Η συγχώρηση στον Χριστιανισμό νοείται ως μια επαναστατική πράξη που εισβάλλει στη ζωή και διακόπτει την αλυσίδα της αντεκδίκησης, στην οποία το παρελθόν καθορίζει δεσμευτικά το μέλλον. Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από το «συν + χωρώ», δηλώνοντας την επιθυμία του ανθρώπου να παλέψει τον εγωισμό του και να «κάνει χώρο» στην καρδιά του για να χωρέσει ξανά τον άλλον, ακόμη και αυτόν που τον πλήγωσε.
Ο Ιησούς Χριστός είναι εκείνος που ανακάλυψε τον ρόλο της συγγνώμης στη σφαίρα των ανθρώπινων υποθέσεων, καθώς η πράξη αυτή είναι η μόνη αντίδραση που δρα πρωτογενώς και απροσδόκητα, απαλλάσσοντας τόσο τον συγχωρούντα όσο και τον συγχωρούμενο από τις συνέπειες του σφάλματος. Η κορυφαία αυτή υπέρβαση εκφράζεται συγκλονιστικά πάνω στον Σταυρό, όπου ο Κύριος παρακάλεσε τον Πατέρα για τους διώκτες Του, διδάσκοντας ότι η αληθινή δύναμη βρίσκεται στη θυσιαστική αγάπη και την ταπείνωση και όχι στην εκδίκηση.
Η χριστιανική παράδοση προβάλλει την αγιότητα ως καρπό της συγχωρητικότητας, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Άγιο Διονύσιο Ζακύνθου, ο οποίος συγχώρησε, προστάτεψε και φυγάδευσε τον δολοφόνο του ίδιου του του αδελφού.
Η συγχώρηση δεν αποτελεί μια τυπική δικαστική απόφαση αθώωσης, αλλά μια διαδικασία πνευματικής θεραπείας και αποκατάστασης των σχέσεων που πραγματοποιείται βιωματικά μέσα στο Μυστήριο της Μετάνοιας και της Εξομολόγησης.
Μέσα στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, ο «ασπασμός της αγάπης» ή της ειρήνης υπενθυμίζει διαχρονικά ότι κανένας πιστός δεν μπορεί να προσεγγίσει τη Θεία Κοινωνία αν δεν έχει πρώτα συμφιλιωθεί ειλικρινά με τον συνάνθρωπό του. Η υπέρβαση αυτή απαιτεί την αυτογνωσία και το ξύπνημα της ψυχής με τη βοήθεια της θείας χάρης, καθώς ο άνθρωπος καλείται να μεταμορφώσει τον θυμό και τη μνησικακία σε ελπίδα και χαρά. Τελικά, η συγχώρηση αποτελεί την έμπρακτη επαλήθευση της πίστης, μετατρέποντας τον κόσμο από μια απλή συνύπαρξη ατόμων σε μια κοινωνία προσώπων που ζουν κατά το πρότυπο της αγαπητικής ενότητας της Αγίας Τριάδας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιό σας