Πλην της συγγενείας του με το Λευϊτικό ιερατείο της Παλαιάς Διαθήκης, το οποίο θεωρείται τύπος της χριστιανικής ιερωσύνης, το μυστήριο της χριστιανικής ιερωσύνης είναι θεοΐδρυτο μυστήριο που βασίζεται στο έργο της εν Χριστώ θείας Οικονομίας, και μάλιστα στο αρχιερατικό αξίωμα του Κυρίου. Με την ενανθρώπησή του, ο προαιώνιος άσαρκος Λόγος προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να την σώσει και να την δοξάσει, με το κοσμοσωτήριο έργο Του, την σταυρική Του θυσία, την Ανάσταση και την εκ δεξιών του Πατρός καθέδρα. Ο σεσαρκωμένος Λόγος είναι πλέον μέσα στην ιστορία του κόσμου και το φως του είναι ο φωτισμός, ο αγιασμός και η μεταμόρφωση του κτιστού κόσμου. Ως αιώνιος αρχιερεύς ο Χριστός ενώνει την λογική κτίση με τον Θεό, προσφέροντας ως θυσία υπέρ αυτής τον εαυτό Του. Μέσα σ’ αυτά τα όρια λειτουργεί το μυστήριο της ιερωσύνης στο όλο μυστήριο της εκκλησίας. Συμπερίληψη του έργου του Χριστού και των μυστηρίων της εκκλησίας είναι το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, που τελείται από τον ιερέα και τελειούται από το Άγιο Πνεύμα. Έτσι τα μυστήρια είναι εκφάνσεις και λειτουργίες του σώματος του Χριστού, της ιστορικής εκκλησίας˙ «και γαρ σώμα και αίμα Χριστού τα μυστήρια» (Νικόλαος Καβάσιλας).
Με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας που τελεί ο ιερεύς στην εκκλησία πραγματοποιείται η ενότητα κτιστού και ακτίστου κόσμου και οι πιστοί ζουν την σχέση της κτιστής πραγματικότητας με την άκτιστη φωτιστική ενέργεια. Με την έννοια αυτή η ιερωσύνη είναι η χαρισματική λειτουργία που έδωσε ο Χριστός στην εκκλησία, η οποία συμφιλιώνει εκ νέου Θεόν και κτίση. Μόνος βέβαια Μεσίτης στη συμφιλίωση αυτή είναι ο Θεάνθρωπος Κύριος, ο σεσαρκωμένος Λόγος ως αιώνιος αρχιερεύς. Το χάρισμα όμως της διακυβέρνησης της εκκλησίας για την ενότητα, την αύξηση και την προκοπή του σώματος, παρεχώρησε ο ίδιος ο Χριστός, κατά την επί γης διακονία Του, στους Αποστόλους και μέσω αυτών στους ιερείς (επισκόπους, πρεσβυτέρους, διακόνους), όταν τους εξέλεξε και τους απέστειλε στο κήρυγμα (Μάρκ. 3,13-19. 6,7-13, Ματθ. 18,18), και κυρίως μετά την Ανάστασή Του, όταν εμφανίσθηκε στους μαθητές Του και τους έδωσε τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και την εντολή να συνεχίσουν το έργο της σωτηρίας και της αποστολής Του (Ιω. 20,21, Ματθ. 28,19-20, Μάρκ. 16,15). Επομένως, η ιερωσύνη είναι μια απαραίτητη χαρισματική εξουσία μέσα στην εκκλησία, η οποία κατευθύνει και συντονίζει όλες τις χαρισματικές λειτουργίες του σώματος του Χριστού, δηλαδή της ιστορικής εκκλησίας, και φυλάττει την ενότητά της.
Το μυστήριο της ιερωσύνης είναι ειδικό χάρισμα μέσα στην εκκλησία, που λαμβάνεται με την χειροτονία του προσερχομένου στην ιερωσύνη προσώπου από τον επίσκοπο. Κατά την χειροτονία ο χειροτονούμενος λαμβάνει την ειδική χάρη του Αγίου Πνεύματος και είναι ικανός να ενεργεί ως πρεσβευτής του Χριστού μέσα στην εκκλησία, να τελεί τα μυστήρια, να αγιάζει διά των δωρεών του Αγίου Πνεύματος και να κάνει δυνατή την αύξηση και προκοπή του σώματος. Υπό την έννοια αυτή είναι απαραίτητη η αδιάκοπη αποστολική διαδοχή των επισκόπων, διότι άνευ επισκόπου δεν μπορεί να τελεσθεί το μυστήριο της ιερωσύνης και άνευ ιερωσύνης δεν είναι δυνατή η τέλεση των μυστηρίων, και μάλιστα του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας.
Η σύναξη των πιστών και η μετοχή στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας εκφράζει ακριβώς την ενότητα του σώματος και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, γιατί το ενιαίο σώμα εκτός από μυστηριακό, είναι επίσης κοινωνικό και διοικητικό. Επομένως οι σχέσεις και οι διαφορές των λειτουργιών προς το ένα σώμα, είναι σχέσεις χαρισματικών λειτουργιών, γιατί η εκκλησία ως σώμα Χριστού έχει πολλές λειτουργίες και διαιρέσεις χαρισμάτων. Οι ιερείς είναι οι χαρισματικοί ηγέτες στην εκκλησία, αλλά το «σώμα είναι εν και το ποτήριον εν», από το οποίο μετέχουν όλοι, ιερείς και λαός.
Την βιβλική και πατερική αυτή διδασκαλία για την εκκλησία και τα λειτουργήματα σ’ αυτήν, φαίνεται να κατανόησε η Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος (1962-1965) και με τη μεταρρύθμισή της στην λειτουργική ζωή προσπάθησε να απαλύνει την έως τότε ισχύουσα αντίληψη της Ρώμης, ότι η χειροτονία ανυψώνει τον ιερέα υπεράνω των συνανθρώπων του και του απονέμει το προσόν μιας ειδικής προσέγγισης του θείου. Από την άλλη, η διακοπή της αποστολικής διαδοχής στους Προτεστάντες οδήγησε στο αντίθετο άκρο: οι Προτεστάντες όταν μιλούν για ιερωσύνη αναφέρονται στην «γενική ιερωσύνη», στο «βασίλειον ιεράτευμα» όλων των πιστών. Με την έννοια αυτή κάθε μέλος της κοινότητας, άνδρας ή γυναίκα, είναι ιερεύς και με το είδος αυτό της ιερωσύνης έχει άμεση κοινωνία με τον Θεό. Η τιμητική θέση της ιερωσύνης, την οποία εκφράζει η προτεσταντική αυτή αντίληψη, δεν σχετίζεται τόσο με την θεία Ευχαριστία καθ’ εαυτήν, όσο με τον ρόλο του ιερέα (του πάστορα=ποιμένος) ως προσώπου που εκτελεί χρέη μεσάζοντος. Έτσι οι Προτεστάντες πιστεύουν ότι η θεία Ευχαριστία δεν είναι παρά ανάμνηση και μόνο της σταυρικής θυσίας του Χριστού και του Μυστικού Δείπνου, και όχι θυσία πραγματική (αλλά αναίμακτη), επαναλαμβανόμενη κάθε φορά που τελείται το μυστήριο. Η παράδοση της Ανατολικής εκκλησίας αποκλείει τις δύο ακρότητες.
Στη βάση της μυστηριακής και λειτουργικής ζωής της Ανατολικής εκκλησίας αναπτύχθηκε μια τεράστια και πλούσια σε θεολογία και θρησκευτική ζωή υμνολογία, η οποία διανθίζεται στον πλούτο του ημερησίου και ετησίου λειτουργικού χρόνου: εσπερινός, απόδειπνο, μεσονυκτικό, όρθρος, ώρες και, υπεράνω όλων, η θεία Λειτουργία, κατά την οποία τελείται το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας, αυτός είναι ο κύκλος του ημερησίου λειτουργικού χρόνου. Η κατανυκτική επίσης υμνογραφία του Τριωδίου κατά την Μ. Τεσσαρακοστή και η χαρμόσυνη και αναστάσιμη του Πεντηκοσταρίου συνθέτουν, μαζί με αυτήν των μηνιαίων, των θεομητορικών εορτών και των εορτών των αγίων, τον ετήσιο κύκλο της λατρείας. Ο πλούτος αυτός γίνεται ζωή και εμπειρία των πιστών μέσα στο χαρισματικό σώμα της Εκκλησίας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αφήστε το σχόλιό σας