Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Πάνω σ' ενα ξένο στίχο:Ταξιδεύοντας στην Μεγάλη Τρίτη με την ποίηση του Γ. Σεφέρη



Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη ριζώνουν θρέφουνται με το αίμα. Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί...αλλά πού θα είσαι τη στιγμή που θα  ‘ρθει εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως; («Επί σκηνής»)

Η ζωή είναι συνάντηση. Όχι μόνο ανθρώπων, αλλά και χαρισμάτων. Ο καθένας μας καταθέτει το τάλαντό του, την δωρεά του και γεννιέται το καινούργιο. Χωρίς συνάντηση δεν υπάρχει γέννα. Δημιουργία. Χτίσιμο. Μόνο που θέλει αγάπη και αίμα το βήμα. Τρυφερότητα και ευαισθησία και συνάμα θυσία. Τίποτε δεν χτίζεται αν δεν αγαπήσεις την δωρεά σου. Και Εκείνον που σου την έδωσε. Μπορεί να καυχόμαστε για ό,τι πετύχαμε και να περιφρονούμε τον Δεδωκότα, θεοί του εαυτού μας. Όμως το λάδι γρήγορα σώνεται. Και η ελπίδα νικιέται.   
Κι όταν φεύγουμε, αφήνουμε πίσω ό,τι γεννήσαμε. Λόγια, ανθρώπους, μία στάλα αγάπης. Ή το αντίθετό τους. Απουσία απόλυτη δεν υπάρχει. Πάντα η μορφή μας θα μένει σε κάτι. Ή σε κάποιους. Όχι ως φήμη ή ως μνήμη μόνο. Αλλά ως νοσταλγία για την συνάντησή μας με τους άλλους και τον κόσμο. Νοσταλγία προσώπων. Αισθημάτων. Νοσταλγία για ό,τι μοιραστήκαμε. Και λύπη για ό,τι δεν προλάβαμε ή δεν θελήσαμε ή για ό,τι όλοι θα ήθελαν να εξακολουθούμε να μοιραζόμαστε. 
Στο θέατρο του κόσμου θα έρθει και πάλι το φως για τον καθέναν μας. Ζώντα και νεκρό. Και το χάρισμα με το οποίο συναντηθήκαμε ή το οποίο αποκρύψαμε θα βγει μπροστά. Και θα κάνει την νοσταλγία Ανάσταση ή θα μας κρατήσει στο μνήμα. Της κενότητας. Του «εγώ». Της μοναξιάς. Τα πάντα και οι πάντες κρίνονται στην προοπτική του Φωτός.  Εκείνου που εν τω προσώπω Του είναι η Αλήθεια και που ζητά την συνάντηση. Προσφέροντας πάλιν και πολλάκις το δικό Του χάρισμα. Της θεότητας που κενούται από Αγάπη.
Πηγή/Αναδημοσίευση: http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2014/04/3.html

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

«Όταν ήρθαν να πάρουν» Μπέρτολτ Μπρεχτ


«Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους,
δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα,
γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους,
ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό,
δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός.
Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα,
αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου».
Μπρεχτ 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

«Δεν έχεις Πίστη , όταν τα στάχια σου προσμένεις να γενούν σιτάρι... »

Πίστη

Δεν έχεις Πίστη, όταν τα στάχια σου
προσμένεις να γενούν σιτάρι,
κι από τ' άκαρπο δεντρί, που κέντρωσες,
προσμένεις καρπερό βλαστάρι!
Πίστη έχεις, όταν από το χέρσωμα
κι από τα αστραποκαμένα ξύλα,
προσμένεις τους καρπούς ολόδροσους
και καταπράσινα τα φύλλα.
Δεν έχεις Πίστη, όταν, πηγαίνοντας
το δρόμο του βουνού, προσμένεις
να φτάσεις ως το ανάερο ψήλωμα
κάποιας κορφής μαρμαρωμένης.
Πίστη έχεις, όταν, αλυσόδετος,
μέσα από τα βάθη της αβύσσου,
προσμένεις ως τα ουράνια ελεύτερο
να φτερουγίσει το κορμί σου.
Δεν έχεις Πίστη, όταν τ' απόβραδο
προσμένεις να προβάλλουν τ άστρα,
και με του πετεινού το λάλημα
να φέξη η αυγή ροδογελάστρα!
Πίστη έχεις, όταν- όσο αλόγιστο
και πλάνο ο νους σου κι αν το ξέρει-
προσμένεις ήλιο τα μεσάνυχτα
κι αστροφεγγιά το μεσημέρι.
Δεν έχει Πίστη, όταν, πιστεύοντας,
ρωτάς την κρίση και τη γνώση!
Δεν έχεις Πίστη, όταν την πίστη σου
στο λογικό έχεις θεμελιώσει!
Πίστη έχεις, όταν κάθε σου όνειρο
το ανάφτεις στο βωμό της τάμα,
κι αν κάποιο σου τάμα είναι αδύνατο,
προσμένεις να γενεί το θάμα.

 
Γεώργιος Δροσίνης

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Η Μεγάλη Εβδομάδα του Οδυσσέα Ελύτη

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ
Κατάκοπος από τις ουράνιες περιπέτειες, έπεσα τις πρωινές ώρες να κοιμηθώ.
Στο τζάμι, με κοίταζε η παλαιά Σελήνη, φορώντας την προσωπίδα του Ήλιου.

Μ. ΤΡΙΤΗ
Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο.
Με πήραν κατάμουτρα οι μυρωδιές, λεμόνι, γαρίφαλο.
Ύστερα παραμέρισα τα χρόνια, τα φρέσκα πέταλα και να:
η μητέρα μου, μ’ ένα μεγάλο άσπρο καπέλο και το παλιό χρυσό ρολόι της κρεμασμένο στο στήθος.
Θλιμμένη και προσεκτική. Πρόσεχε κάτι ακριβώς πίσω από μένα.
Δεν πρόφτασα να γυρίσω να δω γιατί λιποθύμησα.

Μ. ΤΕΤΑΡΤΗ
Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι ονειρεύονται σα να ’ταν αιώνιοι. Όμως το μέσα μέρος του Ύπνου έχει όλο φαγωθεί και μπορείς τώρα να ξεχωρίσεις καθαρά τι σημαίνει κείνος ο μαύρος όγκος που σαλεύει
Ο λίγες μέρες πριν ακόμη μόλις αναστεναγμός
Και τώρα μαύρος αιώνας.
 
Μ. ΠΕΜΠΤΗ
Μέρα τρεμάμενη, όμορφη σαν νεκροταφείο
με κατεβασιές ψυχρού ουρανού
Γονατιστή Παναγία κι αραχνιασμένη
Τα χωμάτινα πόδια μου άλλοτε
(Πολύ νέος ή και ανόητα όμορφος θα πρέπει
να ήμουν)
Οι και δύο και τρεις ψυχές που δύανε
Γέμιζαν τα τζάμια ηλιοβασίλεμα.
Μ. ΠΕΜΠΤΗ, β
Σωστός Θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
έως ότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.
Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας
Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ
Σαν να μονολογώ, σωπαίνω.
Ίσως και να ’μαι σε κατάσταση βοτάνου ακόμη
φαρμακευτικού ή φιδιού μιας κρύας Παρασκευής
Ή μπορεί και ζώου από κείνα τα ιερά
με τ’ αυτί το μεγάλο γεμάτο ήχους βαρείς
και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια.
Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, β

Αντίς για Όνειρο
Πένθιμος πράος ουρανός μες στο λιβάνι
αναθρώσκουν παλαιές Μητέρες ορθές σαν κηροπήγια
τυφεκιοφόροι νεοσύλλεκτοι σε ανάπαυση
μικρά σκάμματα ορθογώνια, ραντιστήρια, νάρκισσοι.
Σαν να ’μαι, λέει, ο θάνατος ο ίδιος αλλ’
ακόμη νέος αγένειος που μόλις ξεκινά
κι ακούει πρώτη φορά μέσα στο θάμβος των κεριών
το «δεύτε λάβετε τελευταίον ασπασμόν».
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ
Περαστική από τη χθεσινή αϋπνία μου
λίγο, για μια στιγμή, μου χαμογέλασε
η θεούλα με τη μωβ κορδέλα
που από παιδάκι μου κυκλοφοράει τα μυστικά
Ύστερα χάθηκε πλέοντας δεξιά
να πάει ν’ αδειάσει τον κουβά με τ’ απορρίματά μου
- της ψυχής αποτσίγαρα κι αποποιηματάκια -
εκεί που βράζει ακόμη όλο παλιά νεότητα
και αγέρωχο το πέλαγος.
Μ. ΣΑΒΒΑΤΟ, β

Πάλι μες στην κοιλιά της θάλασσας το μαύρο
εκείνο σύννεφο που ανεβάζει κάπνες
όπως φωνές επάνω από ναυάγιο
Χαμένοι αυτοί που πιάνονται από τ’ Άπιαστα
Όπως εγώ προχθές του Αγίου Γεωργίου ανήμερα
που πήα να παραβγώ μ’ αλόγατα όρθια
και θωρακοφόρους
και μου χύθηκε όλη, όξω απ’ τη γης, η ερωτοπαθής
ψυχή μου.
(Από την ποιητική συλλογή «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου»).
Πηγή: http://antikleidi.com/

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

Το παράπονο


Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.
Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό,να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές…
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου .
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου,την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.
Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς.
Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς…
Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου.
Μα κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη Ζωή.
Που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.
Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα,γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα,στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Απόσπασμα από: "Το παράπονο", Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: http://imverias.blogspot.gr/

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Πάνω σ' έναν ξένο στίχο: Ταξιδεύοντας στην Μεγάλη Πέμπτη με την ποίηση του Γ. Σεφέρη



Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε πώς έγινε τούτο το φονικό . την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια, το στέγνωμα της αγάπης . Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε... τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει; ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί; Καθένας χωριστά ονειρεύεται και δεν ακούει το βραχνά των άλλων. («Σαλαμίνα της Κύπρος»)

Η προδοσία είναι το στέγνωμα της αγάπης. Ξεκινάς με την κλήση του Ξεχωριστού. Η καρδιά σου νιώθει ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός από την αγάπη. Και γίνονται θαύματα και σε σένα και στον κόσμο, επειδή η αγάπη. Μα αν η αγάπη δεν σε κάνει να νικήσεις το ένα και μοναδικό πάθος που είναι αρκετό για να σε κυριεύσει, τότε ανοίγει ο δρόμος της προδοσίας. Η αγάπη ζητά την αποκλειστικότητα. Γίνεται ιδιοτελής γιατί θέλει ο άλλος να είναι όπως τον θέλεις. Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη ιδιοτέλεια, να μην μπορείς να δεχτείς αυτό από το οποίο συνηρπάγης: το Ξεχωριστό. Και δεν αλλάζει ο δρόμος της προδοσίας. Μπορεί να φέρει μεταμέλεια, η μετάνοιά όμως είναι για τους λίγους. Όχι γιατί δεν θέλουν, αλλά γιατί δεν μπορούν να φέρουν πίσω το Ξεχωριστό, όπως έχει μεταποιηθεί στην ψυχή.
Ο αγαπημένος γίνεται εχθρός σου. Χωρίς να σε έχει βλάψει. Μόνο γιατί δεν είναι όπως τον θέλεις, πρέπει να είναι εχθρός σου. Αλλιώς, καλείσαι και πάλι να αλλάξεις εσύ. Και δεν το αντέχεις. Είναι πολύ πιο πάνω από την ελευθερία σου. Ή, όπως την νομίζεις. Καθένας άλλωστε χωριστά ονειρεύεται. Δεν μπορεί να ακούσει τα όνειρα των άλλων. Ούτε καν τι τους πνίγει.
Κύριε, βοήθησον. Να σε θέλουμε όπως είσαι, όπως μας κάλεσες. Να γίνουμε αγάπη. Όχι δύναμη. Όχι γνώμη. Όχι αστέρια. Ούτε πρώτοι. Πάντων έσχατοι. Να γίνουμε η αγάπη μαζί Σου. Ξεριζώνοντας κάθε στέγνωμα που ο χρόνος κρύβει.  
Πηγή/Αναδημοσίευση:http://themistoklismourtzanos.blogspot.gr/2014/04/5.html

Πάνω σ' έναν ξένο στίχο: Ταξιδεύοντας στην Μεγάλη Τετάρτη με την ποίηση του Γ. Σεφέρη

 

Τη φλόγα τη γιατρεύει η φλόγα όχι με των στιγμών το στάλαγμα αλλά μια λάμψη, μονομιάς . όπως ο πόθος που έσμιξε τον άλλο πόθο κι απόμειναν καθηλωμένοι ή όπως ρυθμός της μουσικής που μένει εκεί στο κέντρο σαν άγαλμα αμετάθετος («Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα»)

Η ζωή είναι έρωτας. Οι πολλοί ξέρουμε τον έρωτα για το πρόσωπο. Για το σώμα. Για την ευχαρίστηση που δίνουμε και παίρνουμε. Ο άνθρωπος όμως πλάστηκε για τον έρωτα του ανέφικτου. Του απόλυτου. Αυτού που υπερβαίνει την δύναμή του. Και στον ανθρώπινο έρωτα υπάρχει η υπόσχεση του ανέφικτου. Της υπέρβασης της μοναξιάς και της πληρωτικής κοινωνίας. Της δημιουργίας που βγαίνει από τη συγχώρεση. Της ανοχής και του φορτώματος του σταυρού που είναι ο Άλλος. Όμως, όσο κι αν το ανέφικτο μοιάζει να το συλλαμβάνουμε με τη χούφτα μας, τόσο ο χρόνος μας δείχνει ότι λαθεύουμε. Υπάρχει η αγάπη στη συνήθεια. Δεν υπάρχει όμως το απόλυτο Ένα.
Κι ύστερα έρχεται η λύπη. Και η εκζήτηση και πάλι του ανέφικτου. Όμως την φλόγα τη γιατρεύει μόνο η φλόγα. Αυτή της συνάντησης. Της στιγμής που αλλάζει τα πάντα. Της συναίσθησης του όντως προσώπου μας. Και των δακρύων. Του μοιράσματος της καρδιάς και της ζωής. Ακόμη και των αμαρτιών. Στη διάρκεια μιας λάμψης γίνεται πράξη το ανέφικτο. Και κρατά όσο μια λάμψη. Γιατί το ανέφικτο σε συναρπάζει, αλλά δεν μπορεί να σε κρατήσει καθηλωμένο πάνω από μία στιγμή. Είναι η μοίρα του να κινείται. Μόνο στην κοινωνία μαζί Του όμως το ανέφικτο αποκτά διάρκεια. Γιατί η Αγάπη Του δεν σταματά. Ξεκίνησε προ καταβολής κόσμου. Και ουδέποτε θα τελειώσει. Γιατί πηγάζει από τον Ένα, Εκείνον που αγαπά τον καθέναν μας. Πιστό κι άπιστο, μορφωμένο και απλό, πρώτο και έσχατο. Αρκεί η αγάπη μας να έχει ένα ίχνος από την δική Του. Μεγαλόπρεπη, γενναιόδωρη, συγχωρητική. Και πάνω απ’ όλα, ταπεινή. Πηγή/Αναδημοσίευση: Πηγή

Τρίτη 15 Απριλίου 2014

Πάνω σ' ενα ξένο στίχο:Ταξιδεύοντας στην Μεγάλη Δευτέρα με την ποίηση του Γ. Σεφέρη

 
 
Τ’ άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου, τη δική σου φωνή όχι εκείνη που σ’ αρέσει .  μουσική σου είναι η ζωή αυτή που σπατάλησες. Μπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις αν καρφωθείς σε τούτο τ’ αδιάφορο πράγμα που σε ρίχνει πίσω εκεί που ξεκίνησες («Θερινό ηλιοστάσι»)

Μας αρέσει τα πράγματα να είναι όπως φαίνονται. Να μπορούμε να μετράμε τους ανθρώπους με το χαμόγελο, την εικόνα τους και να νομίζουμε ότι έχουν καρπούς που να μπορούν να μας χορτάσουν. Μόνο όταν πεινάμε, μπορούμε να μετρήσουμε τι είναι και τι δεν είναι. Ακόμη κι αν δεν έχουμε κοπιάσει για την τροφή.
Στο άσπρο χαρτί είναι η πραγματική φωνή μας. Σ’  ό,τι πρέπει να γεμίσουμε με τον εαυτό μας και όχι αντιγράφοντας. Κι είναι πολλή η αντιγραφή σήμερα. Κλέβουμε από παντού. ‘Ο,τι φαίνεται είναι κλεμμένο. Χωρίς ζωή. Την ώρα  της κρίσης, του λόγου που καλούμαστε να αποδώσουμε  στον εαυτό μας, στον πλησίον, σ’  Εκείνον, αν δεν βρούμε ό,τι σπαταλήσαμε, για να το γράψουμε από την αρχή, η μάσκα θα πέσει. Οι άλλοι βέβαια δεν περιμένουν. Ούτε ο εαυτός μας. Εκείνος όμως είναι υπομονετικός. Γράφει κύκλους στην άμμο κι αφήνει το χρόνο να κυλά, αναμένοντας ένα δάκρυ, ένα « Μνήσθητι», τουλάχιστον ένα «μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» και όχι το «αθώος ειμί».
Όταν αναμετριόμαστε με την Αλήθεια, θα κερδίσουμε αν ξαναδούμε αυτούς , αυτό, Εκείνον που δεν επιτρέψαμε να μας αγγίξουν. Για να ξεκινήσουμε από την αρχή. Από την μετάνοια και την ελπίδα.

Πάνω σ' ενα ξένο στίχο:Ταξιδεύοντας στο Μεγαλοβδόμαδο με την ποίηση του Γ. Σεφέρη


Το αίμα τώρα τινάζεται καθώς φουσκώνει η κάψα στις φλέβες τ’ ουρανού τ’ αφορμισμένου. Γυρεύει να περάσει από το θάνατο για να  ‘βρει τη χαρά Το φως είναι σφυγμός ολοένα πιο αργός και πιο αργός θαρρείς πως πάει να σταματήσει. ("Θερινό ηλιοστάσι")
Βράζει το αίμα μας. Θέλουμε ζωή, αλλά δεν ξέρουμε πώς να την βρούμε. Μας φταίνε οι άλλοι, ενώ μας λείπει η εντός μας ματιά. Το να κοιτάξεις όμως μέσα σου είναι θάνατος. Γιατί βλέπεις το αληθινό σου πρόσωπο και τρομάζεις. Γι’  αυτό πρέπει να φταίνε οι άλλοι.
Εκείνος εισοδεύει. Γυρεύει να περάσει από το θάνατο όχι για να βρει Εκείνος τη χαρά, αλλά εμείς. Το μεγαλείο του Θεού και την ίδια στιγμή  το μυστήριό Του. Αφήνει το Φως Του να σβήσει, σαν σφυγμός που αδυνατίζει. Μόνο που δεν είναι το μηδέν η κατάληξη. Είναι το τέντωμα της ψυχής και των αισθήσεών μας, για να ακούσουμε και τον πιο αδύναμο ήχο , για να δούμε στην τελευταία συχνότητα που τα μάτια της ψυχής μας μπορούν να συντονιστούν. Μόνο στην ησυχία το αίμα τινάζεται. Γιατί ξέρει ό,τι εκεί βρίσκει ουρανό. Στη σιγαλιά του Αποσπερίτη.
 Μας δόθηκε ο ουρανός. Μ’  ένα τραγούδι στο στόμα κι ένα κλαδί βαγιού στο χέρι. Κι Εκείνον να χτυπά την πόρτα της καρδιάς μας, περιμένοντας να σταματήσει να μας φταίνε οι άλλοι και να Του εμπιστευθούμε τον εαυτό μας. Την αλήθειά μας. Ό,τι είμαστε. Για να αναδυθεί μέσα από το άσχημο με το οποίο φτιασιδώσαμε το πρόσωπό μας, αυτό για το οποίο κληθήκαμε. Να είμαστε παιδιά Του. 

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2013

Θα σου έδινα την ψυχή μου… να την κάνεις αγάπη τα Χριστούγεννα.

Από το ιστολόγιο του Νίκου
Astropeleki - Just another star in the webSky
ένα ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου, ερμηνευμένο από τον Γιάννη Ζουγανέλη και την Ελεονώρα Ζουγανέλη,
“Το παιδί με την σάλπιγγα”. Νικηφόρος Βρεττάκος
                 
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν πᾶς ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κόσμου.


Νὰ τὴν κάνεις ἀστέρι ἢ ξύλα
ἀναμμένα γιὰ τὰ Χριστούγεννα
στὸ τζάκι τοῦ Νέγρου
ἢ τοῦ Ἕλληνα χωρικοῦ.
Νὰ τὴν κάνεις ἀνθισμένη μηλιὰ
στὰ παράθυρα τῶν φυλακισμένων.
Ἂν μποροῦσες νὰ ἀκουστεῖς
θὰ σοῦ ἔδινα τὴν ψυχή μου
νὰ τὴν κάνεις τὶς νύχτες
ὁρατὲς νότες, ἔγχρωμες,
στὸν ἀέρα τοῦ κόσμου...
Νὰ τὴν κάνεις ἀγάπη
τὰ Χριστούγεννα
.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Γεννήθηκε η ευσπλαχνία...


Αυτές τις μέρες μέσα σε μια κάρτα ευχών μου ήρθε αυτό το όμορφο ποίημα το οποίο χωρίς καμία δόση υπερβολής με συγκλόνισε. Ένιωσα την ανάγκη να το μοιραστώ μαζί σας. Και αυτό κάνω. Άλλωστε αυτό το νόημα έχει και το blogging να εκφράζουμε και να κοινωνούμε στο ποσοστό που ο χώρος αυτός μπορεί εισαγωγικά να διακονήσει. Γιατί οι αληθινές σχέσεις είναι σαφέστατα πρόσωπο προς πρόσωπο.
Ευχαριστώ τον blogger
Γ.Καπετανάκης http://e-lithi.blogspot.com/
Εν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ’δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες, μου λέει –γεννήθηκε η ευσπλαχνία.»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ,
γιατί θα περνούσαν αιώνες
και δε θα ’χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.
Τ. Λειβαδίτης

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Το λάθος - Αλέξανδρος Βαναργιώτης

                
 Τι τραγικό λάθος
κείνο το πρωί
που απ' τη χαρά μας
φορέσαμε τη μπλούζα
της ψυχής
ανάποδα
Είδαν οι άλλοι τις ραφές
και πότε παίζοντας
πότε κανιβαλίζοντας
τράβα ο ένας
τράβα ο άλλος
έγινε η ψυχή μας
κουρελού
γεμάτη τρύπες
και ξεσκίδια

Κι έχει ένα κρύο
απόψε
ένα κρύο

Αλέξανδρος Βαναργιώτης

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Το παράπονο - Οδυσσέας Ελύτης

Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.
 Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό,να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές.
Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές…
Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.
Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου .
Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου,την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.
Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.
 Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς.
 Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς…

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου.
 Μα κάθε μέρα αποτυγχάνω.
Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη Ζωή.
Που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
 Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα,γιατί δεν μαθαίνονται όλα.
Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα,στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Απόσπασμα από: "Το παράπονο",Οδυσσέας Ελύτης

Αναδημοσίευση: http://baroqueen.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2.html

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

Κρύσταλλοι της Κατερίνας Τσιλιλή

Πραγματικά δεν έχω λόγια....
Της Κατερίνας μας !!!
Διαβάστε το και .....θα καταλάβετε!!!!


images (12)
 



κρύωσε ο καιρός κρύωσαν και οι άνθρωποι ,
ψάχνουν μια φωτίτσα να ζεσταθούν να μην τους βρει το ξημέρωμα παγωμένους.
τα δάκρυα εκείνων που  ξεχάστηκαν έγιναν κρύσταλλοι και λάμπουν στο σκοτάδι,
λάμπουν για να τους βλέπουν εκείνοι που λησμόνησαν να μοιραστούν τη ζεστασιά τους,
εκείνοι που νόμιζαν οτι το να κουνάς με θλίψη το κεφάλι και να λες:κρίμα ,ήταν αρκετό.
ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ
κατερίνα τσιλιλή( για τη Σάρα)

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Θέλω να ξέρω....

“Δε με ενδιαφέρει τι δουλειά κάνεις…
Δε με ενδιαφέρει πόσο χρόνων είσαι…
Δε με ενδιαφέρει ποιοι πλανήτες είναι γύρω από το φεγγάρι σου…
Δε με ενδιαφέρει να μάθω πόσα λεφτά έχεις…
Δε με ενδιαφέρει που και τι έχεις σπουδάσει…
Θέλω να ξέρω τι σε κάνει να πονάς κι αν τολμάς να ονειρευτείς  το να καταφέρεις να κάνεις αυτό που η καρδιά σου λαχταρά. 
Θέλω να ξέρω αν έχεις αγγίξει το βάθος της δικής σου λύπης, αν είσαι ανοιχτός στις προδοσίες ή αν έχεις ζαρώσει από το φόβο. 
Αν μπορείς να χορέψεις στην αγριάδα και να αφήσεις την έκσταση να σε γεμίσει χωρίς να ανησυχείς και να πρέπει να προσέχεις να είσαι ρεαλιστής και να θυμάσαι τα όρια σου. Θέλω να ξέρω αν τολμάς να απογοητεύσεις κάποιον με το να είσαι ο εαυτός σου.
Αν αντέχεις την κατηγορία αρκεί να μην προδώσεις τη δική σου ψυχή. 
Θέλω να ξέρω αν μπορείς να δεις την ομορφιά ακόμη και όταν δεν είναι όμορφη η μέρα. 
Θέλω να ξέρω αν κάτι σε στηρίζει μέσα σου όταν όλα έξω καταρρέουν. 
Θέλω να ξέρω αν μπορείς όταν είσαι μόνος με τον εαυτό σου να απολαμβάνεις αυτές τις μοναχικές στιγμές. 
Θέλω να ξέρω αν μπορείς να σταθείς στην άκρη της θάλασσας και να φωνάξεις στο ασήμι της πανσελήνου και στο χρυσάφι το ήλιου:
 “Ναι!!! Είμαι άνθρωπος σημαντικός και η ζωή μου ανήκει!”

~ποίημα ανώνυμης Ινδιάνας~


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Συρματοπλέγματα της Εύης Βουλγαράκη

Από τον  Ήχο του Ανέμου, της Εύης Βουλγαράκη

Συρματοπλέγματα



HORMAZD G NARIELWALLA , Le Petit Echo de la Mode No. 28


Συρματοπλέγματα
Παντού στις σχέσεις
Οι όποιες ελευθέριες προθέσεις
Πνίγονται στην ευγένεια
Των κλειστών φωνηέντων
Στων απόντων την ερμητική σιωπή

Οι αυθόρμητοι προσκρούουν
Δίχως περίσκεψη
Σε μιαν αλήθεια από μπετόν
Αβάσταχτη
Βροντώδη

Των υγρών και ένρινων συμφώνων
Των χειλικών, οδοντικών, λαρυγγικών, που
Δεν υπάρχουν μόνα
Παρά μόνο σε συμπλέγματα

Φράχτες συρματοπλέγματα
Κάγκελα σε κάθε βήμα
Στενά δωμάτια

Κάπου θα πιαστούμε
Σε παγίδα επώδυνη
Τ’ όνειρο σβήνει
Δίχως διάκριση, δίχως σημάδι
Μονάχα μ’ ένα χάραγμα
Της πείρας στο κορμί

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Kοστίζει έναν ολάκερο Θεό

Το πιο ακριβό φιλί
Καθήσαν οι σοφοί κι αφού ζυγιάσαν
κάθε φιλί, το πόσο αξίζει λογαριάσαν.
Κι ήβραν: Της μάνας, έναν κόσμο μαγικό.
Της γης τα πλούτη το φιλί το αδερφικό.
Του ζευγαριού, τον ήλιο με τ’ αστέρια.
Του φίλου, την Παράδεισον ακέρια.
Όμως, απ’ όλα τα φιλιά, το πιο πολύ,
βρήκαν βαρύ να ‘ναι του Ιούδα το φιλί.
Κι είπαν: «Αυτό ‘ναι το φιλί το πιο ακριβό,
αφού κοστίζει έναν ολάκερο θεό».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ “ΜΕ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΤΑ ΦΤΕΡΑ”
Εκδόσεις ΔΙΑΠΛΑΣΗ

Η αγωνία του Ιούδα - Κ. Βάρναλης

Η αγωνία του Ιούδα

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφοβράση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθεια του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί. Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ ένα λόφον από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να ’χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κι η απελπισιά καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του, καθώς τα σφίγγει, παίρνουνε, θαρρείς, το σκήμα του φιλιού.
Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα, — αγκομαχώ!Άμποτε να με βούλιαζε ξυλάρμενο καράβι,5ω βράδυ καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αυτή, που αστράβει.
Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,γλιστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, —10την ερημιά βαρέθηκα κι η πόλη δε μας θέλει!
Ξυπόλυτοι, μ’ ένα ραβδί κι ένα ταγάρι σταυρωτά,τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,—ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά·πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι!—15αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.
Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος Ιωάννης από μαςπαραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.20Όλους μάς καταντήσατε φαντασματ’ άγρια, Πόνοι!
Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.Τί να ’ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια προσταγή;…Μα κάπου θα ’ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις25σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.
Μα κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανόπάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει στον αέρα.Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.Λόγος γλυκύς, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα30βυθίζεται μες στις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.
Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε — βάγια πολλά και φοινικιές! —και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμμένοι τρέμαν όλοι,γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη (ελπίδες ξαφνικές!)του ’πα σιγά: — «Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»35— «Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη»!
Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,ζητάει δικά της δω στη Γης δυο πιθαμές χαλίκια,40απ’ τ’ αγαθά, που ’δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!
Ποιός το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιάαπ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχύ Λατίνο,από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω45κι εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;
Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,μαύροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινάγια κείνους, που την αρετή μάς θέλουν της θυσίας.50Ήρθε γι’ αυτούς, — για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.
Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,μα σίντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει·55ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μού τα χωρίζει.
(Θυμάται τη μάνα του)
Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.Μες στα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.Μες στ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.60Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!
Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κι ύστερα, σιγάθα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.Και ξέρω τί καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,65θα πουν οι εμπόροι των θεών: «Τον πρόδωσε για χρήμα»!
Πηγή

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Ένα ποίημα για κείνον...

Μια υπέροχη δουλειά των μαθητών της Ξανθής!!!Αναδημοσιεύω την ανάρτηση από το ιστολόγιό της!!!
Συγχαρητήρια Ξανθή μου για την υπέροχη δουλειά!!!Και στους μαθητές σου αλλά και σε σένα που τους εμπνέεις!!!!!!
________________________________________________________________________________

Μελετήσαμε στην τάξη τους λόγους αμφισβήτησης προς το πρόσωπο του Χριστού, προσπαθήσαμε να καταλάβουμε για ποιους λόγους το πρόσωπο του Χριστού χαρακτηρίζεται "Σημείον Αντιλεγόμενον", διαβάσαμε το κείμενο του Ντοστογιέφσκυ με το Μ. Ιεροεξεταστή. Καταγράψαμε απόψεις και ιδέες των μαθητών.
Στο τέλος οι ιδέες και τα έντονα συναισθήματα έγιναν ποίημα για Εκείνον....με τίτλο "Είμαι" (I am).
Με τη βοήθεια της δημιουργικής γραφής οι μαθητές προσπάθησαν να μπουν στη θέση ενός προσώπου της εποχής του Χριστού ή ακόμα και του ίδιου και να εκφραστούν μέσα από την οπτική αυτού του προσώπου. Έγραψαν ελεύθερα και αβίαστα, εκφράστηκαν σαν μικροί ποιητές, καλλιέργησαν την ενσυναίσθηση και τα αποτελέσματα έγιναν ένα μικρό ηλεκτρονικό βιβλίο.

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

«Ποίημα στους φίλους»


Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
ούτε έχω απαντήσεις
για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
όμως μπορώ να σ’ ακούσω
και να τα μοιραστώ μαζί σου.

Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
το παρελθόν ή το μέλλον σου.
Όμως όταν με χρειάζεσαι
θα είμαι εκεί μαζί σου.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
να κρατηθείς και να μη πέσεις.

Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
δεν είναι δικές μου.
Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
όταν κάποιες θλίψεις
σου σκίζουν την καρδιά,
όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
και να μαζέψω τα κομμάτια της
για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
Μόνο μπορώ
να σ' αγαπώ όπως είσαι
και να είμαι φίλος σου.

Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
τους φίλους μου και τις φίλες μου,
δεν ήσουν πάνω
ή κάτω ή στη μέση.

Δεν ήσουν πρώτος
ούτε τελευταίος στη λίστα.
Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
Να εκπέμπεις αγάπη.
Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
Να ακούμε την καρδιά μας.
Να εκτιμούμε τη ζωή.

Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
στη λίστα σου.

Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
Ευχαριστώ που είμαι.


-Χόρχε Λουίς Μπόρχες-
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...