Τις τελευταίες μέρες η δημόσια συζήτηση γύρω από το Άγιο Φως, μετατοπίζεται από το κέντρο του προς την περιφέρειά του εκκλησιαστικού βιώματος.
Η ανησυχία για το αν θα αφιχθεί ή όχι το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα, η αγωνία για τη μεταφορά του, η σχεδόν πολιτειακή και επικοινωνιακή διαχείριση της αφίξεώς του, αποκαλύπτουν συχνά μία σοβαρή θεολογική σύγχυση: σαν να εξαρτάται η πασχάλια χαρά της Εκκλησίας από ένα εξωτερικό γεγονός, από μία τελετουργική άφιξη, από μία υλική μετάδοση που έρχεται να εγγυηθεί αυτό που η ίδια η Εκκλησία ήδη είναι και ήδη ζει.
Όμως η πίστη της Εκκλησίας δεν θεμελιώνεται σε μια μεταφορά φωτός διά γεωγραφικής οδού, αλλά στο ανεπανάληπτο και κοσμοσωτήριο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού, το οποίο δεν αποτελεί απλώς ανάμνηση ενός παρελθόντος θαύματος, αλλά παρόντα τρόπο υπάρξεως του εκκλησιαστικού σώματος.
Γι’ αυτό και η θεολογική συζήτηση οφείλει να ξεκινήσει όχι από το αεροδρόμιο, ούτε από το διπλωματικό ή τελετουργικό σκέλος της αφής, αλλά από το ιερό βήμα του κάθε ναού.
Εκεί, μέσα στο ιερό, φυλάσσεται η ακοίμητη κανδήλα. Και η παρουσία αυτής της κανδήλας δεν είναι ένα δευτερεύον λειτουργικό κατάλοιπο, ούτε ένα απλό ευσεβές έθος, αλλά σημείο της αδιακόπου παρουσίας του Κυρίου εν τω μέσω της Εκκλησίας Του.
Το φως που καίει ακοίμητο ενώπιον της αγίας Τραπέζης δεν μαρτυρεί μια ευκαιριακή συγκίνηση, αλλά τη μόνιμη εγρήγορση της εκκλησιαστικής ζωής, τη μνήμη της θείας παρουσίας, τη λειτουργική διάρκεια της πίστεως.
Υπό αυτήν την έννοια, η Εκκλησία δεν περιμένει να αποκτήσει φως απ’ έξω, σαν να ήταν βυθισμένη σε κάποια μυστηριακή ένδεια μέχρι να της αποσταλεί.
Το φως υπάρχει ήδη στον χώρο όπου τελείται το Μυστήριο, διότι εκεί υπάρχει ήδη ο Χριστός, «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον».
Εάν λοιπόν, για οποιονδήποτε λόγο, φέτος δεν καταστεί δυνατή η αφή ή η μεταφορά του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα, δεν προκύπτει καμία θεολογική έλλειψη στην πασχάλια ζωή των ναών.
Δεν ακυρώνεται η Ανάσταση, δεν αναστέλλεται η αναστάσιμη ακολουθία, δεν αποδυναμώνεται η χαρά των πιστών, δεν τραυματίζεται η εκκλησιαστική πληρότητα.
Γιατί το Πάσχα δεν συνίσταται στην κατοχή ενός ειδικού φωτιστικού συμβόλου, αλλά στη μετοχή του εκκλησιαστικού σώματος στον Αναστάντα Χριστό.
Ακόμη κι αν κανείς θελήσει να αποδώσει στο Άγιο Φως μεγάλη ευλάβεια, ακόμη κι αν το θεωρήσει πολύτιμο σημείο παρηγορίας και χαράς, οφείλει να αναγνωρίσει ότι δεν πρόκειται περί Μυστηρίου, ούτε περί αναγκαίας προϋποθέσεως για την τέλεση του Πάσχα. Η Εκκλησία δεν έχει ως προϋπόθεση της υπάρξεώς της ένα θαυμαστό σημείο, αντιθέτως, τα σημεία αποκτούν το νόημά τους μόνο εντός της ζωής της Εκκλησίας.
Το κέντρο του Πάσχα δεν είναι η αφή του κεριού, αλλά η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Αναστάντος Κυρίου.
Δεν είναι η εξωτερική λαμπρότητα της νύκτας, αλλά η είσοδος του ανθρώπου στην καινή ζωή.
Δεν είναι η συγκινησιακή κορύφωση ενός εθίμου, αλλά η ευχαριστιακή σύναξη «ἐπὶ τὸ αὐτό», όπου ο θάνατος καταλύεται όχι σε επίπεδο συναισθηματικής εντυπώσεως, αλλά σε επίπεδο οντολογικό.
Γιατί στη θεία Ευχαριστία η Ανάσταση παύει να είναι αντικείμενο θρησκευτικής αναπαραστάσεως και γίνεται βίωμα πραγματικής μετοχής. Εκεί ο πιστός δεν πληροφορείται απλώς ότι ο Χριστός ανέστη, αλλά εισέρχεται στο αναστάσιμο γεγονός ως μέλος του σώματος Εκείνου που νίκησε τον θάνατο. Εκεί η Ανάσταση δίδεται ως τροφή, ως άφεση, ως αφθαρσία, ως υπόσχεση και πρόγευση της Βασιλείας.
Η σύγχυση αρχίζει ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία το σημείο υποκαθιστά το γεγονός και το γεγονός περιορίζεται στο σημείο. Τότε ο άνθρωπος αρχίζει να φέρεται σαν να είναι πιο σημαντικό από πού ακριβώς άναψε η λαμπάδα του παρά αν η ύπαρξή του φωτίστηκε πράγματι από το ανέσπερο φως του Χριστού.
Τότε το Πάσχα εκπίπτει σε μια επιφάνεια θρησκευτικού εντυπωσιασμού, σε μία σχεδόν μαγική πρόσληψη της ιερότητας, όπου η σωτηρία μοιάζει να μεταδίδεται υλικώς, σχεδόν αυτομάτως, δίχως την ασκητική, μυστηριακή και εκκλησιολογική οδό της μετανοίας και της κοινωνίας.
Όμως η Ορθόδοξη παράδοση ουδέποτε θεμελίωσε την πίστη σε τέτοιου είδους αυτάρκειες σημείων. Το σημείο παραπέμπει πέραν εαυτού και δεν στέκεται μόνο του.
Και όταν αποσπάται από το μυστήριο της Εκκλησίας, τότε όχι μόνο παρερμηνεύεται, αλλά κινδυνεύει να μετατραπεί σε υποκατάστατο της αλήθειας που καλείται να μαρτυρήσει.
Η ακοίμητη κανδήλα του ιερού, ακριβώς επειδή καίει σιωπηλά και αδιαφήμιστα, είναι ίσως θεολογικά ευγλωττότερη από πολλές δημόσιες συζητήσεις. Δεν διεκδικεί εντυπωσιασμό, δεν οργανώνει θόρυβο, δεν απαιτεί εθνικές τελετές υποδοχής.
Παραμένει εκεί, ως υπόμνηση ότι η ζωή της Εκκλησίας δεν στηρίζεται στη διακοπή και στο έκτακτο, αλλά στην επιμονή της χάριτος μέσα στον χρόνο.
Το φως της είναι ταπεινό, αλλά αδιάλειπτο και ακριβώς γι’ αυτό εκκλησιολογικά σημαντικό.
Δεν προβάλλει ως εξαίρεση, αλλά ως διάρκεια.
Δεν γοητεύει ως υπερθέαμα, αλλά καλεί σε εσωτερική εγρήγορση.
Μέσα από αυτήν την προοπτική, ακόμη και η έλλειψη του φωτός από τα Ιεροσόλυμα, εάν ποτέ συμβεί, θα μπορούσε να λειτουργήσει παιδαγωγικά: να μας αναγκάσει να ξαναθυμηθούμε ότι η Εκκλησία δεν είναι δέκτης εξωτερικών επικυρώσεων της αλήθειάς της, αλλά ο τόπος όπου η αλήθεια του Αναστάντος Χριστού ήδη δίδεται και ήδη βιώνεται.
Γι’ αυτό, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν θα φτάσει στην Ελλάδα ένα συγκεκριμένο φως, αλλά εάν ο άνθρωπος θα εξέλθει από το σκοτάδι της αυτάρκειας, της θρησκευτικής επιφανείας και της πνευματικής αμεριμνησίας, ώστε να μετάσχει στο φως που δεν δύει.
Γιατί υπάρχει πράγματι ένας κίνδυνος πιο σοβαρός από την ενδεχόμενη απουσία του Αγίου Φωτός: να υπάρχει φως στα χέρια και να μην υπάρχει φως στην καρδιά, να ανάβουν οι λαμπάδες αλλά να μένει ανέγγιχτη η ύπαρξη, να ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη» χωρίς να διαρρηγνύεται μέσα μας η κλειστή οικονομία του φόβου, της μικρότητας, της μνησικακίας και του θανάτου.
Το αναστάσιμο φως δεν είναι εξωτερικό αντικείμενο κατοχής αλλά τρόπος υπάρξεως.
Είναι το φως της συγχωρήσεως, της ειρήνης, της κοινωνίας, της εξόδου από τον εγωκεντρισμό, της επανεντάξεως του ανθρώπου στο εκκλησιαστικό σώμα.
Έτσι, η απάντηση στο ερώτημα που κάθε τόσο επανέρχεται οφείλει να είναι νηφάλια αλλά και απολύτως σαφής: αν δεν έρθει φέτος το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα, δεν συμβαίνει τίποτε που να θίγει την ουσία του Πάσχα.
Οι ναοί της Εκκλησίας δεν μένουν αφώτιστοι, αφού στο ιερό τους φυλάσσεται η ακοίμητη κανδήλα, σημείο της αδιαλείπτου παρουσίας του Χριστού εν μέσω του λαού Του.
Και κυρίως, η Εκκλησία δεν μένει χωρίς φως, αφού το αληθινό της φως είναι ο ίδιος ο Αναστημένος Κύριος, ο Οποίος δίδεται στη θεία Ευχαριστία και καθιστά το Πάσχα όχι απλώς ετήσιο εορτασμό, αλλά μόνιμη κατάσταση ζωής.
Εκεί βρίσκεται η καρδιά του γεγονότος.
Εκεί η νύχτα γίνεται ημέρα.
Εκεί το φως παύει να είναι σύμβολο μόνο και γίνεται κοινωνία ζωής.
Και εκεί κρίνεται τελικά αν εορτάσαμε αληθινά: όχι από το τι παραλάβαμε εξωτερικά, αλλά από το αν γίναμε εσωτερικά κοινωνοί του φωτός «ὃ οὐδεὶς σβέννυσιν».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιό σας