Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ο άνθρωπος στον Παράδεισο-πτώση και τιμωρία

Συνεχίζοντας την αφήγηση της δημιουργίας, ο συγγραφέας της «Γένεσης» διηγείται πώς ο άνθρωπος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο. Τα παρακάτω αναφέρονται στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου αυτού.
Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από το χώμα της γης και φύσηξε μέσα του πνοή ζωής. Ύστερα ο Κύριος φύτεψε έναν κήπο στην Εδέμ, προς την ανατολή, όπου έβαλε τον άνθρωπο που είχε πλάσει. Έκανε να βλαστήσουν από τη γη όλα τα είδη των δέντρων. Ήταν ωραία στην εμφάνιση κι οι καρποί τους ήταν εύγευστοι. Στη μέση του κήπου ήταν το Δέντρο της Ζωής. Εκεί ήταν και το Δέντρο της Γνώσης του καλού και του κακού. Από την Εδέμ πήγαζε ένα ποτάμι, που πότιζε τον κήπο και διαχωριζόταν σε τέσσερις παραπόταμους, τον Φισών, τον Γιχών, τον Τίγρη και τον Ευφράτη.
Ο Θεός έβαλε τον άνθρωπο σ’ αυτόν τον ωραίο κήπο για να τον καλλιεργεί και του είπε: «Από όλα τα δέντρα του κήπου μπορείς να τρως τους καρπούς. Από το Δέντρο όμως της Γνώσης του καλού και του κακού να μη φας, γιατί την ίδια μέρα που θα φας από αυτό, θα πεθάνεις».
Ο Θεός έφερε μπροστά στον άνθρωπο όλα τα ζώα του αγρού και τα πτηνά του ουρανού, για να τα ονομάσει. Ο άνθρωπος έδωσε ονόματα σε όλα τα είδη, αλλά δεν βρήκε κανένα που να είναι σύντροφος όμοιος με αυτόν. Τότε είπε ο Θεός: «Δεν είναι καλό να είναι ο άνθρωπος μόνος του. Θα του φτιάξω έναν σύντροφο όμοιο μ’ αυτόν». Έριξε λοιπόν τον άνθρωπο, τον Αδάμ, σε βαθύ ύπνο κι όταν αποκοιμήθηκε πήρε μία από τις πλευρές του και τη θέση της τη συμπλήρωσε με σάρκα. Από την πλευρά του Αδάμ σχημάτισε μια γυναίκα και την οδήγησε σ’ αυτόν. Όταν την είδε ο Αδάμ είπε: « Αυτό επιτέλους είναι κόκαλο από τα κόκαλά μου και σάρκα από τη σάρκα μου. Θα ονομάζεται «γυναίκα» γιατί πάρθηκε από τον άνδρα. Γι’ αυτήν θα εγκαταλείπει ο άνδρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενώνεται με τη γυναίκα. Θα γίνονται ένα σώμα». Ο Αδάμ και η γυναίκα του, που αργότερα την ονόμασε Εύα, ήσαν γυμνοί αλλά δεν ντρέπονταν, γιατί η καρδιά τους ήταν καθαρή.
Απ’ όλα τα ζώα του αγρού το φίδι ήταν το πιο ήσυχο και το πιο έξυπνο. Μέσα του όμως μπήκε ο Σατανάς, ο οποίος κάποτε ήταν άγγελος του Θεού, αλλά περηφανεύθηκε και δείχθηκε αχάριστος στον Δημιουργό του. Με την αχαριστία και την περηφάνια του κατέστρεψε τον εαυτό του, στράφηκε εναντίον του Θεού και τώρα ήθελε να παρασύρει και τον άνθρωπο στο δικό του καταστροφικό δρόμο.
Είπε λοιπόν το φίδι στη γυναίκα: «Είναι αλήθεια πως ο Θεός σας είπε να μη φάτε καρπό από κανένα δέντρο του κήπου;».
Η γυναίκα του απάντησε: «Μπορούμε να φάμε καρπούς από όλα τα δέντρα, εκτός από εκείνο που βρίσκεται στη μέση του κήπου. Ο Θεός είπε να μη φάμε από αυτό ούτε να το αγγίξουμε, για να μην πεθάνουμε». Τότε το φίδι είπε στη γυναίκα: «Όχι βέβαια! Δεν θα πεθάνετε. Αντίθετα, θα ανοίξουν τα μάτια σας και θα γίνετε κι εσείς θεοί, θα γνωρίζετε το καλό και το κακό όπως ο Θεός. Γι’ αυτό σας το απαγόρευσε».
Η γυναίκα κοίταξε τους καρπούς του δέντρου. Της φάνηκαν πολύ εύγευστοι και ελκυστικοί και ξεσήκωσαν μέσα της την επιθυμία να τους γευθεί και να αποκτήσει τη γνώση. Πήρε λοιπόν από τους καρπούς και έφαγε και έδωσε και στον άνδρα της κι έφαγε κι αυτός. Τότε άνοιξαν τα μάτια τους και κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί. Έκοψαν  φύλλα συκιάς κι έφτιαξαν πρόχειρα καλύμματα, για να σκεπάσουν τη γύμνια τους.
Κάθε απόγευμα ο Θεός περπατούσε στον κήπο και χαιρόταν τα πλάσματά του. Μάλιστα συνομιλούσε με τον άνθρωπο που είχε το χάρισμα του λόγου, μόνος αυτός από όλα τα άλλα πλάσματα. Αυτήν τη μέρα όμως ο άνδρας και η γυναίκα, επειδή είχαν φάει τους καρπούς από το δέντρο της γνώσεως, φοβήθηκαν όταν άκουσαν τα βήματα του Θεού και κρύφτηκαν ανάμεσα στα δέντρα του κήπου. Η ανυπακοή τούς έκανε να ντρέπονται και να φοβούνται τον Θεό.
Αλλά ο Θεός φώναξε: «Αδάμ, πού είσαι;»
Εκείνος απάντησε: «Άκουσα τη φωνή σου και κρύφτηκα, γιατί είμαι γυμνός».
«Ποιος σου είπε ότι είσαι γυμνός;», ρώτησε ο Θεός. «Μήπως έφαγες από το δέντρο που σου είχα απαγορέψει;»
Κι ο Αδάμ αποκρίθηκε: «Η γυναίκα που μου έδωσες, εκείνη μου πρόσφερε καρπό και έφαγα».
Ο Κύριος ρώτησε τη γυναίκα: «Γιατί το έκανες αυτό;».
Κι εκείνη απάντησε: «Το φίδι με εξαπάτησε».
Ο Κύριος στράφηκε προς το φίδι και είπε: «Για το κακό που έκαμες θα είσαι καταραμένο απ’ όλα τα ζώα της γης. Με την κοιλιά θα σέρνεσαι και χώμα θα τρως σ’ όλη σου τη ζωή. Έχθρα θα βάλω ανάμεσα σ’ εσένα και στη γυναίκα κι ανάμεσα στον απόγονό της και στον δικό σου απόγονο. Εκείνος θα σου συντρίψει το κεφάλι κι εσύ θα του πληγώσεις τη φτέρνα».
Ύστερα είπε στη γυναίκα: «Θα αυξήσω τις θλίψεις και τους πόνους σου. Με πολύ πόνο θα γεννάς τα παιδιά σου. Η επιθυμία σου θα στρέφεται προς τον άνδρα σου, αλλά αυτός θα σε εξουσιάζει».
Τέλος είπε στον Αδάμ: «Επειδή άκουσες τη γυναίκα σου και παράκουσες τη δική μου εντολή, θα καταραστώ τη γη εξαιτίας σου. Με μόχθο θα την καλλιεργείς σ’ όλη σου τη ζωή. Αγκάθια και τριβόλια θα σου βλασταίνει και θα τρως το χόρτο του αγρού. Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου, ώσπου να ξαναγυρίσεις στη γη από την οποία προήλθες, γιατί είσαι χώμα και στο χώμα θα επιστρέψεις».
Ο Κύριος έφτιαξε για τον Αδάμ και την Εύα δερμάτινους χιτώνες και τους έντυσε. Και σκέφτηκε: «Τώρα πια ο άνθρωπος έγινε σαν ένας από εμάς στο να γνωρίζει το καλό και το κακό. Υπάρχει λοιπόν κίνδυνος ν’ απλώσει το χέρι του και να φάει από το Δέντρο της Ζωής και να ζήσει αιώνια».
Έτσι ο Κύριος έδιωξε τον άνθρωπο από τον κήπο της Εδέμ και έβαλε στα ανατολικά του κήπου τα Χερουβίμ να φυλάγουν τον δρόμο που οδηγούσε στο Δέντρο της Ζωής.
Κάντε κλικ εδώ για να ακούσετε την αφήγηση του κειμένου.

Πηγή/Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr


papiwtis4(2)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...