8 Καὶ ἤκουσαν τὴν φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινόν, καὶ ἐκρύβησαν ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἀπὸ προσώπου Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἐν μέσῳ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου.
9 καὶ ἐκάλεσε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν Ἀδὰμ καὶ εἶπεν αὐτῷ· «Ἀδὰμ, ποῦ εἶ;»
10 καὶ εἶπεν αὐτῷ· «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην».
11 καὶ εἶπεν αὐτῷ· «Τίς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μὴ φαγεῖν, ἀπ' αὐτοῦ ἔφαγες;»
12 καὶ εἶπεν ὁ Ἀδάμ· «Ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ' ἐμοῦ, αὕτη μοί ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον».
13 καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῇ γυναικί· «Τί τοῦτο ἐποίησας;» καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ· «Ὁ ὄφις ἠπάτησέ με, καὶ ἔφαγον».
Μετάφραση στη Νεοελληνική
8 Άκουσαν τότε τη φωνή του Κυρίου Θεού που περπατούσε στον παράδεισο το δειλινό, και κρύφτηκαν ο Αδάμ και η γυναίκα του από τον Κύριο Θεό ανάμεσα στα δέντρα του παραδείσου.
Μετάφραση στη Νεοελληνική
8 Άκουσαν τότε τη φωνή του Κυρίου Θεού που περπατούσε στον παράδεισο το δειλινό, και κρύφτηκαν ο Αδάμ και η γυναίκα του από τον Κύριο Θεό ανάμεσα στα δέντρα του παραδείσου.
9 Και φώναξε ο Κύριος Θεός τον Αδάμ και του είπε: «Αδάμ, πού είσαι;»
10 Κι εκείνος απάντησε: «Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός, και κρύφτηκα».
11 Τότε ο Θεός είπε: «Ποιος σου φανέρωσε ότι είσαι γυμνός; Μήπως έφαγες από το δέντρο από το οποίο σε είχα διατάξει να μη φας;»
12 Κι ο Αδάμ είπε: «Η γυναίκα που μου έδωσες για σύντροφο, αυτή μου έδωσε από το δέντρο και έφαγα».
13 Και είπε ο Κύριος Θεός στη γυναίκα: «Τι είναι αυτό που έκανες;» Κι η γυναίκα απάντησε: «Ο όφις με εξαπάτησε και έφαγα».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιό σας