Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 14 Μαρτίου 2026
Οι Ορθόδοξοι στον κόσμο
Διαδραστικός χάρτης για την παρουσία των Ορθόδοξων χριστιανών στον κόσμο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να γνωρίσουν οι μαθητές τον συνολικό αριθμό του ορθόδοξου πληθυσμού, καθώς και τις χώρες με τις μεγαλύτερες ορθόδοξες κοινότητες. Το μαθησιακό αντικείμενο δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να εξερευνήσουν τον χάρτη και να προβάλουν για επιλεγμένες χώρες (τονισμένες με διαφορετικό χρώμα) την ονομασία και τη σημαία τους, καθώς και αριθμητικά στοιχεία αναφορικά με τον συνολικό τους πληθυσμό και τον πληθυσμό των Ορθοδόξων.
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025
Η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο
Διαδραστική παρουσίαση για την Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να εμπλουτίσουν οι μαθητές τις γνώσεις τους σχετικά με την παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον κόσμο, τον ρόλο του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, τις διορθόδοξες σχέσεις, καθώς και τις σχέσεις με τους ετερόδοξους.
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025
Η Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο
Διαδραστική παρουσίαση για την Ορθοδοξία στον σύγχρονο κόσμο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να εμπλουτίσουν οι μαθητές τις γνώσεις τους σχετικά με την παρουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον κόσμο, τον ρόλο του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, τις διορθόδοξες σχέσεις, καθώς και τις σχέσεις με τους ετερόδοξους.
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025
Οι Ορθόδοξοι στον κόσμο (Διαδραστικός Χάρτης)
Διαδραστικός χάρτης για την παρουσία των Ορθόδοξων χριστιανών στον κόσμο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να γνωρίσουν οι μαθητές τον συνολικό αριθμό του ορθόδοξου πληθυσμού, καθώς και τις χώρες με τις μεγαλύτερες ορθόδοξες κοινότητες.
Το μαθησιακό αντικείμενο δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να εξερευνήσουν τον χάρτη και να προβάλουν για επιλεγμένες χώρες (τονισμένες με διαφορετικό χρώμα) την ονομασία και τη σημαία τους, καθώς και αριθμητικά στοιχεία αναφορικά με τον συνολικό τους πληθυσμό και τον πληθυσμό των Ορθοδόξων.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
Γιατί Ορθόδοξοι και Καθολικοί εορτάζουν το Πάσχα κατά βάση ξεχωριστά;
Ήδη σήμερα έχουμε Μεγάλη Δευτέρα και την Κυριακή 12 Απριλίου
θα εορτασθεί το Πάσχα των Ορθοδόξων, ενώ των Καθολικών εορτάσθηκε χθες,
Κυριακή 5 Απριλίου. Ήταν μια ακόμη χρονιά που τα δύο Πάσχα, όπως είναι
και το πιο συνηθισμένο, δεν συνέπεσαν. Πέρυσι, είχαν συμπέσει, ενώ αυτό
θα ξανασυμβεί το 2017.
Για ποιον λόγο, όμως, η ημερομηνία του Πάσχα μετακινείται μέσα στο χρόνο και ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους αστρονομικούς υπολογισμούς και στον καθορισμό της ημερομηνίας του, από τις χριστιανικές εκκλησίες;
Όλα ξεκίνησαν από τους Εβραίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το σεληνιακό ημερολόγιο που βασιζόταν στον κύκλο της Σελήνης. Γιόρταζαν το Πάσχα -από την εβραϊκή λέξη «πεσάχ» που σημαίνει «διέλευση» (της Ερυθράς Θάλασσας)- την 14η του μήνα Νισάν, η οποία ήταν η μέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου, που συμβαίνει κατά την εαρινή ισημερία ή αμέσως μετά από αυτήν.
Η εαρινή ισημερία συνδέθηκε με τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Ανάσταση του Χριστού. Αυτό συνέβη, επειδή ο Χριστός αναστήθηκε την πρώτη ημέρα μετά το Εβραϊκό Πάσχα, που έπεσε εκείνο το χρόνο Σάββατο (το οποίο άρχιζε τότε -όπως και οι υπόλοιπες ημέρες- στις 6 το απόγευμα της Παρασκευής).
Αρχικά, οι διάφορες χριστιανικές τοπικές εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Οι ιουδαΐζουσες εκκλησίες, κυρίως της Μικράς Ασίας, το γιόρταζαν κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 15η του εβραϊκού μήνα Νισάν (σε όποια ημέρα της εβδομάδας έπεφτε), ενώ οι εθνικές εκκλησίες προτιμούσαν την πρώτη Κυριακή -ως αναστάσιμη ημέρα- μετά τη πρώτη εαρινή πανσέληνο.
Λόγω αυτών των διαφωνιών, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, υπό το Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ.Χ., αποφάσισε ότι το Πάσχα θα εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης και, αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή, τότε την αμέσως επόμενη Κυριακή. Με αυτό τον τρόπο, αφενός το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε ποτέ με το εβραϊκό, αφετέρου ο εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα συνδέθηκε με ένα αστρονομικό φαινόμενο, την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης (την «Πασχαλινή πανσέληνο»).
Συνεπώς, για να υπολογιστεί η ημερομηνία του Πάσχα ενός έτους, αρκούσε να βρεθεί αρχικά η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και, στη συνέχεια, η πρώτη Κυριακή μετά από αυτή την πανσέληνο. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας να γνωστοποιεί κάθε χρόνο στις άλλες εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα, αφού προηγουμένως είχε υπολογιστεί η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου, με τη βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας.
Το ημερολόγιο που ίσχυε την εποχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ήταν το Ιουλιανό, που είχε θεσπίσει ο Ιούλιος Καίσαρας το 45 π.Χ. με τη βοήθεια του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη. Ο τελευταίος, βασιζόμενος στους υπολογισμούς του Ιππάρχου (ο οποίος πριν έναν αιώνα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια είχε υπολογίσει πως το ηλιακό έτος έχει διάρκεια 365,242 ημερών), θέσπισε ένα ημερολόγιο, του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος (το λεγόμενο «δίσεκτο») πρόσθετε μία ακόμα ημέρα.
Όμως, σύμφωνα με το Διονύση Σιμόπουλο, επίτιμο διευθυντή του Πλανηταρίου του Ιδρύματος Ευγενίδου, το Ιουλιανό Ημερολόγιο είχε μια μικρή απόκλιση, καθώς η διάρκεια του ηλιακού έτους στην πραγματικότητα είναι 365,242199 ημέρες. Έτσι, το έτος του Σωσιγένη είναι μεγαλύτερο του πραγματικού κατά 11 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα.
Ανά τετραετία το μικρό αυτό σφάλμα φθάνει περίπου τα 45 λεπτά, ενώ κάθε 129 χρόνια φθάνει την μία ημέρα, με αποτέλεσμα να μετακινείται συνεχώς νωρίτερα η εαρινή ισημερία. Το λάθος συσσωρευόταν και έτσι ενώ η εαρινή ισημερία την εποχή του Χριστού συνέβη στις 23 Μαρτίου, το 1582 μ.Χ. είχε φτάσει να συμβαίνει στις 11 Μαρτίου.
Εκείνο το έτος, ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' ανέθεσε στους αστρονόμους Χριστόφορο Κλάβιους και Λουίτζι Λίλιο να προωθήσουν μία ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Η 5η Οκτωβρίου 1582 μετονομάστηκε 15η Οκτωβρίου, προκειμένου να διορθωθεί το λάθος των δέκα ημερών, που είχαν συσσωρευθεί τους προηγούμενους 11 αιώνες, έτσι ώστε η εαρινή ισημερία να επιστρέψει στην 21η Μαρτίου, όπως είχε συμβεί κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το Νέο ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο υιοθετήθηκε από τα καθολικά κράτη της Ευρώπης μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ τα προτεσταντικά καθυστέρησαν πολύ περισσότερο. Η αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο ήταν ακόμη πιο μεγάλη, με συνέπεια το Ιουλιανό Ημερολόγιο να παραμείνει σε ισχύ σε όλα τα Ορθόδοξα κράτη έως τον 20ο αιώνα.
Στην Ελλάδα το Ιουλιανό Ημερολόγιο αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό, αρχής γενομένης στις 16 Φεβρουαρίου 1923, η οποία μετονομάστηκε σε 1η Μαρτίου. Αφαιρέθηκαν δηλαδή 13 ημέρες από το 1923, γιατί στις δέκα ημέρες λάθους Γρηγοριανού και Ιουλιανού μεταξύ 325 μ.Χ. και 1582 είχαν προστεθεί άλλες τρεις ημέρες, στη διάρκεια των περίπου τρεισήμισι αιώνων που είχαν περάσει από την εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου στη Δύση.
Αρχικά, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία -αντίθετα από το ελληνικό κράτος- διατήρησε το Ιουλιανό Ημερολόγιο, αλλά το 1924 αποδέχτηκε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο να ταυτισθεί με το πολιτικό και να ισχύσει για τις ακίνητες εορτές. Δεν έκανε όμως κάτι ανάλογο για το Πασχάλιο Ημερολόγιο και για τις κινητές εορτές, που εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το Ιουλιανό ή Παλαιό Ημερολόγιο.
Όμως, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Καθολικούς δεν βασίζεται μόνο στο λάθος του Ιουλιανού Ημερολογίου αλλά και στο σφάλμα του λεγόμενου «Μετωνικού Κύκλου» του 5ου αιώνα π.Χ., τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αλεξανδρινοί αστρονόμοι και με βάση τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να υπολογίζει τις ημερομηνίες των μελλοντικών εαρινών πανσελήνων.
Στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, πρέπει να προστεθεί και το λάθος του 19ετούς Μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται, από το 325 μ.Χ. έως σήμερα, σε τέσσερις έως πέντε περίπου ημέρες, με συνέπεια η Μετώνεια (ή Ιουλιανή) πανσέληνος να υπολογίζεται τέσσερις έως πέντες ημέρες αργότερα από την πραγματική.
Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι, συχνά το ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται όχι την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο, αλλά την επόμενη (όπως το 2012) ή μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο (όπως το 2002 και το 2013), αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, όπως είχε ορίσει η Σύνοδος της Νίκαιας.
Οι Καθολικοί γιορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με τον κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά η εαρινή ισημερία και η εαρινή πανσέληνος υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, έχοντας λάβει υπόψη και το Μετώνειο σφάλμα. Έτσι, η Γρηγοριανή - Καθολική πανσέληνος είναι πολύ πιο κοντά στην αστρονομική (συχνά συμπίπτει ή απέχει μόνο μια ημέρα) από ό,τι η Ιουλιανή - Ορθόδοξη.
Στον 21ο αιώνα τα όρια εορτασμού του Ορθόδοξου Πάσχα υπολογίζεται ότι είναι από τις 4 Απριλίου το νωρίτερο έως τις 8 Μαΐου το αργότερο. Τα όρια του Καθολικού Πάσχα είναι από τις 22 Μαρτίου το νωρίτερο έως τις 25 Απριλίου το αργότερο. Αυτό σημαίνει ότι οι Καθολικοί δεν θα έχουν ποτέ Πάσχα τον Μάιο και οι Ορθόδοξοι ποτέ Πάσχα τον Μάρτιο.
Από κοινού εορτάζεται το Πάσχα για Ορθόδοξους και Καθολικούς, όταν τόσο η Γρηγοριανή όσο και η Ιουλιανή - Μετώνεια πασχαλινή πανσέληνος πέσουν από την Κυριακή μέχρι το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας (αρκεί να είναι μετά τις 3 Απριλίου και οι δύο πανσέληνοι), οπότε την αμέσως επόμενη Κυριακή είναι το κοινό Πάσχα.
Αυτό συνέβη το 2014, ενώ κοινός θα είναι ο εορτασμός και τα έτη 2017 (στις 16 Απριλίου), 2025 (20 Απριλίου), 2028, 2031, 2034, 2037, 2038, 2041 κ.α. Συνολικά, κατά τον τρέχοντα αιώνα το Πάσχα θα είναι κοινό 31 έτη, ενώ κάθε επόμενο αιώνα αυτό θα συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Το τελευταίο κοινό Πάσχα υπολογίζεται ότι θα συμβεί το έτος 2698, καθώς μετά το 2700 -λόγω συσσώρευσης του Μετώνειου σφάλματος- δεν θα μπορούν να συμπέσουν ποτέ την ίδια εβδομάδα η Ιουλιανή και η Γρηγοριανή πανσέληνος.
Πηγή: http://www.defencenet.gr
Για ποιον λόγο, όμως, η ημερομηνία του Πάσχα μετακινείται μέσα στο χρόνο και ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους αστρονομικούς υπολογισμούς και στον καθορισμό της ημερομηνίας του, από τις χριστιανικές εκκλησίες;
Όλα ξεκίνησαν από τους Εβραίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το σεληνιακό ημερολόγιο που βασιζόταν στον κύκλο της Σελήνης. Γιόρταζαν το Πάσχα -από την εβραϊκή λέξη «πεσάχ» που σημαίνει «διέλευση» (της Ερυθράς Θάλασσας)- την 14η του μήνα Νισάν, η οποία ήταν η μέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου, που συμβαίνει κατά την εαρινή ισημερία ή αμέσως μετά από αυτήν.
Η εαρινή ισημερία συνδέθηκε με τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Ανάσταση του Χριστού. Αυτό συνέβη, επειδή ο Χριστός αναστήθηκε την πρώτη ημέρα μετά το Εβραϊκό Πάσχα, που έπεσε εκείνο το χρόνο Σάββατο (το οποίο άρχιζε τότε -όπως και οι υπόλοιπες ημέρες- στις 6 το απόγευμα της Παρασκευής).
Αρχικά, οι διάφορες χριστιανικές τοπικές εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Οι ιουδαΐζουσες εκκλησίες, κυρίως της Μικράς Ασίας, το γιόρταζαν κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 15η του εβραϊκού μήνα Νισάν (σε όποια ημέρα της εβδομάδας έπεφτε), ενώ οι εθνικές εκκλησίες προτιμούσαν την πρώτη Κυριακή -ως αναστάσιμη ημέρα- μετά τη πρώτη εαρινή πανσέληνο.
Λόγω αυτών των διαφωνιών, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, υπό το Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ.Χ., αποφάσισε ότι το Πάσχα θα εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης και, αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή, τότε την αμέσως επόμενη Κυριακή. Με αυτό τον τρόπο, αφενός το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε ποτέ με το εβραϊκό, αφετέρου ο εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα συνδέθηκε με ένα αστρονομικό φαινόμενο, την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης (την «Πασχαλινή πανσέληνο»).
Συνεπώς, για να υπολογιστεί η ημερομηνία του Πάσχα ενός έτους, αρκούσε να βρεθεί αρχικά η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και, στη συνέχεια, η πρώτη Κυριακή μετά από αυτή την πανσέληνο. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας να γνωστοποιεί κάθε χρόνο στις άλλες εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα, αφού προηγουμένως είχε υπολογιστεί η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου, με τη βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας.
Το ημερολόγιο που ίσχυε την εποχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ήταν το Ιουλιανό, που είχε θεσπίσει ο Ιούλιος Καίσαρας το 45 π.Χ. με τη βοήθεια του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη. Ο τελευταίος, βασιζόμενος στους υπολογισμούς του Ιππάρχου (ο οποίος πριν έναν αιώνα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια είχε υπολογίσει πως το ηλιακό έτος έχει διάρκεια 365,242 ημερών), θέσπισε ένα ημερολόγιο, του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος (το λεγόμενο «δίσεκτο») πρόσθετε μία ακόμα ημέρα.
Όμως, σύμφωνα με το Διονύση Σιμόπουλο, επίτιμο διευθυντή του Πλανηταρίου του Ιδρύματος Ευγενίδου, το Ιουλιανό Ημερολόγιο είχε μια μικρή απόκλιση, καθώς η διάρκεια του ηλιακού έτους στην πραγματικότητα είναι 365,242199 ημέρες. Έτσι, το έτος του Σωσιγένη είναι μεγαλύτερο του πραγματικού κατά 11 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα.
Ανά τετραετία το μικρό αυτό σφάλμα φθάνει περίπου τα 45 λεπτά, ενώ κάθε 129 χρόνια φθάνει την μία ημέρα, με αποτέλεσμα να μετακινείται συνεχώς νωρίτερα η εαρινή ισημερία. Το λάθος συσσωρευόταν και έτσι ενώ η εαρινή ισημερία την εποχή του Χριστού συνέβη στις 23 Μαρτίου, το 1582 μ.Χ. είχε φτάσει να συμβαίνει στις 11 Μαρτίου.
Εκείνο το έτος, ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' ανέθεσε στους αστρονόμους Χριστόφορο Κλάβιους και Λουίτζι Λίλιο να προωθήσουν μία ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Η 5η Οκτωβρίου 1582 μετονομάστηκε 15η Οκτωβρίου, προκειμένου να διορθωθεί το λάθος των δέκα ημερών, που είχαν συσσωρευθεί τους προηγούμενους 11 αιώνες, έτσι ώστε η εαρινή ισημερία να επιστρέψει στην 21η Μαρτίου, όπως είχε συμβεί κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το Νέο ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο υιοθετήθηκε από τα καθολικά κράτη της Ευρώπης μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ τα προτεσταντικά καθυστέρησαν πολύ περισσότερο. Η αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο ήταν ακόμη πιο μεγάλη, με συνέπεια το Ιουλιανό Ημερολόγιο να παραμείνει σε ισχύ σε όλα τα Ορθόδοξα κράτη έως τον 20ο αιώνα.
Στην Ελλάδα το Ιουλιανό Ημερολόγιο αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό, αρχής γενομένης στις 16 Φεβρουαρίου 1923, η οποία μετονομάστηκε σε 1η Μαρτίου. Αφαιρέθηκαν δηλαδή 13 ημέρες από το 1923, γιατί στις δέκα ημέρες λάθους Γρηγοριανού και Ιουλιανού μεταξύ 325 μ.Χ. και 1582 είχαν προστεθεί άλλες τρεις ημέρες, στη διάρκεια των περίπου τρεισήμισι αιώνων που είχαν περάσει από την εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου στη Δύση.
Αρχικά, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία -αντίθετα από το ελληνικό κράτος- διατήρησε το Ιουλιανό Ημερολόγιο, αλλά το 1924 αποδέχτηκε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο να ταυτισθεί με το πολιτικό και να ισχύσει για τις ακίνητες εορτές. Δεν έκανε όμως κάτι ανάλογο για το Πασχάλιο Ημερολόγιο και για τις κινητές εορτές, που εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το Ιουλιανό ή Παλαιό Ημερολόγιο.
Όμως, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Καθολικούς δεν βασίζεται μόνο στο λάθος του Ιουλιανού Ημερολογίου αλλά και στο σφάλμα του λεγόμενου «Μετωνικού Κύκλου» του 5ου αιώνα π.Χ., τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αλεξανδρινοί αστρονόμοι και με βάση τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να υπολογίζει τις ημερομηνίες των μελλοντικών εαρινών πανσελήνων.
Στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, πρέπει να προστεθεί και το λάθος του 19ετούς Μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται, από το 325 μ.Χ. έως σήμερα, σε τέσσερις έως πέντε περίπου ημέρες, με συνέπεια η Μετώνεια (ή Ιουλιανή) πανσέληνος να υπολογίζεται τέσσερις έως πέντες ημέρες αργότερα από την πραγματική.
Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι, συχνά το ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται όχι την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο, αλλά την επόμενη (όπως το 2012) ή μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο (όπως το 2002 και το 2013), αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, όπως είχε ορίσει η Σύνοδος της Νίκαιας.
Οι Καθολικοί γιορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με τον κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά η εαρινή ισημερία και η εαρινή πανσέληνος υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, έχοντας λάβει υπόψη και το Μετώνειο σφάλμα. Έτσι, η Γρηγοριανή - Καθολική πανσέληνος είναι πολύ πιο κοντά στην αστρονομική (συχνά συμπίπτει ή απέχει μόνο μια ημέρα) από ό,τι η Ιουλιανή - Ορθόδοξη.
Στον 21ο αιώνα τα όρια εορτασμού του Ορθόδοξου Πάσχα υπολογίζεται ότι είναι από τις 4 Απριλίου το νωρίτερο έως τις 8 Μαΐου το αργότερο. Τα όρια του Καθολικού Πάσχα είναι από τις 22 Μαρτίου το νωρίτερο έως τις 25 Απριλίου το αργότερο. Αυτό σημαίνει ότι οι Καθολικοί δεν θα έχουν ποτέ Πάσχα τον Μάιο και οι Ορθόδοξοι ποτέ Πάσχα τον Μάρτιο.
Από κοινού εορτάζεται το Πάσχα για Ορθόδοξους και Καθολικούς, όταν τόσο η Γρηγοριανή όσο και η Ιουλιανή - Μετώνεια πασχαλινή πανσέληνος πέσουν από την Κυριακή μέχρι το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας (αρκεί να είναι μετά τις 3 Απριλίου και οι δύο πανσέληνοι), οπότε την αμέσως επόμενη Κυριακή είναι το κοινό Πάσχα.
Αυτό συνέβη το 2014, ενώ κοινός θα είναι ο εορτασμός και τα έτη 2017 (στις 16 Απριλίου), 2025 (20 Απριλίου), 2028, 2031, 2034, 2037, 2038, 2041 κ.α. Συνολικά, κατά τον τρέχοντα αιώνα το Πάσχα θα είναι κοινό 31 έτη, ενώ κάθε επόμενο αιώνα αυτό θα συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Το τελευταίο κοινό Πάσχα υπολογίζεται ότι θα συμβεί το έτος 2698, καθώς μετά το 2700 -λόγω συσσώρευσης του Μετώνειου σφάλματος- δεν θα μπορούν να συμπέσουν ποτέ την ίδια εβδομάδα η Ιουλιανή και η Γρηγοριανή πανσέληνος.
Πηγή: http://www.defencenet.gr
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014
Το ορθόδοξο χριστιανικό αίσθημα για τους διωγμούς των χριστιανών από τους Ισλαμιστές
Από το υπέροχο ιστολόγιο: Νεκρός για τον κόσμο (οι υπερσύνδεσμοι οδηγούν σε σχετκές αναρτήσεις του "Νεκρού" στο ιστολόγιό του!!!)
Μια θεμελιώδης εντολή του Χριστού – που ξεχωρίζει το χριστιανισμό από τις πολλές θρησκευτικές παραδόσεις του κόσμου – είναι η αγάπη προς τους εχθρούς.
Ο Ιησούς διδάσκει τους ανθρώπους να αγαπούν, όχι μόνο εκείνους που τους αγαπούν, αλλά και τους εχθρούς τους (κατά Λουκάν 6, 27-37). Και αληθινή αγάπη σημαίνει επιθυμία για το καλό του άλλου και θλίψη για το κακό του.
Πρώτος πραγμάτωσε το ιδεώδες αυτό ο ίδιος ο Κύριος, συγχωρώντας τους σταυρωτές Του ενώ ήταν σταυρωμένος. Εκεί μάλιστα έδωσε ένα σοβαρό λόγο για την αγάπη αυτή: «δεν ξέρουν τι κάνουν» (Λουκ. 23, 34).
Στη συνέχεια, ο άγιος Στέφανος ο πρωτομάρτυρας έπραξε το ίδιο γι’ αυτούς που τον λιθοβολούσαν μέχρι θανάτου: πριν ξεψυχήσει, προσευχήθηκε στο Θεό – τον Ιησού Χριστό – να μην τους λογαριάσει την αμαρτία τους (Πράξεις των αποστόλων, 7, 60). Στους αιώνες που ακολούθησαν, αναρίθμητοι άγιοι, αλλά καιαπλοί χριστιανοί, έκαναν και κάνουν το ίδιο για τους εχθρούς τους.
Βεβαίως, ακόμη και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία λίγοι είναι εκείνοι που αντέχουν το βάρος αυτής της εντολής, που στραγγαλίζει το ένστικτο της αυτοσυντηρησίας του ανθρώπου (μεταμορφωμένο εδώ σε αίσθημα δικαίου – σε μισώ ή σε εκδικούμαι, γιατί «αυτό είναι το δίκαιο»), αντιμάχεται πάθη ριζωμένα μέσα μας από την πρωτόγονη ακόμη εποχή και, για να γίνει αποδεκτή, προϋποθέτει ήδη μια κατάσταση αγιότητας, έστω και εμβρυϊκή. Ή μάλλον μιαεπιλογή αγιότητας (απαραίτητα ειλικρινή και ταπεινή), που θέτει τον άνθρωπο στην αφετηρία ενός μεγάλου και δύσκολου, αλλά και ολοφώτεινου, ταξιδιού.
Αυτό επισημαίνεται από τον Ιησού Χριστό, όταν λέει ότι η πύλη του παραδείσου είναι στενή και λίγοι εισέρχονται απ’ αυτήν, και η οδός είναι θλιμμένη (κατά Ματθαίον, 7, 13-14). Είναι θλιμμένη, εκτός των άλλων, γιατί ο χριστιανός που αγαπά τους εχθρούς του και θέλει το καλό τους έχει να παλέψει και ενάντια τους ανθρώπους με τους οποίους έχει ιδιαίτερα στενό δεσμό (συγγενείς και φίλους του), οι οποίοι, κατά κανόνα, προσπαθούν με μανία να του αλλάξουν άποψη και να τον πείσουν, ακόμη και εξαναγκάζοντάς τον, να μισεί τους εχθρούς του. Εκείνος, όχι μόνο θλίβεται απ’ αυτό τον ψυχολογικό πόλεμο (που λειτουργεί ως πειρασμός, δηλ. δοκιμασία, κατά τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας), αλλά και συγχωρεί συνεχώς τους δικούς του, που τον βασανίζουν (δήθεν «για το καλό του»), ενώ συγχρόνως αντιστέκεται στον πόλεμο που κάνουν εναντίον του!...
Πολεμάει δηλαδή ενάντια στους ίδιους τους δικούς του, για να υπερασπιστεί το δικαίωμά του να αγαπά όλο τον κόσμο και να υπακούει στην εντολή του Χριστού, του αγαπημένου Διδασκάλου και Αρχηγού του. Έτσι εκπληρώνεται και ένας άλλος λόγος του Χριστού, ότι «εχθροί του ανθρώπου θα γίνουν οι άνθρωποι του σπιτιού του» κι ότι ο πραγματικός μαθητής Του αγαπάει Εκείνον περισσότερο από τα μέλη της οικογένειάς του (Ματθ. 10, 35-38).
Οι άγιοι απόστολοι, οι μαθητές του Χριστού, όπως έχει εύστοχα επισημανθεί, εφάρμοσαν επίσης την εντολή της αγάπης προς τους εχθρούς, όταν μίλησαν στον ιουδαϊκό λαό κατά την ημέρα της Πεντηκοστής (Πράξεις των αποστόλων, κεφ. 2). Οι Ιουδαίοι συγκλονίστηκαν από την ομιλία του αποστόλου Πέτρου, που τους κατηγόρησε ευθέως για τη σταύρωση του Χριστού, και ρώτησαν «τι να κάνουμε τώρα;». Οι απόστολοι απάντησαν: «Μετανοήστε και βαπτιστείτε στο όνομα του Ιησού Χριστού, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας και να λάβετε τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος». Δίδαξαν δηλαδή το δρόμο της σωτηρίας – της ένωσης με το Θεό – στους ανθρώπους που είχαν συναινέσει στη σταύρωση του Χριστού, τους βοήθησαν να λυτρωθούν από την αμαρτία τους και απ’ όλες τις αμαρτίες τους, αντί να ζητούν από το Θεό να τους εκδικηθεί και να τους κατακεραυνώσει!
Όταν λοιπόν, αδελφοί, γράφουμε για τους διωγμούς και τις σφαγές των χριστιανών από τους Ισλαμιστές της εποχής μας – ή από τους αθεϊστές, π.χ. το φρικτό καθεστώς της Βόρειας Κορέας – δεν το κάνουμε για να ανάψουμε κάποιου είδους θρησκευτικό μίσος ενάντια στους αλλόθρησκους ή να αυξήσουμε το θρησκευτικό φανατισμό. Δεν το κάνουμε, επίσης, για να εμπνεύσουμε εθνικιστικές εξάρσεις και να υψώσουμε λάβαρα και ξίφη ή σάρισες. Ούτε έχει κάποια σχέση με πολιτικές σκοπιμότητες η προσπάθειά μας.
Οι λόγοι, που μας ωθούν στην προβολή αυτών των γεγονότων, είναι εντελώς διαφορετικοί. Επιθυμούμε να καταλάβουν το λάθος τους οι εχθροί των χριστιανών και να μετανοήσουν, να έρθουν στην αγία Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού και να σωθούν. Όχι να κριθούν ή να τιμωρηθούν, αλλά να σωθούν. (Πολλοί φονείς ή βασανιστές αγίων στην Ιστορία έχουν μετανοήσει και σωθεί ή και μαρτυρήσει ακόμη στη συνέχεια και η Εκκλησία τους δέχεται ως αγίους).
Επιθυμούμε επίσης να στηριχτούν οι αδελφοί μας, οι διωκόμενοι χριστιανοί, με τη συμπαράστασή μας και την προσευχή μας, όσο είναι δυνατόν, για ν’ αντέξουν το φοβερό αγώνα τους.
Ελπίζουμε ότι κάποιοι, που έχουν δυνατότητα παρεμβάσεων σε διεθνές επίπεδο, ίσως συγκινηθούν και ενεργήσουν πολιτικά, για να ανακουφιστούν οι αδελφοί μας από τους διωγμούς, γιατί, όσο κι αν το μαρτύριο οδηγεί πολλούς στην αγιότητα, η οδύνη των συνανθρώπων μας δεν είναι επιθυμητή – εξάλλου, άλλους τους οδηγεί στην απώλεια, ενώ τους θύτες στην κόλαση.
Επιθυμούμε να καταλάβουν, όσοι δεν το έχουν καταλάβουν ακόμη, τη διαφορά της Ορθοδοξίας από την οποιαδήποτε απέναντι όχθη, να πάψουν να περιφρονούν την Ορθοδοξία, να την πλησιάσουν και να ωφεληθούν (εκείνοι, όχι εμείς) επιτρέποντας στη χάρη του Θεού να μπει μέσα τους και να παραμείνει εκεί στην αιωνιότητα.
Επιθυμούμε να παραδειγματιστούμε κι εμείς οι ίδιοι από τη σταθερότητα και τη δύναμη των σύγχρονων μαρτύρων και ομολογητών του Χριστού, για να δώσουμε το δικό μας αγώνα, με τις δικές μας δυσκολίες, ανάλογες ή λιγότερες (κι εδώ υπάρχουν πολλοί που αγωνίζονται μέχρι αίματος – ίσως όχι από σφαγές, αλλά από ασθένειες και άλλες θλίψεις – και καλούνται να γίνουν μάρτυρες και άγιοι μέσα απ’ αυτόν τον αγώνα, με τη βοήθεια του Θεού και όλων εμάς, των αδελφών τους).
Επιθυμούμε τέλος (ας το γράψω κι αυτό) να συγχαρούμε τους αδελφούς μας μάρτυρες και ομολογητές της πίστης, για τον επίγειο αγώνα και το ουράνιο βραβείο τους.
Κλικ εδώ
Ναι, κηρύσσουμε τον πόλεμο στις θρησκείες του αίματος και γενικά σε όλους τους δρόμους της πλάνης και του θανάτου. Ο πόλεμος αυτός όμως δεν είναι πόλεμος βίας και μίσους, αλλά αγάπης, προσευχής και ιεραποστολής. Έχει έναν και μόνο εχθρό: το σατανά. Και γίνεται για την υπεράσπιση των ίδιων των αλλοθρήσκων και αιρετικών αδελφών μας, που είναι θύματα αυτού του εχθρού και συχνά γίνονται όργανά του και υπηρέτες στο έργο του.
«Ο πόλεμός μας δε γίνεται για να ρίξει κάτω ανθρώπους, αλλά για να σηκώσει εκείνους που είναι πεσμένοι» όπως έλεγε ο ιερός Χρυσόστομος (P.G. 50, 841-842). Και πεσμένοι, πιστέψτε με, δεν είναι οι ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά οι εχθροί μας (που δεν είναι εχθροί μας, αλλά αδελφοί μας θύματα του διαβόλου).
Οι μουσουλμάνοι καυχώνται πως η θρησκεία τους είναι «ρεαλιστική»: κηρύσσει πόλεμο κατά των εχθρών. Παρόμοια «ρεαλιστική» είναι και η αιρετική χριστιανοσύνη που διαμορφώθηκε στη δυτική Ευρώπη τα τελευταία τουλάχιστον χίλια – και περισσότερα – χρόνια. Όμως αυτός ο «ρεαλισμός» αφήνει τον άνθρωπο μακριά απ’ το Θεό. Εμείς, δόξα τω Θεώ, δεν είμαστε «ρεαλιστές». Ούτε άγγελοι. Αμαρτωλοί άνθρωποι είμαστε. Απλώς αγωνιζόμαστε, όσο αγωνιζόμαστε, για τον ουρανό. Αν θέλαμε τη γη, δε χρειαζόταν να είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί. Ορθόδοξος σημαίνει να τείνεις προς τον ουρανό, προς το Χριστό, τους αγγέλους και τους αγίους. Αλλά τείνεις προς τον ουρανό, όταν λαχταράς ν’ ανέβεις μαζί με όλους τους συνανθρώπους σου, και πιο πολύ αγωνιάς ν’ ανέβουν οι άπιστοι και οι αμετανόητοι, δηλαδή αυτοί που φαίνεται να κινδυνεύουν περισσότερο να χαθούν.
Κάθε πραγματική ιεραποστολική προσπάθεια σε όλη την ιστορία της Ορθοδοξίας (που αρχίζει από τα αποστολικά χρόνια, γιατί η Ορθοδοξία είναι η απόλυτη ιστορική και πνευματική συνέχεια της αρχαίας Εκκλησίας) γι’ αυτούς γίνεται: για τους άπιστους και τους αμετανόητους, τους κινδυνεύοντες αδελφούς μας, για τη σωτηρία τους.
Αυτή η Ορθοδοξία εκφράζεται σ’ αυτό το ασήμαντο ιστολόγιο. Συγχωρέστε με, αδελφοί μου. Ευχαριστώ.
Δε θα ανεβάσω σχόλια σ’ αυτή την ανάρτηση.
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://o-nekros.blogspot.gr/2014/06/blog-post_810.html
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013
Βαρθολομαίος: Δεν προδίδουμε την Ορθοδοξία - Δεν είμαστε οικουμενιστές
Κείμενο
Λουδάρος Ανδρέας
Φωτογραφίες
Νίκος Μαγγίνας
Απευθυνόμενος προς τον Πατριάρχη της Βουλγαρίας κ. Νεόφυτο ο οποίος πραγματοποιεί ειρηνική επίσκεψη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο κ. Βαρθολομαίος είπε μεταξύ άλλων πως ούτε την Ορθοδοξία προδίδει αλλά ούτε ακολουθεί οικουμενιστικικές αντιλήψεις όπως λέγεται.
«Διά της τακτικής ταύτης δεν προδίδομεν την Ορθοδοξίαν, ως κατηγορούμεθα, ούτε υποστηρίζομεν οικουμενιστικάς αντιλήψεις, αλλά κηρύσσομεν προς τους ετεροδόξους και προς πάντας την Ορθόδοξον αλήθειαν» είπε χαρακτηριστικά.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έκανε εκτεταμένη αναφορά στις αντιδράσεις που υπάρχουν πάνω στον θεολογικό διάλογο τόσο στη Βουλγαρία όσο και σε άλλες χώρες, σημειώνοντας πως αυτές οι ενέργειες έχουν στόχο την αλληλοκατανόηση και την αποδοχή εν καιρώ «υπό των ετεροδόξων της μιάς Ορθοδόξου πίστεως».
«Δεν αποσκοπούν, ως εγράφη και εν Βουλγαρία και αλλαχού, εις την δημιουργίαν ενός κοινώς αποδεκτού «συνονθυλεύματος» δοξασιών. Δηλαδή, δεν επιδιώκεται διά της λεγομένης οικουμενικής κινήσεως η αποδοχή μιάς «χριστιανικής συγκρητιστικής ομολογίας», αλλά η εμβάθυνσις εις την Χριστιανικήν Ορθόδοξον πίστιν και εις την κοινωνικήν συνεργασίαν των επικαλουμένων το όνομα του Χριστού» τόνισε ο κ. Βαρθολομαίος.
Συμπλήρωσε δε πως «Δεν φοβούμεθα, ως εικός, οι Ορθόδοξοι, οι έχοντες το πλήρωμα της αληθείας, ότι θα επηρεασθώμεν εκ των απόψεων των ετεροδόξων αδελφών ημών επί των δογματικών θεμάτων».
ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στα σοβαρά προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, προβλήματα που έχουν πολλές φορές ανακόψει την πορεία προς την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, μιας σύναξης δηλαδή όλων των Προκαθημένων οι οποίοι θα συζητήσουν για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
«Εσχάτως όμως αι συνθήκαι αύται έχουν βελτιωθή και η επιθυμία μεγαλυτέρας ενότητος και συνεργασίας έχει ανδρωθή. Εις τούτο συνετέλεσαν πολλοί, μη προβλέψιμοι ανθρωπίνως και αστάθμητοι παράγοντες, καθώς και η προετοιμαζομένη Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, η προπαρασκευή της οποίας, ακόμη και όταν ανέδειξε περιπτώσεις διαφωνίας, συνανέδειξε και αποδεικνύει και την επιθυμίαν της υπερβάσεως των δυσχερειών και της συσφίγξεως των ακαταλύτων και ειλικρινών πνευματικών δεσμών, οι οποίοι συνδέουν αδιαρρήκτως τας επί μέρους Ορθοδόξους Εκκλησίας προς αλλήλας και προς το πρώτον μεταξύ αυτών Οικουμενικόν Πατριαρχείον» είπε ο Πατριάρχης.
Ο κ. Βαρθολομαίος τόνισε πως οι τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες είναι ενωμένες γύρω από το κοινό Ποτήριο και οι επι μέρους διαφωνίες δεν αναιρούν την ενότητα τους.
«Ως εκ τούτου, αξιολογούμεν, ότι αι καταβαλλόμεναι προσπάθειαι γεφυρώσεως των μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών διαφορών δεν είναι προσπάθειαι επιτεύξεως της ήδη υφισταμένης αδιασαλεύτου ενότητος, αλλά προσπάθειαι περαιτέρω εμβαθύνσεως και εδραιώσεως αυτής, ως και επιτεύξεως μιάς ομοιομόρφου κατά το εφικτόν αντιμετωπίσεως των διαφόρων ανακυπτόντων θεμάτων» συμπλήρωσε
Πηγή: http://www.dogma.gr/default.php?pname=Article&art_id=3758&catid=1
Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013
Ζήτηση Θεού: Το Νόημα Της Ορθοδοξίας
Που είναι ο Θεός; Το ερώτημα είναι τόσο παλιό όσο και ο άνθρωπος. Όχι βέβαια τόσο παλιό όσο ο Θεός, γιατί Εκείνος δεν ρωτά για τον εαυτό Του, αλλά απαντά με την ίδια του την ύπαρξη. Απαντά θα πει συναντά τον άνθρωπο που ερωτά για Εκείνον. Το περί Θεού ερώτημα είναι συνομήλικο του ανθρώπου. Όσο υπάρχει άνθρωπος πάνω στη γη και μέσα στη φύση, ο οποίος σκέπτεται, αισθάνεται, στοχάζεται και απορεί, τόσο και μόνο τόσο υπάρχει το ερώτημα για το Θεό.
Από τις πάμπολλες και πολυποίκιλες απαντήσεις που δόθηκαν, εμείς εδώ θα μιλήσουμε για λογαριασμό μια ορισμένης παράδοσης που ονομάζεται Ορθοδοξία και συστοιχεί στον ανατολικό χριστιανισμό. Αυτή τυχαίνει να είναι η προσωπική επιλογή του συντάκτη αυτού του κειμένου και συνάμα η πατρογονική πίστη του λαού και του τόπου του στην συντριπτική πλειοψηφία τους για δύο χιλιάδες χρόνια. Το ερώτημα τίθεται με πάρα πολύ συγκεκριμένο τρόπο, γι’ αυτό και η απάντηση οφείλει να είναι εξίσου συγκεκριμένη. «Που είναι ο Θεός στη Ορθοδοξία» συνιστά το ζήτημα μας, στο οποίο θα προσπαθήσουμε να αποκριθούμε με βάση την εκκλησιαστική παράδοση του ανατολικού χριστιανισμού, έτσι όπως εκφράσθηκε από έναν κολοσσό της παγκόσμιας λογοτεχνίας, τον Φιόντορ Ντοστογιέφσκι. «Δεν είναι μες στη δύναμη, που βρίσκεται ο Θεός, μα μέσα στην αλήθεια», ισχυρίζεται ο συγγραφέας μας στους «Αδελφούς Καραμαζόφ» και υπογραμμίζει: «Όλα θα περάσουν, μονάχα η αλήθεια θα μείνει». Ο Θεός κατά την Ορθοδοξία δεν είναι στην ισχύ, στη γνώση και στον πλούτο. Η πίστη δεν είναι δύναμη πολιτική, στρατιωτική, οικονομική, κοινωνική, φυλετική, ούτε αποτελεί σοφία, φιλοσοφία, μεταφυσική, κοσμοθεωρία ή ιδεολογία, κι ούτε βέβαια σχετίζεται με την χλιδή, την πολυτέλεια, την ευμάρεια, το χρήμα ή την αγορά. Ο άγιος δεν είναι ο ισχυρός της ημέρας, ο σοφός του κόσμου τούτου, ο πλούσιος του καιρού μας, χωρίς φυσικά να αποκλείεται κάτι τέτοιο, παρότι βέβαια σπανίζει και ξενίζει το φαινόμενο του πλουσίου που αποποιείται τα αγαθά του, του σοφού που μωραίνει την γνώση του και του δυνατού που αρνείται την εξουσία του. Η αλήθεια είναι ο τόπος της «δεσποτείας του Κυρίου» κι όχι η δύναμη, την οποία άλλωστε απαρνείται στους πειρασμούς Του. Πόρνες και τελώνες γίνονται οι «προαγωγοί» της βασιλείας Του, σύμφωνα με τη ρητή ευαγγελική μαρτυρία, ενώ οι πλούσιοι δυσκολεύονται να εισέλθουν σ’ αυτήν, χωρίς ποτέ να αποκλείονται από Αυτόν.
Ποια όμως συγκεκριμένα είναι η αλήθεια μέσα στην οποία βρίσκεται ο Θεός της Ορθοδοξίας; σε τρεις προτάσεις θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε την πίστη των ορθοδόξων χριστιανών:
* Ο Θεός ενεργεί, άρα υπάρχει.
* Ο Θεός είναι Ένας, αλλά δεν είναι Μόνος.
* Ο Θεός είναι Αγάπη.
Ας δούμε πιο λεπτομερειακά αυτόν τον πρόχειρο αλλά αντιπροσωπευτικό τρίποδα της ορθόδοξης πίστης.
1. Ο Θεός ενεργεί, άρα υπάρχει.
Την παρουσία του Θεού σημειώνει καθένας μας με το που θα πατήσει το πόδι στη γη για να πάει από το σπίτι του λ.χ. στη δουλειά. Στο διάβα του θα δει κάποιο κτίσμα εντελώς αλλιώτικο από όλα τα άλλα, που θα είναι τετραγωνισμένα, ενώ αυτό το οικοδόμημα είμαι με θόλο (τρούλλο), ονομάζεται ναός και άμα τον διαβείς συναντάς εικονογραφημένες επιφάνειες. Ο τόπος αυτός σε πληροφορεί για την παρουσία του Θεού στην πίστη των συμπολιτών σου. Αν μάλιστα συμβεί να μπεις στο ναό κατά την ώρα της λειτουργίας του, θα πολιορκηθείς από ήχους, μουσικές, ποιήματα, πεζά αφηγηματικά αναγνώσματα, μελισμένα υμνογραφήματα, σχήματα και χρώματα, φώτα και θυμιάματα, δηλαδή από μια πανδαισία οπτικών, ηχητικών, οσφραντικών και άλλων ερεθισμάτων, τα οποία ανοίγουν τις αισθήσεις στην άλλη διάσταση του ιερού.
Εκτός από τον χώρο, είναι ο χρόνος που θυμίζει την παρουσία του Άλλου, του εντελώς Άλλου, του «άλλως Άλλου» που λέγεται Θεός. Την Κυριακή αργεί η αγορά, αναστέλλεται η εργασία με την ρουτίνα της καθημερινότητας, όπως επίσης σε άλλες μεγαλύτερες χρονοπεριόδους, σαν τις τριήμερες αργίες που ονομάζονται Πάσχα, Χριστούγεννα κ.λ.π. Έτσι ο χρόνος μαζί με τον τόπο δηλώνουν μια παρουσία. Επίσης το σώμα των πιστών, ατομικά και ομαδικά, εμβιώνει την πίστη του με την αποχή από την τροφή, εν μέρει τουλάχιστον για κάποια φαγώσιμα, και για ορισμένες χρονικές περιόδους, που συνιστούν νηστεία κι έτσι σωματοποιούν την πίστη τους στην ύπαρξη Εκείνου, του «άλλως Άλλου». Πέρα όμως από τους συνήθεις τρόπους συνδήλωσης της παρουσίας του Θεού στην πίστη των ανθρώπων, τυχαίνει να συμβαίνουν και έκτακτες συνθήκες φανέρωσης, που αποκαλούνται θαύματα: μια ίαση, κάποια ανέλπιδη επιτυχία που ζητήθηκε έντονα, ίσως κάποια επιθυμία που έγινε πραγματικότητα, ο,τιδήποτε τέλος πάντων συνηθίζεται να τιτλοφορείται «θαύμα». Σύμφωνα πάντα με τον Ντοστογιέφσκι, «στον θετικιστή δεν γεννιέται η πίστη από το θαύμα, μα το θαύμα από την πίστη. Αν ο θετικιστής πιστέψει μια φορά, τότε ακριβώς εξ αιτίας του θετικισμού του πρέπει να παραδεχτεί και το θαύμα». Από όλα τούτα φαίνεται ότι ο Θεός ενεργεί, δηλαδή λειτουργεί ανάμεσα στους ανθρώπους, βιώνεται η δράση Του, πιστοποιείται κοινωνικά η παρουσία Του, συνειδοτοποιείται προσωπικά η ενέργεια Του μέσα στην ιστορία, την ζωή και την πραγματικότητα. Από αυτό συμπεραίνεται η ύπαρξη Του: αφού ο Θεός ενεργεί, άρα υπάρχει. Τώρα το «πώς» υπάρχει παραμένει ένα ερώτημα, το «ότι» όμως υπάρχει είναι βέβαιο για την Ορθοδοξία. Τόσο βέβαιο είναι το «τι» της ύπαρξης του Θεού, όσο βέβαιο μένει το «πώς» αυτής της ίδιας πραγματικότητας. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, γνωρίζουμε τα «περί τον Θεόν» και αγνοούμε τα «κατά τον Θεόν», δηλαδή με την θεολογική ορολογία γνωρίζουμε τις «ενέργειες» Του και δεν γνωρίζουμε την «ουσία» Του. Από την ενέργεια του Θεού αναγόμεθα στην ύπαρξη Αυτού, την οποία δηλώνουμε χάρη στην δραστηριότητα, ζωντανή και ζωτική παρουσία Του ανάμεσά μας.
2. Ο Θεός είναι Ένας, αλλά δεν μένει Μόνος.
Η ορθόδοξη πίστη είναι τριαδική: ο Θεός είναι Ένας κατά την φύση και την ουσία Του, αλλά τριαδικός κατά τα πρόσωπα και τις υποστάσεις ως Θεός Πατήρ. Υιός και Άγιον Πνεύμα. Ως Αγέννητος ο Θεός Πατήρ είναι η πηγή, αρχή και αιτία της θεότητας, γεννητός είναι ο Υιός και εκπορευτό το Άγιο Πνεύμα. Τι σημαίνει για τον άνθρωπο η τριαδικότητα του Θεού, απέναντι στον απόλυτο μονοθεϊσμό τόσο του ιουδαϊσμού όσο και του μουσουλμανισμού, όπως και κατέναντι στην πολυθεΐα του ελληνορωμαϊκού πανθέου ή των απωανατολικών θρησκευμάτων.
Ο Θεός είναι Ένας, αλλά όχι Μόνος, Η μία θεότητα υπάρχει τριαδικά. Η ενότητα δεν είναι μονολιθική ταυτότητα, αλλά ποικιλία ετερότητας. Η διαφορετικότητα, η ιδιαιτερότητα, η ετερότητα και η προσωπικότητα προέχουν μαζί με την ελευθερία, που δεν καταντά αναρχία και αυθαιρεσία. Στην ενότητα φθάνουμε μέσω της ετερότητας και όχι διαμέσου της ταυτότητας. Καμμιά ισοπέδωση δεν επιτρέπεται, αλλά τουναντίον επιβάλλεται η ελεύθερη και η αυτόνομη ανάπτυξη της προσωπικότητας, του προσώπου ή της υποστάσεως, κατά την θεολογική ορολογία, προκειμένου να φθάσουμε στην ενότητα του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον Άλλο.
Η μοναδικότητα δεν συνεπάγεται μοναχικότητα. Ο Θεός είναι μοναδικός στη ουσία Του, αλλά δεν καταντά μοναχικός στην ύπαρξη Του. Η τριαδικότητα δηλώνει με ποιον τρόπο η μοναδική αξία δεν θα εκφυλισθεί σε μοναχική ύπαρξη. Η μοναξιά εξορίζεται χάρη στην τριαδικότητα. Για να μην είναι «ο άλλος κόλασή μου (Σαρτρ), προβάλλεται από τους ορθοδόξους θεολόγους η εμφαντική διατύπωση ότι «το δίλημμά μας είναι: Αγία Τριάδα ή Κόλαση;» (Λόσσκυ). Για να μην καταντήσουμε στο εντελώς αντίθετο άκρο του κολλεκτιβισμού και της μαζοποίησης, διατείνονται οι ορθόδοξοι στοχαστές ότι «το κοινωνικό πρόγραμμα της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Τριάδα» (Φεντόροφ). Με τα λόγια του στάρετς Ζωσιμά από τους «Αδελφούς Καραμαζόφ» στον Ντοστογιέφσκι, «καθένας είναι υπεύθυνος για όλους και για όλα μέσα στον κόσμο μας».
Θα μας πήγαινε πάρα πολύ μακριά η ενδελεχέστερη ανάπτυξη αυτής της θέσης και χάριν συντομίας παραχωρούμε τον λόγο στον Ντοστογιέφσκι, ο οποίος περιγράφει τα δεινά της εποχής μας ως συνώνυμα της μοναξιάς που την διαζωγραφίζει με τον ακόλουθο τρόπο: «Η απομόνωση που βασιλεύει τώρα παντού κι ιδιαίτερα στον αιώνα μας, μα που ακόμα δεν ολοκληρώθηκε και δεν πέρασε η εποχή της. Γιατί τώρα ο καθένας προσπαθεί να ξεχωρίσει όσο μπορεί τον εαυτό του από τους άλλους, θέλει να δοκιμάσει όλη την πληρότητα της ζωής εν εαυτώ, όμως αυτές οι προσπάθειες δεν καταλήγουν σε πληρότητα ζωής, μα σε ολοκληρωτική αυτοκτονία, γιατί αντί να εκπληρώσει τον προορισμό του, πέφτει στην απομόνωση. Όλοι στον αιώνα μας χώρισαν και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στην μοναξιά του, ο καθένας απομακρύνεται από τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει του και καταλήγει ν’ απωθεί τους ομοίους του και ν’ απωθείται από αυτούς».
Η απάντηση του Ντοστογιέφσκι για την εύρεση διεξόδου από την μοναξιά είναι η Ορθοδοξία: «Για να ξαναχτιστεί ο κόσμος πάνω σε νέες βάσεις, πρέπει μονάχοι τους οι άνθρωποι να πάρουν έναν αλλιώτικο ψυχικό δρόμο. Προτού να γίνει πραγματικός αδελφός για όλους τους άλλους, δεν θα φτιαχτεί καμμιά αδελφοσύνη. Ποτέ και με καμμιά επιστήμη, με κανένα συμφέρον δεν θα καταφέρουν οι άνθρωποι να μοιράσουν την ιδιοκτησία και τα δικαιώματά τους, έτσι που να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Ο καθένας θα νομίζει πως έχει λίγα και θα διαμαρτύρεται, και θα φθονεί και θα εξολοθρεύει ο ένας τον άλλον».
3. Ο Θεός είναι Αγάπη.
Το ερώτημα για τον Θεό τίθεται στην Αγία Γραφή δύο φορές σε ευθύ λόγο. Ο Μωυσής ζητεί από τον Θεό το όνομα Του και δέχεται ως απάντηση: «Εγώ ειμί ο Ων» (Εξοδ. 3, 14). Αν στην Παλαιά Διαθήκη ο Θεός είναι ο Ων, δηλαδή Εκείνος ο οποίος υπάρχει και δίνει στα όντα το Είναι του, τότε στο ίδιο αυτό ερώτημα η Καινή Διαθήκη δίνει μια ακόμα πιο εξειδικευμένη και συγκεκριμένη απόκριση: «Ο Θεός αγάπη εστί» (1 Ιωάν. 4, 8). Κάθε φορά που κάποιος μας θέτει το ερώτημα «τι είναι Θεός;», δίνω μόνο μιαν απάντηση, αυτήν που αισθάνομαι ότι με εκφράζει, δηλαδή την ερωτηματική απόκριση: «τι είναι αγάπη;». Αν μου πείτε τι είναι αυτό που το λένε αγάπη, τότε ίσως μπορέσω και εγώ με την σειρά μου να σας πω τι είναι αυτό που το λένε Θεός. Η αγάπη είναι ο ορίζοντας του Θεού. Όποιος βιώνει την αγάπη, αυτός ζει τον Θεό. Κι αν τέτοιο βίωμα καταφέρνει να το μεταφράσει σε έννοιες, όρους λέξεις και ορισμούς, τότε και μόνο τότε θα είναι εξ ίσου ικανός να κάνει λόγο για τον Θεό. Μέχρι τότε όμως θα ταπεινώνει τον λόγο του, για να υψώνεται μέσα του η αγάπη κι ο Θεός επίσης!
Ρωτήστε με λοιπόν «που είναι ο Θεός;», για να σας απαντήσω κι εγώ από τη μεριά μου ως χριστιανός ορθόδοξος: «που είναι η αγάπη;». Κι αν επιμένετε σε μια καταφατικότερη απάντηση, τότε σας την προσφέρω: «ζείστε την αγάπη και θα ζήσετε τον Θεό»! Αν δυσκολεύεστε στο ένα, σίγουρα θα δυσχεραίνεστε και στο άλλο. Μην απορείτε καθόλου: έτσι είναι η ζωή! Ο Θεός είναι αγάπη, γι’ αυτό είναι κάτι το ωραίο μα και το δύσκολο.
Θεός, αγάπη και ζωή είναι τρία ομόλογα μεγέθη: ιερά και ωραία, ενεργά άρα υπαρκτά, μοναδικά κι όμως όχι μοναχικά. Αν συνεχίζετε να έχετε αμφιβολίες (κι εγώ προσωπικά, σας παρακαλώ πολύ, να διατηρήσετε τις αμφιβολίες σας μαζί με την εντιμότητά σας και την καλοπιστία σας επίσης, χωρίς καμμιά ευπιστία όμως!), τότε δεν έχετε παρά να εφαρμόσετε την ευαγγελική προτροπή: «έρχου και ίδε»!
πηγή: ΠΡΟΣΒΑΣΗ
Πέμπτη 15 Αυγούστου 2013
Ορθοδοξία, Ευρώπη και Μέση Ανατολή Κωνσταντίνου Β. Σκουτέρη
Θεολογικές Μελέτες:
Κωνσταντίνος Β. Σκουτέρη
http://www.apostoliki-diakonia.grΚωνσταντίνος Β. Σκουτέρη
Η Ορθοδοξία ως
κοινωνία προσώπων και ως κοινωνία
τοπικών αυτοκέφαλων Εκκλησιών
μορφώνει και βιώνει μια ιδιάζουσα
σχέση και συμπεριφορά. Πρόκειται για
ένα χαρακτηριστικό και ιδιότυπο τρόπο
υπάρξεως, ο οποίος στηρίζεται σε μια
ασφαλή θεολογική και λειτουργικό-κανονική
υποδομή. Η υποδομή αυτή αποτελεί
ουσιαστικά τη μόνη συνεκτική δύναμη
των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οπωσδήποτε δε
σε καμιά περίπτωση η Ορθοδοξία δεν
μπορεί να κατανοηθεί ως συμβατική
συνύπαρξη εθνικών Εκκλησιών ή ως
ιδεολογική και αξιωματική, με τη στενή
έννοια του όρου, σύμπτωση και
ομοιογένεια. Για να εκτιμηθεί δεόντως
το πνευματικό εύρος της Ορθοδοξίας και
ο ρόλος τον οποίο μπορεί να
διαδραματίσει στις νέες ιστορικές
συγκυρίες και εξελίξεις, είναι νομίζω
αναγκαίο να γίνει μια σύντομη
καταγραφή ορισμένων καίριων πτυχών της
ζωής και να επισημανθούν στοιχεία που
χαρακτηρίζουν τη φυσιογνωμία και
δηλώνουν το ήθος της. Είναι γνωστό ότι,
η ενιαία Χριστιανική Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία εξελίχθηκε προοδευτικά
σε δύο μεγάλα μεγέθη, ιστορικής
σημασίας για την ευρωπαϊκή σύνθεση και
την ευρωπαϊκή κατανόηση. Πρόκειται για
τη Χριστιανική Δύση και τη Χριστιανική
Ανατολή.
Η Χριστιανική Δύση
Η Χριστιανική Δύση
Η Χριστιανική
Δύση δέχθηκε τον ευαγγελικό λόγο μέσω
της Ρώμης, και στη Ρώμη ήρθε το
χριστιανικό κήρυγμα διατυπωμένο στην
ελληνική. Αυτό σημαίνει ότι ο Κόσμος
της Δυτικής Ευρώπης, από τη στιγμή ήδη
της σχηματήσεώς του, δέχθηκε την
επίδραση και συνέδεσε την ύπαρξή του με
τρία μεγάλα πνευματικά μεγέθη, με τη χριστιανική
πίστη, με την ελληνική
παράδοση και με τη ρωμαϊκή
κληρονομιά. Τα τρία αυτά
πνευματικά φαινόμενα συνυφαίνονται
και τουλάχιστο κατά την πρώτη
χριστιανική χιλιετία λειτουργούν, κατά
το μάλλον και ήττον, αρμονικά και
ισόρροπα. Ενώ όμως αρχικά, τα τρία αυτά
πνευματικά στοιχεία, που συνέθεσαν την
ευρωπαϊκή πραγματικότητα και που
έγιναν αφετηρία και ουσία του
ευρωπαϊκού πολιτισμού, λειτούργησαν
συνθετικά και κατά κάποιο τρόπο
εμόρφωσαν δια της Εκκλησίας τους
ευρωπαϊκούς λαούς, προοδευτικά ο
Δυτικός Χριστιανισμός γονάτισε
μπροστά στο αίσθημα της υπεροχής που
κληρονόμησε από την ρωμαϊκή νοοτροπία.
Το πλέγμα της υπεροχής και την
κυριαρχική αυτή νοοτροπία εκφράζει
εύγλωττα ο στίχος του λατίνου ποιητή
Βιργίλιου: "’λλοι νομίζω θα
χαλκέψουν καλλίτερ' από μας μορφές που
θ' αναπνέουν, κι άλλοι θα φτιάξουν από
μάρμαρο πρόσωπα ζωντανά. Πιο πιεστικά
θα εξηγήσουν άλλοι τις αιτίες, και τις
κινήσεις του ουρανού με διαβήτη θα
χαράξουν ή θα μας πουν, πότε και που τα
αστέρια ανατέλλουν. Εσύ Ρωμαίε μη
ξεχνάς, πως έχεις για σκοπό σου να
κυβερνάς λαούς: Αυτή είναι η τέχνη σου!".
Στο αίσθημα αυτό της υπεροχής θα πρέπει
να αποδοθεί όχι μόνο ο εκκλησιαστικός
συγκεντρωτισμός, το παπικό πρωτείο και
η προτεσταντική ατομοκεντρική
οντολογία, αλλά και η ευρύτερη
εξουσιαστική συνείδηση και η οίηση με
την οποία γαλουχήθηκε ο δυτικο-ευρωπαίος.
Η χριστιανική Ανατολή
Η χριστιανική Ανατολή
Η χριστιανική
Ανατολή ανέπτυξε τη δυναμική της με
κέντρο τη Νέα Ρώμη, την οποία
πλαισίωναν τόσο οι παλαίφατες
Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής, η
Αλεξάνδρεια, η Αντιόχεια, τα Ιεροσόλυμα
και η Κύπρος, όσο και οι
εκχριστιανισθέντες λαοί της
Ανατολικής Ευρώπης. Στην όποια
συζήτηση για το θέμα "Ορθοδοξία
και Ευρώπη" δεν θα πρέπει να
ξεχνάμε ότι, τόσο οι αρχαίες
χριστιανικές κοινότητες της Μέσης
Ανατολής, όσο και οι λαοί που δέχθηκαν
το χριστιανικό βάπτισμα από την
Κωνσταντινούπολη, διατήρησαν στην
ιστορική του διαδρομή τα στοιχεία
εκείνα πάνω στα όποια οικοδομήθηκε η
ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Και πάνω απ'
όλα, οικοδόμησαν την ιστορία τους στη
βάση της ενοποιού εκκλησιαστικής
κοινωνίας. Μέσω της συνοδικής τους
συνειδήσεως διατήρησαν τη συνθετική
αντίληψη των ελλήνων πατέρων, η οποία
είδε την Εκκλησία όχι σαν μια μορφή
εξουσίας, αλλά σαν πνευματική
οικογένεια, της οποίας η ενότητα δεν
είναι κάτι το εξωτερικό, το μαζικό, ή
μια γεωγραφική ιδιότητα, αλλά έχει ως
αδιατάρακτο πράγματι θεμέλιό της, την
ενότητα του πνεύματος. Εδώ η θεσμική
και κανονική δομή της ιστορικής
Εκκλησίας προσλαμβάνει χαρισματικό
περιεχόμενο. Οι επί μέρους τοπικές
Εκκλησίες απαρτίζουν ισότιμα ένα και
συγχρόνως πολλαπλούν επίγειο Σώμα. Η
Ορθοδοξία υπάρχει και ζει μέσα στην
πολλαπλότητα των συνευρισκομένων σ'
αυτήν επί μέρους τοπικών Εκκλησιών. Οι
κατά καιρούς εθνικισμοί, αυτός ο
αναπόφευκτος ανθρώπινος παροξυσμός, αν
και σε αρκετές περιπτώσεις ταλάνισαν
τον Ορθόδοξο κόσμο, δεν μπόρεσαν τελικά
να αλλοιώσουν τη συνοδική συνείδηση, με
την οποία μορφώθηκαν οι Ορθόδοξοι λαοί.
Η κοινοτική αντίληψη που καλλιεργήθηκε στον Ορθόδοξο κόσμο, αυτός ο σύνδεσμος της ειρήνης, στηρίχθηκε στην ενότητα της πίστεως και του ήθους. Αν οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης κινήθηκαν σε μια διαλεκτική, αντιθετική θα λέγαμε κατεύθυνση μεταξύ πίστεως και πράξεως, η Ορθοδοξία προέβαλε σταθερά την ενότητα του χριστιανικού βίου. Η ενότης πράξεως και θεωρίας αποτελεί την ανθρωπολογική και εκκλησιολογική εφαρμογή των θεολογικών συζητήσεων του ΙΔ΄ αιώνος. Στις διαμάχες εκείνες ήρθαν σε σύγκρουση οι δύο κόσμοι, η δυτική κοσμοθεωρία, η οποία αναγνωρίζει την διάσταση πίστεως και πραγματικότητας, και η ανατολική συνείδηση για την ενότητα της θεολογίας και ζωής. Το κεντρικό πρόσωπο των συζητήσεων αυτών, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, επέμεινε στην ενότητα θεολογίας και ζωής, που είναι συνέπεια της "καθ' υπόσταση" ενώσεως του κτιστού και του άκτιστου στο πρόσωπο του Χριστού. Επί τη βάσει αυτής της ενώσεως θα χαρακτηρίσει την Εκκλησία "κοινωνία θεώσεως", και επί τη βάσει αυτής της αρχής θα μιλήσει για "λόγο έμπρακτον και πράξη ελλόγιμον", αναπροσαρμόζοντας το του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: "Σοφίας δε κάλλος έστι γνώσις έμπρακτος, ή πράξις ένσοφος".
Η κοινοτική αντίληψη που καλλιεργήθηκε στον Ορθόδοξο κόσμο, αυτός ο σύνδεσμος της ειρήνης, στηρίχθηκε στην ενότητα της πίστεως και του ήθους. Αν οι λαοί της Δυτικής Ευρώπης κινήθηκαν σε μια διαλεκτική, αντιθετική θα λέγαμε κατεύθυνση μεταξύ πίστεως και πράξεως, η Ορθοδοξία προέβαλε σταθερά την ενότητα του χριστιανικού βίου. Η ενότης πράξεως και θεωρίας αποτελεί την ανθρωπολογική και εκκλησιολογική εφαρμογή των θεολογικών συζητήσεων του ΙΔ΄ αιώνος. Στις διαμάχες εκείνες ήρθαν σε σύγκρουση οι δύο κόσμοι, η δυτική κοσμοθεωρία, η οποία αναγνωρίζει την διάσταση πίστεως και πραγματικότητας, και η ανατολική συνείδηση για την ενότητα της θεολογίας και ζωής. Το κεντρικό πρόσωπο των συζητήσεων αυτών, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, επέμεινε στην ενότητα θεολογίας και ζωής, που είναι συνέπεια της "καθ' υπόσταση" ενώσεως του κτιστού και του άκτιστου στο πρόσωπο του Χριστού. Επί τη βάσει αυτής της ενώσεως θα χαρακτηρίσει την Εκκλησία "κοινωνία θεώσεως", και επί τη βάσει αυτής της αρχής θα μιλήσει για "λόγο έμπρακτον και πράξη ελλόγιμον", αναπροσαρμόζοντας το του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: "Σοφίας δε κάλλος έστι γνώσις έμπρακτος, ή πράξις ένσοφος".
Αυτές οι
θεολογικές επισημάνσεις μας οδηγούν σε
ορισμένες παρατηρήσεις κρίσιμες για τη
συζήτησή μας.
o Η πρώτη παρατήρηση αφορά στο ότι, η Ορθοδοξία μπορεί να δώσει μια νέα πρόταση στη σημερινή ανταγωνιστική ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μπορεί να καταθέσει την ενότητα και συγχρόνως την πολλαπλότητά της, την οποία εκδηλώνει η κοινωνική και συνοδική της εμπειρία. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθοδοξία μπορεί να λειτουργήσει ως γόνιμος παράγοντας, σ' ένα κόσμο ο οποίος έδωσε μεταφυσικό βάθος στην ευημερία και στην αναζήτηση της τελειότητας, δια της προοδευτικής επιστημονικής και τεχνικής εξελίξεως. Σ' ένα κόσμο, τον οποίο χαρακτηρίζει αυτάρκεια, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, υποκειμενισμός και γενικά το πρωτείο του εγώ, η Ορθοδοξία μπορεί να καταθέσει την καθολική και οικουμενική της αυτοσυνειδησία, στην οποία ούτε η ενότητα αίρεται από την ποικιλία, ούτε η ποικιλία διασπά την ενότητα.o Η δεύτερη παρατήρηση έχει σχέση μ' αυτή καθ' αυτήν την ιδέα της Ευρώπης. Είναι πρόδηλο, από τις εισαγωγικές θεολογικές μας παρατηρήσεις, ότι η Europa Christiana δεν εξαντλείται στα όρια του δυτικο-ευρωπαϊκού Χριστιανισμού. Οι Ορθόδοξοι λαοί, έστω και αν εν μέρει ή εν όλω βρίσκονται σε ασιατική επιφάνεια, είναι εξ' ίσου ευρωπαϊκή, με την έννοια ότι αφομοίωσαν και αξιοποίησαν κατά ιδιάζοντα τρόπο τα στοιχεία τα οποία προσδιορίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό. Έτσι, μια αληθινή ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Ορθοδόξους λαούς, οι οποίοι αν και εγγύς στην Ανατολή διαφοροποιούνται ριζικά από τη νεφελώδη και αλληγορική ασιατική νοοτροπία, η οποία με τη νωχελική προσκόλλησή της σ' ένα πνεύμα αορίστου θεωρίας του κόσμου καταφάσκει σε μια εσωτερικότητα ξένη προς την πραγματικότητα της χριστιανικής κοινωνίας.o Η τρίτη τέλος παρατήρηση αναφέρεται ειδικότερα στον τρόπο προσεγγίσεως και μελέτης των επί μέρους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Οι κατά τόπους ή κατά περιοχές Ορθόδοξες Εκκλησίες δε συνιστούν αυτονομημένα μεγέθη, αλλά ζωντανά μέλη ενός αδιάσπαστου σώματος. Αν και η καθεμιά τοπική Εκκλησία διαγράφει την ιδιαίτερη ιστορία της και ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες ιστορικές προκλήσεις και συγκυρίες, εν τούτοις η μονιστικά αυτοτελής προσέγγισή της εγκυμονεί το κίνδυνο μιας ομοσπονδιακής κατανοήσεως της Ορθοδοξίας. Η Ορθοδοξία όμως υπερβαίνει κάθε συμβατική ενότητα και κάθε φυλετική αυτονόμηση. Βιώνει και επαγγέλλεται μια κοινωνία η οποία είναι έξω από αποσπασματικές κατοχυρώσεις και η οποία ασφαλώς δεν εξαντλείται στην οργανωτική μόνο ενότητα των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η ενότητα της Ορθοδοξίας θα λέγαμε ότι είναι στην ουσία μια αλληλοπεριχώρηση, μια πνευματική συμβίωση, που πραγματώνεται στη βάση αυτού που ονομάζουμε "εκκλησία", δηλ. συναγωγή και σύνταξη. Αυτό θα πρέπει να το έχουμε πάντα στο νου μας όταν πρόκειται
Η Ορθοδοξία στη Μέση Ανατολή
Μ' αυτά τα
δεδομένα είναι προφανές , ότι η
Ορθοδοξία στη Μέση Ανατολή, θέμα στο
οποίο ειδικότερα θα αναφερθούμε στη
συνέχεια, δεν συνιστά μια αυτοτελή,
αποκομμένη από τον υπόλοιπο Ορθόδοξο
κόσμο οντότητα, αλλά μια έκφραση της
Ορθοδόξου πίστεως και μία βίωση του
Ορθοδόξου ήθους, η οποία καλλιεργήθηκε
σ' ένα περιβάλλον αντιθέσεων και
αβεβαιότητος. Μέση Ανατολή είναι ο
γεωγραφικός χώρος στον οποίο
γεννήθηκαν και στον οποίον συνυπάρχουν
μέχρι σήμερα, οι τρεις μεγάλες
μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Ιουδαϊσμός,
ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ. Η
ευρύτερη περιοχή είναι πολυεθνική, σ΄
όλο δε το φάσμα της ιστορικής της
πορείας, έζησε κατά τον πλέον έντονο
τρόπο τις κατακτήσεις, τις διώξεις, τις
εθνικιστικές εξάρσεις, την
διαθρησκειακή αναμέτρηση, την
αποικιοκρατία και ποικίλες μορφές
πολέμου.
Πέρα όμως απ' αυτή τη συνάντηση των τριών μεγάλων θρησκειών, η Μέση Ανατολή αποτελεί, χωρίς υπερβολή, ένα μωσαϊκό Χριστιανικών Ομολογιών, εκκλησιών διαφόρων αποχρώσεων, αρχαίων σχισματικών και αιρετικών εκκλησιών, εκκλησιαστικών μειονοτήτων και παραχριστιανικών μικρο-ομάδων. Δειγματολογικά αναφέρουμε ότι στη Βηρυττό υπάρχουν, εκτός από την Ορθόδοξη Μητρόπολη, η Συρο-ιακωβιτική Εκκλησία, η Αρμενική Εκκλησία, δύο Προτεσταντικές κοινότητες, προϊόντα των "ιεραποστολών" του ΙΘ΄ αιώνος, και έξι Ρωμαιοκαθολικές επισκοπές: των Μαρωνιτών, των Ελληνορύθμων, των ηνωμένων με τη Ρώμη Σύρων, των ηνωμένων με τη Ρώμη Αρμενίων, των Χαλδαίων και βέβαια η καθ' αυτό Ρωμαιοκαθολική, δηλ. η λατινόρυθμη κοινότητα. Οι Ρωμαιοκαθολικές αυτές κοινότητες είναι ενωμένες με την Ρώμη όχι όμως πάντα και μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι στη Βηρυτό υπάρχουν εννέα επίσκοποι και επί πλέον οι προϊστάμενοι των Προτεσταντικών κοινοτήτων, για να μη μιλήσουμε για τις διάφορες παραχριστιανικές σέκτες που βρίσκουν έδαφος δράσεως τα τελευταία ιδίως χρόνια. Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Δαμασκό, και σε άλλα κέντρα της Μέσης Ανατολής, ενώ το πρόβλημα της πολυμορφίας είναι ακόμα οξύτερο στα Ιεροσόλυμα.
Αλλά και αυτός ακόμα ο Ορθόδοξος κόσμος στη Μέση Ανατολή δεν εκπροσωπείται από μία και μόνο εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Στην περιοχή υπάρχουν τρία πρεσβυγενή Πατριαρχεία: το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Αντιοχείας και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όπως επίσης και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου. Προφανώς η καθεμιά απ' αυτές τις Εκκλησίες έχει τη δική της ιδιομορφία, τις δικές της ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ιδιάζοντα προβλήματά της. Από πλευράς αριθμητικής οι Εκκλησίες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν κάτι ιδιαίτερο, συγκρινόμενες μάλιστα με άλλα μεγέθη θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ελάσσονες ή μειονοτικές Εκκλησίες. Η ιστορική τους όμως κληρονομιά, οι ισχυρές θεολογικές και πολιτισμικές τους καταβολές και εξ' ίσου η εμπειρία της συμβιώσεώς τους με άλλες θρησκείες τις καθιστούν όχι μόνο αξιοπρόσεκτες, αλλά και δυνάμεις πολλές φορές αποφασιστικής σπουδαιότητας, τόσο στις διορθόδοξες εξελίξεις, όσο και στους διαχριστιανικούς διαλόγους και στην εν γένει οικουμενική προσπάθεια.
Συνύπαρξη Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή
Πέρα όμως απ' αυτή τη συνάντηση των τριών μεγάλων θρησκειών, η Μέση Ανατολή αποτελεί, χωρίς υπερβολή, ένα μωσαϊκό Χριστιανικών Ομολογιών, εκκλησιών διαφόρων αποχρώσεων, αρχαίων σχισματικών και αιρετικών εκκλησιών, εκκλησιαστικών μειονοτήτων και παραχριστιανικών μικρο-ομάδων. Δειγματολογικά αναφέρουμε ότι στη Βηρυττό υπάρχουν, εκτός από την Ορθόδοξη Μητρόπολη, η Συρο-ιακωβιτική Εκκλησία, η Αρμενική Εκκλησία, δύο Προτεσταντικές κοινότητες, προϊόντα των "ιεραποστολών" του ΙΘ΄ αιώνος, και έξι Ρωμαιοκαθολικές επισκοπές: των Μαρωνιτών, των Ελληνορύθμων, των ηνωμένων με τη Ρώμη Σύρων, των ηνωμένων με τη Ρώμη Αρμενίων, των Χαλδαίων και βέβαια η καθ' αυτό Ρωμαιοκαθολική, δηλ. η λατινόρυθμη κοινότητα. Οι Ρωμαιοκαθολικές αυτές κοινότητες είναι ενωμένες με την Ρώμη όχι όμως πάντα και μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι στη Βηρυτό υπάρχουν εννέα επίσκοποι και επί πλέον οι προϊστάμενοι των Προτεσταντικών κοινοτήτων, για να μη μιλήσουμε για τις διάφορες παραχριστιανικές σέκτες που βρίσκουν έδαφος δράσεως τα τελευταία ιδίως χρόνια. Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Δαμασκό, και σε άλλα κέντρα της Μέσης Ανατολής, ενώ το πρόβλημα της πολυμορφίας είναι ακόμα οξύτερο στα Ιεροσόλυμα.
Αλλά και αυτός ακόμα ο Ορθόδοξος κόσμος στη Μέση Ανατολή δεν εκπροσωπείται από μία και μόνο εκκλησιαστική δικαιοδοσία. Στην περιοχή υπάρχουν τρία πρεσβυγενή Πατριαρχεία: το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, το Πατριαρχείο Αντιοχείας και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, όπως επίσης και η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου. Προφανώς η καθεμιά απ' αυτές τις Εκκλησίες έχει τη δική της ιδιομορφία, τις δικές της ιδιαιτερότητες, αλλά και τα ιδιάζοντα προβλήματά της. Από πλευράς αριθμητικής οι Εκκλησίες αυτές δεν αντιπροσωπεύουν κάτι ιδιαίτερο, συγκρινόμενες μάλιστα με άλλα μεγέθη θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ελάσσονες ή μειονοτικές Εκκλησίες. Η ιστορική τους όμως κληρονομιά, οι ισχυρές θεολογικές και πολιτισμικές τους καταβολές και εξ' ίσου η εμπειρία της συμβιώσεώς τους με άλλες θρησκείες τις καθιστούν όχι μόνο αξιοπρόσεκτες, αλλά και δυνάμεις πολλές φορές αποφασιστικής σπουδαιότητας, τόσο στις διορθόδοξες εξελίξεις, όσο και στους διαχριστιανικούς διαλόγους και στην εν γένει οικουμενική προσπάθεια.
Συνύπαρξη Χριστιανών και Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή
Η πολιτική και
εθνική συνύπαρξη Χριστιανών και
Μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή είναι
ένα κεφάλαιο που δεν μπορεί να
παραγραφεί σε μια συζήτηση για τους
χριστιανούς της περιοχής αυτής. Στις
Αραβικές εν γένει χώρες οι Χριστιανοί,
ως επί το πλείστον, αποκλείονται από
ορισμένα πεδία πολιτικής, με την ευρεία
έννοια, δραστηριότητος, επί τη βάσει
της γενικής αρχής ότι ένας
Μουσουλμάνος δεν μπορεί, για λόγους
συνειδήσεως, να υπακούει σ' ένα
Χριστιανό. Η Μουσουλμανική κοσμοθεωρία
αναγνωρίζει μια και μόνη ορθή πίστη,
και το κράτος πρέπει αν είναι
οργανωμένο και να διέπεται από τις
αρχές του Κορανίου. Ακόμη και μη
πολιτικού χαρακτήρα δραστηριότητες
είναι συχνά κατευθυνόμενες και κάτω
από την πίεση της ισλαμικής
προτεραιότητας. Έτσι, για παράδειγμα
στην Αίγυπτο ένας Χριστιανός δεν
μπορεί εύκολα να γίνει καθηγητής της
Αραβικής, γιατί η Αραβική είναι η
γλώσσα του Κορανίου. Χριστιανοί που
επιδιώκουν να φοιτήσουν σε
Πανεπιστημιακές Σχολές Αραβικής
Φιλολογίας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,
αποκλείονται και προωθούνται σε άλλου
κλάδους. Η εικόνα ασφαλώς είναι
διαφορετική στον Λίβανο, που με την
Εθνική Συνθήκη του 1943, βρέθηκε ένας
τρόπος συνυπάρξεως, ο οποίος αποτελεί
μοναδική περίπτωση συμμετοχής των
Χριστιανών, επί ίσοις όροις και κατ'
αναλογία, σε σπουδαίες κυβερνητικές
θέσεις. Βέβαια και εδώ, παρά την
συνύπαρξη, στο βάθος υποκρύπτεται μια
στεγανή αντίληψη, η οποία υποθέτει το
ασυμβίβαστο και ασύμπτωτο των δύο
κόσμων. Ο θεσμικός, ο πολιτισμικός και ο
θρησκευτικός κλοιός, στον οποίο ζουν οι
Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες της
Μέσης Ανατολής, με εξαίρεση την
Εκκλησία της Κύπρου, λειτουργεί
προφανώς ως ανασταλτικός παράγων για
μια ελεύθερη ποιμαντική και
εκκλησιαστική διακονία, συχνά όμως
γίνεται και πρόκληση για επιβίωση και
παράγων για μία κατά το δυνατόν
συντεταγμένη και δυναμική παρουσία στο
πράγματι ιδιόμορφο και πολυσύνθετο
σκηνικό της περιοχής αυτής του κόσμου.
Πατριαρχείο
Αλεξανδρείας
Έτσι, η θέση
του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας είναι
δυσχερής για τους λόγους που αναφέραμε
και εξ' αιτίας της αβεβαιότητας, την
οποία δημιουργεί ο ισλαμικός
φονταμενταλισμός, αλλά και λόγω της
σημαντικής μειώσεως του ελληνικού
στοιχείου στην Αίγυπτο, μετά την υπό
του Νασέρ ανάληψη της εξουσίας, και τις
πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν,
στη χώρα αυτή. Στην Αίγυπτο σήμερα το
ποίμνιο αποτελείται από τους
εναπομείναντες λίγους έλληνες
αιγυπτιώτες και από περισσότερους
’ραβες. Παρά ταύτα το Πατριαρχείο
Αλεξανδρείας μπορεί όχι μόνο να
επιβιώσει, αλλά και να δημιουργήσει
μέλλον αντάξιο της ιστορίας του,
αξιοποιώντας τη νέα πρόκληση των
καιρών που του προσφέρει η δυνατότητα
της ιεραποστολής.
Πατριαρχείο
Αντιοχείας
Το βιώνει,
περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη
Εκκλησία της περιοχής, μια αβεβαιότητα
για το μέλλον του Χριστιανισμού στη
Μέση Ανατολή. Η αβεβαιότητα αυτή
οφείλεται στο πρόσφατο πόλεμο του
Λιβάνου, αλλά και στη γενικότερη
αντιπαράθεση των χωρών, όπου το
Πατριαρχείο εκτείνεται, με το Ισραήλ.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η αίσθηση της
ανασφάλειας λειτούργησε θετικά, για το
Πατριαρχείο Αντιοχείας, κατά δύο
έννοιες. Πρώτα έγινε αφορμή
ανασυντάξεως στην ίδια τη
Μητροπολιτική περιφέρεια. Κατεβλήθη
σοβαρή προσπάθεια ανανεώσεως του
ποιμαντικού έργου με την αξιοποίηση
νέων κληρικών, πολλοί από τους οποίους
έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα. Ιδρύθηκε
το οργανωμένο σε αμερικανικά πρότυπα
Ορθόδοξο Πανεπιστήμιο του Balamand στον
Λίβανο, με οκτώ πανεπιστημιακές Σχολές.
Η ίδρυση του Πανεπιστημίου αναπτέρωσε
το ηθικό των Ορθοδόξων και συνέβαλε
ώστε να αποκοπεί εν μέρει το
μεταναστευτικό ρεύμα. Εν συνεχεία, η
αίσθηση της ανασφάλειας συνέτεινε στην
περαιτέρω οργάνωση της διασποράς. Ως
γνωστό το Πατριαρχείο Αντιοχείας έχει
σημαντική δύναμη στην Λατινική Αμερική,
από τις αρχές ήδη του αιώνα, ενώ στη Β.
Αμερική και στην Ευρώπη η παρουσία του
δεν είναι ευκαταφρόνητη, πόσο μάλλον τα
τελευταία χρόνια έχει επιδείξει
ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην υποδοχή
προσηλύτων, τόσο στις Η.Π.Α, όσο και στην
Αγγλία.
Ελληνορθόδοξο
Πατριαρχείο Ιεροσολύμων
Το
Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο των
Ιεροσολύμων βρίσκεται σήμερα μπροστά
σε μια όξυνση του πολύπλευρου και εν
πολλοίς ακανθώδους προβλήματος των
σχέσεων ιεραρχίας και λαού. Το πρόβλημα
συχνά καλλιεργείται από ποικίλους
εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι
ερμηνεύουν κατά το δοκούν τα ιστορικά
δεδομένα και συστηματικά παραθεωρούν
την ποιμαντική πρακτική και το
εκπαιδευτικό και φιλανθρωπικό έργο,
εμφανίζοντας την ιεραρχία του
Πατριαρχείου σαν εξουσία η οποία
νέμεται και καταδυναστεύει το λαό.
Ασφαλώς η όλη περί της σχέσεως
ιεραρχίας και ποιμνίου στα Ιεροσόλυμα
συζήτηση συνδέεται και με τα ιερά
προσκυνήματα, τα οποία πολλοί
εποφθαλμιούν. Είναι δε βέβαιο ότι σε
περίπτωση που τυχόν θα φύγουν από τον
έλεγχο και την ευθύνη της Αγιοταφικής
Αδελφότητος, τα προσκυνήματα θα χαθούν
για την Ορθοδοξία. Το Πατριαρχείο
Ιεροσολύμων έχει, περισσότερο ίσως από
όποια άλλη εκκλησία της περιοχής,
ανάγκη συμπαραστάσεως, οποιαδήποτε δε
προβλήματα θα πρέπει να
αντιμετωπίζονται με σύνεση, με σεβασμό
στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία και στο
status quo των Ιεροσολύμων.
Αυτοκέφαλος
Εκκλησία της Κύπρου
Από όλες τις
Ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης Ανατολής,
η Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου
υπερέχει τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό
και σε οργάνωση, όσο και στην
οικονομικο-τεχνική υποδομή. Αν σ' αυτά
προστεθεί ότι είναι η μόνη Ορθόδοξη
Εκκλησία της περιοχής η οποία δεν ζει
κάτω από την ισλαμική σκιά,
αντιλαμβάνεται κανείς την ευθύνη της
και τον ρόλο που καλείται και μπορεί να
διαδραματίσει στην περιοχή. Πέρα από
την εσωτερική συνοχή, η οποία
χαρακτηρίζει την Εκκλησία, η Κύπρος
ανταποκρίθηκε, με φιλάδελφο πνεύμα,
στις ανάγκες τις οποίες αντιμετώπισαν
οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Μέσης
Ανατολής κατά τα δύσκολα χρόνια των
πολιτικών εντάσεων και του πολέμου του
Λιβάνου. Το αναφέρω αυτό γιατί έχει
δεόντως εκτιμηθεί από τις Ορθόδοξες
Εκκλησίες της περιοχής, οι οποίες και
για τον λόγο αυτό ιδιαίτερα τιμούν και
υπολογίζουν την Εκκλησία της Κύπρου.
Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στη νέα διεθνή πραγματικότητα - Προτάσεις
Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στη νέα διεθνή πραγματικότητα - Προτάσεις
Μια συζήτηση
για το ρόλο της Ορθοδοξίας στη νέα
διεθνή πραγματικότητα δεν μπορεί να
εξαντλείται στην, κατά τα άλλα αναγκαία,
θεολογική ανάλυση ή στην οπωσδήποτε
χρήσιμη πληροφόρηση. Μια προσέγγιση
του θέματος, για να μην είναι θεωρητική,
ανέφικτη, και ατελέσφορη παράθεση
δεδομένων, πιστεύω ότι είναι αναγκαίο
να συνοδεύεται από συγκεκριμένα
πρακτικά ερεθίσματα.
Μ' αυτό το σκεπτικό θα κλείσω τη σύντομη και εν πολλοί αποσπασματική εισήγησή μου με τρεις, νομίζω ρεαλιστικές, προτάσεις. Η πρώτη είναι γενικού ενδιαφέροντος και σχετίζεται με τη γνώση και τη σοβαρή και εμπεριστατωμένη παρακολούθηση των δεδομένων και των εξελίξεων στον Ορθόδοξο κόσμο, αλλά και με την, κατά τον καλύτερο τρόπο, αξιοποίηση των δυνατοτήτων των Ορθοδόξων λαών, ώστε η παρουσία και ο λόγος της Ορθοδοξίας να λειτουργούν ως σημαντικοί παράγοντες στη σύγχρονη ραγδαία εξελισσόμενη παγκόσμια κοινωνία. Πιστεύω ότι είναι υψίστη ανάγκη η συγκρότηση ενός Εθνικού Συμβουλίου, το οποίο με ευθύνη και σοβαρότητα θα εξετάζει θέματα που αφορούν στην εν γένει Ορθοδοξία. Είναι ασφαλώς χρήσιμη η περιστασιακή και ευκαιριακή μελέτη των θεμάτων, δεν είναι όμως επαρκής και προ πάντων δεν διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η συνέχεια της δουλειάς. Δεν έχει τόσο σημασία αν το Συμβούλιο αυτό θα έχει θεσμική κάλυψη ή αν κινείται σε ιδιωτικό επίπεδο. Σημασία έχει όσοι μετέχουν σ' αυτό να είναι στην κυριολεξία εμπειρογνώμονες, γνώστες δηλαδή σε βάθος της Ορθοδοξίας, των διαχριστιανικών και των γενικοτέρων εξελίξεων. Με σεβασμό στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία, με εμπεριστατωμένες εισηγήσεις και με συζήτηση που θα γίνεται σε τακτά διαστήματα ένα τέτοιο όργανο θα μπορεί να λειτουργεί συμβουλευτική προς κάθε κατεύθυνση και επί τέλους θα γίνει ανάχωμα στις πολλές φορές πρόχειρες ή και απερίσκεπτες ενέργειες.
Οι δυο επόμενες προτάσεις αφορούν στην πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα στην ενίσχυση της Θεολογικής παιδείας. Σ' ένα χώρο στον οποίο υπάρχουν δεκάδες Ρωμαιοκαθολικών Θεολογικών Σχολών η μόνο Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή που λειτουργεί στην περιοχή είναι, ως γνωστό, η του Πανεπιστημίου Balamand Πιστεύουμε ότι θα ήταν σκόπιμη και επωφελής για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής η επαναλειτουργία της ιστορικής Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων.
Υπάρχει η τεχνική υποδομή και η βούληση του Πατριαρχείου είναι δεδομένη. Θα μπορούσε η Θεολογική Σχολή να λειτουργήσει αρχικά ως Παράρτημα του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο έχει τις δυνατότητες, σε συνεργασία και με άλλες θεολογικές δυνάμεις, να αναλάβει ένα σημαντικό μέρος της διδακτικής ευθύνης. Μια ανάλογη πρόταση είναι υπό εξέλιξη στην Κύπρο. Μια ομάδα εργασίας, στην οποία μετέχει και ο ομιλών, εξετάζει την δυνατότητα δημιουργίας, στο πλαίσιο Πανεπιστημίου της Κύπρου, ενός Θεολογικού Κέντρου Μελετών θεμάτων της Μέσης Ανατολής και της Ιεραποστολής. Η μορφή του Κέντρου και το τι ακριβώς θα προσφέρει είναι ακόμα στο στάδιο της μελέτης. Εκείνο που έχει σημασία είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων και της εμπειρίας που η Εκκλησία της Κύπρου διαθέτει για μια σωστή μελέτη και αντιμετώπιση των προβλημάτων της Μέσης Ανατολή και της Ορθοδόξου ιεραποστολής, ιδιαίτερα στην αφρικανική ήπειρο.
Μ' αυτό το σκεπτικό θα κλείσω τη σύντομη και εν πολλοί αποσπασματική εισήγησή μου με τρεις, νομίζω ρεαλιστικές, προτάσεις. Η πρώτη είναι γενικού ενδιαφέροντος και σχετίζεται με τη γνώση και τη σοβαρή και εμπεριστατωμένη παρακολούθηση των δεδομένων και των εξελίξεων στον Ορθόδοξο κόσμο, αλλά και με την, κατά τον καλύτερο τρόπο, αξιοποίηση των δυνατοτήτων των Ορθοδόξων λαών, ώστε η παρουσία και ο λόγος της Ορθοδοξίας να λειτουργούν ως σημαντικοί παράγοντες στη σύγχρονη ραγδαία εξελισσόμενη παγκόσμια κοινωνία. Πιστεύω ότι είναι υψίστη ανάγκη η συγκρότηση ενός Εθνικού Συμβουλίου, το οποίο με ευθύνη και σοβαρότητα θα εξετάζει θέματα που αφορούν στην εν γένει Ορθοδοξία. Είναι ασφαλώς χρήσιμη η περιστασιακή και ευκαιριακή μελέτη των θεμάτων, δεν είναι όμως επαρκής και προ πάντων δεν διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η συνέχεια της δουλειάς. Δεν έχει τόσο σημασία αν το Συμβούλιο αυτό θα έχει θεσμική κάλυψη ή αν κινείται σε ιδιωτικό επίπεδο. Σημασία έχει όσοι μετέχουν σ' αυτό να είναι στην κυριολεξία εμπειρογνώμονες, γνώστες δηλαδή σε βάθος της Ορθοδοξίας, των διαχριστιανικών και των γενικοτέρων εξελίξεων. Με σεβασμό στην Ορθόδοξη εκκλησιολογία, με εμπεριστατωμένες εισηγήσεις και με συζήτηση που θα γίνεται σε τακτά διαστήματα ένα τέτοιο όργανο θα μπορεί να λειτουργεί συμβουλευτική προς κάθε κατεύθυνση και επί τέλους θα γίνει ανάχωμα στις πολλές φορές πρόχειρες ή και απερίσκεπτες ενέργειες.
Οι δυο επόμενες προτάσεις αφορούν στην πραγματικότητα της Μέσης Ανατολής και ειδικότερα στην ενίσχυση της Θεολογικής παιδείας. Σ' ένα χώρο στον οποίο υπάρχουν δεκάδες Ρωμαιοκαθολικών Θεολογικών Σχολών η μόνο Ορθόδοξη Θεολογική Σχολή που λειτουργεί στην περιοχή είναι, ως γνωστό, η του Πανεπιστημίου Balamand Πιστεύουμε ότι θα ήταν σκόπιμη και επωφελής για την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής η επαναλειτουργία της ιστορικής Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων.
Υπάρχει η τεχνική υποδομή και η βούληση του Πατριαρχείου είναι δεδομένη. Θα μπορούσε η Θεολογική Σχολή να λειτουργήσει αρχικά ως Παράρτημα του Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο έχει τις δυνατότητες, σε συνεργασία και με άλλες θεολογικές δυνάμεις, να αναλάβει ένα σημαντικό μέρος της διδακτικής ευθύνης. Μια ανάλογη πρόταση είναι υπό εξέλιξη στην Κύπρο. Μια ομάδα εργασίας, στην οποία μετέχει και ο ομιλών, εξετάζει την δυνατότητα δημιουργίας, στο πλαίσιο Πανεπιστημίου της Κύπρου, ενός Θεολογικού Κέντρου Μελετών θεμάτων της Μέσης Ανατολής και της Ιεραποστολής. Η μορφή του Κέντρου και το τι ακριβώς θα προσφέρει είναι ακόμα στο στάδιο της μελέτης. Εκείνο που έχει σημασία είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων και της εμπειρίας που η Εκκλησία της Κύπρου διαθέτει για μια σωστή μελέτη και αντιμετώπιση των προβλημάτων της Μέσης Ανατολή και της Ορθοδόξου ιεραποστολής, ιδιαίτερα στην αφρικανική ήπειρο.
Σ' ένα ογκώδες
σύγγραμμά του ο γάλλος διπλωμάτης Jean -
Pierre Valognes δίνει τον τίτλο Vie et Mort des Chrιtiens
d' Orient. Δεν βρίσκω ακριβέστερη έκφραση
για να κλείσω τη σύντομη αυτή εισήγηση.
Οι Χριστιανοί, και μάλιστα οι Ορθόδοξοι,
στη Μέση Ανατολή κινούνται πάνω στην
εμπειρία της ζωής και του θανάτου, την
οποία βιώνουν αιώνες τώρα. Μ' αυτήν την
πείρα της ιστορίας τους προσβλέπουν
στο ξεκίνημα της τρίτης μετά Χριστώ
χιλιετίας. Και αυτή ακριβώς η εμπειρία
δικαιώνει την αισιοδοξία και την
ελπίδα τους.
Δευτέρα 5 Αυγούστου 2013
Πίνακας των ανά τον κόσμο Ορθοδόξων το 2000
Ο
παρακάτω πίνακας είναι ιδιαίτερα πληροφοριακός, όσον αφορά όχι μόνο τον αριθμό,
αλλά και το ποσοστό των Ορθοδόξων στον κόσμο, σε σύγκριση με τον παγκόσμιο
πληθυσμό. Ο Ορθόδοξος πληθυσμός στην εποχή μας, υπολογίζεται σε
250 εκατομμύρια
πιστούς. (Σε αντιστοιχία οι Παπικοί υπολογίζονται
σε 1 δισεκατομμύριο και
οι Προτεστάντες σε 850 εκατομμύρια).
Στον
παρακάτω πίνακα συμπεριλαμβάνονται και σχισματικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Επίσης
οι αριθμοί του πίνακα, συμπεριλαμβάνουν ανθρώπους που απλώς γεννήθηκαν από
γονείς Ορθοδόξους, αλλά δεν είναι πιστά ή ενεργά μέλη της Εκκλησίας του Χριστού,
ιδιαίτερα στις χώρες στις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία πλειοψηφεί. Δεν είναι
λοιπόν μια ακριβής καταγραφή του Σώματος του Χριστού στην εποχή μας. Όμως, είναι
χρήσιμος ως μια γενική εικόνα της κατανομής των Ορθοδόξων ανά τον κόσμο:
Σάββατο 13 Ιουλίου 2013
Ένας μεθοδιστής γράφει για την Ορθοδοξία
Κείμενο
Λότσιος Ιωάννης
Μια σημαντική διάλεξη του Δρος
William J. Abraham έγινε εχθές στο Καλβινιστικό Κολέγιο στην Αμερική με
τίτλο ‘‘The Treasures and Trials of Eastern Orthodoxy’’.
Ο Δρ William J. Abraham, είναι Ιρλανδός θεολόγος, φιλόσοφος αναλυτής, Κληρικός των Ηνωμένων Μεθοδιστών, γνωστός για τη συμβολή του στη φιλοσοφία της θρησκείας, της θρησκευτικής επιστημολογίας, του ευαγγελισμού και την ανανέωση της εκκλησίας. Κατά το παρελθόν έχει διδάξει στο Seattle Pacific University και ήταν επισκέπτης καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Χάρβαρντ.
Ο William J. Abraham, παρουσίασε πέντε θησαυρούς που κατέχει η Ορθοδοξία και τέσσερις μεγάλες δοκιμασίες που έχει να αντιμετωπίσει στο τρέχον έτος σε παγκόσμιο επίπεδο. Ξεκίνησε με την απορία πως του ήρθε να μελετήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από ένα προσωπικό του γεγονός.
Όταν για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική, είδε ορισμένες βασικές διαφορές των Μεθοδιστών από την Ιρλανδία. Η παρατήρηση του πάνω στο Μεθοδισμό αποτελούσε το σημείο οτι ναι μεν οι μεθοδιστές είναι θρησκευόμενοι άνθρωποι αλλά η πνευματικότητα τους βρισκόταν σε απελπιστικό σημείο. Σε μια προσωπική συνάντηση με τον ρώσο Alexei Khimiakov και ιδίως με το έργο του «Περί των δυτικών ομολογιών», είδε μια βαθιά πνευματική κρίση σε προσωπικό επίπεδο. Η παρακολούθηση των λατρευτικών εκδηλώσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδιαίτερα των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας, τον γέμισαν πνευματικά.
Διαπίστωσε ότι η εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον βοήθησε να διαπιστώσει το πραγματικό νόημα της πίστης, πέραν από μια διανοητική και ηθική αντίληψη. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ.
Για τον ίδιο η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει θησαυρούς:
1) Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό για την ίδια δεν είναι θέμα μόνο μελέτης αλλά και φιλίας . Οι ορθόδοξοι δεν αναγιγνώσκουν ιδεαλιστικά τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά μέσα από την ερμηνευτική της αγάπης.
2) Η καρδιά της Ορθοδοξίας είναι το Τριαδικό Δόγμα. Ερωτήματα μεθοδολογίας και μεταφυσικής δεν υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό. Αντί αυτών των ερωτημάτων η ορθόδοξη πίστη διατηρεί το κεντρικό ο ερώτημα: ποιόν λατρεύουμε; Και η απάντηση είναι σαφής: Τον Τριαδικό Θεό.
3) Η ορθόδοξη ευσέβεια προωθεί την φυσική σύνδεση μεταξύ γνώσης του Θεού και την γνώση για το Θεό. Αυτό μέσα στην ορθόδοξη πνευματική παράδοση βρίσκεται ενωμένο με την δογματική διδασκαλία. Ιδιαιτέρως οι προσευχές «Κύριε ελέησον» και η νοερά προσευχή, αποτελούν καρπό αυτής της εμπειρίας. Η ενότητα μεταξύ δογματικής διδασκαλίας και λατρείας είναι αλληλένδετα συνδεδεμένα. Παρατηρεί το πόσο οι δογματικοί όροι «ομοούσιος» «Θεοτόκος» κλπ, είναι διάσπαρτα στην υμνολογία της Εκκλησίας.
4) Στην θεολογία η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει έμφαση στην καταφατική και αποφατική θεολογία.
5) Η ευρύτερη κατανόηση του όρου «Κανόνας»: Εκτός από τον κανόνα τα Αγίας Γραφής έχουν το δόγμα, τις εικόνες , τους Πατέρες της Εκκλησίας, που εξηγούν την Αγία Γραφή. Από αυτούς τους πέντε θησαυρούς της ορθόδοξης παράδοσης, αποκόμισε τέσσερις προκλήσεις που πιστεύει ο ίδιος ότι η Ορθοδοξία πρέπει να αντιμετωπίσει, όχι μόνο στην Δύση αλλά και στο οικουμενικό γίγνεσθαι.
Κατά την άποψη του:
1) οι ορθόδοξοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς μια ηθική και μια ηθική φιλοσοφία σε αναλύσεις και έργα. Ενώ σημειώνει κάποια θετικά σημεία, εδικά στην ορθόδοξη προσέγγιση και ποιμαντική αντιμετώπιση του γάμου και του διαζυγίου, ο ίδιος πιστεύει ότι πρέπει να γίνει αρκετή εργασία διαφωτίσεως από ορθόδοξους συγγραφείς.
2) Η σχέση Κράτους και Εκκλησίας χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Αυτό που αξίζει, για τον ίδιο είναι η άρθρωση μιας παραδοσιακής και ορθόδοξης κατανόησης για την σχέση Κράτους και Εκκλησίας, που αξίζει περισσότερο τόσο όσον αφορά την έρευνα όσο και στην πράξη.
3) Ο ίδιος ο William J. Abraham ειδικός στον τομέα του Ευαγγελισμού, θεώρει ότι σε αυτό το θέμα οι Ορθόδοξοι πρέπει να δώσουν μεγάλη βαρύτητα. Ειδικότερα στις μετά-χριστιανικές τάσεις της Ευρώπης. Η Ευρώπη πρέπει να ευαγγελισθεί εκ νέου και η Ορθόδοξη τοποθέτηση είναι απαραίτητη.
4) Τέλος κατά την εκτίμηση του, οι Ορθόδοξοι στο χώρο της επιστημολογίας και της έρευνας υστερούν. Κυρίως για τα θέματα της πρόκλησης της αθεΐας και του Ισλάμ.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τις δυνατότητες και την θεολογία να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, αλλά χρειάζεται ενασχόληση .
Ο Δρ William J. Abraham, είναι Ιρλανδός θεολόγος, φιλόσοφος αναλυτής, Κληρικός των Ηνωμένων Μεθοδιστών, γνωστός για τη συμβολή του στη φιλοσοφία της θρησκείας, της θρησκευτικής επιστημολογίας, του ευαγγελισμού και την ανανέωση της εκκλησίας. Κατά το παρελθόν έχει διδάξει στο Seattle Pacific University και ήταν επισκέπτης καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Χάρβαρντ.
Ο William J. Abraham, παρουσίασε πέντε θησαυρούς που κατέχει η Ορθοδοξία και τέσσερις μεγάλες δοκιμασίες που έχει να αντιμετωπίσει στο τρέχον έτος σε παγκόσμιο επίπεδο. Ξεκίνησε με την απορία πως του ήρθε να μελετήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία μέσα από ένα προσωπικό του γεγονός.
Όταν για πρώτη φορά πήγε στην Αμερική, είδε ορισμένες βασικές διαφορές των Μεθοδιστών από την Ιρλανδία. Η παρατήρηση του πάνω στο Μεθοδισμό αποτελούσε το σημείο οτι ναι μεν οι μεθοδιστές είναι θρησκευόμενοι άνθρωποι αλλά η πνευματικότητα τους βρισκόταν σε απελπιστικό σημείο. Σε μια προσωπική συνάντηση με τον ρώσο Alexei Khimiakov και ιδίως με το έργο του «Περί των δυτικών ομολογιών», είδε μια βαθιά πνευματική κρίση σε προσωπικό επίπεδο. Η παρακολούθηση των λατρευτικών εκδηλώσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ιδιαίτερα των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδας, τον γέμισαν πνευματικά.
Διαπίστωσε ότι η εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τον βοήθησε να διαπιστώσει το πραγματικό νόημα της πίστης, πέραν από μια διανοητική και ηθική αντίληψη. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ.
Για τον ίδιο η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει θησαυρούς:
1) Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι με τους Πατέρες της Εκκλησίας. Αυτό για την ίδια δεν είναι θέμα μόνο μελέτης αλλά και φιλίας . Οι ορθόδοξοι δεν αναγιγνώσκουν ιδεαλιστικά τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά μέσα από την ερμηνευτική της αγάπης.
2) Η καρδιά της Ορθοδοξίας είναι το Τριαδικό Δόγμα. Ερωτήματα μεθοδολογίας και μεταφυσικής δεν υπάρχουν σε μεγάλο βαθμό. Αντί αυτών των ερωτημάτων η ορθόδοξη πίστη διατηρεί το κεντρικό ο ερώτημα: ποιόν λατρεύουμε; Και η απάντηση είναι σαφής: Τον Τριαδικό Θεό.
3) Η ορθόδοξη ευσέβεια προωθεί την φυσική σύνδεση μεταξύ γνώσης του Θεού και την γνώση για το Θεό. Αυτό μέσα στην ορθόδοξη πνευματική παράδοση βρίσκεται ενωμένο με την δογματική διδασκαλία. Ιδιαιτέρως οι προσευχές «Κύριε ελέησον» και η νοερά προσευχή, αποτελούν καρπό αυτής της εμπειρίας. Η ενότητα μεταξύ δογματικής διδασκαλίας και λατρείας είναι αλληλένδετα συνδεδεμένα. Παρατηρεί το πόσο οι δογματικοί όροι «ομοούσιος» «Θεοτόκος» κλπ, είναι διάσπαρτα στην υμνολογία της Εκκλησίας.
4) Στην θεολογία η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει έμφαση στην καταφατική και αποφατική θεολογία.
5) Η ευρύτερη κατανόηση του όρου «Κανόνας»: Εκτός από τον κανόνα τα Αγίας Γραφής έχουν το δόγμα, τις εικόνες , τους Πατέρες της Εκκλησίας, που εξηγούν την Αγία Γραφή. Από αυτούς τους πέντε θησαυρούς της ορθόδοξης παράδοσης, αποκόμισε τέσσερις προκλήσεις που πιστεύει ο ίδιος ότι η Ορθοδοξία πρέπει να αντιμετωπίσει, όχι μόνο στην Δύση αλλά και στο οικουμενικό γίγνεσθαι.
Κατά την άποψη του:
1) οι ορθόδοξοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς μια ηθική και μια ηθική φιλοσοφία σε αναλύσεις και έργα. Ενώ σημειώνει κάποια θετικά σημεία, εδικά στην ορθόδοξη προσέγγιση και ποιμαντική αντιμετώπιση του γάμου και του διαζυγίου, ο ίδιος πιστεύει ότι πρέπει να γίνει αρκετή εργασία διαφωτίσεως από ορθόδοξους συγγραφείς.
2) Η σχέση Κράτους και Εκκλησίας χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Αυτό που αξίζει, για τον ίδιο είναι η άρθρωση μιας παραδοσιακής και ορθόδοξης κατανόησης για την σχέση Κράτους και Εκκλησίας, που αξίζει περισσότερο τόσο όσον αφορά την έρευνα όσο και στην πράξη.
3) Ο ίδιος ο William J. Abraham ειδικός στον τομέα του Ευαγγελισμού, θεώρει ότι σε αυτό το θέμα οι Ορθόδοξοι πρέπει να δώσουν μεγάλη βαρύτητα. Ειδικότερα στις μετά-χριστιανικές τάσεις της Ευρώπης. Η Ευρώπη πρέπει να ευαγγελισθεί εκ νέου και η Ορθόδοξη τοποθέτηση είναι απαραίτητη.
4) Τέλος κατά την εκτίμηση του, οι Ορθόδοξοι στο χώρο της επιστημολογίας και της έρευνας υστερούν. Κυρίως για τα θέματα της πρόκλησης της αθεΐας και του Ισλάμ.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει τις δυνατότητες και την θεολογία να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις, αλλά χρειάζεται ενασχόληση .
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



