Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026
Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025
Άγιοι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (συλλογή εικόνων)
Συλλογή δεκαεννέα εικόνων με θέμα τους Αγίους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Στόχοι του μαθησιακού αντικειμένου είναι η εξάσκηση των μαθητών στην παρατήρηση εποπτικού υλικού και κυρίως η εξοικείωσή τους με τα πρόσωπα που διέδωσαν τη χριστιανική πίστη στη Δύση. Απώτεροι στόχοι είναι να γνωρίσουν οι μαθητές τον τρόπο απόδοσης των συγκεκριμένων Αγίων και μοναχών στην τέχνη και να προβούν σε δημιουργικές συγκρίσεις μεταξύ των εικόνων.
Πιο συγκεκριμένα, οι εικόνες της συλλογής παρουσιάζουν τους αγίους Πατρίκιο, Αυγουστίνο, Βενέδικτο, Κολούμπα, Αϊντάν, Βιλιμπρόρντ και Φραγκίσκο, καθώς και τον Ιγνάτιο Λογιόλα, μέσα από έργα τέχνης. Για κάθε εικόνα, μάλιστα, δίνονται σύντομες πληροφορίες με μορφή επεξήγησης, καθώς και σχετικός υπερσύνδεσμος.
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025
Οι Ρωμαιοκαθολικοί στην εποχή μας (συλλογή φωτογραφιών)
Συλλογή δεκαεννέα φωτογραφιών με θέμα τους Ρωμαιοκαθολικούς στη σύγχρονη εποχή. Στόχοι του μαθησιακού αντικειμένου είναι η εξάσκηση των μαθητών στην παρατήρηση εποπτικού υλικού και κυρίως η εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με τη δράση και την παρουσία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από τις φωτογραφίες προβάλλονται σημαντικές μορφές της Καθολικής Εκκλησίας, όπως η Μητέρα Τερέζα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ και ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, και παρουσιάζονται στιγμιότυπα τόσο από τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1963) όσο και από σύγχρονες Λειτουργίες και λιτανείες. Να σημειωθεί, επίσης, ότι για κάθε φωτογραφία δίνονται σύντομες πληροφορίες με μορφή επεξήγησης, καθώς και σχετικός σύνδεσμος προς τη Wikipedia
.
Ο Ρωμαιοκαθολικισμός στον σύγχρονο κόσμο
Διαδραστική παρουσίαση με θέμα τον Ρωμαιοκαθολικισμό στον σύγχρονο κόσμο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να εμπλουτίσουν οι μαθητές τις γνώσεις τους σχετικά με την εξάπλωση της Καθολικής Εκκλησίας στον κόσμο, τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962-1965) και τις αποφάσεις της, καθώς και τις αιτίες, τις θέσεις και τους εκπροσώπους της θεολογίας της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2015
Γιατί Ορθόδοξοι και Καθολικοί εορτάζουν το Πάσχα κατά βάση ξεχωριστά;
Ήδη σήμερα έχουμε Μεγάλη Δευτέρα και την Κυριακή 12 Απριλίου
θα εορτασθεί το Πάσχα των Ορθοδόξων, ενώ των Καθολικών εορτάσθηκε χθες,
Κυριακή 5 Απριλίου. Ήταν μια ακόμη χρονιά που τα δύο Πάσχα, όπως είναι
και το πιο συνηθισμένο, δεν συνέπεσαν. Πέρυσι, είχαν συμπέσει, ενώ αυτό
θα ξανασυμβεί το 2017.
Για ποιον λόγο, όμως, η ημερομηνία του Πάσχα μετακινείται μέσα στο χρόνο και ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους αστρονομικούς υπολογισμούς και στον καθορισμό της ημερομηνίας του, από τις χριστιανικές εκκλησίες;
Όλα ξεκίνησαν από τους Εβραίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το σεληνιακό ημερολόγιο που βασιζόταν στον κύκλο της Σελήνης. Γιόρταζαν το Πάσχα -από την εβραϊκή λέξη «πεσάχ» που σημαίνει «διέλευση» (της Ερυθράς Θάλασσας)- την 14η του μήνα Νισάν, η οποία ήταν η μέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου, που συμβαίνει κατά την εαρινή ισημερία ή αμέσως μετά από αυτήν.
Η εαρινή ισημερία συνδέθηκε με τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Ανάσταση του Χριστού. Αυτό συνέβη, επειδή ο Χριστός αναστήθηκε την πρώτη ημέρα μετά το Εβραϊκό Πάσχα, που έπεσε εκείνο το χρόνο Σάββατο (το οποίο άρχιζε τότε -όπως και οι υπόλοιπες ημέρες- στις 6 το απόγευμα της Παρασκευής).
Αρχικά, οι διάφορες χριστιανικές τοπικές εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Οι ιουδαΐζουσες εκκλησίες, κυρίως της Μικράς Ασίας, το γιόρταζαν κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 15η του εβραϊκού μήνα Νισάν (σε όποια ημέρα της εβδομάδας έπεφτε), ενώ οι εθνικές εκκλησίες προτιμούσαν την πρώτη Κυριακή -ως αναστάσιμη ημέρα- μετά τη πρώτη εαρινή πανσέληνο.
Λόγω αυτών των διαφωνιών, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, υπό το Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ.Χ., αποφάσισε ότι το Πάσχα θα εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης και, αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή, τότε την αμέσως επόμενη Κυριακή. Με αυτό τον τρόπο, αφενός το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε ποτέ με το εβραϊκό, αφετέρου ο εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα συνδέθηκε με ένα αστρονομικό φαινόμενο, την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης (την «Πασχαλινή πανσέληνο»).
Συνεπώς, για να υπολογιστεί η ημερομηνία του Πάσχα ενός έτους, αρκούσε να βρεθεί αρχικά η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και, στη συνέχεια, η πρώτη Κυριακή μετά από αυτή την πανσέληνο. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας να γνωστοποιεί κάθε χρόνο στις άλλες εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα, αφού προηγουμένως είχε υπολογιστεί η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου, με τη βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας.
Το ημερολόγιο που ίσχυε την εποχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ήταν το Ιουλιανό, που είχε θεσπίσει ο Ιούλιος Καίσαρας το 45 π.Χ. με τη βοήθεια του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη. Ο τελευταίος, βασιζόμενος στους υπολογισμούς του Ιππάρχου (ο οποίος πριν έναν αιώνα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια είχε υπολογίσει πως το ηλιακό έτος έχει διάρκεια 365,242 ημερών), θέσπισε ένα ημερολόγιο, του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος (το λεγόμενο «δίσεκτο») πρόσθετε μία ακόμα ημέρα.
Όμως, σύμφωνα με το Διονύση Σιμόπουλο, επίτιμο διευθυντή του Πλανηταρίου του Ιδρύματος Ευγενίδου, το Ιουλιανό Ημερολόγιο είχε μια μικρή απόκλιση, καθώς η διάρκεια του ηλιακού έτους στην πραγματικότητα είναι 365,242199 ημέρες. Έτσι, το έτος του Σωσιγένη είναι μεγαλύτερο του πραγματικού κατά 11 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα.
Ανά τετραετία το μικρό αυτό σφάλμα φθάνει περίπου τα 45 λεπτά, ενώ κάθε 129 χρόνια φθάνει την μία ημέρα, με αποτέλεσμα να μετακινείται συνεχώς νωρίτερα η εαρινή ισημερία. Το λάθος συσσωρευόταν και έτσι ενώ η εαρινή ισημερία την εποχή του Χριστού συνέβη στις 23 Μαρτίου, το 1582 μ.Χ. είχε φτάσει να συμβαίνει στις 11 Μαρτίου.
Εκείνο το έτος, ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' ανέθεσε στους αστρονόμους Χριστόφορο Κλάβιους και Λουίτζι Λίλιο να προωθήσουν μία ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Η 5η Οκτωβρίου 1582 μετονομάστηκε 15η Οκτωβρίου, προκειμένου να διορθωθεί το λάθος των δέκα ημερών, που είχαν συσσωρευθεί τους προηγούμενους 11 αιώνες, έτσι ώστε η εαρινή ισημερία να επιστρέψει στην 21η Μαρτίου, όπως είχε συμβεί κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το Νέο ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο υιοθετήθηκε από τα καθολικά κράτη της Ευρώπης μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ τα προτεσταντικά καθυστέρησαν πολύ περισσότερο. Η αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο ήταν ακόμη πιο μεγάλη, με συνέπεια το Ιουλιανό Ημερολόγιο να παραμείνει σε ισχύ σε όλα τα Ορθόδοξα κράτη έως τον 20ο αιώνα.
Στην Ελλάδα το Ιουλιανό Ημερολόγιο αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό, αρχής γενομένης στις 16 Φεβρουαρίου 1923, η οποία μετονομάστηκε σε 1η Μαρτίου. Αφαιρέθηκαν δηλαδή 13 ημέρες από το 1923, γιατί στις δέκα ημέρες λάθους Γρηγοριανού και Ιουλιανού μεταξύ 325 μ.Χ. και 1582 είχαν προστεθεί άλλες τρεις ημέρες, στη διάρκεια των περίπου τρεισήμισι αιώνων που είχαν περάσει από την εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου στη Δύση.
Αρχικά, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία -αντίθετα από το ελληνικό κράτος- διατήρησε το Ιουλιανό Ημερολόγιο, αλλά το 1924 αποδέχτηκε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο να ταυτισθεί με το πολιτικό και να ισχύσει για τις ακίνητες εορτές. Δεν έκανε όμως κάτι ανάλογο για το Πασχάλιο Ημερολόγιο και για τις κινητές εορτές, που εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το Ιουλιανό ή Παλαιό Ημερολόγιο.
Όμως, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Καθολικούς δεν βασίζεται μόνο στο λάθος του Ιουλιανού Ημερολογίου αλλά και στο σφάλμα του λεγόμενου «Μετωνικού Κύκλου» του 5ου αιώνα π.Χ., τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αλεξανδρινοί αστρονόμοι και με βάση τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να υπολογίζει τις ημερομηνίες των μελλοντικών εαρινών πανσελήνων.
Στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, πρέπει να προστεθεί και το λάθος του 19ετούς Μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται, από το 325 μ.Χ. έως σήμερα, σε τέσσερις έως πέντε περίπου ημέρες, με συνέπεια η Μετώνεια (ή Ιουλιανή) πανσέληνος να υπολογίζεται τέσσερις έως πέντες ημέρες αργότερα από την πραγματική.
Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι, συχνά το ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται όχι την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο, αλλά την επόμενη (όπως το 2012) ή μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο (όπως το 2002 και το 2013), αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, όπως είχε ορίσει η Σύνοδος της Νίκαιας.
Οι Καθολικοί γιορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με τον κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά η εαρινή ισημερία και η εαρινή πανσέληνος υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, έχοντας λάβει υπόψη και το Μετώνειο σφάλμα. Έτσι, η Γρηγοριανή - Καθολική πανσέληνος είναι πολύ πιο κοντά στην αστρονομική (συχνά συμπίπτει ή απέχει μόνο μια ημέρα) από ό,τι η Ιουλιανή - Ορθόδοξη.
Στον 21ο αιώνα τα όρια εορτασμού του Ορθόδοξου Πάσχα υπολογίζεται ότι είναι από τις 4 Απριλίου το νωρίτερο έως τις 8 Μαΐου το αργότερο. Τα όρια του Καθολικού Πάσχα είναι από τις 22 Μαρτίου το νωρίτερο έως τις 25 Απριλίου το αργότερο. Αυτό σημαίνει ότι οι Καθολικοί δεν θα έχουν ποτέ Πάσχα τον Μάιο και οι Ορθόδοξοι ποτέ Πάσχα τον Μάρτιο.
Από κοινού εορτάζεται το Πάσχα για Ορθόδοξους και Καθολικούς, όταν τόσο η Γρηγοριανή όσο και η Ιουλιανή - Μετώνεια πασχαλινή πανσέληνος πέσουν από την Κυριακή μέχρι το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας (αρκεί να είναι μετά τις 3 Απριλίου και οι δύο πανσέληνοι), οπότε την αμέσως επόμενη Κυριακή είναι το κοινό Πάσχα.
Αυτό συνέβη το 2014, ενώ κοινός θα είναι ο εορτασμός και τα έτη 2017 (στις 16 Απριλίου), 2025 (20 Απριλίου), 2028, 2031, 2034, 2037, 2038, 2041 κ.α. Συνολικά, κατά τον τρέχοντα αιώνα το Πάσχα θα είναι κοινό 31 έτη, ενώ κάθε επόμενο αιώνα αυτό θα συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Το τελευταίο κοινό Πάσχα υπολογίζεται ότι θα συμβεί το έτος 2698, καθώς μετά το 2700 -λόγω συσσώρευσης του Μετώνειου σφάλματος- δεν θα μπορούν να συμπέσουν ποτέ την ίδια εβδομάδα η Ιουλιανή και η Γρηγοριανή πανσέληνος.
Πηγή: http://www.defencenet.gr
Για ποιον λόγο, όμως, η ημερομηνία του Πάσχα μετακινείται μέσα στο χρόνο και ποια είναι η σχέση ανάμεσα στους αστρονομικούς υπολογισμούς και στον καθορισμό της ημερομηνίας του, από τις χριστιανικές εκκλησίες;
Όλα ξεκίνησαν από τους Εβραίους, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν το σεληνιακό ημερολόγιο που βασιζόταν στον κύκλο της Σελήνης. Γιόρταζαν το Πάσχα -από την εβραϊκή λέξη «πεσάχ» που σημαίνει «διέλευση» (της Ερυθράς Θάλασσας)- την 14η του μήνα Νισάν, η οποία ήταν η μέρα της πρώτης εαρινής πανσελήνου, που συμβαίνει κατά την εαρινή ισημερία ή αμέσως μετά από αυτήν.
Η εαρινή ισημερία συνδέθηκε με τον εορτασμό του Χριστιανικού Πάσχα από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την Ανάσταση του Χριστού. Αυτό συνέβη, επειδή ο Χριστός αναστήθηκε την πρώτη ημέρα μετά το Εβραϊκό Πάσχα, που έπεσε εκείνο το χρόνο Σάββατο (το οποίο άρχιζε τότε -όπως και οι υπόλοιπες ημέρες- στις 6 το απόγευμα της Παρασκευής).
Αρχικά, οι διάφορες χριστιανικές τοπικές εκκλησίες γιόρταζαν το Πάσχα σε διαφορετικές ημερομηνίες. Οι ιουδαΐζουσες εκκλησίες, κυρίως της Μικράς Ασίας, το γιόρταζαν κατά την ημέρα του θανάτου του Χριστού την 15η του εβραϊκού μήνα Νισάν (σε όποια ημέρα της εβδομάδας έπεφτε), ενώ οι εθνικές εκκλησίες προτιμούσαν την πρώτη Κυριακή -ως αναστάσιμη ημέρα- μετά τη πρώτη εαρινή πανσέληνο.
Λόγω αυτών των διαφωνιών, η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος στη Νίκαια, υπό το Μέγα Κωνσταντίνο το 325 μ.Χ., αποφάσισε ότι το Πάσχα θα εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης και, αν η πανσέληνος συμβεί Κυριακή, τότε την αμέσως επόμενη Κυριακή. Με αυτό τον τρόπο, αφενός το χριστιανικό Πάσχα δεν θα συνέπιπτε ποτέ με το εβραϊκό, αφετέρου ο εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα συνδέθηκε με ένα αστρονομικό φαινόμενο, την εαρινή ισημερία και την πρώτη πανσέληνο της άνοιξης (την «Πασχαλινή πανσέληνο»).
Συνεπώς, για να υπολογιστεί η ημερομηνία του Πάσχα ενός έτους, αρκούσε να βρεθεί αρχικά η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου και, στη συνέχεια, η πρώτη Κυριακή μετά από αυτή την πανσέληνο. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος ανέθεσε στον Πατριάρχη Αλεξανδρείας να γνωστοποιεί κάθε χρόνο στις άλλες εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα, αφού προηγουμένως είχε υπολογιστεί η ημερομηνία της πρώτης εαρινής πανσελήνου, με τη βοήθεια των αστρονόμων της Αλεξάνδρειας.
Το ημερολόγιο που ίσχυε την εποχή της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου ήταν το Ιουλιανό, που είχε θεσπίσει ο Ιούλιος Καίσαρας το 45 π.Χ. με τη βοήθεια του αλεξανδρινού αστρονόμου Σωσιγένη. Ο τελευταίος, βασιζόμενος στους υπολογισμούς του Ιππάρχου (ο οποίος πριν έναν αιώνα με αξιοθαύμαστη ακρίβεια είχε υπολογίσει πως το ηλιακό έτος έχει διάρκεια 365,242 ημερών), θέσπισε ένα ημερολόγιο, του οποίου τα έτη είχαν 365 ημέρες, ενώ σε κάθε τέταρτο έτος (το λεγόμενο «δίσεκτο») πρόσθετε μία ακόμα ημέρα.
Όμως, σύμφωνα με το Διονύση Σιμόπουλο, επίτιμο διευθυντή του Πλανηταρίου του Ιδρύματος Ευγενίδου, το Ιουλιανό Ημερολόγιο είχε μια μικρή απόκλιση, καθώς η διάρκεια του ηλιακού έτους στην πραγματικότητα είναι 365,242199 ημέρες. Έτσι, το έτος του Σωσιγένη είναι μεγαλύτερο του πραγματικού κατά 11 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα.
Ανά τετραετία το μικρό αυτό σφάλμα φθάνει περίπου τα 45 λεπτά, ενώ κάθε 129 χρόνια φθάνει την μία ημέρα, με αποτέλεσμα να μετακινείται συνεχώς νωρίτερα η εαρινή ισημερία. Το λάθος συσσωρευόταν και έτσι ενώ η εαρινή ισημερία την εποχή του Χριστού συνέβη στις 23 Μαρτίου, το 1582 μ.Χ. είχε φτάσει να συμβαίνει στις 11 Μαρτίου.
Εκείνο το έτος, ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ' ανέθεσε στους αστρονόμους Χριστόφορο Κλάβιους και Λουίτζι Λίλιο να προωθήσουν μία ημερολογιακή μεταρρύθμιση. Η 5η Οκτωβρίου 1582 μετονομάστηκε 15η Οκτωβρίου, προκειμένου να διορθωθεί το λάθος των δέκα ημερών, που είχαν συσσωρευθεί τους προηγούμενους 11 αιώνες, έτσι ώστε η εαρινή ισημερία να επιστρέψει στην 21η Μαρτίου, όπως είχε συμβεί κατά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Το Νέο ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο υιοθετήθηκε από τα καθολικά κράτη της Ευρώπης μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ενώ τα προτεσταντικά καθυστέρησαν πολύ περισσότερο. Η αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Γρηγοριανό Ημερολόγιο ήταν ακόμη πιο μεγάλη, με συνέπεια το Ιουλιανό Ημερολόγιο να παραμείνει σε ισχύ σε όλα τα Ορθόδοξα κράτη έως τον 20ο αιώνα.
Στην Ελλάδα το Ιουλιανό Ημερολόγιο αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό, αρχής γενομένης στις 16 Φεβρουαρίου 1923, η οποία μετονομάστηκε σε 1η Μαρτίου. Αφαιρέθηκαν δηλαδή 13 ημέρες από το 1923, γιατί στις δέκα ημέρες λάθους Γρηγοριανού και Ιουλιανού μεταξύ 325 μ.Χ. και 1582 είχαν προστεθεί άλλες τρεις ημέρες, στη διάρκεια των περίπου τρεισήμισι αιώνων που είχαν περάσει από την εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου στη Δύση.
Αρχικά, η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία -αντίθετα από το ελληνικό κράτος- διατήρησε το Ιουλιανό Ημερολόγιο, αλλά το 1924 αποδέχτηκε το εκκλησιαστικό ημερολόγιο να ταυτισθεί με το πολιτικό και να ισχύσει για τις ακίνητες εορτές. Δεν έκανε όμως κάτι ανάλογο για το Πασχάλιο Ημερολόγιο και για τις κινητές εορτές, που εξακολουθούν να υπολογίζονται με βάση το Ιουλιανό ή Παλαιό Ημερολόγιο.
Όμως, η διαφορά του εορτασμού του Πάσχα ανάμεσα σε Ορθόδοξους και Καθολικούς δεν βασίζεται μόνο στο λάθος του Ιουλιανού Ημερολογίου αλλά και στο σφάλμα του λεγόμενου «Μετωνικού Κύκλου» του 5ου αιώνα π.Χ., τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι χριστιανοί αλεξανδρινοί αστρονόμοι και με βάση τον οποίο η Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να υπολογίζει τις ημερομηνίες των μελλοντικών εαρινών πανσελήνων.
Στις 13 ημέρες της λανθασμένης Ιουλιανής εαρινής ισημερίας, πρέπει να προστεθεί και το λάθος του 19ετούς Μετωνικού κύκλου, το οποίο ανέρχεται, από το 325 μ.Χ. έως σήμερα, σε τέσσερις έως πέντε περίπου ημέρες, με συνέπεια η Μετώνεια (ή Ιουλιανή) πανσέληνος να υπολογίζεται τέσσερις έως πέντες ημέρες αργότερα από την πραγματική.
Η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό Ημερολόγιο και τον κύκλο του Μέτωνος για τον προσδιορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Έτσι, συχνά το ορθόδοξο Πάσχα εορτάζεται όχι την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο, αλλά την επόμενη (όπως το 2012) ή μετά τη δεύτερη εαρινή πανσέληνο (όπως το 2002 και το 2013), αντί της πρώτης Κυριακής μετά την πρώτη εαρινή πανσέληνο, όπως είχε ορίσει η Σύνοδος της Νίκαιας.
Οι Καθολικοί γιορτάζουν το Πάσχα σύμφωνα με τον κανόνα της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά η εαρινή ισημερία και η εαρινή πανσέληνος υπολογίζονται σύμφωνα με το νέο Γρηγοριανό Ημερολόγιο, έχοντας λάβει υπόψη και το Μετώνειο σφάλμα. Έτσι, η Γρηγοριανή - Καθολική πανσέληνος είναι πολύ πιο κοντά στην αστρονομική (συχνά συμπίπτει ή απέχει μόνο μια ημέρα) από ό,τι η Ιουλιανή - Ορθόδοξη.
Στον 21ο αιώνα τα όρια εορτασμού του Ορθόδοξου Πάσχα υπολογίζεται ότι είναι από τις 4 Απριλίου το νωρίτερο έως τις 8 Μαΐου το αργότερο. Τα όρια του Καθολικού Πάσχα είναι από τις 22 Μαρτίου το νωρίτερο έως τις 25 Απριλίου το αργότερο. Αυτό σημαίνει ότι οι Καθολικοί δεν θα έχουν ποτέ Πάσχα τον Μάιο και οι Ορθόδοξοι ποτέ Πάσχα τον Μάρτιο.
Από κοινού εορτάζεται το Πάσχα για Ορθόδοξους και Καθολικούς, όταν τόσο η Γρηγοριανή όσο και η Ιουλιανή - Μετώνεια πασχαλινή πανσέληνος πέσουν από την Κυριακή μέχρι το Σάββατο της ίδιας εβδομάδας (αρκεί να είναι μετά τις 3 Απριλίου και οι δύο πανσέληνοι), οπότε την αμέσως επόμενη Κυριακή είναι το κοινό Πάσχα.
Αυτό συνέβη το 2014, ενώ κοινός θα είναι ο εορτασμός και τα έτη 2017 (στις 16 Απριλίου), 2025 (20 Απριλίου), 2028, 2031, 2034, 2037, 2038, 2041 κ.α. Συνολικά, κατά τον τρέχοντα αιώνα το Πάσχα θα είναι κοινό 31 έτη, ενώ κάθε επόμενο αιώνα αυτό θα συμβαίνει όλο και πιο σπάνια. Το τελευταίο κοινό Πάσχα υπολογίζεται ότι θα συμβεί το έτος 2698, καθώς μετά το 2700 -λόγω συσσώρευσης του Μετώνειου σφάλματος- δεν θα μπορούν να συμπέσουν ποτέ την ίδια εβδομάδα η Ιουλιανή και η Γρηγοριανή πανσέληνος.
Πηγή: http://www.defencenet.gr
Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014
Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013
Λούθηρος
22. «Λούθηρος» [σκην. ΄Ερικ Τιλ, 2004, 120΄: Η ζωή και το έργο του Λούθηρου, η Ρ/Κ εκκλησία τον 16ο αι.] : Γ΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ & Β΄ΛΥΚΕΙΟΥ
Όλες οι προτάσεις για ταινίες που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε στην τάξη εδώ
Η ταινία είναι από το ιστολόγιο Η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ (κάντε κλικ για να την δείτε)
Στο ίδιο ιστολόγιο υπάρχουν πολλές ακόμη ταινίες τις οποίες μπορείτε να αξιοποιήσετε ανάλογα με την τάξη σας!!!
Όλες οι προτάσεις για ταινίες που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε στην τάξη εδώ
Η ταινία είναι από το ιστολόγιο Η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ (κάντε κλικ για να την δείτε)
Στο ίδιο ιστολόγιο υπάρχουν πολλές ακόμη ταινίες τις οποίες μπορείτε να αξιοποιήσετε ανάλογα με την τάξη σας!!!
Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013
Η πρώτη γυναίκα Καρδινάλιος (;)
H Linda Hogan είναι παντρεμένη και υποστηρίζει, σύμφωνα με πκηροφορίες, το κίνημα του φεμινισμού. Επίσης, κατάγεται από την Ιρλανδία και είναι πολύ γνωστή για τις προχωρημένες θεολογικές της αντιλήψεις. Η Ιρλανδή θεολόγος είναι στη λίστα των υποψηφίων για τη θέση του Καρδινάλιου και πολλοί λένε πως θα είναι μία από τους 14 που θα διαλέξει ο Πάπας Φραγκίσκος τον Φεβρουάριο.
Ο ίδιος επισήμανε πως κάποια στιγμή θα ήθελε να τιμήσει την 49χρονη με τον τίτλο του Καρδιναλίου και είναι βέβαιος πως είναι η καλύτερη επιλογή για να εξαλειφθεί πλέον η παράδοση που θέλει μόνο τους άνδρες ιερωμένους να καταλαμβάνουν υψηλά ιστάμενες θέσεις στην ιεραρχία της εκκλησίας.
Ο Πάπας Φραγκίσκος θεωρεί πως η καθολική εκκλησία είναι ώρα να εμβαθύνει στη «θεολογία από την πλευρά της γυναίκας».
Πηγή
Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου 2013
H υποχρεωτική αγαμία του Κλήρου των Καθολικών υπό συζήτηση
Κείμενο
Λότσιος Ιωάννης
Φωτογραφίες
Αρχείο
Έτοιμο να ανοίξει τον διάλογο για
το θέμα της αγαμίας του Κλήρου φαίνεται το Βατικανό. Το θέμα έφερε στην
επιφάνεια ο νέος ισχυρός άνδρας της Αγίας Έδρας Αρχιεπίσκοπος Pietro
Parolin ο οποίος αποτελεί το νούμερο δύο της παπικής ιεραρχίας μετά τον
Πάπα.
Ο Parolin δήλωσε ότι η γενική αγαμία του κλήρου, δεν είναι δόγμα και επομένως είναι ανοικτό θέμα προς συζήτηση. Επισήμανε επίσης ότι αυτό αποτελεί μια σημαντική αλλαγή προσέγγισης ως ένα από τα σοβαρά και ακανθώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει το Βατικανό.
Είναι γεγονός ότι οι υποψήφιοι κληρικοί έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, σημείωσε. Ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε επίσης, ότι η αγαμία δεν είναι θεσμός, αλλά μια βαθιά ριζωμένη ρωμαιοκαθολική παράδοση. Βέβαια γίνεται μια προσπάθεια να διατηρηθεί η αγαμία επίσης, και αυτή η άποψη πρέπει να ληφθεί υπόψη, τόνισε μεταξύ άλλων.
Ερωτηθείς για το θέμα αυτό ο Φεντερίκο Λομπάρντι, εκπρόσωπος Τύπου του Βατικανού, σχολίασε πως οι δηλώσεις του Pietro Parolin, για την αγαμία είναι «σύμφωνες με τις διδασκαλίες της εκκλησίας». Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας το θέμα της αγαμίας ή μη των υποψηφίων κληρικών ήταν ένα θέμα το οποίο ήταν στην δική τους επιλογή.
Ο Parolin δήλωσε ότι η γενική αγαμία του κλήρου, δεν είναι δόγμα και επομένως είναι ανοικτό θέμα προς συζήτηση. Επισήμανε επίσης ότι αυτό αποτελεί μια σημαντική αλλαγή προσέγγισης ως ένα από τα σοβαρά και ακανθώδη προβλήματα που αντιμετωπίζει το Βατικανό.
Είναι γεγονός ότι οι υποψήφιοι κληρικοί έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, σημείωσε. Ο Αρχιεπίσκοπος τόνισε επίσης, ότι η αγαμία δεν είναι θεσμός, αλλά μια βαθιά ριζωμένη ρωμαιοκαθολική παράδοση. Βέβαια γίνεται μια προσπάθεια να διατηρηθεί η αγαμία επίσης, και αυτή η άποψη πρέπει να ληφθεί υπόψη, τόνισε μεταξύ άλλων.
Ερωτηθείς για το θέμα αυτό ο Φεντερίκο Λομπάρντι, εκπρόσωπος Τύπου του Βατικανού, σχολίασε πως οι δηλώσεις του Pietro Parolin, για την αγαμία είναι «σύμφωνες με τις διδασκαλίες της εκκλησίας». Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την αρχαία παράδοση της Εκκλησίας το θέμα της αγαμίας ή μη των υποψηφίων κληρικών ήταν ένα θέμα το οποίο ήταν στην δική τους επιλογή.
Πηγή: dogma.gr
Αναδημοσίευση: http://albanaki.blogspot.gr/2013/09/h_12.html
Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013
Πάπας Φραγκίσκος: «Ας σταματήσει η Εκκλησία να ασχολείται με τους ομοφυλόφιλους και τις αμβλώσεις»
Δήλωσε την αντίθεσή του στα συχνά κηρύγματα για τις αμβλώσεις, τους γάμους των ομοφυλοφίλων και την αντισύλληψη.«Δεν είναι απαραίτητο να μιλάμε για αυτά τα ζητήματα συνεχώς» ανέφερε ο προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
«Οι διδαχές για θέματα δόγματος και ηθικής δεν είναι όλες ισοδύναμες. Η εκκλησία δεν μπορεί να επιδεικνύει «εμμονή» στην επανάληψη αυτών των δογματικών θέσεων. Πρέπει να βρούμε μια νέα ισορροπία, αλλιώς το ηθικό οικοδόμημα της εκκλησίας θα καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος, χάνοντας την φρεσκάδα και την ευωδιά του ευαγγελίου».
«Η εκκλησία, συμπλήρωσε, έχει το δικαίωμα να εκφράσει την άποψή της, αλλά ο Θεός, με την δημιουργία της πλάσης, μας χάρισε την ελευθερία. Κάτι που σημαίνει ότι η πνευματική παρέμβαση στην προσωπική ζωή, δεν είναι δυνατή».
«Το πιο σημαντικό είναι να κηρύξουμε το Ευαγγέλιο αντί να επικεντρωνόμαστε συνεχώς στην άμβλωση, τους γάμους των ομοφυλόφιλων, τη χρήση αντισύλληψης».
Πολλές από τις δηλώσεις του Πάπα προκαλούν «μεγάλη έκπληξη» στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Φαίνεται πως ο Ποντίφικας δεν ανήκει στη θεολογική ή πολιτική δεξιά της εκκλησίας.
Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013
Η ιστορική διάσταση του Filioque
Το παρόν άρθρο δεν έχει σκοπό να εκθέσει τη διά των αιώνων σημασία του Filioque για τους ανατολικούς θεολόγους, μάλιστα μετά τον 17ο αι., και ιδίως κατά τον 20ό αι. Εδώ εκτίθεται μόνο το πώς ξεκίνησε το Filioque στις σχέσεις μεταξύ των δύο τμημάτων της χριστιανοσύνης.
Η επίσκεψη του Πάπα στη χώρα μας έφερε κατ’ ανάγκη στο προσκήνιο και το ερώτημα αυτό. Βέβαια, οι Νεορθόδοξοι της Ελλάδας, μετά ιδίως τη δεκαετία του ’60, δεν έθεσαν ποτέ το ερώτημα στη μορφή που το θέτουμε εμείς: όχι μόνο το ιστορικό πλαίσιο της αρχικής εμφάνισης των μεταξύ μας διαφορών δεν τους απασχόλησε ιδιαίτερα, αλλά ούτε και η προς την ιστορία σχέση της εξέλιξης ορισμένων από τις διαφορές αυτές. Η Νεορθόδοξη, π.χ., άποψη περί του Filioque σήμερα στην Ελλάδα δεν έχει ποτέ εξετάσει για ποιο λόγο υπήρξε η ίδια ιστορικώς άγνωστη από τον 15ο αι. μ.Χ. μέχρι και την έκδοση των εγχειριδίων Δογματικής της Ορθόδοξης Εκκλησίας που έγραψαν άνδρες πανεπιστημιακοί, όπως οι καθηγητές Χ. Ανδρούτσος, Παν. Τρεμπέλας και Ι. Καρμίρης. Οι Νεορθόδοξοι υποστηρίζουν με πλήρη βεβαιότητα ότι οι λόγοι της εμφάνισης της διάστασης Ανατολής – Δύσης είναι βαθύτατα θεολογικοί και μάλιστα «Τριαδολογικοί», συνδέονται δηλ. αποκλειστικώς με το θέμα της σχέσης του Ιησού ως «Υιού του Θεού» και του Αγίου Πνεύματος προς τον Πατέρα Θεό εντός της Αγίας Τριάδος.
* Οι διαπιστώσεις των Νεορθόδοξων
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των Νεορθόδοξων, στο ερώτημα κατά τι διαφέρω εγώ από έναν ολλανδό Δυτικό χριστιανό π.χ., η απάντηση δεν μπορεί να είναι πως έχουμε διαφορετική γνώμη για την αξία της ποδοσφαιρικής ομάδας του Αγιαξ· ούτε στις απόψεις μας περί ευθανασίας ή περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα, τίποτε απ’ αυτά! Μόνο αν κατέβουμε βαθύτερα, εκεί πιστεύεται πως θα βρούμε την κύρια διαφορά μας, κι αυτή είναι Τριαδολογική, με την παραπάνω σημειωθείσα έννοια. Οποια, π.χ., ξένη μη Καθολική, θεολογική εγκυκλοπαίδεια κι αν ανοίξει κανείς διαβάζει πως το Filioque παρουσιάστηκε στη Δυτική Εκκλησία κατά τον 5ο αι. μ.Χ. όχι ως δογματική διδασκαλία αλλά στο κήρυγμα των ιεραποστόλων της Ρώμης προς Γότθους (Οστρογότθους, Βησιγότθους κτλ.), εγκατεστημένους στην Ισπανία, στη Β. Ιταλία και στη Ν. Γαλλία, κι ο λόγος αυτής της προσθήκης κατά το κήρυγμα έγινε αναγκαίος γιατί αυτοί οι παράξενοι επήλυδες νέοι Ευρωπαίοι δέχθηκαν πολύ εύκολα τον χριστιανισμό αλλά με μια αρειανική μορφή. Δηλαδή η αποστολή του Υιού όπως και του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο γίνεται από τον ακατάληπτο Θεό Πατέρα, επομένως τα άλλα δύο αυτά πρόσωπα δεν μπορούν να εξισωθούν προς τον Θεό Πατέρα. Ας σημειωθεί ότι η όποια άρνηση της ισότητας του Πνεύματος προς τον Πατέρα και τον Υιό τινάζει στον αέρα τον «θεϊκό» χαρακτήρα της Εκκλησίας, η οποία γενικώς πιστεύεται ως η «οικονόμος» του Πνεύματος του Θεού προς τον κόσμο. Ετσι ξεκίνησαν οι ιεροκήρυκες της Ρώμης προς τους Γότθους τη διδασκαλία περί Filioque: πως όχι μόνον ο Υιός αλλά και το Αγιο Πνεύμα κατάγεται από τον Θεό Πατέρα δεν είναι δηλ. κατώτερο της θεότητας των λοιπών προσώπων, όπως και το Σύμβολο της Νίκαιας (325) διδάσκει: «… το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον…». Αυτό επετράπη από τη Ρώμη να γίνει προς καταπολέμηση του Αρειανισμού και προς υποστήριξη και διαφύλαξη του Συμβόλου της Πίστεως της Νίκαιας, της οικουμενικής δηλ. πίστης της Εκκλησίας. Αυτά όμως όλα έγιναν στο κήρυγμα. Το πρόβλημα άρχισε κυρίως να δημιουργείται όταν με το πες πες έγινε συνήθεια αυτή η κηρυγματική διασάφηση του Συμβόλου της Νίκαιας, της ορθόδοξης δηλ. πίστης της καθόλου Εκκλησίας, κι άμα γίνει κάτι αναγκαία μακρά συνήθεια για την Εκκλησία δημιουργούνται τότε τέτοιες καταστάσεις που η Εκκλησία δεν μπορεί να αρνηθεί την επίσημη καθιέρωση σε μια αρχικά κηρυγματική διασάφηση που θεωρείται αναγκαίο να γίνεται επί αιώνες σε κάποια Εκκλησία· μετά δύο ή τρεις αιώνες η αρχική διασάφηση έρχεται και παίρνει τελικά τη θέση επίσημης δογματικής διδασκαλίας. Αυτό καταβλήθηκε σε μια πρώτη απόπειρα να γίνει στη Σύνοδο του Toledo, το 596 μ.Χ. Αρχικά το Τολέδο ήταν πρωτεύουσα των Γότθων, μεταξύ των οποίων πολλοί ήσαν Αρειανοί, και ύστερα έγινε πρωτεύουσα των Μαυριτανών. Η Ρώμη κατάφερε να αντισταθεί τότε· παρά ταύτα, τον 9ο αι. η πίεση εκ μέρους των πιστών και του κλήρου ήταν μεγάλη και τότε η Ρώμη περιέλαβε την προσθήκη του Filioque (= και εκ του Υιού) στο Σύμβολο της Πίστεως!
Ολοι καταλαβαίνουμε πως, αν αρχίσουμε εδώ και εκεί να προσθέτουμε στο Σύμβολο της Πίστεως (ορθόδοξες έστω) διασαφήσεις, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά. Παρά ταύτα, πρέπει να πούμε πως το θέμα αυτό στις αρχές του 9ου αι. μ.Χ. δεν γέννησε κάποια σοβαρή εκκλησιαστική αναταραχή, παρ’ ότι οι Βυζαντινοί ήσαν πολύ πικραμένοι για την απώλεια των βυζαντινών αποικιών στη Ν. Ιταλία και στη Σικελία εξαιτίας της επέλασης των βαρβάρων Λομβαρδών στην περιοχή αυτή. Κατά την ιστορική μου μάλιστα ενημέρωση, εντελώς αδικαιολόγητα, ήσαν πικραμένοι οι Βυζαντινοί με τον Πάπα, γιατί δεν παρενέβη για τη σωτηρία των αποικιών αυτών. Ας σημειωθεί σχετικώς ότι οι Λομβαρδοί είχαν καταλάβει και το Παπικό Κράτος, το οποίο μόνο με επέμβαση των Γερμανών αποκαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, ο Πάπας δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για τις αποικίες μας στην Ιταλία. Δεν είναι θέμα αν ήθελε ή όχι, αφού δεν μπορούσε έτσι κι αλλιώς. Δεν σημειώθηκαν δηλ. αντιδράσεις από πουθενά.
Από όσα είπαμε περί Filioque μέχρι τώρα ο αναγνώστης καταλαβαίνει γιατί ο Πάπας Ιωάννης-Παύλος κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα δεν είχε καμιά δυσκολία να απαγγείλει το Σύμβολο της Πίστεως της Εκκλησίας του χωρίς το Filioque· δεν επρόκειτο απλώς περί διπλωματικής ενέργειας που δεν επιτρέπεται σε ζητήματα θρησκευτικής πίστεως. Από όσα λέμε παραπάνω φαίνεται πως μπορούσε να το κάνει άνετα.
Πώς, τέλος πάντων, και κάτω από ποιες ιστορικές συνθήκες το Filioque έγινε τελικά θέμα διάσπασης της ενότητας μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας; Τα πράγματα, νομίζω, έγιναν ως εξής: Ο Λέων ο Ισαυρος (γύρω στο 730 μ.Χ.), για λόγους στρατηγικούς, αφαίρεσε από την πανάρχαια εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πάπα το καλούμενο «Ανατολικό Ιλλυρικό», την περιοχή δηλ. που περιλαμβάνεται μεταξύ Αδριατικής, Αιγαίου και Μαύρης Θάλασσας, η οποία τότε είχε αποικισθεί κυρίως από Σλάβους. Οι Ισαυροι υπήγαγαν την περιοχή αυτή υπό την εκκλησιαστική δικαιοδοσία του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ο Πάπας έντονα διαμαρτυρήθηκε και ουδέποτε αποδέχθηκε ως τετελεσμένο το γεγονός. Κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτό στηρίζεται, εν μέρει, η φήμη που επικράτησε στο Βυζάντιο πως ο Πάπας θέλει να καταλάβει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γιατί δεν έπαψε ποτέ να διεκδικεί δικαιώματα εκκλησιαστικά στην περιοχή αυτή.
Εξαρση του προβλήματος του Ανατολικού Ιλλυρικού παρουσιάστηκε όταν οι Σλάβοι της Βουλγαρίας έγιναν χριστιανοί και ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις θέλησε να βαπτισθεί. Ο Πάπας τότε αξίωσε αυτός να τον βαπτίσει, αφού η Βουλγαρία, κατά αρχαία παράδοση, ανήκε στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του, ενώ οι Βυζαντινοί κανόνισαν νονός του να είναι ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας και τελετουργός του βαπτίσματος ο Πατριάρχης Φώτιος. Κι αυτό ακριβώς το δεύτερο έγινε. Ο Πάπας Νικόλαος τότε εξαπέλυσε βροντές και απειλές κι ο Φώτιος ανταποκρίθηκε κατηγορώντας τον μάλιστα αυτή τη φορά σε επιστολή του για αποκλίσεις από την ορθή πίστη! Η κυριότερη εξ αυτών είναι αυτή περί του Filioque. Αυτά έγιναν το 866 μ.Χ. μετά από confusio στις σχέσεις της Βουλγαρίας είτε με τον Πάπα είτε με την Κωνσταντινούπολη, αφού διαπραγματευόταν και με τους δύο! Τελικά, προτίμησε εμάς. Βέβαια, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πάπας είχε από πριν ιδιαίτερα προσωπικά προβλήματα με τον Φώτιο, αφού σταθερά υποστήριζε τον αντίπαλο του Φωτίου στον πατριαρχικό θρόνο του Βυζαντίου, τον πατριάρχη Ιγνάτιο.
* Το Πρώτο Σχίσμα Ανατολής και Δύσης
Υπ’ αυτές τις ιστορικές συνθήκες έγινε θέμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών το Filioque για πρώτη φορά. Τα γεγονότα του έτους 866 μ.Χ. αποτελούν το Πρώτο Σχίσμα Ανατολής και Δύσης! Μόλις όμως αφανίστηκε ο αυτοκράτορας Βάρδας και έπεσε από το πατριαρχείο ο Φώτιος, που τον διαδέχθηκε ο Ιγνάτιος, πολύ φίλος του Πάπα, οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών αποκαταστάθηκαν και διατηρήθηκαν έτσι μέχρι το 1051, οπότε έγινε το λεγόμενο «Τελικό Σχίσμα» Ανατολής και Δύσης, με πολύ μεγάλη συμβολή σ’ αυτό του ενός εκ των παπικών απεσταλμένων, του καρδινάλιου Ουμβέρτου, προπαντός όμως του δικού μας Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου. Τα γεγονότα και τις ευθύνες των πρωταγωνιστών παρατηρεί όλη η διεθνής βιβλιογραφία. Οταν ο βυζαντινός αυτοκράτορας και ο τότε Πάπας έμαθαν για τα συμβάντα μεταξύ αυτών των δύο στην Κωνσταντινούπολη και για τον αφορισμό των Παπικών εναντίον μας, μόνον που δεν έπαθαν αποπληξία, γιατί και οι δύο ήσαν βέβαιοι και έτσι είχαν συνεννοηθεί, ότι δηλ. σίγουρα θα υπογραφεί συμφωνία Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας!
Ο Φώτιος είχε δίκιο, νομίζω, ως προς το Filioque, με την έννοια όσο σοβαρός και αν ήταν ο λόγος ότι δεν μπορεί να προσθέτει ο οποιοσδήποτε, είτε Πάπας είναι είτε Σύνοδος, οτιδήποτε στο Σύμβολο της Πίστεως που ήταν προϊόν Οικουμενικής της Εκκλησίας Συνόδου. Ως προς όλα τα άλλα όμως, τα εδαφικά συμφέροντα Ανατολής και Δύσης, καθώς και τα προσωπικά του Φωτίου (τα σχετικά με τον πατριαρχικό θρόνο!) έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο Εκκλησιών επιδεινώθηκαν εξαιτίας νέων ιστορικών δυσμενών παραγόντων: Σταυροφορίες, Πολιτική Ορθοδοξία, Οθωμανική Κατοχή με το έντονο αντιδυτικό μίσος της. Κι αυτοί οι νέοι παράγοντες μόνο επιδείνωση έφεραν στις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, όχι την εξομάλυνση, παρά τις λογικές προσπάθειες που έγιναν ενίοτε και από τις δύο πλευρές.
Στο γενικότερο ερώτημα ως προς το τι έπαιξε κατά την εξέλιξη της περί «Πνεύματος» διδασκαλίας στην Ανατολή τον κυριότερο λόγο, η θεολογία ή η ιστορία, η δική μας άποψη είναι ότι η ιστορία έπαιξε πρωτεύοντα λόγο: Οσο, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, γινόταν εντονότερη η εχθρική σχέση μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας τόσο μεγάλωνε και η σημασία της δογματικής διαφοράς του Filioque.
www.tovima.gr
Τρίτη 16 Ιουλίου 2013
16 Ιουλίου 1054-Το μεγάλο σχίσμα
Πολλούς αιώνες πριν από το Σχίσμα προέκυψαν ορισμένες διαφορές ανάμεσά τους, που σταδιακά τους αποξένωσαν. Αφορούσαν τον τρόπο της εκκλησιαστικής διοίκησης (Συνοδικό σύστημα στην Ανατολή, μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση), τον τρόπο ερμηνείας της Παράδοσης (Filioque) και κυρίως τον τρόπο τέλεσης της Λατρείας (Εικονομαχία, διαφορές στη νηστεία και την τέλεση των μυστηρίων, χρήση αγαλμάτων στους ναούς της Δύσης, υποχρεωτική αγαμία για όλο τον κλήρο στη Δύση κ.ά).
Ωστόσο, η επιδείνωση των σχέσεων της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινική Δύσης επιταχύνθηκε από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις, που σημειώθηκαν κυρίως τον 8ο αιώνα, αποτέλεσμα των οποίων υπήρξε η ανασύσταση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους, ως ανταγωνίστριας δύναμης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Ρώμη, που μέχρι τότε ήταν τμήμα του Βυζαντινού Κόσμου, περνούσε προοδευτικά στην επιρροή των Φράγκων, ιδιαίτερα από την εποχή του Καρλομάγνου. Από την περίοδο εκείνη υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις για το λεγόμενο Μεγάλο Σχίσμα και έλλειπαν μόνο οι αφορμές που δεν άργησαν να έλθουν.
Η άλλη μεγάλη δυσκολία ήταν το Filioque. H διαμάχη είχε σχέση με τη διατύπωση του Συμβόλου της Πίστεως («Πιστεύω») για το Άγιο Πνεύμα. Το επίμαχο σημείο, όπως διαμορφώθηκε από τις Συνόδους Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως και ισχύει έως σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησίας, είχε ως εξής: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον…». Η Δυτική Εκκλησία παρενέβαλε μια πρόσθετη φράση «Και εκ του Υιού» (Filioque στα Λατινικά), έτσι ώστε το Σύμβολο της Πίστεως να διαβάζεται στο συγκεκριμένο σημείο: «…και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον …».
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄ ανακάλεσαν τους αφορισμούς το 1965.
Δεν υπάρχει βεβαιότητα για το πότε παρενεβλήθη η προσθήκη, φαίνεται όμως ότι κατάγεται από την Ισπανία και χρησιμοποιήθηκε από τους εκεί Χριστιανούς ως προστασία κατά της αίρεσης του Αρειανισμού. Οι Ορθόδοξοι αποκρούουν την προσθήκη του Filioque για δύο λόγους. Τη θεωρούν θεολογικό λάθος και υποστηρίζουν ότι η όποια αλλαγή στο Σύμβολο της Πίστεως θα πρέπει να γίνει μόνο με τη σύγκληση Οικουμενικής Σύνοδος.
Η πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας σημειώθηκε το 857 με τη διαμάχη Ιγνατίου και Φωτίου για τον Θρόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Στη διαμάχη επενέβη ο Πάπας Νικόλαος Β', ο οποίος έθεσε το θέμα των Πρωτείων του και αξίωσε να έχει λόγο στην εκλογή του Πατριάρχη. Η αντιπαράθεση έληξε το 869 με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αφού ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α' ο Μακεδών είχε χρίσει Πατριάρχη τον εκλεκτό του Πάπα, Ιγνάτιο, στοχεύοντας στην υποστήριξή του, προκειμένου να κατοχυρώσει τα συμφέροντα του Βυζαντίου στην Ιταλία, που απειλούνταν από τους Φράγκους.
Η νέα διαμάχη, που έφθασε τα πράγματα στα άκρα και τη ρήξη, σημειώθηκε επί πατριαρχίας του Μιχαήλ Κηρουλάριου (1043-1059), ο οποίος θέλησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά την προσπάθεια του Πάπα Λέοντος Θ' (1049-1054) να επιβάλλει εκκλησιαστικές καινοτομίες στις βυζαντινές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας. Ο Πάπας, περνώντας στην αντεπίθεση, αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη στον Μιχαήλ και ζήτησε να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Ιλλυρίας (σημερινής Αλβανίας).
Το επόμενο βήμα ήταν ο αφορισμός του Πατριάρχη από τον Πάπα. Ο απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη καρδινάλιος Ουμβέρτος επέθεσε επιδεικτικά τη Βούλα Αφορισμού στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας στις 16 Ιουλίου 1054, πριν από την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, παρόντων του Αυτοκράτορα και του Πατριάρχη. Αμέσως μετά ο Ουμβέρτος και η ακολουθία του αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τη Ρώμη, έχοντας πληροφορηθεί τον θάνατο του Νικόλαου Β'. Καθώς περνούσαν από τη δυτική πύλη της Βασιλεύουσας, ο καρδινάλιος ακούστηκε να λέει «Ο Θεός ας δει και ας κρίνει». Μάταια ένας διάκονος έτρεξε πίσω του παρακαλώντας τον να πάρει πίσω το έγγραφο του Αφορισμού. Ο Ουμβέρτος αρνήθηκε και πέταξε το έγγραφο στον δρόμο.
Η αντίδραση του Μιχαήλ ήταν άμεση. Παρά τις επιφυλάξεις του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου συγκάλεσε την ενδημούσα σύνοδο στις 24 Ιουλίου και ανταφόρισε όσους Παπικούς είχαν συντάξει τον αφορισμό ή συμφωνούσαν με το περιεχόμενό του. Επί πλέον ζήτησε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες να αποδεχθούν την απόφαση αυτή της ενδημούσας Συνόδου. Έτσι, οριστικοποιήθηκε το Μεγάλο Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης, το οποίο επισφραγίστηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).
Μέχρι την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους (1453) έγιναν κάποιες προσπάθειες για την επανένωση των Εκκλησιών. Προσέκρουσαν, όμως, στις αξιώσεις του Πάπα και στο ανθενωτικό κλίμα που επικρατούσε στο Βυζάντιο. Οι σημαντικότερες ήταν οι Σύνοδοι της Λυόν (1274) και της Φεράρας - Φλωρεντίας (1438-1445). Το Σχίσμα υφίσταται και σήμερα, παρά το γεγονός ότι στις 7 Δεκεμβρίου του 1965 ο Πάπας Παύλος ΣΤ' και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας ανακάλεσαν τους αφορισμούς του Πάπα Λέοντα Θ' και του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου, με τους οποίους είχε επέλθει η ρήξη του 1054.
Κυριακή 14 Απριλίου 2013
Ποιες είναι οι βασικές διαφορές μεταξύ ορθοδοξίας και καθολικισμού
Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου
Πηγή: http://www.briefingnews.gr/orthodoxy/item/44651-poies-einai-oi
Αναδημοσίευση:http://nzals.blogspot.gr/2013/04/blog-post_14.html1. Οι Επίσκοποι της Παλαιάς Ρώμης, παρά τις μικρές και μη ουσιαστικές διαφορές, είχαν πάντοτε κοινωνία με τους Επισκόπους της Νέας Ρώμης και τους Επισκόπους της Ανατολής μέχρι το 1009-1014, όταν για πρώτη φορά κατέλαβαν τον θρόνο της Παλαιάς Ρώμης οι Φράγκοι Επίσκοποι. Μέχρι το 1009 οι Πάπες της Ρώμης και οι Πατριάρχες της Κωνσταντινουπόλεως ήσαν ενωμένοι στον κοινό αγώνα εναντίον των Φράγκων Ηγεμόνων και Επισκόπων, αλλά και των κατά καιρούς αιρετικών.
2. Οι Φράγκοι στην Σύνοδο της Φραγκφούρτης το 794 κατεδίκασαν τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και την τιμητική προσκύνηση των ιερών εικόνων. Επίσης το 809 οι Φράγκοι εισήγαγαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque, την διδασκαλία δηλαδή περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Αυτήν την εισαγωγή κατεδίκασε τότε και ο ορθόδοξος Πάπας της Ρώμης. Στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως επί Μεγάλου Φωτίου, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ορθοδόξου Πάπα της Ρώμης, κατεδίκασαν όσους είχαν καταδικάσει τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και όσους προσέθεσαν στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque. Όμως για πρώτη φορά ο Φράγκος Πάπας Σέργιος Δ’ το 1009 στην ενθρονιστήρια επιστολή του προσέθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως το Filioque και ο Πάπας Βενέδικτος Η’ εισήγαγε το πιστεύω με το Filioque στην λατρεία της Εκκλησίας, οπότε ο Πάπας διεγράφη από τα δίπτυχα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
3. Η βασική διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού βρίσκεται στην διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού. Ενώ οι Ορθόδοξοι πιστεύουμε ότι ο Θεός έχει άκτιστη ουσία και άκτιστη ενέργεια και ότι ο Θεός έρχεται σε κοινωνία με την κτίση και τον άνθρωπο με την άκτιστη ενέργειά Του, εν τούτοις οι Παπικοί πιστεύουν ότι στον Θεό η άκτιστη ουσία ταυτίζεται με την άκτιστη ενέργειά Του (actus purus) και ότι ο Θεός επικοινωνεί με την κτίση και τον άνθρωπο δια των κτιστών ενεργειών Του, δηλαδή ισχυρίζονται ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες. Οπότε η Χάρη του Θεού δια της οποίας αγιάζεται ο άνθρωπος θεωρείται ως κτιστή ενέργεια. Αλλά έτσι δεν μπορεί να αγιασθή.
Από αυτήν την βασική διδασκαλία προέρχεται η διδασκαλία περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και εκ του Υιού, το καθαρτήριο πύρ, το πρωτείο του Πάπα κλπ.
4. Εκτός από την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Παπισμού στο θέμα της ουσίας και ενεργείας στον Θεό, υπάρχουν άλλες μεγάλες διαφορές, που έγιναν κατά καιρούς αντικείμενα θεολογικών διαλόγων, ήτοι:
– το Filioque, ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό με αποτέλεσμα να μειώνεται η μοναρχία του Πατρός, να καταργήται η τέλεια ισότητα των προσώπων της Αγίας Τριάδος, να υποτιμάται το Άγιον Πνεύμα ως μη ισοδύναμο και ομόδοξο με τα άλλα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αφού παρουσιάζεται ωσεί “πρόσωπο στείρο”,
– η χρησιμοποίηση αζύμου άρτου στην θεία Ευχαριστία που παραβαίνει τον τρόπο με τον οποίο ο Χριστός ετέλεσε το μυστικό δείπνο,
– ο καθαγιασμός των “τιμίων δώρων” που γίνεται όχι με την επίκληση, αλλά με την απαγγελία των ιδρυτικών λόγων του Χριστού “λάβετε φάγετε… πίετε εξ αυτού πάντες…”,
– η θεωρία ότι η σταυρική θυσία του Χριστού εξιλέωσε την θεία δικαιοσύνη, που παρουσιάζει τον Θεό Πατέρα ως φεουδάρχη και παραθεωρεί την Ανάσταση,
– η θεωρία περί της “περισσευούσης αξιομισθίας” του Χριστού και των αγίων που την διαχειρίζεται ο Πάπας,
– ο χωρισμός και η διάσπαση μεταξύ των μυστηρίων Βαπτίσματος, Χρίσματος, και θείας Ευχαριστίας,
– η διδασκαλία περί της κληρονομήσεως της ενοχής του προπατορικού αμαρτήματος,
– οι λειτουργικές καινοτομίες σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας (Βάπτισμα, Χρίσμα, Ιερωσύνη, Εξομολόγηση, Γάμος, Ευχέλαιον),
– η μη μετάληψη των λαϊκών από το “Αίμα” του Χριστού,
– το πρωτείο του Πάπα, κατά το οποίο ο Πάπας είναι “ο episcopus episcoporum και η πηγή της ιερατικής και της εκκλησιαστικής εξουσίας, είναι η αλάθητος κεφαλή και ο Καθηγεμών της Εκκλησίας, κυβερνών αυτήν μοναρχικώς ως τοποτηρητής του Χριστού επί της γής” (Ι. Καρμίρης). Με αυτήν την έννοια ο Πάπας θεωρεί τον εαυτό του διάδοχο του Αποστόλου Πέτρου, στον οποίον υποτάσσονται οι άλλοι Απόστολοι, ακόμη και ο Απόστολος Παύλος,
– η μη ύπαρξη συλλειτουργίας κατά τις λατρευτικές πράξεις,
– το αλάθητο του Πάπα,
– το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου και γενικά η μαριολατρεία, κατά την οποία η Παναγία ανυψώνεται στην Τριαδική θεότητα και μάλιστα γίνεται λόγος και για Αγία Τετράδα,
– οι θεωρίες της analogia entis και analogia fidei που επικράτησαν στον δυτικό χώρο.
– η συνεχής πρόοδος της Εκκλησίας στην ανακάλυψη των πτυχών της αποκαλυπτικής αλήθειας,
– η διδασκαλία περί του απολύτου προορισμού,
– η άποψη περί της ενιαίας μεθοδολογίας για την γνώση του Θεού και των κτισμάτων, η οποία οδήγησε στην σύγκρουση μεταξύ θεολογίας και επιστήμης.
5. Επίσης, η μεγάλη διαφοροποίηση, η οποία δείχνει τον τρόπο της θεολογίας βρίσκεται και στην διαφορά μεταξύ σχολαστικής και ησυχαστικής θεολογίας. Στην Δύση αναπτύχθηκε ο σχολαστικισμός, ως προσπάθεια διερεύνησης όλων των μυστηρίων της πίστεως με την λογική (Άνσελμος Καντερβουρίας, Θωμάς Ακινάτης), ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία επικρατεί ο ησυχασμός, δηλαδή η κάθαρση της καρδιάς και ο φωτισμός του νού, για την απόκτηση της γνώσης του Θεού. Ο διάλογος μεταξύ του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και του σχολαστικού και ουνίτη Βαρλαάμ είναι χαρακτηριστικός και δείχνει την διαφορά.
6. Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στην θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία “η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται”. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι θεωρούνται ως “συνέδρια του Χριστιανισμού που συγκαλούνται υπό την αυθεντία και την εξουσία και την προεδρία του Πάπα”. Αρκεί να βγή ο Πάπας από την αίθουσα της Οικουμενικής Συνόδου, οπότε αυτή παύει να έχη κύρος. Ο Επίσκοπος Μαρέ έγραψε: “θά ήταν πιο ακριβείς οι ρωμαιοκαθολικοί αν εκφωνώντας το “Πιστεύω” έλεγαν: “καί εις έναν Πάπαν” παρά να λένε: “καί εις μίαν… Εκκλησίαν””.
Επίσης, “η σημασία και ο ρόλος των Επισκόπων μέσα στην ρωμαϊκή Εκκλησία δεν είναι παρά απλή εκπροσώπηση της παπικής εξουσίας, στην οποία και οι ίδιοι οι Επίσκοποι υποτάσσονται, όπως οι απλοί πιστοί”. Στην παπική εκκλησιολογία ουσιαστικά υποστηρίζεται ότι “η αποστολική εξουσία εξέλιπε με τους αποστόλους και δεν μετεδόθη στους διαδόχους τους επισκόπους. Μονάχα η παπική εξουσία του Πέτρου, υπό την οποίαν βρίσκονταν όλοι οι άλλοι, μετεδόθη στους διαδόχους του Πέτρου, δηλαδή στους Πάπες”. Μέσα σε αυτήν την προοπτική υποστηρίζεται από την παπική “Εκκλησία” ότι όλες οι Εκκλησίες της Ανατολής είναι διϊστάμενες και έχουν ελλείψεις και κατά οικονομίαν μας δέχονται σε κοινωνία, και βέβαια κατ’ οικονομίαν μας δέχονται ως αδελφάς Εκκλησίας, επειδή αυτή αυτοθεωρείται ως μητέρα Εκκλησία και εμάς μας θεωρούν θυγατέρες Εκκλησίες.
7. Το Βατικανό είναι κράτος και ο εκάστοτε Πάπας είναι ο ηγέτης του Κράτους του Βατικανού. Πρόκειται για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Το Κράτος του Βατικανού ιδρύθηκε το 755 από τον Πιπίνο τον Βραχύ, πατέρα του Καρλομάγνου και στην εποχή μας αναγνωρίσθηκε το 1929 από το Μουσολίνι. Είναι σημαντική η αιτιολογία της ανακηρύξεως του Παπικού Κράτους, όπως το υποστήριξε ο Πίος ΙΑ’: “ο επί της γης αντιπρόσωπος του Θεού δεν δύναται να είναι υπήκοος επιγείου κράτους”. Ο Χριστός ήταν υπήκοος επιγείου κράτους, ο Πάπας δεν μπορεί να είναι! Η παπική εξουσία συνιστά θεοκρατία, αφού η θεοκρατία ορίζεται ως ταύτιση κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο. Σήμερα θεοκρατικά κράτη είναι το Βατικανό και το Ιράν.
Είναι χαρακτηριστικά τα όσα υποστήριξε στον ενθρονιστήριο λόγο του ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ (1198-1216): “Αυτός που έχει τη νύμφη είναι ο νυμφίος. Αλλά η νύμφη αυτή (η Εκκλησία) δε συνεζεύχθη με κενά τα χέρια, αλλά πρόσφερε σε μένα ασύγκριτη πολύτιμη προίκα, δηλ. την πληρότητα των πνευματικών αγαθών και την ευρύτητα των κοσμικών, το μεγαλείο και την αφθονία αμφοτέρων… Σά σύμβολα των κοσμικών αγαθών μου έδωσε το Στέμμα, τη Μίτρα υπέρ της Ιερωσύνης, το Στέμμα για τη βασιλεία και με κατέστησε αντιπρόσωπο Εκείνου, στο ένδυμα και στο μηρό του οποίου γράφτηκε: ο Βασιλεύς των βασιλέων και Κύριος των κυρίων”.
Επομένως, υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο “Συνοδικό της Ορθοδοξίας”. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώση ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός της Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος – αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στην γή, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




