Ένας μικρός βοσκός πήγαινε κάθε μέρα τα πρόβατα του στο βουνό για να βοσκήσουν. Γράμματα δεν ήξερε, αφού δεν είχε πάει ποτέ σχολείο, ήξερε όμως και έπαιζε όλη μέρα τη φλογέρα του. Όταν έγινε πια 13 χρονών, όταν ενηλικιώθηκε δηλαδή, ο πατέρας του τον πήρε μαζί του στην πόλη, την ημέρα του Γιομ Κιπούρ, στη συναγωγή του μεγάλου δάσκαλου και ραβίνου, Μπάαλ Σεμ Τοβ. Ο μικρός βοσκός φεύγοντας από το σπίτι, έριξε μέσα στην τσέπη του και τη φλογέρα του γιατί αυτή ήταν που του κρατούσε πάντα συντροφιά και με αυτή μπορούσε να εκφράσει όσα είχε μέσα στην καρδούλα του. Τη μέρα του Γιομ Κιπούρ οι Εβραίοι δεν τρώνε και δεν πίνουν τίποτα αλλά και δεν ασχολούνται με τίποτε άλλο παρά μόνο πηγαίνουν στη συναγωγή και προσεύχονται για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους.
Καθόταν ο μικρός βοσκός μαζί με τον πατέρα του στη συναγωγή, άκουγε τους ψαλμούς και τις προσευχές που έλεγαν όλοι γύρω του, αλλά ο ίδιος δεν μπορούσε να συμμετάσχει αφού δεν ήξερε να διαβάζει. Στη μεσημεριανή προσευχή είπε στον πατέρα του: «Έχω μαζί μου τη φλογέρα μου και θέλω πολύ να παίξω μια μελωδία με αυτήν». Τρόμαξε ο πατέρας του και του είπε: «Πρόσεξε καλά κακομοίρη μου μην τυχόν και κάνεις κάτι τέτοιο, εδώ μέσα στη συναγωγή τέτοια ιερή μέρα». Στην απογευματινή προσευχή ξαναείπε ο μικρός στον πατέρα του: «Πατέρα μου, άσε με να παίξω μια μελωδία με τη φλογέρα μου». Εκείνος εκνευρισμένος τον απείλησε ότι διακινδυνεύει την ψυχή του αν συνεχίσει έτσι. Όταν τελείωσε η απογευματινή προσευχή ο μικρός βοσκός είπε στον πατέρα του: «Ό,τι και να γίνει, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ πατέρα, άσε με να παίξω λίγο τη φλογέρα μου». Τότε ο πατέρας κράτησε το χέρι του γιου του μη τυχόν και βγάλει την φλογέρα από την τσέπη του και παίξει εκεί μπροστά σε όλους. Αυτό θα ήταν μεγάλη ντροπή και σοβαρή παραβίαση των νόμων της ημέρας.
Στη μέση όμως της τελικής προσευχής, λίγο πριν κλείσουν οι πύλες του ουρανού, στο αποκορύφωμα της κατάνυξης όλων των πιστών, ο μικρός βοσκός κατάφερε να ελευθερώσει το χέρι του από τη λαβή του πατέρα του, έπιασε τη φλογέρα του και φέρνοντας την στο στόμα του, έβγαλε έναν ήχο τόσο δυνατό όση και η ένταση της προσευχής που γέμιζε την καρδιά του.
Ταράχτηκαν όλοι αλλά όχι ο μεγάλος δάσκαλος, Μπάαλ Σεμ Τοβ. Αυτός, συντομεύοντας την προσευχή και καλώντας το αγόρι να σταθεί κοντά του, είπε στους πιστούς: «Αυτό το αγόρι, με τον ήχο της φλογέρας του εξύψωσε τις προσευχές όλων μας και με τον τρόπο του τις διευκόλυνε να φτάσουν στα ουράνια.Αυτό το αγόρι που δεν ξέρει να διαβάζει καμία προσευχή, μας άκουγε όλη μέρα να προσευχόμαστε και μια ιερή σπίθα άναψε μέσα του. Η λαχτάρα του ήταν τόσο μεγάλη που σχεδόν του έτρωγε την ψυχή. Μ’ αυτήν του την λαχτάρα έπαιξε τη φλογέρα του, μόνο για τον Θεό, ευλογημένο τ΄ όνομα Του. Κι ο Θεός δέχθηκε αυτήν του την ανάσα κι έτσι, μαζί με την δική του ξεχωριστή και ιδιαίτερη προσευχή, μπόρεσαν και οι δικές μας προσευχές να φτάσουν στον Θεό.
Διασκευή από το Σέφερ Χασιντίμ, 12ος-13ος αι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιό σας