Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Νταχάου (Η κόλαση μέσα μας)


Για την ανάρτηση : Σουλτάνα Γκαργκάνα!!!
Τη μοιράστηκε μαζί μου κι εγώ...μαζί σας!!!!


Περιδιαβαίνοντας την έκθεση της Συλλογής Οικονόμου στη Δημοτική Πινακοθήκη, το μάτι μου έπεσε σε ένα ειδυλλιακό πίνακα ευρωπαϊκού νατουραλισμού του Antonio Montemezzo. Μία ευχάριστη παρέα από νήπια απολαμβάνει τη σκιά ενός δέντρου παρέα με τη γιαγιά. Κάτι χήνες αρμενίζουν αδιάφορα ενώ στο βάθος διακρίνεται ένας ταύρος. Ο τίτλος του πίνακα είναι «Χωριάτισσα με παιδιά και χήνες στο δάσος του Νταχάου». Κοντοστάθηκα.

Πριν από περίπου πέντε μήνες, ένα πρωινό Τρίτης, βρέθηκα στο σιδηροδρομικό σταθμό τουΝταχάου. Αφού έλαβα οδηγίες από ευγενέστατο ζευγάρι γερμανών για το κατά που πέφτει το στρατόπεδο, επιβιβάστηκα στο τοπικό λεωφορείο. Το χιόνι ήταν πολύ, το κρύο τσουχτερό και ο ήλιος, μία απλή υποψία φωτός στον ουρανό, πίσω από μουντό γκρίζο παραπέτασμα. Το λεωφορείο διέσχισε την ήσυχη πόλη με τα φροντισμένα σπίτια, τα χιονισμένα παρτέρια και τους ήσυχους ανθρώπους που πήγαιναν στη δουλειά τους κουκουλωμένοι με τα κασκόλ και τα σκουφιά τους. Είκοσι λεπτά από το κέντρο του Μονάχου, το Νταχάου δεν έχει να επιδείξει τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μία στερεοτυπική γερμανική κωμόπολη όπου όλα λειτουργούν στην εντέλεια. Στις παρυφές της πόλης, το δάσος παρεισφρύει ανάμεσα στα σπίτια και ένα ποταμάκι τριγυρνάει ανάμεσα σε ψηλά μουντά δέντρα που αγκαλιάζουνε τους δρόμους.


Μετά από πέντε ή έξι στάσεις, η πόλη έδειχνε να έχει κιόλας τελειώσει και το λεωφορείο μάς άφησε μπροστά από το στρατόπεδο. Μία οικογένεια αμερικανών με δύο παιδάκια, ένα γκρουπ από πεντέξι πολωνούς κι εμείς. Δεν είχα ξαναπάει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Η βαριά και άσχημη σιδερένια πόρτα, σου υποσχόταν ήδη το χειρότερο. Ένα τσούρμο βαριεστημένα παιδάκια είχαν στηθεί ακριβώς από πίσω και ακούγαν το γερμανό δάσκαλο να τους εξηγεί πώς μετέφεραν τους κρατούμενους εδώ και ποιες ήταν οι διαδικασίες εισαγωγής στο στρατόπεδο.

Περνώντας την πόρτα, ξανοίχθηκε μπροστά μου μία τεράστια χιονισμένη απλωσιά. Στα δεξιά μου, ένα θλιβερό κτήριο φιλοξενούσε πριν επτά περίπου δεκαετίες το διοικητήριο. Οι νεοαφιχθέντες εισέρχονταν εκεί για να καταγραφούν, να παραδώσουν τα προσωπικά τους αντικείμενα, να καθαρισθούν στα ομαδικά ντουζ και να λάβουν τις στολές τους. Οι αίθουσες ψυχρές και σχεδόν άδειες, με τους τοίχους σκασμένους και υγρούς. Τα λιγοστά ξύλινα έπιπλα και τα σώματα των καλοριφέρ έχουν απομείνει σιωπηλοί μάρτυρες του εγκλήματος που διαπράχθηκε εκεί.

Ένα πλάκωμα σε πιάνει όταν περιδιαβαίνεις τις αίθουσες και διαβάζεις τις λεζάντες και τα όσα περιγράφουν. Για τους εβραίους τα ξεύρεις, δεν σου τα επαναλαμβάνω. Εκείνα που ίσως δεν πολυγνωρίζεις είναι για τους λοιπούς που κατέληγαν εκεί: κομμουνιστές, αθίγγανοι, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, ψυχικά διαταραγμένοι, ομοφυλόφιλοι, ισπανοί που μάχονταν τον Φράνκο και ιερείς.

Ανάμεσα στα εκθέματα, το βλέμμα μου έπεσε σε ένα κομμάτι ξύλου. Ανήκε σε έναν ιερέα κρατούμενο. Το είχε σκαλίσει μέσα στο στρατόπεδο, προσπαθώντας να του δώσει τη μορφή του εσταυρωμένου. Συγκινήθηκα, γαμώτο. Ακόμη κι αυτή την ύστατη στιγμή που θα έλεγες ότι ο Θεός του τον έχει ξεχασμένο, ο ιερέας αρνείται να τον ξεχάσει. Και είναι αυτή μία ένδειξη ανθρώπινου μεγαλείου. Διαβάζω σε μία λεζάντα, ότι οι κρατούμενοι ακόμα και στις πιο άγριες περιόδους του στρατοπέδου, όταν οι εκτελέσεις ελάμβαναν μαζικό χαρακτήρα και τα κρεματόρια δεν σταματούσαν να καπνίζουν ανθρώπινα αποκαϊδια, έβρισκαν μικρούς τρόπους να συμπαρίστανται ο ένας στον άλλο: να εξευμενίζουν την κτηνωδία που ζούσαν, με ψήγματα ανθρωπιάς.


Μεταξύ των ονομάτων, μία μεγάλη λεζάντα για το Νίκο Ζαχαριάδη.

Στη μέση της κεντρικής αίθουσας στεκόταν ένοχη, μία ξύλινη κατασκευή. Πάνω της αφημένος, ένας βούρδουλας.

Στο επόμενο δωμάτιο μία σειρά από φωτογραφίες με πειράματα. Κρατούμενοι, γυμνοί μέσα σε πάγο, με βύσματα πάνω στο αποστεωμένο σώμα τους, με τρύπες στο κρανίο τους, να ουρλιάζουν μέσα στο κεφάλι σου. Δίπλα, μία φωτογραφία ενός δόκτορος κάτι. Στρογγυλά γυαλάκια, λευκή ιατρική στολή, λιπόσαρκα χείλη. Το βλέμμα τρελό.

Βγήκα από το κτήριο ντυμένος με τη θλίψη και διέσχισα το μεγάλο άνοιγμα προς την κατεύθυνση των κοιτώνων. Οι γερμανοί έχουν αφήσει μόνο δύο αλλά μπορείς να φανταστείς ολόκληρη τη σειρά από τους κοιτώνες που υπήρχαν από πίσω.


Οι λοιποί έχουν κατεδαφιστεί (προφανώς σκόπιμα, για να εξωραΐσουν κάπως την τραγικότητα της εικόνας) και ένα παχύ στρώμα από χιόνι κάλυπτε τον τεράστιο άδειο χώρο. Παρότι φορούσα άρβυλα, βάδισα μετά κόπου μέσα στο χιόνι. Στην απέναντι άκρη, καμιά εξακοσαριά μέτρα από το διοικητήριο και τους κοιτώνες υψώνονταν μία χριστιανική εκκλησία και ένα εβραϊκό μνημείο.

Η τελευταία πράξη του δράματος διαδραματιζόταν στη νοτιοανατολική άκρη του στρατοπέδου. Περνώντας μία τάφρο και συρματοπλέγματα, μπήκα μέσα σε μία μικρότερη αυλή. Το κρεματόριο στεκότανε βουβό.


Στη μία του πλευρά είχε τουαλέτες, κατόπιν ένα σκοτεινό δωμάτιο με μία βαριά σιδερένια πόρτα και την ταμπέλα «ντουζ» (brausbad), η οποία ήταν παραπλανητική και είχε ως στόχο να πείσει τους μελλοθάνατους να εισέλθουν χωρίς να τους αποκαλύψει τι τους περιμένει: επρόκειτο για το θάλαμο αερίων. Στο πάτωμα βλέπεις τους σωλήνες από τους οποίους διοχετεύονταν τα αέρια. Μπορούσες να φανταστείς τους έγκλειστους κρατουμένους να κοπανιούνται στις πόρτες και να ικετεύουν για οίκτο. Και μετά τη σιωπή.


Η επόμενη αίθουσα φιλοξενούσε τους κλιβάνους. Ένα μεγάλο φουγάρο υψωνόταν πάνω από τη στέγη.

Το πάλευκο χιόνι μπορεί να καλύψει τα πάντα. Δεν μπορεί να προσφέρει συγχώρεση. Μία γενιά πίσω, η ιστορία διδάσκει αναπόδραστα μαθήματα. Όταν τελείωσε η κατοχή, οι όσοι επέζησαν του δράματος των στρατοπέδων εξιστορούσαν τα όσα βίωσαν και δεν τους πίστευε κανείς. Ο κόσμος πάγωσε όταν εντέλει αποκαλύφθηκε η φρίκη του Ολοκαυτώματος. Όπως πάγωσε και ο χρόνος σε εκείνο το στρατόπεδο. Όπως πάγωσα κι εγώ όταν έκλεινα πίσω μου τη βαριά σιδερένια πόρτα.

Όχι δεν ήταν το κρύο.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...