τὴ μορφὴ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ζωῆς. Μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἐπιβραδύνει τὸν θάνατο, μπορεῖ νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο, μπορεῖ νὰ παρεμβαίνει τεχνολογικὰ καὶ νὰ δημιουργεῖ νέες καταστάσεις ζωῆς καὶ πρωτοφανεῖς συνθῆκες θανάτου. Μπορεῖ νὰ προκαλεῖ τὴ δυνατότητα πλήθους ἐπιλογῶν.
Παρὰ ταῦτα, θέτει κενοφανῆ ἐρωτήματα, ποὺ ὅμως ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσει, καὶ προξενεῖ πρωτόγνωρα διλήμματα, ποὺ ὅμως προσπαθεῖ μάταια νὰ ὑποβαθμίσει. Ἡ συζήτηση γιὰ τὸ πότε ἀκριβῶς ἀρχίζει ἡ ζωὴ ἢ γιὰ τὸ status τῶν κρυοσυντηρημένων ἐμβρύων ἢ τὸ πῶς συνδέεται ἡ ψυχὴ μὲ τὸ σῶμα ἢ τὸ τὶ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ τὶ ὁ θάνατος, ἐνῶ παρουσιάζει ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον δὲν δείχνει νὰ φθάνει σὲ ὁριστικὸ τέλος στὸ ὁρατὸ μέλλον. Οἱ συνέπειές της ὅμως εἶναι τεράστιες, καθὼς ἐνίοτε ὁδηγοῦν σὲ μιὰ εὐπρόσδεκτη εὐγονικὴ καὶ εὐθανασιακὴ λογικὴ ποὺ φαίνεται ἠθικὴ καὶ σὲ μιὰ ἀνεπιθύμητη ἠθικὴ ποὺ παρουσιάζεται πολὺ σκληρή. Μὲ βάση τὴν αὐθαίρετη γνώση τοῦ ἀγνώστου τὸ τοπίο τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν ἀξιῶν κυριολεκτικὰ παραμορφώνεται.
Τὸ πότε ἀρχίζει ἢ τελειώνει ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλὸ ἐπιστημονικὸ θέμα. Οὔτε προσδιορίζεται μὲ ἀκριβεῖς ὁρισμούς, νομικὲς παρατηρήσεις, πολιτικὲς ἀποφάσεις ἢ ἀριθμούς. Τὸ πῶς καὶ γιατί τῆς ἀρχῆς τῆς ζωῆς εἶναι μυστικὸ ἀνεξιχνίαστο. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ θάνατος. Γιὰ τοὺς λόγους αὐτούς, τὴ ζωὴ δὲν τὴν ἀντικρύζουμε ὡς δικαίωμα πού μᾶς ἀνήκει, ἀλλὰ τὴ σεβόμαστε ὡς μυστήριο πού μας ὑπερβαίνει.
Πρὸς τὸ μεθεκτὸν τοῦ ἀκτίστου
Τὰ πάντα συνηγοροῦν στὸ ὅτι ὁ κτιστὸς φυσικὸς καὶ ὑλικὸς κόσμος δείχνει λίγα καὶ κρύβει πολλά. Τὸ νοητό του μέρος κυρίως ὑποψιάζει γιὰ τὸ πολύ του ἀκατανόητο. Ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὅπως τὸν βέπουμε καὶ τὸν νοοῦμε. Ἁπλὰ τὸ γνωστὸ καὶ τὸ νοητὸ παραπέμπουν σὲ ἄλλες διαστάσεις ὕπαρξης, γνώσης καὶ ἀλήθειας, κτιστῆς φυσικά, συμπληρωματικῆς ποὺ ὅμως μᾶς ὑπερβαίνει. Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ τὸ ὀφείλουμε στὴ σύγχρονη ἐπιστήμη.
Ζοῦμε σὲ μιὰ μοναδικὴ ἐποχή. Ἡ ἔκρηξη τῆς γνώσης καὶ τῆς πληροφορίας μᾶς ὁδηγοῦν στὸ χρησιμότερο συμπέρασμα: Τελικά, εἴμαστε ἀπίστευτα μικροί, ὑπερβολικὰ μόνοι, πολὺ στιγμιαῖοι γιὰ τοὺς κοσμικοὺς χρόνους γιὰ νὰ ποῦμε:
α) ὅτι γνωρίζουμε τὸν κόσμο,
β) ὅτι τὸν κατανοοῦμε καὶ
γ) ὅτι μποροῦμε νὰ ἐπικοινωνοῦμε.
Ἡ μέγιστη ταχύτητα ἐπικοινωνίας, ἡ ἰλιγγιώδης ταχύτητα τοῦ φωτός, εἶναι πεπερασμένη καὶ τὸ σύμπαν ἀσύλληπτα μεγάλο. Αὐτὸ τὴν κάνει πολὺ μικρή. Ἐνῶ, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, εἴμαστε κοινωνικὰ ὄντα, «ὁ ἄνθρωπος ζῷόν ἐστι πολιτικόν»[6], εἴμαστε καταδικασμένοι σὲ μοναξιά. Ἐνῶ, κατὰ τὸν ἴδιο Ἕλληνα ἀρχαῖο φιλόσοφο, «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται ὁ ἄνθρωπος»[7], εἴμαστε καταδικασμένοι καὶ σὲ ἄγνοια. Ἔτσι φαίνεται ἡ ἀνεπάρκεια καὶ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνολογίας μας. Ἐνῶ ἡ κατάστασή μας, τὰ ἐπιτεύγματά καὶ ἡ γνώση μας σὲ ἀνθρώπινη κλίμακα εἶναι ἀπίστευτα, συγκλονιστικὰ καὶ ἀσύλληπτα, τὴν ἴδια στιγμή, σὲ κοσμικὲς διαστάσεις πλησιάζουν τὸ τίποτα καὶ συγγενεύουν μὲ τὸ λάθος.
Ταυτόχρονα, ὅμως, εἴμαστε καὶ πολὺ διαφορετικοὶ καὶ ἰδιαίτεροι μέσα στὸ σύμπαν. Μοναδικοί! Διαθέτουμε λόγο (σκέψη καὶ λογικότητα) καὶ λόγο (δυνατότητα ἔναρθρης ἔκφρασης). Τὸ σύμπαν καὶ ἡ φύση δὲν ἔχουν λόγο, ἀλλὰ ἐμφανίζουν λογική: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα»[8]. Αὐτὴ τὴ λογικὴ μποροῦμε νὰ τὴν προσεγγίσουμε ἐπιστημονικά, μποροῦμε ὅμως καλύτερα νὰ τὴν κατανοήσουμε πνευματικά.
Σήμερα χρησιμοποιοῦμε ὅρους στὴ Φυσικὴ ὅπως Ὑπερσυμμετρία, Ὑπερχορδὲς, Ὑπερσύμπαντα θέλοντας νὰ δείξουμε τὸ πέραν τοῦ αἰσθητοῦ καὶ λογικοῦ, ὅπως καὶ στὴν Ἐκκλησία χρησιμοποιοῦμε τοὺς ὅρους Ὑπερευλογημένη γιὰ τὴν Θεοτόκο, Ὑπερκόσμιος γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ Ὑπερούσιος γιὰ τὸν Θεό, γιὰ νὰ ἐκφράσουμε τὸ πέραν τοῦ κατανοητοῦ καὶ τοῦ ἀντιληπτοῦ, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὑπὲρ φύσιν κόσμου, τὸ μετὰ καὶ πάνω ἀπὸ τὸ ὑπὲρ τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων.
Παρά ταῦτα, ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία διακατέχεται ἀπὸ μία τάση νὰ ἀποδείξει τὴν αὐτάρκειά της καὶ γι’ αὐτὸ ἀντιστρατεύεται στὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ. Ἴσως διότι διαλέγεται μαζί Του στὸ ἐπίπεδο τῆς δυνάμεως. Δὲν θέλει ἕναν παντοδύναμο θεό. Προτιμᾶ δυνατότερο τὸν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐρευνᾶ γιὰ ἀξίες πιὸ σίγουρες, κατὰ τὴν ἄποψή της, χωρὶς Θεό.
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, πίστη καὶ θεολογία δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὸ ἐρώτημα τῆς ὕπαρξής τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ τῆς ἀποδεδειγμένης παρουσίας Του. Ἡ ἐπιστήμη ἀδυνατεῖ νὰ βάλει τελεία στὴν ὑπόθεση τοῦ Θεοῦ. Κάθε προσπάθεια ἀποδείξεως τῆς ὕπαρξής Του εἶναι ματαιοπονία. Ὁ Θεὸς ὡς μυστήριο εἶναι καλύτερα νὰ μπορεῖ νὰ ἀμφισβητεῖται πνευματικὰ παρὰ νὰ ἀποδεικνύεται ἐπιστημονικά. Θεὸς ποὺ ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπάρχει ἤ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι θεός.
Ὁ Θεὸς ὡς ΩΝ ἐμφανίζεται ἀπρόσιτος στὴν κτίση∙ Τὸν ψάχνουμε καὶ κρύβεται, εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του. Ἀντίθετα, ὡς ΠΑΡΩΝ εἶναι φίλος καὶ πατέρας τῆς κτίσης∙ φανερώνεται, εἶναι μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του∙ βιωματικὰ διαπιστώνεται, κοινωνεῖται. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη πιστοποιεῖ τὸ πρῶτο∙ ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιβεβαιώνει τὸ δεύτερο.
Ὁ Αὐγουστῖνος διεκήρυξε ὅτι μὲ τὸν νοῦ μας μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν Θεό, ἐπειδὴ αὐτὸς συγγενεύει μαζί Του καὶ ἔτσι παρέσυρε τὴ Δύση στὴν ἄκαρπη προσπάθεια τῆς κατανόησης τοῦ ἀκατανοήτου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, οἱ Πατέρες τῆς Ἀνατολῆς ὑποστηρίζουν ὅτι μποροῦμε νὰ ξεπεράσουμε τοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστότητας μόνον ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Θεὸς συνδυάζει τὸ κατανοητὸ μὲ τὸ ἀκατανόητο[9].
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση καταθέτει καὶ στὸν σύγχρονο κόσμο μιὰ θεολογία, ὅπου ὁμολογοῦμε πὼς γνωρίζουμε πολὺ λιγότερα ἀπ’ ὅσα ἀγνοοῦμε, ὅτι τὸ καταληπτὸν τελικὰ εἶναι πολὺ μικρότερο ἀπὸ τὸ ἀκατάληπτον, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν καταφατική, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀποφατικὴ ὁδὸς γνώσεως, ὅτι ὑπάρχει τὸ μυστήριο πού, ἐνῶ δὲν κατανοεῖται, κοινωνεῖται. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀμέθεκτος κατὰ τὴν οὐσία Του καὶ μεθεκτὸς κατὰ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ὁ ὅρος «ἄκτιστες» ἀποδυναμώνει τὸ κατανοητό, ἀλλὰ δὲν ἐξασθενίζει τὸ μεθεκτό. Ἐμφανίζεται «καθὼς ἐστί» (Α΄ Ἰω. γ΄ 2), «ὁ ὑπὲρ θέαν καὶ γνῶσιν» ὁρᾶται καὶ γιγνώσεται «δι’ ἀβλεψίας καὶ ἀγνωσίας– τοῦτο γάρ ἐστι τὸ ὄντως ἰδεῖν καὶ γνῶναι»[10]. Ἕνα εἶναι τελικὰ κατανοητό, ἡ ἀκατανοησία τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ κόσμου[11]. Ἡ προσπάθεια τῆς Δύσης νὰ διεισδύσει στὴν ἀμέθεκτη διάστασή Του, τὴν ὁδήγησε στὴ ματαιοπονία τῆς ἀπόδειξής Του. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ φιλοσοφία.
Ὁ Θεός, ὅπως βιώνεται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή, εἶναι ὑπερβατικὸς γιὰ τὴν δύναμή Του, εἶναι ὅμως ὑπερβατικὸς κυρίως γιὰ τὴ σοφία καὶ ἀγάπη Του. Εἶναι ὑπερούσιος, εἶναι παντέλειος∙ δὲν εἶναι ἀπόμακρος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ διαρκῶς κενούμενος γιὰ τὸν ἄνθρωπο∙ δὲν εἶναι τιμωρός, ἀλλὰ σταυρούμενος ὁ Ἴδιος∙ δὲν πεθαίνουμε ἐμεῖς καὶ ζεῖ ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ πεθαίνει Ἐκεῖνος ἐν χρόνῳ γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς αἰωνίως. Οὔτε μᾶς ἀγαπᾶ δείχνοντάς μας ὑπεροπτικὰ τὴ δύναμή Του, ἀλλὰ δίνοντάς μας τὴ δυνατότητα ὑπερβατικὰ νὰ μετέχουμε τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του, τῆς ἀγάπης Του. Ἀπέναντι σ’ Αὐτὸν δὲν στεκόμαστε μὲ τὴν διάθεση νὰ μὴ μᾶς συντρίψει, ἀλλὰ μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά, ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη Του εἶναι τέτοια καὶ τόση ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν κοινωνοῦμε. Αὐτὸς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀντίπαλος ποὺ πρέπει ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐξαφανίσει. Οὔτε ἀντικείμενο ποὺ πρέπει νὰ ἀποδείξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης ποὺ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἀνακαλύψει.
Αὐτὸς ὁ Θεὸς κοινωνεῖται καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσης. Ἀποκαλύπτει ὅμως τὴ σοφία Του, ὅπως καὶ τὴν ἀλήθεια Του, στοὺς «ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ». Τὴν κρύβει ἀπὸ τοὺς ἐπαιρόμενους. Ἡ ὁδὸς γι’ αὐτὴ τὴ γνώση εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἀγνωσίας μας. Ὅπως ὑποστηρίζει ὁ Σωκράτης στὴν Ἀπολογία τοῦ Πλάτωνος (21d) «οὐκ οἶδα οὐδὲ οἴομαι εἰδέναι... ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» καὶ καταλήγει ὅτι εἶναι προτιμότερη ἡ εἰλικρινὴς ἄγνοια τῆς αὐταπατούσης γνώσεως. Ὑπάρχουν ἀλήθειες ποὺ ἀνακαλύπτονται μὲ τὴ γνώση μας, ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀλήθειες ποὺ ἀποκαλύπτονται ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ ἀποδεχόμαστε τὴν ἀγνωσία μας. Ἡ συνειδητοποιημένη αἴσθηση ἄγνοιας, ἡ ἥσυχη θέα τῆς ἐνδοτέρας ἐρήμου μας, ἡ ταπείνωση, ἀποτελεῖ «ὁδὸν ἀρίστην», προκειμένου νὰ βιώσουμε τὴν ψηλάφηση τοῦ ἄγνωστου καὶ ἀκατανόητου μυστηρίου τοῦ κόσμου μέσα στὸν ὁποῖο ζοῦμε.
Ἡ ἐπιστημονικὴ ὁδὸς ἐγκρύπτει στὸ βάθος της μία λεπτὴ ἀπογοήτευση, διότι ἐνῶ γοητεύει καὶ ἐξάπτει τὸ ἐπιθυμητικὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπατηλὴ προσδοκία τῆς κατανόησης τοῦ κτιστοῦ κόσμου, τελικὰ τὸν ὁδηγεῖ στὴν παραδοχὴ τῶν ὁρίων του. Ἡ δυνατότητα πλήρους ἀνακάλυψης τοῦ φυσικοῦ κόσμου εἶναι φραγμένη. Τελικά, μποροῦμε πολὺ λιγότερα ἀπὸ ὅσα ἐπιθυμοῦμε.
Ἀντίθετα, ἡ θεολογία τῆς ἐνώπιον τοῦ ἀποκρύφου καὶ ἀπορρήτου θεϊκοῦ μυστηρίου ταπεινῆς παραστάσεως τῆς καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς ἐπιτρέπει τὴν ἐμπειρικὴ μετοχὴ στὴν ἐν ἡμῖν ἀποκάλυψη τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ὁ ἄνθρωπος τῆς Ὀρθόδοξης πίστης δὲν ζητάει ἀπὸ τὸν διαρκῶς κενούμενο Θεὸ νὰ τοῦ φανερώνεται. Δὲν περιμένει, δὲν θέλει πολλά. Τελικά, ὅμως, τοῦ προσφέρεται γνώση πολὺ μεγαλύτερη καὶ περισσότερη ἀπὸ ὅση φαντάζεται. Τοῦ προσφέρεται ἡ «καινή» γνώση, ἡ «ἑτέρα» ἐμπειρία, τὸ «ξένον θέαμα», τοῦ προσφέρεται ὁ Θεὸς ὡς πρόσωπο.
Ἡ ἐπιστήμη μπορεῖ νὰ ἀνεβάσει τὸν ἄνθρωπο στὸ ψηλότερο σκαλοπάτι τῆς γνώσης, στὴν ταπεινὴ συνειδητοποίηση τῶν φυσικῶν καὶ διανοητικῶν ὁρίων του. Ἡ θεολογία μπορεῖ, ἀκριβῶς στὸ σημεῖο αὐτό, νὰ τὸν ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ τὸν παραλάβει, προκειμένου νὰ τὸν εἰσαγάγει στὸ ἱερὸ βῆμα τῆς θεϊκῆς ἀποκάλυψης.
Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη μᾶς ὁδηγεῖ νομοτελειακὰ στὴν ἀλήθεια τῆς ἀποφατικῆς Ὀρθόδοξης Θεολογίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀπόδειξη οὔτε μὲ τὴν ἀνακάλυψη. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀποκάλυψη. Καὶ κάτι ἀκόμη. Ἡ ἐπιστήμη εἶναι γιὰ λίγους. Ὁ Θεὸς εἶναι γιὰ ὅλους. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸν ὑποκαταστήσουν. Ἀκόμη καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὸν κατανοήσουν. Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ἐπιστήμονες! Ἀκόμη καὶ γιὰ τοὺς ...«θεολόγους»!
[1] Claudine Guérin-Marchand: Les manipulation génetiques, p. 28, coll. “Que sais-je?” P.U.F. Paris 1997.
[2] André Boué, La médicine du fœtus, p.39, éd. Odile Jacob, Paris 1995.
[3] Δημήτρης Νανόπουλος, http://www.physics4u.gr/news/2001/nanopoulos.html
[4] Ἡλιόπουλος, Γιάννης. Ἀπὸ τὸ ἀπειροστὰ μικρὸ στὸ ἀπείρως μεγάλο. Τὰ μυστήρια τοῦ Σύμπαντος, τ. 8. Φεβρουάριος 2008, σ. 22
[5] Α΄ Κορ. ιγ΄ 12
[6] W.D. Ross, ἐκδ. 1957. Aristotelis Politica. Ὀξφόρδη: Clarendon Press. Ἀνατ. 1964.
[7] Ἀριστοτέλη, Μετὰ τὰ Φυσικά, 922α, πρώτη πρόταση.
[8] Ψάλμ. ιη΄ 1
[9] «ἐμοὶ δοκεῖ ἵνα τῷ ληπτῷ μὲν ἕλκῃ πρὸς ἑαυτὸν (τὸ γὰρ τελέως ἄληπτον, ἀνέλπιστον καὶ ἀνεπιχείρητον), τῷ δὲ ἀλήπτῳ θαυμάζηται, θαυμαζόμενον δὲ ποθῆται πλέον, ποθούμενον δὲ καθαίρῃ, καθαῖρον δὲ θεοειδὲς ἀπεργάζηται. Τοιούτοις δὲ γενομένοις, ὡς οἰκείοις ἤδη προσομιλεῖ τολμᾶ τι νεανικὸν ὁ λόγος» (Γρηγ. Θεολόγου, ὁμιλία εἰς τὰ Θεοφάνεια, Λόγος ΛΗ΄ παρ. 7, ΕΠΕ 5.44-46).
[10] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, PG 3, 1025 A
[11] «Ἄπειρον τὸ Θεῖον καὶ ἀκατάληπτον καὶ ἓν μόνον αὐτοῦ καταληπτὸν ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία αὺτοῦ» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἀκριβὴς Ἔκδοσις Ὀρθοδόξου Πίστεως, 1,4).
Αναδημοσίευση: http://www.imml.gr
Οταν εκκλησία και επιστήμη γίνονται ένα: Οι σπουδαίοι επιστήμονες που πίστευαν βαθιά στον Θεό
Επιστήμη
και θρησκεία θεωρούνται δύο αντικρουόμενα αντικείμενα. Πολλοί πιστεύουν
πως ανάμεσα σε επιστήμονες και ανθρώπους της εκκλησίας, υπάρχει μια
ατελείωτη κόντρα.
Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει αυτή η έντονη κόντρα. Αντιθέτως, μάλιστα, πάρα πολλοί επιστήμονες αφιερώθηκαν στις επιστήμες τους επειδή ήθελαν να... εξερευνήσουν παραπάνω αυτό που πιστεύουν. Να βρουν όση παραπάνω λογική μπορούν στην ανεξήγητη ύπαρξη του θεού, φτάνοντας έτσι λίγο πιο κοντά του.
Η αντιπαράθεση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, ήταν αποτέλεσμα της ανήσυχης φύσης των επιστημόνων αλλά και των ακραία συντηρητικών αντιλήψεων της εκκλησίας. Οι μεν ήθελαν να εξηγήσουν, κυρίως στους εαυτούς τους, τον λόγο που πιστεύουν σε κάτι ανώτερο, ενώ οι δε θεωρούσαν... έγκλημα να «σκαλίζει» και να αμφισβητεί, κανείς αυτά που η εκκλησία θεωρεί ιερά.
Πλέον η εκκλησία έχει αναγκαστεί να παραδεχτεί την εγκυρότητα αλλά και την χρησιμότητα της επιστήμης. Μετά από χιλιάδες ανακαλύψεις από ανθρώπους που σε καμία περίπτωση δεν θεωρούνταν άθεοι, ο χώρος της εκκλησίας κατάλαβε πως δεν μπορεί πια να στέκεται εμπόδιο.
Ποιοι σπουδαίοι επιστήμονες ήταν βαθειά θρησκευόμενοι;
Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543):
Ο αστρονόμος που για πρώτη φορά παρουσίασε ένα μαθηματικά τεκμηριωμένο σύστημα που εξηγούσε πως οι πλανήτες γυρνούν γύρω από τον Ηλιο, διατηρούσε πολύ στενή επαφή με την εκκλησία. Μάλιστα από το 1497 και για λίγα χρόνια υπήρξε ιερέας σε καθολική εκκλησία. Οι δημοσιεύσεις του περί ηλιακού συστήματος παρουσιάστηκαν το 1533 στο Βατικανό, υπό την έγκριση του Πάπα.
Γαλιλαίος Γαλιλέι (1564-1642):
Η κόντρα του Γαλιλαίου με την καθολική εκκλησία είναι από τις πιο χαρακτηριστικές διαμάχες επιστήμης και θρησκείας. Η δημοσίευση του για την μορφή και την λειτουργία του ηλιακού συστήματος... εξαγρίωσε τον Πάπα. Τα λεγόμενα του θεωρήθηκαν αντίθετα με αυτά της Βίβλου. Ο Γαλιλαίος ωστόσο, ήταν βαθειά θρησκευόμενος. Μάλιστα δήλωσε πως το έργο του είναι απλώς μια εναλλακτική ερμηνεία ων βιβλικών κειμένων, καθώς η Βίβλος είναι ολόσωστη.
Μπλεζ Πασκάλ (1623-1662):
Ο Γάλλος επιστήμονας, πέρα από μαθηματικός και φυσικός, ήταν και θεολόγος. Παρόλο που άφησε πίσω του ένα σπουδαίο επιστημονικό έργο, στην διάρκεια της ζωής του αφιερωνόταν όλο και περισσότερο στην θεολογία. Εγραψε πολλά βιβλία, με γνωστότερο το «Pensées», αφιερωμένα στην πίστη του. Οι τελευταίες του λέξεις, πριν πεθάνει, ήταν «Μάκαρι ο θεός να μην με εγκαταλείψει ποτέ».
Ισαάκ Νεύτωνας (1642-1727):
Το επιστημονικό έργο του Νεύτωνα είναι γνωστό. Πρόκειται για τον άνθρωπο που εξέλιξε όσο ελάχιστοι τον τομέα της φυσικής. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό, είναι η βαθειά του πίστη. Ο Νεύτωνας θεωρούσε πως οι αριθμοί ήταν ένα μέσο να ανακαλύψει κανείς το πλάνο του θεού. «Το σύστημα του Ηλίου, των πλανητών, των κομητών δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας ανώτερης δύναμης» είχε γράψει, χωρίς όμως να ταυτίζεται με τις χριστιανικές αντιλήψεις.
Μάικλ Φάραντεϊ (1791-1867):
Ενας από τους σημαντικότερους επιστήμονες του 19ου αιώνα, ο άνθρωπος που με το έργο του για τον ηλεκτρομαγνητισμό άλλαξε τα δεδομένα του πλανήτη, ήταν αφοσιωμένος χριστιανός. Μάλιστα υπήρξε και μέλος μιας εκ των πιο γνωστών χριστιανικών ομάδων στην Αγγλία.
Αλμπερτ Αϊνστάιν (1879-1955):
Ο σπουδαίος φυσικός έχει φροντίσει με αρκετούς τρόπους να δείξει την πίστη του προς τον θεό. «Ο θεός δεν παίζει ζάρια» είχε δηλώσει για να εναντιωθεί στην αρχή της αβεβαιότητας. Ο Αϊνστάιν προσπαθούσε με κάθε τρόπο να συνδέσει θρησκεία και επιστήμη. «Η επιστήμη χωρίς την θρησκεία είναι κουτσή. Η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή» είχε πει χαρακτηριστικά.
Φυσικά, υπήρξαν και επιστήμονες που ποτέ δεν μπόρεσαν να αποδεχτούν την ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, χωρίς αυτή να αποδεικνύεται αυστηρά. Ενας από αυτούς ήταν ο Μπέρτραντ Ράσελ, που σε δηλώσεις του είχε εναντιωθεί άμεσα στον Χριστιανισμό.
Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει αυτή η έντονη κόντρα. Αντιθέτως, μάλιστα, πάρα πολλοί επιστήμονες αφιερώθηκαν στις επιστήμες τους επειδή ήθελαν να... εξερευνήσουν παραπάνω αυτό που πιστεύουν. Να βρουν όση παραπάνω λογική μπορούν στην ανεξήγητη ύπαρξη του θεού, φτάνοντας έτσι λίγο πιο κοντά του.
Η αντιπαράθεση μεταξύ επιστήμης και θρησκείας, ήταν αποτέλεσμα της ανήσυχης φύσης των επιστημόνων αλλά και των ακραία συντηρητικών αντιλήψεων της εκκλησίας. Οι μεν ήθελαν να εξηγήσουν, κυρίως στους εαυτούς τους, τον λόγο που πιστεύουν σε κάτι ανώτερο, ενώ οι δε θεωρούσαν... έγκλημα να «σκαλίζει» και να αμφισβητεί, κανείς αυτά που η εκκλησία θεωρεί ιερά.
Πλέον η εκκλησία έχει αναγκαστεί να παραδεχτεί την εγκυρότητα αλλά και την χρησιμότητα της επιστήμης. Μετά από χιλιάδες ανακαλύψεις από ανθρώπους που σε καμία περίπτωση δεν θεωρούνταν άθεοι, ο χώρος της εκκλησίας κατάλαβε πως δεν μπορεί πια να στέκεται εμπόδιο.
Ποιοι σπουδαίοι επιστήμονες ήταν βαθειά θρησκευόμενοι;
Νικόλαος Κοπέρνικος (1473-1543):
Ο αστρονόμος που για πρώτη φορά παρουσίασε ένα μαθηματικά τεκμηριωμένο σύστημα που εξηγούσε πως οι πλανήτες γυρνούν γύρω από τον Ηλιο, διατηρούσε πολύ στενή επαφή με την εκκλησία. Μάλιστα από το 1497 και για λίγα χρόνια υπήρξε ιερέας σε καθολική εκκλησία. Οι δημοσιεύσεις του περί ηλιακού συστήματος παρουσιάστηκαν το 1533 στο Βατικανό, υπό την έγκριση του Πάπα.
Γαλιλαίος Γαλιλέι (1564-1642):
Η κόντρα του Γαλιλαίου με την καθολική εκκλησία είναι από τις πιο χαρακτηριστικές διαμάχες επιστήμης και θρησκείας. Η δημοσίευση του για την μορφή και την λειτουργία του ηλιακού συστήματος... εξαγρίωσε τον Πάπα. Τα λεγόμενα του θεωρήθηκαν αντίθετα με αυτά της Βίβλου. Ο Γαλιλαίος ωστόσο, ήταν βαθειά θρησκευόμενος. Μάλιστα δήλωσε πως το έργο του είναι απλώς μια εναλλακτική ερμηνεία ων βιβλικών κειμένων, καθώς η Βίβλος είναι ολόσωστη.
Μπλεζ Πασκάλ (1623-1662):
Ο Γάλλος επιστήμονας, πέρα από μαθηματικός και φυσικός, ήταν και θεολόγος. Παρόλο που άφησε πίσω του ένα σπουδαίο επιστημονικό έργο, στην διάρκεια της ζωής του αφιερωνόταν όλο και περισσότερο στην θεολογία. Εγραψε πολλά βιβλία, με γνωστότερο το «Pensées», αφιερωμένα στην πίστη του. Οι τελευταίες του λέξεις, πριν πεθάνει, ήταν «Μάκαρι ο θεός να μην με εγκαταλείψει ποτέ».
Ισαάκ Νεύτωνας (1642-1727):
Το επιστημονικό έργο του Νεύτωνα είναι γνωστό. Πρόκειται για τον άνθρωπο που εξέλιξε όσο ελάχιστοι τον τομέα της φυσικής. Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό, είναι η βαθειά του πίστη. Ο Νεύτωνας θεωρούσε πως οι αριθμοί ήταν ένα μέσο να ανακαλύψει κανείς το πλάνο του θεού. «Το σύστημα του Ηλίου, των πλανητών, των κομητών δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα μιας ανώτερης δύναμης» είχε γράψει, χωρίς όμως να ταυτίζεται με τις χριστιανικές αντιλήψεις.
Μάικλ Φάραντεϊ (1791-1867):
Ενας από τους σημαντικότερους επιστήμονες του 19ου αιώνα, ο άνθρωπος που με το έργο του για τον ηλεκτρομαγνητισμό άλλαξε τα δεδομένα του πλανήτη, ήταν αφοσιωμένος χριστιανός. Μάλιστα υπήρξε και μέλος μιας εκ των πιο γνωστών χριστιανικών ομάδων στην Αγγλία.
Αλμπερτ Αϊνστάιν (1879-1955):
Ο σπουδαίος φυσικός έχει φροντίσει με αρκετούς τρόπους να δείξει την πίστη του προς τον θεό. «Ο θεός δεν παίζει ζάρια» είχε δηλώσει για να εναντιωθεί στην αρχή της αβεβαιότητας. Ο Αϊνστάιν προσπαθούσε με κάθε τρόπο να συνδέσει θρησκεία και επιστήμη. «Η επιστήμη χωρίς την θρησκεία είναι κουτσή. Η θρησκεία χωρίς την επιστήμη είναι τυφλή» είχε πει χαρακτηριστικά.
Φυσικά, υπήρξαν και επιστήμονες που ποτέ δεν μπόρεσαν να αποδεχτούν την ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, χωρίς αυτή να αποδεικνύεται αυστηρά. Ενας από αυτούς ήταν ο Μπέρτραντ Ράσελ, που σε δηλώσεις του είχε εναντιωθεί άμεσα στον Χριστιανισμό.
Βρήκα το Θεό (Μιλάει ο Φ. Κόλλινς, ο άνθρωπος πού έσπασε το ανθρώπινο γονίδιο) .
Επιμέλεια:πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου (χημικού)
Α.Το βιβλίο-Η γλώσσα του Θεού
Ένα από τα σημαντικότερα
επιτεύγματα στη διαχρονική πορεία των Ιατροβιολογικών Επιστημών
θεωρείται η ολοκλήρωση της μελέτης του ανθρώπινου γονιδιώματος, γεγονός
το οποίο, κατά γενική παραδοχή, θα επηρεάσει την πορεία του ανθρώπινου
γένους σε όλες τις μελλοντικές γενιές. Ο Dr. Francis S. Collinsείναι
ένας από τους εξέχοντες γενετιστές της Αμερικής, που για πολύ καιρό
υπήρξε ο επικεφαλής του Σχεδίου Ανθρώπινου Γονιδιώματος.Στο βιβλίο του
“The Language of God”, “Η γλώσσα του Θεού”, κατόρθωσε αφενός μεν να
παρουσιάσει με εύληπτο τρόπο το δυσνόητο για τον μη διαθέτοντα ειδικές
γνώσεις κεφάλαιο της γενετικής δομής του ανθρώπινου γονιδιώματος,
αφετέρου δε να καταγράψει το γενικότερο μακροχρόνιο
επιστημονικό και φιλοσοφικό προβληματισμό του και να παρουσιάσει με
απλότητα, με αφοπλιστική ειλικρίνεια, με συγκλονιστική περιγραφή τις
ψυχικές του μεταπτώσεις, πριν την αναγνώριση και την ομολογία της
υπάρξεως του Θεού και της πίστης του σε Αυτόν.Εξετάζει και απορρίπτει
διάφορες απόψεις, από την αθεΐα ως τον Δημιουργισμό της νεαρής Γης, μαζί
με τον αγνωστικισμό και αυτό που επικράτησε να ονομάζεται “Ευφυές
Σχέδιο”.Προτείνει πίστη στην Επιστήμη και πίστη σε έναν ενεργό και
στοργικό Θεό, που δημιούργησε το ανθρώπινο γένος με εξελικτικές
διαδικασίες.
Β.Η πίστη στον ζωντανό Θεό της Αγίας Γραφής και η Επιστήμη μπορούν να συνυπάρξουν
Ιδιαίτερα τελευταία, παρατηρείται ένταση μεταξύ της πίστης στον Θεό
και της Επιστήμης. Έχουμε από τη μία πλευρά επιστήμονες σαν τον Ρίτσαρντ
Ντόκινς και τον Στήβεν Πίνκερ που βλέπουν τη θρησκεία σαν ένα
απομεινάρι του προεπιστημονικού δεισιδαιμονικού παρελθόντος, που η
ανθρωπότητα πρέπει να εγκαταλείψει πια. Από την άλλη, οι Χριστιανοί
διατείνονται ότι η επιστήμη τείνει στον ηθικό μηδενισμό και είναι
ανίκανη να εξηγήσει τα θαύματα γύρω μας. Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει
ο Φράνσις Κόλλινς. Ο ίδιος αποτελεί μία τρανταχτή απόδειξη ότι η πίστη
στον ζωντανό Θεό της Αγίας Γραφής και η Επιστήμη μπορούν να
συνυπάρξουν. Ως διευθυντής του προγράμματος για το ανθρώπινο γονιδίωμα
(Human Genome Project) ο Κόλλινς είναι μεταξύ των κορυφαίων επιστημόνων
του κόσμου, επικεφαλής ενός προγράμματος με κόστος δισεκατομμυρίων
δολαρίων, που στοχεύει στην κατανόηση της φύσης του ανθρώπινου
οργανισμού και τη θεραπεία παθήσεων. Κι όμως, στο βιβλίο του Η γλώσσα
του Θεού περιγράφει πώς γνώρισε τον Χριστό ως Σωτήρα του το 1978 και από
τότε είναι ένας πιστός Χριστιανός. «Ο Θεός της Αγίας Γραφής είναι και ο
Θεός του γονιδιώματος», γράφει, «μπορεί να Τον λατρέψει κάποιος στην
εκκλησία αλλά και στο εργαστήριο».————————————————————————————————
Το βιβλίο του Φράνσις Κόλλινς <<Η γλώσσα του Θεού» και ξανανοίγει τη μόνιμη αντιπαράθεση για τη σχέση επιστήμης και θρησκείας. «Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες των καιρών μας είναι η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί ότι η επιστήμη και η θρησκεία βρίσκονται μόνιμα σε διαμάχη. Αυτό είναι τελείως περιττό και ανόητο και βαθειά δυσάρεστο και νομίζω πως αυτές οι διαπεραστικές φωνές που κυριαρχούσαν στη σκηνή τα περασμένα είκοσι χρόνια πρέπει κάποτε να σωπάσουν».
Για τον Κόλλινς, καθώς μελετούσε και ανέλυε το ανθρώπινο γονίδιο, δεν έγινε μέσα στο μυαλό του καμμία πάλη. Αντίθετα, αισθάνθηκε ότι ο Θεός του έδωσε την ευκαιρία να ρίξει μια ματιά στα έργα Του.
‘Όταν κάνεις μια επιστημονική ανακάλυψη, είναι στιγμή επιστημονικής ευθυμίας, γιατί έχεις ταυτιστεί πολύ χρόνο με αυτήν την έρευνα και ξαφνικά την ανακαλύπτεις. Είναι όμως και μια στιγμή, όπως αυτή η δική μου, που νοιώθεις πολύ κοντά στον Δημιουργό, με την έννοια ότι τώρα πια διακρίνεις ότι κανείς άνθρωπος δεν γνώριζε πριν, παρά μόνο ο Θεός γνώριζε τα πάντα.»
‘Όταν έχεις μπροστά σου για πρώτη φορά αυτό το καθοδηγητικό βιβλίο με τα 3,1
δισεκατομμύρια γράμματα, που μεταβιβάζει όλα τα είδη πληροφορίας και όλα τα είδη μυστηρίου για το ανθρώπινο είδος, δεν μπορείς να εξετάζεις λεπτομερώς σελίδα τη σελίδα, χωρίς αίσθηση δέους. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο, παρά μόνο να κοιτάζω εκείνες τις σελίδες και να έχω την αμυδρή αίσθηση ότι αυτό είναι κάτι που Εκείνος μου έδωσε, μου επέτρεψε να ρίξω μια ματιά στο «μυαλό το δικό Του»».
Ο Κόλλινς εντάχθηκε σε μια ομάδα επιστημόνων, των οποίων η έρευνα βάθυνε την πίστη τους στο Θεό. Ο Ισαάκ Νιούτον, του οποίου η ανακάλυψη των νόμων της βαρύτητας αναδόμησε τη γνώση μας για την κατανόηση του σύμπαντος, είπε:
«Αυτό το πιο όμορφο σύστημα μπόρεσε να προέλθει από την εξουσία μιας ευφυούς και ισχυρής ύπαρξης».
Αν και ο Αίνστάιν επαναστάτησε τη σκέψη μας για κάποιο καιρό, με τη βαρύτητα και τη μετατροπή της ύλης σε ενέργεια, αυτός ο ίδιος πίστευε ότι το σύμπαν έχει δημιουργό. «Θέλω να μάθω τις σκέψεις Του, τα υπόλοιπα είναι λεπτομέρειες», είπε. Ανάμεσα στις πιο αμφιλεγόμενες πεποιθήσεις του Κόλλινς είναι της «θεϊκής εξέλιξης», η οποία ισχυρίζεται ότι η φυσική επιλογή είναι το εργαλείο που ο Θεός διάλεξε, για να δημιουργήσει τον άνθρωπο. Σε αυτήν την ερμηνεία της θεωρίας, διαφωνεί ότι ο άνθρωπος δεν εξελίσσεται περισσότερο.
«Βλέπω το χέρι του Θεού στην πορεία του μηχανισμού της εξέλιξης. Αν ο Θεός διάλεξε να δημιουργήσει ανθρώπινες υπάρξεις κατ’ εικόνα Του και αποφάσισε πως ο μηχανισμός εξέλιξης ήταν ένας λεπτός τρόπος να πραγματοποιήσει αυτό το στόχο, ποιοί είμαστε εμείς να πούμε ότι δεν είναι αυτός ο τρόπος,» λέει ο επιστήμονας.
«Επιστημονικά, οι δυνάμεις της εξέλιξης από φυσική επιλογή έχουν βαθιά επηρεάσει το ανθρώπινο είδος, με τις αλλαγές στο πολιτισμό και το περιβάλλον και την επέκταση τωνανθρωπίνων ειδών σε έξι δισεκατομμύρια μέλη. Γι’ αυτό, ό,τι βλέπετε είναι πιο πολύ όμορφο απ’ ό,τι φαίνεται». Ο Κόλλινς υπήρξε άθεος μέχρι την ηλικία των 27 ετών, όταν ως νεαρός γιατρός επηρεάστηκε από τη δύναμη, που η πίστη έδωσε σε κάποιους από τους πιο σοβαρά ασθενείς του.
«Υπέφεραν από τρομερές ασθένειες, από τις οποίες δεν μπορούσαν να ξεφύγουν με τίποτα, και αντί να τα βάλουν με το Θεό, έγειραν στη μεριά της πίστης ως πηγής μεγάλης άνεσης και καθησυχασμού Αυτό για μένα ήταν ενδιαφέρον μέχρι συγκλονισμού και αδυναμίας για περαιτέρω σκέψεις και ενέργειες.
Αποφάσισε να επισκεφθεί έναν Μεθοδιστή ιερέα και του έδωσε ένα βιβλίο του C. Lewis «Mere Christianity», όπου διαφωνεί ότι ο Θεός είναι μια λογική πιθανότητα. Το βιβλίο άλλαξε τη ζωή του. «Ήταν ένα επιχείρημα, που δεν ήμουν έτοιμος να ακούσω» είπε.
«’Ήμουν πολύ χαρούμενος με την ιδέα ότι ο Θεός δεν υπήρχε και δεν είχα κανένα
ενδιαφέρον μέσα μου. Την ίδια στιγμή όμως, δεν μπορούσα να γυρίσω το πρόσωπό μου από την άλλη πλευρά, να αδιαφορήσω».
Ο «φωτισμός του» ήρθε, όταν πήγε για ορειβασία στα Κασκέ’ίντ όρη στην Ουάσινγκτον. Λέει λοιπόν: ,,’Ηταν ένα όμορφο απόγευμα και ξαφνικά μια απαράμιλλη ομορφιά της δημιουργίας γύρω μου ήταν τόσο συγκλονιστική, έτσι ένοιωσα, δεν θα μπορούσα να αντέξω αν κρατούσε ακόμη μια στιγμή».
Ο Κόλλινς πιστεύει ότι η επιστήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται, για να αντικρούει την ύπαρξη του Θεού, επειδή βασίζεται στον «φυσικό» κόσμο. Υπ’ αυτήν την έννοια, πιστεύει ότι τα θαύματα είναι πραγματικά.
«Αν κάποιος θέλει να δεχτεί την ύπαρξη του Θεού ή κάποιας υπερφυσικής δύναμης έξω από τη φύση, τότε δεν είναι λογικό θέμα να δεχτεί ότι ευκαιριακά μια υπερφυσική δύναμη μπορεί να εμφανίσει μια εισβολή,» λέει.
«Ο Θεός είναι δίπλα μας, μπροστά μας, αλλά το σπουδαιότερο μέσα στον γενετικό μας κώδικα …
Είμαι επιστήμονας και πιστός, και δεν βρίσκω καμία σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο.
Ως διευθυντής του Προγράμματος Ανθρώπινου Γονιδιώματος, έχω ηγηθεί συνεργασίας επιστημόνων για να διαβάσουμε τα 3,1 δισεκατομμύρια γράμματα του ανθρώπινου γονιδιώματος, του βιβλίου εντολών του DNA μας.
Ως χριστιανός βλέπω το DNA, κέντρο πληροφοριών όλων των ζώντων οργανισμών, σαν τη γλώσσα του Θεού, και την κομψότητα και την πολυπλοκότητα των ίδιων των σωμάτων μας και της υπόλοιπης φύσης, ως αντανάκλαση του σχεδίου του Θεού.
Ως μεταπτυχιακός φοιτητής στη φυσικοχημεία τη δεκαετία του 1970, ήμουν άθεος, μη βρίσκοντας λόγο να υποθέσω την ύπαρξη οποιασδήποτε αλήθειας έξω από τα Μαθηματικά, τη Φυσική και τη Χημεία. Στη συνέχεια, όμως, πήγα στην Ιατρική Σχολή και εκεί αντιμετώπισα θέματα ζωής και θανάτου στο προσκέφαλο των ασθενών μου. Κάποτε, μια ασθενής μου με ρώτησε «Εσείς σε τι πιστεύετε, γιατρέ;». Αυτό με προβλημάτισε και άρχισα να ψάχνω για απαντήσεις.
Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι η επιστήμη, που αγαπούσα τόσο πολύ, ήταν ανίκανη να απαντήσει σε ερωτήματα όπως «Ποιο είναι το νόημα της ζωής;» «γιατί είμαι εδώ;» «γιατί τα μαθηματικά λειτουργούν, έτσι κι αλλιώς;» «Αν το Σύμπαν έχει αρχή, ποιος το δημιούργησε;» «Γιατί οι φυσικές σταθερές στο Σύμπαν είναι τόσο λεπτά ρυθμισμένες, ώστε να επιτρέπουν τη δυνατότητα των σύνθετων μορφών ζωής;» «Γιατί οι άνθρωποι έχουν την αίσθηση της ηθικής;» «Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουμε;».
Είχα υποθέσει ότι η πίστη βασίζεται σε συναισθηματικά και παράλογα επιχειρήματα, και έμεινα έκπληκτος όταν ανακάλυψα, ότι μπορεί κάποιος να αναπτύξει πολύ ισχυρά επιχειρήματα για την πιθανότητα ύπαρξης του Θεού πάνω σε ένα αποκλειστικά λογικό υπόβαθρο. Η αρχική αθεϊστική μου βεβαιότητα, πως «ξέρω ότι δεν υπάρχει Θεός», αναδύθηκε τότε ως η πιο αβάσιμη εκδοχή. Καθώς εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Άγγλος συγγραφέας G. K. Chesterton, «ο αθεϊσμός είναι το πιο τολμηρό δόγμα, γιατί είναι η υποστήριξη μιας καθολικής άρνησης».
Αλλά η λογική από μόνη της δεν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη του Θεού. Η Πίστη είναι λογική συν αποκάλυψη, και αυτή η αποκάλυψη απαιτεί σκέψη τόσο με το πνεύμα όσο και με το μυαλό. Πρέπει να ακούσει κανείς τη μουσική, δεν φτάνει να διαβάσει μόνο τις νότες στο πεντάγραμμο. Τελικά, ένα άλμα πίστης είναι απαραίτητο.
Για μένα, αυτό το άλμα ήρθε στο 27 έτος της ηλικίας μου, όταν η αναζήτηση για να μάθω περισσότερα για τον Θεό με οδήγησε στον Ιησού Χριστό. Εδώ παρουσιαζόταν ένα πρόσωπο με ισχυρότατες ιστορικές μαρτυρίες για τη ζωή του, το οποίο έκανε εκπληκτικές δηλώσεις σχετικά με την αγάπη προς τον πλησίον, οι δε ισχυρισμοί του, ότι ήταν γιος του Θεού, απαιτούσαν να πάρω μια απόφαση, για το αν ήταν πλανεμένος ή ήταν όντως ο γιος του Θεού. Μετά από αντίσταση σχεδόν δύο χρόνων, έγινα ακόλουθος του Ιησού.
Ορισμένοι με ρώτησαν. Δεν έχει εκραγεί το μυαλό σου; Μπορείς να αναζητείς το πώς λειτουργεί η ζωή, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της γενετικής και της μοριακής βιολογίας, και συγχρόνως να λατρεύεις ένα δημιουργό Θεό; Δεν είναι η εξέλιξη και η πίστη στο Θεό ασυμβίβαστες; Μπορεί ένας επιστήμονας να πιστεύει σε θαύματα όπως η ανάσταση;
Στην πραγματικότητα, δεν βρίσκω καμία σύγκρουση σ’ αυτά, και το ίδιο συμβαίνει με το 40% των ενεργών επιστημόνων που δηλώνουν ότι είναι πιστοί. … Αλλά γιατί δεν θα μπορούσε η εξέλιξη να είναι το σχέδιο του Θεού για τη δημιουργία; Είναι αλήθεια, ότι αυτό είναι ασυμβίβαστο με μία κατά γράμμα ερμηνεία της Γένεσης, αλλά ακόμη και ο Ιερός Αυγουστίνος, δεν ήταν σίγουρος για την ακριβή ερμηνεία της καταπληκτικής αυτής ιστορίας της δημιουργίας. Το να προσκολληθεί κανείς σε κατά γράμμα ερμηνείες … δεν είναι σοφό ούτε αναγκαίο…[1].
* * *
Εντυπωσιακή η ομολογία του Collins. Ακόμη και μέσα απ’ τα επιστημονικά οχυρά της αθεΐας, αναδεικνύει η Αγαθότητα του Θεού επιστήμονες, οι οποίοι διακηρύττουν περίτρανα την πίστη τους!
Θα ήταν ίσως χρήσιμο να γίνουν δύο σχόλια.
A. Ο Collins, όπως φαίνεται και στο βιβλίο του «Η γλώσσα του Θεού…»[2] αποδέχεται πλήρως τη θεωρία της εξελίξεως [3]. Ακριβώς λόγω της τοποθετήσεώς του αυτής, η ομολογία του κορυφαίου γενετιστού εκθέτει ανεπανόρθωτα όσους χρησιμοποιούν τη θεωρία της εξελίξεως σαν επιχείρημα εναντίων της πίστης.
B. Το βιβλίο της Γενέσεως περιγράφει γεγονότα, τα οποία, σύμφωνα με τις σύγχρονες αντιλήψεις, συνέβησαν σε διάστημα 14 δισεκατομμυρίων ετών. Το ιερό κείμενο αφιερώνει λίγες μόνο σελίδες για τα γεγονότα αυτά και η αφήγηση απευθύνεται σε ανθρώπους κάθε εποχής, μορφώσεως και ηλικίας. Και ενώ το βιβλίο είναι Θεόπνευστο και η κάθε του λέξη έχει σημασία, δεν αποτελεί επιστημονικό εγχειρίδιο, παρ’ ότι περιέχει εντυπωσιακές επιστημονικές αλήθειες [4]. Η άπειρη Σοφία του Θεού δεν μας έδωσε έτοιμες επιστημονικές απαντήσεις, μας έδωσε όμως την ικανότητα και τις αφορμές για επιστημονική διερεύνηση: «…πολλά ἀπεσιώπησεν, τόν ἡμέτερον νοῦν γυμνάζουσα πρός ἐντρέχειαν (ευστροφία), ἐξ ὀλίγων ἀφορμήν παρεχομένη ἐπιλογίζεσθε (από λίγες αφορμές να συμπεράνουμε τα υπόλοιπα)…» γράφει ο Μ. Βασίλειος, (ΕΠΕ 4, 72/4). Το μέλλον, θα δείξει τι οδό ακολούθησε η Πανσοφία του Θεού για τη δημιουργία της ζωής και του ανθρώπου. Ένα είναι σίγουρο. Ο Θεός δεν απειλείται απ’ τις επιστημονικές ανακαλύψεις! «Οὐ γάρ ἐλαττοῦται ἡ ἐπί τοῖς μεγίστοις ἔκπληξις ἐπειδάν ὁ τρόπος καθ’ ὅν γίνεταί τι τῶν παραδόξων ἐξευρεθῇ» (δεν μειώνεται ο θαυμασμός μας για τα μεγαλεία της δημιουργίας όταν ανακαλυφθεί ο τρόπος με τον οποίο έγιναν) λέγει ο Μ. Βασίλειος, Εις την Εξαήμερον, Ομιλία Α’, 10.
Αυτό που δοκιμάζεται, είναι οι απλουστευμένες και ανθρωπομορφικές αντιλήψεις μας περί των ενεργειών του Θεού. Κάθε νέα ανακάλυψη αποτελεί και αποκάλυψη μιας νέας πτυχής της απρόσιτης Σοφίας του Δημιουργού και αυτό θα πρέπει να μας οδηγεί σε θαυμασμό και δοξολογία [5].
* * *
«… Έχω βρει ότι υπάρχει μία θαυμάσια αρμονία στις συμπληρωματικές αλήθειες της επιστήμης και της πίστης. Ο Θεός της Βίβλου είναι επίσης ο Θεός του γονιδιώματος. Ο Θεός μπορεί να βρεθεί στον καθεδρικό ναό ή στο εργαστήριο. Ερευνώντας τα μεγαλειώδη και θαυμάσια δημιουργήματα του Θεού, η επιστήμη μπορεί να γίνει ένα μέσο λατρείας», καταλήγει ο Collins.
[1] Η συνέντευξη δόθηκε τον Απρίλιο του 2007. Χάρη στον Collins τα αποτελέσματα της μνημειώδους έρευνας στο ανθρώπινο γονιδίωμα διατέθηκαν ελεύθερα στη διεθνή κοινότητα. Ο Collins (60 ετών σήμερα και πολυβραβευμένος) είναι διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας (NIH) των Η.Π.Α..
[2] Στο βιβλίο «Η γλώσσα του Θεού, ένας επιστήμονας δίνει μαρτυρία για την πίστη» (Ελληνική έκδοση Παπαζήση) ο Collins κάνει εκτενέστατη ομολογία πίστης.
[3] Οι τοποθετήσεις των πιστών επιστημόνων στο θέμα αυτό ποικίλλουν. Μερικοί υποστηρίζουν κατά γράμμα ερμηνεία της Γενέσεως (δημιουργιστές), άλλοι δέχονται περιορισμένη ισχύ της εξελίξεως και επέμβαση του Θεού σε διάφορα στάδια της ζωής (ευφυής σχεδιασμός) και άλλοι, όπως ο Collins, πιστεύουν, ότι ο Θεός προίκισε εξ αρχής τη Δημιουργία με όλες τις δυνάμεις για τη γένεση και εξέλιξη της ζωής. Υπάρχουν φυσικά και ενδιάμεσες απόψεις. Στο βαθμό που οι τοποθετήσεις αυτές είναι επιστημονικές υποθέσεις εργασίας, είναι θεμιτές και σεβαστές.
[4] Ο Arno A. Penzias (βραβείο Νόμπελ 1978) είχε δηλώσει στους New York Times: «Τα καλύτερα στοιχεία που έχουμε (για τη μεγάλη έκρηξη) είναι ακριβώς ίδια με αυτά, που θα είχα προβλέψει, εάν δεν είχα τίποτε άλλο στην διάθεσή μου παρά μόνο τα βιβλία του Μωυσή, τους Ψαλμούς, τη Βίβλο στο σύνολό της».
[5] «Όταν π.χ. … νόμιζα ότι ο ήλιος γυρίζει γύρω από τη γη, πίστευα ότι έτσι είχε τάξει ο Δημιουργός… Τώρα που έμαθα το σωστό, χάρηκα περισσότερο και Τον δοξάζω για την καινούργια και πιο σωστή γνώση μου. Το επιστημονικό λάθος μου… δεν με εμπόδιζε να πιστεύω στον Δημιουργό. Η διόρθωσή του… δεν με εξωθεί να Τον αρνηθώ. Αντίθετα, ψηλαφώ τώρα πιο πολύ και πιο καλά τα ίχνη Του πάνω στη Δημιουργία…», Ιερομονάχου Λουκά Γρηγοριάτου, «Πνευματικές προϋποθέσεις για την προσέγγιση της θεωρίας της εξελίξεως», 26 Ιουλίου 2009. Το κείμενο μπορεί να αναζητηθεί στο http://www.tideon.org.
————————————————————————–
Μετά τη μεταστροφή μου στην πίστη στο Θεό, διέθεσα σημαντικό χρόνο για να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Αισθάνθηκα μια αυξανόμενη λαχτάρα να τον πλησιάσω, και άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτό το πράγμα είναι η προσευχή.
Η προσευχή δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, μια ευκαιρία για να καταφέρουμε το Θεό να κάνει αυτό που θέλουμε. Η προσευχή είναι ο τρόπος να αναζητήσουμε σχέση με το Θεό, να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε την άποψή Του, για τα ζητήματα που προβληματίζουν τη ζωή μας. Που μας προξενούν αμηχανία, απορία και στενοχώρια.
Ήταν δύσκολη αυτή η σχέση. Όσο περισσότερο καταλάβαινα την παρουσία Του, τόσο η καθαρότητα και η αγιότητά του φαίνονταν απλησίαστα, και τόσο σκοτεινότερες φαινόντουσαν οι δικές μου σκέψεις και πράξεις, μέσα σ’ αυτό το λαμπερό φως.
Άρχισα να συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο την αδυναμία μου να κάνω το σωστό, έστω και για μια ημέρα. Μπορούσα να βρω πολλές δικαιολογίες, αλλά όταν ήμουνα πραγματικά τίμιος με τον εαυτό μου, υπερηφάνεια, απάθεια και οργή νικούσαν τις εσωτερικές μου μάχες. Δεν είχα ποτέ πριν σκεφθεί να αποδώσω στον εαυτό μου το χαρακτηρισμό «αμαρτωλός», αλλά τώρα ήταν οδυνηρά φανερό ότι αυτή η «παλιομοδίτικη» λέξη, από την οποία πριν είχα αποστασιοποιηθεί, ταίριαζε με απόλυτη ακρίβεια.
Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι που βάθαινε ήλθε το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αισθάνθηκα τη βαθιά σημασία του «Δεύτε πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,28).
Κατάλαβα ότι η επιθυμία μου να πλησιάσω το Θεό εμποδιζόταν από την υπερηφάνεια και την αμαρτωλότητά μου, που με τη σειρά τους ήταν αναπόφευκτη συνέπεια της εγωιστικής μου επιθυμίας να είμαι αυτεξούσιος. Η πίστη στο Θεό απαιτούσε το θάνατο του εγωισμού για να ξαναγεννηθώ.
Προσπαθώ να μη συμπεριφέρομαι αλαζονικά, επικριτικά και αυτάρεσκα. Σκέπτομαι συχνά την παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Οι Ιουδαίοι μισούσαν πολύ τους Σαμαρείτες. Το γεγονός ότι ο Ιησούς παρουσίασε τη συμπεριφορά του Σαμαρείτη ως πιο ενάρετη από αυτή ενός ιερέα και ενός πιστού Ιουδαίου πρέπει να σκανδάλιζε τους ακροατές του. Αλλά η υπέρτατη διδασκαλία του είναι: Αγάπα το Θεό με όλο σου το είναι και τον πλησίον σου, σαν τον εαυτό σου (Ματθ. 22,33). Ο άνθρωπος αναζητεί τη γνώση που θα τον κάνει να διαχειρίζεται τον κόσμο και τα προβλήματά του. Ας ακούσει τον αδελφόθεο Ιάκωβο που μας λέει: «Η άνωθεν σοφία είναι αγνή, ειρηνική, επιεικής, ευπειθής, γεμάτη έλεος και αγαθούς καρπούς, αμερόληπτη και ανυπόκριτη» (Ιακώβου, 3,17).
Οι ελπίδες μας, οι χαρές μας και το μέλλον του κόσμου μας εξαρτώνται από αυτό.
(Ο Francis Collins, είναι από τους μεγαλύτερους επιστήμονες Γενετικής του κόσμου, διευθυντής του σχεδίου ανθρώπινου γονιδιώματος, των ΗΠΑ, που παρουσίασε από το Λευκό Οίκο την αποκρυπτογράφηση του DNA).
(Πηγή: Εφημ. Απογευματινή-ένθετο «Εκκλησία» τ. 3)
Αναδημοσίευση: https://fdathanasiou.wordpress.com/2011/09/20/%CE%B2%CF%81%CE%AE%CE%BA%CE%B1-%CF%84%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CF%8C-%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B5%CE%B9-%CE%BF-%CF%86-%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CF%82-%CE%BF-%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89/
Η επιστήμη και η τέχνη ως πηγές θρησκευτικής εμπειρίας
Του Θ. Ρηγινιώτη
Μερικοί άνθρωποι υποκαθιστούν την ανάγκη να θρησκεύουν, με
υποκατάστατα τέχνης και επιστήμης. Όμως τα πάντα πρέπει να έχουν τη σωστή τους
θέση, για να υπηρετήσουν σωστά τον άνθρωπο.
Η τέχνη και η επιστήμη είναι οι δύο άξονες γύρω από τους
οποίους περιστρέφεται ο πολιτισμός μας. Αν και είναι δυνατόν να γίνουν
βάρβαρες, κατά κανόνα είναι από τα πιο εκλεπτυσμένα δημιουργήματα του
ανθρώπινου πνεύματος. Η τέχνη κάνει τον άνθρωπο δημιουργό κόσμων και
πλασμάτων, που –έστω κι αν διανοητικά ξέρει ότι είναι πλαστά– ψυχολογικά και
συναισθηματικά γι’ αυτόν είναι αληθινά. Και η επιστήμη τού προσφέρει
το αίσθημα της κατάκτησης του παρόντος κόσμου, όλου του σύμπαντος, καθώς
ανακαλύπτει και κατανοεί τους νόμους, τη δομή και τη λειτουργία του.
Και στις δύο περιπτώσεις ο άνθρωπος ζει ένα αίσθημα
πληρότητας, που θα τη χαρακτήριζα ηδονή. Δημιουργεί κόσμους και πλάσματα –
κατακτά τον ήδη δημιουργημένο κόσμο. Ο καλλιτέχνης και ο επιστήμονας, ο
καθένας από την πλευρά του, υποσυνείδητα, ακόμη κι αν είναι άθεος,
αισθάνεται θεός. Δε χρειάζεται λοιπόν το Θεό –μα υπάρχει άλλος Θεός εκτός
από τον εαυτό του;
«Αν υπάρχει Θεός, πώς είναι δυνατόν να μην είμαι εγώ ο
Θεός;» και «γιατί ο Ιησούς να είναι ο Υιός του Θεού και όχι εγώ;» ήταν ο
πειρασμός του Ρώσου ζωγράφου του Παρισιού Σέργιου Σαχάρωφ (Μόσχα 1896 –
Έσσεξ Αγγλίας 1993), που, μετά από περιπλανήσεις ανά τον κόσμο και μακρά
θητεία στον υπερβατικό διαλογισμό (ινδικής προέλευσης μυστικιστική μέθοδος
που διαδόθηκε στη δύση από τον Μαχαρίσι), ανακάλυψε την ορθοδοξία και έγινε,
με αγωνία και δάκρυα, ο μεγάλος σύγχρονος άγιος Πατέρας της Εκκλησίας
Σωφρόνιος του Έσσεξ. (Βλ. π. Σεραφείμ Ρόουζ, Η
Ορθοδοξία και η θρησκεία του μέλλοντος, Μορφή εκδοθείτω 2006, σελ. 82-88).
Γι’ αυτό καλλιτέχνες και επιστήμονες είναι τόσο εύκολο να
γίνουν άθεοι, δεϊστές ή αγνωστικιστές, μερικές φορές μάλιστα να κινηθούν
προκλητικά ενάντια στην καθιερωμένη θρησκευτικότητα –γιατί, όσο κι αν
νιώθουν θεοί, δε μπορούν να ξεπεράσουν το γεγονός ότι είναι θνητοί.
Αυτό το αίσθημα πληρότητας του επιστήμονα και του
καλλιτέχνη ισχυρίζομαι ότι είναι ένα γήινο υποκατάστατο του αισθήματος
ουράνιας πληρότητας, που βιώνει ο άνθρωπος όταν έρθει σε επαφή με το Θεό.
Έτσι η τέχνη και η επιστήμη γίνονται υποκατάστατα της θρησκείας, με μία
έννοια γίνονται θρησκείες. Γι’ αυτό ο άνθρωπος μπορεί να εθιστεί σ’ αυτές,
να τους αφοσιωθεί μέχρι μονομανίας, να τις υπηρετήσει ακόμη και παραμελώντας
ή καταστρέφοντας τον εαυτό του ή και άλλους. Οι περιπτώσεις είναι πολλές και
γνωστές: «καταραμένοι» ποιητές, ιδιόρρυθμοι, περιθωριακοί λογοτέχνες και
καλλιτέχνες που συχνά παραφρονούν ή αυτοκτονούν, επιστήμονες αποκομμένοι από
τους ανθρώπους, επιστήμονες που συμβάλλουν με τις έρευνές τους στη
δημιουργία μηχανών εξόντωσης, στον έλεγχο της ανθρώπινης σκέψης και
συμπεριφοράς, στην καταστροφή του περιβάλλοντος, και δε λένε «όχι, φτάνει ώς
εδώ!».
Ο σύγχρονος πολιτισμός, έχοντας εξορίσει το Θεό, πάσχει
σε μεγάλο βαθμό απ’ αυτή τη μορφή ειδωλολατρίας. Η τέχνη και η επιστήμη
είναι γι’ αυτόν «ιερές», δεν πρέπει να έχουν όρια, αλίμονο σ’ εκείνον που θα
τις προσβάλει. Ό,τι κι αν κάνει η τέχνη, της είναι επιτρεπτό, όπου κι αν
φτάσει η επιστήμη, της είναι επιτρεπτό. Όχι όρια στη γνώση, έστω και με
τίμημα την καταστροφή του πλανήτη!
Η ιδέα ότι η επιστήμη πρέπει να εξελίσσεται συνεχώς, με
την προϋπόθεση απλώς να χρησιμοποιείται σε «σωστές» εφαρμογές, είναι
αυταπάτη. Είναι βέβαιο ότι κάθε νέο επίτευγμα χρησιμοποιείται κυρίως για
κακό. Δεν υπηρετεί τον άνθρωπο, ο άνθρωπος το υπηρετεί, πράγμα απόλυτα
φυσικό, γιατί λειτουργεί ως πιστός μιας θρησκείας. Πρόκειται για μια θεότητα
που του δίνει δύναμη, με το ακατανίκητο αίσθημα θεϊκής πληρότητας. Προχωρεί
λοιπόν την «καθαρή» τέχνη και την «καθαρή» επιστήμη –ο ίδιος δεν έχει κακό
σκοπό, απλώς δεν διαχειρίζεται τα επιτεύγματά του, τα οποία παίρνουν άλλοι,
συνήθως πολυεθνικές χωρίς ηθικούς φραγμούς, και τα διαχειρίζονται όπως
θέλουν.
Εκείνος δε σταματά, δε μπορεί να σταματήσει. Ο μόνος
τρόπος να σταματήσει είναι να φύγουν η τέχνη και η επιστήμη από το κέντρο
της ζωής του. Να πάρουν τη θέση που τους αρμόζει, ως δευτερεύουσες
ενασχολήσεις στην υπηρεσία του ανθρώπου. Μόνο που αυτό θα πρόσβαλλε
τα ίδια τα θεμέλια του σύγχρονου πολιτισμού, που επιδιώκει και επιβάλλει, με
κίνητρα σκοτεινά και όχι αγαθά, τη «συνεχή ανάπτυξη» –και μάλιστα την
ξέφρενη, ακόρεστη, άπληστη ανάπτυξη, στα προϊόντα της οποίας έχουν εθιστεί
και οι ψυχικά εξαντλημένοι καταναλωτές.
Υπάρχουν επιστήμονες και
καλλιτέχνες που έρχονται αντιμέτωποι με τις όψεις αυτές του σύγχρονου
πολιτισμού. Πολλοί απ’ αυτούς είναι ακτιβιστές, άλλοι είναι διάσημες
προσωπικότητες που ασκούν κριτική (όπως ο Νόαμ Τσόμσκι ή ο Μάικλ Μουρ),
έχοντας κι εκείνοι την ιδέα ότι ανώτερος στόχος είναι «να κάνουμε τον κόσμο
καλύτερο». Γενικά, μέσα στα πλαίσια του σύγχρονου πολιτισμού, απορρίπτεται
ως «μύθος» ο σημαντικότερος παράγοντας, που θα μπορούσε να σώσει τον ίδιο
τον πολιτισμό, τον κόσμο και φυσικά τον άνθρωπο: η αγιότηταΑναδημοσίευση: http://oodegr.co/oode/epistimi/epistimi_texni_1.htm
Πίστη και Επιστήμη: Έννοιες αντίθετες ή αλληλοσυμπληρούμενες
Μιχαήλ Γ. Χούλης
Θεολόγος καθηγητής, ειδικός συνεργάτης
Ι. Μ. Σύρου
Περισσότερα κείμενα τού καθ.
Μιχαήλ Γ. Χούλη, θα βρείτε εδώ:
http://www.im-syrou.gr/poimantikes_drastiriotites/keimena/xoulis/
Τα τελευταία χρόνια
επανέρχεται, ως μη όφειλε, στο προσκήνιο των ερευνών,
δοκιμίων και αρθρογραφιών διαφόρων θετικών επιστημόνων,
η παλαιά παρεξηγημένη «έχθρα» μεταξύ επιστήμης και
πίστης ή λογικής και θρησκείας. Το φαινόμενο
ανατροφοδοτείται από εκπροσώπους των θετικών επιστημών
κυρίως, με αρκετά νέα και με έντονο μένος κατά του
Χριστιανισμού βιβλία, αλλά και από κύκλους συντηρητικών
προτεσταντών στην Αμερική, που βάλλουν κατά των
συγχρόνων πορισμάτων της βιολογίας, αστρονομίας, φυσικής
κ.λπ., ερμηνεύοντας κατά γράμμα τα πρώτα κεφάλαια του
πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής, της Γένεσης, και
πολεμώντας ορισμένους κλάδους της Επιστήμης με
επιστημονικά και με θρησκευτικά κριτήρια.
Ξεκαθαρίζουμε εξ αρχής
ότι Θεολογία και Επιστήμη δεν αντιμάχονται εκ φύσεως η
μια την άλλη, αφού η Επιστήμη ασχολείται με την δομή και
λειτουργία της φύσεως, ενώ η Θεολογία εντρυφά στην
αποκαλυφθείσα αλήθεια του Θεού και στο αγιοπνευματικό
νόημα της ζωής. Η Επιστήμη μπορεί να μας απαντήσει στο
ερώτημα πώς είναι κατασκευασμένος ο κόσμος και το σύμπαν,
αλλά δεν μπορεί φυσικά να μας απαντήσει στο ερώτημα
ποιος δημιούργησε το σύμπαν και γιατί. Αυτά τα τελευταία
ερωτήματα είναι δουλειά της Θεολογίας και κατ’ επέκτασιν
της Εκκλησίας. Ο μεγάλος σύγχρονος επιστήμονας Στίβεν
Χόκινγκ έχει γράψει ότι “ακόμη κι αν η επιστήμη
καταφέρει να εξηγήσει τι έχει συμβεί από τη γέννηση του
σύμπαντος μέχρι σήμερα, δεν θα μπορέσει να απαντήσει στο
γιατί” (περιοδ. FOCUS, τεύχος 2, Απρίλιος
2000, σελ. 80-84).
Η Επιστήμη δεν έχει
το δικαίωμα να μεθοδολογεί κάνοντας μεταφυσική, δεχόμενη
ή αρνούμενη τον Θεό, αν και ο κάθε επιστήμονας μπορεί να
είναι προσωπικά πιστός ή άπιστος. Από την άλλη μεριά,
χρέος της Θεολογίας είναι να μας βοηθήσει μέσα από την
πνευματική πείρα της Εκκλησίας στο να οδηγηθούμε στους
(πνευματικούς) ουρανούς. Η Θεολογία, ακόμη, δεν έχει
δικαίωμα να ασχολείται επιστημονικά
ούτε με το πώς έγιναν οι «κοσμικοί» ουρανοί, ούτε με το
πώς εμφανίσθηκε ο άνθρωπος πάνω στη γη, διότι αυτό είναι
μέλημα της Επιστήμης και όχι δικό της. Τα πρώτα κεφάλαια
του βιβλίου της Γένεσης έχουν σκοπό να αποκαλύψουν ότι
ολόκληρο το σύμπαν έχει Θεό Δημιουργό, ότι δεν προήλθε
τυχαία ως δια μαγείας, και πως τα ουράνια σώματα και
ολόκληρη η πλάση δεν είναι θεοί, όπως πίστευαν οι γύρω
από τους Ισραηλίτες ειδωλολατρικοί λαοί. Δεν είναι ο
σκοπός επομένως των θεοπνεύστων συγγραφέων να κάνουν
επιστήμη, αλλά υψηλή θεολογία, χρησιμοποιώντας προς
τούτο θρησκευτικές και επιστημονικές γνώσεις της εποχής
τους. Θεόπνευστο επομένως δεν μπορεί να είναι το
επικουρικώς περιγραφόμενο επιστημονικό κοσμοείδωλο της
εποχής των θεοπνεύστων οπωσδήποτε συγγραφέων, αλλά
το θεολογικό μήνυμα της Βίβλου. Εκεί και μόνο
βρίσκεται το αλάθητο της Αγίας Γραφής. Όχι
απαραίτητα στις επιστημονικές γνώσεις που χρησιμοποιεί.
Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν δικαιολογείται κανένας
εκπρόσωπος εκ των δύο παρατάξεων να αναβιώνει
καταστάσεις και περιβάλλοντα, που φάνηκαν να είχαν
περιοριστεί εδώ και 100 χρόνια. Ως εκ τούτου,
διαπιστώνουμε ότι η Επιστήμη προδίδει τον εαυτόν
της, αν και εφόσον προσπαθεί να ανακαλύψει με φυσικό
τρόπο τον άκτιστο Θεό, διότι ξεφεύγει έτσι από τα όρια
έρευνάς της. Αλλά και η Θεολογία δεν είναι
σίγουρα υποχρεωμένη να δέχεται αδιαμαρτύρητα κάθε
επιστημονική θεωρία που έρχεται σε αντίθεση με την
χριστιανική κοσμοθεωρία για τον Θεό και τον κόσμο.
Στα πλαίσια αυτά ο Αθεϊσμός
δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την Επιστήμη ως
εμπροσθοφυλακή κατά του Χριστιανισμού και των θρησκειών,
διότι η Επιστήμη ερευνώντας το επιστητό δεν διαθέτει
όργανο, αντικείμενο και μέθοδο τα οποία αναλογικά να
μπορούν να πλησιάσουν έστω την έννοια του Θεού, αφού η
ουσία του Θεού είναι επέκεινα παντός επιστητού και
εντελώς ακατάληπτος. Οι άθεοι επιστήμονες επομένως
δεν είναι άθεοι εξαιτίας των πορισμάτων της επιστήμης
τους, αλλά ένεκα συγκεκριμένης υλιστικής ιδεολογίας.
Πίστη και Λογική, Θρησκεία και Επιστήμη, δεν
συγκρούονται για τους καλοθελητές. Λανθασμένες
τοποθετήσεις εκπροσώπων τους μόνο συγκρούονται. Απόδειξη
είναι το γεγονός ότι επιφανείς χριστιανοί, κληρικοί και
λαϊκοί, αλλά και οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας,
υπήρξαν για την εποχή τους πολύ μορφωμένοι και
ορισμένοι, όπως ο Μέγας Βασίλειος, πανεπιστήμονες. Ο
Βέλγος αστρονόμος Ζωρζ Λεμαίτρ, ο «πατέρας» της θεωρίας
της ‘Μεγάλης Εκρήξεως’ της Αρχής του σύμπαντος δεν ήταν
εξάλλου ιερέας; Πολλοί από τους Δασκάλους του Γένους επί
Τουρκοκρατίας, όπως οι: Ευγένιος Βούλγαρης, Νικηφόρος
Θεοτόκης, Μεθόδιος Ανθρακίτης, Βενιαμίν ο Λέσβιος κ.α.,
δεν ήσαν οι πρώτοι διδάσκαλοι των θετικών επιστημών στην
πατρίδα μας και ταυτόχρονα ιερείς;
Από την άλλη, πολύ μεγάλοι επιστήμονες ήσαν και είναι
θρησκευόμενοι. Κέπλερ, Πασκάλ, Νεύτων, Λάϊμπνιτς, Βόλτα,
Αμπέρ, Γκάους, Καρρέλ, Φαραντέϊ, Μάξγουελ, Λινναίος,
Κυβιέ, Παστέρ, Λίστερ, Γιούνγκ και τόσοι άλλοι, υπήρξαν
εξαίρετοι επιστήμονες και άνθρωποι ταυτόχρονα με βαθειά
θρησκευτική πίστη (βλ. και Ανδρέα Κεφαλληνιάδη, ΜΙΑ
ΤΑΞΗ ΓΕΜΑΤΗ ΑΠΟΡΙΕΣ, εκδ. Φωτοδότες, σελ. 66 & 119).
Η επιστήμη τους δεν αναίρεσε ή αναιρεί την πίστη τους.
Μάλλον την συμπλήρωνε και την συμπληρώνει. Διότι με την
Επιστήμη διερευνούν οι επιστήμονες διαχρονικά τον φυσικό
και εμπειρικό κόσμο, ενώ με την πίστη τους και την
προσευχή επικοινωνούν με το "Όντως Ον", τον προσωπικό
Τριαδικό Θεό, και αντλούν δύναμη και θάρρος στη ζωή και
την εργασία τους. Όταν στα πλαίσια της μελέτης και της
έρευνάς του ο επιστήμονας ανακαλύψει αίφνης το μεγαλείο
της φύσης ως ποιήματος της Θείας Πρόνοιας, δεν είναι
υποχρεωμένος συνειδησιακά να αναφωνήσει το: “Ως
εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε. Τα πάντα εν σοφία
εποίησας”; (Ψλμ. ργ' 24). Σε ακολουθία αυτού, ο
Άγγλος φυσικός Πολ Ντέϊβις γράφει: “Το γεγονός ότι οι
φυσικοί νόμοι του σύμπαντος επέτρεψαν την ανάπτυξη
πολύπλοκων βιολογικών δομών οι οποίοι οδήγησαν στην
εμφάνιση της συνείδησης αποτελεί για μένα την προφανή
απόδειξη ότι υπάρχει στη φύση κάτι που μας ξεπερνά.
Είμαι πεπεισμένος ότι πίσω από το θαύμα του σύμπαντος
υπάρχει ένα σχέδιο θεϊκής πνοής” (FOCUS, όπου
ανωτέρω). Ο πολύ σημαντικός επιστήμονας,
μελετητής του ανθρωπίνου γονιδιώματος, Φράνσις Κόλινς,
στο βιβλίο του “Η Γλώσσα του Θεού” γράφει: “Ο Θεός
της Βίβλου είναι ο ίδιος ο Θεός του ανθρωπίνου
γονιδιώματος. Μπορείς να τον λατρεύεις και στην Εκκλησία
και στο εργαστήριο” (www.nationalgeographic.gr,
ΑΠΟΨΕΙΣ, Συνέντευξη στον Τζον Χόργκαν). Ακόμη, ο Άγγλος
αστρονόμος καθηγητής Smart κάνει τις ακόλουθες σκέψεις:
“Όταν σπουδάζουμε το Σύμπαν, εκτιμούμε το μέγεθος και τη
ρυθμικότητά του και οδηγούμαστε στο να αναγνωρίσουμε
Δημιουργική Δύναμι και Κοσμικό Σκοπό, ο οποίος
υπερβαίνει όλα τα όρια της ανθρώπινης καταλήψεως” (Δ.
Κωτσάκη, ΤΟ ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΚΌ ΣΥΜΠΑΝ, ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ Ή ΤΥΧΗ;, εκδ.
Ζωή, 1983, σελ. 108). Αλλά και ο μεγάλος μαθηματικός
Αϊνστάιν γράφει: “Κάθε ερευνητής της φύσης
καταλαμβάνεται από ένα είδος θρησκευτικού δέους μπροστά
στην τάξη που επικρατεί στη φύση και η οποία δεν μπορεί
να είναι τυχαία. Το σύμπαν αποκαλύπτει στον άνθρωπο μια
απεριόριστα ανώτερη διάνοια” (Ferdinand Krenzer, ΣΥΝΟΨΗ
ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ, εκδ. Πορεία Πνευματική, σελ.
32-33).
Σήμερα ο άνθρωπος
κατόρθωσε να θέσει στην υπηρεσία του τη φύση με την
Επιστήμη και την Τεχνολογία και νομίζει ότι αυτό έκανε
περιττή την παρουσία του Θεού. Το να χειρίζεται όμως
κανείς το ηλεκτρικό ρεύμα δεν σημαίνει πως το
κατασκεύασε και ο ίδιος. Για να λύσει κανείς ένα
μαθηματικό πρόβλημα, πρέπει να ακολουθήσει σωστά την
μαθηματική μέθοδο επίλυσης ασκήσεων. Για να πετύχει ένα
πείραμα στην Χημεία πρέπει να ανακατέψουμε στις σωστές
αναλογίες συγκεκριμένα υλικά. Για να δουλέψει ένα
μηχάνημα απαιτείται να τηρηθούν οι οδηγίες του
κατασκευαστή. Για να μάθει κανείς χορό είναι απαραίτητο
να ακολουθήσει τα βήματα του δασκάλου. Για να μάθουμε
ένα όργανο μουσικής πρέπει να κατανοήσουμε τις νότες και
να αποκτήσουμε δεξιότητα στα χέρια. Έτσι και για
να φτάσει κανείς στην πίστη αλλά και την θέα του Θεού
(που είναι το μόνο τέλειο θείο θαύμα) είναι αναγκαίο να
ακολουθήσει βήμα προς βήμα τις οδηγίες της Εκκλησίας
(τις εντολές δηλαδή του Χριστού), που είναι η
μόνη αρμόδια για να μας δείξει το δρόμο: δηλαδή
ταπείνωση, έμπρακτη αγάπη, μυστηριακή ζωή, άσκηση,
στροφή της θέλησης προς τον Θεό. Δεν ωφελεί καθόλου να
ρωτάμε εγκεφαλικά αν υπάρχει Θεός, εάν πρώτα δεν έχουμε
εισέλθει στον δρόμο αυτό, που οδηγεί κατευθείαν προς την
φανέρωσή Του.
Η Επιστήμη παρέχει κυρίως
γνώσεις και τεχνολογική εφαρμογή αυτών των γνώσεων για
την υγεία και καλυτέρευση της ζωής των ανθρώπων, ενώ η
Θεολογία και ιδιαίτερα η Εκκλησία παρέχει την
ψυχοσωματική θεραπεία και σωτηρία, τον αγιασμό και την
θέωση, δια της ασκήσεως, της μυστηριακής ζωής και της
αγάπης. Το έργο λοιπόν της Εκκλησίας είναι πολύ ευρύτερο
από εκείνο της επιστήμης. Και ο γνήσιος επιστήμονας ή ο
διανοούμενος δεν απορρίπτει το θαύμα, αν το συναντήσει,
στη ζωή του, διότι η Διανόηση και η Επιστήμη δεν
κλείνουν ποτέ δρόμους και τρόπους έρευνας, ούτε
τελματώνονται και αποκρυσταλλώνονται σε τελεσίδικες
συνταγές και λύσεις. Ο οποιοσδήποτε έχει το δικαίωμα να
δηλώνει αγνωστικιστής, αλλά προδίδει την αναζήτησή του
και τον ίδιο τον εαυτόν του αν δηλώσει άθεος. Η αλήθεια
βρίσκεται στο μέλλον της Επιστήμης, αλλά και ο Χριστός
έρχεται πάντοτε από το μέλλον, σε κάποια στροφή του
υπαρξιακού δρόμου μας, ποτέ από το παρελθόν.
Τα δύο κορυφαία αυτά μεγέθη
στη ζωή των ανθρώπων, Πίστη και Επιστήμη, διαπιστώνουμε
λοιπόν, ότι δεν συγκρούονται, μάλλον δε συνεργάζονται
αρμονικά για το καλό της ανθρωπότητας. Οπωσδήποτε δηλαδή
αλληλοσυμπληρώνονται, και μάλιστα στις ημέρες μας, που
τα προβλήματα τα οποία ανακύπτουν είναι πολύπλευρα και
χρήζουν πολύπλευρης αντιμετώπισης. Η ανθρωπότητα
βρίσκεται πλέον, αν θέλει να επιζήσει, στη φάση της
σύνθεσης και συνδιαλλαγής και όχι στη φάση της στείρας
αντιπαράθεσης και διαίρεσης. Μας ενδιαφέρει το μέλλον
του πλανήτη μας και του σύμπαντος και όχι οι
ψευδοσυμφεροντολογικές επιδιώξεις διαφόρων μεμονωμένων
εκπροσώπων τους. Όπου πάντως η Θρησκεία βάλλεται
από την πλευρά της Επιστήμης, εκεί κάποιοι εκπρόσωποι
της Επιστήμης κάνουν ιδεολογικό και μεταφυσικό πόλεμο
και όχι επιστημονικό. Η Επιστήμη είναι ουδέτερη
στην έρευνά της, δεν έχει ούτε υλιστικές, ούτε θεϊστικές
προϋποθέσεις κατά την αναζήτηση της αντικειμενικής
αλήθειας. Και εκεί που η Επιστήμη δυσκολεύεται στο έργο
της από θρησκευτικούς εκπροσώπους διαφόρων ομολογιών,
εκεί ο ρόλος της Θρησκείας έχει παρεξηγηθεί και
αντορθόδοξα ερμηνευθεί.
Βέβαια, έχει γίνει σαφές
πλέον στους επιστήμονες ότι κάθε Επιστήμη δεν είναι ένα
είδος μαγείας με άπειρες δυνατότητες, ούτε διατείνεται
πως κατέχει, χωρίς αδυναμίες, την άκρα βεβαιότητα με τα
πορίσματά της περί παντός επιστητού. Η φυσική
πραγματικότητα έχει πολλές όψεις, όπως και μια οικοδομή.
Και η επιστημονική θεώρηση του κόσμου και της φύσεως
έχει γίνει συνείδηση πια πως καταδεικνύει μία μόνο από
τις πολλές λειτουργίες του κόσμου. Άλλωστε, η
πηγή κάθε γνώσης αδιαμφισβήτητα είναι η πίστη στις
δυνατότητες αυτής της γνώσης, ενώ ακόμη και τα
βασικά επιστημονικά πιστεύω μας είναι αναπόδεικτα.
Οποιαδήποτε ακόμη θεώρηση του κόσμου είναι κατά βάθος
εσωτερική και θρησκευτική. Ξεκινάς από εκεί που
πιστεύεις ενδόμυχα και προχωράς με πίστη στο αποτέλεσμα.
Ο φιλόσοφος Ε. Block αναφέρει: “Υπάρχουν γνώσεις που
δεν μπορούμε να αποκτήσουμε παρά μόνο εφόσον το θέλουμε”
(Ferdinand Krenzer, όπου ανωτέρω, σελ. 31). Μην
ξεχνάμε ότι όλοι οι επιστήμονες, κατά την εργασία τους,
επιστημονικές θέσεις και έρευνες άλλων εμπιστεύονται
καθημερινά, όσων συναδέλφων τους έχουν προηγηθεί, χωρίς
να προσπαθούν να αποδείξουν από την αρχή τα πάντα
(βλ. Χωρεπισκόπου Αρσινόης Γεωργίου: ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ
ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ, Ομιλία στο Σύλλογο “Οι φίλοι
του Αγίου Μενίγνου του Κναφέως”, προστάτου των Χημικών,
Αθήνα 23.11.2003).
Ως εκ τούτου, διαφαίνεται
στις ημέρες μας μια συνεργασία σε όλα τα επίπεδα μεταξύ
Επιστήμης και Θρησκείας, και ειδικότερα για μας, μεταξύ
Επιστήμης και Χριστιανισμού. Η Επιστήμη χωρίς την
Θρησκεία ακουμπά στο ένα της πόδι. Αυτό γιατί “πάσα
επιστήμη χωριζομένη αρετής, πανουργία και ου σοφία
φαίνεται”, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον
Θεολόγο. Η ταπείνωση της Επιστήμης μάλιστα, θα τη σώσει
από την αυτάρκεια και απομόνωσή της, όταν αντιλαμβάνεται
πλέον πως γνωρίζει τα όρια και τις δυνατότητές της και
πως δεν έχει την λύση πάντα έτοιμη σε όλα τα προβλήματα
και ερωτήματα της ζωής. Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να
ζήσει μόνο με τις επιστημονικές γνώσεις. Απαιτούνται
επιπλέον ηθική, νόημα, ποιότητα ζωής, αίσθηση του
ωραίου, του αγίου, του υψηλού και του δικαίου. Όταν ο
Τρίτος Κόσμος και εκατομμύρια συνάνθρωποί μας
βρίσκονται κάτω από τα όρια επιβίωσης, δεν ενδιαφέρονται
για τα χρωματοσώματα, το DNA, ή για τον αριθμό των
πρωτονίων και νετρονίων που αποτελείται ο πυρήνας των
κυττάρων τους. ΄Οταν πεθαίνει κανείς από πείνα δεν
μπορεί να χορτάσει με quark και υποατομικά σωματίδια.
Χριστιανισμός, Επιστήμη και Τεχνολογία είναι γι' αυτό
οι υπηρέτες και διάκονοι προς όφελος του κόσμου,
ενόψει μάλιστα της ραγδαίας ανάπτυξης των Βιοεπιστημών
και της Βιοτεχνολογίας και μπροστά στα κρίσιμα αδιέξοδα
που προκύπτουν. Ο Γερμανός νομπελίστας φυσικός Μαξ Πλανκ
λέγει μάλιστα ότι “οι δρόμοι επιστήμης και θρησκείας
προχωρούν παράλληλα και συναντιώνται στο αχανές άπειρον,
δηλαδή τον Θεόν” (ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Αρχιμ.
Τιμοθέου Κοντογιάννη,
www.imlarisis.gr).
Επομένως, “τόσο η
Επιστήμη όσο και η Τεχνολογία είναι όργανα δοσμένα από
το Θεό, που αν χρησιμοποιηθούν ορθά επεκτείνουν τις
δυνατότητές μας για το καλό... είναι η κατάχρηση κι όχι
η λελογισμένη χρήση της Επιστήμης που επιφέρει κακά,
όπως και κάθε κατάχρηση. Αν πάλι κάποιοι άλλοι από
πλευράς Επιστήμης ... παρουσιάζονται ως άθεοι, θα πρέπει
κι αυτοί να θυμούνται πως η αθεΐα τους δεν μπορεί να
θεμελιωθεί στην Επιστήμη, αλλά είναι απλώς μια υπαρξιακή
τοποθέτησή τους.... Η σχέση Χριστιανισμού και
Θετικών Επιστημών είναι σχέση συμπόρευσης, γιατί θετικοί
είναι όλοι οι παράγοντες που τη διαμορφώνουν”
(Αρσινόης Γεωργίου, όπου ανωτέρω)
Το δίλημμα λοιπόν “Επιστήμη ή Πίστη” είναι ένα
ψευτοδίλημμα. Επιστήμη και Πίστη είναι η
διαχρονική απάντησηΑναδημοσίευση: http://oodegr.co/oode/epistimi/genika/sxesi3.htm
Συνέντευξη για την επιστήμη και την πίστη, από τον σεβ. Νικόλαο, μητρ. Λαυρεωτικής και Μεσογαίας
Πηγή: Εφημερίδα "Το ΒΗΜΑ", 24/12/2006, Σελ.: H04. Κωδικός άρθρου: B14950H041. ID: 282585
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14950&m=H04&aa=1
Η χριστιανική πίστη ως όχημα εκτόξευσης της ανθρώπινης
συνείδησης έξω από τη «φυλακή» που λέγεται Σύμπαν. Η
συνέντευξη του Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
Νικολάου, ο οποίος όμως υπήρξε επί έτη ερευνητής στο ΜΙΤ,
στο Χάρβαρντ και στη NASA, δίνει σίγουρα φτερά στη σκέψη μας.
ΙΩΑΝΝΑ ΣΟΥΦΛΕΡΗ
«Αρχή Χρόνου - Αρχή Κόσμου - Αρχή Ζωής». Με αφορμή τη Γέννηση του Χριστού, αλλά και την αρχή του νέου έτους, σκεφθήκαμε να δώσουμε τον παραπάνω τίτλο στην κουβέντα μας με τον Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, και πρόεδρο της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας, πατέρα Νικόλαο.
Οδηγώντας όμως προς τη Μητρόπολη στα Σπάτα, όπου είχε ορισθεί η συνάντησή μας, μια φράση είχε καρφωθεί στο μυαλό μου: «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Οχι, δεν είχα καμία αμφιβολία ότι μια συνέντευξη με τον Μητροπολίτη Νικόλαο είχε θέση στις επιστημονικές σελίδες της εφημερίδας. Στο κάτω κάτω, πόσοι επιστήμονες μπορούν να καυχηθούν ότι κατέχουν τέσσερα Master's και δύο διδακτορικά διπλώματα, το ένα αμιγώς επιστημονικό και το άλλο στη Θεολογία; Οτι συνδυάζουν σύγχρονη ερευνητική πείρα με ασκητική ζωή; Είχα όμως ένα δέος: επρόκειτο να μιλήσω με τον άνθρωπο που συνειδητά επέλεξε την ιεροσύνη από την επιστήμη - που είναι η δική μου επιλογή - και ενδόμυχα φαίνεται πως ετοιμαζόμουν για καβγά!
Με αυτή την εξομολόγηση αρχίσαμε την κουβέντα μας, αλλά όπως θα διαβάσετε παρακάτω, όχι μόνο καβγάς δεν έγινε μα ανοίχτηκαν καινούργιες προοπτικές...
Είναι ωραίο πράγμα να διαφωνούμε και νομίζω ότι είναι πιο ωραίο από το να συμφωνούμε σε όλα. Η αλήθεια δεν είναι γραμμική εξίσωση που έχει μία μόνο λύση...
- Αλλά;
«Αν και μία, έχει πολλές προσεγγίσεις, πολλές πτυχές και η φαινομενική διαφορετικότητα μπορεί να εκφράζει υγιή συμπληρωματικότητα. Συχνά οι εντάσεις των διαφορών οφείλονται στους εγωισμούς μας ή στην απολυτότητά μας και όχι στην ίδια την αλήθεια».
- Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η επιστήμη φαίνεται να συγκρούεται με τη θρησκεία;
«Η κρίσιμη λέξη εδώ είναι η λέξη "φαίνεται"...».
- Οι βιολόγοι είναι δαρβινιστές. Συμβιβάζεται ο δαρβινισμός με τη θρησκεία;
«Μου επιτρέπετε να ρωτήσω: πού δεν συμβιβάζεται; Στην περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου μέσα στο βιβλίο της Γενέσεως;».
- Ας πούμε...
«Η Γένεση δεν είναι βιβλίο Φυσικής ή Βιολογίας. Η περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου στα βιβλικά κείμενα είναι πολύ συνοπτική. Δύο μόλις στίχοι στο πρώτο κεφάλαιο και ίσως ένας στο δεύτερο. Αυτό είναι! Και η ουσία δεν κρύβεται στο "χουν από της γης", που ισχύει και για τα ζώα. Το σημαντικό που δεν υπάρχει στα ζώα είναι το ότι "ενεφύσησεν πνοήν ζωής" στον άνθρωπο και τον "έπλασε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού". Από 'κεί και πέρα ποιο είναι το πρόβλημα; Η όποια ομοιότητα του ανθρώπινου σώματος με αυτό των πρωτίστων θηλαστικών; Αυτή είναι προφανής! Ο άνθρωπος έχει ομοιότητα με τα ζώα αλλά συγγένεια με τον Θεό. Μοιάζει με τα ζώα κατά το φθαρτό στοιχείο και την εγκόσμια εικόνα του και συγγενεύει με τον Θεό κατά το πρόσωπο, δηλαδή κατά την αιώνια και άφθαρτη εικόνα του. Και το σημαντικό είναι το δεύτερο!».
- Αρχή του χρόνου σε λίγες μέρες. Τι σημαίνει για σας;
«Αρχή του έτους σημαίνει ανακύκλωση του χρόνου. Στον κόσμο, στο Σύμπαν, η αρχή του χρόνου, η πρώτη αρχή, τοποθετείται περίπου 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Και βέβαια, η αρχή του χρόνου και η αρχή του Σύμπαντος συμπίπτουν. Πρόκειται για το Μπιγκ Μπανγκ, τη μεγάλη έκρηξη, ένα μοναδικό γεγονός, που σηματοδοτεί την αρχή μας. Μια αρχή όμως την οποία, όταν προσεγγίζουμε με τις εξισώσεις μας, αυτές καταρρέουν. Εχουμε, όπως λέμε, ανωμαλία (singularity). Τελικά το μυστικό της αρχής του κόσμου θα παραμείνει άγνωστο. Ανάλογα και η αρχή της ζωής, η στιγμή της γονιμοποίησης. Τι ωραίο πράγμα! Για κάποιον λόγο η φύση κρατάει σημαντικά μυστικά για τον εαυτό της. Αυτό είναι εγγενής ιδιότητά της, όπως φαίνεται και στην αρχή της αβεβαιότητος του Χάιζενμπεργκ».
- Η οποία τι λέει;
«Είναι μια θεωρία που αποδεικνύει πως όταν με μεγάλη ακρίβεια προσδιορίσουμε τη θέση ενός σωματιδίου, τότε υποχρεωτικά κάνουμε λάθος στον προσδιορισμό της ταχύτητάς του. Και αντιστρόφως. Η φύση παίζει μαζί μας. Κάτι μας δίνει και κάτι μας κρύβει. Βρίσκω ότι αυτό είναι εκπληκτικό.
Αλλο παράδειγμα, το ερώτημα αν στο Σύμπαν υπάρχει και αλλού έλλογη ζωή. Οι ασύλληπτες διαστάσεις του αφενός και ο φραγμός του ορίου της ταχύτητας του φωτός αφετέρου θα μας κρατήσουν σε μία ίσως παντοτινή απομόνωση. Δεν μπορούμε ούτε να ανιχνεύσουμε άλλη ζωή ούτε και να επικοινωνήσουμε με τυχόν εξωγήινα όντα. Στην καλύτερη περίπτωση, ενδεχόμενη διαπίστωση ύπαρξης τέτοιων, λόγω των τεραστίων αποστάσεων, θα μας βοηθήσει να διαπιστώσουμε το παρελθόν τους και όχι την παρούσα τους κατάσταση. Για τέτοιους στόχους, το Σύμπαν φαίνεται να λειτουργεί ως φυλακή. Είμαστε μικροί, μπορούμε λίγα και αδυνατούμε να ξεφύγουμε από τα όριά μας! Με τη Φυσική και τη Βιολογία είμαστε καταδικασμένοι να διαπιστώνουμε τον γενικευμένο εγκλεισμό μας. Οι πόρτες εξόδου από τον φυσικό κόσμο πρέπει να διερευνηθούν σε άλλες περιοχές».
- Τις οποίες εσείς έχετε βρει;
«Οχι, ακριβώς! Εγώ την πόρτα μου την ψάχνω... Αγαπώ πολύ έννοιες όπως το "άπειρο", το "αιώνιο", το "τέλειο". Με μαγεύουν. Το "άπειρο" δεν είναι φυσική έννοια. Φυσική έννοια είναι το "μικρό" ή το "μεγάλο". Το "άπειρο" αποκτά διαστάσεις μεταφυσικές. Αντίστοιχα και το "αιώνιο" και το "τέλειο". Μας υπερβαίνουν οι έννοιες αυτές. Υπάρχει αρμονία στον κόσμο, αλλά όταν υπάρχει ο θάνατος και η φθορά δεν υπάρχει τελειότητα. Παρ' όλα αυτά, η λύση στο πρόβλημα της κατανόησης του κόσμου είναι η προσέγγιση αυτών των εννοιών: της αιωνιότητας, του απείρου και της τελειότητας, που βρίσκονται στο μεθόριο του φυσικού και του επέκεινα. Εγώ ελπίζω να τις προσεγγίσω περισσότερο μέσα από την Εκκλησία και τη Θεολογία παρά μέσα από τη Φυσική και τη Βιολογία. Η επιστήμη είναι θαυμάσιο όργανο για να εκφράσει το πάρα πολύ μεγάλο και το μικρό, το πρόσφατο και το παλιό, το σχεδόν τέλειο και το πολύ όμορφο. Αλλά όχι από 'κεί και πέρα».
- Πάντως, όταν μιλάτε για την επιστήμη, μιλάτε με τρόπο που δείχνει μια ιδιαίτερη αγάπη...
«Μεγάλη αγάπη. Η επιστήμη έχει μια γοητεία, είναι μια ευλογία, αλλά το μεγαλείο της δεν κρύβεται τόσο σε αυτό που γνωρίζουμε όσο στην κρυμμένη αίγλη αυτού που αγνοούμε. Ενας καλός ερευνητής που ψηλαφεί το όριο της γνώσης δεν μαγεύεται τόσο από αυτό που κατανόησε, όσο από αυτό που υποψιάζεται πως αγνοεί. Ετσι κατακτάται το νέο και το άγνωστο. Επιστήμη σημαίνει τόλμη στην ανακάλυψη, ταχύτητα στο καινούργιο και διεισδυτικότητα στο άγνωστο. Ποιος μπορεί να τη φρενάρει και γιατί να κάνει αυτό το λάθος; Εκείνο που πρέπει να κάνουμε δεν είναι να στερήσουμε την επιστήμη από την ελευθερία της, αλλά μετά συνέσεως να χειριστούμε τις τεχνολογικές εφαρμογές της. Πράγμα που δεν στηρίζεται ούτε στη γνώση ούτε στην κατανόηση, αλλά στη συνείδηση του ανθρώπου, στην αίσθηση του καλού και του κακού, του ψεύτικου και του αληθινού, του ασήμαντου και του ουσιαστικού, στοιχείων που πάλι μας οδηγούν προς έννοιες και ιδιώματα που σχετίζονται με τον Θεό».
- Πιστεύετε ότι απειλείται η Εκκλησία από την Επιστήμη;
«Η Εκκλησία δεν απειλείται, γιατί η αλήθεια δεν απειλείται. Αν η Επιστήμη απειλεί την αλήθεια, τότε απειλείται και η Εκκλησία. Αν η Επιστήμη συμμαχεί με την αλήθεια, τότε συμμαχεί και με την Εκκλησία. Ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για το τέλος του Θεού. Τέλος θα μπορούσε να έχει η Επιστήμη που ασχολείται με τα πεπερασμένα και πιστεύει πως το τέλος του ανθρώπου είναι τέλος. Οχι ο Θεός. Στην Εκκλησία, τέλος σημαίνει αρχή και τελείωση».
- Σε πρακτικό επίπεδο, το Κέντρο Βιοηθικής της Εκκλησίας πιστεύετε ότι μπορεί να συμβάλει στη συνετή διαχείριση των επιστημονικών επιτευγμάτων;
«Κατ' αρχάς το Κέντρο Βιοηθικής περισσότερο είναι Κέντρο βιοηθικού προβληματισμού. Δηλαδή μελετά το τι κάνει η επιστήμη, ποιες οι προοπτικές και ποιες οι συνέπειες των επιτευγμάτων της. Δεν έχει ως σκοπό να κάνει πολιτική ή να επηρεάσει αποφάσεις. Είμαστε πολύ μικροί για κάτι τέτοιο. Απλά συμμετέχουμε στον κοινωνικό διάλογο και καταθέτουμε επεξεργασμένες απόψεις. Νομίζω πάντως ότι το Κέντρο θα πρέπει να μετεξελιχθεί σε ένα γενικότερο Κέντρο διαλόγου της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ανάπτυξης με την Ορθόδοξη θεολογική αλήθεια. Αυτό, πιστεύω, θα καταδείξει πως ο άνθρωπος αναδεικνύεται ως αιώνια πνευματική αξία. Εχω την εντύπωση ότι οι τεχνολογίες όπως τις διαχειριζόμαστε σήμερα δεν βοηθούν στην καλλιέργεια και στην πνευματική απελευθέρωση του ανθρώπου. Μάλλον ισχυροποιούν το βαρυτικό πεδίο του εγωισμού μας και μας παγιδεύουν».
- Η Εκκλησία απελευθερώνει τον άνθρωπο;
«Η λάθος Εκκλησία φτιάχνει δούλους! Εκκλησία που δεν φτιάχνει ελεύθερους ανθρώπους, που δεν πλαταίνει την καρδιά και δεν διευρύνει τον νου, έχει πρόβλημα με την ταυτότητά της, με το όνομά της. Λέει στην Αγία Γραφή "γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς"... Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον εκτός από την Εκκλησία που να ελευθερώνει πραγματικά τον άνθρωπο».
- Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για το νόημα των Χριστουγέννων;
«Οτι τελικά ο Θεός κάνει τρία πράγματα: εγχρονίζεται (εισέρχεται στον χρόνο), εγχωρείται (εισέρχεται στον χώρο) και ενανθρωπίζεται (επιλέγει να εισχωρήσει στην ιστορία και στον κόσμο ως άνθρωπος). Θα μπορούσε να επιλέξει άλλον τρόπο για να εκφράσει την παρουσία Του. Ο Θεός δεν παρεμβαίνει, αλλά ο Ιδιος μπαίνει στην ιστορία, στον χώρο, στον κόσμο, ενδύεται την ανθρώπινη φύση για να μπορέσει ο άνθρωπος να βγει από τον χώρο, να εξέλθει από τον κόσμο, να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης του. "Ανθρωπος γίνεται Θεός, ίνα τον Αδάμ Θεόν απεργάσηται", για να κάνει Θεό τον άνθρωπο, να τον μπολιάσει με θεοειδή στοιχεία. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που ζει τα επέκεινα από τον χρόνο, το αιώνιο, τα έξω από τον χώρο, το άπειρο, και τα πέραν από τους περιορισμούς των ανθρωπίνων αδυναμιών, το τέλειο, το άγιο! Αυτός μπορεί να κάνει και καταπληκτική επιστήμη και έρευνα, όσο και αν σας φαίνεται παράξενο. Επειδή ζει την αλήθεια, ευκολότερα εισχωρεί στη γνώση. Αυτό κάνει η πνευματική ζωή. Πνευματική ζωή δεν σημαίνει ηθική ζωή, σημαίνει απελευθέρωση από τα πάσης φύσεως δεσμά. Σημαίνει εκτόξευση και ταχύτητα διαφυγής...».
- Οι άνθρωποι όμως είμαστε μικροί και πεπερασμένοι...
«Ετσι φαινόμαστε! Μπορούμε όμως να μην είμαστε: φανταστείτε να γίνουμε θεόμορφοι, αιώνιοι και άπειροι. Αυτή είναι η δυνατότητά μας, γι' αυτό και η Εκκλησία δεν υποστέλλει το μήνυμά της. Μιλά για αγιότητα, για μετά θάνατον κατάσταση, για οικείωση με τον Θεό, για αξιοποίηση από τον άνθρωπο των δυνάμεων του Θεού. Εμείς αυτά τα αγνοούμε. Δυστυχώς, η έπαρση της επιστήμης μας κάνει να αρκούμαστε μόνο στα του φυσικού κόσμου και στα της λογικής. Και αυτό μας αδικεί. Καλύτερα αληθινός παπάς σε κοιμητήριο παρά καταπληκτικός βιολόγος σε εργαστήριο έρευνας για τη ζωή. Φοβερό πράγμα η πρόκληση του θανάτου! Για την Επιστήμη σημαίνει τέλος. Για την Εκκλησία σημαίνει πέρασμα, όχι στην άλλη ζωή, αλλά στην όντως ζωή. Σημαίνει νέα αρχή. Μοιάζει σαν τη γέννηση, την έξοδο από τη μήτρα της μητέρας, από την εμβρυϊκή κατάσταση στο φως του κόσμου. Στον θάνατο του μικρού παιδιού, στον τραγικό, στον ομαδικό, στον ξαφνικό, η κοινή λογική καταρρέει. Για αυτήν η κηδεία είναι εγκόσμιο κοινωνικό γεγονός. Αντίθετα, η άλλη λογική έχει παρηγοριά και ελπίδα. Δίνει στον πόνο αντοχή. Κάνει τον θάνατο ζωή, μεταμορφώνει το τέλος σε αρχή. Δεν είναι υπέροχο αυτό;».
- Για να επιστρέψω στα πεζά, πώς σας φαίνονται όλα αυτά τα νέα για τα βλαστικά κύτταρα και τις δυνατότητες που ανοίγουν;
«Οτιδήποτε γίνεται σεμνά, με καλοσύνη και αγάπη για να προσφέρουμε υγεία στους ανθρώπους είναι καλοδεχούμενο. Αν όμως το κάνουμε για να φτιάξουμε εμείς τον τέλειο άνθρωπο, για να παίξουμε λίγο με τη ζωή, αυτή θα μας εκδικηθεί. Το θράσος να διαχειριζόμαστε τη ζωή ως θεοί είναι το μεγάλο λάθος. Η θεότητα χαρίζεται, δεν διεκδικείται, ούτε υφαρπάζεται. Αυτό έχει σχέση με τα Χριστούγεννα: έρχεται ο Θεός και δωρίζει τη θεότητά Του. Αν τη δεχθείς ως δώρο, την παίρνεις. Αν τη διεκδικήσεις αλαζονικά, τη χάνεις. Τι μεγάλη αλήθεια! Ο Θεός κρύβεται με ταπείνωση μέσα σ' ένα βρέφος. Δεν φιλοδοξούμε να τον κατακτήσουμε. Απλά τον σεβόμαστε και τον περιμένουμε. Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να πούμε και για τα έμβρυα. Τα προεμφυτευτικά έμβρυα. Το μεγάλο θέμα δεν είναι η απάντηση στο σχολαστικό ερώτημα πότε αρχίζει η ζωή. Αυτό μας υπερβαίνει. Το ερώτημα είναι πώς θα σεβαστούμε το κάθε έμβρυο ως πρόσωπο και ως ανθρώπινο είδος. Ακόμη και ένα άρρωστο έμβρυο. Τα έμβρυα δεν τα καταστρέφουμε για να τα σώσουμε, αλλά τα σεβόμαστε για να σωθούμε. Αν η έρευνα κυριαρχείται από σεβασμό, ας κάνει ό,τι θέλει. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν παρέχει συνταγές· καλλιεργεί συνειδήσεις. Περιποιείται την εικόνα χωρίς να φυλακίζεται στις πινελιές».
- Αν υποτεθεί ότι η αρχή του χρόνου σηματοδοτεί την εποχή που κάνουμε τον απολογισμό μας ή παίρνουμε τις αποφάσεις μας, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε ως άνθρωπος που έχει βιώσει και την επιστήμη για πολλά χρόνια και την ιεροσύνη τώρα;
«Θεωρώ πως ό,τι είχα να πω το είπα. Απλά, η αρχή του έτους είναι συμβατική. Γιατί τέτοιες αρχές υπάρχουν πολλές. Ο χρόνος όμως έχει αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Το ίδιο και ο κάθε άνθρωπος. Αυτό είναι το σημαντικό. Αντικρίζουμε την αρχή μας με τον σεβασμό της ύπαρξης και το μέλλον με το δέος της άληκτης προοπτικής. Οσο για την επιστήμη, αυτή αξιοποιείται όταν η χαρά της ανακάλυψης οδηγεί στον σεβασμό της φύσης και στην αποκάλυψη της αληθινής ελευθερίας μας ως προσώπων και ως διαχειριστών του ανθρωπίνου είδους το 2007. Το κάθε έτος και η κάθε στιγμή μόνον τότε αξίζουν, όταν παραπέμπουν στον μέλλοντα αιώνα· και η επιστημονική λογική μόνο τότε φωτίζει, όταν αναδεικνύει την άλλη λογική».
«Αρχή Χρόνου - Αρχή Κόσμου - Αρχή Ζωής». Με αφορμή τη Γέννηση του Χριστού, αλλά και την αρχή του νέου έτους, σκεφθήκαμε να δώσουμε τον παραπάνω τίτλο στην κουβέντα μας με τον Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, και πρόεδρο της Επιτροπής Βιοηθικής της Εκκλησίας, πατέρα Νικόλαο.
Οδηγώντας όμως προς τη Μητρόπολη στα Σπάτα, όπου είχε ορισθεί η συνάντησή μας, μια φράση είχε καρφωθεί στο μυαλό μου: «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Οχι, δεν είχα καμία αμφιβολία ότι μια συνέντευξη με τον Μητροπολίτη Νικόλαο είχε θέση στις επιστημονικές σελίδες της εφημερίδας. Στο κάτω κάτω, πόσοι επιστήμονες μπορούν να καυχηθούν ότι κατέχουν τέσσερα Master's και δύο διδακτορικά διπλώματα, το ένα αμιγώς επιστημονικό και το άλλο στη Θεολογία; Οτι συνδυάζουν σύγχρονη ερευνητική πείρα με ασκητική ζωή; Είχα όμως ένα δέος: επρόκειτο να μιλήσω με τον άνθρωπο που συνειδητά επέλεξε την ιεροσύνη από την επιστήμη - που είναι η δική μου επιλογή - και ενδόμυχα φαίνεται πως ετοιμαζόμουν για καβγά!
Με αυτή την εξομολόγηση αρχίσαμε την κουβέντα μας, αλλά όπως θα διαβάσετε παρακάτω, όχι μόνο καβγάς δεν έγινε μα ανοίχτηκαν καινούργιες προοπτικές...
Είναι ωραίο πράγμα να διαφωνούμε και νομίζω ότι είναι πιο ωραίο από το να συμφωνούμε σε όλα. Η αλήθεια δεν είναι γραμμική εξίσωση που έχει μία μόνο λύση...
- Αλλά;
«Αν και μία, έχει πολλές προσεγγίσεις, πολλές πτυχές και η φαινομενική διαφορετικότητα μπορεί να εκφράζει υγιή συμπληρωματικότητα. Συχνά οι εντάσεις των διαφορών οφείλονται στους εγωισμούς μας ή στην απολυτότητά μας και όχι στην ίδια την αλήθεια».
- Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που η επιστήμη φαίνεται να συγκρούεται με τη θρησκεία;
«Η κρίσιμη λέξη εδώ είναι η λέξη "φαίνεται"...».
- Οι βιολόγοι είναι δαρβινιστές. Συμβιβάζεται ο δαρβινισμός με τη θρησκεία;
«Μου επιτρέπετε να ρωτήσω: πού δεν συμβιβάζεται; Στην περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου μέσα στο βιβλίο της Γενέσεως;».
- Ας πούμε...
«Η Γένεση δεν είναι βιβλίο Φυσικής ή Βιολογίας. Η περιγραφή της δημιουργίας του ανθρώπου στα βιβλικά κείμενα είναι πολύ συνοπτική. Δύο μόλις στίχοι στο πρώτο κεφάλαιο και ίσως ένας στο δεύτερο. Αυτό είναι! Και η ουσία δεν κρύβεται στο "χουν από της γης", που ισχύει και για τα ζώα. Το σημαντικό που δεν υπάρχει στα ζώα είναι το ότι "ενεφύσησεν πνοήν ζωής" στον άνθρωπο και τον "έπλασε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού". Από 'κεί και πέρα ποιο είναι το πρόβλημα; Η όποια ομοιότητα του ανθρώπινου σώματος με αυτό των πρωτίστων θηλαστικών; Αυτή είναι προφανής! Ο άνθρωπος έχει ομοιότητα με τα ζώα αλλά συγγένεια με τον Θεό. Μοιάζει με τα ζώα κατά το φθαρτό στοιχείο και την εγκόσμια εικόνα του και συγγενεύει με τον Θεό κατά το πρόσωπο, δηλαδή κατά την αιώνια και άφθαρτη εικόνα του. Και το σημαντικό είναι το δεύτερο!».
- Αρχή του χρόνου σε λίγες μέρες. Τι σημαίνει για σας;
«Αρχή του έτους σημαίνει ανακύκλωση του χρόνου. Στον κόσμο, στο Σύμπαν, η αρχή του χρόνου, η πρώτη αρχή, τοποθετείται περίπου 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Και βέβαια, η αρχή του χρόνου και η αρχή του Σύμπαντος συμπίπτουν. Πρόκειται για το Μπιγκ Μπανγκ, τη μεγάλη έκρηξη, ένα μοναδικό γεγονός, που σηματοδοτεί την αρχή μας. Μια αρχή όμως την οποία, όταν προσεγγίζουμε με τις εξισώσεις μας, αυτές καταρρέουν. Εχουμε, όπως λέμε, ανωμαλία (singularity). Τελικά το μυστικό της αρχής του κόσμου θα παραμείνει άγνωστο. Ανάλογα και η αρχή της ζωής, η στιγμή της γονιμοποίησης. Τι ωραίο πράγμα! Για κάποιον λόγο η φύση κρατάει σημαντικά μυστικά για τον εαυτό της. Αυτό είναι εγγενής ιδιότητά της, όπως φαίνεται και στην αρχή της αβεβαιότητος του Χάιζενμπεργκ».
- Η οποία τι λέει;
«Είναι μια θεωρία που αποδεικνύει πως όταν με μεγάλη ακρίβεια προσδιορίσουμε τη θέση ενός σωματιδίου, τότε υποχρεωτικά κάνουμε λάθος στον προσδιορισμό της ταχύτητάς του. Και αντιστρόφως. Η φύση παίζει μαζί μας. Κάτι μας δίνει και κάτι μας κρύβει. Βρίσκω ότι αυτό είναι εκπληκτικό.
Αλλο παράδειγμα, το ερώτημα αν στο Σύμπαν υπάρχει και αλλού έλλογη ζωή. Οι ασύλληπτες διαστάσεις του αφενός και ο φραγμός του ορίου της ταχύτητας του φωτός αφετέρου θα μας κρατήσουν σε μία ίσως παντοτινή απομόνωση. Δεν μπορούμε ούτε να ανιχνεύσουμε άλλη ζωή ούτε και να επικοινωνήσουμε με τυχόν εξωγήινα όντα. Στην καλύτερη περίπτωση, ενδεχόμενη διαπίστωση ύπαρξης τέτοιων, λόγω των τεραστίων αποστάσεων, θα μας βοηθήσει να διαπιστώσουμε το παρελθόν τους και όχι την παρούσα τους κατάσταση. Για τέτοιους στόχους, το Σύμπαν φαίνεται να λειτουργεί ως φυλακή. Είμαστε μικροί, μπορούμε λίγα και αδυνατούμε να ξεφύγουμε από τα όριά μας! Με τη Φυσική και τη Βιολογία είμαστε καταδικασμένοι να διαπιστώνουμε τον γενικευμένο εγκλεισμό μας. Οι πόρτες εξόδου από τον φυσικό κόσμο πρέπει να διερευνηθούν σε άλλες περιοχές».
- Τις οποίες εσείς έχετε βρει;
«Οχι, ακριβώς! Εγώ την πόρτα μου την ψάχνω... Αγαπώ πολύ έννοιες όπως το "άπειρο", το "αιώνιο", το "τέλειο". Με μαγεύουν. Το "άπειρο" δεν είναι φυσική έννοια. Φυσική έννοια είναι το "μικρό" ή το "μεγάλο". Το "άπειρο" αποκτά διαστάσεις μεταφυσικές. Αντίστοιχα και το "αιώνιο" και το "τέλειο". Μας υπερβαίνουν οι έννοιες αυτές. Υπάρχει αρμονία στον κόσμο, αλλά όταν υπάρχει ο θάνατος και η φθορά δεν υπάρχει τελειότητα. Παρ' όλα αυτά, η λύση στο πρόβλημα της κατανόησης του κόσμου είναι η προσέγγιση αυτών των εννοιών: της αιωνιότητας, του απείρου και της τελειότητας, που βρίσκονται στο μεθόριο του φυσικού και του επέκεινα. Εγώ ελπίζω να τις προσεγγίσω περισσότερο μέσα από την Εκκλησία και τη Θεολογία παρά μέσα από τη Φυσική και τη Βιολογία. Η επιστήμη είναι θαυμάσιο όργανο για να εκφράσει το πάρα πολύ μεγάλο και το μικρό, το πρόσφατο και το παλιό, το σχεδόν τέλειο και το πολύ όμορφο. Αλλά όχι από 'κεί και πέρα».
- Πάντως, όταν μιλάτε για την επιστήμη, μιλάτε με τρόπο που δείχνει μια ιδιαίτερη αγάπη...
«Μεγάλη αγάπη. Η επιστήμη έχει μια γοητεία, είναι μια ευλογία, αλλά το μεγαλείο της δεν κρύβεται τόσο σε αυτό που γνωρίζουμε όσο στην κρυμμένη αίγλη αυτού που αγνοούμε. Ενας καλός ερευνητής που ψηλαφεί το όριο της γνώσης δεν μαγεύεται τόσο από αυτό που κατανόησε, όσο από αυτό που υποψιάζεται πως αγνοεί. Ετσι κατακτάται το νέο και το άγνωστο. Επιστήμη σημαίνει τόλμη στην ανακάλυψη, ταχύτητα στο καινούργιο και διεισδυτικότητα στο άγνωστο. Ποιος μπορεί να τη φρενάρει και γιατί να κάνει αυτό το λάθος; Εκείνο που πρέπει να κάνουμε δεν είναι να στερήσουμε την επιστήμη από την ελευθερία της, αλλά μετά συνέσεως να χειριστούμε τις τεχνολογικές εφαρμογές της. Πράγμα που δεν στηρίζεται ούτε στη γνώση ούτε στην κατανόηση, αλλά στη συνείδηση του ανθρώπου, στην αίσθηση του καλού και του κακού, του ψεύτικου και του αληθινού, του ασήμαντου και του ουσιαστικού, στοιχείων που πάλι μας οδηγούν προς έννοιες και ιδιώματα που σχετίζονται με τον Θεό».
- Πιστεύετε ότι απειλείται η Εκκλησία από την Επιστήμη;
«Η Εκκλησία δεν απειλείται, γιατί η αλήθεια δεν απειλείται. Αν η Επιστήμη απειλεί την αλήθεια, τότε απειλείται και η Εκκλησία. Αν η Επιστήμη συμμαχεί με την αλήθεια, τότε συμμαχεί και με την Εκκλησία. Ακούμε συχνά να γίνεται λόγος για το τέλος του Θεού. Τέλος θα μπορούσε να έχει η Επιστήμη που ασχολείται με τα πεπερασμένα και πιστεύει πως το τέλος του ανθρώπου είναι τέλος. Οχι ο Θεός. Στην Εκκλησία, τέλος σημαίνει αρχή και τελείωση».
- Σε πρακτικό επίπεδο, το Κέντρο Βιοηθικής της Εκκλησίας πιστεύετε ότι μπορεί να συμβάλει στη συνετή διαχείριση των επιστημονικών επιτευγμάτων;
«Κατ' αρχάς το Κέντρο Βιοηθικής περισσότερο είναι Κέντρο βιοηθικού προβληματισμού. Δηλαδή μελετά το τι κάνει η επιστήμη, ποιες οι προοπτικές και ποιες οι συνέπειες των επιτευγμάτων της. Δεν έχει ως σκοπό να κάνει πολιτική ή να επηρεάσει αποφάσεις. Είμαστε πολύ μικροί για κάτι τέτοιο. Απλά συμμετέχουμε στον κοινωνικό διάλογο και καταθέτουμε επεξεργασμένες απόψεις. Νομίζω πάντως ότι το Κέντρο θα πρέπει να μετεξελιχθεί σε ένα γενικότερο Κέντρο διαλόγου της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ανάπτυξης με την Ορθόδοξη θεολογική αλήθεια. Αυτό, πιστεύω, θα καταδείξει πως ο άνθρωπος αναδεικνύεται ως αιώνια πνευματική αξία. Εχω την εντύπωση ότι οι τεχνολογίες όπως τις διαχειριζόμαστε σήμερα δεν βοηθούν στην καλλιέργεια και στην πνευματική απελευθέρωση του ανθρώπου. Μάλλον ισχυροποιούν το βαρυτικό πεδίο του εγωισμού μας και μας παγιδεύουν».
- Η Εκκλησία απελευθερώνει τον άνθρωπο;
«Η λάθος Εκκλησία φτιάχνει δούλους! Εκκλησία που δεν φτιάχνει ελεύθερους ανθρώπους, που δεν πλαταίνει την καρδιά και δεν διευρύνει τον νου, έχει πρόβλημα με την ταυτότητά της, με το όνομά της. Λέει στην Αγία Γραφή "γνώσεσθε την αλήθειαν, και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς"... Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον εκτός από την Εκκλησία που να ελευθερώνει πραγματικά τον άνθρωπο».
- Μπορείτε να μας πείτε δυο λόγια για το νόημα των Χριστουγέννων;
«Οτι τελικά ο Θεός κάνει τρία πράγματα: εγχρονίζεται (εισέρχεται στον χρόνο), εγχωρείται (εισέρχεται στον χώρο) και ενανθρωπίζεται (επιλέγει να εισχωρήσει στην ιστορία και στον κόσμο ως άνθρωπος). Θα μπορούσε να επιλέξει άλλον τρόπο για να εκφράσει την παρουσία Του. Ο Θεός δεν παρεμβαίνει, αλλά ο Ιδιος μπαίνει στην ιστορία, στον χώρο, στον κόσμο, ενδύεται την ανθρώπινη φύση για να μπορέσει ο άνθρωπος να βγει από τον χώρο, να εξέλθει από τον κόσμο, να απελευθερωθεί από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης του. "Ανθρωπος γίνεται Θεός, ίνα τον Αδάμ Θεόν απεργάσηται", για να κάνει Θεό τον άνθρωπο, να τον μπολιάσει με θεοειδή στοιχεία. Φανταστείτε έναν άνθρωπο που ζει τα επέκεινα από τον χρόνο, το αιώνιο, τα έξω από τον χώρο, το άπειρο, και τα πέραν από τους περιορισμούς των ανθρωπίνων αδυναμιών, το τέλειο, το άγιο! Αυτός μπορεί να κάνει και καταπληκτική επιστήμη και έρευνα, όσο και αν σας φαίνεται παράξενο. Επειδή ζει την αλήθεια, ευκολότερα εισχωρεί στη γνώση. Αυτό κάνει η πνευματική ζωή. Πνευματική ζωή δεν σημαίνει ηθική ζωή, σημαίνει απελευθέρωση από τα πάσης φύσεως δεσμά. Σημαίνει εκτόξευση και ταχύτητα διαφυγής...».
- Οι άνθρωποι όμως είμαστε μικροί και πεπερασμένοι...
«Ετσι φαινόμαστε! Μπορούμε όμως να μην είμαστε: φανταστείτε να γίνουμε θεόμορφοι, αιώνιοι και άπειροι. Αυτή είναι η δυνατότητά μας, γι' αυτό και η Εκκλησία δεν υποστέλλει το μήνυμά της. Μιλά για αγιότητα, για μετά θάνατον κατάσταση, για οικείωση με τον Θεό, για αξιοποίηση από τον άνθρωπο των δυνάμεων του Θεού. Εμείς αυτά τα αγνοούμε. Δυστυχώς, η έπαρση της επιστήμης μας κάνει να αρκούμαστε μόνο στα του φυσικού κόσμου και στα της λογικής. Και αυτό μας αδικεί. Καλύτερα αληθινός παπάς σε κοιμητήριο παρά καταπληκτικός βιολόγος σε εργαστήριο έρευνας για τη ζωή. Φοβερό πράγμα η πρόκληση του θανάτου! Για την Επιστήμη σημαίνει τέλος. Για την Εκκλησία σημαίνει πέρασμα, όχι στην άλλη ζωή, αλλά στην όντως ζωή. Σημαίνει νέα αρχή. Μοιάζει σαν τη γέννηση, την έξοδο από τη μήτρα της μητέρας, από την εμβρυϊκή κατάσταση στο φως του κόσμου. Στον θάνατο του μικρού παιδιού, στον τραγικό, στον ομαδικό, στον ξαφνικό, η κοινή λογική καταρρέει. Για αυτήν η κηδεία είναι εγκόσμιο κοινωνικό γεγονός. Αντίθετα, η άλλη λογική έχει παρηγοριά και ελπίδα. Δίνει στον πόνο αντοχή. Κάνει τον θάνατο ζωή, μεταμορφώνει το τέλος σε αρχή. Δεν είναι υπέροχο αυτό;».
- Για να επιστρέψω στα πεζά, πώς σας φαίνονται όλα αυτά τα νέα για τα βλαστικά κύτταρα και τις δυνατότητες που ανοίγουν;
«Οτιδήποτε γίνεται σεμνά, με καλοσύνη και αγάπη για να προσφέρουμε υγεία στους ανθρώπους είναι καλοδεχούμενο. Αν όμως το κάνουμε για να φτιάξουμε εμείς τον τέλειο άνθρωπο, για να παίξουμε λίγο με τη ζωή, αυτή θα μας εκδικηθεί. Το θράσος να διαχειριζόμαστε τη ζωή ως θεοί είναι το μεγάλο λάθος. Η θεότητα χαρίζεται, δεν διεκδικείται, ούτε υφαρπάζεται. Αυτό έχει σχέση με τα Χριστούγεννα: έρχεται ο Θεός και δωρίζει τη θεότητά Του. Αν τη δεχθείς ως δώρο, την παίρνεις. Αν τη διεκδικήσεις αλαζονικά, τη χάνεις. Τι μεγάλη αλήθεια! Ο Θεός κρύβεται με ταπείνωση μέσα σ' ένα βρέφος. Δεν φιλοδοξούμε να τον κατακτήσουμε. Απλά τον σεβόμαστε και τον περιμένουμε. Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να πούμε και για τα έμβρυα. Τα προεμφυτευτικά έμβρυα. Το μεγάλο θέμα δεν είναι η απάντηση στο σχολαστικό ερώτημα πότε αρχίζει η ζωή. Αυτό μας υπερβαίνει. Το ερώτημα είναι πώς θα σεβαστούμε το κάθε έμβρυο ως πρόσωπο και ως ανθρώπινο είδος. Ακόμη και ένα άρρωστο έμβρυο. Τα έμβρυα δεν τα καταστρέφουμε για να τα σώσουμε, αλλά τα σεβόμαστε για να σωθούμε. Αν η έρευνα κυριαρχείται από σεβασμό, ας κάνει ό,τι θέλει. Η Ορθόδοξη παράδοση δεν παρέχει συνταγές· καλλιεργεί συνειδήσεις. Περιποιείται την εικόνα χωρίς να φυλακίζεται στις πινελιές».
- Αν υποτεθεί ότι η αρχή του χρόνου σηματοδοτεί την εποχή που κάνουμε τον απολογισμό μας ή παίρνουμε τις αποφάσεις μας, υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε ως άνθρωπος που έχει βιώσει και την επιστήμη για πολλά χρόνια και την ιεροσύνη τώρα;
«Θεωρώ πως ό,τι είχα να πω το είπα. Απλά, η αρχή του έτους είναι συμβατική. Γιατί τέτοιες αρχές υπάρχουν πολλές. Ο χρόνος όμως έχει αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Το ίδιο και ο κάθε άνθρωπος. Αυτό είναι το σημαντικό. Αντικρίζουμε την αρχή μας με τον σεβασμό της ύπαρξης και το μέλλον με το δέος της άληκτης προοπτικής. Οσο για την επιστήμη, αυτή αξιοποιείται όταν η χαρά της ανακάλυψης οδηγεί στον σεβασμό της φύσης και στην αποκάλυψη της αληθινής ελευθερίας μας ως προσώπων και ως διαχειριστών του ανθρωπίνου είδους το 2007. Το κάθε έτος και η κάθε στιγμή μόνον τότε αξίζουν, όταν παραπέμπουν στον μέλλοντα αιώνα· και η επιστημονική λογική μόνο τότε φωτίζει, όταν αναδεικνύει την άλλη λογική».
Αναδημοσίευση: http://oodegr.co/oode/epistimi/genika/lavrewt1.htm
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
