Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025

Το τέρας μέσα μας, το πείραμα του Μίλγκραμ

 
Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.

Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.
Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.

Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.
Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.

Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο... Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.

Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%... Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!
Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος».  Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές».  Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»
Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.

Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που σου δίνει το χαλασμένο ψάρι και σε διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο (μιλώ εξ’ ιδίας πείρας, ως αγοραστής) δε σε μισεί, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθεις και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθάει εντολές.  Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής –αν και πολλοί θα διαφωνήσουν στο συγκεκριμένο παράδειγμα. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.

Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα.  Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.
Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.
Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.
(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009)
  Πηγή: sanejoker.blogspot.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Ηθική: θέμα σχετικότητας;


Τι είναι το καλό και τι το κακό; Ποια είναι τα όρια μεταξύ μιας ηθικής πράξης και μιας ανήθικης; Πως μπορούμε να “μετρήσουμε” ή και να “αυξήσουμε” την ηθικότητα μιας πράξης; Αυτά και παρόμοια ερωτήματα απασχολούν τους φιλοσόφους εδώ και αιώνες. Μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας έχουν προσπαθήσει να διερευνήσουν με τον δικό τους τρόπο ένα καθαρά ανθρώπινο χαρακτηριστικό: την ηθικότητα. Οι Καντ, Καρτέσιος, Αριστοτέλης, Πλάτωνας και Νίτσε είναι μόνο μερικά ενδεικτικά μεγάλα ονόματα φιλοσόφων που ο καθένας έδωσε τις δικές του απαντήσεις στο ερώτημα του τι είναι ηθικό και τι όχι.
Όπως ήταν φυσικό, ένα τόσο μεγάλο και πανανθρώπινο θέμα απασχολεί και την επιστήμη της ψυχολογίας, από πολλές διαφορετικές σκοπιές. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι, ίσως με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον Δρ. Ζιμπάρντο, ενδιαφέρονται να δουν πως οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν να αλλάξουν τις συμπεριφορές των ανθρώπων κάνοντας τους περισσότερο ή λιγότερο ηθικούς. Τελικά αυτοί που προβαίνουν σε αποτρόπαιες πράξεις βίας, όπως δολοφονίες, βιασμούς, γενοκτονίες και βασανισμούς ανθρώπων είναι πράγματι λίγοι και αποτελούν τρανταχτές περιπτώσεις ατόμων με σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα (ή και “κόμπλεξ”, όπως λέμε στην καθομιλουμένη), όπως πιστεύουν οι περισσότεροι; Ή μήπως ο καθένας από εμάς είναι σε θέση να βγάλει από μέσα του έναν μικρό ή μεγάλο “δαίμονα”, έτοιμο να διαπράξει το κακό όταν βρεθεί στις κατάλληλες συνθήκες;

Ο Δρ. Ζιμπάρντο στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο “Το φαινόμενο του Λούσιφερ: Πως καλοί άνθρωποι γίνονται κακοί” (Lucifer’s Effect: How Good People Turn Evil), υποστηρίζει πως όλα είναι σχετικά. Δεν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια μεταξυ καλού και κακού, αλλά αντίθετα η ηθικότητα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας. Εάν είμαστε μέλη ενός συνόλου που βρίσκεται σε σύγκρουση με μια δαιμονοποιημένη εξω-ομάδα (Εμείς VS οι Άλλοι) τότε είναι πολύ πιο εύκολο να διαπράξουμε αποτρόπαιες πράξεις εναντίον των αντιπάλων όταν λειτουργούμε ως σύνολο. Η ευθύνη της πράξης δεν είναι προσωπική, αλλά αντίθετα “μοιράζεται” στα μέλη της ομάδας ή -πολύ συχνότερα- χρεώνεται σε έναν απώτερο, πάντοτε “καλό”, σκοπό και επομένως εξανεμίζεται[1] .
Έρευνες όπως το πασίγνωστο πείραμα της φυλακής του Στανφορντ ή το πείραμα του Μίλγκραμ έδειξαν πως η ανθρώπινη ηθικότητα είναι αρκετά εύπλαστη. Αν βρεθούμε σε ένα βίαιο περιβάλλον ή κάποιος τον οποίο θεωρούμε ανώτερό αναλάβει την ευθύνη των (ανήθικων) πράξεών υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να γίνουμε και εμείς βίαιοι και σαδιστές, αντίθετα πάντα με τις ηθικές αξίες που πιστεύουμε πως έχουμε. Αυτά τα συμπεράσματα φαίνονται πως επαληθεύονται και με εγχώριες έρευνες, όπως αυτή της Δρ. Χαρίτου-Φατούρου[2] , η οποία μέσω συνεντεύξεων των βασανιστών της χούντας (ΕΑΜ-ΕΣΑ) διαπίστωσε πως το περιβάλλον παίζει καταλυτικό ρόλο στη “δημιουργία” ατόμων έτοιμα να βασανίσουν τον οποιοδήποτε με μια και μόνη διαταγή.
Οι φιλόσοφοι και οι ψυχολόγοι που ασχολούνται με το αίσθημα της ηθικής στις έρευνές τους συχνά χρησιμοποιούν κάποια παραδείγματα στα οποία το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με ένα ηθικό δίλημμα και πρέπει να πάρει μια απόφαση η οποία έχει μια ηθική και μια ανήθικη πλευρά. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στην ερμηνεία που δίνουν τα άτομα στην επιλογή τους. Ένα πολύ κλασσικό παράδειγμα του οποίου παραλλαγές χρησιμοποιούνται συνέχεια είναι το ακόλουθο. Έστω πως ένα τραίνο γεμάτο με 8 ανθρώπους κατευθύνεται προς τον γκρεμό. Εσείς είστε σε ένα σταυροδρόμι και μπορείτε να αλλάξετε τροχιά στο τραίνο στέλνοντάς το προς μια άλλη κατεύθυνση -σώζοντας έτσι τη ζωή των 8 επιβατών- στην οποία όμως βρίσκονται άλλα 2 άτομα τα οποία και θα σκοτωθούν σε περίπτωση που το τραίνο περάσει από πάνω τους. Τι κάνετε; Αφήνετε το τραίνο να πέσει στον γκρεμό ή επεμβαίνετε και σώζετε τα 8 άτομα θυσιάζοντας τα 2;
Το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού θα απαντούσε πως θα έσωζε τα 8 άτομα θυσιάζοντας τα άλλα δύο, με γνώμονα το γενικό καλό που θα έκαναν. Όταν όμως οι αριθμοί αλλάζουν, αλλάζουν και οι απαντήσεις. Όσο περισσότερα άτομα θυσιάζονται τόσο μεγαλύτερος αριθμός ατόμων πρέπει να σώζεται[3] . Όταν οι αριθμοί είναι οριακοί (4 άτομα θυσιάζονται, 5 σώζονται) τόσο πιο άβολα νιώθουμε με την επιλογή μας. (βλέπε σχετικό άρθρο στο blog μας Θα σκοτώνατε έναν άνθρωπο για να σώσετε πέντε ;)

Μήπως όμως η ηθικότητα δεν είναι απλά θέμα αριθμών, αλλά θέμα ερμηνείας; Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα ηθικού προβλήματος που κάνει εμφανές αυτό το ζήτημα.
Ένας επιχειρηματίας καλείται να πάρει μια απόφαση σχετικά με το εάν θα επεκτείνει την επιχείρησή του. Οι σύμβουλοί του του λένε πως εάν επεκτείνει την επιχείρησή του θα κάνει μεγάλο κακό στο περιβάλλον και θα εξαντλήσει όλους τους φυσικούς πόρους της περιοχής. Αυτός όμως απαντάει πως η πρώτη του προτεραιότητα είναι να αυξήσει το κέρδος του, οπότε δεν τον νοιάζει εάν θα καταστραφεί ή όχι το φυσικό περιβάλλον. Τελικά επεκτείνεται η επιχείρηση και πράγματι το περιβάλλον καταστρέφεται.
Πως κρίνετε την απόφαση του επιχειρηματία, βάσει της επίπτωσής της στο περιβάλλον; Ηθική ή όχι; Οι περισσότεροι απαντάνε πως η τελική απόφασή του είναι μάλλον ανήθικη καθώς ήξερε το κακό που θα κάνει στο περιβάλλον και παρόλα αυτά επέκτεινε την επιχείρησή του.
Ας δούμε τώρα το ίδιο πρόβλημα ελαφρώς διαφοροποιημένο (οι διαφορές είναι υπογραμμισμένες).
Ένας επιχειρηματίας καλείται να πάρει μια απόφαση σχετικά με το εάν θα επεκτείνει την επιχείρησή του. Οι  σύμβουλοί του του λένε πως εάν επεκτείνει την επιχείρησή του θα κάνει επίσης πολύ καλό στο περιβάλλον μιας και θα προστατεύσει την περιοχή και θα εμπλουτίσει τους φυσικούς πόρους της. Αυτός όμως απαντάει πως η πρώτη του προτεραιότητα είναι να αυξήσει το κέρδος του, οπότε δεν τον νοιάζει εάν θα καταστραφεί ή όχι το φυσικό περιβάλλον. Τελικά επεκτείνεται η επιχείρηση και πράγματι το περιβάλλον προστατεύεται και εμπλουτίζεται.
Πως κρίνετε τώρα την απόφαση του επιχειρηματία, βάσει της επίπτωσης που είχε στο περιβάλλον; Ηθική ή όχι; Οι μόνες διαφορές στις δύο ιστορίες είναι πως το τελικό αποτέλεσμα είναι θετικό στη μία και αρνητικό στην άλλη. Κάποιος θα περίμενε πως μιας και στην πρώτη ιστορία η απόφαση του επιχειρηματία κρίθηκε ως ανήθικη, στην δεύτερη θα έχει κριθεί ως ηθική. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει, καθώς και πάλι οι περισσότεροι απαντάνε πως η πράξη του είναι ανήθικη γιατί σκοπός του δεν είναι να σώσει το περιβάλλον, αλλά να αυξήσει το κέρδος του. Η ερμηνεία των χαρακτήρων που γίνεται στις δύο ιστορίες είναι διαφορετική, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή των κριτηρίων βάσει των οποίων κρίνεται η ηθικότητα μιας πράξης.
Είναι γνωστό πως διαφοροποιώντας ελαφρώς τη διατύπωση μιας ερώτησης ή την περιγραφή ενός γεγονότος, μπορεί να αλλάξει και η τελική ερμηνεία τους, με αποτέλεσμα ανάπτυξη διαφορετικών συμπεριφορών. Παρόμοια αποτελέσματα μπορεί να έχει και η διατύπωση ενός ηθικού διλήμματος η οποία μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει μια τάση προς την μια ή την άλλη πλευρά. Αυτού του είδους οι διαπιστώσεις είναι γνωστές και στους πολιτικούς οι οποίοι, παίζοντας με τις λέξεις, προσπαθούν να πείσουν υπέρ της αναγκαιότητας και -κυρίως- της ηθικότητας των αποφασεών τους.

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως η ηθική εν τέλει φαίνεται πως είναι ένα πολύ σχετικό θέμα. Εξαρτάται από την διατύπωση του ηθικού ζητήματος, τις προδιαθέσεις μας, τις κοινωνικές συνθήκες αλλά και το αναμενόμενο τελικό αποτέλεσμα. Βλέπουμε πως το καλό και το κακό δεν έχουν ξεκάθαρα όρια. Μια πράξη που σε μια δεδομένη στιγμή μας φαίνεται απολύτως ηθική και δικαιολογημένη, μπορεί στο επόμενο λεπτό να είναι εντελώς ανήθικη. Στις δύσκολες εποχές που ζούμε οι οποίες αποτελούν πρόσφορο έδαφος για κάθε είδους εχθρικά συναισθήματα απέναντι σε συνανθρώπους μας (πολυεπίπεδος ρατσισμός, ανταγωνιστικότητα, μεταναστευτικά ζητήματα, οικονομική ανέχεια κ.α.) πρέπει να έχουμε όλα αυτά στο νου μας όταν καλούμαστε να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις, κυρίως όταν βάσει αυτών διακυβέβεται η ζωή τρίτων.
Αρθρογράφος: Dimitris Agorastos
Πηγή: http://psychologein.sciblogs.net/2010/01/06/ethics/
Περισσότερες Πληροφορίες
  1. Zimbardo, P. (2009). “The Lucifer Effect: How Good People Turn Evil”. Random House Group: London. []
  2. Χαρίτου-Φατούρου, Μ. (2003). “Ο Βασανιστής ως Όργανο της Κρατικής Εξουσίας: Ψυχολογικές Καταβολές”. Ελληνικά Γράμματα: Αθήνα. []
  3. Medical News Today: “Moral Dilemma Scenarios Prone to Biases” []
 by Antikleidi , http://antikleidi.com

Δύο διλήμματα

ΠΡΩΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ :

O διάσημος Ελβετός γλύπτης Giacometti είχε κάποτε θέσει ένα πρόβλημα που έμεινε ιστορικό: Σε ένα σπίτι που καίγεται, υπάρχουν δύο πράγματα: Ένας σπουδαίος πίνακας του Rembrandt και μία γάτα. Έχεις μόνο μία ευκαιρία, πριν καταρρεύσει το σπίτι, να σώσεις ΕΝΑ από τα δύο.

Εγώ (είπε ο Giacometti) θα έσωζα την γάτα.
Εσείς ποιο από τα δύο θα σώζατε - και γιατί;
___
ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΛΗΜΜΑ:
Ένα παράξενο και αποτρόπαιο παιχνίδι σας δίνει την εξής δυνατότητα:  πατώντας ένα κουμπί, αποκτάτε αμέσως δέκα εκατομμύρια ευρώ (αφορολόγητα και χωρίς πόθεν έσχες).Την ίδια στιγμή όμως το πάτημα του κουμπιού σκοτώνει ένα Κινέζο στην Κίνα. Έναν ανώνυμο, από το ενάμισι δις. Η πράξη σας θα μείνει κρυφή και ατιμώρητη. Ούτε ο Κινέζος θα μάθει τι τον βρήκε, ούτε οι αρχές.
Θα το πατούσατε;



Ηθική αρετή και πολιτική πράξη


Η ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ:
 Η ΣΧΕΣΗ ΗΘΙΚΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ


(Ηθικά Νικομάχεια, Βιβλίο Β')
 
Ηλιας ΒΑβουρας

Υπ. Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Δημητρης Κυριτςης

Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.


 «Καί μεγίστη γέ, ἦν δ’ ἐγώ, πεῖρα διαλεκτικῆς φύσεως καί μή· ὁ μέν γάρ συνοπτικός διαλεκτικός, ὁ δέ μή οὔ»

                                                                                                                     (Πλάτωνος Πολιτεία. 537c-d).

«Και ασφαλώς, είπα εγώ. αυτή η μάθηση αποτελεί και το πιο ση­μαντικό κριτήριο για το ποια φύση είναι διαλεκτική και ποια δεν εί­ναι· αυτός δηλαδή που είναι σε θέση να τα διακρίνει όλα με μιας εί­ναι και γνώστης της διαλεκτικής τέχνης, όποιος δεν είναι όχι».

 Εισαγωγή

 Ο Πλάτων τοποθετεί τη διαλεκτική τέχνη στην ύψιστη βαθμίδα της γνώσης και την αξιολογεί ως κορωνίδα των επιστημών, το πολυτιμότερο δώρο της «Μούσας» στη φιλοσοφική ανθρώπινη φύση. χαρακτηρίζοντας τον κάτοχο της διαλεκτικής τέχνης ως εκλεκτό φίλο και συγγενή της αλήθειας, ικανότατη διάνοια προικισμένη με μεγαλοπρέπεια και με τη δυνατότητα να εποπτεύει όλο το φάσμα του χρόνου και της ουσίας των νοητών (όντως) όντων. Έτσι, η διαλεκτική αποτελεί το μέγιστο μάθημα για την ανέλιξη στην ηγεμονεύουσα τάξη των φιλοσοφούντων νοών και η γνώση της προϋποθέτει μια μακρά και επίπονη εκπαιδευτική διαδικασία-αξιολόγηση σε αυστηρά επιλεγμένα μαθήματα, υπό τις επιταγές που διαβιβάζουν οι νόμοι της ανθρώπινης φύσης (τάξις και κόσμος): Το πλατωνικό εκπαιδευτικό σύστημα συνίσταται σε ένα εγχείρημα εξέλιξης της ανθρώπινης φύσης μέσω επιστημονικά θεμελιωμένης αγωγής που θέτει ως τελεολογικό της στόχο την τελείωση του λόγου, της διάνοιας. Η εξέλιξη των δυνατοτήτων του ανθρώπινου λόγου κορυφώνεται με τη διαλεκτική, κύριο γνώρισμα της οποίας, στην πλατωνική της διάσταση, είναι η συνοπτικότητα: αυτός δηλαδή που είναι σε θέση να τα διακρίνει όλα με μιας είναι και γνώστης της διαλεκτικής τέχνης (συνοπτικός = διαλεκτικός) (Πλάτωνος, Πολιτεία. 537cd).

Ο Αριστοτέλης, από τη φοίτησή του κιόλας στην πλατωνική Ακαδημία, διακρινόταν για την οξύνοια αλλά και την ικανότητά του να διατρέχει στο­χαστικά τα παλαιότερα φιλοσοφικά δόγματα και να τα τακτοποιεί συστη­ματικά ανάλογα με την ποιότητα και τις θέσεις τους,  λειτουργία που πα­ραπέμπει στον γνωστό από την ιστορία της φιλοσοφίας αναξαγόρειο Νου («πάντα χρήματα ἦν ὁμοῦ εἶτα νοῦς ἐλθών αὐτά διεκόσμησεν»). Αν και νε­ανίας ακόμη, κατείχε τη θαυμαστή ιδιότητα της ενόρασης των φιλοσοφικών γραφών και εξαγωγής συμπερασματικών περί αυτών θέσεων με θεωρητική ενάργεια. Διακρινόταν από «συνοπτική» δεινότητα και επιφύλασσε για τον εαυτό του τον, κατά τον πλατωνικό ορισμό, τίτλο του κατόχου της διαλε­κτικής τέχνης. Παράλληλα εγκαινίασε έναν νέο τύπο διαλεκτικής μεθόδου, που έχει σφραγίσει την ερευνητική διαδικασία μέχρι σήμερα, τη διαλεκτική με τα κείμενα του παρελθόντος και τις θεωρίες που αυτά εμπερικλείουν. Διαλογίζεται δηλαδή διαλεκτικά, έχοντας ως αφετηρία όχι τις αρχές εκείνες που είναι αποδεδειγμένα αληθείς, αλλά τις απόψεις είτε των «πολλών» είτε των «σοφών» και. ειδικότερα, τις απόψεις της πλατωνικής σχολής.

Το δεύτερο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων του Αριστοτέλη είναι αφιερωμένο στην ηθική αρετή. Έχει προηγηθεί η συμπερασματική κατά­ληξη του πρώτου βιβλίου που συνοψίζεται στην πρόταση «ο άνθρωπος μόνο με την αρετή μπορεί να κερδίσει την ευδαιμονία του». Έπεται ο ορισμός της αρετής στο δεύτερο βιβλίο (Β6, 14-16, 1107a) που εμφιλοχωρεί και διαθλάται σε κάθε ηθικοπολιτική πρόταση του αριστοτελικού φιλοσοφείν: «ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετή ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρός ἡμᾶς, ὡρισμένη λόγῳ καί ᾦ ἄν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν. μεσότης δέ δύο κακιῶν, τῆς μέν καθ ὑπερβολήν της δέ κατ’ ἔλλειψιν»· [«η αρετή είναι (έξη) μόνιμη ιδιότητα της ψυχής που το άτομο επιλέγει με τη δική του θέληση, βρίσκεται στο σε «σε σχέση με εμάς» μέσο, το οποίο μέσο καθορίζεται από τον ορθό λόγο και, μάλιστα, για να το θέσω ακριβέστε­ρα, από τον ορθό λόγο φορέας του οποίου είναι ο φρόνιμος άνθρωπος. Είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακών ακροτήτων, από τις οποίες η μία είναι υπερβολή και η άλλη έλλειψη»].

Οι τέσσερις παράμετροι της ορθής διαπαιδαγώγησης του ατόμου-πολίτη

     Διαμέσου αυτών τον δύο παραπάνω φιλοσοφικών ετυμηγοριών ανα­πτύσσεται με συνοπτική ενδελέχεια ο κεντρικός άξονας του αριστοτελι­κού εκπαιδευτικού προγράμματος δομημένος από τέσσερις κατευθυντή­ριες διατυπώσεις.

 Έθος

 «οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρά φύσιν ἐγγίγνονται αἱ άρεταί. ἀλλά πεφυκόσι μέν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς. τελειουμένοις δέ διά τού έθους» ( Β 1. 1103a 25).

 «Οι αρετές επομένως δεν υπάρχουν μέσα μας από τη φύση,ούτε όμως είναι αντίθετο με τη φύση μας να γεννηθούν μέσα μας. αλλά αν και η φυση μας εκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τελειοποιούμαστε ως ανθρώπινα όντα με τη διαδικασία του εθισμού σ' αυτές».

 Η ηθική αρετή είναι απόρροια του έθους, της συνήθειας. Κατά πα­ρεμφερή τρόπο με την ετυμολογική προέλευση της λέξης ήθος από τη λέξη έθος. Η πορεία προς ηθικοποίηση του ανθρώπου πραγματοποιείται διαμέσου του έθους, το οποίο εμπεριέχει την επιβολή, από τον άνθρω­πο στον εαυτό του ή από κάποιον εξωτερικό ρυθμιστή, της συνήθειας να εκτελεί συνεχώς και ομοιότροπα ορισμένου τύπου πράξεις. Διαπιστώνε­ται ότι η αριστοτελική ηθική πρόταση εξαρχής δεν αναλώνεται σε θεωρητικού μόνο τύπου υποδείξεις αλλά αποκτά εμπειρική υπόσταση διαμέσου της εμπράγματης εφαρμογής της.

Απόρροια της ηθικής διαδικασίας που στοχεύει στην ενάρετη έξη είναι η συμπερασματική θέση ότι ηθική αρετή δεν αποτελεί φυσικό γνώρισμα του ανθρώπου, η ανθρώπινη φύση δεν εμπεριέχει την ηθική πραγμάτωση. Η ηθική δεν αποτελεί έμφυτη ιδιότητα για τα ανθρώπινα όντα με τον ίδιο τρόπο που η σκληρότητα και η βαρύτητα (η έλξη της από τη γη) είναι φυ­σικό και αναλλοίωτο γνώρισμα της πέτρας: η ηθική αρετή αποτελεί επί­κτητο διά τού έθους αποκτώμενο χαρακτηριστικό του ανθρώπου και ως επίκτητη ιδιότητα είναι εντελώς ξένη με τα φύσει γνωρίσματα των όντων. Αν και η ηθική αρετή δεν εγγράφεται ως φυσική ιδιότητα του ανθρώ­που. η ανθρώπινη φύση επιδέχεται την ηθική διαμόρφωση. Η φύση δεν αντιτίθεται στη συνήθεια, αλλά αποτελεί την υποδοχή για την ανάπτυ­ξη της ηθικής δραστηριότητας. Η ορθή κατά φύσιν ηθική δραστηριότη­τα τελειοποιεί τις φυσικές δυνατότητες του ανθρώπου, η τελείωση του ανθρώπου ως όντος προϋποθέτει την ηθική εξάσκησή του. Κάθε έμφυτη (δυνάμει) ικανότητα του ανθρώπου είναι απαραίτητο να αναπτύσσεται έμπρακτα μέσω της συνήθειας ώστε να αποτελέσει αρετή (ενεργεία).



2          Χρονική διάρκεια

 «διό δεῖ ἦχθαί πως εὐθύς ἐκ νέων, ὡς ὁ Πλάτων φησίν»

(Β3. 1104b. 10-15. Πρβλ. Πλάτίονος. Νόμοι. 653).

 «αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει, όπως σημειώνει και ο Πλάτων, να λαμβάνει κανείς από τη νεαρή ηλικία αυτού του εί­δους την αγωγή».

 Σε άμεση διαλεκτική συνάφεια με τις εκπαιδευτικές νόρμες του διδα­σκάλου του, ο Αριστοτέλης καθορίζει με νοητική διαύγεια και διεισδυτικό­τητα μια σημαντική παράμετρο της ηθικής διαπαιδαγώγησης, τη χρονική διάρκεια του εθισμού σε ηθικές πράξεις. Η ομοιότροπη επανάληψη ενερ­γειών που αποβλέπουν στην ηθικοποίηση του ατόμου εξαρτάται άμεσα από τη συχνότητά της. Η συχνότητα όμως ως φυσικός όρος είναι εγγενώς συνυφασμένη με τον χρόνο. Η συχνότερη επανάληψη μιας ενέργειας απαι­τεί μεγαλύτερη διάρκεια χρόνου. Όσο περισσότερες ομοιότροπες ενέργει­ες διαπράξει κάποιος εν είδει εξάσκησης στην ηθική αρετή τόσο περισσό­τερες πιθανότητες έχει να αποβεί ενάρετος σε σχέση με άλλους που επανέλαβαν τις ίδιες ενέργειες λιγότερες φορές. Απόληξη του εν λόγω συλλογισμού είναι ότι, όσο νωρίτερα κατά τον ρου του βίου του εκκινήσει κά­ποιος τον εθισμό του στην ηθική αρετή, μέσω της έκθεσής του σε κατάλλη­λα διαμορφωμένα εμπειρικά δεδομένα, τόσο μεγαλύτερες πρέπει να είναι οι προσδοκίες του σε έναν ορίζοντα ηθικο-πολιτικής επίτευξης.

Η ευαίσθητη και πλήρως επιδεκτική σε κανονιστικές νόρμες παιδική- νεανική ηλικία προσφέρει το πεδίο μιας εκ προοιμίου ηθικής διαμόρφω­σης, η οποία μάλιστα πραγματοποιείται στη στέρεη βάση της εμπέδωσης των διδακτικών-αρεταϊκών κανόνων που χαρακτηρίζει την εναρκτική πε­ρίοδο της ανθρώπινης ζωής.

Ο Αριστοτέλης ρητά εδώ προτείνει με επιστημονική προγνωστικότητα ένα σχέδιο αγωγής του ανθρώπου-πολίτη. Το σχέδιο αυτό εστι­άζει την επιτευξιμότητά του στην όσο το δυνατόν πιο πρώιμη εκ μέρους της κανονιστικής αρχής ανάληψη της καθοδήγησης-εκπαίδευσης των αν­θρώπων που απαρτίζουν τη φύσει άριστη συλλογική κοινότητα, την πόλη. Επιπλέον, με τη διαπίστωση αυτή καταδικάζονται οποιεσδήποτε μοιρο­λατρικές εξηγήσεις στο πεδίο του πολιτικού. Η πολιτεία οδηγείται στη διαφθορά, οι θεσμοί παραπαίουν και δεν έχουν καμία προοπτική βελτι­ωτικής πολιτικής, ακριβώς επειδή ο σχεδιασμός των θεσμών ως διαπαιδαγωγικών εργαλείων λανθάνει εξαρχής ή εφαρμόζεται καθυστερημένα στην πορεία ανάπτυξης της πολιτικής κοινότητας. Αν η καιρικότητα της κατάλληλης στιγμής (όσο το δυνατόν νωρίτερα στην πορεία της ανθρώπινης ανάπτυξης) όσον αφορά στη μετάδοση από την κανονιστική αρχή (πολιτεία ή διδάσκαλος) και εμπέδωση των κανόνων αγωγής που οδη­γούν στην ενάρετη έξη (σταθερή διάθεση της ψυχής) παρέλθει, τότε το παιχνίδι ή ορθότερα ο αγώνας με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου της αρετής- χάνεται οριστικά και η ευδαιμονία ως ατομική ή συλλογική στόχευση απολλύει κάθε δυνητική προοπτική επίτευξης.



2         Η επιστήμη του «ορθού μέτρου»: η διαλεκτική σχέση με τον Πλάτωνα

 «ὥστε χαίρειν τέ καί λυπεῖσθαι οἶς δεῖ»

(Β3, 1104b, 10-15.Πρβλ. Πλάτωνος, Νόμοι. 653).

«που θα τον κάνει να ευχαριστείται και να δυσαρεστείται με αυτά που πρέπει».

 Εισερχόμαστε πλέον σε πρακτικότερες και μεθοδικότερες εκφάνσεις της αριστοτελικής εκπαιδευτικής πρότασης, στην επισκόπηση της ουσίας της αγωγής. Με αφόρμηση τους Νόμους (653a-e). το ύστατο πλατωνικό έργο, ο Αριστοτέλης διατυπώνει τον θεμελιακό κανόνα της αγωγής που διασφαλίζει τη νομοτελειακή πρόοδο προς την ευδαιμονία. Η ευδαιμονία είναι από τη φύση της κάτι ευχάριστο και μάλιστα ταυτίζεται με τη μεγίστη δυνατή ευχαρίστηση συνάδοντας εγγενώς με την ορθότητα, συμπερασματική θέση που επικυρώνεται και από το πρώτο συνθετικό ης λέξης ευδαιμονία (το «εύ» στην ελληνική γλώσσα δηλώνει το ευχάριστο και κατ’ επέκταση το ορθό. Διαχωρίζεται όμως από το «ήδύ» που ταυτίζεται κατεξοχήν με την ηδονή, την ευχαρίστηση όχι όμως και με την ορθότητα). Αν λάβουμε υπόψη μας την καταληκτική απόφανση του πρώτου βιβλίου «ο άνθρωπος μόνο με την αρετή μπορεί να κερδίσει, την ευδαιμονία του», τεκμαίρουμε ότι το κατ' άρετην ζην ταυτίζεται με το εύδαιμόνως ζην και συνεκδοχικά με το εύ ζην (πρβλ. Ηβικά Νικομάχεια L8. 1098b. 21). Η ευδαιμονία ταυτίζεται εγγενώς με την κατοχή της αρετής και σαφώς με την καλή, την ευχάριστη ζωή, την ευζωία. Η αρετή επίσης ως εθισμός σε επανάληψη ομοιότροπων ορθά καθορισμένων ενεργειών αποτελεί εΰπραξία (εύ πράττειν). Το τρίπτυχο κατ’ άρετην ζην - εύδαιμόνως ζην - εύ ζην αποτελεί κατά επιστημονικά θεμελιωμένο και φύσει αναπόδραστο τρόπο τον τελικό σκοπό του ανθρώπου και των κοινωνιών που επίσης κατά φυσική αναγκαιότητα, αυτός συγκροτεί.

Η τελείωση όμως του ανθρώπου ή της πόλεως δεν αποτελεί αμελητέας δυσκολίας εγχείρημα. Είναι μια εξαιρετικά επίπονη διεργασία που μόνο ελάχιστοι άνθρωποι ή πόλεις μπορούν να επιτύχουν. Η ηδονή, η ευ­αρέστηση που συνοδεύει τη μόνιμη έξη της αρετής και ισοδυναμει με ευδαιμονία και ευζωία, δεν κατακτάται εν μέσω μιας εξασκητικής οδού ευκολίας και ηδυπάθειας. Η κατάκτηση της αρετής προϋποθέτει τη μέγιστη δυνατή δυσκολία για τον δοκιμαζόμενο βιολογικό ή πολιτικό ορ­γανισμό, που πρέπει να βιώσει την οδύνη πολλές φορές προκειμένου να εθιστεί στον ορθό αρεταϊκό τρόπο. Όπως ο αθλητής στερείται των ηδύληπτων τροφών και επιδίδεται καθημερινά σε επίπονη σωματική άσκη­μη με στόχευση τη σκληραγώγησή του, η οποία θα του προσφέρει την περίλαμπρη νίκη στους αγώνες, έτσι και οι ασκούμενοι στους αγώνες της αρετής βιώνουν κατ’επανάληψη το οδυνηρό συναίσθημα της ένδειας της καθημερινής ηδονής για να επιτύχουν τη μόνη επικείμενη ευχαρίστηση. Έλλογη συνέπεια των παραπάνω συλλογισμών είναι ότι το ασκούμε­νο εις αρετήν άτομο ή κοινωνικό σύνολο αρμόζει να ευχαριστείται και να δυσαρεστείται με αυτά που πρέπει για να εθιστεί στις ορθά καθορι­σμένες αρεταΐκές επιταγές.

Ο Πλάτων στους Νόμους (653a-e) είχε συναγάγει με γλαφυρότητα ότι τα πρώτα ερεθίσματα για τον άνθρωπο είναι η ηδονή και η λύπη της παιδικής ηλικίας, και ότι αυστηρά εξαρτώμενη εξ αυτών εμφανίζεται στην ψυχή τους είτε η αρετή είτε η κακία, προοιωνίζοντας τις αριστοτε­λικές εκπαιδευτικές προτάσεις. Η εξάσκηση μάλιστα στη σωστή εκλογή της ηδονής ή της λύπης που αρμόζει να υφίσταται κανείς με απότερο στόχο-τέλος την αρετή συνιστά την ύψιστη φρόνηση που δύναται να κατέχει κάποιος όχι μόνο στη νεανική του ηλικία αλλά και στην ύστατη στιγμή του βίου του, στα βαθιά γηρατειά του. Προτού «ξυπνήσει» ο ορθολογισμός στη νοητική σφαίρα του ατόμου, προτού η λογική εγείρει αξι­ώσεις αρχής επί του θυμοειδούς και του επιθυμητικού μέρους της ψυχής, ο νέος άνθρωπος πρέπει να εθιστεί (και μάλιστα ο πλατωνικός εθισμός στις ορθές κανονιστικές νόρμες της αρετής συμπίπτει απόλυτα με την αριστοτελική έννοια του έθους) στον σωστό τρόπο επιλογής ανάμεσα στην ηδονή και την οδύνη. Αυτές οι ορθά διαμορφωμένες ηδονές και λύπες στις οποίες κανείς από τη νεανική ηλικία επιβάλλεται να εθίζεται, αποτελούν το υλικό της παιδείας. Και όταν σημάνει το εγερτήριο του ορθού λόγου στη νόηση του ανθρώπου και τα αισθήματα περί της ηδονής και της οδύνης συνάδουν με τις επιταγές του ορθολογισμού, τότε μπο­ρούμε να μιλάμε για ορθή-τέλεια διαμόρφωση ενός ανθρώπου- και ένας ορθά διαμορφωμένος άνθρωπος είναι ενας ενάρετος άνθρωπος. Η πλα­τωνική παιδεία αποτελεί συμφωνία, αρμονική συσχέτιση ανάμεσα στον ορθό λόγο και την ορθή πράξη, όπου η έννοια ορθή πράξη ισοδυναμεί με εθισμό στην ορθή εκλογή ανάμεσα στην ηδονή και τη λύπη και πρέπει να λαμβάνει χώρα από την πρώιμη ακόμη ηλικία του ανθρώπου. Η σοφία της επιλογής ανάμεσα στο ορθό και στο εσφαλμένο, η σοφία του ορθού μέτρου αποτελεί επιστήμη και μάλιστα επιστήμη που εμπερικλείει την ηθική τελείωση και την πολιτική πράξη.

Ο άνθρωπος ως βιολογικά υφιστάμενο ον χαρακτηρίζεται από βιοτι­κές αναπόδραστες ανάγκες, δηλαδή ένδεια κάποιου βασικού συντελεστή του βίου (π.χ. νερό). Η ικανοποίηση των ελλείψεων-ᾱναγκών αυτών γεννά το αίσθημα της ευχαρίστησης, δηλαδή την ηδονή ενώ η στέρηση της πλήρωσης-ικανοποίησης της ανάγκης προξενεί τον πόνο. Η μετρητική τέχνη είναι η μόνη αληθής τέχνη που μπορεί να ρυθμίσει και να κατευθύνει σωστά τις ανθρώπινες υποθέσεις και να οδηγήσει στη σωτηρία του βίου, καθώς αποτρέπει μέσω της επιλογής των κατάλληλων ηδονών και πόνων την υπέρβαση του ορθού μέτρου και τη διατάραξη της ψυχι­κής αρμονίας, που επιφέρει αναρχία και ακολασία στην ψυχή. Αποτελεί την ύψιστη επιστήμη (Πλάτωνος, Πρωταγόρας. 377b: «Ἐπεί δέ μετρητική, ἀνάγκη δήπου τέχνη καί ἐπιστήμη»), που προβαίνει σε διεξοδική αι­τιολόγηση των αρχών της, εκμηδενίζει την κίβδηλη δόξα που επιφέρει η φαινομενικότητα και η ρευστότητα του γίγνεσθαι («ή του φαινομένου δύναμις»), διαβιβάζει την ορθή τάξη και αρμονία στην ψυχή που στηρί­ζεται στη γνώση της αληθούς φύσης των όντων και παρέχει τις σωτήριες κατευθυντήριες γραμμές για την ενάρετη τελείωση του βίου (Πλάτωνος, Πρωταγόρας, 356d) οριοθετώντας τον τρόπο που πρέπει να ζει κανείς (Γοργίας, 500c: «όντινα χρή τρόπον ζην»). Η «μετρητική τέχνη» ταυτί­ζεται με την ίδια τη φιλοσοφία. Είναι μια άκρως εξειδικευμένη διαδικα­σία, η οποία προϋποθέτει ακριβή ηθική γνώση και ασφαλώς δε δύναται κάθε χαμηλής στάθμης πνεύμα να προβεί στην ορθή εκλογή της επωφε­λούς ηδονής ή οδύνης: είναι αναγκαία η συνδρομή ειδικού σε κάθε περίπτωση (Πλάτωνος. Γοργίας. 500a). Και ο εξειδικευμένος αυτός γνώστης δεν είναι άλλος από τον φιλόσοφο.

Πλατωνική και αριστοτελική θεώρηση τελούν υπό μέγιστη ενδοσυνάφεια και εποικοδομητική διαλεκτική σχέση. Ο διδάσκαλος αποφαίνεται προεικάζοντας την αριστοτελική αρεταϊκή προοπτική και ο μαθητής επικυρώνει τις πλατωνικές οδηγητικές σημάνσεις περί της κτήσεως της αρετής, άλλοτε συμπληρώνοντάς τις και άλλοτε υποτασσόμενος πλήρως σε αυτές χωρίς ουδεμία παρέκκλιση. Αν ο αριστοτελικός ορισμός της αρετής (Β6. 4-16, 1107a) διατυπωνόταν από τον Πλάτωνα αμέσως μετά το χωρίο που παρουσιάστηκε άνωθεν δεν θα προκαλούσε καμία δυσαρμονική εντύπω­ση στον αναγνώστη και ασφαλώς θα τον είχε εκ προοιμίου ενημερώσει για την ταυτότητα του φρονίμου ανδρός, φορέα του ορθολογισμού και κατόχου της «μετρητικής τέχνης». Ο φρόνιμος άνθρωπος που κατά τον Αριστοτέλη, δύναται γνωσιολογικά και αρμόζει να ορίζει τους κανόνες της αγωγής με ορίζοντα την αρετή και την ευδαιμονία, δηλώνεται εκ στόματος Πλάτωνα ότι είναι ο φιλόσοφος (πρβλ. Πλάτωνος, Πολιτικός. 283b-311c).

2.4 Η σχέση ηθικής αρετής και πολιτικής πράξης: ο θεσπίζων τους αρεταΐκούς κανόνες

 «Μαρτυρεῖ δέ καί τό γινόμενον ἐν ταῖς πόλεσιν: οἱ γάρ νο μοθέται τούς πολίτας ἐθίζοντες ποιοῦσιν ἀγαθούς, καί τό μέν βουλημα παντός νομοθέτου τοῦτ’ ἐστίν, ὅσοι δέ μή εὖ αὐτό ποιοῦσιν ἁμαρτάνουσιν. καί διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθή φαύλης» (Β1. 1103b 1-5).


«Τις διαπιστώσεις μας (για τη διαδικασία απόκτησης της ηθι­κής αρετής) επικυρώνει και αυτό που συμβαίνει στις πόλεις- πραγματικά, οι νομοθέτες κάνουν τους πολίτες ενάρετους με τη διαδικασία του εθισμού σε συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφο­ράς, και σε αυτό το σημείο έγκειται η βούληση κάθε νομοθέτη, και όσοι δεν το κατορθώνουν αυτό με συνέπεια, αποτυγχά­νουν σε αυτό που επιδιώκουν, και σε αυτή την παράμετρο δι­αφέρει το ορθά δομημένο πολιτικό σύστημα από το μη ορθό».

 Απομένει το εύλογο πέρασμα του φιλοσόφου από τη σφαίρα της ηθικής διαμόρφωσης στο πεδίο της πολιτικής πράξης, και τονίζουμε τη λέξη εύλογο διότι, στην αρχαιοελληνική σκέψη και, ιδιαίτερα, στην προαριστοτελική σκέψη, ηθική και πολιτική είναι δυο έννοιες χωρίς διακριτό περιεχόμενο, καθώς η μία εμπλέκεται και αποτελεί προέκταση της άλλης και το αντίστροφο. Πράγματι το πέρασμα αυτό πραγματοποιείται με την αφοπλιστική ρήση του Αριστοτέλη πως η κατεξοχήν πολιτική θέσπιση, η νομοθετική διεργασία και εφαρμογή επικυρώνει το αρεταϊκό εγχεί­ρημα και αποτελεί τον αλάθητο κριτή για την ορθότητα του. Η νομοθεσία αποτελεί αρεταϊκό εγχείρημα, οι νομοθέτες θεσπίζοντας νόμους προσπα­θούν να εναρμονίσουν τις πνευματικές περί της πόλεως συλλήψεις τους με το ήθος και τον χαρακτήρα και κατ' επέκταση τη δράση των πολιτών. Οι νόμοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιστημονικά επί της εμπειρίας διατυπωμένοι κανόνες που άγουν στην ευδαιμονία των πολιτών. Η νο­μοθεσία, όπως και η διαδικασία απόκτησης της αρετής, αποβλέπει στο τρίπτυχο κατ’ άρετην ζην - εύδαιμόνως ζην - εύ ζην. που αποτελεί, όπως έδειξε και η αριστοτελική «ανατομία» της ανθρώπινης φύσης, τον τελικό σκοπό του ανθρώπου. Ο εθισμός στο νομοθετικό πρόγραμμα πραγματώ­νεται με την καθημερινή εφαρμογή των νόμων από τους πολίτες οι οποί­οι, όταν εθίζονται σε ομοιότροπες πράξεις που απορρέουν από τη νομική επιταγή και κάνουν έξη τους (σταθερή διάθεση της ψυχής) το πνεύμα του νόμου, τότε αποβαίνουν πραγματικά λειτουργικοί για την πόλη και περιβάλλονται με το στοιχείο της αρετής. Έπεται ότι όσο πιο πρώιμα εκκινήσει η εφαρμογή νομοθετικού προγράμματος τόσο πιο σύντομα και αποτελεσματικά οι πολίτες θα το εμπεδώσουν και θα το πραγματώσουν στον μέγιστο βαθμό.

Ειρήσθω εν παρόδω, η νομοθεσία πρέπει με τον εθισμό των πολιτών σε ομοιότροπου τύπου ενέργειες να τους διαμορφώνει έτσι ώστε να χαίρονται και να λυπούνται με αυτά που πρέπει. Η νομοθεσία επιβάλ­λεται να προβαίνει σε εκλογή της αρμόζουσας ηδονής ή οδύνης που προσφέρεται στους πολίτες. Η παροχή κατά το δοκούν του επαίνου ή του ψόγου, της επιβράβευσης ή της τιμωρίας δεν αποτελεί αξιόλο­γο νομοθετικό έργο αλλά τυφλό ερασιτεχνισμό, ίδιον φαύλου και όχι ενάρετου νομοθέτη. Πώς όμως η νομοθετική τέχνη δύναται να εκλέξει τις ηδονές ή τις οδύνες που πρέπει να υποστεί το πολιτικό σώμα στην οδό για την κατάκτηση της ευδαιμονίας; Οι νομοθέτες επιβάλλεται να είναι γνώστες της αληθούς φύσης των όντων, να συνδιαλέγονται με την ορθότητα και όχι με τη φαυλότητα, να γνωρίζουν τους νόμους που διέπουν τον ανθρώπινο οργανισμό αλλά και το πολιτικό σύνολο. Πρέπει ακόμα να έχουν επισταμένη γνώση του ατομικού και του γενικού τελι­κού σκοπού, του ανθρώπινου και του πολιτικού, και να εφαρμόζουν τις κατευθυντήριες νομικές επιταγές τους ανάλογα με την καταλληλότητα του καιρού, την κατάλληλη στιγμή. Κατά την πλατωνική και αριστοτε­λική ετυμηγορία, η ιδιότητα του νομοθέτη προϋποθέτει την κατοχή της «μετρητικής τέχνης», της σοφίας του ορθού μέτρου, και η χρήση του επιρρήματος εύ από τον Αριστοτέλη δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτη­σης ότι το κατ' αρετήν νομοθετείν ισοδυναμεί με το ορθώς νομοθετείν. Ο νομοθέτης που νομοθετεί όσο το δυνατόν πλησιέστερα στη φύση και τον τελικό σκοπό του ανθρώπου και της πολιτείας δημιουργεί ένα ορθά δομημένο πολιτικό σύστημα, που δύναται να εξασφαλίσει την ευζωία και την ευδαιμονία της πολιτικής κοινότητας. Ο νομοθέτης που κι­νείται στην οδό της επιστήμης είναι εκλεκτός φίλος τε και συγγενής άληθείας (Πλάτωνος. Πολιτεία. 487a). έχει το κατεξοχήν ήθος του πλα­τωνικού φιλοσόφου-επιστήμονα. Ο επιστήμων της «μετρητικής τέχνης» νομοθέτης και ο φιλόσοφος δεν έχουν καμία ουσιαστική διαφορά και πραγματικά η «προκλητική» τοποθέτηση της λέξης βούλημα από τον Αριστοτέλη θα δημιουργούσε μεγάλη ερμηνευτική σύγχυση, αν αγνο­ούσαμε κάποιες άλλες δομικές θέσεις του αριστοτελικού φιλοσοφείν. Ο σφάλλων νομοθέτης είναι αυτός που αγνοεί τόσο τη φύση όσο και τον τελικό σκοπό του ανθρώπου και της πολιτείας και ασφαλώς αυτή η γνωστική παράμετρος είναι που διαχωρίζει το ορθό από το φαύλο πολίτευμα.




3   Επίλογος

      Πληθώρα κειμενικών αναφορών έχει ως θεματική της την αριστοτε­λική ηθική στην παιδαγωγική και πολιτική της διάσταση. Αναμφίλεκτα ο Αριστοτέλης, με την επιστημονικά θεμελιωμένη ηθική του, εξάλειψε κάθε χροιά εικασίας από το πεδίο της ανθρώπινης αγωγής και της πο­λιτικής προέκτασης που αυτή αναπόδραστα έχει. Η ενδοσκόπηση όμως του αριστοτελικού κειμένου εν είδει «ανατομικής πράξης» (βλ. Πλάτω­νος, Φαίδρος. ‘264c. 256e-266c) και η διάγνωση των κατευθυντήριων γραμμών που αυτό ενέχει και σχεδόν νομοτελειακά αναπτύσσει, μας αναγκάζει να αποσαφηνίσουμε την απόρρητη αλλά και απολύτως σημαντική δομή του. Ο αριστοτελικός στοχασμός περί της αρετής κινείται διαμέσου τεσσάρων προτάσεων από τον ορισμό της ατομικής αρετής στη θέσμιση ενός νομοθετικού κώδικα που θα κατευθύνει το πολιτικό σώμα στο εύ ζην, στην ευδαιμονία, και είναι αυστηρά δομημένος υπό τις βιολογικές δυνατότητες των όντων στα οποία απευθύνεται, δηλα­δή των ανθρώπων. Ποιος καθορίζει όμως ή είναι σε θέση να καθορίζει αυτές τις αρεταϊκές-νομοθετικές επιταγές; Οι οδηγητικές νόρμες του κειμένου αλλά και η ηθελημένη αναφορά του Αριστοτέλη στον διδά­σκαλό του μας άγουν στη συμπερασματική κατάληξη ότι ο φρόνιμος άνθρωπος-νομοθέτης στον οποίο ρητά παραπέμπει ο ορισμός του (Β6. 14-16, 1107a) δεν είναι άλλος από τον φιλόσοφο, τον εξειδικευμένο γνώ­στη του τελικού σκοπού των όντων και των φυσικών δυνατοτήτων τους (πλατωνικά θεωρούμενος ένας τέτοιος εξειδικευμένος γνώστης ορίζεται ως φιλόσοφος-κυβερνήτης).

Ο Αριστοτέλης λοιπόν δεν είναι μόνο κατ' επίφαση αλλά κατ' ουσίαν διαλεκτικός (και όχι εριστικός) απέναντι στον θεμελιωτή της διαλεκτι­κής Πλάτωνα. Είναι επίσης συνοπτικότατος, καθώς με λακωνική ευστο­χία επικαθορίζει μέσω τεσσάρων θέσεων μια επιστημονικά θεμελιωμένη αγωγή του ατόμου-πολίτη. Η τελική δήλωσή του, «ή γάρ όρθή παιδεία αύτη έστίν», ομοιάζοντας με σωκρατική διαλεκτική ενόραση, δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης για το πόσο πεπεισμένος ήταν ο φιλόσοφος αναφορικά με την επιστημονική εγκυρότητα των θέσεών του.

Βιβλιογραφία
Βαβούρας. Η. (2008): Πλάτων Γοργίας, εισαγ.-φιλολ. ανάλυση-μτφρ.- σχόλια-υπομν. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Δεληβογιατζής, Σ. (2000): Ζητήματα διαλεκτικής, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Adkins, A.W.H. (1960): Merit and Responsibility: A Study in Greek Values, Oxford: Clarendon Press.
Anton. J.P. & A. Preus, (επιμ.) (1991): Aristotle's Ethics: Essays in Ancient Greek Philosophy, vol. 5. Albany: The State University of New York Press.
Bodeiis, R. (1993). The Political Dimensions of Aristotle’s Ethics, Albany: The State University of New York Press.
Carnes. L. & D. O’Connor, (επιμ.) (1991): Essays on the Foundations of Aristotelian Political Science. Berkeley: University of California Press.
Gosling. J.C.B. & C.C.W. Taylor (1982): The Greeks on Pleasure, Oxford: Oxford University Press.
Gottlieb. P. (1993): «Aristotle’s Measure Doctrine and Pleasure», Archiv fiir Geschichte der Philosophic, 75. 31-46.
Heinamannn, R. (επιμ.) (1995): Aristotle and Moral Realism. Boulder: Westview.
Mulgan. R.G. (1977): Aristotle's Political Theory. Oxford: Clarendon Press.
Nichols. M. (1992): Citizens & Statesmen: A Study of Aristotle's Politics. Lanham. MA: Rowman & Littlefield Publishers.
Owen. G.E.L. (1986): «Aristotelian Pleasures», στο. του ιδίου, Logic. Science and Dialectic. Collected Papers in Greek Philosophy, επιμ. M. Nussbaum, New York: Cornell University Press.
Rorty. A. (1974): «The Place of Pleasure in Aristotle's Ethics». Mind 83. 481-493.
Ross. W.D. (1923): Aristotle, London: Methuen.
Salkever, S.G. (1990): Finding the Mean: Theory and Practice in Aristotelian Political Philosophy, Princeton: Princeton University Press.
Sherman, N. (επιμ.) (1999): Aristotle's Ethics: Critical Essays. Lanham. MA: Rowman & Littlefield.
Sim, Μ. (επιμ.) (1995): The Crossroads of Norm and Nature. Lanham, MA: Rowman & Littlefield.
Swanson, J.A. (1991): The Public and the Private in Aristotle's Political Philosophy, Ithaca: Cornell University Press.
Urmson, J.O. (1967): «Aristotle on Pleasure», στο Aristotle. A Collection of Critical Essays, επιμ. J.M.E. Moravcsik, Garden City, NY: Anchor Books, 323-333.
Yack, B. (1993): 77le Problems of a Political Animal: Community. Justice and Conflict in Aristotelian Political Thought, Berkeley: University of California Press.

 πηγή:www.ekivolos.gr  

Ηθικό δίλημμα προς προβληματισμό



Σε μια ευρωπαϊκή χώρα μια γυναίκα είναι πολύ σοβαρά άρρωστη. Βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου εξαιτίας μιας σοβαρής μορφής καρκίνου. Οι γιατροί της έδωσαν προθεσμία ζωής για μερικούς μήνες. Σύμφωνα με την γνώμη των ειδικών υπάρχει ένα φάρμακο που μπορεί να την σώσει.


Το φάρμακο αυτό το έχει ανακαλύψει κάποιος φαρμακοποιός ο οποίος ζει στην ίδια πόλη και το πουλάει πολύ ακριβά. Η διαδικασία παρασκευής του φαρμάκου κοστίζει 3000 ευρώ, αλλά ο φαρμακοποιός μια δόση φαρμάκου την πουλάει 30.000 ευρώ, δηλαδή 10 φορές περισσότερο από το κόστος παραγωγής του.

Ο φτωχός Γιάννης, ο σύζυγος της άρρωστης γυναίκας, έτρεξε σε όλους τους συγγενείς, φίλους και γνωστούς του και τους παρακάλεσε να του δανείσουν χρήματα. Χρησιμοποίησε όλα τα δυνατά νόμιμα μέσα για να συγκεντρώσει το απαιτούμενο ποσό των χρημάτων και τελικά κατάφερε να μαζέψει το συνολικό ποσό των 15000 ευρώ, δηλαδή μόλις το μισό ποσό χρημάτων της τιμής πώλησης του φαρμάκου.

'Έτρεξε λοιπόν στο φαρμακοποιό και του ανέφερε πως η γυναίκα του είναι σε κρίσιμη κατάσταση και ότι θα την χάσει αν δεν της δώσει το φάρμακο εγκαίρως. Τον παρακάλεσε λοιπόν αν μπορεί να του πουλήσει το φάρμακο φθηνότερα ΄η τουλάχιστον να του κάνει κάποια πίστωση.

Η απάντηση του φαρμακοποιού ήταν κατηγορηματική : "Οχι, εγώ ανακάλυψα το φάρμακο και σκοπεύω να κερδίσω πολλά χρήματα απ αυτό". Ο φαρμακοποιός επ ουδενί δείχνει την καλή διάθεση να το πουλήσει φθηνότερα ή με δόσεις γιατί νομίζει ότι η ανακάλυψη του αυτή είναι η ευκαιρία του να γίνει πλούσιος.



Ο Γιάννης, αφού εξάντλησε όλα τα δυνατά νόμιμα μέσα που είχε για να αγοράσει το φάρμακο και δεν τα κατάφερε, απελπισμένος πια, άρχισε να σκέφτεται πως να διαρρήξει το φαρμακείο και να κλέψει το φάρμακο για να σώσει την ζωή της συζύγου του.

Ερωτήσεις.


Πρέπει ο Γιάννης να κλέψει το φάρμακο? Γιατί ναι ή γιατί όχι.
Μήπως πραγματικά θα συμπεριφερόταν σωστά, αν ο Γιάννης έκλεβε το φάρμακο?
Μήπως ο Γιάννης είναι δεσμευμένος (υποχρεωμένος) ή έχει καθήκον να κλέψει το φάρμακο? Γιατί είναι υποχρεωμένος ή δεν είναι?
Μήπως ο Γιάννης θα ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο της συζύγου του αν δεν είχε κλέψει το φάρμακο? Γιατί θα είναι ή δεν θα είναι υπεύθυνος.
Αν ο Γιάννης δεν αγαπάει την σύζυγο του, μήπως πρέπει να κλέψει το φάρμακο? Γιατί ναι ή γιατί όχι?
Αν υποθέσουμε ότι το άτομο που είναι άρρωστο και αναμένεται να πεθάνει δεν είναι η σύζυγος του αλλά κάποιος ξένος (άγνωστος). Μήπως ο Γιάννης πρέπει να κλέψει το φάρμακο για το ξένο άτομο?
Ας υποθέσουμε πως το άτομο που είναι άρρωστο και αναμένεται να πεθάνει δεν είναι άνθρωπος αλλά ο αγαπημένος σκύλος/γάτα του Γιάννη. Μήπως ο Γιάννης πρέπει να κλέψει το φάρμακο για να σώσει τη ζωή του αγαπημένου του ζώου?
Έχει μεγάλη σπουδαιότητα και σημασία οι άνθρωποι να κάνουν ότι περνάει απ το χέρι τους για να σώσουν την ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου?
Ο Γιάννης κλέβοντας το φάρμακο παραβιάζει τον νόμο. Μήπως το γεγονός αυτό καθιστά την πράξη του ηθικά κακή?
Μήπως οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν ότι περνά απ το χέρι τους για να υπακούν στον ισχύοντα νόμο?
Ξανακοιτώντας όλο το δίλημμα από την αρχή, τι πρέπει κατά την γνώμη σας να κάνει ο Γιάννης ώστε να συμπεριφερθεί με τον πιο υπεύθυνο και συνειδητό τρόπο?

Ηθική και ωφέλεια

 “Η διδασκαλία που αποδέχεται ως θεμέλιο της ηθικής την ωφέλεια ή την αρχή της μέγιστης ευτυχίας πρεσβεύει ότι οι πράξεις είναι ορθές στον βαθμό που μεγιστοποιούν την ευτυχία [για τον μεγαλύτερο κατά το δυνατόν αριθμό ανθρώπων] και εσφαλμένες στον βαθμό που τείνουν να προκαλούν ό,τι αντίκειται σε αυτήν. Ως ευτυχία εννοoύνται η ηδονή και η απουσία του πόνου· ως δυστυχία, ο πόνος και η στέρηση της ηδονής. […]

 Η παραδοχή του γεγονότος ότι κάποια είδη ηδονής είναι περισσότερο επιθυμητά και αξιόλογα από άλλα είναι απόλυτα σύμφωνη με την αρχή της ωφέλειας. […]
 Εάν μου τεθεί το ερώτημα τι εννοώ με τις ποιοτικές διαφορές των ηδονών ή τι καθιστά μια ηδονή πιο αξιόλογη από μια άλλη, εκτός από το μεγαλύτερο μέγεθός της, μία μόνο απάντηση μπορώ να δώσω. Εάν μεταξύ δύο ηδονών υπάρχει μία την οποία σταθερά προτιμούν όλοι ή σχεδόν όλοι όσοι είχαν εμπειρία και των δύο, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε αίσθημα υποχρέωσης προτίμησής της, αυτή είναι η πλέον επιθυμητή ηδονή. […]

Είναι προτιμότερο να είναι κανείς ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι· ένας ανικανοποίητος Σωκράτης παρά ένας ικανοποιημένος ηλίθιος. Και εάν ένας ηλίθιος ή το γουρούνι έχουν διαφορετική γνώμη, είναι επειδή βλέπουν μόνο τη μία όψη του ζητήματος, τη δική τους. Η άλλη, όμως, πλευρά σε αυτή τη σύγκριση αντιλαμβάνεται και τις δύο όψεις του”.

(John Stuart Mill, Ωφελιμισμός, μτφρ. Φ. Παιονίδης, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2002, σ. 80-85)

Αρχές φιλοσοφίας Β Γενικού Λυκείου, σελ.147

Tι σημαίνει "πράττω ηθικά";

Φανταστείτε ότι κατέχετε μια υπεύθυνη διευθυντική θέση σε κάποια επιχείρηση και διαχειρίζεστε καθημερινά μεγάλα ποσά χρημάτων.
 Eνας φίλος σας, που γνωρίζει ότι θα μπορούσατε κάποια στιγμή να αφαιρέσετε και να κρύψετε ένα σημαντικό μέρος από τα κέρδη της επιχείρησης χωρίς να γίνετε αντιληπτός, σας προτείνει να το πράξετε, για να γίνετε πλούσιος. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, αλλά σπεύδετε να αρνηθείτε λέγοντας ότι “δε θα ήταν σωστό” να κάνετε κάτι τέτοιο.
 Έχετε μάθει να αποδοκιμάζετε ορισμένες μορφές συμπεριφοράς, είτε αφορούν εσάς είτε άλλους. Πιστεύετε ότι δεν είναι σωστό να προσπαθείτε να αποκτήσετε πράγματα που δε σας ανήκουν, να εξαπατάτε και να λέτε ψέματα, να συμπεριφέρεστε με σκληρότητα ή να αδιαφορείτε, όταν οι συνάνθρωποί σας βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη και ζητούν τη βοήθειά σας.
Πολλές φορές οι πεποιθήσεις σας αυτές οφείλονται στον φόβο ότι, παραβιάζοντας κάποιον νόμο, θα τιμωρηθείτε. Συχνά όμως νιώθετε ότι πρέπει -ή δεν πρέπει- να πράξετε κάτι, όχι απλώς διότι το επιβάλλει ο νόμος, αλλά διότι είναι ηθικά σωστό (ορθό).
 Ίσως μάλιστα θεωρείτε ότι υπάρχουν νόμοι που είναι άδικοι και ηθικά προβληματικοί και θα θέλατε να αλλάξουν, επειδή, για παράδειγμα, επιβάλλουν υπερβολικά υψηλούς φόρους σε χαμηλά εισοδήματα ή αυστηρές ποινές για ασήμαντα παραπτώματα.
 Υπάρχουν δυστυχώς και πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες αντιμετωπίζετε ηθικά διλήμματα και δεν ξέρετε πώς πρέπει να ενεργήσετε, διότι συνειδητοποιείτε ότι συγκρούονται ισοδύναμες ηθικές αξίες και σχετικές υποχρεώσεις.
 Παραλλάσσοντας το αρχικό μας παράδειγμα, αν ο φίλος σας, που βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη, αλλά δεν μπορεί να δανειστεί τα χρήματα που χρειάζεται, σας ζητήσει να του τα προμηθεύσετε εσείς κλέβοντάς τα από το ταμείο της επιχείρησης, δεν αποκλείεται να σας προβληματίσει η σύγκρουση της υποχρέωσης που αισθάνεστε να τον βοηθήσετε με το καθήκον σας να συμπεριφερθείτε ως έντιμο διευθυντικό στέλεχος, αφοσιωμένο στα συμφέροντα της επιχείρησης και των εργαζομένων της.
Όταν αντιμετωπίζουμε τέτοιες καταστάσεις, οι οποίες μας προβληματίζουν για το τι είναι ή τι δεν είναι σωστό να πράξουμε, δικαιολογούμε τις πεποιθήσεις μας με αναφορά σε έννοιες που έχουν ηθικό περιεχόμενο (καθήκοντα και υποχρεώσεις, δικαιώματα, αξίες κτλ.).
 Όμως τι ακριβώς σημαίνει η φράση “ηθικά σωστό” και γιατί να μας ενδιαφέρει να πράττουμε ορθά σύμφωνα με τα κριτήρια της ηθικής;
 Στις ερωτήσεις αυτές θα μπορούσαμε να δώσουμε σχετικά απλές και εύκολες απαντήσεις, όπως ότι έχουμε διδαχτεί από την οικογένεια ή το σχολείο μας να ενεργούμε ηθικά ή ότι πρέπει να συμμορφωνόμαστε με τους συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς, διότι τους επιβάλλει η θρησκεία μας
. Ωστόσο, τέτοιου είδους απαντήσεις δεν αγγίζουν την ουσία των προβληματισμών μας, που συνοψίζονται σε ερωτήματα όπως: με ποιο κριτήριο πρέπει τελικά να διακρίνουμε το καλό από το κακό και τι είναι εκείνο που κάνει σωστούς τους κανόνες που υιοθετούμε;
Η φιλοσοφία μάς βοηθά να αναζητήσουμε μια βαθύτερη και πειστικότερη αιτιολόγηση των θέσεών μας σχετικά με αυτά τα ζητήματα.

Αρχές Φιλισοφίας, Β Γενικού Λυκείου, σελ. 140

Η ηδονή ως πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό

“Επειδή η ηδονή είναι το πρωταρχικό και έμφυτο αγαθό, δεν προτιμούμε οποιαδήποτε ηδονή: ορισμένες φορές αντιπαρερχόμαστε πολλές ηδονές, όταν μας προξενούν μεγαλύτερες δυσκολίες. Ανάλογα, θεωρούμε πολλούς πόνους προτιμότερους από μερικές ηδονές, όταν μακροχρόνια βάσανα τα ακολουθεί εντονότερη ηδονή. […]

 Όταν λέμε ότι η ηδονή είναι ο σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και τις αισθησιακές ηδονές, όπως νομίζουν κάποιοι που αγνοούν, διαφωνούν ή παρερμηνεύουν τις απόψεις μας· εννοούμε την απουσία σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής
.
Γιατί την ευχάριστη ζωή δεν την κάνουν ούτε οι συνεχείς οινοποσίες και οι διασκεδάσεις, ούτε η απόλαυση αγοριών και γυναικών ή ψαριών και όσων άλλων προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, ο οποίος αναζητά τις αιτίες κάθε προτίμησης και κάθε αποστροφής και απομακρύνει τις δοξασίες που προκαλούν μεγάλη σύγχυση στην ψυχή”

(Επίκουρος, Επιστολή προς Μενοικέα, μτφρ. Γ. Ζωγραφίδη) 

Αρχές Φιλισοφίας Β Γενικού Λυκείου, σελ.147

Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών

“Από όλα όσα μπορούν να νοηθούν μέσα στον κόσμο ή και έξω απ’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να μπορεί να θεωρηθεί ως καλό χωρίς περιορισμό εκτός από μια καλή θέληση. Ο νους, η οξυδέρκεια, η κριτική ικανότητα, και όπως αλλιώς λέγονται τα ταλέντα του πνεύματος, ή το θάρρος, η αποφασιστικότητα, η επιμονή στην απόφαση, ως ιδιότητες της ιδιοσυγκρασίας, είναι αναμφίβολα από πολλές απόψεις καλές και επιθυμητές· μπορούν όμως να γίνουν κι εξαιρετικά κακές και βλαβερές, εάν δεν είναι καλή η θέληση που πρόκειται να τις χρησιμοποιήσει.

 […] Θα εξεταστεί η έννοια του καθήκοντος που εμπεριέχει την έννοια της καλής θέλησης. [...] Η ηθική αξία μιας πράξης που γίνεται από καθήκον δεν έγκειται στον σκοπό ο οποίος επιδιώκεται με αυτή την πράξη, αλλά στον γνώμονα σύμφωνα με τον οποίο αυτή η πράξη αποφασίζεται. Η ηθική αξία δεν μπορεί να υπάρχει αλλού παρά μόνο στο αξίωμα που καθορίζει τη θέληση, άσχετα από τους σκοπούς, οι οποίοι μπορεί να πραγματοποιηθούν με μια τέτοια πράξη. […]

Το καθήκον είναι η αναγκαιότητα μιας πράξης που προκύπτει από σεβασμό για τον ηθικό νόμο. […] Αυτονομία της θέλησης είναι η ιδιότητα της θέλησης να είναι η ίδια νόμος για τον εαυτό της. […] Η πρόταση “η θέληση είναι σε όλες τις πράξεις νόμος στον εαυτό της” αναδιατυπώνει απλώς το αξίωμα: δεν πρέπει να πράττουμε σύμφωνα με κανέναν άλλο γνώμονα από εκείνον που μπορεί να εκληφθεί ως καθολικός νόμος. Αλλά αυτή ακριβώς είναι η διατύπωση της καθολικής προστακτικής και το αξίωμα της ηθικότητας·- άρα μια ελεύθερη θέληση και μια θέληση κάτω από ηθικούς νόμους είναι ένα και το αυτό...”

(Ι. Καντ, Τα θεμέλια της μεταφυσικής των ηθών, μτφρ. Γ. Τζαβάρας, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1984, σ. 33, 42- 43, 97, 106-107)
Αρχές Φιλοσοφίας Β Γενικού Λυκείου , σελ.148

Στα πεζοδρόμια συνάντησα τον Χριστό.....παπα- Φιλόθεος Φάρος

π.Λίβυος
                                                                          
      παπα- Φιλόθεος Φάρος
       Την ορθόδοξη παράδοση, λοιπόν, από την οποία αντλούσα τις θεραπευτικές δυνατότητες μου, δεν την γνώρισα στις αίθουσες της θεολογικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου άκουσα μόνο διανοητικούς ορισμούς για την αγάπη, την ταπεινοφροσύνη, την κοινωνία, και όπου βίωνα την πιο ψυχρή αδιαφορία του ανθρώπου για τον άνθρωπο, την υποκρισία της εξωτερικής ευπρέπειας και ευσέβειας και την ιδιοτέλεια των ανθρώπων που ασχολούντο ακόμη  και με την θεολογία για να έχουν την θέση που θα τους εξασφάλιζε μια άνετη ζωή, στην οποία και μόνο έδειχναν να πιστεύουν παρά τις λεκτικές θεολογικές κορώνες.          
Την ορθόδοξη παράδοση από την οποία αντλούσα τις θεραπευτικές μου δυνατότητες, την είχα βιώσει με τις πόρνες και τους χασικλήδες της Τρούμπας στον Πειραιά, όπου το κουρείο του πατέρα μου στο οποίο εκείνος με πήρε να δουλέψω όταν ήμουν έντεκα χρόνων, όχι για λόγους οικονομικούς, αλλά γιατί πίστευε ότι εκεί θα αποκτούσα πολύτιμες γνώσεις για την ζωή. Οι πόρνες και οι χασικλήδες της Τρούμπας δεν εστηρίζοντο στην δική τους δικαιοσύνη, όπως οι καθώς πρέπει ευσεβείς, και γι αυτό όχι μόνο δεν είχαν έπαρση αλλά είχαν μια αυθόρμητη ταπεινοσύνη.
Δεν έκαναν καμία προσπάθεια να αποκρύψουν την κατάντια τους. Δεν κάλυπταν την παλιανθρωπιά τους, με μάσκα υποκριτικής ευπρέπειας. Δεν έκρυβαν την οργή τους με ανατριχιαστικά ευγενικά χαμόγελα, και είχαν μια γνήσια πίστη στη δύναμη και στην αγάπη του Θεού, γιατί αν και ομολογούσαν την κατάντια τους, δεν σταματούσαν να ζητούν και να ελπίζουν χωρίς μεγαλορρημοσύνες στο έλεος του. Αλλά πάνω από όλα αυτοί οι μεγάλοι αμαρτωλοί βίωναν και ακτινοβολούσαν την πιο καίρια χριστιανική αρετή, που είναι η χωρίς όρους και προϋποθέσεις του άλλου, οποιοδήποτε κι αν είναι η κατάντια του, που είναι, όπως λέει ο Χρυσόστομος, το κατ’ εξοχήν θεϊκό γνώρισμα. « Γίνεσθε ουν οικτίρμονες» λέει ο Χριστός, «καθώς και ο πατήρ ημών οικτίρμων εστί»(Λουκ. 6.36). Μόνο οι πόρνες και οι χασικλήδες μπορούν να αποδέχονται τους άλλους ανεπιφύλακτα γιατί έχουν πλήρη επίγνωση της δικής τους κατάντια και όχι εκείνοι που είναι βέβαιοι για την αρετή τους. Γι αυτό και ο Χριστός απευθυνόμενος σε αυτούς τους τελευταίος διακήρυσσε: «οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμας εις την βασιλεία του Θεου»(Ματθ. 21.31).
Αλλά την ορθόδοξη παράδοση από την οποία αντλούσα τις θεραπευτικές μου δυνατότητες την είχα γνωρίσει και από όλους αυτούς τους απλούς ανθρώπους που την ζούσα όχι μόνο χωρίς να κάνουν κηρύγματα, αλλά χωρίς να το συνειδητοποιούν και αυτοί οι ίδιοι, όπως εκείνος ο υποδηματοποιός, τον οποίο υπέδειξε στον Μ. Αντώνιο ο Θεός, όταν εκείνος τον ρώτησε εάν υπήρχε μεγαλύτερος Άγιος από αυτόν. Πρόκειται για εκείνους τους απλούς ανθρώπους από τους οποίος γνώρισαν ο Ντοστογέφσκυ και ο Παπαδιαμάντης την Ορθοδοξία και οι οποίοι την ακτινοβολούν με τις απλές στιγμές και κινήσεις της καθημερινής ζωής σε αντίθεση με τους διανοούμενους που, τουλάχιστον στον έργο του Ντοστογέφσκυ, είναι φορείς είναι της αλλοτριώσεως και της παρακμής. Αυτοί οι απλοί άνθρωποι είναι οι πραγματικοί άγιοι, γιατί εκτός του ότι βιώνουν ουσιαστικά το πνεύμα του Χριστού, παραμένουν άγνωστοι, και δεν αποκομίζουν τιμές και δόξες από τους ανθρώπους. Η απουσία τέτοιων πραγματικών αγίων, είναι η πιο κρίσιμη έλλειψη της σύγχρονης ζωής. Εγώ προσωπικά ένα μόνο άγιο γνωρίζω. Είναι ένας αγράμματος ξυλουργός. Ένας φτωχός οικογενειάρχης. Ένας ακαταπόνητος δουλευτής. Πρόθυμος να κάνει ότι του ζητήσεις. Που τον κάνεις ότι θέλεις και δεν διαμαρτύρεται ποτέ. Που χρεώνει για την θαυμάσια δουλειά  του μόνο του μεροκάματο του. Που δεν καυχάται για τίποτε. Που δεν διαμαρτύρεται και δεν παραπονιέται για τίποτε, όχι γιατί είναι ανόητος αλλά γιατί είναι πραγματικά άγιος. Αλλά γι αυτή την πραγματική αγιότητα δεν έχει μάτια ο σύγχρονος άνθρωπος και αναζητεί αγιότητα στις κακόγουστες παραστάσεις, στα μεγάλα λόγια, στην επίδειξη, στην λάμψη, στα πυροτεχνήματα και στα είδωλα.
 Πηγή: π. Φιλόθεος Φάρος- Η αλλοίωση του Χριστιανικού Ήθους

Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, αγορά, παιδεία και ηθικές αξίες


Ζούμε σ’ έναν κόσμο μετάβασης! Η τηλεόραση, η αγορά, η διαφήμιση, οι εφημερίδες, το Διαδίκτυο, η έλλειψη ζωντανής εμπειρίας, η μονοδιάστατη κουλτούρα και η έλλειψη ουσιαστικής παιδείας διαμορφώνουν την νέα πραγματικότητα.


Πρέπει να επενδύσουμε στο μέλλον μας και, κατά συνέπεια, στους φορείς του: τους νέους

Όλη η σύγχρονη ζωή είναι σχεδιασμένη με βάση τα τηλεοπτικά πρότυπα. Η τηλεόραση υπαγορεύει τους κανόνες της πολιτικής, αναδεικνύει και περιθωριοποιεί ηγέτες, μετατρέπει τους ανθρώπους σε υπάκουους καταναλωτές, κλωνοποιεί ανθρώπινες υπάρξεις (σε εμπορικές φόρμες), είναι διαφημιστικό όργανο στα χέρια των διαχειριστών όλων των μορφών εξουσίας, υποβαθμίζει την δημοκρατία, φτωχαίνει την γλώσσα, μηδενίζει την μνήμη, μας πείθει να καταναλώνουμε την ζωή αντί να την ζούμε, δημιουργεί ηλεκτρονικούς μικροπωλητές της αλήθειας.

Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης

Μέσα από τους διαύλους της τηλεόρασης, τα εμπορεύματα παίρνουν ψυχή και προωθούνται στους καταναλωτές σαν ένα είδος σωματικής επαφής, κτήσης, απόλαυσης… Ο σημερινός άνθρωπος έχει γίνει σκλάβος ενός τυφλού καταναλωτισμού και πάνω απ’ όλα τρώει με τα μάτια τις δίχως νόημα ζωές των λεγόμενων «διασήμων», στην προσπάθεια να τις μετατρέψει σε πρότυπα προς μίμηση, για να καλύψει το δικό του αίσθημα κενού. Ο τηλεοπτικός κόσμος προσπαθεί να πείσει η καλύτερα να σταματήσει την σκέψη και να αλλοτριώσει τις ευαισθησίες μας. Η διαφήμιση επιστρατεύει έννοιες όπως ασφάλεια, ποιότητα, εγγύηση με βασικό της στόχο την προώθηση του προϊόντος! Είναι πια κοινή πίστη ότι η διαφήμιση προσθέτει μόνον αν είναι όμορφη, αν έχει καλλιτεχνική αξία, αν διεγείρει την σκέψη.

Στην νέα πραγματικότητα έχουν προσαρμοστεί και οι πιο πολλές εφημερίδες. Το περιεχόμενό τους αποσκοπεί στο να ικανοποιήσει αναγνωστικό κοινό ποικίλων προτιμήσεων! Έτσι λοιπόν, λίγο γυμνό εδώ, μια σοβαρή άποψη εκεί, μια… κοινωνική κριτική παραπέρα αποτελούν το μενού, με την κατάλληλη δοσολογία, για την ικανοποίηση του κοινού τους. Δεν μπορούσαν παρά να αντιγράψουν κι αυτές την τηλεόραση, τον εκφραστή της καινούργιας εποχής.

Το νέο περιβάλλον και ιδιαίτερα το Διαδίκτυο ως προσομοίωση των ανθρώπινων σχέσεων και η τηλεόραση ως ψευδαίσθηση επαφής με την πραγματικότητα επιταχύνουν την αποξένωση από την ζωντανή εμπειρία. Η επαφή μας με την Φύση έχει διακοπεί και δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το αληθινό από το εικονικό. Ζούμε σ’ ένα τεχνητό περιβάλλον. Οι προηγούμενες γενιές μάθαιναν από την Φύση, από τις ανθρώπινες σχέσεις. Οι ηλικιωμένοι, ζώντας στον κόσμο της τηλεόρασης, δεν διηγούνται πια και οι μικροί δεν ενθαρρύνονται ν’ αναπτύξουν μία σχέση μαζί τους.

Παιδεία και νεολαία

Η μονοδιάστατη γνώση οδηγεί στο να χάσουμε την ουσιαστική παιδεία, την γλώσσα, την ηρεμία, την κομψότητα, την χάρη του χειροποίητου πράγματος, τις ανθρώπινες σχέσεις, την εντιμότητα, την χαρά. Ακόμη και οι μάγειροι, με τις εισαγόμενες εμπνεύσεις, βεβηλώνουν την διατροφική μας κουλτούρα!

Η υποβάθμιση της ζωής αποτελεί συνέπεια της μη υιοθέτησης συστήματος αξιών και πραγματικής παιδείας. Σε απομακρυσμένες εποχές, ένας που ήξερε λίγα πράγματα είχε μία κουλτούρα που του επέτρεπε να τα βάζει σε τάξη, να δημιουργεί συνθέσεις και ν’ αναπτύσσει τη σκέψη του. Οι επιπτώσεις της μαζικής κουλτούρας, κυρίαρχο στοιχείο της εποχής μας, είναι η άγνοια χρήσης των γνώσεων και η ανυπαρξία σοφίας.

Ο σημερινός κόσμος είναι γεμάτος παιδιά φοβισμένα από τους ανθρώπους και ξεμυαλισμένα από τις οθόνες. Η ανθρώπινη αίσθηση της ζωής έπαψε να υπάρχει, και το παιδί που ερχόταν σε επαφή με τον κίνδυνο μέσω της άμεσης εμπειρίας αποτελεί πια κομμάτι της ιστορίας. Τα σώματα βασανίζονται, τρυπημένα από σκουλαρίκια, από τατουάζ, από σιλικόνες. Και ο ευτελισμός του σώματος είναι ένα ακόμη καθαρό σύμπτωμα της έλλειψης αισθητικής. Θέλουμε να φαινόμαστε διαφορετικοί από αυτό που είμαστε. Ίσως γιατί και ηθικά δεν είμαστε ικανοποιημένοι με τον εαυτό μας, από την υποκρισία, τον κομφορμισμό και τους συνεχείς συμβιβασμούς από τους οποίους δεν μπορούμε να λυτρωθούμε, εξαιτίας της χρόνιας έλλειψης φαντασίας… Πρέπει ν’ αποδεχόμαστε τους εαυτούς μας για να τους αγαπάμε, να μας αρέσουν, να τους σεβόμαστε. Όποιος είναι έτσι, είναι πάντα ωραίος και συμπαθητικός, όπως στις παλιές φωτογραφίες.

Το σημερινό σχολείο έχει χάσει την παιδαγωγική του λειτουργία. Το λειτούργημα του δασκάλου είναι το πιο δύσκολο στον κόσμο, αφού αυτό ανοίγει το μυαλό των νέων στην γνώση, διαπαιδαγωγεί στον πολιτισμό, τον διάλογο, τον αλληλοσεβασμό, την ανεκτικότητα. Ωστόσο, το μεράκι των περισσότερων δασκάλων αποτελεί χαμένη γοητεία. Οι σημερινοί δάσκαλοι φαίνεται ότι ξεχάσαμε την αποστολή μας. Το σχολείο έπαψε να είναι κέντρο ζωής και εμφανίζει την εικόνα μιας παρακμασμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας της κατήφειας.

Το μήνυμα για το μέλλον το μεταφέρει η νεολαία. Μια νεολαία που τα μέλη της επικοινωνούν ελάχιστα (περίπου επτά λεπτά την ημέρα) με τους γονείς τους, δεν ενθουσιάζονται από το σχολείο, ανάγουν την παρέα σε κέντρο της ζωής τους και φυλακίζονται σε ευτελείς φοβίες, απομιμήσεις και κοινοτυπίες.

Πρέπει να επενδύσουμε στο μέλλον μας και, κατά συνέπεια, στους φορείς του: τους νέους. Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να μεταρρυθμίσουμε τις δομές μας, να αναδείξουμε την παιδεία σε ύψιστο αγαθό, να απαλλαγούμε από την παραπαιδεία, να τονώσουμε το κύρος του δασκάλου-παιδαγωγού και να αναζητήσουμε αυστηρές παιδαγωγικές προσεγγίσεις για την επιλογή του, να ενισχύσουμε την φυσική εμπειρία και την διάθεση για χαμόγελο, να ελαττώσουμε την ταχύτητά μας, να επιβραβεύσουμε την σεμνότητα, να κάνουμε την τεχνολογία υπηρέτη του ανθρώπου, να καλλιεργήσουμε την αισθητική, την αγάπη στο βιβλίο, την ελευθερία, την κριτική διάθεση. Πρέπει να πείσουμε ότι η ζωή είναι γεμάτη γοητεία και απρόβλεπτη περιπέτεια. Μόνο η έλλειψη φαντασίας και θάρρους συσκοτίζει την απεραντοσύνη της.

Όνειρα και αξίες


Ζούμε σ’ έναν κόσμο με έντονη πολυπλοκότητα που γεννάει αντιξοότητες. Το αντίδοτο… το όνειρο. Το όνειρο, αυτή η διαδικασία να δοκιμάζουμε τα όρια των προσδοκιών μας, βρίσκεται (πρέπει) μέσα μας και μας προκαλεί να ανοίξουμε δρόμους, να παλέψουμε με τις δυσκολίες, να βελτιώσουμε τους εαυτούς μας, να αποκτήσουμε προσωπικούς στόχους. Και στόχοι δεν είναι τίποτε άλλο από την απόκτηση γνώσεων, ικανοτήτων, αισθητικής και στρατηγικών που θα μας επιτρέψουν να αξιοποιήσουμε το σύνολο του δυναμικού μας. Βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα όνειρά μας πρέπει να είναι συμβατά με ένα σύστημα οικουμενικών αξιών. Στην πορεία μας η προσωπική βελτίωση είναι το μόνο πράγμα που έχει διάρκεια και εξάρτηση, κυρίως, από τους εαυτούς μας. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι επειδή η ζωή δεν πρόκειται να προσαρμοστεί στα μέτρα μας, χρειάζεται εμείς να προσαρμοστούμε σ’ αυτή. Η επιτυχία χτίζεται από μας τους ίδιους και είναι το σταυροδρόμι όπου συναντιούνται τα όνειρα με την σκληρή δουλειά και την υπευθυνότητα.

Στην διαδρομή του ένας άνθρωπος έχει ανάγκη τόσο από το φορτίο των «κεντρικών ικανοτήτων» όσο και από εκείνο των «περιφερειακών ικανοτήτων». Οι πρώτες σχετίζονται με το επάγγελμα, ενώ οι δεύτερες με την γενικότερη καλλιέργεια. Πρέπει να τονιστεί ότι όσο πιο ενημερωμένος και καλλιεργημένος είναι ένας άνθρωπος, τόσο καλύτερος γίνεται στο επάγγελμά του. Ας εντοπίσουμε λοιπόν τις αδυναμίες μας και ας εκπαιδεύσουμε και εξασκήσουμε τους εαυτούς μας για να βελτιωθούμε… Πάντα στην ζωή, μικρά χρονικά διαστήματα καθορίζουν την πορεία μας. Ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδραση υπάρχει ένα χάσμα η ένα χρονικό διάστημα και το κλειδί για την βελτίωση και την ευτυχία μας είναι το πως χρησιμοποιούμε αυτό το διάστημα. Στην διάρκεια αυτής της παύσης κάνουμε τις επιλογές μας, διαμορφώνουμε την ζωή μας. Κατά την λήψη των διαφόρων αποφάσεών μας έχουμε να αντιμετωπίσουμε δύο σημαντικούς παράγοντες: τον υπόλοιπο κόσμο και τον εσωτερικό μας κόσμο. Αυτόν που γκρεμίζει τα όνειρά μας. Αν σκεπτόμαστε τίμια και ειλικρινά, θα τα καταφέρουμε, αρκεί να έχουμε εσωτερική φλόγα, πειθαρχία, ικανότητα παραγωγικής δράσης και να συνδυάζουμε το θάρρος με την δημιουργικότητα.

Δοκιμασίες και ευκαιρίες

Η ζωή μας επιφυλάσσει δοκιμασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτές δεν ενέχουν μόνο την απειλή, αλλά και την ευκαιρία να βελτιώσουμε την πορεία μας.

Οι άνθρωποι που προχωρούν σ’ αυτόν τον κόσμο είναι εκείνοι που, όταν δεν τους αρέσουν οι περιστάσεις, δημιουργούν τις δικές τους. Αντί να ανεβαίνουν μία σκάλα γεμάτη κόσμο, φτιάχνουν την δική τους για να προσεγγίσουν την κορυφή… Είναι οι «ονειροπλάστες», αυτοί που κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα, παρά τις δυσκολίες και τις αναποδιές της ζωής. Με τον όρο «πραγματικότητα» εννοούμε το ποιοί είμαστε σήμερα, ενώ με τον όρο «όνειρα» εννοούμε τα σχέδια για το ποιοί θα γίνουμε.

Αν και ζούμε σ’ έναν κόσμο που κλέβει τα όνειρα, δεν πρέπει να πάψουμε να τα θεωρούμε το φυτώριο της πραγματικότητας. Έχουμε χρέος να δώσουμε στα όνειρά μας την ευκαιρία και δεν πρέπει να ξεχνάμε: Το χρέος των ονείρων μας υπενθυμίζει ότι δεν γεννηθήκαμε στον αέρα, ότι είμαστε ένας πολύπλοκος συνδυασμός γονιδίων που κληρονομήσαμε, ταλέντων και ικανοτήτων που μας χάρισε η δημιουργία, κοινών αξιών, οικογενειακής ιστορίας, προσωπικής πείρας και εθνικής ταυτότητας. Οφείλουμε ευγνωμοσύνη σε όσους βοήθησαν να διαμορφώσουμε τα όνειρά μας, καθώς και στους ανθρώπους των οποίων τα όνειρα άλλαξαν τον κόσμο μας

Παρατήρηση: Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 25 του περιοδικού “ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ” (Δεκέμβριος ’07 – Μάρτιος ’08)
Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Η αλλοίωση του Χριστιανικού ήθους - π. Φιλόθεος Φάρος


Σήμερα το μάθημα των θρησκευτικών υπονομεύει την ορθή εκκλησιαστική ζωή για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον, γιατί δίνει στο παιδί και στον έφηβο την εντύπωση ότι ο λόγος και η προσφορά του Χριστού και της Εκκλησίας στον άνθρωπο είναι λόγια.
Ότι ο Χριστός και η Εκκλησία δεν προσφέρουν αγάπη, αλλά ορισμούς της αγάπης.
Είναι δε μάλλον βέβαιο ότι η εντύπωση αυτή θα παραμείνει αμετάβλητη στα επόμενα στάδια της ζωής του παιδιού και του έφηβου.
Δεύτερον, το μάθημα των θρησκευτικών υπονομεύει την ορθή εκκλησιαστική ζωή διότι λόγω της εκπαιδευτικής του φύσεως, δεν ανταμείβει τον μαθητή, επειδή βιώνει την εκκλησιαστική ζωή, αλλά επειδή αποστήθισε και απομνημόνευσε τον διανοητικό ορισμό της εκκλησιαστικής ζωής.
Δεν τον επιβραβεύει όταν αγαπά, αλλά όταν επαναλαμβάνει με λόγια τον ακριβή ορισμό της αγάπης.
Σήμερα που η εποχή της διακίνησης των ιδεών έχει περάσει προ πολλού και που τα σπίτια μας καίγονται, τα ωραία λόγια και οι ωραίες ιδέες δεν είναι μόνον άκαιρες αλλά μπορεί ακόμη να είναι και ένας εξωφρενικός εμπαιγμός.
Ίσως είναι απολαυστικό να ακούς τα περί θεώσεως τα περί καταφατικής και αποφατικής θεολογίας , καθισμένος στην άνετη πολυθρόνα του καθιστικού σου και περιτριγυρισμένος από την σφιχτοδεμένη οικογένειά σου και τους καλούς σου φίλους, αλλά τι μπορεί να κάνουν αυτές οι ωραίες συζητήσεις περί πνευματικών και επουράνιων στον νέο με το βασανιστικό κενό, που του δημιουργεί η έλλειψη ουσιαστικής ανθρώπινης παρουσίας από την ζωή του;
Σε αυτόν που μεγάλωσε σε συναισθηματικό κενό, γιατί οι γονείς του ήταν απόντες ακόμη και σωματικά, ή τουλάχιστον πνευματικά και συναισθηματικά, και που αποζητά απεγνωσμένα μία οποιαδήποτε, όσο κι αν είναι καταστρεπτική, απόδραση από την αβάστακτη εσωτερική οδύνη που του δημιουργεί αυτή η αποστέρηση;
Τι μπορεί να κάνουν όλα αυτά τα βαθυστόχαστα λόγια στους αποξενωμένους συζύγους , στις διαλυμένες οικογένειες, στους εγκαταλελειμμένους γέροντες, στις στρατιές των μοναχικών ανθρώπων, που με όλη τους την άθλια ζωή κραυγάζουν « άνθρωπον ουκ έχω»;
Και που είναι φυσικό, αφού δεν έχουν τη δυνατότητα να αγαπήσουν και να αγαπηθούν από τον άνθρωπο που τον βλέπουν, δεν μπορούν να αγαπήσουν τον Θεό που δεν τον βλέπουν.
Σήμερα, δεν είναι απάνθρωπος εμπαιγμός, να περιγράφεις σε οποιοδήποτε άνθρωπο την αγάπη και μάλιστα με τρόπο συναρπαστικό, αντί να του την προσφέρεις;
Εκείνοι που έχουν όρεξη να μιλούν, αφθονούν, και οι πιο πολλοί από αυτούς μιλούν ανόητα, πληκτικά και σχεδόν πάντοτε χωρίς γνησιότητα. Δεν είναι τα λόγια που χρειάζεται ο σύγχρονος άνθρωπος, αλλά την πράξη. Την πράξη την φιλάνθρωπη, την ανιδιοτελή, την αγαπητική.
Όλοι την πράξη αποζητούμε, αλλά σ’ αυτό ακριβώς βρίσκεται η τραγωδία μας. Την πράξη την ζητάμε από τους άλλους, ενώ εμείς περιοριζόμαστε στα λόγια.

Η ανηθικότητα των ηθικιστών.


Ο ηθικισμός είναι το καρκίνωμα της ηθικής γενικότερα. Το «γράμμα» της ηθικολογίας νεκρώνει το «πνεύμα» της ζωής των ανθρώπων. Έτσι ο ηθικισμός σκοτώνει το ήθος, επειδή απολιθώνει τη ζωή. Γι' αυτό τελικά η ηθικολογία αναιρεί την ηθική. Άλλο είναι το ηθικό γενικότερα και εντελώς άλλο είναι το ηθικιστικό ή ηθικολογικό.
Δυστυχώς τέτοια φαινόμενα παρατηρούνται κυρίως μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, όπου οι άνθρωποι μπερδεύουν την χριστιανικη ζωή με την "ηθική" ζωή όπως την εννοούν οι ίδιοι. Άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους χριστιανούς κινούνται μέσα στον χριστιανισμό ως θιασώτες του ήθους του Χριστού, χωρίς όμως να πλησιάζουν ούτε λίγο σ’ Αυτόν. Χωρίς να Τον γνωρίσουν ποτέ τους.

Ηθικιστές με βλέμματα έτοιμα να ελέγξουν τους υπόλοιπους, άνθρωποι με πλήρη την απουσία της ταπείνωσης και της αυτομεμψίας, ψάχνουν τα επόμενά τους «θύματα» ώστε να επιβεβαιώσουν πάνω στην καταδίκη των άλλων την δική τους αμόλυντη ηθική.
Η ηθική θεοποιείται. Το πώς θα ντυθείς παίζει μεγαλύτερο ρόλο από το αν μιλάς και λες «καλημέρα» στον συνάνθρωπό σου. Το πώς θα έχεις το μαλλί σου είναι σημαντικότερο από την συναίσθηση των αμαρτιών σου. Το πώς θα είναι η εξωτερική σου εμφάνιση καταντά σημαντικότερο από την εσωτερική σου κατάσταση. Γίνεται λόγος για «σεμνά» ρούχα και ελάχιστα για την προσευχή, την μετάνοια, την νήψη. Δίνεται προσοχή στους τρόπους, στην βιτρίνα των διαπροσωπικών σχέσεων χωρίς καθόλου βάθος και ουσία.
Η ηθικότητα των ηθικιστών είναι πολύ πιο ανήθικη από την ανηθικότητα των θεωρούμενων ανήθικων.
Τα «πρέπει» τα «μη» δίνουν και παίρνουν στις οικογένειες των ανθρώπων αυτών που έχουν θεοποιήσει την «έξωθεν καλή μαρτυρία», όχι για κανέναν άλλο λόγο, παρά διότι «τι θα πει ο κόσμος»;
Οι λόγοι περί αμαρτιών είναι έντονοι. Αμαρτίες παντού. Πράξεις που οδηγούν στην κόλαση. Ζωές καταδικάστηκαν από τον Θεό λόγο της αθέτησης κάποιων δικών τους απαραβίαστων ηθικών κανόνων όπως υποστηρίζουν και καλλιεργούν στους νεότερους.
Λόγος περί αρετών; Σχεδόν ανύπαρκτος. Οι αρετές γι’ αυτούς τους ανθρώπους φτάνουν μέχρι το μάκρος της φούστας τους (για τις γυναίκες) και το σιδερωμένο τους σακάκι (για τους άνδρες).
Η πίστη των ηθικιστών στον Θεό στηρίζεται κυρίως στον φόβο του θανάτου και όχι στην αγάπη για τον Θεό…και το να λες ότι πιστεύεις κάπου ή σε κάποιον επειδή φοβάσαι τα χειρότερα, είναι ανήθικο.
Τα παραλέω; Μπορεί. Πάντως ένα είναι σίγουρο ότι η ποιότητα των ανθρώπων- των χριστιανών- δεν φαίνεται από το αν είναι παρθένοι στο σώμα διότι στην ψυχή τους μπορεί να είναι πόρνοι. Δεν φαίνεται εάν στους τρόπους τους είναι ευγενικοί, διότι η καρδιά τους μπορεί να όζει εμπάθεια. Δεν φαίνεται από το αμακιγιάριστο πρόσωπο αλλά από τα δακρυσμένα μάτια που ζητούν έλεος και συγχώρεση.
Τα παραλέω; Μπορεί. Πάντως ένα είναι το σίγουρο ότι ο Θεός δεν έχει ηθική. Έχει αγάπη…μάλλον είναι η Αγάπη.
Χριστιανός δεν είναι κάποιος ο οποίος απλά διαβάζει την Αγία Γραφή και την ξέρει απ’ έξω κάνοντας με την πρώτη ευκαιρία επίδειξη γνώσεων στους άλλους, διότι και ο διάβολος την ξέρει απ’ έξω και ανακατωτά. Χριστιανός δεν είναι ο κομπλεξικός άνθρωπος με το έτερο φύλο. Χριστιανός δεν είναι ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος κάνει ιεραποστολές σε μακρινές χώρες και δεν συγχωρεί τον αδελφό του για κάποιο λάθος του.
Χριστιανός είναι ο ερωτευμένος με τον Έναν και όχι ο ξενέρωτος που κόλλησε σε τύπους και σχήματα. Είναι το ανθισμένο τριαντάφυλλο που ποτίζεται και θρέφεται από την αγάπη και την ελευθερία που του προσφέρει ο Θεός του.
Χριστιανή είναι η «ανήθικη πόρνη» που έπλυνε τα πόδια του Κυρίου με μύρο και τα δάκρυα της μετανοίας της.
Χριστιανός είναι ο «ανήθικος ληστής» που λήστεψε τον παράδεισο πάνω στον σταυρό λέγοντας το «Μνήσθητί μου Κύριε…»
Χριστιανός είναι ο αμαρτωλός που ζει εν μετάνοια και ταπείνωση, κινούμενος μέσα στην ασφάλεια της υπακοής στον πνευματικό του πατέρα.Ο χριστιανός ζει μέσα στην Εκκλησία του Χριστού, ως μέλος του Σώματος του Χριστού. Ως μέλος που θέλει θεραπεία. Και βρίσκει θεραπεία όχι έξω απ' αυτό αλλά μέσα σ' αυτό. Με την συνεργία όλου του Σώματος, με την βοήθεια της Χάρης του Παρακλήτου η οποία «τά ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».
Η ηθική του χριστιανού είναι η ελευθερία της αγάπης και της συγχώρεσης και όχι η νόθα ηθική του ανήθικου ηθικισμού.


αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...