Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Η αξιοποίηση της εικόνας στη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών του Γυμνασίου και του Λυκείου.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΝΙΚΖΗΚΟΣ
                     ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ                        
 ΠΑΤΡΑ, 23/11/2005
ΑΙΘΟΥΣΑ: «Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ»
                                           
 ΕΙΣΗΓΗΣΗ
ΘΕΜΑ: « Η αξιοποίηση της εικόνας στη διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών του Γυμνασίου και του Λυκείου.»
             Αγαπητοί  συνάδελφοι – συναδέλφισσες
 Με την αποψινή μας εισήγηση θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την εικόνα στο μάθημά των Θρησκευτικών, για να δούμε πώς θα μπορέσουμε να εξοικειώσουμε τους μαθητές μας με αυτήν και μέσω αυτής με την Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση. Απώτερος σκοπός μας είναι να μυήσουμε τους μαθητές μας στο βαθύτερο νόημα της εικόνας και στη σημασία που έχει αυτή για την πίστη μας .
Επειδή το θέμα είναι ανεξάντλητο, για να μπορέσουμε να το οικονομήσουμε κρίναμε σκόπιμο να το οριοθετήσουμε με τρεις βασικούς άξονες-υποθέματα.
Το πρώτο αναφέρεται στο ερώτημα: Ποια είναι η ορθόδοξη πίστη για την εικόνα;
Το δεύτερο, τι μπορούμε να κάνουμε με τους μαθητές μας στην τάξη για να προσεγγίσουμε την εικόνα;
Το τρίτο, πώς διδάσκει σ’ εμάς τους Θεολόγους καθηγητές την εικόνα ο διάσημος Θεολόγος και Φιλόσοφος  Paul Evdokimov;
 Ως προς το πρώτο: Ποια είναι η ορθόδοξη πίστη για την εικόνα;
Αρχικά θα πρέπει να κάνουμε τη διευκρίνιση ότι αναφερόμαστε πάντοτε στην Ορθόδοξη Βυζαντινή Εικόνα, ή τη  Βυζαντινή Εικόνα επί το συντομότερον. Σε αυτήν δηλαδή την εικόνα που αντανακλά γνήσια, που εκφράζει και ερμηνεύει αυθεντικά την πίστη και τη διδασκαλία της Εκκλησίας.
Τι είναι η εικόνα λοιπόν; Ποιος είναι ο σκοπός της; Ποιο είναι το περιεχόμενό της; Ποια είναι τα γενικά χαρακτηριστικά της;
Με συντομία θα αναφερθούμε στα παραπάνω, αρχίζοντας με τον ορισμό της εικόνας. Μια πρώτη απάντηση που μας βοηθάει να προχωρήσουμε είναι αυτή που ορίζει τη Βυζαντινή Εικόνα ως: « την δια χρωμάτων και σχημάτων τελειοτάτην γλώσσαν δια της οποίας εκφράζονται τα δόγματα της πίστης μας.»(1).
Η εικόνα αλλά και η εκκλησιαστική αγιογραφική τέχνη γενικότερα (τοιχογραφίες, ψηφιδωτά, μωσαϊκά, μικρογραφίες) θεωρήθηκε εξ αρχής ισότιμη του ευαγγελικού μηνύματος, της γραπτής και προφορικής παράδοσης της Εκκλησίας. Κι αυτό για έναν και μοναδικό λόγο: Η Εκκλησία μέσω της εικόνας, με τον πλούτο, την ποικιλία της και την προσωπικότητα του δημιουργού της, αυτό που θέλει να κάνει είναι να εκφράσει όσο πιο πιστά μπορεί τη ζώσα εμπειρία της και τη σωτηριώδη αλήθειά της. Δε νοείται συνεπώς η εικόνα αυτόνομα και έξω από την Εκκλησία. «Ου γαρ ζωγράφων εφεύρεσις η των εικόνων ποίησις, αλλά της Καθολικής Εκκλησίας έγκριτος θεσμοθεσία και παράδοσις» διακηρύττουν οι πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (2). Κι η Εκκλησία της έδωσε της εικόνας τόσο μεγάλη σημασία, ώστε να κηρύξει την αναστήλωση των εικόνων μετά τη φοβερή περιπέτεια της εικονομαχίας, ως το θρίαμβο της Ορθοδοξίας.
Τι έκανε δηλαδή η Εκκλησία ; Υπερασπίστηκε με απαράμιλλα σοφό τρόπο τον πυρήνα της πίστης μας, δηλαδή τη Θεολογία της Σάρκωσης και την εξ αυτής δυνατότητα εικονισμού του Χριστού. Το «απερίγραπτο», δηλαδή το χωρίς όριο θείο, μπαίνει κατά τη Σάρκωση μέσα στα όρια της ανθρώπινης μορφής. Κι όλοι υμνούμε την πρώτη Κυριακή των Νηστειών : «Φύσει απερίγραπτος τη θεϊκή σου υπάρχων, επ’ εσχάτων, Δέσποτα, σαρκωθείς ηξίωσας περιγράφεσθαι». Όποιος παραβλέπει την παραπάνω δυνατότητα του  «περιγράφεσθαι», όπως έκαναν οι εικονομάχοι, παραβλέπει και αυτό τούτο το γεγονός ότι ο Χριστός δεν είναι μόνο Λόγος του Θεού, αλλά και εικόνα τέλεια του Θεού.  «….. ος εστίν εικών του Θεού του αοράτου πρωτότοκος πάσης κτίσεως»(3), «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού» (4).
Μια τέτοια παράβλεψη θα σήμαινε ανατροπή της σωτήριας σχέσης ανάμεσα στο κτιστό κόσμο και στον άκτιστο Θεό και αναίρεση κατά συνέπεια όλου του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Είναι κρίσιμο στο σημείο αυτό να ξαναθυμηθούμε τέσσερα βασικά σημεία της πίστης μας για την εικόνα, τονίζοντας πρώτον, ότι: στην εικόνα εικονίζεται η υπόσταση του Χριστού και όχι η φύση του, καθότι  «περιγραπτός άρα ο Χριστός καθ’ υπόστασιν, καν τη Θεότητι απερίγραπτος»(5) μάς διδάσκει ο ΘεόδωροςΣτουδίτης και κατά τον όρον πίστεως της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου: « ..ο προσκυνών την εικόναν προσκυνεί εν αυτή τηνεγγεγραμμένην υπόστασιν» δηλαδή , κι ας το ξαναπροσέξουμε αυτό παρακαλώ, του Χριστού το συναμφότερον, τη Θεανδρικότητάτου, το Θεανθρώπινό του Πρόσωπο.
Είναι επίσης αναγκαίο να θυμηθούμε ότι η εικόνα δεν ταυτίζεται με το πρωτότυπο, αλλά αποτελεί ομοίωμά του. Κι εμείς τιμώντας με ευλάβεια την εικόνα, τιμούμε το Πρωτότυπόν της. Σύμφωνα με την κλασσική πλέον ρήση του Μεγάλου Βασιλείου (6)την οποία πρώτος επικαλείται ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός,  «η της εικόνος τιμή προς το πρωτότυπον διαβαίνει» (7).
Το τρίτο σημείο έχει να κάνει με τη δύναμη της εικόνας καθότι  αγιασμένη αυτή, είναι «έμπλεως θείας Χάριτος» (8). Αγιάζεται δηλαδή η εικόνα εξαιτίας του εικονιζομένου προσώπου-φορέα της θείας χάριτος, εξ ου και θαυματουργεί. Κι εμείς βέβαια «προσκυνούμεν ου την ύλην (της εικόνος) αλλά τον εικονιζόμενον», δηλαδή τον της ύλης δημιουργόν, μας διδάσκει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Γι αυτό και όταν χαθεί το εκτύπωμα της μορφής του εικονιζόμενου προσώπου, το ξύλο της εικόνας επανέρχεται σε αυτό που ήταν. Και τότε, γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός  « …..πυρί τω ξύλω δίδωμι» (9). Κι αυτό βέβαια το τονίζει με έμφαση για να αποτρέψει τους συγχρόνους του από οποιασδήποτε μορφής ειδωλοποίηση της εικόνας.
 Η τέταρτη και τελευταία παρατήρηση έχει να κάνει με τη σχέση της εικόνας προς τη φυσική πραγματικότητα. Η εικόνα δεν θέλει να αποδώσει έστω και με κάποια μορφή αφαίρεσης τη φυσική πραγματικότητα. Δεν είναι δηλαδή νατουραλισμός. Κι ούτε εξπρεσιονισμός, ιμπρεσιονισμός, κυβισμός κι οποιοσδήποτε –ισμός. Εννοείται επίσης πως δεν έχει και καμιά σχέση με τη φωτογραφία. Όσο κι αν είναι αυτονόητο, το επισημαίνω για τον παρακάτω λόγο: Η Εκκλησία σοφά πράττοντας αρνείτο και θααρνείται να εντάξει φωτογραφίες νεότερων αγίων μέσα στον ιερό ναό (10). Γιατί αυτό; Για τον απλούστατο λόγο: Η φωτογραφία αποδίδει τον παρόντα κόσμο που είναι κόσμος της φθοράς, την παρούσα φθαρτή πραγματικότητα, θυμίζοντάς μας ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια ορισμένη στιγμή της ζωής του. Αντίθετα , η Εκκλησία μέσω της εικόνας απεικονίζει όχι τον κόσμο όπως είναι, τον κόσμο της φθοράς, αλλά τον μεταμορφωμένο κόσμο, τον κόσμο της Ανάστασης και των Εσχάτων. Γι αυτό και διδάσκει σταθερά  ότι η εικόνα δεν είναι ούτε προσωπογραφία, ούτε θρησκευτικός πίνακας κι ούτε εικονογράφηση της Αγίας Γραφής.
Ο Ορθόδοξος αγιογράφος το ξέρει πολύ καλά αυτό, όπως ξέρει επίσης πολύ καλά ότι μόνο με τη μεγάλη πίστη του και με την ευχή της Εκκλησίας θα μπορέσει να ξεδιπλώσει το χάρισμά του για να εκφράσει την πραγματικότητα και την εμπειρία του μεταμορφωμένου κόσμου.
Τελειώνοντας τον πρώτο άξονα της εισήγησής μας, θα αναφερθούμε στα βασικά χαρακτηριστικά της Βυζαντινής Εικόνας, για να δούμε το πώς αυτή μπορεί να μας μυήσει στην αγιαστική εμπειρία του μεταμορφωμένου κόσμου που μας εικονίζει.
Θα αρχίσω με τη γενική διαπίστωση ότι  όλη η κτίση στη Βυζαντινή Εικόνα εικονίζεται ελεύθερη από τους φυσικούς νόμους της βαρύτητας, της προοπτικής, της φωτοσκίασης και με ένα λόγο της φθοράς του κτιστού. Αυτή είναι η βαθύτερη ελευθερία που εκφράζει όπως εύστοχα επισημαίνει ένας σύγχρονος αγιογράφος (11).
Για να το δούμε αυτό αναλυτικά.
Στη Βυζαντινή Εικόνα καταργείται το φυσικό ηλιακό φως επειδή το αντικαθιστά το άκτιστο αναστάσιμο φως. Το φως που κάνει τα πρόσωπα να λάμπουν. Τα πρόσωπα των αγίων λούζονται με το φως το ιλαρό και ανέσπερο (12). Κι οι φωτοστέφανοί τους δεν είναι τα διακριτικά σύμβολα της αγιότητάς τους, αλλά η ακτινοβολία του φωτός της. Λίγο τον ενδιαφέρει τον αγιογράφο επίσης εάν τα γεγονότα συμβαίνουν την ημέρα ή τη νύχτα. Γι αυτό και δεν είναι λιγότερο φωτεινός ο Μυστικός Δείπνος ή η Προσευχή στηΓεσθημανή απ’ ότι η Ανάσταση και η Πεντηκοστή. Το πρόσωπο του Κυρίου για παράδειγμα δε  «λάμπει» στη  Μεταμόρφωση περισσότερο απ’ ότι σε οποιαδήποτε άλλη εικόνα του, από την εικόνα π.χ. της Σταύρωσης. Γιατί αυτό; Επειδή και επάνω όντας στο Σταυρό ο Κύριος δεν παύει να είναι ο Βασιλεύς της Δόξης. Το φως αγαπητοί συνάδελφοι είναι το γνώρισμα της Δόξης του Κυρίου. Κι ο Χριστός πάνω στο Σταυρό είναι το φωτοειδές πρόσωπο αυτής της Δόξης (13). Είναι η αποκαλυπτική λάμψη του ανθρώπινου προσώπου του Θεού, της εκθαμβωτικής ανθρώπινης μορφής του τριαδικού Θεού. Δεν είναι η ημέρα που φωτίζει, ούτε η νύχτα που σκοτίζει το γεγονός της εικόνας. Όλα έχουν πάθει την οθνεία (=ξενική, αλλογενή) αλλοίωση της Μεταμορφώσεως (14). Παντού λάμπουν οι ανταύγειές της. Η πηγή του φωτός δε βρίσκεται ποτέ μέσα στην εικόνα. Το φως έρχεται απέξω, από μια άλλη νοητή πηγή. Πέφτει κάθετα στο κέντρο της εικόνας και φωτίζει ολόκληρο το πρόσωπο. Δεν υπάρχουν πουθενά φωτοσκιάσεις αφού βρισκόμαστε έξω από το κτιστό φως. Βρισκόμαστε στη Βασιλεία του Θεού, όπου ο Θεός είναι το φως μας και όχι ο ήλιος.
Βρισκόμαστε επίσης και έξω από τον κλειστό χώρο γι αυτό και τα γεγονότα που έγιναν μέσα σε σπίτι πάντα εικονίζονται έξω για να ξεχειλίσουν τη Χάρη της σωτηρίας σε όλον τον κόσμο. Υπέρβαση λοιπόν της τοπικότητας των γεγονότων. Ο τόπος χάνει πλέον τις φυσικές του διαστάσεις  επειδή δε χωρούν σε αυτές τα σωτηριώδη και οικουμενικά γεγονότα της Θείας Οικονομίας. Τόποι που τους χωρίζουν μεγάλες  αποστάσεις ενώνονται ως γειτονικοί. Μεταμορφώνεται ο κοσμικός χώρος. Δεν υπάρχει η προοπτική που τοποθετεί τον άνθρωπο εξωτερικό θεατή. Ο πιστός προσκυνητής βρίσκεται μέσα. Βλέπει όλον τον κόσμο έσωθεν. Υπερβαίνεται επίσης η χρονικότητα ως προς  την αλληλουχία των εικονιζόμενων γεγονότων. Γεγονότα που απέχουν χρονικά μπορεί να εμφανίζονται ως σύγχρονα. Σύμπτυξη δηλαδή της Ιστορίας (15). Τα γεγονότα της Θείας Οικονομίας δεν είναι περασμένα και κλειστά, αλλά παρόντα και ενεργά, μας αγκαλιάζουν και μας σώζουν.  «Χρόνος και φύσις καινοτομούνται», κατά το Μηνιαίο Αυγούστου στις 31 στο Απολυτίκιο.
Ο βυζαντινός αγιογράφος βιώνει το λειτουργικό χώρο και χρόνο μέσα στην Εκκλησία και τούτο τον απελευθερώνει από οποιονδήποτε χωροχρονικό περιορισμό.
Αυτά τα λίγα από τα ένδοξα που  περιγράφει η Εκκλησία δια χειρός του βυζαντινού αγιογράφου, αγαπητοί συνάδελφοι. Κι εμείς αναρωτιόμαστε: Πώς θα μπορέσουμε μέσα στην τάξη να προσεγγίσουμε το κεκρυμμένο μυστήριό τους; Τι μπορούμε να κάνουμε γιαυτό;
Μπαίνουμε στο δεύτερο μέρος της εισήγησής μας και θα αναφερθούμε σε μερικά μόνο από αυτά που μπορούμε να κάνουμε μέσα στην τάξη ώστε να εξυπηρετήσουμε τον παραπάνω στόχο. Κι αυτό επειδή τελικά το όλο θέμα ανάγεται στην παιδαγωγική ελευθερία του διδάσκοντος και ποικίλλει αναλόγως προς τις ιδιαίτερες ικανότητές του, την προσωπικότητά του, το μεράκι του, τα βιώματά του, τις διαθέσεις των μαθητών του και προ πάντων τη δύναμη της ευλάβειάς του.
Με τρεις βασικούς τρόπους μπορούμε να δουλέψουμε με την εικόνα μέσα στην τάξη. Μπορούμε να την αξιοποιήσουμε είτε ωςαφόρμηση του μαθήματος, είτε ως υποστηρικτικό μέσο κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του είτε την ίδια ως περιεχόμενο της διδασκαλίας, όπου δηλαδή κάνουμε όλο το μάθημά μας μέσω της εικόνας.
Στην τελευταία περίπτωση διακρίνουμε ενδεικτικά τρεις κύριες φάσεις.
Πρώτη φάση: Εισαγωγή στην εικόνα.
Στην πρώτη φάση περιγράφεται η εικόνα και συνδέεται με το κείμενο της διδακτικής ενότητας. Ως διδάσκοντες ετοιμάζουμε μια πρώτη δέσμη ερωτήσεων για μια εισαγωγή στην εικόνα και στη στοχοθεσία της διδακτικής ενότητας. Μερικές από τις ερωτήσεις που δουλεύουμε με τους μαθητές μας μπορεί να είναι και οι παρακάτω:
-Τι δείχνει η εικόνα; Ποιο γεγονός; Ποιες καταστάσεις; Με ποια μορφή;
-Ποια πρόσωπα διακρίνουμε; Πώς εικονίζονται;
-Ποιες είναι οι πηγές της εικόνας; ( π.χ. Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, Δογματικές Αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων, Εκκλησιαστική Γραμματεία, Υμνολογία, Βίοι Αγίων, Μαρτυρολόγια, Παράδοση και οτιδήποτε εμπνέει τον αγιογράφο)
-Ποια είναι η ιστορία της; Ποιος είναι ο αγιογράφος;
-Ποιες πληροφορίες μάς δίνει η εικόνα και δεν αναφέρονται στο κείμενο;
Είναι πολύ ωφέλιμο διδακτικά να βοηθάμε τους μαθητές μας να εντοπίζουν από τις πηγές, παραστάσεις τις οποίες οι αγιογράφοι προσπαθούν να τις αποδώσουν εικονογραφικά.
Δεύτερη φάση: Ανακάλυψη του θεολογικού περιεχομένου της εικόνας-Σύνδεσή της με τον Ιερό Ναό.
Συνεχίζοντας το μάθημά μας, διευκολύνουμε τους μαθητές μας να ανακαλύψουν το θεολογικό περιεχόμενο της εικόνας και ναεμβαθύνουν σε αυτό με τη βοήθεια πάντοτε του κειμένου της διδακτικής ενότητας ή και της πηγής. Ταυτόχρονα τους βοηθάμε με κατάλληλες ερωτήσεις να συνδέσουν την εικόνα με τον Ιερό Ναό.
Το νοητό περιεχόμενο κάθε εικόνας , αγαπητοί συνάδελφοι, είναι το δογματικό. Θα πρέπει  όμως αυτό το περιεχόμενο να το κάνουμε προσβάσιμο στους μαθητές μας. Κι εδώ είναι το πιο κρίσιμο σημείο της διδασκαλίας, οποιασδήποτε διδασκαλίας, οποιουδήποτε μαθήματος. Για να μπορέσουμε λοιπόν να επικοινωνήσουμε με τους μαθητές μας θα πρέπει στη τάξη να μιλάμε την ίδια γλώσσα και να γνωρίζουμε ότι στην επικοινωνία καίρια σημασία δεν έχει τόσο το τι λέμε εμείς ή τα κείμενα, αλλά ο τρόπος ή οι τρόποι με τους οποίους κατανοούν οι μαθητές εμάς και τα κείμενα.
 Το θεολογικό περιεχόμενο της εικόνας γίνεται προσβάσιμο με πολλούς τρόπους. Χωρίς πάντως τη χρήση βαριάς θεολογικής ορολογίας και όσο μπορούμε πιο παραστατικά και προ πάντων αξιοποιώντας όσο καλύτερα γίνεται τον παραβολικό λόγο του Ιησού.
Έτσι πιστεύω πως θα μπορέσουν οι μαθητές μας  να διακρίνουν τις βασικές δογματικές όψεις και διαστάσεις της εικόνας και να αναγνωρίσουν τελικά τη θεολογία της. Πάρα πολύ θα μας βοηθήσει στην προσπάθειά μας  αυτή και η σύνδεση της εικόνας με τον Ιερό Ναό. Αν συνειδητοποιήσουν οι μαθητές μας τον άρρηκτο σύνδεσμο ναοδομίας και εικόνας στη Θεία Λατρεία τότε θα πλησιάσουν πιο εύκολα τη Θεολογία της Εικόνας. Οι μαθητές μας θα πρέπει να θυμούνται σε κάθε περίπτωση ότι η εικόνα είναι λειτουργικό και λατρευτικό μέσο της Εκκλησίας. Να τους βοηθήσουμε λοιπόν να εντοπίσουν τη θέση και τη λειτουργία των εικόνων μέσα στον Ιερό Ναό.  Να ιδούν τον ναό ως πραγματικό κόσμο σε μικροκλίμακα. Στον τρούλο ο Παντοκράτορας. «Στη μέση, στην κόγχη πάνω από το ιερό, η Θεοτόκος. Στους τοίχους μέχρι το πάτωμα οι άγιοι. Στο πάτωμα εμείς οι άνθρωποι. Κι όλα αυτά σε μια υλική ενότητα, απαραίτητα το ένα στο άλλο. Οι άνθρωποι στο πάτωμα θα ήταν άστεγοι χωρίς το Θεό του Τρούλου. Ο Θεός του Τρούλου, άπιαστος και ακατανόητος χωρίς τον τοίχο των αγίων. Έρμαιο της φθοράς του ήλιου και της βροχής οι άγιοι χωρίς το Θεό του τρούλου κι ανυπόστατα ξεγυμνωμένοι οι άνθρωποι στο πάτωμα χωρίς τους τοίχους των αγίων. Εξώκοσμοι και απογειωμένοι Θεός και άγιοι χωρίς το πάτωμα της σύγχρονης πορείας των ζωντανών στη γη» (16). Με τη σύνδεση λοιπόν της εικόνας και Ιερού Ναού, πιστεύουμε πως οι μαθητές μας θα μπορέσουν να προσεγγίσουν καλύτερα το δογματικό της περιεχόμενο.
Στην τρίτη φάση περιλαμβάνονται συνεργατικές  δραστηριότητες των μαθητών σε φύλλα εργασίας.
Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε τρεις από αυτές,  όσες κρίνουμε βασικές, επειδή  όπως είναι εύλογο οι δραστηριότητες διαφοροποιούνται ανάλογα με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις και ανάγκες της κάθε διδακτικής ενότητας ξεχωριστά. Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι τόσο στη φάση αυτή όσο και στις προηγούμενες, το διαδίκτυο μάς προσφέρει πάρα πολλές δυνατότητες, αρκεί να αξιοποιηθεί μεθοδικά και προγραμματισμένα.. Η ιδιαίτερη προσφορά του έγκειται κυρίως στο ότι προσφέρει στους μαθητές μας ευρύτατο  πεδίο για αυτενέργεια και πρωτοβουλία.
Μια πρώτη δραστηριότητα των μαθητών μας είναι να συγκρίνουν την εικόνα που δουλεύουμε, με μια άλλη, ιδίου περιεχομένου, αλλά διαφορετικού αγιογράφου ή διαφορετικής τεχνοτροπίας, να σημειώσουν τα κοινά σημεία που υπάρχουν και τις διαφορές που γίνονται αντιληπτές.
Στόχος αυτής της δραστηριότητας είναι να γνωρίσουν οι μαθητές μας την ποικιλία και τον πλούτο απεικόνισης της Ορθόδοξης πίστης και Λατρείας και να συνειδητοποιήσουν ότι οι εικόνες ερμηνεύουν την πίστη μας με διαφορετικό τρόπο.
Μια δεύτερη δραστηριότητα είναι να συγκρίνουν οι μαθητές μας την εικόνα που δουλεύουμε, εικόνα που εκφράζει την Ορθόδοξη  πίστη και διδασκαλία, με μια άλλη εικόνα που δεν την εκφράζει.
Στόχος αυτής της δραστηριότητας είναι να εντοπίσουν οι μαθητές μας τις βασικές διαφορές της Ορθόδοξης πίστης από τη μη ορθόδοξη και να την αιτιολογήσουν.
Μια τρίτη δραστηριότητα είναι να προκαλέσουμε στην τάξη το ερώτημα: Είναι ζωντανή τέχνη η αγιογραφία; δηλαδή εξελίσσεται; ή απλώς αναπαράγονται με βιομηχανικό τρόπο οι εικόνες με σκοπό να καταναλωθούν από τους πιστούς;
Στόχος  αυτής της δραστηριότητας είναι να βρούμε με διάλογο με τους μαθητές μας  τα κριτήρια εκείνα που διασώζουν ες αεί τον χαρακτηρισμό μιας εικόνας ως ορθόδοξης. Ήδη προϊούσης της διδασκαλίας έχουν εντοπιστεί τα παραπάνω κριτήρια και γι αυτό πιστεύω πως η δραστηριότητα αυτή μπορεί κάλλιστα να είναι και μια πολύ καλή άσκηση εμπέδωσης του μαθήματος.
Στο τρίτο μέρος της εισήγησής μας θα αναφερθούμε σε μια παραδειγματική κατά τη γνώμη μου ερμηνευτική προσέγγιση της ορθόδοξης εικόνας από τον Παύλο Εβδοκίμωφ, διάσημο θεολόγο και φιλόσοφο, καθηγητή του Ορθόδοξου Θεολογικού Ινστιτούτου Άγιος Σέργιος της Γαλλίας. Την ονομάζω παραδειγματική για την πανθομολογουμένως υψηλής ποιότητος ερμηνεία. του Εβδοκίμωφ.
Αγαπητοί συνάδελφοι,
«Στο ανατολικότερο και υψηλότερο σημείο κάθε ορθοδόξου ιερού ναού, στο ημιθόλιο υπεράνω της Αγίας Τραπέζης, εικονογραφείται η «Φιλοξενία του Αβραάμ». Τρεις άγγελοι με ποικιλόχρωμη ενδυμασία εμφανίζονται ως ξένοι τούς οποίους δεξιώνεται το ζεύγος του πατριάρχη Αβραάμ και της συζύγου του Σάρρας, υπηρετώντας την τράπεζα, όπου παρακάθονται οιφιλοξενούμενοί τους, απολάβοντας ποτά και εδέσματα, όπως εμφανέστατα διαζωγραφούνται. Πρόκειται για την ορθόδοξη εικόνα της Αγίας Τριάδος, που είναι το υπέρτατο «πιστεύω» της Ορθοδοξίας» (17).

 Στα 1425, ο μοναχός αγιογράφος Αντρέϊ Ρουμπλιώφ, οικονόμησε τις λεπτομέρειες της φιλοξενίας αυτής σύμφωνα με τους στίχους 1ως 15 του 18ου κεφ. της Γενέσεως, τις συμπύκνωσε και συνέθεσε στον καθολικό ναό της Αναλήψεως του Κυρίου στη Μόσχα, την εικόνα της Αγίας Τριάδος. Σπάνια θα βρούμε όμοιά της με τέτοια δύναμη θεολογικής σύνθεσης, με τέτοιον πλούσιο συμβολισμό και τέτοια καλλιτεχνική ωραιότητα, τονίζει ο Εβδοκίμωφ. Ας του δώσουμε το λόγο (18).
Στην εικόνα της Αγίας Τριάδος, γράφει ο Εβδοκίμωφ, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρία επίπεδα. Το πρώτο είναι η ανάμνηση της βιβλικής διηγήσεως για την επίσκεψη των τριών οδοιπόρων στον Αβραάμ, που την ερμηνεύει το λειτουργικό σχόλιο: «Μακάριε Αβραάμ, την είδες και τη δέχτηκες εσύ τη μία και τριαδική θεότητα». Η απουσία όμως των μορφών του Αβραάμ και της Σάρρας μας καλεί τώρα να εισδύσουμε βαθύτερα, στο δεύτερο επίπεδο, στο επίπεδο της  «θείας οικονομίας». Οι τρεις  ουράνιοι οδοιπόροι αποτελούν το Αιώνιο Συνέδριο» και το τοπίο αλλάζει σημασία: η σκηνή του Αβραάμ γίνεται ανάκτορο και ναός, η δρυς του Μαμβρή το ξύλον της ζωής και ο κόσμος ένα σχηματικό κύπελλο μέσα στη φύση, ανάλαφρο σημείο της παρουσίας της. Το επιτραπέζιο σκεύος με το μοσχάρι το αντικαθιστά το ποτήριο της Ευχαριστίας.
Οι τρεις άγγελοι ανάλαφροι και λυγεροί μάς παρουσιάζουν σώματα πολύ επιμηκυσμένα (δεκατέσσερις φορές το μήκος της κεφαλής, αντί για εφτά στη φυσική διάσταση του ανθρώπου). Οι πτέρυγες των αγγέλων, καθώς και ο σχηματικός τρόπος της επεξεργασίας του τοπίου δίνουν την άμεση εντύπωση του άϋλου, την απουσία κάθε γήινου βάρους. Η προοπτική με το βάθος της όπου τα πάντα χάνονται απόμακρα απουσιάζει παντελώς, εξαφανίζονται δηλαδή οι αποστάσεις με συνέπεια άμεση οι μορφές να έρχονται κατ’ ευθείαν επάνω στο πρόσωπό μας ,  δείχνοντας πως ο Θεός είναι εκεί και παντού. Η χαρωπή ελαφράδα του συνόλου, μυστικό της ιδιοφυΐας του Ρουμπλιόφ, δημιουργεί ένα φτερωτό όραμα. Τα τρία πρόσωπα βρίσκονται σε συνομιλία. Το θέμα της θα πρέπει να είναι το κείμενο του Ιωάννη: «Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν». Ο Λόγος όμως του Θεού είναι πάντοτε πράξη: παίρνει τη μορφή του ποτηρίου. Το τρίτο επίπεδο, το ενδοθεϊκό, είναι υπερβατικό και ανέφικτο. Ωστόσο είναι παρόν, αφού η οικονομία της σωτηρίας απορρέει από την εσωτερική ζωή του Θεού.
 Από τη σύλληψη των αγγέλων του  Ρουμπλιώφ αναδύεται η ενότητα και η ισότητα. Έτσι θα μπορούσε κανείς να εκλάβει τον έναν άγγελο για τον άλλον. Η διαφορά προέρχεται από την προσωπική στάση του καθενός απέναντι στους άλλους, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει ούτε επανάληψη ούτε σύγχυση. Το χρυσάφι που λάμπει πάνω στις εικόνες σημαίνει πάντα τη θεότητα και την υπεραφθονία της. Οι πτέρυγες των αγγέλων τυλίγουν, σκεπάζουν με το άπλωμά τους το καθετί. Τα εσωτερικά περιγράμματα των πτερύγων με ένα γλυκό γαλάζιο, προβάλλουν ανάγλυφη την ενότητα και τον ουράνιο χαρακτήρα της ενιαίας των φύσεως. Ένας μόνος Θεός και τρία Πρόσωπα ολότελα ίσα, καθώς φανερώνουν τα όμοια σκήπτρα, σύμβολα της βασιλικής εξουσίας με τη οποία είναι προικισμένος κάθε άγγελος.
Στη συνέχεια ο Εβδοκίμωφ προχωράει στην ανακάλυψη των γεωμετρικών μορφών της σύνθεσης και κυρίως του σταυρού και του ισοπλεύρου τριγώνου και του κύκλου. Από το ξύλο της ζωής, κατά την παράδοση, πήραν το ξύλο για το σταυρό του Χριστού. Η μορφή του είναι αόρατη, αλλά και η φανερώτερη βάση της συνθέσεως. Ο φωτοστέφανος του Πατρός, το ποτήριον και το σημείο της γης βρίσκονται στην ίδια κάθετη γραμμή, που διαιρεί την εικόνα στα δύο και διασταυρώνεται με την οριζόντια γραμμή, που ενώνει τους φωτεινούς κύκλους των παράπλευρων αγγέλων, σχηματίζοντας σταυρό. Ο σταυρός έτσι εγγράφεται μέσα στον ιερό κύκλο της θείας ζωής, είναι ο ζωντανός άξονας της θείας αγάπης. Ο Πατήρ είναι η αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η αγάπη που σταυρώθηκε, το Άγιον Πνεύμα είναι ο σταυρός της αγάπης, η ανίκητη δύναμή της. Η κίνηση διαπερνά  τους βραχίονες του σταυρού κι αυτοί, σαν τους απλωμένους βραχίονες του Χριστού, αγκαλιάζουν το σύμπαν. «Καγώ εάν υψωθώ εκ της γης, πάντας ελκύσω προςεμαυτόν» (Ιω.ιβ΄ 32). Ο υιός και το Πνεύμα είναι τα δύο χέρια του Πατρός. Αν ενώσουμε τα ακραία σημεία του τραπεζιού με το σημείο που βρίσκεται ακριβώς πάνω από την κεφαλή του κεντρικού αγγέλου, βλέπουμε πως οι άγγελοι είναι τοποθετημένοι ακριβώς σ’ ένα ισόπλευρο τρίγωνο. Τούτο φανερώνει την ενότητα και την ταυτότητα της Τριάδος που κορυφή είναι η «πηγαία θεότης», ο Πατήρ. Τέλος,  η γραμμή που σύρεται ακολουθώντας τα εξωτερικά περιγράμματα των τριών αγγέλων σχηματίζει έναν τέλειο κύκλο, σημείο της θείας αιωνιότητας. Το κέντρο του κύκλου αυτού είναι στο χέρι του Πατρός, του Παντοκράτορος. Χέρι που καθώς απλώνεται πάνω από το ποτήριον, κρατάει την αρχή και το τέλος.
Η στάση του πατρός έχει κάτι το μνημειακό, αναδίδει την ιερατική ειρήνη και την ακινησία, την καθαρή πράξη , το συντελεσμένο, στατική αρχή της αιωνιότητας. Ταυτόχρονα όμως, με μιαν αντίθεση  από τις καταπληκτικώτερες, το αυξανόμενο κύμα της κινήσεως του δεξιού βραχίονα, η δυνατή του καμπύλη, που εναρμονίζεται με την ίδια τη δύναμη, με την οποία κλίνει ο λαιμός και η κεφαλή, εκφράζουν τη δυναμική αρχή. Είναι το «απόλυτο» των φιλοσόφων, η «καθαρή πράξη» των θεολόγων και ο Θεός ο Ζων της Βίβλου, ο «Πατήρ ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Η θεία δύναμη, καθώς την ομολογεί το «Πιστεύω» μας («Πιστεύω εις ένα Θεόν, πατέρα Παντοκράτορα») είναι η πατρική δύναμη της αγάπης του Πατρός, που απαυγάζει το βλέμμα του μεσαίου αγγέλου. Επειδή είναι αγάπη δεν μπορεί να αποκαλυφθεί παρά «εν κοινωνία» και δεν μπορεί να γνωσθεί παρά ως κοινωνία «Ουδείς έρχεται προς τον πατέρα ειμή δι’ εμού» (Ιω. Ιδ.΄6) και εξ άλλου: «Ουδείς  δύναται ελθείν προς με, εάν μη ο Πατήρ ο πέμψας με ελκύσει αυτόν» (Ιω. στ΄ 44).Τούτο δεν είναι διόλου στενότητα ή ευαγγελική αποκλειστικότητα, αλλά η συνταρακτικώτερη αποκάλυψη  της ίδιας της φύσεως της αγάπης. Δεν μπορεί να έχουμε καμιά γνώση του Θεού , έξω από την κοινωνία ανθρώπου και Θεού που είναι πάντοτε τριαδική και εισάγει στην κοινωνία πατρός και Υιού. Τούτο μας επιτρέπει να εννοούμε γιατί ο Πατήρ δεν αποκαλύπτεται ποτέ άμεσα. Είναι η Πηγή και ακριβώς γι αυτό είναι η σιωπή. Αποκαλύπτεται αιώνια, η δυαδική όμως ενότητα Υιού και Πνεύματος είναι εκείνη που παρουσιάζει την κοινωνία αυτή, που ζωντανή της εστία είναι το ποτήριον.
Οι γραμμές από τη δεξιά πλευρά του κεντρικού αγγέλου γίνονται πλατύτερες όσο πλησιάζουν τον άγγελο προς τα αριστερά μας. Στη συμβολική γλώσσα των γραμμών οι κυρτές καμπύλες σημαίνουν πάντα την έκφραση, την ομιλία, τη μετάθεση, την αποκάλυψη, ενώ αντίθετα οι κοίλες καμπύλες σημαίνουν την υπακοή, την προσευχή, την αυταπάρνηση, τη δεκτικότητα. Ο Πατήρ είναιστραμμένος  προς τον Υιό του. Ομιλεί. Το κίνημα που διαπερνά το είναι του είναι η έκσταση: εκφράζεται ολόκληρος μέσα στον Υιό: «Εν εμοί ο πατήρ». «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστί».
Ο Υιός ακροάζεται. Οι πτυχές του ενδύματός του εκφράζουν την υπέρτατη προσοχή, την αυτοεγκατάλειψη. Απαρνείται ο ίδιος τον εαυτό του για να μην είναι άλλο παρά ο Λόγος του Πατρός του: « Τα ρήματα α εγώ λαλώ υμίν, απ’ εμαυτού ου λαλώ. Ο δε Πατήρ ο εν εμοί μένων αυτός ποιεί τα έργα». Το δεξιό χέρι του επαναλαμβάνει την κίνηση του Πατρός, την ευλογία. Τα δύο δάκτυλαπου ξεχωρίζουν πάνω στη λευκότητα της τράπεζας-Βίβλου ευαγγελίζονται το δρόμο της σωτηρίας-ενώσεως μέσα στο Χριστό των δύο φύσεων, την εισαγωγή του κόσμου και του ανθρώπινου στοιχείου μέσα στην κοινωνία του Πατρός.
Το αφημένο χέρι του προς τα δεξιά μας αγγέλου δείχνει την κατεύθυνση της ευλογίας, τον κόσμο. Φαίνεται να σκέπει, να προστατεύει, να «κλωσσά» (κατά την έκφραση της βιβλικής διηγήσεως για τη δημιουργία). Πάνω από το ορθογώνιο του κόσμου το χέρι αυτό μοιάζει με τα απλωμένα φτερά της αγνής περιστεράς.
Η γλυκύτητα των γραμμών τού προς τα δεξιά μας αγγέλου έχει κάτι το μητρικό (Ruach=πνεύμα και στις σημιτικές γλώσσες είναι γένους θηλυκού. Τα συριακά κείμενα μεταφράζουν συχνά τον Παράκλητο (παρηγορητή) ως η Παράκλητος (Παρηγορήτρια). Είναι ηπαρηγορία, ο Παράκλητος, αλλά είναι και το Πνεύμα, το Πνεύμα της Ζωής. Είναι αυτός που δίδει τη ζωή και στον οποίο κάθε ζωή έχει την αρχή της. Είναι ο τρίτος όρος της θείας Αγάπης, το πνεύμα της Αγάπης. Η στάση του είναι διαφορετική από τη στάση των δύο άλλων αγγέλων. Με την κλίση και την ορμή όλου του είναι του βρίσκεται ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό. Είναι το πνεύμα της κοινωνίας και της «περιχωρήσεως». Τούτο δείχνεται καθαρά από το τόσο αξιοσημείωτο γεγονός  ότι η κίνηση ξεκινά από τον άγγελο αυτόν. Μέσα από την ιδική του πνοή ο Πατήρ μετακινείται προς τον Υιό, ο Υιός δέχεται τον Πατέρα και ο Λόγος αντηχεί.
Τα χρώματα της σύνθεσης, (το βαθύ πορφυρό της θείας αγάπης, το πυκνό γαλάζιο της θείας αλήθειας, το χρυσάφι της θείας αφθονίας) δημιουργούν μια ολοκληρωτική μουσική συγχορδία με όλην την κλίμακα των πιο λεπτών αποχρώσεων, που λάμπουν σε όλες τις λεπτομέρειες τη συνθέσεως….. Το ποτήριον ακτινοβολεί μες στη λαμπερή λευκότητα του Λόγου που εκπέμπει όλα τα χρώματα της αλήθειας. Είναι η ακτινοβολία της θείας καρδίας, το αμοιβαίο δώρημα των τριών θείων Προσώπων. Κι από όλη τη σύνθεση, από την εικόνα αναδίδεται το ισχυρό κάλεσμα « ίνα πάντες εν ώσιν…καθώς ημείς εν εσμέν». 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...