Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευθανασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ευθανασία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Η ανακουφιστική φροντίδα

Πηγή 

Η στήριξη των ασθενών και των συγγενών τους, είναι κάτι που συναντάμε σε πολλούς πολιτισμούς και θρησκείες. Η έννοια της παρηγορίας ως ένας τρόπος συμπαράστασης στον πόνο αναγνωρίζεται από τα αρχαία χρόνια, με αναφορές σε επικές ιστορίες. Στον αρχαίο κόσμο, η ανακούφιση από τον πόνο επιτυγχανόταν κυρίως μέσω της μαγείας, της θρησκείας και της ιατρικής, με την ιατρική τελικά να επικρατεί ως βασική μέθοδος θεραπείας. Η ανακουφιστική φροντίδα, όμως, παραμένει άγνωστη σε πολλούς, ακόμα και στον ιατρικό κόσμο.

Η ανακουφιστική φροντίδα προσπαθεί να απαλύνει τον πόνο των ασθενών, επικεντρώνοντας όχι μόνο στη σωματική θεραπεία, αλλά και στην ψυχική και συναισθηματική τους ενδυνάμωση. Ορισμένοι δεν γνωρίζουν ακόμη τη σημασία αυτής της προσέγγισης, παρόλο που έχει γίνει όλο και πιο γνωστή τα τελευταία χρόνια. Αυτός ο συνδυασμός σωματικής και ψυχικής ανακούφισης ήταν πάντα παρών σε θρησκευτικές και πνευματικές παραδόσεις, με τη θρησκεία να παίζει κεντρικό ρόλο στη στήριξη αυτών που πάσχουν.

Η μνήμη μπορεί να αποτελέσει είτε πηγή ανακούφισης είτε μια μορφή εσωτερικής καταδίκης. Αν και συχνά προσπαθούμε να ξεχάσουμε τις δύσκολες καταστάσεις που μας προκαλούν πόνο, αυτές οι αναμνήσεις παραμένουν βαθιά ριζωμένες και μας ακολουθούν. Το βάρος του πόνου γίνεται έτσι μέρος της ψυχικής μας μνήμης, ενώ ταυτόχρονα η ίδια μνήμη μπορεί να αποτελέσει πηγή ανακούφισης και λύτρωσης. 

 

Με τον κ. Κλεάνθη Νιζάμη, εντεταλμένο διδάσκοντα του τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ



Περί Ευθανασίας

 

Στη σύγχρονη εποχή, πλήθος ζητημάτων έρχονται στο προσκήνιο, προκαλώντας συζητήσεις και διλήμματα τόσο σε κοινωνικό όσο και σε ηθικό επίπεδο. Θέματα όπως η αξία της ανθρώπινης ζωής, οι ηθικές προεκτάσεις της επιστήμης, καθώς και οι κοινωνικές αντιλήψεις που διαμορφώνουν τη στάση μας απέναντι σε κρίσιμες αποφάσεις, αναλύονται διεξοδικά. Συχνά, ιδέες που παλαιότερα θεωρούνταν αδιανόητες κερδίζουν έδαφος, εγείροντας ερωτήματα για τις αρχές που καθοδηγούν τις επιλογές μας.

Ένα από τα ζητήματα που τίθενται είναι η ευθανασία, η οποία σε ορισμένες χώρες έχει ήδη νομιμοποιηθεί. Η Ορθόδοξη Θεολογία την απορρίπτει, καθώς θεωρεί τη ζωή δώρο του Θεού που δεν ανήκει στον άνθρωπο να διαχειριστεί κατά βούληση. Ωστόσο, η συζήτηση γύρω από αυτήν είναι περίπλοκη, καθώς εμπλέκει έννοιες όπως η ελευθερία, η αξιοπρέπεια και ο πόνος, απαιτώντας προσεκτική εξέταση τόσο από νομική όσο και από θεολογική σκοπιά.

Με τον κ. Κλεάνθη Νιζάμη, εντεταλμένο διδάσκοντα του τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Πηγή

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2025

Ευθανασία: ατομικό δικαίωμα ή πνευματικό αδιέξοδο;

Σε μία δημοσίευση (10-01-2014) έγκυρης εφημερίδας πληροφορούμαστε ότι σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκεκριμένα στο Βέλγιο, η Γερουσία αποφάνθηκε να επεκταθεί το δικαίωμα επιλογής της ευθανασίας και σε ανήλικους οι οποίοι πάσχουν από ανίατη ασθένεια στο τελευταίο στάδιο.

Έως τώρα η ευθανασία ήταν νόμιμη στο Βέλγιο από το 2002 μόνο για τους ενήλικες. Οι ασθενείς που θα επέλεγαν την ευθανασία πρέπει να ήταν τουλάχιστον 18 ετών, και να έχουν διατυπώσει σαφώς, εκουσίως και επανειλημμένως το αίτημα να πεθάνουν. Μόνον αν ο ασθενής έπασχε από ανίατη ασθένεια, διατηρούσε σώας τας φρένας, θα μπορούσε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Οι δύο άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επέτρεψαν την ευθανασία είναι η Δανία και η Ολλανδία. Στην Ολλανδία επιτρέπεται να διενεργείται μέχρι την ηλικία των 12 ετών.

Μόλις εχθές (13-02-2014) το κοινοβούλιο του Βελγίου ψήφισε το νομοσχέδιο για δικαίωμα στην παιδική ευθανασία ανεξαρτήτως ηλικίας με 86 ψήφους υπέρ, 44 κατά και 12 αποχές. Οι εισηγητές αυτού του μέτρου υποστηρίζουν ότι «αποτελεί ύστατη κίνηση ανθρωπισμού». Και ότι «το σκανδαλώδες δεν είναι ότι εκχωρούμε στα παιδιά το δικαίωμα να τελειώσουν τη ζωή τους όπως αυτά επιθυμούν, αλλά ότι υπάρχουν ανήλικοι που θα πεθάνουν τόσο νέοι!»

Στον αντίποδα, μία από εκείνους που τόλμησαν και καταψήφισαν αυτό το μέτρο η γερουσιαστής των Χριστιανοδημοκρατών Ελς βαν Χουφ αναρωτιέται:

«Στην αρχή, το προτεινόμενο νομοσχέδιο περιελάμβανε τα νοητικώς καθυστερημένα παιδιά, μετά οι υποστηρικτές της ευθανασίας έβαλαν μέσα ακόμη και τα παιδιά που πάσχουν από ανορεξία ή τα παιδιά
που απλώς βαριούνται να ζουν. Πόσες ακόμη κατηγορίες ανηλίκων θα συμπεριλάβουν;», και δηλώνει τον
φόβο της ότι η διαδικασία αυτή γίνεται ελαφρά τη καρδία. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα μία προβεβλημένη περίπτωση ευθανασίας, που συγκλόνισε το Βέλγιο στις αρχές του 2013: ζεύγος πανομοιότυπων διδύμων, που γεννήθηκαν κωφοί, ζήτησαν και έκαναν ευθανασία επειδή έμαθαν ότι θα έχαναν και το φως τους και δεν άντεχαν στη σκέψη ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. 

Αυτή είναι η μία όψη της σύγχρονης πραγματικότητας, που σίγουρα προβληματίζει όλους μας και οδηγεί την σκέψη του μέσου ανθρώπου σε διάφορους συλλογισμούς.

Αξίζει ωστόσο να δει κανείς μία άλλη εκδοχή της ζωής, σύγχρονη και αυτή της οποίας ο ανθρωπισμός ξεκινά από διαφορετική βάση. Ένα πενηντάλεπτο ντοκυμαντέρ που προβάλλεται στο διαδίκτυο με τον τίτλο «Το Φρούριο» μας διηγείται ότι κάπου στα νότια σύνορα της Ρωσίας, μόλις 7 χιλιόμετρα από την Ρουμανία υπάρχει η Ι. Μ. της Αναλήψεως θεμελιωμένη από τον ηγούμενο π. Μιχαήλ και τέσσερις μοναχούς το 1994.

Στο μοναστήρι λειτουργεί και ορφανοτροφείο. Η εικόνα που παρουσιάζουν τα ορφανά παιδιά δεν είναι εκείνη της εγκατάλειψης και της μιζέριας. Βλέποντας κανείς τα πρόσωπα και την εμφάνισή τους θεωρεί ότι πρόκειται για παιδιά πλούσιων και πολυάσχολων γονέων που τα εμπιστεύτηκαν προσωρινά σε σίγουρα χέρια. Και δεν είναι όλες οι περιπτώσεις των παιδιών εύκολες και ευχάριστες.

 Ο Λαυρέντιος ένα μωρό με διαγνωσμένη την ασθένεια του AIDS επειδή δεν επιτρέπεται να μείνει στο ορφανοτροφείο μαζί με τα άλλα παιδιά, ζει μέσα στη μονή, παίζει και κινείται ανάμεσα στους μοναχούς οι οποίοι τον αγκαλιάζουν άφοβα και τον έχουν συνεχώς μαζί τους, ακόμη και στην Θεία Λατρεία. Ένα άλλο μικρό κορίτσι με επιληπτικές κρίσεις έχει ανάγκη από στοργή. Το καλομαθαίνουν και της φέρονται πολύ προσεκτικά ώστε να είναι ήρεμη και χαρούμενη. Την θεωρούν ευλογία και όχι πρόβλημα. Ο ίδιος ο ηγούμενος Μιχαήλ αφιερώνει πολύ από τον χρόνο του μαζί της. Ο μικρός Στόπα (ρωσικό χαϊδευτικό του «Στέφανος») είναι γεννημένος χωρίς χέρια και με πολύ σοβαρό πρόβλημα στα πόδια. Πλήθος κόσμου συγκινημένο τον ακούει να εύχεται στον ηγούμενο Μιχαήλ τα χρόνια πολλά για τα γενέθλιά του. Και προς το τέλος της ταινίας με ωριμότητα μεγάλου ανθρώπου και σταθερή φωνή να λέει: «Έκλαιγα τότε γιατί δεν είχα χέρια. Και είπα στον εαυτό μου: Μην κλαις! Να χαίρεσαι γιατί έχεις ζωή!». Αποκορύφωμα ο Μικρός Γκλεντ, εκ γενετής κωφός, τυφλός και άλαλος. Ο αφηγητής σχολιάζει ότι έχει νιώσει πόνο για δέκα ενήλικες άνδρες μαζί. Επικοινωνεί μόνο με την αφή μέσα από στιγμές συγκλονιστικής τρυφερότητας. Αρκεί ένα άγγιγμα για να νιώσει αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή όχι. Ο Γκλεντ είναι το αγόρι – καρδιά. Στο πρόσωπό του η αίσθηση και το βίωμα υπερβαίνουν την εκλογικευμένη προσέγγιση των ανθρώπινων σχέσεων και της ζωής.

Παιδιά μικρά, ορφανά, εγκαταλελειμμένα, ανάπηρα που ζουν τον πόνο ως τις τελευταίες τους δυνάμεις. Πίνουν το πικρό ποτήρι μέχρι και την τελευταία σταγόνα. Όμως ο πόνος εδώ δεν οδηγεί σε σκέψεις ευθανασίας αλλά σε περισσότερο ενδιαφέρον, σε ανάλωση προσωπικού χρόνου, μεγαλύτερη αγάπη, εντατικότερη προσοχή και θερμότερη προσευχή. Δεν υπάρχει πουθενά χώρος για φόβο, αλαζονεία ή απέχθεια προς την αναπηρία. Λέει ο π. Μιχαήλ: «Ένιωσα τον πόνο του ορφανού και του ανάπηρου μέσα στην χάρη του Θεού.» Στον χώρο της Χάριτος ο πόνος μεταβάλλεται από αιτία απόγνωσης σε άνοιγμα διαστάσεων και σε πλατυσμό της ύπαρξης.
Συνεχίζουμε την αναφορά μας στην ευθανασία, με αφορμή την είδηση ότι στο Βέλγιο, η Γερουσία αποφάνθηκε να επεκταθεί το δικαίωμα επιλογής της ευθανασίας και σε ανήλικους. Έως τώρα η ευθανασία ήταν νόμιμη στο Βέλγιο από το 2002 μόνο για τους ενήλικες. Οι ασθενείς που θα επέλεγαν την ευθανασία πρέπει να ήταν τουλάχιστον 18 ετών, και να έχουν διατυπώσει σαφώς, εκουσίως και επανειλημμένως το αίτημα να πεθάνουν. 
Ανακύπτει λοιπόν ένα εύλογο και συνάμα βασανιστικό ερώτημα:
Είναι κακοί και ανάλγητοι εκείνοι οι άνθρωποι στο Βέλγιο που ψήφισαν υπέρ του δικαιώματος στην ευθανασία και μάλιστα των ανηλίκων; Μάλλον όχι, σύμφωνα με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Η βάση της αιτιολόγησης της επιλογής τους είναι η συμπόνια και η συμπάθεια προς εκείνα τα μέλη της κοινωνίας με ανίατη ασθένεια. Δεν μπορούν να βλέπουν τους συνανθρώπους τους να ταλαιπωρούνται. Δεν αντέχουν τόσο σωματικό και ψυχικό πόνο μαζεμένο. Δεν υπάρχει κατ’ αυτούς λόγος να παρατείνεται ένα μαρτύριο για μία ζωή χωρίς την παραμικρή ελπίδα για ποιότητα, όπου ο άνθρωπος να μπορεί να αναπτύξει το σύνολο των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων του, να δεχθεί την αναγνώριση, να απολαύσει την αμοιβή και ό,τι άλλο προσδιορίζεται συνήθως ως χαρά της ζωής.
Κάθε τι έξω από το παραπάνω πλαίσιο – κοσμοείδωλο είναι χωρίς νόημα, α-νόητο, ανεπίστροφος εκτροχιασμός, αδιέξοδο όπου ένας εκούσιος και ανώδυνος θάνατος προβάλει ως έσχατη και αξιοπρεπής λύση. Εδώ η συμπόνια και η συμπάθεια περισσότερο καταλήγουν να τυραννούν τον ανθρώπινο ψυχισμό παρά να καλλιεργούν τις δι-ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη γίνεται βάσανο και ο πλησίον από επιθυμητό πρόσωπο μεταβάλλεται σε βάρος που θέλουν αξιοπρεπώς να απαλλαγούν από αυτό. Η κοινή λογική και το κοινό αίσθημα σε συνδυασμό με την εμπειρία της ζωής, εκείνης της ζωής για την οποία τόσα πολλά θυσίασαν και τόσο κόπο κατέβαλαν οι δυτικές κοινωνίες για να την εξασφαλίσουν, επιτακτικά προβάλει τον θάνατο μέσω της ευθανασίας ως δικαίωμα.
Από την άλλη πλευρά εκεί, επτά χιλιόμετρα από τα ρουμανικά σύνορα στον ρωσικό νότο, αντιμετωπίζουν με συμπόνια και οίκτο όχι την αναπηρία του σώματος την οποία δέχονται ως ευλογία όπως είδαμε, αλλά την αναπηρία του πνεύματος. Λέει ο ηγούμενος Μιχαήλ: «Ο κόσμος δεν είναι κακός, αλλά βρίσκεται σε λήθαργο. Ο Θεός μας βοηθά όλους, αλλά δεν το καταλαβαίνουμε πάντα». Όταν τον ρωτούν τι μέλλον βλέπει για τα παιδιά που περιθάλπει όταν ο ίδιος έχει τρία εμφράγματα, απαντά: «Θα είναι για πάντα παιδιά μου. Έχω σταθερή ελπίδα στον Θεό για τα πάντα. Ο Θεός υποχρεούται να τα προσέξει.» Και αναφέρει πλήθος περιστατικών όπου ο ίδιος έβλεπε ζωντανά την χάρη του Θεού στην καθημερινότητα. Τότε εκεί που φαίνεται ότι έρχεται το τέλος, έρχεται ο ίδιος ο Θεός.
Σε μερικές περιπτώσεις, όπως του μικρού Λαυρέντιου, του νηπίου με το AIDS, γίνονται ακόμη και θαύματα. Μεγάλη Παρασκευή μέσα στην θλίψη και την κατάνυξη της ημέρας ανακοινώθηκε ότι θεραπεύτηκε από την ανίατη νόσο. Αλλά το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι αυτό. Είναι η μετοχή στην κοινωνία και την αγάπη του Θεού. Μία αγάπη απλόχερη, βέβαιη, χωρίς αδιέξοδο και απόγνωση. Μία αγάπη που δεν είναι απλά αίσθημα, αλλά πρόσωπο – Υπόσταση. Που ενώ δεν είναι εκ του κόσμου τούτου σαρκώνεται, σταυρώνεται, ανασταίνεται και σώζει τον κόσμο τούτο.
Η νέα νοηματοδότηση του πόνου και του θανάτου συντελείται με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως, του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Τελικά με την εκούσια αποδοχή του σταυρικού μαρτυρίου και του θανάτου ο Χριστός διδάσκει μία νέα, επιθετική στάση απέναντι στον πόνο και τον θάνατο. Ο πόνος δεν παύει απλώς να είναι μέγεθος χωρίς νόημα που οδηγεί στον όλεθρο, αλλά αναλαμβάνεται εκούσια. Ο Χριστός δεν αποφεύγει να πιει το πικρό ποτήριο του πόνου μέχρι και την τελευταία σταγόνα. Αρνούμενος ακόμη και την παραμικρή δόση αναισθητικού επάνω στον Σταυρό. Ο πόνος τον οποίον έζησε και αισθάνθηκε συνιστά την άκρα ταπείνωση της ανθρώπινης φύσης. Ταπείνωση και ευτελισμό σε τόσο βάθος που έφτασε μέχρι τον θάνατο. Επειδή όμως ανέλαβε ο ίδιος τις συνέπειες της αμαρτίας, τον πόνο και τον θάνατο χωρίς να φέρει το αίτιό τους, την αμαρτία, ο θάνατος δεν μπόρεσε να τον κρατήσει γιατί δεν είχε το δικαίωμα και αναστήθηκε δίκαια. Η ανάσταση του Χριστού δεν είναι μία νίκη εναντίον του θανάτου η οποία επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της θεϊκής του δυνάμεως. Συνιστά και μία δίκαιη απαίτηση της ανθρώπινης ύπαρξης να απελευθερωθεί από τα δεσμά του θανάτου, αφού δεν μετέχει στο αίτιο του θανάτου, την αμαρτία.
Στο πρόσωπο του Χριστού θεμελιώνει η χριστιανική πίστη την στάση της απέναντι στον πόνο. Το παράδειγμα του Χριστού καταδεικνύει ότι ο πόνος δεν είναι α-νόητος.  Αν ο άνθρωπος κατανοήσει τον πόνο, όχι μόνο τον δικό του αλλά και τον πόνο του «άλλου», ως συμμετοχή στον Σταυρό του Χριστού, του δίνει νόημα και τον μεταβάλλει από συμφορά σε μέσο αγιασμού. Έτσι μόνον ο πόνος υπερβαίνεται. Η άποψη αυτή δικαιολογεί την ορθόδοξη θεώρηση του πόνου όχι ως μέσου εξιλεωτικού απέναντι στον Θεό για τις αμαρτίες μας, αλλά ως μέσου παιδαγωγικού που ωριμάζει πνευματικά τον άνθρωπο. Η ορθόδοξη στάση ζωής δεν εισηγείται καμίας μορφής οδυνισμό  ή μαζοχισμό. Αντίθετα είναι στάση θάρρους και ανδρείας που ξεπερνά ακόμη και τα όρια της ανθρώπινης φύσης.
Η ιστορία της εκκλησίας είναι γεμάτη με παραδείγματα μαρτύρων που αποδέχθηκαν τον θάνατο με χαρά. Εξάλλου ακόμη και στις μέρες μας υπάρχουν πιστοί άνθρωποι, ασκητές συνήθως, όπως ο ηγούμενος Μιχαήλ που είδαν την σωματική ασθένεια ως επίσκεψη του Θεού. Ουδέποτε κανείς από αυτούς διανοήθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή του ή στη ζωή κάποιου αδελφού για να αποφύγει τους πόνους, κινούμενος ακόμη και από συμπόνια. Η ίδια η άσκηση, η οποία αποτελεί την βάση της πνευματικής ζωής συνιστά μία μορφή εκούσιας αποδοχής του πόνου μέσω του αυτοπεριορισμού των φυσικών σωματικών απαιτήσεων των οποίων ο κορεσμός οδηγεί σε ηδονές και πάθη αμαρτωλά.
Η καθαρή και γαλήνια καρδιά, η απελευθερωμένη από τα πάθη μπορεί να διακρίνει την ευτυχία ακόμη και εκεί που υπάρχει πόνος και αρρώστια. Δεν εμποδίζεται να ευτυχήσει και να διδάξει την ευτυχία ακόμη και μέσα σε μία κοινωνία τόσο άρρωστη και τόσο αδιέξοδα πονεμένη που καταντά να θεωρεί ως έσχατο καταφύγιό της, αυτό που φοβάται περισσότερο από όλα: τον θάνατο.
Από την άλλη μεριά η Μονή της Αναλήψεως στον ρωσικό νότο στέκεται πραγματικά φρούριο απέναντι σε τέτοιες απέλπιδες σκέψεις και δίνει φως και ζωή. Όχι μόνο στα ορφανά και ανάπηρα παιδιά που περιθάλπει, αλλά και στην ορφανή από Θεό και ανάπηρη από αίσθηση Πνεύματος σύγχρονη κοινωνία. Μέσα από τα μάτια του Ηγουμένου Μιχαήλ, των πατέρων, των ορφανών και των αναπήρων παιδιών η ευθανασία που τελικά εισηγούνται συμπονετικά οι Βέλγοι πολιτικοί ποτέ δεν θα θεωρηθεί δικαίωμα, αλλά μόνον αδιέξοδο.

Πηγές:
Εφημερίδα το Βήμα, «Διχάζει τους Βέλγους η ευθανασία και σε ανηλίκους:Οι γερουσιαστές ενέκριναν τη σχετική πρόταση με ψήφους 50 υπέρ έναντι 17», 10/01/2014.
http://www.enet.gr/?i=news-room.el&id=415335
Ντοκυμαντέρ «Το Φρούριο»: http://www.youtube.com/watch?v=igYtqVKY090
Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, Θεσσαλονίκη 2009.
Νικολάου Κόϊου, Βιοηθική: Συνοδικά κείμενα των Ορθοδόξων Εκκλησιών για θέματα Βιοηθικής, Αθήνα 2007.


Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2025

1.5 ΣΧΕΣΗ ΖΩΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Ενεργητική και παθητική ευθανασία: υπάρχει ηθική διαφοροποίηση;

Τελική Έξοδος: Μια Συζητηση για την Ευθανασία στην Ελλάδα

Ειδικοί επιστήμονες από τους χώρους της ιατρικής και της νομικής, διανοούμενοι, αλλά και ασθενείς μοιράζονται την προσωπική τους εμπειρία, μιλούν ανοιχτά και με ειλικρίνεια, ξεπερνώντας τα όρια των επιστημών τους για ένα από τα πιο δύσκολα και επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα στην Ελλάδα και τον κόσμο. Μπορούμε να επιλέξουμε πώς θα τελειώσει η ζωή μας; Στo νέο επεισόδιο της σειράς Society Uncensored με τίτλο «Τελική έξοδος» που έκανε ψηφιακή πρεμιέρα την Τρίτη 15 Απριλίου στο Onassis Channel στο YouTube, φέρνει στο προσκήνιο ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και διχαστικά ζητήματα της εποχής μας: την ευθανασία και την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Μπορούμε να επιλέξουμε έναν ήρεμο και ανθρώπινο θάνατο, όταν η ζωή μας έχει φτάσει σε σημείο όπου ο πόνος και η αδυναμία είναι αφόρητα; Ποια είναι τα ηθικά διλήμματα που εγείρονται και ποιο νομικό πλαίσιο διέπει αυτές τις πρακτικές; Πώς ισορροπούμε το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση με την υποχρέωση προστασίας της ανθρώπινης ζωής; Ποιος ορίζει τι σημαίνει αξιοπρεπής θάνατος; Ενεργό μέρος της συζήτησης έγιναν οι θεατές που την παρακολούθησαν ζωντανά στις 20 Φεβρουαρίου, στη Μικρή Σκηνή της Στέγης παίρνοντας θέση πάνω θέματα πολύ ουσιαστικά που μιλούν για το εδώ και τώρα.

 

Ποιες χώρες στην Ευρώπη επιτρέπουν την υποβοηθούμενη ευθανασία

Τι ισχύει στις ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με την αμφιλεγόμενη νομοθεσία που επιτρέπει σε ασθενείς σε τελικό στάδιο να τερματίζουν την ζωή τους.

Οι Βρετανοί βουλευτές έδωσαν το «πράσινο φως» επί της αρχής στην νομοθεσία για την υποβοηθούμενη ευθανασία, η οποία θα επιτρέπει σε ενήλικες που νοσούν σε τελικό στάδιο να ζητούν βοήθεια για να τερματίσουν τη ζωή τους στην Αγγλία και την Ουαλία.

 

Η νομοθεσία θέτει σε εφαρμογή πολλαπλές εγγυήσεις, όπως η απαίτηση το άτομο να έχει την ικανότητα να λάβει μια τέτοια απόφαση, δύο επίσημες δηλώσεις της πρόθεσής του να το πράξει, δύο αξιολογήσεις γιατρών σχετικά με την επιλεξιμότητα εντός μιας εβδομάδας η μία από την άλλη και έγκριση από δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Οι ενήλικες που αναμένεται να πεθάνουν σε έξι μήνες θα μπορούσαν να είναι επιλέξιμοι και τελικά να τους χορηγηθεί μια εγκεκριμένη ουσία που θα μπορούσαν να χορηγήσουν μόνοι τους για να πεθάνουν.

Το νομοσχέδιο έχει πυροδοτήσει μια συζήτηση στη χώρα σχετικά με τις εγγυήσεις που απαιτούνται για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να πέσουν οι άνθρωποι θύματα εξαναγκασμού, καθώς και για την ελευθερία των ανθρώπων να επιλέγουν τον τρόπο θανάτου.

 

Στην Ευρώπη, υπάρχουν μόνο λίγες χώρες που επιτρέπουν την υποβοηθούμενη θανάτωση και πολλές από αυτές άλλαξαν τη νομοθεσία τους μόλις πρόσφατα.

Τι είναι η ευθανασία και η υποβοηθούμενη αυτοκτονία;

Ευθανασία είναι η πράξη του σκόπιμου τερματισμού μιας ζωής για την ανακούφιση από τον πόνο, σύμφωνα με τον Εθνικό Οργανισμό Υγείας (NHS) του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι η βοήθεια σε κάποιον να τερματίσει τη ζωή του σκόπιμα. Και οι δύο είναι παράνομες στις περισσότερες χώρες, περιλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου.

 

Στην Ολλανδία, η ευθανασία ορίζεται ως η περίπτωση κατά την οποία «ο γιατρός χορηγεί στον ασθενή θανατηφόρα δόση κατάλληλου φαρμάκου», ενώ η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι όταν ο ασθενής χορηγεί μόνος του το φάρμακο.

Η ευθανασία διαχωρίζεται μερικές φορές σε «ενεργητική» και «παθητική», με τη δεύτερη να ορίζεται ως η παρακράτηση της μηχανικής υποστήριξης σε έναν ασθενή ή ο τερματισμός της υποστήριξης της ζωής. Για παράδειγμα, δικαστική υπόθεση του 1983 στην Καλιφόρνια καθόρισε ότι οι γιατροί που αρνούνταν την μηχανική υποστήριξη σε έναν ασθενή με τη συγκατάθεση της οικογένειας δεν μπορούσαν να κατηγορηθούν για φόνο.

Η κυβέρνηση της Ολλανδίας διευκρινίζει ότι η παρηγορητική περίθαλψη δεν αποτελεί μορφή ευθανασίας. Αντίθετα, ο ασθενής «καθίσταται αναίσθητος με φάρμακα που μειώνουν τον πόνο και τελικά πεθαίνει από φυσικά αίτια».

Η νέα νομοθεσία το Ηνωμένο Βασίλειο ορίζει την υποβοήθηση του θανάτου ως την περίπτωση κατά την οποία ένα ανίατα άρρωστο άτομο που έχει σαφή και ενημερωμένη επιθυμία να τερματίσει τη ζωή του χωρίς να εξαναγκαστεί σε κάτι τέτοιο, ζητά βοήθεια για να πεθάνει.

Πού αποποινικοποιήθηκε για πρώτη φορά η ευθανασία στην Ευρώπη

Η πρώτη χώρα στον κόσμο που αποποινικοποίησε την ευθανασία ήταν η Ολλανδία το 2002, με τον νόμο περί τερματισμού της ζωής κατόπιν αιτήματος και υποβοηθούμενης αυτοκτονίας (διαδικασίες επανεξέτασης).

Ο νόμος προβλέπει έξι κριτήρια για την υποβοηθούμενη από ιατρό αυτοκτονία:

  1. το αίτημα του ασθενούς να είναι εκούσιο,
  2. ο πόνος του να είναι αφόρητος και να μην βελτιώνεται,
  3. ο ασθενής να έχει ενημερωθεί για την πρόγνωσή του,
  4. ο ιατρός και ο ασθενής να έχουν αποφασίσει ότι δεν υπάρχει «λογική εναλλακτική λύση»,
  5. να έχει ζητηθεί η γνώμη άλλου ιατρού και
  6. ο ιατρός να έχει «ασκήσει τη δέουσα ιατρική φροντίδα και προσοχή» κατά τον τερματισμό της ζωής του ασθενούς.

Οι γιατροί δεν υποχρεούνται να διενεργούν ευθανασία και οι ασθενείς δεν έχουν δικαίωμα σε αυτήν, διευκρινίζει η κυβέρνηση.

 

Οι ανήλικοι μπορούν να ζητήσουν ευθανασία από την ηλικία των 12 ετών, με τη συγκατάθεση του γονέα ή του κηδεμόνα να είναι απαραίτητη μέχρι να γίνουν 16 ετών, σύμφωνα με την ολλανδική κυβέρνηση.

Εν τω μεταξύ, στην Ελβετία, η υποβοηθούμενη αυτοκτονία τιμωρείται μόνο εάν το άτομο που βοηθά κάποιον να πεθάνει ενεργεί για ιδιοτελείς λόγους. Αυτό ισχύει από τότε που ο ποινικός κώδικας τέθηκε σε ισχύ το 1942.

 

Ποιες χώρες της ΕΕ έχουν αποποινικοποιήσει την ευθανασία ή τον υποβοηθούμενο θάνατο

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επιτρέπουν την υποβοηθούμενη θανάτωση είναι το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, η Ισπανία, η Αυστρία και η Πορτογαλία.

Το Βέλγιο αποποινικοποίησε την ευθανασία μετά την Ολλανδία το 2002, επίσης υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο ασθενής πρέπει να είναι σε θέση να εκφράσει τη βούλησή του, να μην έχει προοπτική βελτίωσης και να αναφέρει αφόρητο πόνο.

Το αίτημα πρέπει να είναι εκούσιο, μελετημένο, επαναλαμβανόμενο και να γίνεται χωρίς εξωτερική πίεση. Αυτό επεκτάθηκε και στους ανηλίκους το 2014.

Το Λουξεμβούργο αποποινικοποίησε την ευθανασία ή την υποβοηθούμενη αυτοκτονία το 2009, ενώ η Ισπανία ψήφισε νόμο που επιτρέπει και τα δύο το 2021 για όσους υποφέρουν αφόρητα.

Το κοινοβούλιο της Πορτογαλίας ψήφισε νομοσχέδιο που επιτρέπει την ευθανασία το 2023 μετά από μακρά συζήτηση και έπειτα από βέτο του προέδρου της χώρας.

Το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας έκρινε το 2020 ότι ένας νόμος που ποινικοποιεί τις υπηρεσίες υποβοηθούμενης αυτοκτονίας είναι αντισυνταγματικός, δηλώνοντας ότι οι νομοθέτες πρέπει να «διασφαλίσουν ότι παραμένει επαρκής χώρος για το άτομο να ασκήσει το δικαίωμά του σε έναν αυτοκαθοριζόμενο θάνατο και να επιδιώξει και να πραγματοποιήσει την απόφαση να τερματίσει τη ζωή του με τους δικούς του όρους».

Ο αυστριακός νόμος άλλαξε το 2022 μετά από δικαστική απόφαση ότι η απαγόρευση της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας παραβιάζει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχαν πρόσφατα συζητήσεις σχετικά με την υποβοηθούμενη θανάτωση, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας, η οποία πρόκειται να συνεχίσει να συζητά τη νομοθεσία για την υποβοηθούμενη θανάτωση - που περιλαμβάνει περισσότερη υποστήριξη παρηγορητικής φροντίδας - τον Ιανουάριο του 2025.

Μια ειδική επιτροπή στην Ιρλανδία συνέστησε επίσης στην κυβέρνηση να «εισάγει νομοθεσία που να επιτρέπει την υποβοηθούμενη θανάτωση». Τα μέλη του ιρλανδικού κοινοβουλίου ψήφισαν να λάβουν υπόψη τους την έκθεση τον Οκτώβριο του 2024, αλλά δεν έχουν ακόμη εισάγει νέα νομοθεσία.

Πηγή 

 


Ευθανασία- «Είναι δικαίωμα ο θάνατος;».

Η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον βίο. Ο θάνατος δεν είναι το τέρμα της ζωής, αλλά το τέλος του βίου και τελείωση της ζωής

 
ΣΕΒΑΣΜΙΩΤΑΤΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ ΚΑΙ ΑΓΙΟΥ ΒΛΑΣΙΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, εφ. Το Βήμα, 1/10/2006
 
Η ευθανασιακή προοπτική που κυριαρχεί στη σκέψη μερικών ανθρώπων της εποχής μας θέτει πολλά ερωτήματα, μεταξύ των οποίων και το ερώτημα: «Είναι δικαίωμα ο θάνατος;». Στη φράση αυτή σημαντική θέση έχουν οι λέξεις «δικαίωμα» και «θάνατος». Η απάντηση που θα δώσει κανείς στο ερώτημα αυτό εξαρτάται από τις πεποιθήσεις του και τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές και θεολογικές απόψεις που τον διακατέχουν.
Για τον ορθόδοξο Χριστιανό η απάντηση είναι σαφής: ο άνθρωπος είναι δημιούργημα του Θεού και ο Θεός έχει την αποκλειστικότητα (copyright) πάνω στη ζωή του. Εκείνος που δίνει τη ζωή, εκείνος ρυθμίζει και την εξέλιξή της. Δεν δώσαμε εμείς τη ζωή στον εαυτό μας και επομένως δεν μπορούμε να την τερματίσουμε. Κατά τον Αγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό υπάρχουν τα «εφ' ημίν» - όσα εξαρτώνται από μας - και τα «ουκ εφ' ημίν» - όσα δεν εξαρτώνται από μας. Σίγουρα η έναρξη της βιολογικής ζωής και το τέλος της ανήκουν στα «ουκ εφ' ημίν». Επομένως δεν δεχόμαστε την ευθανασία.
Όμως το ερώτημα αν «έχουμε δικαίωμα στον θάνατο», που οδηγεί μερικούς στην ευθανασία, σχετίζεται και με άλλα υπαρξιακά ερωτήματα, όπως: «τι είναι το είναι», «τι είναι η ζωή», «τι είναι ο θάνατος», «ποια είναι η σημασία του πόνου» κτλ.
Το «είναι» του ανθρώπου δεν συνίσταται απλώς στην ευζωία, αλλά στο νόημα που δίνει κανείς στη ζωή του. Η ζωή δεν ταυτίζεται απόλυτα με τον βίο. Ο θάνατος δεν είναι το τέρμα της ζωής, αλλά το τέλος του βίου και τελείωση της ζωής, δηλαδή αρχή μιας άλλης ύπαρξης, μιας πορείας συνάντησης με άλλα πρόσωπα. Ο πόνος έχει βαθύτατο νόημα, αφού κατά τον Victor Frankl «το νόημα μπορεί να βρεθεί στη ζωή όχι μόνον μέσ' από την πράξη η τις εμπειρικές αξίες, αλλ' επίσης και μέσα από τα βάσανα». Γι' αυτό και η ελευθερία δεν συνίσταται στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δύσκολα και τραγικά γεγονότα, αλλά στην ελεύθερη στάση απέναντι στις δυσκολίες. Όταν δίνει κανείς νόημα στον πόνο, τότε βιώνει την «έκσταση της αγάπης», αποκτά την «αίσθηση της ομορφιάς», μαθαίνει την «αίσθηση του χιούμορ».
Ένα άλλο ερώτημα που συνδέεται με το αρχικό είναι: «Ο άνθρωπος είναι ένα άτομο με ατομικά δικαιώματα η πρόσωπο με προσωπικές σχέσεις;».
Ο άνθρωπος είναι αποτέλεσμα σχέσεως, καρπός αγάπης δύο ανθρώπων, των γονέων του, που συνεργάζονται με τον Θεό, δηλαδή είναι κοινωνικόν ον. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμπεριφέρεται ως άτομο και μέσα από τα ατομικά δικαιώματα, αλλά ως πρόσωπο και μέσα από προσωπικές σχέσεις. Έτσι, δεν έχουμε ατομικό δικαίωμα στον θάνατο, όπως δεν έχουμε ατομικό δικαίωμα στη ζωή. Το μόνο «δικαίωμα-καθήκον» που έχουμε είναι να αισθανόμαστε το «δώρο» της ζωής, να χαιρόμαστε όλες τις «περιπέτειες» της ζωής, τη δραστηριότητα της ημέρας, αλλά και την ομορφιά της νύχτας, να υπερβαίνουμε τον πόνο και τις δοκιμασίες της ζωής με υπευθυνότητα, να αισθανόμαστε τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους ως μια «ανταλλαγή δώρων», να ζούμε προσωπικά και κοινωνικά. Τότε θα γνωρίσουμε καλά ότι η θετική αντιμετώπιση της διαδικασίας του θανάτου είναι ευεργετική για τον εαυτό μας, γιατί έτσι ωριμάζουμε, αλλά και ωφέλιμη για τους συνανθρώπους μας, γιατί έτσι εκφράζεται κατά τον καλύτερο τρόπο η αγάπη ως θυσία, υπέρβαση του εγώ και προσφορά, και όχι ως μια ευχάριστη ατομική δικαιωματική απόφαση.
Οποιος δίνει νόημα στη ζωή, στον πόνο και στον θάνατο και βιώνει την «έκσταση της αγάπης» έχει σκοπό στη ζωή του και ισχύει ο λόγος του Νίτσε «εκείνος που έχει έναν σκοπό στη ζωή μπορεί ν' αντέξει σχεδόν στο κάθε τι» και δεν τρέμει προ της διαδικασίας του θανάτου, ούτε την αρνείται εγωιστικά, με το ατομικό του δικαίωμα, για να καταλήξει στην ευθανασία. Οπότε και δεν τον απασχολεί το ερώτημα αν έχει δικαίωμα στον θάνατο, αφού γεμίζει από νόημα ζωής

Πηγή/Αναδημοσίευση: http://theologosgr.blogspot.gr/2013/07/blog-post_9152.html

Στο τέλος της ανθρώπινης ζωής – Η ευθανασία

Ο θάνατος ως άρση και αναίρεση της ζωής καταργεί την αναφορά και τη διαφορά, όταν όλα νεκρώνουν, τότε παγώνουν και παγιώνονται, μένουν αμέτοχα και άσχετα, ομοιόμορφα και άμορφα, ταυτόσημα και εξομοιωμένα ισοπεδωτικά. Γιατί αν η ποικιλία και η ενότητα χαρακτηρίζουν τη ζωή, η ομοιομορφία, η ισοπέδωση και ο χωρισμός ταιριάζουν αποκλειστικά στο θάνατο. Τελικά θάνατος είναι η σχάση, δηλαδή η μη σχέση, η διακοπή και αναίρεση της σχέσεως. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θεολογία είναι η σχετικότητα της ζωής, δηλαδή η αναφορικότητα, που βρίσκεται στον αντίποδα της ατομικότητας.

Η αναφορικότητα νοείται ως σύνολο πλήρες σχέσεων, ως πλέγμα αμοιβαίων αλληλεξαρτήσεων και ως ιστός απειράριθμων μορφών ζωής γεμάτων από ποικιλίες. Αντίθετα η ατομικότητα ενέχει τη διαίρεση και οδηγεί στο θάνατο, τον κατεξοχήν χωρισμό με την τέλεια απομόνωση του άνθρωπου. Έτσι ατομικότητα και αναφορικότητα παραμένουν οι δύο πόλοι του βασικού διλήμματος που τίθεται ενώπιον του ανθρώπου, για να ζήσει τη ζωή του. Η θεολογία και παράδοση της Εκκλησίας συνιστούν και προβάλλουν τη σχέση αντί για τη σχάση, τη ζωή αντί για το θάνατο. Γι’ αυτό και η στάση αυτή απαγορεύει κάθε ατομική παρέμβαση στο φαινόμενο της ζωής, που επιφέρει τη διακοπή του.

Η θεολογική τοποθέτηση στο ζήτημα της ευθανασίας είναι γνωστή αλλά ταυτόχρονα και άγνωστη. Είναι πασίγνωστη η αρνητική στάση ολόκληρης της εκκλησιαστικής παραδόσεως απέναντι στην ευθανασία, παραμένει όμως άγνωστο σε πολλούς το θεολογικό υπόβαθρο και η λογική που διέπει την άρνηση αυτή. Εδώ αξίζει εντελώς παρεκβατικά να σημειωθεί ότι η ευθανασία ανήκει στην ίδια κατηγορία περιπτώσεων που υπάρχει παραβίαση της ανθρώπινης ζωής, όπως είναι π.χ. η αυτοκτονία και η έκτρωση, που κρίνονται με τον ίδιο σκεπτικισμό και αντιμετωπίζονται με την ίδια επιφυλακτικότητα. Με την αυτοκτονία σημειώνεται παρέμβαση του ανθρώπου προς το τέλος της ανθρώπινης πορείας, ενώ με την έκτρωση κατά την αρχή του φαινομένου της ζωής.

Όμως είτε στην αρχή είτε στο τέλος της ζωής σημειώνεται ανθρώπινη παρέμβαση σε κάτι που προϋπάρχει από το συγκεκριμένο άτομο και θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτό, δηλαδή στο γεγονός της ζωής, αποτελεί παραβίαση των όρων της φύσεως και παρεκτροπή στο παρά φύση. Κι ακόμη, η ζωή κάθε όντος είναι δημιούργημα κάποιου άλλου Όντος, του όντως Όντος, του Θεού, που αποκαλύπτεται ως οντότητα προσωπική και είναι η ανεπανάληπτη πρωταρχική πηγή της ζωής, η «Αυτοζωή», ο «ποιητής ουρανού και γης ορατών τε πάντων και αοράτων». Κάθε ανθρώπινη παρέμβαση στη ροή της ζωής που δρα ανασταλτικά είτε στην αρχή είτε στο τέλος της επομένως εδώ εμπίπτει και η ευθανασία συνιστά αναστολή του έργου του Θεού.

Ή ευθανασία ως όρος, έννοια, αλλά και στάση ζωής δεν είναι κάτι καινούργιο. Ως λέξη που προέρχεται από το «ευ θνήσκειν» απαντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία περισσότερο με την έννοια του ένδο-ξου, του ωραίου, του ήσυχου και του φυσικού θανάτου. Η περίπτωση του Διαγόρα, που πέθανε μέσα στις επευφημίες του πλήθους για τους τρεις ολυμπιονίκες γιούς του, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα φυσικής ευθανασίας, δηλαδή ένδοξου, γαλήνιου και ευτυχισμένου θανάτου, που προβάλλεται σε κείμενα της περιόδου αυτής, ενώ με την ίδια έννοια οι λέξεις ευθανατώ, ευθάνατος και ευθανασία βρίσκονται σε έργα του Ποσειδίππου, του Φίλωνα, του Κικέρωνα, του Στοβαίου, του Πολυβίου, του Ιωσήπου και του Μενάνδρου. Παρότι η ίδια η σημασία του όρου είναι προβληματική, αφού η έννοια του θανάτου κατεξοχήν δυσάρεστου γεγονότος δεν μπορεί εύκολα να συνδυασθεί με ευχαρίστηση και να θεωρηθεί σαν κάτι καλό, η ευθανασία αυτού του τύπου κινούνταν στα όρια της φυσικής ισορροπίας της ανθρώπινης ζωής, γιατί δεν προσδιόριζε την εσκεμμένη εφαρμογή κάποιας τεχνητής μεθόδου για την επιτάχυνση ή την ακαριαία πρόκληση των βιολογικών διαδικασιών του θανάτου.


Ωστόσο δεν μπορεί να ισχυριστεί κάνεις ότι απουσίαζε τότε ως φιλοσοφία αλλά και πράξη- η ευθανασία, αφού με ηθελημένες ενέργειες καταβαλλόταν προσπάθεια να τεθεί τέλος στη ζωή ανθρώπων, προκειμένου να απαλλαγούν από ανίατες αρρώστιες και δυσβάστακτους σωματικούς πόνους. Ο οίκτος και η συμπάθεια προς ανιάτως πάσχοντες συνανθρώπους αλλά και η επιθυμία για συγκρότηση κοινωνιών, που να χαρακτηρίζονται από την υγεία και την ευεξία των μελών τους, είχαν προβληματίσει ανέκαθεν προς την κατεύθυνση αυτή. Κείμενα της αρχαίας ελληνικής περιόδου μαρτυρούν ότι η ευθανασία υπήρχε ως δημοφιλής λογική και «αντίδοτο» στα γηρατειά και το σωματικό πόνο. Άλλωστε και ο όρκος του Ιπποκράτη, παρότι δεν αναφέρει ονομαστικά τη λέξη και δεν περιλαμβάνει μόνο την πρακτική της ευθανασίας, περιέχει σαφή υπόμνηση στους γιατρούς, που απαγορεύει τη χορήγηση οποιουδήποτε θανατηφόρου φαρμάκου σε ασθενή, έστω και μετά από παράκλησή του: «Ου δώσω δε ουδέ φάρμακον ουδενί αιτηθείς θανάσιμον, ουδέ υφηγήσομαι ξυμβουλίην τοιήνδε»

Εξάλλου είναι γνωστό ότι στη Σπάρτη υπήρχε σε εφαρμογή νόμος που υπαγόρευε ένα είδος κοινοτικής ή ευγονικής ευθανασίας και εκφραζόταν με τον Καιάδα. Οι Στωϊκοί φιλόσοφοί τη θεωρούσαν σαν λύση στον πόνο και τις ανίατες αρρώστιες, ενώ οι Ρωμαίοι την πρόβαλαν σαν διέξοδο από την προβληματική και ασθενική ζωή αλλά και σαν «προληπτική μέριμνα» για κάθε απρόσμενο ενδεχόμενο. Στους Ρωμαίους άλλωστε απαντάται και η πρώτη ιστορικά βεβαιωμένη πράξη κοινής όχι ευγονικής- ευθανασίας, όταν το 68 μ.Χ. ο αποφασισμένος να αυτοκτονήσει φιλόσοφος Σενέκας έκοψε αρχικά μόνος του τις φλέβες του σώματός του, αλλά βλέποντας να καθυστερεί το τέλος του παρακάλεσε επίμονα το γιατρό του Στάτιο Ανναίο να τον βοηθήσει, και εκείνος παρά την έντονη διαπάλη του με τον όρκο του Ιπποκράτη κάμφθηκε από τις επίμονες παρακλήσεις του φίλου του και του χορήγησε το δηλητήριο. Οι αντιλήψεις αυτές αναβίωσαν πολλούς αιώνες αργότερα με το φιλοσοφικό κίνημα του σκεπτικισμού, που είχε ως κυριότερους εισηγητές και αντιπροσώπους τον Μοντέν και τον Σοπενχάουερ, ενώ ανάμεσα στους υποστηρικτές και θιασώτες της ευθανασίας συγκαταλέγονται οι φιλόσοφοι Χέγκελ και Μέτερλιγκ, καθώς επίσης και ο Φρόϋντ, στον οποίο μάλιστα και εφαρμόσθηκε αυτή από κάποιον στενό φίλο και συνάδελφό του.

Ακόμη εδώ πρέπει να επισημανθεί ένα κλασσικό παράδειγμα γλωσσικού αντιδανείου. Την ελληνική λέξη ευθανασία, που σήμαινε τον ήρεμο, γλυκύ και ευχάριστο θάνατο, δανείστηκε αυτούσια η αγγλική γλώσσα μεταλλάσσοντας όμως και τη σημασία της. Έτσι η αγγλική εκδοχή της «euthanasia» με κύριο νοηματικό μεταλλάκτη τον φιλόσοφο Βacon έχει τη σημασία της επισπεύσεως του θανάτου, προκειμένου να αναβαθμισθεί η ποιότητα ζωής στο τελευταίο στάδιο του ασθενούς και να μετριασθεί ο σωματικός πόνος, ή να τεθεί τέλος σε μία επώδυνη και γεμάτη ταλαιπωρίες ζωή. Όμως σταδιακά, από τον 19ο και κυρίως από τον 20° αιώνα, η ευθανασία δεν σημαίνει απλώς την ποιότητα των τελευταίων ωρών αλλά τη συγκεκριμένη ενέργεια, με την οποία τερματίζεται αποφασιστικά η ζωή του πάσχοντα. Έκτοτε το ζήτημα της ευθανασίας επανέρχεται αλληλοδιαδόχως μέσα από το δίπολο αυτό, δηλαδή της ανακουφίσεως των πόνων και της επιτεύξεως του «ήρεμου τέλους» αφενός, και της προκλήσεως του ίδιου του θανάτου αφετέρου, προκαλώντας παντελή σύγχυση .

Με βάση τους σύγχρονους ιατρικούς ορισμούς και τη σχετική ορολογία η ευθανασία διακρίνεται σε ενεργητική ευθανασία, που προϋποθέτει τη χορήγηση κυρίως φαρμάκου ή τη χρησιμοποίηση άλλου μέσου με σκοπό το θάνατο του ασθενούς, και την παθητική ευθανασία, που σημαίνει τη διακοπή της θεραπευτικής αγωγής ή την μη παροχή κάποιων μηχανημά¬των, που θεωρούνται απαραίτητα για τη διατήρηση του πάσχοντα στη ζωή. Μία τρίτη μορφή είναι η έμμεση ευθανασία, κατά την οποία χορηγούνται φάρμακα για ανακούφιση του πόνου αλλά με αποτέλεσμα την επίσπευση του τέλους του ασθενούς, ενώ ως τέταρτη θεωρείται η υποβοηθούμενη αυτοκτονία, όπου κάποιος προμηθεύει θανατικό φάρμακο σε ασθενή, γνωρίζοντας ότι εκείνος θα το χρησιμοποιήσει για να αυτοκτονήσει. Τέλος μια πέμπτη μορφή είναι η λεγόμενη κοινωνική ή ευγονική ευθανασία, κατά την οποία αφαιρείται η ζωή διανοητικά καθυστερημένων, ανιάτων ή σωματικά αναπήρων ανθρώπων προκειμένου να διαφυλαχθεί η κοινωνία από «μη χρήσιμα κοινωνικώς» άτομα. Στην κατηγορία αυτή, που έχει ιστορικά στιγματισθεί από τις μαζικές θανατώσεις του Καιάδα και του Dahau, συγκαταλέγονται και οι περιπτώσεις της για τους ίδιους λόγους διακοπής της ζωής σε νεογνό ή και έμβρυα με τις λεγόμενες εκλεκτικές εκτρώσεις, όταν διαπιστώσεις και αποτελέσματα του προγεννητικού ή σήμερα- του προεμφυτευτικού ελέγχου πληροφορούν για πιθανότητες νοσημάτων .

Ακόμη πρέπει να διευκρινιστεί ότι σε όλες τις μορφές της η ευθανασία χαρακτηρίζεται ως , όταν γίνεται μετά από επίμονη παράκληση του ασθενούς, ή ακούσια, όταν ενεργείται έπειτα από απόφαση του γιατρού ή των συγγενών και πάντως χωρίς την έγκριση ή και ενάντια με τη θέληση του ιδίου. Η πρώτη περίπτωση δεν διαφέρει πολύ από την αυτοκτονία, ενώ η δεύτερη έχει όλα τα στοιχεία που συνιστούν φόνο. Εξάλλου είναι φυσικό η παθητική ευθανασία να διαφοροποιείται από την ενεργητική, όπως άλλωστε υπάρχει βασική διαφορά μεταξύ του αφήνω κάποιον να πεθάνει και του θανατώνω. Στην πρώτη περίπτωση δεχόμαστε απλώς τα όρια της ανθρώπινης υπάρξεως και της σύγχρονης βιοτεχνολογίας και επιτρέπουμε στην ανίατη νόσο να ακολουθήσει την πορεία της ως το τέλος, ενώ με την πράξη της θανατώσεως, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της ευθανασίας «από οίκτο» ή για λόγους ευγονικής, γίνεται σφετερισμός της δυνάμεως και της εξουσίας του Θεού, στον Οποίο ανήκει αποκλειστικά η ζωή.

Βέβαια αν σχετικά με το θέμα αυτό υπάρχει κάτι που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, αυτό είναι το πέρασμά του από το θεωρητικό και φιλοσοφικό πλαίσιο στις απειλητικές διαστάσεις του κοινωνικού και θεσμικού κινδύνου. Γιατί δεν μπορεί να περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι τα τελευταία αυτά χρόνια συζητείται ευρύτατα και νομοθετείται σταδιακά η εφαρμογή τεχνητής ευθανασίας, δηλαδή ο εκούσιος τερματισμός της ζωής κάποιου πάσχοντα από τρίτους, με την προβολή μάλιστα πολλές φορές «ανθρωπιστικών» ή και «θρησκευτικών» επιχειρημάτων. Περίπου στην τελευταία εικοσιπενταετία η κίνηση για την ευθανασία υπήρξε δυναμική, με έντονη την απαίτηση νομιμοποιήσεώς της. Ωστόσο σε συνάρτηση με το θέμα της νομιμοποιήσεως της ευθανασίας και ως στοιχεία συνευδοκούντα προς αυτήν πρέπει να θεωρηθούν η αποδοχή και νομιμοποίηση των αμβλώσεων, η ιδέα της αυτονομίας του ατόμου και του δικαιώματός του για αυτοδιάθεση, καθώς επίσης και η τεράστια πρόοδος της ιατρικής τεχνολογίας, που έδωσε τη δυνατότητα υποστηρίξεως της ζωής με μηχανικά μέσα και παρατάσεως της διαδικασίας του θανάτου.

Ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης η Ολλανδία φαίνεται να κατέχει την «πρωτοπορία» στη νομιμο¬ποίηση της ευθανασίας. Από στατιστικές προκύπτει ότι στη χώρα αυτή κατά μέσο όρο ένας γιατρός προ¬βαίνει έξι φορές την ημέρα σε ενεργητική ευθανασία, άλλες είκοσι φορές την ημέρα διακόπτεται η θεραπευτική αγωγή μη έχοντος ελπίδα να επιζήσει αρρώστου, ενώ αρκετές χιλιάδες Ολλανδοί έχουν υπογράψει «διαθήκη εν ζωή» (living will) ή έχουν καταθέσει «εκ των προτέρων κατευθύνσεις» (advanced dirctives), δηλαδή έγγραφα προδιατυπωμένης εκφράσεως επιθυμίας που έχουν νομική ισχύ και με τα οποία ένα υγιές άτομο εκφράζει προκαταβολικά την προσωπική βοληση όσον αφορά τον τρόπο αντιμετωπίσεώς του σε περίπτωση κώματος ή ανίατης αρρώστιας, η οποία συνοδεύεται συνήθως με απώλεια της ικανότητας για λήψη αποφάσεων.

Όπως καταθέτει η ιατρική εμπειρία, το περίεργο ή αξιοσημείωτο σε όλο τον προβληματισμό για την ευθανασία είναι ότι το θέμα ανακινούν και προβάλ¬λουν κυρίως οι συγγενείς του πάσχοντα και όχι ο ίδιος ο ασθενής. Κι αυτό, γιατί τις περισσότερες φορές εκεί¬νος που υποφέρει από ανίατη αρρώστια, και πιέζεται από αφόρητους πόνους μπορεί προς στιγμήν να ζητά το τέλος του, όμως μόλις το άλγος ελαττωθεί ή εξαλειφθεί, ξαναβλέπει προς τη ζωή και οι παρακλήσεις του στρέφονται τώρα στη διατήρησή της και όχι στο τέλος της. Εξάλλου οι φορτικές πιέσεις των -μακρινών πολλές φορές συγγενών δημιουργούν πολλά ερωτηματικά και υποψίες, όταν μάλιστα μαζί με αυτές συνυπάρχουν οικονομικά συμφέροντα και κληρονομικά ενδιαφέροντα. Όμως σε κάθε περίπτωση ο για¬τρός θα πρέπει όχι μόνο να εξαντλεί επιστημονικά όλη του την προσπάθεια στην ανακούφιση του πόνου, αλλά και να στέκεται δίπλα στον άρρωστο προσφέροντας πάντοτε ελπίδα ζωής και όχι να εμφανίζεται ως δήμιος και εκτελεστής του θανάτου. Γιατί αναντίρρητα ο γιατρός είναι εκείνος που ζυγιάζεται και μετράει καθημερινά τις μεγάλες στιγμές του περάσματος από τη ζωή στο θάνατο, χωρίς καμιά εξουσία στη λύση αυτής της γραμμής, γνωρίζοντας ότι τα βαθύερα νήματα που ενώνουν τις αντίπερα όχθες βρίσκονται στα χέρια Άλλου, Εκείνου που τα έδωσε.

Ωστόσο το πρόβλημα δημιουργείται όταν η θέληση του ασθενούς είναι αντίθετη με εκείνη του γιατρού και κυρίως όταν ο ασθενής επιθυμεί την εφαρμογή της υψηλής τεχνολογίας και την εισαγωγή του σε μονάδα εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ), ενώ ο γιατρός του αντιτίθεται, επειδή την θεωρεί μάταιη. Αυτό συμβαίνει γιατί στις περισσότερες περιπτώσεις οι advanced directives περιέχουν γενικότητες και δεν μπορούν βέβαια να καλύψουν όλες τις πιθανές περι¬πτώσεις. Εξάλλου μια πάθηση που θεωρείται ανίατη κατά το χρόνο υπογραφής ενός τέτοιου εγγράφου, μπορεί να είναι αντιμετωπίσιμη κατά το χρόνο υλοποιήσεώς του. Πέρα από το ότι οι άνθρωποι αλλάζουν συχνά γνώμη, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, αλλιώς σκέπτεται ένας υγιής όταν συ-ντάσσει ένα τέτοιο κείμενο και αλλιώς όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με το θάνατο.

Εξάλλου, είναι επίσης γεγονός ότι η αρχική σκέψη που οδήγησε στη θέσπιση τέτοιων εγγράφων ήταν η διαφύλαξη των ανθρώπων από την αγριότητα της σύγχρονης τεχνολογίας και από την επιθυμία «ζηλωτών» γιατρών για άκριτη και χωρίς ουσιαστικό λόγο εφαρμογή της σε κάθε περίσταση. Και δυστυχώς η ύπαρξή της έφθασε να μεταφράζεται από πολλούς γιατρούς ως ένδειξη μειωμένης φροντίδας για τον άρρωστο. Συχνά παραθεωρείται ή και αγνοείται πλήρως από τους γιατρούς η τωρινή θέληση του αρρώστου, γι’ αυτό και προχωρούν σε μονομερή λήψη αποφάσεως, που είναι συνήθως αρνητική για τη ζωή του. Έτσι, από έρευνα που διενεργήθηκε σε ολλανδικά νοσοκομεία διαπιστώθηκε ότι στο 61% των ενδονοσοκομειακών θανάτων είχε προηγηθεί μία εντολή μη ανανήψεως (Do not Resuscitate ή DNR εντολή), που στο 80% των περιπτώσεων αυτών δεν είχε συζητηθεί με τον άρρωστο αλλά ήταν αποκλειστική απόφαση του γιατρού .

Βέβαια κάνεις δεν αμφισβητεί την ανάγκη της νομικής οριοθετήσεως της ευθανασίας. Όμως είναι ανάγκη να διακρίνεται το αίτημα από τα ενδεχόμενα αυθαιρεσίας, δηλαδή σκόπιμης εκμεταλλεύσεως και καταδολιεύσεώς του. Άλλωστε και ο σκοπός της υπάρξεως του κάθε νομοθέτη και της ανάγκης του οποιουδήποτε νόμου είναι να ξεχωρίζει τη χρήση από την παράχρηση και να αποτρέπει κινδύνους παραβία¬σεως και παραποιήσεως της ελευθερίας του ανθρώ-που. Γιατί η μέχρι τώρα πείρα βεβαιώνει ότι, ενώ σε τέτοιου είδους νομοθετήματα προτάσσονται κοινωνικές αξίες, ηθικές αρχές και ατομικά δικαιώματα, στο τέλος είναι δυνατόν να διαπλέκονται πολλά και δυσ-διάκριτα συμφέροντα, που υπονομεύουν καίρια και τις αξίες, και τις αρχές, και τα δικαιώματα των ανθρώ¬πων, τα οποία υποτίθεται ότι θέλουν να προασπίσουν. Άλλωστε υπάρχουν σημαντικότατες παράμετροι του θέματος, όπως είναι η έλλειψη νοήματος ζωής και η αδυναμία αξιολογήσεως του πόνου και του θανάτου, που αυτές ουσιαστικά οδηγούν κάποιους ανθρώπους στην απελπισία και τη σκέψη να τελειώσουν τη ζωή τους με ευθανασία, τις οποίες όμως κανένα νομοθέτημα δεν μπορεί να εκφράσει και να αντιμετωπίσει.

Γι’ αυτό σε τελευταία ανάλυση ένας νόμος που θα στόχευε στη νομιμοποίηση της ευθανασίας μπορεί να έχει τέλεια αρνητικές συνέπειες και ολέθριες επιπτώ¬σεις τόσο στην ιατρική πρακτική όσο και στην ευρύ-τερη κοινωνική ζωή. Όπως έχει υποστηριχθεί, «πέρα από την αμαρτία και τις συνειδησιακές τύψεις αυτού που επιτελεί την ευθανασία, δεν θα πρέπει να αγνοηθούν και τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα των α-σφαλιστικών εταιρειών -μια που το κρεββάτι του ετοιμοθάνατου στοιχίζει περισσότερα απ’ το κανονικό- η επίσπευση θανάτων με απώτερο στόχο την κληρονομιά». Ακόμη εκφράζονται φόβοι για ενδεχόμενο εμπορίας οργάνων του σώματος και καθιερώσεως μι¬ας ναζιστικής αντιμετωπίσεως της ζωής και του ανθρώπου, αφού οι άρρωστοι και οι ανάπηροι θα μπορούν νόμιμα και εύκολα να ρίχνονται στον Καιάδα του ευθανάτου.

Αν το αίτημα της ευθανασίας γενικά συνάδει πε¬ρισσότερο με τα «ιδανικά» της καλοπέρασης, του κα¬ταναλωτισμού και της ευζωΐας και συνδέεται με το δυτικό τρόπο ζωής, ο τύπος της κοινωνικής και ευγο¬νικής ευθανασίας ήταν γνωστός περιπτωτικά στο πα¬ρελθόν, αλλά συνεχίζει δυστυχώς να υφίσταται και σήμερα. Δυστυχώς η διολίσθηση σε ένα ιδιότυπο ηθικισμό, που υπαγορεύεται από δαιμονικό προσδιορισμό και επιβολή του «καλού», επιβάλλει η πιθανότητα προγεννητικού εντοπισμού όσων «πρόκειται» να εξε¬λιχθούν σε εγκληματίες να γίνεται δεκτή με τους ίδι¬ους στεναγμούς ανακουφίσεως με τους οποίους καλωσορίζεται η πιθανότητα προγεννητικής καταπολεμήσεως μιας ασθένειας με την έκτρωση.

Η πλάνη της ευγονικής υγείας και των κοινωνικά χρήσιμων ανθρώπων φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να κερδίζει έδαφος. Αν σήμερα η έκτρωση είναι για τις δυτικές κυρίως κοινωνίες το πιο δύσκολο και διχαστικό πρόβλημα, αδιαμφισβήτητα έχει να κάνει με την πλάνη αυτή, που το σκεπάζει μάλιστα με ένα πέπλο ένοχης σιωπής Ενώ βασανίζονται από το πρόβλημα αυτό, δεν ομολογούν τη βαρύτητά του ούτε είναι διατεθειμένες οι κοινωνίες αυτές να αντιμετωπίσουν σοβαρά την αλυσίδα των τεράστιων υπαρξιακών, ψυχολογικών και κοινωνικών προβλημάτων που προέρχονται από αυτή την τραγωδία, η οποία συνίσταται στην προμελετημένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη εξόντωση εκατομμυρίων αγέννητων παιδιών κάθε χρόνο .

Θα αποτελούσε ίσως έκπληξη και θα ακουγόταν παράξενα το γεγονός ότι η εκκλησιαστική εμπειρία και παράδοση συνευδοκεί με το αίτημα της ευθανασίας, η οποία βέβαια ως καλός, ήρεμος και εύκολος θάνατος όχι μόνον δεν απορρίπτεται από τη χριστιανική πίστη και την Εκκλησία, αλλά αποτελεί αντικείμενο επισταμένης προσευχής στη λειτουργική πράξη και ζωή της. Το τακτικά επαναλαμβανόμενο στη θεία

Λειτουργία και σε πολλές άλλες εκκλησιαστικές ακολουθίες αίτημα για να είναι «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά», αλλά και η σύνδεση του οριακού τέλους με τον εύκολο και ειρηνικό θάνατο επιβεβαιώνουν την άποψη αυτή. Ωστόσο, αυτό δεν συνηγορεί στη νομιμοποίηση της ευθανασίας, με την τρέχουσα έννοια του όρου, ούτε παρέχει «χριστιανική» κατοχύρωση και «ηθική» θεμελίωση στους υποστηρικτές της. Είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να χαρίζει ανώδυνο τέλος στη ζωή ο Χριστός «ού εν τη χειρί η ζωή ημών» και ο Οποίος είναι «ζωής ο κυριεύων και του θανάτου», από το να αφαιρει τη ζωή άνθρωπος, για να απαλλάξει ή να απαλλαγεί από τους πόνους του τέλους. Άλλωστε η αίτηση της Εκκλησίας, που μνημονεύσαμε, δεν κάνει λόγο μόνο για «ανώδυνα τέλη», αλλά και για «χριστιανά, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά».Όμως είναι προφανές ότι και μόνη η ταραχή του διλήμματος της ευθανασίας αρκεί να διασαλεύσει και να ανατρέψει τη χριστιανικότητα, την ειρήνη και την ανεπαισχυντία του τέλους.

Μόνο ο Θεός ως δωρεοδότης της ζωής μπορεί και δικαιούται να αποφασίζει για το τέλος κάθε άνθρωπου αν θα είναι επώδυνο ή όχι και, ακόμη περισσότερο, για το πότε θα έρθει αυτό. Εξάλλου η Εκκλησία εκτός από τον οσιακό και ανώδυνο τιμά και τον μαρτυρικό και επώδυνο θάνατο, και μάλιστα όχι μόνο όταν γίνεται για την ομολογία του Χριστού, αλλά και όταν οφείλεται σε αρρώστιες και άλλες οδυνηρές δοκιμασίες, που ο άνθρωπος αγωνίζεται και υπομένει με την ελπίδα στον Θεό. Για την Εκκλησία ο καλός θάνατος δεν έγκειται στην απουσία ή την αποφυγή του πόνου, αλλά στην υπέρβαση και τη μεταμόρφωσή του με την πίστη στον Χριστό. Γιατί ο πόνος συνδέεται με το νό¬μο του θανάτου και έχει καθαρτική αξία. Αναιρείται με τον πόνο η παρά φύση ηδονή και φανερώνεται το μέγεθος και η χάρη της θείας ηδονής.

Όμως, ενώ η προσπάθεια καταπολεμήσεως του πόνου με την ηδονή των αισθήσεων οδηγεί σε αδιέξοδο, η γενναία και καρτερική αντιμετώπισή του λυτρώνει τον άνθρωπο. Όπως υπογραμμίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, «ει πάντες πονήσαι δει, διά την εμφυρείσαν τη φύσει διά του προπάτορος ηδονήν, γενναίως τους προσκαίρους καρτερήσωμεν πόνους, της τε ηδονής το κέντρον ημίν αμβλύνοντας, και των διά αυτής ημάς αιωνίων ελευθερούντας κολάσεων».Ο πόνος αποτελεί φυσική συνέπεια της παρά φύσιν ηδονής της πτώσεως, που συνύφανε τη σάρκα του ανθρώπου με το νόμο της αμαρτίας, δηλαδή της ηδονής που συνοδεύεται πάντοτε από την οδύνη και συνδέεται με το θάνατο προσδιορίζοντας εξαρχής τη γένεση κάθε ανθρώπου. Αυτή ερμηνεύει το γιατί όλοι οι άνθρωποι τυραννούμαστε από την άδικη ηδονή και καλούμαστε να αποδίδουμε «φυσικώς ως χρέος τους πόνους υπομένοντας τον επ’ αυτοίς θάνατον». Την απελευθέρωση από το αδιέξοδο αυτό προσφέρει με την ενανθρώπησή του ο Υιός και Λόγος του Θεού, που χωρίς να έχει «προηγουμένην αυτού» την ηδονή από την παρακοή, αναλαμβάνει με το παθητό αλλά αναμάρτητο σώμα Του την οδύνη και αναιρεί με το άδικο πάθος Του το νόμο της αμαρτίας προσφέροντας έτσι στον άνθρωπο «άλλην αρχήν», που οδηγεί «διά πόνου προς ηδονήν μελλούσης ζωής».

Εξάλλου στη σκέψη των Πατέρων και στην εκκλησιαστική μας παράδοση ο χαρακτηρισμός ενός θανάτου ως καλού ή κακού δεν περιορίζεται και δεν στηρίζεται στα εξωτερικά στοιχεία της μορφής του, αλλά κυρίως προσδιορίζεται από την εσωτερική κατάσταση με την οποία τον αντιμετωπίζει ο άνθρωπος. Προκαλούν ιδιαίτερο προβληματισμό τα ερωτήματα που απευθύνει σε ομιλία του ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος και έχουν άμεση σχέση με το θέμα αυτό. Λέει χαρακτηριστικά ο ιερός Πατέρας: «Ουκούν ο Ιωάννης κακώς απέθανεν; απετμήθη γαρ· ουκούν ο Στέφανος κακώς απέθανεν; κατελεύσθη γαρ· και μάρτυρες οι δε πάντες αθλίως το καθ’ υμάς ετελεύτησαν· επειδή οι μεν εν πυρί, οι δε σιδήρω τον βίον κατέλυσαν· και οι μεν εις πέλαγος, οι δε εις κρημνόν, οι δε εις οδόντας εμπεσόντες θηρίων, ούτως απέθανον. Ου τούτο εστι το κακώς αποθανείν, άνθρωπε, το βιαίω τελευτήσαι θανάτω, αλλά το εν αμαρτίαις αποθανείν».

Δεν είναι λίγες οι φωνές στο χώρο της ιατρικής επιστήμης που εκφράζουν την ανησυχία τους σχετικά με το θέμα της ευθανασίας για όσα λαμβάνουν χώρα σε πολλά νοσηλευτικά ιδρύματα και ιδιαίτερα στις μονάδες εντατικής θεραπείας, ή -πολύ περισσότερο- για όσα πρόκειται να συμβούν σε περίπτωση που νομιμοποιηθεί η ευθανασία. Όπως καθηγητής της ιατρικής επισημαίνει, «ο γιατρός δεν μπορεί από θερα-πευτής να γίνεται εκτελεστής. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος της ολισθηρής πλαγιάς, δηλαδή ότι άπαξ και επιτραπεί η εφαρμογή της ευθανασίας, θα γίνουν οπωσδήποτε καταχρήσεις, κάτι άλλωστε που επαληθεύτηκε στην Ολλανδία. Υπαρξιακά προβλήματα, όπως οι καταστάσεις του πόνου, της οδύνης και του πάσχειν, δεν είναι δυνατόν να λύονται με την θανάτωση του αρρώστου. Άλλωστε, όπως έδειξαν πολλές έρευνες, ο άρρωστος δεν θα ζητήσει ευθανασία, εφόσον του συμπαρασταθούμε με αγάπη. Όμως, όπως δεν έχουμε δικαίωμα να επιταχύνουμε το θάνατο, έτσι δεν έχουμε δικαίωμα να παρατείνουμε με τα ισχυρά τεχνολογικά μας μέσα το θνήσκειν. Όταν έρθει η ώρα να αποθάνει ο άρρωστος, έχει δικαίωμα να αποθάνει εν ειρήνη, χωρίς πόνους και χωρίς αγωνία».

Η Εκκλησία αρνείται να συγκατανεύσει στην ευθανασία όχι από σκληρότητα ή αδιαφορία προς τον ανθρώπινο πόνο, αλλά επειδή γνωρίζει, ότι καμιά νομική πρόβλεψη δεν μπορεί να εξασφαλίσει το σεβασμό της προσωπικής ελευθερίας από παραβιάσεις ή παρεμβάσεις τρίτων, όπως ο γιατρός και η πολιτεία. Επίσης γνωρίζει ότι το θέμα τίθεται σήμερα όχι τυχαία στο πλαίσιο ενός πολιτισμού ατομοκρατίας ή στο βωμό σκοπιμοτήτων κάποιου κοινού αγαθού, όπως ως τέτοιο προβάλλονται οι μεταμοσχεύσεις, η οικονομία κλπ., όπου κινδυνεύει να θυσιασθεί ο συγκεκριμένος άνθρωπος ως πρόσωπο. Άλλωστε, όπως και στην αρχή σημειώσαμε, ο ίδιος ο όρος ευθανασία εκφράζει σχήμα οξύμωρο και αντίφαση «εν τοις όροις».

Αν αυτό ληφθεί ως αφετηρία, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να απορρίπτει οτιδήποτε προκαλεί το θάνατο, ενεργητικά ή παθητικά, εκούσια ή ακούσια. Αυτό βέβαια αφορά τόσο το πρόσωπο που υφίσταται ή πρόκειται να υποστεί το θάνατο, όσο και εκείνους που τον συντροφεύουν και του συμπαρίστανται στο τέλος της ζωής του, όπως είναι οι γιατροί, οι νοσηλευτές, οι συγγενείς ή και άλλα ακόμη πρόσωπα του περιβάλλοντός του. Άλλωστε όπως έχει σημειωθεί, «ο θάνατος ενός ανθρώπου δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί καλός ή έστω επιτρεπτός, έστω και αν εμφανίζεται ως αναπόφευκτος. Το ότι ο θάνατος είναι για κάθε άνθρωπο τελικά αναπόφευκτος, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιτάχυνσή του».

Άλλωστε, όπως αφετηριακά υπογραμμίσαμε, ιδιαίτερα ο κάθε προκαλούμενος και προμελετημένος θάνατος ως άρση και αναίρεση της ζωής καταργεί την αναφορά και την διαφορά και λειτουργεί ισοπεδωτικά. Γιατί αν η ποικιλία και η ενότητα χαρακτηρίζουν τη ζωή, η ομοιομορφία και η ισοπέδωση ταιριάζουν αποκλειστικά στο θάνατο. Από την άλλη πλευρά στην ορθόδοξη θεολογία δίνεται έμφαση στη μοναδικότητα και ιδιαιτερότητα του ανθρώπινου προσώπου ως ελεύθερου και ταυτόχρονα κοινωνικού όντος. Από την άποψη αυτή είναι ανάγκη οι σχέσεις που το συνιστούν να καταφάσκονται ελεύθερα από τον ίδιο τον άνθρωπο και όχι να επιβάλλονται σ’ αυτόν με νόμους ή από παράγοντες έξω από αυτόν. Μόνο πρόσωπα που αγαπά κανείς ή τον αγαπούν με ανιδιοτελή αγάπη μπορεί να έχουν λόγο τόσο κατά τη διάρκεια της ζωής του όσο και στο γεγονός και τον τρόπο του θανάτου του. Και ασφαλώς στην περίπτωση αυτή η σκέψη τους δεν θα στρέφεται και δεν θα οδηγείται σε επιλογές ευθανασίας. Διαφορετικά η ελευθερία μπορεί να αποβαίνει δαιμονική αυτοεπιβεβαίωση και το πρόσωπο να καταλήγει σε αυτοπεριοριζόμενο άτομο.

(Ανέστης Γ. Κεσελόπουλος, Εκ του θανάτου εις την ζωήν, Θεολογική προσέγγιση στις προκλήσεις της βιοηθικής, εκδ. Π.Πουρναρά, σ.162-183)

Ευθανασία: ατομικό δικαίωμα ή πνευματικό αδιέξοδο; (Β’)



Νίκος Κόϊος, Σύμβουλος Έκδοσης Πεμπτουσίας

Συνεχίζουμε την αναφορά μας στην ευθανασία, με αφορμή την είδηση ότι στο Βέλγιο, η Γερουσία αποφάνθηκε να επεκταθεί το δικαίωμα επιλογής της ευθανασίας και σε ανήλικους. Έως τώρα η ευθανασία ήταν νόμιμη στο Βέλγιο από το 2002 μόνο για τους ενήλικες. Οι ασθενείς που θα επέλεγαν την ευθανασία πρέπει να ήταν τουλάχιστον 18 ετών, και να έχουν διατυπώσει σαφώς, εκουσίως και επανειλημμένως το αίτημα να πεθάνουν.

Ανακύπτει λοιπόν ένα εύλογο και συνάμα βασανιστικό ερώτημα:

Είναι κακοί και ανάλγητοι εκείνοι οι άνθρωποι στο Βέλγιο που ψήφισαν υπέρ του δικαιώματος στην ευθανασία και μάλιστα των ανηλίκων; Μάλλον όχι, σύμφωνα με τις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Η βάση της αιτιολόγησης της επιλογής τους είναι η συμπόνια και η συμπάθεια προς εκείνα τα μέλη της κοινωνίας με ανίατη ασθένεια. Δεν μπορούν να βλέπουν τους συνανθρώπους τους να ταλαιπωρούνται. Δεν αντέχουν τόσο σωματικό και ψυχικό πόνο μαζεμένο. Δεν υπάρχει κατ’ αυτούς λόγος να παρατείνεται ένα μαρτύριο για μία ζωή χωρίς την παραμικρή ελπίδα για ποιότητα, όπου ο άνθρωπος να μπορεί να αναπτύξει το σύνολο των ικανοτήτων και των δεξιοτήτων του, να δεχθεί την αναγνώριση, να απολαύσει την αμοιβή και ό,τι άλλο προσδιορίζεται συνήθως ως χαρά της ζωής.

Κάθε τι έξω από το παραπάνω πλαίσιο – κοσμοείδωλο είναι χωρίς νόημα, α-νόητο, ανεπίστροφος εκτροχιασμός, αδιέξοδο όπου ένας εκούσιος και ανώδυνος θάνατος προβάλει ως έσχατη και αξιοπρεπής λύση. Εδώ η συμπόνια και η συμπάθεια περισσότερο καταλήγουν να τυραννούν τον ανθρώπινο ψυχισμό παρά να καλλιεργούν τις δι-ανθρώπινες σχέσεις. Η αγάπη γίνεται βάσανο και ο πλησίον από επιθυμητό πρόσωπο μεταβάλλεται σε βάρος που θέλουν αξιοπρεπώς να απαλλαγούν από αυτό. Η κοινή λογική και το κοινό αίσθημα σε συνδυασμό με την εμπειρία της ζωής, εκείνης της ζωής για την οποία τόσα πολλά θυσίασαν και τόσο κόπο κατέβαλαν οι δυτικές κοινωνίες για να την εξασφαλίσουν, επιτακτικά προβάλει τον θάνατο μέσω της ευθανασίας ως δικαίωμα.

Από την άλλη πλευρά εκεί, επτά χιλιόμετρα από τα ρουμανικά σύνορα στον ρωσικό νότο, αντιμετωπίζουν με συμπόνια και οίκτο όχι την αναπηρία του σώματος την οποία δέχονται ως ευλογία όπως είδαμε, αλλά την αναπηρία του πνεύματος. Λέει ο ηγούμενος Μιχαήλ: «Ο κόσμος δεν είναι κακός, αλλά βρίσκεται σε λήθαργο. Ο Θεός μας βοηθά όλους, αλλά δεν το καταβαίνουμε πάντα». Όταν τον ρωτούν τι μέλλον βλέπει για τα παιδιά που περιθάλπει όταν ο ίδιος έχει τρία εμφράγματα, απαντά: «Θα είναι για πάντα παιδιά μου. Έχω σταθερή ελπίδα στον Θεό για τα πάντα. Ο Θεός υποχρεούται να τα προσέξει.» Και αναφέρει πλήθος περιστατικών όπου ο ίδιος έβλεπε ζωντανά την χάρη του Θεού στην καθημερινότητα. Τότε εκεί που φαίνεται ότι έρχεται το τέλος, έρχεται ο ίδιος ο Θεός.

Σε μερικές περιπτώσεις, όπως του μικρού Λαυρέντιου, του νηπίου με το AIDS, γίνονται ακόμη και θαύματα. Μεγάλη Παρασκευή μέσα στην θλίψη και την κατάνυξη της ημέρας ανακοινώθηκε ότι θεραπεύτηκε από την ανίατη νόσο. Αλλά το μεγαλύτερο θαύμα δεν είναι αυτό. Είναι η μετοχή στην κοινωνία και την αγάπη του Θεού. Μία αγάπη απλόχερη, βέβαιη, χωρίς αδιέξοδο και απόγνωση. Μία αγάπη που δεν είναι απλά αίσθημα, αλλά πρόσωπο – Υπόσταση. Που ενώ δεν είναι εκ του κόσμου τούτου σαρκώνεται, σταυρώνεται, ανασταίνεται και σώζει τον κόσμο τούτο.

Η νέα νοηματοδότηση του πόνου και του θανάτου συντελείται με το μυστήριο της ενανθρωπήσεως, του Σταυρού και της Αναστάσεως του Χριστού. Τελικά με την εκούσια αποδοχή του σταυρικού μαρτυρίου και του θανάτου ο Χριστός διδάσκει μία νέα, επιθετική στάση απέναντι στον πόνο και τον θάνατο. Ο πόνος δεν παύει απλώς να είναι μέγεθος χωρίς νόημα που οδηγεί στον όλεθρο, αλλά αναλαμβάνεται εκούσια. Ο Χριστός δεν αποφεύγει να πιει το πικρό ποτήριο του πόνου μέχρι και την τελευταία σταγόνα. Αρνούμενος ακόμη και την παραμικρή δόση αναισθητικού επάνω στον Σταυρό. Ο πόνος τον οποίον έζησε και αισθάνθηκε συνιστά την άκρα ταπείνωση της ανθρώπινης φύσης. Ταπείνωση και ευτελισμό σε τόσο βάθος που έφτασε μέχρι τον θάνατο. Επειδή όμως ανέλαβε ο ίδιος τις συνέπειες της αμαρτίας, τον πόνο και τον θάνατο χωρίς να φέρει το αίτιό τους, την αμαρτία, ο θάνατος δεν μπόρεσε να τον κρατήσει γιατί δεν είχε το δικαίωμα και αναστήθηκε δίκαια. Η ανάσταση του Χριστού δεν είναι μία νίκη εναντίον του θανάτου η οποία επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της θεϊκής του δυνάμεως. Συνιστά και μία δίκαιη απαίτηση της ανθρώπινης ύπαρξης να απελευθερωθεί από τα δεσμά του θανάτου, αφού δεν μετέχει στο αίτιο του θανάτου, την αμαρτία.

Στο πρόσωπο του Χριστού θεμελιώνει η χριστιανική πίστη την στάση της απέναντι στον πόνο. Το παράδειγμα του Χριστού καταδεικνύει ότι ο πόνος δεν είναι α-νόητος. Αν ο άνθρωπος κατανοήσει τον πόνο, όχι μόνο τον δικό του αλλά και τον πόνο του «άλλου», ως συμμετοχή στον Σταυρό του Χριστού, του δίνει νόημα και τον μεταβάλλει από συμφορά σε μέσο αγιασμού. Έτσι μόνον ο πόνος υπερβαίνεται. Η άποψη αυτή δικαιολογεί την ορθόδοξη θεώρηση του πόνου όχι ως μέσου εξιλεωτικού απέναντι στον Θεό για τις αμαρτίες μας, αλλά ως μέσου παιδαγωγικού που ωριμάζει πνευματικά τον άνθρωπο. Η ορθόδοξη στάση ζωής δεν εισηγείται καμίας μορφής οδυνισμό ή μαζοχισμό. Αντίθετα είναι στάση θάρρους και ανδρείας που ξεπερνά ακόμη και τα όρια της ανθρώπινης φύσης.

Η ιστορία της εκκλησίας είναι γεμάτη με παραδείγματα μαρτύρων που αποδέχθηκαν τον θάνατο με χαρά. Εξάλλου ακόμη και στις μέρες μας υπάρχουν πιστοί άνθρωποι, ασκητές συνήθως, όπως ο ηγούμενος Μιχαήλ που είδαν την σωματική ασθένεια ως επίσκεψη του Θεού. Ουδέποτε κανείς από αυτούς διανοήθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή του ή στη ζωή κάποιου αδελφού για να αποφύγει τους πόνους, κινούμενος ακόμη και από συμπόνια. Η ίδια η άσκηση, η οποία αποτελεί την βάση της πνευματικής ζωής συνιστά μία μορφή εκούσιας αποδοχής του πόνου μέσω του αυτοπεριορισμού των φυσικών σωματικών απαιτήσεων των οποίων ο κορεσμός οδηγεί σε ηδονές και πάθη αμαρτωλά.

Η καθαρή και γαλήνια καρδιά, η απελευθερωμένη από τα πάθη μπορεί να διακρίνει την ευτυχία ακόμη και εκεί που υπάρχει πόνος και αρρώστια. Δεν εμποδίζεται να ευτυχήσει και να διδάξει την ευτυχία ακόμη και μέσα σε μία κοινωνία τόσο άρρωστη και τόσο αδιέξοδα πονεμένη που καταντά να θεωρεί ως έσχατο καταφύγιό της, αυτό που φοβάται περισσότερο από όλα: τον θάνατο.

Από την άλλη μεριά η Μονή της Αναλήψεως στον ρωσικό νότο στέκεται πραγματικά φρούριο απέναντι σε τέτοιες απέλπιδες σκέψεις και δίνει φως και ζωή. Όχι μόνο στα ορφανά και ανάπηρα παιδιά που περιθάλπει, αλλά και στην ορφανή από Θεό και ανάπηρη από αίσθηση Πνεύματος σύγχρονη κοινωνία. Μέσα από τα μάτια του Ηγουμένου Μιχαήλ, των πατέρων, των ορφανών και των αναπήρων παιδιών η ευθανασία που τελικά εισηγούνται συμπονετικά οι Βέλγοι πολιτικοί ποτέ δεν θα θεωρηθεί δικαίωμα, αλλά μόνον αδιέξοδο.

Πηγές:Εφημερίδα το Βήμα, «Διχάζει τους Βέλγους η ευθανασία και σε ανηλίκους:Οι γερουσιαστές ενέκριναν τη σχετική πρόταση με ψήφους 50 υπέρ έναντι 17», 10/01/2014
.http://www.enet.gr/?i=news-room.el&id=415335Ντοκυμαντέρ «Το Φρούριο»: http://www.youtube.com/watch?v=igYtqVKY090
Γεωργίου Μαντζαρίδη, Χριστιανική Ηθική ΙΙ, Θεσσαλονίκη 2009
.Νικολάου Κόϊου, Βιοηθική: Συνοδικά κείμενα των Ορθοδόξων Εκκλησιών για θέματα Βιοηθικής, Αθήνα 2007.

Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr/

Ευθανασία: ατομικό δικαίωμα ή πνευματικό αδιέξοδο (Α’)




Σε μία εντελώς πρόσφατη δημοσίευση (10-01-2014) έγκυρης εφημερίδας πληροφορούμαστε ότι σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκεκριμένα στο Βέλγιο, η Γερουσία αποφάνθηκε να επεκταθεί το δικαίωμα επιλογής της ευθανασίας και σε ανήλικους οι οποίοι πάσχουν από ανίατη ασθένεια στο τελευταίο στάδιο.

Έως τώρα η ευθανασία ήταν νόμιμη στο Βέλγιο από το 2002 μόνο για τους ενήλικες. Οι ασθενείς που θα επέλεγαν την ευθανασία πρέπει να ήταν τουλάχιστον 18 ετών, και να έχουν διατυπώσει σαφώς, εκουσίως και επανειλημμένως το αίτημα να πεθάνουν. Μόνον αν ο ασθενής έπασχε από ανίατη ασθένεια, διατηρούσε σώας τας φρένας, θα μπορούσε να γίνει δεκτό το αίτημά του. Οι δύο άλλες ευρωπαϊκές χώρες που επέτρεψαν την ευθανασία είναι η Δανία και η Ολλανδία. Στην Ολλανδία επιτρέπεται να διενεργείται μέχρι την ηλικία των 12 ετών.

Μόλις εχθές (13-02-2014) το κοινοβούλιο του Βελγίου ψήφισε το νομοσχέδιο για δικαίωμα στην παιδική ευθανασία ανεξαρτήτως ηλικίας με 86 ψήφους υπέρ, 44 κατά και 12 αποχές. Οι εισηγητές αυτού του μέτρου υποστηρίζουν ότι «αποτελεί ύστατη κίνηση ανθρωπισμού». Και ότι «το σκανδαλώδες δεν είναι ότι εκχωρούμε στα παιδιά το δικαίωμα να τελειώσουν τη ζωή τους όπως αυτά επιθυμούν, αλλά ότι υπάρχουν ανήλικοι που θα πεθάνουν τόσο νέοι!»

Στον αντίποδα, μία από εκείνους που τόλμησαν και καταψήφισαν αυτό το μέτρο η γερουσιαστής των Χριστιανοδημοκρατών Ελς βαν Χουφ αναρωτιέται:

«Στην αρχή, το προτεινόμενο νομοσχέδιο περιελάμβανε τα νοητικώς καθυστερημένα παιδιά, μετά οι υποστηρικτές της ευθανασίας έβαλαν μέσα ακόμη και τα παιδιά που πάσχουν από ανορεξία ή τα παιδιά που απλώς βαριούνται να ζουν. Πόσες ακόμη κατηγορίες ανηλίκων θα συμπεριλάβουν;», και δηλώνει τον φόβο της ότι η διαδικασία αυτή γίνεται ελαφρά τη καρδία. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα μία προβεβλημένη περίπτωση ευθανασίας, που συγκλόνισε το Βέλγιο στις αρχές του 2013: ζεύγος πανομοιότυπων διδύμων, που γεννήθηκαν κωφοί, ζήτησαν και έκαναν ευθανασία επειδή έμαθαν ότι θα έχαναν και το φως τους και δεν άντεχαν στη σκέψη ότι δεν θα μπορούσαν πλέον να επικοινωνήσουν μεταξύ τους.

Αυτή είναι η μία όψη της σύγχρονης πραγματικότητας, που σίγουρα προβληματίζει όλους μας και οδηγεί την σκέψη του μέσου ανθρώπου σε διάφορους συλλογισμούς.

Αξίζει ωστόσο να δει κανείς μία άλλη εκδοχή της ζωής, σύγχρονη και αυτή της οποίας ο ανθρωπισμός ξεκινά από διαφορετική βάση. Ένα πενηντάλεπτο ντοκυμαντέρ που προβάλλεται στο διαδίκτυο με τον τίτλο «Το Φρούριο» μας διηγείται ότι κάπου στα νότια σύνορα της Ρωσίας, μόλις 7 χιλιόμετρα από την Ρουμανία υπάρχει η Ι. Μ. της Αναλήψεως θεμελιωμένη από τον ηγούμενο π. Μιχαήλ και τέσσερις μοναχούς το 1994.

Στο μοναστήρι λειτουργεί και ορφανοτροφείο. Η εικόνα που παρουσιάζουν τα ορφανά παιδιά δεν είναι εκείνη της εγκατάλειψης και της μιζέριας. Βλέποντας κανείς τα πρόσωπα και την εμφάνισή τους θεωρεί ότι πρόκειται για παιδιά πλούσιων και πολυάσχολων γονέων που τα εμπιστεύτηκαν προσωρινά σε σίγουρα χέρια. Και δεν είναι όλες οι περιπτώσεις των παιδιών εύκολες και ευχάριστες.

Ο Λαυρέντιος ένα μωρό με διαγνωσμένη την ασθένεια του AIDS επειδή δεν επιτρέπεται να μείνει στο ορφανοτροφείο μαζί με τα άλλα παιδιά, ζει μέσα στη μονή, παίζει και κινείται ανάμεσα στους μοναχούς οι οποίοι τον αγκαλιάζουν άφοβα και τον έχουν συνεχώς μαζί τους, ακόμη και στην Θεία Λατρεία. Ένα άλλο μικρό κορίτσι με επιληπτικές κρίσεις έχει ανάγκη από στοργή. Το καλομαθαίνουν και της φέρονται πολύ προσεκτικά ώστε να είναι ήρεμη και χαρούμενη. Την θεωρούν ευλογία και όχι πρόβλημα. Ο ίδιος ο ηγούμενος Μιχαήλ αφιερώνει πολύ από τον χρόνο του μαζί της. Ο μικρός Στόπα (ρωσικό χαϊδευτικό του «Στέφανος») είναι γεννημένος χωρίς χέρια και με πολύ σοβαρό πρόβλημα στα πόδια. Πλήθος κόσμου συγκινημένο τον ακούει να εύχεται στον ηγούμενο Μιχαήλ τα χρόνια πολλά για τα γενέθλιά του. Και προς το τέλος της ταινίας με ωριμότητα μεγάλου ανθρώπου και σταθερή φωνή να λέει: «Έκλαιγα τότε γιατί δεν είχα χέρια. Και είπα στον εαυτό μου: Μην κλαις! Να χαίρεσαι γιατί έχεις ζωή!». Αποκορύφωμα ο Μικρός Γκλεντ, εκ γενετής κωφός, τυφλός και άλαλος. Ο αφηγητής σχολιάζει ότι έχει νιώσει πόνο για δέκα ενήλικες άνδρες μαζί. Επικοινωνεί μόνο με την αφή μέσα από στιγμές συγκλονιστικής τρυφερότητας. Αρκεί ένα άγγιγμα για να νιώσει αν ένας άνθρωπος είναι καλός ή όχι. Ο Γκλεντ είναι το αγόρι – καρδιά. Στο πρόσωπό του η αίσθηση και το βίωμα υπερβαίνουν την εκλογικευμένη προσέγγιση των ανθρώπινων σχέσεων και της ζωής.

Παιδιά μικρά, ορφανά, εγκαταλελειμμένα, ανάπηρα που ζουν τον πόνο ως τις τελευταίες τους δυνάμεις. Πίνουν το πικρό ποτήρι μέχρι και την τελευταία σταγόνα. Όμως ο πόνος εδώ δεν οδηγεί σε σκέψεις ευθανασίας αλλά σε περισσότερο ενδιαφέρον, σε ανάλωση προσωπικού χρόνου, μεγαλύτερη αγάπη, εντατικότερη προσοχή και θερμότερη προσευχή. Δεν υπάρχει πουθενά χώρος για φόβο, αλαζονεία ή απέχθεια προς την αναπηρία. Λέει ο π. Μιχαήλ: «Ένιωσα τον πόνο του ορφανού και του ανάπηρου μέσα στην χάρη του Θεού.» Στον χώρο της Χάριτος ο πόνος μεταβάλλεται από αιτία απόγνωσης σε άνοιγμα διαστάσεων και σε πλατυσμό της ύπαρξης.

Αναδημοσίευση:http://www.pemptousia.gr

Θεός για μια μέρα

Η σειρά «ΕΞΑΝΤΑΣ» παρουσιάζει το ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «ΘΕΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ». Ο Συνταξιούχος Μηχανικός ΕΡΝΕΣΤ ΑΣΧΜΟΝΕΙΤ, επιβιβάζεται στο αεροπλάνο από τη χώρα του, τη ΓΕΡΜΑΝΙΑ, με κατεύθυνση την ΕΛΒΕΤΙΑ.
 Είναι χήρος, 81 ετών, πάσχει από μια ανίατη ασθένεια και μέχρι το τέλος της ημέρας, θα έχει δώσει τέλος στη ζωή του με τη βοήθεια των γιατρών. «Θα κάνω ευθανασία, δεν είναι εύκολο να πω ότι αυτή είναι η τελευταία μου ημέρα», λέει κοιτώντας τον φακό, «πιστεύω όμως ότι κάνω αυτό που είναι το πιο σωστό για ‘μένα»… Έχει ο σύγχρονος άνθρωπος το δικαίωμα να αποφασίσει πότε και με ποιόν τρόπο θα φύγει από τη ζωή;
 Όσοι πάσχουν από ανίατες ασθένειες και βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της ζωής τους, έχουν δικαίωμα να επιλέξουν έναν θάνατο ήρεμο και αξιοπρεπή, χωρίς αφόρητους πόνους και ταλαιπωρία, στον τόπο και τον χρόνο που οι ίδιοι θα ορίσουν;
 Έχουν οι γιατροί το δικαίωμα να απαλλάξουν τους ασθενείς που τους το ζητούν, από μια ζωή που έχει γίνει μαρτυρική; Ποιος αντέχει και ποιος επιτρέπεται να γίνει Θεός για μια μέρα;
Το ζήτημα της ευθανασίας και της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας, συζητιέται συνήθως χαμηλόφωνα πίσω από τις κλειστές πόρτες των δωματίων των νοσοκομείων και των σπιτιών των ασθενών που βρίσκονται κοντά στο τέλος της ζωής τους. Το βάρος των συγγενών και των γιατρών που καλούνται κάθε φορά να πάρουν μια απόφαση, είναι αβάσταχτο. Οι ασθενείς όμως, είναι αυτοί που βρίσκονται μπροστά σε έναν πραγματικό Γολγοθά.
Πέρα από τον σωματικό πόνο, αλλά και αυτόν που προκαλεί η ιδέα του επερχόμενου τέλους, μια σειρά από ηθικά και φιλοσοφικά προβλήματα μεγεθύνουν το βασανιστήριο. Ενώ, ταυτόχρονα, η ανυπαρξία στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη ενός νομοθετικού πλαισίου που να ορίζει με σαφήνεια το «εάν», το «πότε» και το «πως» μπορεί κανείς να προχωρήσει σε υποβοηθούμενη αυτοκτονία, τους οδηγεί συχνά σε ακραίες επιλογές.
 Το ντοκιμαντέρ μας μεταφέρει θραύσματα από τον σιωπηλό πόλεμο που διεξάγεται καθημερινά γύρω από τα κρεβάτια των μελλοθάνατων ασθενών, πίσω από τις κλειστές πόρτες των οικογενειακών εστιών και των ιατρείων. Έναν πόλεμο ιδεολογιών, θρησκευτικών πεποιθήσεων, κοσμοθεωριών και στάσεων ζωής… γύρω από το θέμα του θανάτου. Και αναζητά την σημερινή αξία του αποστροφής του όρκου του ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ που επιτάσσει: «Δεν θα χορηγήσω θανατηφόρο φάρμακο σε κανένα, όσο και αν παρακληθώ, ούτε θα υποδείξω τέτοια συμβουλή», μέσα από τα λόγια γιατρών που βοήθησαν ασθενείς τους να πεθάνουν θεωρώντας το υποχρέωσή τους, και άλλων που το αρνήθηκαν όσο πιεστικά κι αν τους το ζήτησαν.
 Τις απόψεις των ασθενών που επιθυμούν να τους προσφερθεί η δυνατότητα της ευθανασίας, διαδέχονται οι απόψεις όσων θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα σηματοδοτούσε την πορεία της ανθρωπότητας προς τον ολοκληρωτισμό και την επιστροφή στις χιτλερικές θεωρίες περί «χρήσιμων» και «άχρηστων» ανθρώπων.
 Πίσω απ’ τις εικόνες, τα λόγια, τη ζωή και τον θάνατο των «πρωταγωνιστών» του ντοκιμαντέρ, ξεπροβάλουν τα άλυτα φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα του ανθρώπου του 21ου αιώνα, αλλά και η επιβεβαίωση της αξίας της ζωής μέσα από την, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, επιλογή του τερματισμού της.


Ναι ή όχι στην Ευθανασία;

 Οι ελληνικοί νόμοι, οι απόψεις των νομικών, των επιστημόνων και της Εκκλησίας. 

 Ευθανασία, υποβοηθούμενη αυτοκτονία, διακοπή της υποστήριξης της ζωής. 

Η διχογνωμία κρατά από τα χρόνια του Ιπποκράτη και του Πλάτωνα. 

 Τι υποστηρίζει η Ιατρική, τι λένε οι νομικοί, τι ισχυρίζεται η Εκκλησία, ποια η άποψη της Επιτροπής Βιοηθικής;

 

Ευθανασία - Μα τι στον Κόσμο ;


1.5 Σχέση ζωής με τον Θεό στην Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση ( Ευθανασία)


Επιτρέπεται η ευθανασία;

Η ευθανασία, σε αντίθεση με την αυτοκτονία, προϋποθέτει για την τέλεσή της την παρεμβολή του τρίτου, δηλαδή καθίσταται κοινωνική πράξη, στοιχείο που ενεργοποιεί το ενδιαφέρον του νομοθέτη. Έτσι, η έννομη τάξη μας δεν αναγνωρίζει κάποιο δικαίωμα στο θάνατο ως την άλλη όψη του δικαιώματος στη ζωή.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ ενεργητικής και παθητικής ευθανασίας ως προς τη νομική της κατοχύρωση;

Το Δίκαιο μάς επιτρέπει καταρχήν να φύγουμε εκούσια από τη ζωή, καθώς ανέχεται την υπαρξιακά εμβληματική πράξη της αυτοκτονίας, εφόσον βέβαια η τελευταία τελείται ιδιωτικά και μοναχικά. Ωστόσο, η κατάσταση περιπλέκεται στην υπόθεση της ευθανασίας, η οποία μοιραία προϋποθέτει για την τέλεσή της την παρεμβολή του τρίτου.

Από τη στιγμή λοιπόν που η επίμαχη πράξη δεν αφορά μόνον εμάς και καθίσταται κοινωνική και όχι αυστηρά προσωπική, ενεργοποιείται και το ενδιαφέρον του νομοθέτη. Όταν δε απαιτείται, ως συνήθως, και η ιατρική συνδρομή, ανακύπτει το κρίσιμο ζήτημα της υπακοής στο ιατρικό καθήκον και του σεβασμού στην ελευθερία της συνείδησης του γιατρού.

Περαιτέρω, το θέμα αποκτά μείζονες συνταγματικές και βέβαια ηθικές  διαστάσεις, καθώς η κατοχύρωση της ευθανασίας παραβιάζει εκ πρώτης την αξία του ανθρώπου (άρθρο 2, παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία έχει αντικειμενικό περιεχόμενο και επιβάλλει τον απόλυτο σεβασμό της ζωής όλων μας, δίχως να ξεχωρίζει ανάμεσα σε άξιες και ανάξιες ζωές. Έτσι, η έννομη τάξη μας δεν αναγνωρίζει, σε καμία περίπτωση, κάποιο δικαίωμα στον θάνατο, ως την άλλη όψη του δικαιώματος στη ζωή.

Από την άλλη, ο θάνατος είναι μέρος του βίου μας και των επιλογών μας, ενώ η ζωή παραμένει ένα αναφαίρετο δικαίωμά μας και όχι μια νομική ή συνταγματική μας υποχρέωση. Συνεπώς, κανείς δεν μπορεί, στο όνομα της αξίας του ανθρώπου και ενάντια στην ίδια τη θέλησή του, να βιώνει μια ζωή που ο ίδιος εκτιμά ως αβίωτη και αναξιοπρεπή. Μάλιστα, σε περιπτώσεις ανίατων ασθενειών που βρίσκονται σε τελικό στάδιο και ο θάνατος είναι πλέον αναπόφευκτος ή όταν ο ασθενής έχει περιέλθει σε πλήρη αδυναμία να εκφράσει τη βούλησή του και η παράταση της ζωής του είναι αφόρητη, καθώς περιορίζεται η ύπαρξή του σε ένα απλό βιολογικό γεγονός, δίχως καμία συνείδηση, η άρνηση της ευθανασίας τον καθιστά τελικά αντικείμενο της βούλησης των άλλων, των γιατρών ή των συγγενών του, και μάλιστα για το πιο σημαντικό προσωπικό του ζήτημα, την ίδια του τη ζωή.

Η ευθανασία κατά τον Ποινικό Κώδικα

Η ευθανασία στην Ελλάδα απαγορεύεται, σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, ο οποίος τιμωρεί την ανθρωποκτονία με πρόθεση (299), την ανθρωποκτονία με συναίνεση (300) και τη συμμετοχή σε αυτοκτονία (301). Συνεπώς, δεν αφήνει περιθώριο σε κανέναν, ούτε βέβαια στο γιατρό, να προχωρήσει, ακόμη και με τη συναίνεση του ασθενούς, σε ενεργητική ευθανασία, σε πράξη δηλαδή ή παράλειψη από την οποία να επέρχεται ο θάνατος. Αντιθέτως, η βούληση του ασθενούς να αρνηθεί και να διακόψει σε κάθε στιγμή τη θεραπεία του αναγνωρίζεται πλήρως και είναι αυτή που οριοθετεί τελικά και το καθήκον του γιατρού. Αντίστοιχα, είναι ποινικά αδιάφορη η παράλειψη του γιατρού να χορηγήσει θεραπεία, εφόσον αυτήν δεν επιφέρει άμεσα τον θάνατο, καθώς ο τελευταίος επέρχεται φυσικά και αναπόδραστα.

Με λίγα λόγια, το Δίκαιο κατοχυρώνει ή ανέχεται την παθητική ευθανασία, η οποία προϋποθέτει, αφενός τη συναίνεση του ασθενούς, αφετέρου τη φυσική επέλευση του θανάτου ως βεβαιότητα. Ωστόσο, τα πλέον σκληρά ερωτήματα ανακύπτουν στις περίφημες έσχατες περιπτώσεις (terminal cases), όταν για παράδειγμα δεν υπάρχει ρητή ή έγκυρα εικαζόμενη βούληση του ασθενούς και ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να τη διατυπώσει, ή όταν η διατήρησή του στη ζωή σε μια ανέλπιδα κατάσταση, δίχως βάσιμη πρόβλεψη και δυνατότητα βελτίωσης, όπως στην πρόσφατη περίπτωση του τετραπληγικού Vincent Lambert στην Γαλλία, μοιάζει από μάταιη έως εμμονική.

Στη Γαλλία, ο νόμος Leonetti κατοχυρώνει, σε αυτές τις οριακές συνθήκες, τη διακοπή της τεχνητής συντήρησης του ασθενούς στη ζωή. Στην Ολλανδία και το Βέλγιο, η ενεργητική ευθανασία έχει θεσπιστεί, με αυστηρούς όρους, από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, ενώ, επίσης, κατοχυρώνεται στην Ελβετία, εφόσον το κίνητρο της πράξης είναι ο οίκτος προς τον ασθενή και έχει προηγηθεί σχετικό και σταθερό αίτημά του. Στη Γερμανία, ο ποινικός νόμος, όπως και ο ελληνικός, τιμωρεί ρητά την ενεργητική ευθανασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν αναγνωρίζει μεν ένα γενικό δικαίωμα στο θάνατο ή την ευθανασία, αλλά αφήνει στα κράτη-μέλη το περιθώριο εκτίμησης των ορίων της παρέμβασής τους στο δικαίωμα στη ζωή.

Γιώργος Καραβοκύρης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

Πηγή: Σύνταγμα Watch.gr


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...