Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλεία Θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βασιλεία Θεού. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Εσχατολογία ή Εκκοσμίκευση;

Πηγή 

Ο σύγχρονος χριστιανός, αν και επηρεασμένος πολυεπίπεδα από την φύση του μοντέρνου τρόπου ζωής, γνωρίζει πως η ενεργή συμμετοχή του στα μυστήρια της εκκλησίας αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την σωτηρία του. Αυτό όμως που αγνοεί -άλλοτε εκούσια και άλλοτε ακούσια- είναι πως στο σωτηριολογικό μήνυμα του ευαγγελίου ενυπάρχει η εσχατολογική διδασκαλία. Δηλαδή η αναμονή των Εσχάτων. Αυτή πολλάκις παρερμηνεύεται ως κάτι φοβερό, ενώ στην πραγματικότητα σηματοδοτεί την Βασιλεία του Θεού, όπως αναφέρεται και στο Σύμβολο της Πίστεως.

Ο πεπερασμένος νους του ατόμου, οι εκκοσμικευμένες αντιλήψεις των πιστών, αλλά και η έλλειψη δογματικής διδασκαλίας καθιστούν αδύνατη την κατανόηση της ενδόξου και Δευτέρας Παρουσίας. Μόνο εν εκκλησίαις ο χριστιανός βιώνει και θα βιώνει τα έσχατα. Συνεπώς, παρά το γεγονός της διαβίωσης των ανθρώπων σε παθογόνες κοινωνίες, που γίνονται αντιληπτές μέσω των αισθήσεων, ο χριστιανός οφείλει να ορίσει ως προτεραιότητα την επιδίωξη του βιώματος και της κοινωνίας με την Βασιλεία της Τρισυποστάτου Θεότητος και ως δευτερευούσης σημασίας την ζωή του κόσμου τούτου

Εσχατολογία ή Εκκοσμίκευση; με τον κ. Γεώργιο Φίλια, καθηγητή του τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Η εκκλησία υπάρχει για τον άνθρωπο

Πηγή

Η γλώσσα των λειτουργικών κειμένων της Εκκλησίας διακρίνεται για τη ζωντάνια και την ποιητικότητά της. Οι Πατέρες δεν δημιούργησαν απλώς μια ωραία γλώσσα, αλλά μια γλώσσα που εκφράζει την οντολογία της Εκκλησίας, βαθιά θεολογική και υπαρξιακή. Ωστόσο, στις μέρες μας παρατηρούμε ότι αυτή η ποιητική έκφραση χάνεται, κυρίως όταν τα κείμενα ειδωλοποιούνται και παύουν να είναι ζωντανά, οδηγώντας, κατά συνέπεια, τη ζωή στο θάνατο.
Μια Εκκλησία που δεν ελπίζει στο θαύμα και στην έκπληξη, είναι νεκρή. Η ζωντάνια της προϋποθέτει ότι οι άνθρωποι ονειρεύονται και δημιουργούν εντός της. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας επισημαίνει ότι η πτώση των Πρωτοπλάστων συνέβη διότι οι ίδιοι αντικειμενοποίησαν τον Θεό, μετατρέποντάς τον σε ένα στατικό αντικείμενο, αντί να διατηρήσουν τη ζωντανή σχέση μαζί Του. Στην Εκκλησιαστική κοινότητα μετέχουν άνθρωποι πτωτικοί, άνθρωποι που αγωνίζονται. Η Εκκλησία παλεύει για τον τρόπο της ενώσεως του κτιστού με το άκτιστο και εργάζεται αδιάκοπα για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Σήμερα, οι σύγχρονοι ποιητές θα μπορούσαν να εργαστούν εντός της Εκκλησίας για τη δημιουργία νέων υμνολογικών έργων των λατρευτικών ακολουθιών, έργων που θα συνδυάζουν τη δυναμική της γλώσσας του παρελθόντος με τα υλικά του παρόντος. Άλλωστε, η στιγμή στην Ορθόδοξη πίστη έχει τεράστια σημασία, καθώς η Εκκλησία ζει και λειτουργεί στο αιώνιο παρόν της Βασιλείας του Θεού.

Με τον Χρυσόστομο Σταμούλη, καθηγητής της θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ. 


 

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Η Παραβολή των Εργατών του Αμπελώνα

Πηγή

 Οι παραβολές του Χριστού
Αφήγηση: π. Γεώργιος Γανωτής

Η συγκινητική αυτή παραβολή φανερώνει το μεγαλείο του Θείου ελέους. Ο Χριστός μας καλεί να κατανοήσουμε ότι η ουσία δεν είναι το πότε ήρθες, αλλά το ότι ήρθες. Ο Θεός δεν ανταμείβει ποσοτικά, αλλά με βάση την αγαθή Του πρόθεση και το άνοιγμα της καρδιάς μας.

Κανείς δεν μένει εκτός του αμπελώνα Του. Η Βασιλεία των Ουρανών προσφέρεται γενναιόδωρα σε όλους.

Τετάρτη 25 Δεκεμβρίου 2013

Οι συγκληρονόμοι της Επαγγελίας


                Παρασυρμένοι από την καθημερινότητα και τις υποχρεώσεις της οι άνθρωποι δεν έχουμε καιρό να μελετήσουμε την πνευματική μας Ιστορία. Δεν έχουμε την δυνατότητα να κατανοήσουμε τι έχουμε κληρονομήσει από το πνευματικό μας παρελθόν. Γι’ αυτό και οι γιορτές της πίστης μας αποτελούν ευκαιρίες για να ξαναδούμε στοιχεία της ζωής μας, τα οποία κάποτε είχαμε ακούσει, χωρίς όμως να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε την σημασία τους για τον καθέναν μας. Η Εκκλησίας μας, την Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως, έχει ορίσει να διαβάζεται ένα απόσπασμα από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, το οποίο αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη και την πίστη που επέδειξαν οι προπάτορες του Χριστού, την εμπιστοσύνη δηλαδή στο Θεό και την αμεσότητα της προσωπικής σχέσης την οποία είχαν μαζί Του όλες εκείνες οι σπουδαίες μορφές, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Γεδεών, ο Βαράκ, ο Σαμψών, ο Ιεφθάε, ο Δαβίδ, ο Σαμουήλ και όλοι εκείνοι οι άνδρες και οι γυναίκες που προετοίμασαν τον κόσμο για τον ερχομό του Χριστού και τον τρόπο που ο άνθρωπος θα μπορούσε να συναντήσει τον αληθινό Θεό, όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου να γίνει άνθρωπος.
 Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Απόστολος αναφέρει ότι όλοι αυτοί οι προπάτορες του Κυρίου μας υπήρξαν «συγκληρονόμοι της επαγγελίας της αυτής» (Εβρ. 11, 9). Ήταν δηλαδή κληρονόμοι της ίδιας υπόσχεσης που ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο, ότι θα τον λυτρώσει από την φθορά και τον θάνατο, ότι θα του χαρίσει την γη της Επαγγελίας και ότι δεν θα εξαλειφθεί από τη γη το μνημόσυνό του. Και όλα αυτά στα πλαίσια της σχέσης, της διαθήκης, δηλαδή της συμφωνίας την οποία ο άνθρωπος είδε να δίδεται από τον Θεό με μόνη αιτία την υιοθεσία, την σχέση πατρότητας και υιότητας  που ο Θεός έχει με το ανθρώπινο γένος, η οποία πηγάζει από την αγάπη του Θεού και όχι από κάποια συναλλαγή ή συμφέρον. Αυτής της επαγγελίας συγκληρονόμοι είμαστε και εμείς, μόνο που είμαστε μέλη όχι μόνο της Παλαιάς αλλά και της Καινής, της νέας Διαθήκης, την οποία προσέφερε ο ενανθρωπήσας Υιός του Θεού όχι μόνο σε έναν λαό, αλλά σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.
Των τριών υποσχέσεων του Θεού είμαστε συγκληρονόμοι εν Χριστώ.
Λυτρωθήκαμε από την φθορά και τον θάνατο. Θάνατος είναι ο χωρισμός μας από τον Θεό, τόσο στην παρούσα όσο και στην αιώνια ζωή. Θάνατος είναι η υιοθέτηση του δικού μας θελήματος ως κινητήριας δύναμης της ζωής μας, η χρήση της ελευθερίας μας με σκοπό να υπερβούμε ή να αρνηθούμε την σχέση που ο Θεός έχει μαζί μας, δηλαδή η άρνησή μας στην πράξη με την αμαρτία να δεχθούμε τον Θεό ως Πατέρα μας και η μόνιμη ανταρσία εναντίον Του, με τελικό γνώμονα να απολαύσουμε την ζωή μας χωρίς την παρουσία Του. Θάνατος είναι η ίδια η αμαρτωλότητα στην οποία έχουμε καταδικάσει την ύπαρξή μας, διότι είναι αδύνατον να αγαπούμε με όλες μας τις δυνάμεις, όχι μόνο τον Θεό, αλλά και τον άνθρωπο και τον κόσμο. Και τα πάντα περιπίπτουν στην φθορά. Μαζί με τον πνευματικό θάνατο, επέρχεται ο σωματικός. Και την ίδια στιγμή κινδυνεύουμε με αιώνιο θάνατο, με έναν χωρισμό από τον Θεό που θα κρατήσει για πάντα. Διότι η ύπαρξη που δεν αναζητεί και δεν αγαπά τον Θεό, που δεν θέλει να είναι παιδί του Θεού, παγιώνει την εαυτό της σε μία ακοινωνησία, αγνωσία του Θεού, άρνηση να κοινωνήσει μαζί Του εν αγάπη και στην αιωνιότητα, πρώτα της ψυχής και κατόπιν και του σώματος, μετά την ανάσταση των νεκρών. Ο Χριστός μας λύτρωσε από τον πνευματικό θάνατο προσλαμβάνοντας την φύση μας και αγιάζοντάς την. Διότι έδειξε ότι με την βοήθειά Του και την παρουσία Του στις καρδιές μας, με τον τρόπο της αγάπης προς Εκείνον και τον πλησίον, πέφτουν τα τείχη της αμαρτίας στην σχέση μας με τον Θεό. Αρκεί να υπάρχει η εκζήτηση του Χριστού στην ζωή μας και ο αγώνας να κατοικεί Εκείνος στις καρδιές μας.
Μας χαρίστηκε η γη της Επαγγελίας. Είναι ο Παράδεισος της ζωής εν Εκκλησία. Είναι η νέα γη Χαναάν. Μόνο που δεν περιλαμβάνει μόνο την υλική ομορφιά η εκκλησιαστική ζωή, αλλά και την πνευματική. Και όπως οι Εβραίοι κλήθηκαν να πολεμήσουν στην γη της Επαγγελίας για να την κρατήσουν δική τους, κλήθηκαν να την καλλιεργήσουν, να εργαστούν δηλαδή σ’ αυτήν και να την διαφυλάξουν ως γη του λαού του Θεού, έτσι και ο καθένας από εμάς, όντας μέλος της Εκκλησίας, καλείται να συνειδητοποιήσει την χάρη και την ομορφιά της κλήσης του και του τρόπου ζωής που έλαβε ως δωρεά παρά Θεού, να εργαστεί με τον πνευματικό αγώνα να καλλιεργήσει τα χαρίσματα που του δόθηκαν, να πολεμήσει τους πνευματικούς εχθρούς του που είναι τα πάθη, αλλά και η αίσθηση ότι μπορεί χωρίς τον Θεό, μπορεί χωρίς τον συνάνθρωπο, με μόνο κριτήριο τον εαυτό του και το «εγώ» του, να πολεμήσει τον πειραστή διάβολο, ο οποίος συνεχώς ενσπείρει λογισμούς αμφιβολίας και απόγνωσης στις ψυχές μας. Κι αυτός ο αγώνας χρειάζεται ηγέτη, όπως οι Εβραίοι είχαν τους προπάτορες, αλλά και τους κριτές και τους βασιλείς τους, όπως και τους προφήτες. Έτσι κι εμείς έχουμε αρχηγό και τελειωτή της πίστης μας τον Κύριό μας,  αλλά και τους πνευματικούς μας πατέρες. Μπορούμε να νικήσουμε και να ζήσουμε την γη της Επαγγελίας, τον Παράδεισο της Εκκλησίας από αυτήν την ζωή, για να είναι η ευλογία τέλεια στην αιωνιότητα.
Το μνημόσυνό μας δεν θα σβήσει ποτέ από την γη. Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για μία υπόσχεση αθανασίας δια της καταγραφής των γενεαλογικών δένδρων μας, μία διατήρηση της μνήμης μας στις καρδιές των ανθρώπων που μας αγαπούνε, ένα παρελθόν το οποίο αφήνει ονόματα και τίποτε άλλο. Είναι η α-λήθεια (μη λήθη) της αγιότητας. Οι άνθρωποι που αγαπούνε τον Θεό δεν διαγράφονται ούτε από την μνήμη του Ιδίου, ούτε από την μνήμη και την ζωή της Εκκλησίας και των μελών της, αλλά παραμένουν ζωντανοί, τιμώνται όχι μόνο ως πρόσωπα, αλλά ως εκείνοι οι οποίο κράτησαν ακέραιη την επαγγελία του Θεού και την κληροδότησαν σε μας. Δημιουργείται έτσι μία ιστορική αλυσίδα, η οποία είναι αλυσίδα πίστης και ζωής αγάπης προς τον Θεό. Τη ίδια στιγμή αυτή η αλυσίδα είναι ανοιχτή, να συμμετέχει ο καθένας μας, αρκεί να έχει πίστη, μετάνοια, αλήθεια και νόημα στη ζωή του. Και εμείς μπορούμε να κληροδοτήσουμε στους μετέπειτα όχι μόνο το όνομά μας, αλλά, κυρίως, τον τρόπο της ζωής μας. Έτσι ουδέποτε θα σβήσει το μνημόσυνό μας από την γη, όπως βλέπουμε στις αγιολογικές δέλτους της Εκκλησίας μας. Και είναι ο Χριστός και πάλι που θα μας βοηθήσει να αντέξουμε. Αυτός που θα φανερώνει την ευλογία της ζωής μας, αρκεί να καταβάλουμε τον δέοντα κόπο και να ενεργοποιούμε την οδό της αγιότητας εντός μας, αποδεχόμενοι την κλήση Του.
 Ζούμε σε μία εποχή όπου δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι είδους επαγγελίας συγκληρονόμοι είμαστε. Η Γέννηση του Χριστού ας μας δώσει την ευκαιρία να εντρυφήσουμε στην οδό της πίστης. Να σπουδάσουμε τα πρότυπά μας και να δοξάσουμε τον Θεό που μας αγάπησε και μας αγαπά. Δι’ ημάς γαρ εγεννήθη. Και οι καρδιές μας ας ετοιμαστούν για την υποδοχή Του και την βίωση του τρόπου που μας δίδαξε, εν τη Εκκλησία.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Τι διαφέρει η Βασιλεία του Θεού απ' αυτόν τον κόσμο;

Ρώτησαν κάποτε την Αγία Συγκλητική· τι διαφέρει ο άλλος κόσμος από τούτον εδώ οπού ζούμε τώρα; Και η μακαρία Συγκλητική αποκρίθηκε:

Το παιδί ενόσω βρίσκεται μέσα στην κοιλιά της μάνας του, ζει πολύ στενοχωρημένο, όντας ανακατωμένο μέσα στη λάσπη της μήτρας, ωσάν τυφλό.
Όταν όμως έλθει η ώρα του και γεννηθεί, λευτερώνεται από την στενοχώριαν εκείνη, όπου ήτανε κλειδωμένο, και χωρίς να το καταλάβει έρχεται σε ένα καινούριο κόσμο γεμάτον φως, ευρυχωρία και απόλαυση.
Ένα τέτοιο πράμα γίνεται και με την ψυχή του ανθρώπου. Στενοχωριέται μέσα στην κοιλιά τούτου του ψεύτικου κόσμου, έως ότου έβγει απ’ αυτόν και πάει στην άλλη ζωή την αιώνιο, όπου, αντί ήλιος βλέπει ν’ αστράφτει η όψη του Χριστού, αντί αέρα αναπνέει το Άγιο Πνεύμα και αντί τροφή γεύεται την Δόξα του Θεού. Η πρώτη γέννα μας έχει και πείνα. Η δεύτερη γέννα είναι Ανάσταση και Χόρταση.
πηγη:εδώ

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Το κλειδί κρεμόταν στο στήθος σου...



Ίσως μια ανατολή, μια χαραυγή, ίσως και δειλινό, αλλά μπορεί και μια κατά κόσμο ασήμαντη στιγμή- λες κι’ υπάρχουν ασήμαντες- να νοιώσεις, να αισθανθείς ότι έζησες μέσα σε ένα τεράστιο ψέμα. Αποκοιμήθηκες στην αγκαλιά ενός ονείρου και ξύπνησες στην αγωνία και τον τρόμο ενός εφιάλτη.


Θα είναι εκείνη η στιγμή που ως «φώτιση» θα αισθανθείς ότι οι ιδεολογίες σου, οι ιδεοληψίες, τα σπουδαία και μεγάλα λόγια, το αλαζονικό κυνήγι της «αρετής», η νεύρωση του μεγάλου νοήματος, της τελειότητας κ.ο.κ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια φυγή από την πραγματικότητα του εαυτού σου και της ζωής.
Ότι προγραμματίστηκες και εσύ το αποδέχθηκες, να δημιουργήσεις ένα απέραντο νεκροταφείο από σκοτωμένα όνειρα, χρόνια, μέρες, ώρες, στιγμές, την προίκα της ύπαρξης σου, το δώρο του Θεού.
Θα νοιώσεις ότι μάταια και άστοχα, πίστεψες στα υψηλά νοήματα. Ότι υπάρχει κάποιο μυστηριώδης βαθύ νόημα, που κρύβεται σε απρόσιτες περιοχές και ανέγγιχτες πραγματικότητες. Το παν ηταν δίπλα σου. Στο ξημέρωμα και το βράδιασμα σου. Το κλειδί κρεμόταν στο στήθος σου.
Κι όμως η αλήθεια της ζωής ήταν κρυμμένη στο πρωινή δροσιά. Στη νυχτερινή σιγαλιά. Στο φως και το σκοτάδι, στην ζέστη και στο κρύο, στο χειμώνα και το καλοκαίρι. Στου ήχους, τα χρώματα, τα αρώματα, τις γεύσεις, τα αγγίγματα, την αγκαλιά, το φιλί, το χάδι, τον περίπατο, στα παιδιά σου που μεγάλωσαν και δεν το κατάλαβες γιατί ήσουν απών από την ζωή τους στο κυνήγι του μεγάλου «νοήματος». Στην γυναίκα και τον άντρα σου, στο φίλο, στο συνοδοιπόρο της ψυχής και του κορμιού σου.
Όλα ήταν δίπλα σου, μέσα σου, γύρω σου. «Η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί…»
Τότε θα αναρωτηθείς γιατί δεν μπόρεσες να νοιώσεις όλες αυτές τις αλήθειες υπήρχαν παντού. Πως χάθηκες, εξαπατήθηκες και αρνήθηκες την αλήθεια που υπήρχε γύρω σου, μέσα σου. Νομίζω ότι δεν ένοιωσες γιατί ο πολιτισμός μας έχει προσάψει στην ύπαρξη μας νοητικά φίλτρα, αυτοματισμούς σκέψεως και πρωτίστως υποσυνείδητες ψυχικές υποθήκες που κοιτάζουν αλλά δεν βλέπουν, αναπνέουν αλλά δεν ζουν. Γελάνε αλλά χαρά δεν έχουν. Νοητικά μοντέλα σκέψης που αρνούνται την απτή άμεση εμπειρία του πραγματικού χάριν του εικονικού και φαντασιακού.
Ξέρεις τι αλαζονική γοητεία έχει το ψέμα; Ξέρεις πως αρέσκεται το «εγώ» να ζει μέσα στο παραμύθι;

Το νόημα, η αξία και η χαρά της ζωής είναι τα μικρά και τα καθημερινά. Σίγουρα χρειάζεται να απεκδυθούμε τα νοητικά φίλτρα που ο πολιτισμός έχει επιχωματώσει την αλήθεια της ψυχής. Να μάθουμε, να εκπαιδευτούμε εκ νέου ώστε να βρίσκουμε μέσα στην απλότητα και καθημερινότητα της ζωής, την ομορφιά και την χαρά που μπορούν να μας δώσουν τα απτά ανθρώπινα πράγματα, το καθένα με τον δικό του τρόπο.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι κάθε πραγματικά ανθρώπινο είναι βαθιά Θεϊκό.

π. Λίβυος


Πηγή: http://plibyos.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Χρόνος και Εκκλησία

roloi ekklisiaΓεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Η έλευση του Χριστού έφερε στον κόσμο τη βασιλεία του Θεού. Και ο χώρος, όπου φανερώνεται η βασιλεία του Θεού, είναι η Εκκλησία. Αυτή διατηρεί την αιωνιότητα μέσα στην Ιστορία και προσφέρει στην Ιστορία την προοπτική της αιωνιότητας. Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, που υπερβάλλει το χώρο και το χρόνο, συνάπτοντας τους ανθρώπους σε μια υπερχρονική και υπερβατική κοινωνία, όπου τα πάντα είναι παρόντα εν Αγίω Πνεύματι. Στην Εκκλησία σώζεται ο χρόνος και ο κόσμος ολόκληρος. ‘Ο,τι πρόσφερε ο Θεός στον κόσμο, υπάρχει μέσα στην Εκκλησία και μετά δίδεται στον άνθρωπο για τη σωτηρία και ανακαίνισή του.
Η βασιλεία του Θεού δεν αναμένεται μόνο ως μέλλουσα, αλλά γίνεται αισθητή και ως παρούσα. Και η εν Χριστώ ανάσταση και ανακαίνιση των ανθρώπων δεν αναμένεται μόνο στο μέλλον, αλλά και προσφέρεται ήδη στο παρόν: «Έρχεται ώρα, και νυν έστιν, ότε οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται»[1]. Η φωνή του Χριστού, που ακούστηκε ήδη και προσκάλεσε τους ανθρώπους από το θάνατο στη ζωή, θα προσκαλέσει και αυτούς που βρίσκονται στα μνήματα και θα τους ζωοποιήσει. Η ώρα που έρχεται, αλλά και που είναι ήδη παρούσα, είναι η ώρα της παρουσίας του Χριστού. Είναι ο ίδιος ο Χριστός. Τα έσχατα υπάρχουν στον έσχατο Αδάμ, τον Χριστό. Τα προσδοκώμενα προσφέρονται ήδη στο πρόσωπό του. Η περίοδος της παρουσίας  του Χριστού και της ‘Εκκλησίας του
είναι η περίοδος των «εσχάτων ημερών» [2]. Είναι η περίοδος κατά την οποία φανερώνεται στην Ιστορία ο Θεός και η βασιλεία του [3]. Είναι η απαρχή της αιώνιας ζωής, που δεν διακόπτεται από το θάνατο [4].
Ήδη η Μεταμόρφωση και η Ανάσταση του Χριστού αποτελούν φανερώσεις της βασιλείας του Θεού μέσα στον κόσμο. Και οι καιροί μετά την έλευση του Χριστού είναι οι έσχατοι καιροί. Η φανέρωση της δόξας του Θεού στην Εκκλησία με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όπως και οι προσωπικές φανερώσεις στους αγίους της Εκκλησίας, είναι εσχατολογικά γεγονότα. Και οι εμπειρίες των γεγονότων αυτών είναι εμπειρίες της έσχατης φανερώσεως του Θεού, που επειδή πραγματοποιούνται μέσα στο χώρο και το χρόνο, όπου εξακολουθεί να υπάρχει η φθορά και ο θάνατος, έχουν τον χαρακτήρα του «εκ μέρους» [5]. Έτσι τα έσχατα είναι ταυτόχρονα παρόντα και αναμενόμενα, βιούμενα και προσδοκώμενα.
Με τη σύσταση της Εκκλησίας πραγματοποιήθηκε η κοινωνία του Θεού με τους ανθρώπους. Ο άκτιστος και αιώνιος Θεός ενώθηκε οντολογικά με τον κτιστό και θνητό άνθρωπο. Η αιώνια ζωή φανερώθηκε μέσα στην πρόσκαιρη. Έτσι ο κτιστός και θνητός άνθρωπος γίνεται κατά χάρη άκτιστος, αιώνιος και αΐδιος, δηλαδή άναρχος, γιατί άκτιστη, αιώνια και άναρχη είναι και η χάρη που ανακαινίζει την ύπαρξή του. Δεν απομένει πλέον τίποτε, που να εμποδίζει τη σύναψη κτιστού και ακτίστου, χρονικού και αιωνίου, παρούσας και μέλλουσας ζωής. Ο καιρός κατά τον οποίο πραγματοποιούνται τα γεγονότα αυτά είναι έσχατος. Η μέρα και η ώρα είναι έσχατη. Τίποτε πια δεν αναμένεται. Ούτε Μεσσίας, ούτε Παράκλητος,  ούτε Αντίχριστος. Όλα είναι παρόντα. Και ο Χριστός και ο Παράκλητος και ο Αντίχριστος. Ο Χριστός είναι παρών με το Άγιο Πνεύμα στην Εκκλησία. Και ο Αντίχριστος είναι παρών ως πονηρό πνεύμα, που πολεμάει την Εκκλησία [6]. Η παρουσία του Αντιχρίστου αποτελεί εσχατολογικό φαινόμενο όχι τόσο καθ’ εαυτήν, όσο σε σχέση, η ακριβέστερα σε αντιπαράθεση προς την εσχατολογική Παρουσία του Χριστού. Όλα όσα συντελούνται με την ένσαρκη φανέρωση του Θεού μέσα στην Ιστορία, με τη σταύρωση και την Ανάστασή του, δημιουργούν τους έσχατους καιρούς, την έσχατη μέρα, την έσχατη ώρα, που υπάρχει έδώ και τώρα.
Τα έσχατα λοιπόν δεν περιορίζονται στο τέλος της Ιστορίας αλλά υπάρχουν ήδη στη ζωή της. Ολόκληρη η περίοδος μετά την έλευση του Χριστού είναι οι έσχατοι χρόνοι. Και ο Χριστός που είναι «το Α και το Ω… ο ων και ο ην και ο ερχόμενος» [7], είναι ο Κύριος, η αρχή και το τέλος της Ιστορίας. Όποιος έχει το Χριστό, έχει τη ζωή [8]. Η εμπειρία της ζωής αυτής υπάρχει ήδη μέσα στην Εκκλησία. Η εν Χριστώ ανακαίνιση και θέωση του ανθρώπου, που άναμένεται στον μέλλοντα αιώνα, βιώνεται ήδη από την παρούσα ζωή: «Νυν τέκνα Θεού εσμεν, και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα· οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστιν» [9].
Η βασιλεία του Θεού, μολονότι εμφανίζεται στον κόσμο «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» [10], δεν παύει να είναι αληθινά παρούσα. Τα σύμβολα με τα οποία προσφέρεται δεν είναι μεταφορικά ή αναλογικά, αλλά πραγματικά. Το άκτιστο φως της Μεταμορφώσεως, της Αναστάσεως, της Πεντηκοστής, όπως και αυτό που βλέπουν οι άγιοι της Εκκλησίας, είναι το φως της βασιλείας του Θεού. Είναι το πραγματικό σύμβολο της παρουσίας του.
Το μεγάλο λάθος, που γίνεται από τη δυτική κυρίως θεολογία στο σημείο αυτό, είναι ότι η συμβολική ή η «εκ μέρους φανέρωση της βασιλείας του Θεού στον κόσμο λαμβάνεται με μεταφορική ή αναλογική έννοια. Αυτό απέκρουσε με ιδιαίτερη έμφαση ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς κατά τη διαμάχη του με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό. Το φως της Μεταμορφώσεως, που είναι το ίδιο με το φως το οποίο βλέπουν οι άγιοι της Εκκλησίας, δεν είναι κτιστό σύμβολο της βασιλείας του Θεού, αλλά φυσικό σύμβολό Της. Είναι δηλαδή το ίδιο το φως της βασιλείας του Θεού, που φανερώνεται εκ «μέρους», για να γίνει προσιτό στον άνθρωπο. Όπως η αυγή που προέρχεται από το φως του ήλιου αποτελεί το φυσικό σύμβολο ή το προοίμιο της φανερώσεώς του, έτσι και το άκτιστο φως που φανερώνεται στην Εκκλησία αποτελεί το φυσικό σύμβολο της βασιλείας του Θεού [11].
Ο εσχατολογικός χαρακτήρας της Εκκλησίας αποκαλύπτεται ιδιαίτερα στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Η τέλεση του μυστηρίου αυτού είναι η κεντρική και η κατεξοχήν εσχατολογική πράξη της Εκκλησίας. Είναι η Λειτουργία της. Αυτή συγκροτεί την τέλεια κοινωνία, που υπερβάλλει τις διαιρέσεις του χώρου και του χρόνου και φανερώνει στον κόσμο τη βασιλεία του Θεού. Η μετοχή στη Θεία Ευχαριστία είναι κοινωνία με το Χριστό. Είναι μετοχή στην αιώνια ζωή του [12]. Είναι είσοδος στη βασιλεία του. Αυτά δεν παρουσιάζονται μεταφορικά, αλλά συντελούνται πραγματικά και προσφέρονται βιωματικά στα μέλη της Εκκλησίας. Η χριστιανική ζωή έχει εμπειρικό χαρακτήρα. Και το περιεχόμενο της εμπειρίας αυτής είναι η παρουσία της βασιλείας του Θεού. Αυτήν προϋποθέτει, προς αυτήν κατευθύνεται και από αυτήν τρέφεται η ζωή των πιστών μέσα στην Εκκλησία.
roloi ekklisia1
Η μετοχή στη βασιλεία του Θεού διενεργεί υπέρβαση του χρόνου. Όπως και η παρουσία της βασιλείας του Θεού στον κόσμο καταργεί τις διαιρέσεις του χρόνου. Η Λειτουργία της Εκκλησίας, η Θεία Ευχαριστία που είναι και ο αρραβώνας της βασιλείας του Θεού, ανατρέπει κάθε έννοια χρονικής ακολουθίας. Είναι το δείπνο, στο οποίο προσφέρει ο Χριστός το σώμα και το αίμα του πριν από τη Σταύρωσή του, και το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί μετά την Ανάστασή του.
Η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι μια συμβατική ή επιμέρους κοινωνική ομάδα, αλλά κοινωνία καθολική. Και είναι καθολική, γιατί εκτείνεται όχι μόνο «πανταχού της οικουμένης» αλλά και «πανταχού των χρόνων» [13]. Ακόμα η Εκκλησία υποδηλώνει μέσα στον κόσμοό την αιωνιότητα και κατευθύνει τον κόσμο προς αυτήν. Οι θεσμοί της Εκκλησίας, παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, μεταφέρουν το νου του ανθρώπου «από των παρόντων επί τα μέλλοντα». Έτσι, συνεχίζει ο ίδιος ιεράρχης, με κάθε γονυκλισία και ανόρθωση ο πιστός μαρτυρεί έμπρακτα «ότι διά της αμαρτίας εις ην κατερρύημεν, και δια της φιλανθρωπίας του κτίσαντος ημάς εις ουρανούς ανεκλήθημεν» [14].
Η απλή και εκφραστική αυτή εκδήλωση της γονυκλισίας δίνει στο Μ. Βασίλειο την αφορμή να μνημονεύσει τις νέες διαστάσεις, μέσα στις οποίες εκδιπλώνεται η ζωή του πιστού. Με την αποδοχή της φιλανθρωπίας του Θεού (ως δυνάμεως που ανυψώνει από τη γη στον ουρανό, διαπιστώνει ο άνθρωπος νέους προσανατολισμούς μέσα στον ευθύγραμμο χρόνο της Ιστορίας. Η αιωνιότητα συνδέεται με τη χρονικότητα. ‘Έτσι κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή στον ευθύγραμμο χρόνο προσλαμβάνει απεριόριστη ευρύτητα και απύθμενο βάρος. Γίνεται δοχείο της αίωνιότητας και προσφέρεται ως δυνατότητα κοινωνίας του πεπερασμένου με το υπερβατικό. Το αιώνιο γίνεται μεθεκτό μέσα στο χρόνο. Και ο χρόνος δεν περιορίζεται σε μια φευγαλέα και μη αντιστρεπτή ροή, αλλά η κάθε στιγμή του παρέχει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να ενταχθεί στην άπειρη αγάπη του αιώνιου Θεού.
Η Εκκλησία δεν υποτάσσεται στο χρόνο, αλλά οδηγεί από το χρόνο στην αιωνιότητα. Ως σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως η Εκκλησία εισάγει τον κόσμο στη βασιλεία του Θεού. Αλλά και πάλι ως σώμα Χριστού και κοινωνία θεώσεως η Εκκλησία φανερώνει μέσα στον κόσμο τη βασιλεία του Θεού. ‘Ο κόσμος και η βασιλεία του Θεού συνδέονται και συνυφαίνονται, δημιουργώντας έτσι την εσχατολογική περίοδο της παρουσίας της Εκκλησίας. Ο χρόνος της Ιστορίας γίνεται «χώρος» εντάξεως στην αιωνιότητα.
Η υπέρβαση του κόσμου πραγματοποιείται εν Χριστώ μέσα στην Εκκλησία με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος [15]. Η Εκκλησία δεν καταλύεται μαζί με τον κόσμο. Το τέλος του κόσμου, που θα είναι και το τέλος του χρόνου, δεν θ’ αποτελέσει και τέλος της Εκκλησίας. Η Εκκλησία οδηγεί στη βασιλεία του Θεού. Και όπως η φανέρωση της βασιλείας του Θεού δεν γίνεται δια μιας, αλλά κλιμακώνεται, έτσι και το τέλος του κόσμου δεν έρχεται δια μιας, αλλά παρουσιάζεται ως προανάκρουσμα και ως ολοκλήρωση. Προανάκρουσμα του τέλους ήταν η καταστροφή των Ιεροσολύμων και ολοκλήρωσή του θα είναι η τελική καταστροφή.
Αναφερόμενος ο Χριστός στη συντέλεια του κόσμου συνδέει την καταστροφή των Ιεροσολύμων με την καταστροφή του κόσμου και καταλήγει με τη διαβεβαίωση: «Αμήν λέγω υμίν, ου μη παρέλθη η γενεά αύτη έως αν πάντα ταύτα γένηται. Ο ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσιν» [16]. Η καταστροφή των Ιεροσολύμων πραγματοποιήθηκε, πριν παρέλθει η γενιά προς την όποία μίλησε ο Χριστός. Και η τελική καταστροφή θα πραγματοποιηθεί, πριν παρέλθει η γενιά των Χριστιανών [17].
Το τέλος του κόσμου, όπως και η αρχή του, δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποια χρονική στιγμή. Η αρχή και το τέλος του κόσμου νοούνται από τον άνθρωπο μόνο σε σχέση με τη συμβατική τους θέση μέσα στο χρόνο. Έτσι, χωρίς να συνιστούν υποκειμενικά φαινόμενα, συνδέονται αναπόφευκτα με την υποκειμενική θέση του ανθρώπου μέσα στην Ιστορία και είναι απροσπέλαστα ως θελήματα του Θεού. Σωστότερα λοιπόν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε όχι για το τέλος του κόσμου, αλλά για το μυστήριο του τέλους του κόσμου, που θα είναι και μυστήριο του τέλους του χρόνου, όπως οφείλουμε να μιλούμε και για το μυστήριο της αρχής του κόσμου, που είναι και μυστήριο της αρχής του χρόνου.
Πριν από το χρόνο, όπως και μετά το χρόνο, υπάρχει η υπέρχρονη αιωνιότητα και η αϊδιότητα [18]. Ο χρόνος αποκτά νόημα, γιατί συνδέεται με την αιωνιότητα και την αϊδιότητα. Γίνεται πραγματική Ιστορία, γιατί ενώνεται με την εσχατολογία [19]. Η Ιστορία δεν έχει νόημα χωρίς κάποιο τέλος. Και το τέλος της Ιστορίας μετά την έλευση του Χριστού υπάρχει σε κάθε στιγμή της. Έτσι το νόημα της Ιστορίας για την ‘Εκκλησία βρίσκεται στο απεριόριστο βάθος κάθε στιγμής της και όχι στις εξωτερικές εναλλαγές της χρονικής ροής. Το μήκος του χρόνου και της Ιστορίας αποκτά αξία με την αξιοποίηση του βάθους τους. Και το βάθος του χρόνου και της Ιστορίας προσφέρει τη μόνη ουσιαστική δικαίωση του μήκους τους.
Ο περιορισμός του χρόνου σε μονοδιάστατη κίνηση οδηγεί αναπόφευκτα στη διάψευση και την απογοήτευση. Η Ιστορία των πολιτισμών είναι Ιστορία διαψεύσεων. Και ο λεγόμενος χριστιανικός πολιτισμός, ως ανθρώπινη δημιουργία στον ευθύγραμμο Ιστορικό χρόνο, έχει την ίδια απόληξη. ‘Εκείνο όμως που προσφέρει η ‘Εκκλησία είναι η διέξοδος από το κοσμικό αδιέξοδο. Είναι η μετάβαση από την άσκοπη χρονική ροή και περιδίνηση στην πληρότητα της θείας αγάπης και ζωής.
‘Ο κοσμικός χώρος και ο κοσμικός χρόνος συνδέονται με την απάτη του κόσμου. Μετατρέπονται όμως σε θετικούς παράγοντες, όταν χρησιμοποιούνται ως αφορμές για την ένταξη στην αλήθεια της αιώνιας ζωής. Η παρούσα ζωή, παρατηρεί ο Μ. Βασίλειος, είναι στην πραγματικότητα θάνατος. Άλλη είναι η ζωή στην οποία καλεί τον άνθρωπο ο Χριστός [20]. Είναι η ζωή που δεν υπόκειται στην απάτη του κόσμου και τη διάψευση του θανάτου. Είναι η ζωή που μεταμορφώνει τον άνθρωπο και τον τοποθετεί πέρα από τις ανθρώπινες δυνατότητες και προοπτικές. Είναι η ζωή της βασιλείας του Θεού, που φανερώνεται μέσα στην ‘Εκκλησία του Χριστού και προσφέρεται στον άνθρωπο εδώ και τώρα.
‘Ο Χριστιανός καλείται να χρησιμοποιεί σωστά το χρόνο του και να τον επενδύει στην προοπτική της αιώνιας ζωής [21]. Η σχετικότητα και η ανωμαλία της παρούσας ζωής δεν αποτελούν αρνητικές καταστάσεις η απλά επεισόδια, αλλά δυνατότητες για τη μετάθεση εκ «των δρωμένων και σαλευομένων επί τα εστώτα και μη κινούμενα» [22]. Στην προοπτική αυτή όλα βρίσκουν τη θέση και τη δικαίωσή τους. Τίποτε δεν εγκαταλείπεται. Τίποτε δεν παραθεωρείται. Τίποτε δεν αντιμετωπίζεται ως συμπτωματικό. ‘Ο Θεός είναι ο Κύριος του κόσμου και της Ιστορίας, ο Παντεπόπτης και Παντοκράτωρ. Η χαρά και ο πόνος, η επιτυχία και η αποτυχία, η πρόοδος και η καταστροφή δεν αλληλοαφανίζονται, αλλά προσφέρονται ως μέσα για την ολοκλήρωση του ανθρώπου· για την καθολική καταξίωση της ζωής του, που πραγματοποιείται στην Εκκλησία.
Η Εκκλησία δεν αποστρέφεται το χρόνο, αλλά φανερώνεται μέσα στο χρόνο. Λε λυπάται γι’ αυτό που έφυγε, ούτε αγωνιά γι’ αυτό που έρχεται. Το κλείσιμο της μέρας που περνάει γίνεται απαρχή της μέρας που έρχεται. Κάθε Εσπερινός εισάγει στην καινούργια μέρα. Κι ενώ ο άνθρωπος μπορεί να στενοχωρείται γι’ αυτό που έχασε ή να χαίρεται γι’ αυτό που περιμένει, ενώ μπορεί να λυπάται για το παρελθόν και να φοβάται για το μέλλον, η Εκκλησία τον καλεί σταθερά και αδιατάρακτα σε μια πορεία εμπιστευμένη στα χέρια του Θεού. Αυτού που είναι ο Κύριος του χρόνου και της Ιστορίας, ο ΙΙαντοκράτωρ.

1. Ιω. 5,25.
2. Πρβλ. Πράξ. 2,17. Β΄ Τιμ. 3,1. Εβρ. 1,2. Ιακ. 5,3. Α’ Ιω. 2,18. Μ. Αθανασίου, Κατά Αρειανών 1,55, ΡG 26,125C.
3. Βλ. Ματθ. 16,28. Μάρ. 9,1. Λουκ. 9,27,
4. Βλ. Σ. Αγουρίδου, «Χρόνος και αιωνιότης (εσχατολογία και μυστικοπάθεια), εν τη θεολογική διδασκαλία Ιωάννου του Θεολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής, τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1958, σ. 156.
5. Α΄ Κορ. 13, 9.
6. «Παιδία, εσχάτη ώρα εστί, και καθώς ηκούσατε ότι ο αντίχριστος έρχεται, και νυν αντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν· όθεν γινώσκομεν ότι εσχάτη ώρα εστίν», Α΄ Ιω. 2,18. Πρβλ. και 4,3. Περισσότερα για τον αντίχριστο βλ. στη μελέτη μας, Ορθόδοξη Θεολογία και κοινωνική ζωή, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 126-35.
7. Αποκ. 1,8.
8. Α΄ Ιω. 5, 11.
9. Α΄ Ιω. 3,2.
10. Α΄ Κορ. 13, 12.
11. Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 3,1,14, Συγγράμματα, τόμ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 628. Αντιρρητικός προς Ακίνδυνον 5,8,33, Συγγράμματα, τόμ. 3, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 311.
12. Βλ. Ιω. 6, 33-7.
13. Ιω. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία εις ψαλμόν 144,4, ΡG 469-70.
14.Περί Αγίου Πνεύματος 27,66, ΡG32,192C.
15. Πρβλ. “Ελθέτω χάρις και παρελθέτω ο κόσμος ούτος”.
16. Ματθ. 24,34-5.
17. Για την ερμηνεία της λέξεως «γενεά» ως γενεάς των Χριστιανών βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία εις Μστθαίον 77, ΡG 58, 502.
18. «Ην τις πρεσβυτέρα της του κόσμου γενέσεως κατάστασις ταις υπερκοσμίοις δυνάμεσι πρέπουσα, η υπερχρόνιος, η αιωνία, η αΐδιος». Μ. Βασιλείου, Εις Εξαήμερον 1,5,ΡG 29,13Α,
19. Πρβλ. O. Clement, Transfigurer le temps. Notes sur letemps a la lumiere de la tradition orthodoxe, Neuchatel 1959, σ. 130.
20. Ομιλία εις Ψαλμόν 33,9,PG 29,373A.
21. Βλ. Εφ. 5,16. Κολ. 4,5.
22. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 7,19,ΡG 35,780Β.


Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Imagine......

Imagine there's no heaven
It's easy if you try
No hell below us
Above us only sky
Imagine all the people living for today

Imagine there's no countries
It isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people living life in peace

You, you may say
I'm a dreamer, but I'm not the only one
I hope some day you'll join us
And the world will be as one

Imagine no possessions
I wonder if you can
No need for greed or hunger
A brotherhood of man
Imagine all the people sharing all the world

You, you may say
I'm a dreamer, but I'm not the only one
I hope some day you'll join us
And the world will live as one

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

"Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής... μνείαν ποιούμεθα"


«Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής, της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα». Αυτό είναι το συναξάρι της δεύτερης ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Νυμφίος της Εκκλησίας και της ψυχής μας, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς», οδεύει προς το εκούσιο Πάθος Του, καλώντας κοντά Του όλους εμάς τους πιστούς Του, για να μας κάνει κοινωνούς των σωτηριωδών παθημάτων Του και του θριάμβου της Αναστάσεώς Του.

Οι θείοι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας: την παραβολή των Δέκα Παρθένων. Κι' είχαν το σκοπό τους. Η συνοδοιπορία με το Χριστό μας προς το Θείο Πάθος δεν θα πρέπει να είναι τυπική και απλά συναισθηματική, αλλά να είναι ολοκληρωτική συμμετοχή στην εν Χριστώ πορεία και να συνοδεύεται από οντολογική αλλαγή του είναι μας. Η ενθύμηση της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια άριστη πνευματική άσκηση για να μην διαφεύγει από τη σκέψη μας η επερχόμενη μεγάλη, επιφανής και συνάμα φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας.
πηγή:Αποστολική Διακονία της Ελλάδος

Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκης

Τί σχέση έχει η παραβολή των Δέκα παρθένων με τη Μεγ. Εβδομάδα; Γιατί γίνεται ιδιαίτερη μνεία γι’ αυτήν κατά τη Μεγ. Εβδομάδα;

Ένας λόγος: Την παραβολή αυτή είπε ο Χριστός λίγο πριν από το εκούσιο Πάθος. Η τελευταία διδασκαλία του Χριστού πριν από το Μυστικό Δείπνο περιέχεται στο 25ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, και είναι καθαρά εσχατολογική. Αναφέρεται στη βασιλεία των ουρανών και στη δευτέρα παρουσία του Χριστού. Στην αρχή είναι οι δύο γνωστές και συγγενείς παραβολές: η παραβολή των Δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13) και η παραβολή των ταλάντων, ή μάλλον του κρύψαντος το τάλαντον (Ματθ, 25,14-30). Και ακολουθεί η γνωστή περικοπή της μελλούσης κρίσεως (Ματθ. 25,31-46). Το βράδυ της Μεγ, Δευτέρας οι ύμνοι μιλάνε και για τα τρία αυτά, και για την παραβολή των Δέκα παρθένων, και για την παραβολή του κρύψαντος το τάλαντον και για την περικοπή της μελλούσης κρίσεως.

Περισσότερο μιλάνε οι ύμνοι για την παραβολή των Δέκα παρθένων. Αυτό δε γίνεται και για ένα δεύτερο λόγο. Στην παραβολή ακούγεται η κραυγή: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται, εξέρχεσθε εις απάντησιν αυτού» (Ματθ. 25,6). Και στις πρώτες μέρες της Μεγ. Εβδομάδας ακούγεται η ίδια κραυγή: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Ακολουθίες του Νυμφίου λέγονται οι ακολουθίες των τριών πρώτων ημερών. Έρχεται ο Νυμφίος. Ο Νυμφίος της παραβολής έρχεται, για να μπει στο νυμφώνα και να γίνουν οι γάμοι. Και ο Νυμφίος Χριστός έρχεται την εβδομάδα αυτή, για να μπει θριαμβευτικά στο Νυμφώνα του ουρανού. Έρχεται να δώσει τη μάχη, για ν’ ανοίξει ο κλειστός νυμφώνας στους ανθρώπους. Έρχεται! Καλούμεθα να τον υπαντήσουμε, να τον υποδεχτούμε.

Αλλά και για τρίτο λόγο γίνεται μνεία της παραβολής των Δέκα παρθένων απόψε. Ο Χριστός είναι ο Νυμφίος. Χρειάζεται πίστη για να το δεχθεί κανείς αυτό. Γιατί; Μπροστά μας τις μέρες αυτές βλέπουμε πληγωμένο και βασανισμένο το πρόσωπο του Χριστού, του Νυμφίου. Ο προφήτης Ησαΐας, 800 χρόνια προ Χρίστου, είδε με καταπληκτική ενάργεια όλα τα πάθη του Σωτήρος, και στην περίφημη προφητεία του 53ου κεφαλαίου του βιβλίου του, που την ακούμε το πρωί της Μεγ. Παρασκευής, παρουσιάζει αυτή την παραμόρφωση του προσώπου του Μεσσία, του πάσχοντος Λυτρωτή: « Και είδομεν αυ­τόν, και ουκ είχεν είδος ουδέ κάλλος» (Ησ. 53,2).

Ένας που γνωρίζει το θεϊκό μεγαλείο, το άρρητο κάλλος και την απερίγραπτη ομορφιά του Λόγου του Θεού, του θεανθρώπου Ιησού, βλέποντάς τον το πρωί της Μεγ. Παρασκευής ραπισμένο, πληγωμένο, μαστιγωμένο, ματωμένο, θα μπορούσε ν’ αναφωνήσει: – Πω, πω! Πώς έγινε έτσι το ωραιότερο πρόσωπο τού κόσμου! Είναι και τούτο ένα στάδιο της ταπεινώσεως, της κενώσεως του Θεού Λόγου. Ταπείνωσε τον εαυτό του. Τον κατέβασε στη γη από τον ουρανό. Του φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα. Τον περιτύλιξε μέσα στα άχυρα του σταύλου. Και τώρα η ταπείνωση πάλι τον περιτυλίγει μέσα στα αίματα και στον πόνο. Πω, πω! Πώς καταδέχτηκε να γίνει για μας ο Νυμφίος Χριστός!

Κι όμως δεν παύει να είναι ο ωραιότερος Νυμφίος του κόσμου. Στο Ψαλτήρι εμφανίζεται ασύγκριτη η ομορφιά του: «Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων» (Ψαλμ. 44,2).

Η παραβολή των Δέκα παρθένων

Είπαμε τους τρεις λόγους, για τους οποίους η αποψινή βραδυά είναι αφιερωμένη στην παραβολή των Δέκα παρθένων.

Είναι γνωστή η παραβολή. Μιλάει για δέκα παρθένες. Περιμένουν νάρθει ο νυμφίος, κατά τη συνήθεια που είχαν τότε. Ο νυμφίος στη περίπτωση εκείνη καθυστέρησε και θα έφθανε τη νύχτα για να παραλάβει τη νύμφη. Οι παρθένες κόρες τον περίμεναν με λαμπάδες αναμμένες λίγο πιο πέρα από το νυφικό σπίτι, να τον υποδεχθούν. Οι λαμπάδες ήταν τότε λυχνάρια, που άναβαν μόνο με λάδι. Αν σωνόταν το λάδι, έσβηναν οι λαμπάδες.

Από τις δέκα παρθένες οι πέντε ήταν συνετές, μυαλωμένες. Μαζί με το λυχνάρι τους, τη λαμπάδα τους, πήραν και λάδι, να τροφοδοτούν τη λαμπάδα. Οι πέντε άλλες ήταν ανόητες, ασύνετες, άμυαλες, επιπόλαιες. Πήραν τη λαμπάδα χωρίς λάδι.

Οι ώρες περνούσαν, ο νυμφίος αργούσε. Και νύσταξαν και έπεσαν να κοιμηθούν. Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε φωνή. Ο αγγελιοφόρος προειδοποιεί: «Ιδού ο νυμφίος έρχεται…». Πετάχτηκαν και οι δέκα. Οι πέντε μυαλωμένες άναψαν τις λαμπάδες τους. Έτοιμες για την υποδοχή. Οι άμυαλες όμως! Πώς ν’ ανάψει το λυχνάρι τους; Λάδι δεν είχαν. Πώς να βρουν τελευταία στιγμή; Να πάρουν από τις άλλες πέντε; Δεν μπορούσαν, γιατί δεν θάφτανε για το δικό τους λυχνάρι το λάδι που θα τους έμενε. Να πάνε ν’ αγοράσουν; Άραγε θα προλάβουν; Μα δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο. Τρέχουν ν’ αγοράσουν.

Ο νυμφίος όμως πλησιάζει. Οι πέντε σοφές τον υποδέχονται με αναμμένη τη λαμπάδα. Μπαίνουν μαζί του στο νυμφώνα. Μαζί στο γαμήλιο πανηγύρι, στη μεγάλη χαρά. Σε λίγο, να και φτάνουν, ασθμαίνουσες και καταϊδρωμένες, οι πέντε ασύνετες και άμυαλες. Προχωρούν να μπουν. Μα βρίσκουν κατάκλειστη την πόρτα. Χτυπάνε. Ξαναχτυπάνε. Μα απόκριση καμιά. Φωνάζουν με αγωνία: «Κύριε, Κύριε άνοιξον ημίν». Κι ακούγεται η απόκριση από μέσα. Απόκριση αυστηρή, απόλυτη, τραγική: «Αμήν λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς». Δεν σάς ξέρω… Μια για πάντα έξω από το νυμφώνα.

Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκης

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας. Αυτός ο έρωτάς μας.

Ο Χριστός είναι η χαρά, το φως το αληθινό, η ευτυχία. Ο Χριστός είναι η ελπίδα μας. Η σχέση με τον Χριστό είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι λαχτάρα του θείου. Ο Χριστός είναι το παν. Αυτός είναι η αγάπη μας, Αυτός ο έρωτάς μας. Είναι έρωτας αναφαίρετος ο έρωτας του Χριστού. Από κει πηγάζει η χαρά.

Η χαρά είναι ο ίδιος ο Χριστός. Είναι μία χαρά, που σε κάνει άλλο άνθρωπο. Είναι μία πνευματική τρέλα, αλλά εν Χριστώ. Σε μεθάει σαν το κρασί το ανόθευτο, αυτό το κρασί το πνευματικό. Όπως λέγει ο Δαβίδ: «Ελίπανας εν ελαίω την κεφαλήν μου και το ποτήριόν σου μεθύσκον με ωσεί κράτιστον» (Ψαλ. 22, 5). Ο πνευματικός οίνος είναι άκρατος, ανόθευτος, πολύ δυνατός κι όταν τον πίνεις, σε μεθάει. Αυτή η θεία μέθη είναι δώρο του Θεού, που δίδεται στους «καθαρούς τη καρδία» (Πρβλ. Ματθ. 5, 8

Όσο μπορείτε να νηστεύετε, όσες μετάνοιες μπορείτε να κάνετε, όσες αγρυπνίες θέλετε ν' απολαμβάνετε, αλλά να είστε χαρούμενοι. Να έχετε τη χαρά του Χριστού. Είναι η χαρά που διαρκεί αιώνια, που έχει αιώνια ευφροσύνη. Είναι χαρά του Κυρίου μας, που δίνει την ασφαλή γαλήνη, τη γαλήνια τερπνότητα και την πάντερπνη ευδαιμονία. Η χαρά η πασίχαρη, που ξεπερνά κάθε χαρά. Ο Χριστός θέλει κι ευχαριστείται να σκορπάει τη χαρά, να πλουτίζει τους πιστούς Του με χαρά. Εύχομαι, «ίνα η χαρά υμών η πεπληρωμένη» (Α' Ιω. 1,4).


Αυτή είναι η θρησκεία μας. Εκεί πρέπει να πάμε. Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος, παιδιά μου. Τι είναι Παράδεισος; Ο Χριστός είναι. Από δω αρχίζει ο Παράδεισος. Είναι ακριβώς το ίδιο, όσοι εδώ στη γη ζουν τον Χριστό, ζουν τον Παράδεισο. Έτσι είναι, που σάς το λέγω. Είναι σωστό, αληθινό αυτό, πιστέψτε με! Έργο μας είναι να προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο να μπούμε μέσα στο φως του Χριστού. Δεν είναι να κάνει κανείς τα τυπικά. Η ουσία είναι να είμαστε μαζί με τον Χριστό. Να ξυπνήσει η ψυχή και ν' αγαπήσει τον Χριστό, να γίνει αγία. Να επιδοθεί στο θείο έρωτα. Έτσι θα μάς αγαπήσει κι Εκείνος. Θα είναι τότε η χαρά αναφαίρετη. Αυτό θέλει πιο πολύ ο Χριστός, να μάς γεμίζει από χαρά, διότι είναι η πηγή της χαράς. Αυτή η χαρά είναι δώρο του Χριστού. Μέσα σ' αυτή τη χαρά θα γνωρίσομε τον Χριστό. Δεν μπορούμε να Τον γνωρίσουμε, αν Εκείνος δεν μας γνωρίσει. Πώς το λέγει ο Δαβίδ; «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες, εάν μη Κύριος φυλάξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων» (Ψαλμ. 126, 1).


Αυτά η ψυχή μας θέλει να αποκτήσει. Αν προετοιμασθούμε ανάλογα, η χάρις θα μάς τα δώσει. Δεν είναι δύσκολο. Αν αποσπάσουμε την χάρι, όλα είναι εύκολα, χαρούμενα κι ευλογία Θεού. Η θεία χάρις διαρκώς κρούει την πόρτα της ψυχής μας και περιμένει ν' ανοίξουμε, για να έλθει στην διψώσαν καρδίαν μας και να την πληρώσει. Το πλήρωμα είναι ο Χριστός, η Παναγία μας, η Αγία Τριάς. Τι ωραία πράγματα!


Άμα αγαπάεις, ζεις στην Ομόνοια και δεν ξέρεις ότι βρίσκεσαι στην Ομόνοια. Ούτε αυτοκίνητα βλέπεις, ούτε κόσμο βλέπεις, ούτε τίποτα. Είσαι μέσα σου με το πρόσωπο που αγαπάεις. Το ζεις, το ευχαριστιέσαι, σ' εμπνέει. Δεν είναι αληθινά αυτά; Σκεφθείτε αυτό το πρόσωπο που αγαπάτε να είναι ο Χριστός. Ο Χριστός στο νου σου, ο Χριστός στην καρδιά σου, ο Χριστός σ' όλο σου το είναι, ο Χριστός παντού.

Ο Χριστός είναι η ζωή, η πηγή της ζωής, η πηγή της χαράς, η πηγή του φωτός του αληθινού, το παν. Όποιος αγαπάει τον Χριστό και τους άλλους, αυτός ζει τη ζωή. Ζωή χωρίς Χριστό είναι θάνατος, είναι κόλαση, δεν είναι ζωή. Αυτή είναι η κόλαση, η μη αγάπη. Ζωή είναι ο Χριστός. Η αγάπη είναι η ζωή του Χριστού. Ή θα είσαι στη ζωή ή στο θάνατο. Από σένα εξαρτάται να διαλέξεις.


Ένας να είναι ο στόχος μας, η αγάπη στον Χριστό, στην Εκκλησία, στον πλησίον. Η αγάπη, η λατρεία προς τον Θεό, η λαχτάρα, η ένωση με τον Χριστό και με την Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος. Η αγάπη στον Χριστό είναι κι αγάπη στον πλησίον, σ' όλους, και στους εχθρούς. Ο χριστιανός πονάει για όλους, θέλει όλοι να σωθούν, όλοι να γευθούν τη Βασιλεία του Θεού. Αυτός είναι ο χριστιανισμός. Μέσω της αγάπης προς τον αδελφό θα κατορθώσουμε ν' αγαπήσουμε τον Θεό. Ενώ το επιθυμούμε, ενώ το θέλουμε, ενώ είμαστε άξιοι, η θεία χάρις έρχεται μέσω του αδελφού. Όταν αγαπάμε τον αδελφό, αγαπάμε την Εκκλησία, άρα τον Χριστό. Μέσα στην Εκκλησία είμαστε κι εμείς. Άρα όταν αγαπάμε την Εκκλησία, αγαπάμε και τον εαυτό μας.


Από το βιβλίο
Γέροντος Πορφυρίου
Καυσοκαλυβίτου
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ
Ιερά Μονή Χρυσοπηγής
Χανιά 2003 

Αναδημοσίευση από :Εδώ

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

5. Η Βασιλεία του Θεού: όραμα αλλιώτικης ζωής ή ουτοπία

Αρχικά , μπορείτε να ακούσετε το μάθημά σας εδω

Πάμε τώρα να τα δούμε πιο.....συνοπτικά!!!

.

Δευτέρα 27 Αυγούστου 2012

Ο δρόμος για την ευτυχία

του Φώτη Κόντογλου από το trelogiannis.blogspot.gr

Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος. Θέλει να απολαύσει πολλά, χωρίς να μπορεί να τα προφτάσει όλα. Και γι' αυτό βασανίζεται. Οποίος, όμως, φτάσει σε μια κατάσταση, πού να ευχαριστιέται με τα λίγα, και να μη θέλει πολλά έστω και κι αν μπορεί να τα αποκτήσει , εκείνος λοιπόν εiναι ευτυχισμένος.
Οι άνθρωποί δεν βρίσκουν πουθενά ευτυχία, γιατί επιχειρούν να ζήσουν χωρίς τον εαυτό τους. Αλλά όποιος χάσει τον εαυτό του, έχει χάσει την ευτυχία. Ευτυχία δεν είναι το ζάλισμα, πού δίνουν οι πολυμέριμνες ηδονές και απολαύσεις, αλλά η ειρήνη της ψυχής και η σιωπηλή αγαλλίαση της καρδιάς. Γι' αυτό είπε ο Χριστός: «Ουκ έρχεται η βασιλεία του Θεού μετά παρατηρήσεως : ουδέ ερούσιν, ιδού ώδε, ή ιδού εκεί. Ιδού γαρ η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστί».


Ξέρω καλά, τι είναι η ζωή που ζούνε οι λεγόμενοι κοσμικοί άνθρωποι. Οι άνθρωποι, δηλαδή, πού διασκεδάζουνε, που ταξιδεύουνε, που ξεγελιούνται με λογής- λογής θεάματα, με ασημαντολογίες, με σκάνδαλα, με τις διάφορες ματαιότητες. Όλα αυτά, από μακριά φαντάζουνε για κάποιο πράγμα σπουδαίο και ζηλευτό!
Από κοντά, όμως, απορείς για την φτώχεια που έχουνε, και το πόσο κούφιοι είναι οι άνθρωποι που ξεγελιούνται με αυτά τα γιατροσόφια της ευτυχίας. Βλέπεις δυστυχισμένους ανθρώπους, που κάνουνε τον ευτυχισμένο! Κατάδικους, πού κάνουνε τον ελεύθερο! Άδειοι από κάθε ουσία! Τρισδυστυχισμένοι! Πεθαμένη η ψυχή τους! Kαι γι' αυτό ανύπαρκτη και η «ευτυχία», τους! Τελείως αποξενωμένοι από την Βασιλεία του Θεού!
Αλλά πώς να γίνει ψωμί, σαν δεν υπάρχει προζύμι; Και πώς να μην είναι όλα άνοστα, αφού δεν υπάρχει αλάτι;
Μη φοβάσαι, αδελφέ μου, να μείνεις μοναχός με τον εαυτό σου! Μη καταγίνεσαι ολοένα με χίλια πράγματα, για να τον ξεχάσεις! Γιατί όποιος έχασε τον εαυτό του, κάθεται με ίσκιους και με φαντάσματα μέσα στην έρημο του θανάτου.
Αγάπησε τον Χριστό και το Ευαγγέλιο, περισσότερο από τις πεθαμένες σοφίες των ανθρώπων.
Περισσότερο από κάθε τιμή και δόξα ετούτου του κόσμου. Και μοναχά ΄τότε, θα χαίρεσαι σε κάθε ώρα της ζωής σου. Κανένας δρόμος δεν βγάζει στην ειρήνη της καρδιάς, παρά μόνο ο Χριστός, που σε καλεί πονετικά και που σου λέγει:
«Εγώ ειμί η οδός».
Από το βιβλίο «ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΝΘΗ»

Πηγή: http://www.aprovlepto.com/2012/06/blog-post_1449.html#ixzz24lMZGHaT

Σάββατο 25 Αυγούστου 2012

Tο κλειδί της Βασιλείας του Θεού


ΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει; Μὲ ἁπλᾶ λόγια θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω.
Κάποια μέρα ἕνας ἄνθρωπος πῆγε στὸ Χριστὸ καὶ τὸν θερμοπαρακαλοῦσε γιὰ κάτι. Τί ἤθελε; ἦταν πεινασμένος κ’ ἤθελε ψωμί, ἦταν διψασμένος κ’ ἤθελε νερό, ἦταν ἄρρωστος κ’ ἤθελε φάρμακα; Ὄχι. Ὅλα τά ᾿χε· ἦταν νέος, ἦταν ἄρχοντας, δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα. Τί τοῦ ἔλειπε λοιπόν, γιατί πῆγε στὸ Χριστό; Αὐτὸς πίστευε ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι δὲν τελειώνουν ὅλα στὸν τάφο, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ζωή, καὶ εἶχε ἀγωνία γιὰ ἐκεῖ. Ἀγωνιοῦσε ποῦ θὰ πάῃ· μὲ τὸ Θεὸ ἢ μὲ τὸ διάβολο, στὸν παράδεισο ἢ στὴν κόλασι, στὸ φῶς ἢ στὸ σκοτάδι; Αὐτὸ τὸν ἐνδιέφερε. Ἦταν δηλαδὴ μιὰ εὐγενὴς ὕπαρξις καὶ ρωτοῦσε· Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ, νὰ πάω κοντὰ στὸ Θεό;
Τί νὰ κάνω γιὰ νὰ σωθῶ, νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνιο ζωή, νὰ πάω στὸν παράδεισο! Τὸ λέει σήμερα κανείς; Μέσ᾿ στοὺς χίλιους ζήτημα ἂν βρῇς ἕνα νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει μὲ τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτη.
Στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια στὶς γιορτὲς ἔλεγαν ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· «Καλὴ ψυχή, καλὸν παράδεισο». Τώρα τέτοια εὐχὴ δὲ λένε. Καὶ δὲν τὸ λένε, γιατὶ δὲν πιστεύουν. Ἐδῶ εἶνε ἡ κό­λασι, σοῦ λένε, ἐδῶ καὶ ὁ παράδεισος· ὁ ἄνθρωπος ψοφάει σὰν τὸ ζῷο… Δὲν ζητοῦν τὴν αἰώνιο ζωή. Ἔχουν λυσσάξει γιὰ τὰ λεπτά.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, πού ᾿χε μαζέψει πολὺ χρῆμα (εἶχε μιὰ στέρνα γεμάτη ἀπὸ χρυσᾶ νομίσματα), καὶ διασκέδαζε καὶ γλεντοῦσε. Ὅταν γέρασε καὶ πλησίαζε ὁ θάνατος, τοῦ ἔθεσαν τὸ ἐρώτημα· Ὅλα τὰ εἶχες, τί κατάλαβες ἀπὸ τὴ ζωή σου; Κι αὐτός, ποὺ ἦταν σοφός, ἔγραψε· «Ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (᾿Εκκλ. 1, 2· 12,8), μάταια δηλαδὴ εἶνε ὅλα στὸν κόσμο αὐτόν.
Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου εἶχε ἕνα εὐγενῆ πόθο, νὰ κληρονομήσῃ τὴν αἰώνιο ζωή. Ρωτᾷ τὸ Χριστό, τί νὰ κάνῃ. Καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ δίνει τὸ κλειδί, ποὺ θὰ τοῦ ἀνοίξῃ τὸν παράδεισο. Ποιό εἶνε τὸ κλειδὶ τοῦ παραδείσου; ―Ἂν θέλῃς, λέει, τὴν αἰώνιο ζωή, νὰ δῇς τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ σένα ἐξαρτᾶται· τήρησε τὰς ἐντολάς. ―Ποιές ἐντολές; Καὶ ὁ Κύριος τοῦ λέει συγκεκριμένα· ―Νά, «τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 19,18-19· βλ. Ἔξ. 20,12-16· Δευτ. 5,16-20). ―Αὐτά, ἀπαντᾷ ὁ νέος, τὰ τηρῶ ἀπὸ μικρός· τί ὑπολείπεται ἀκόμη; Καὶ τότε ὁ Χριστὸς τοῦ λέει· ―Ἂν θέλῃς νὰ εἶσαι τέλειος, νὰ γίνῃς σὰν ἄγγελος, θὰ σοῦ πῶ τί νὰ κάνῃς· «ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς…» (Ματθ. 19,21).
Ὑπάρχουν τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων· στὴν κατώτερη εἶνε ὅσοι ζοῦν σὰν τὰ ζῷα, στὴ μεσαία αὐτοὶ ποὺ ζοῦν σὰν ἄνθρωποι, καὶ στὴν ἀνώτερη ἐκεῖνοι ποὺ ζοῦν σὰν ἄγγελοι. Θέλεις λοιπὸν νὰ ζήσῃς ὄχι σὰν κτῆνος, ὄχι σὰν ἄνθρωπος, ἀλλὰ σὰν ἄγγελος; νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ γῆ παράδεισος; «Ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς…». Ποιός τὸ κάνει αὐτό; Ὁ κόσμος λέει· Ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τίποτα γιὰ τοὺς ἄλλους. Γι᾿ αὐτὸ πᾶμε στὴν καταστροφή. Ὁ Χριστὸς λέει· «Ὅλα γιὰ ἄλλους, τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό μας».
Ἀλλ᾿ ὅταν τ᾿ ἄκουσε αὐτὸ ὁ πλούσιος νέος, λυπήθηκε. Διότι εἶχε πολλὰ λεπτά, δὲν ἤθελε νὰ τὰ στερηθῇ, κ᾽ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸ Χριστό.
* * *
Ἐγώ, ἀγαπητοί μου, δὲν σᾶς ζητῶ νὰ φθάσετε ὅλοι στὸ ἀπόλυτο. Δὲν μποροῦν ὅλοι νὰ φθάσουν στὸ «πώλησον τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ δὸς πτωχοῖς». Ἐγὼ κάτι ἄλλο ζητῶ ἀπὸ σᾶς· νὰ τηρήσετε τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ποιές εἶνε οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ; Δέκα δάχτυλα ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ποιός κόβει τὸ δάχτυλό του; Ὅπως δὲν κόβεις τὸ δάχτυλό σου, ἔτσι δὲν πρέπει νὰ κόψῃς καμμιά ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ Χριστὸς ὑπενθυμίζει πέντε ἀπὸ αὐτές, τὶς ἑξῆς.
⃝ Μία ἐντολὴ εἶνε τὸ «Οὐ φονεύσεις». Νὰ μὴ σκοτώσῃς ἄνθρωπο, γιατὶ τὴ ζωὴ τὴν ἔδωσε ὁ Θεός· κι ὅ,τι δίνει ὁ Θεός, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ ἄνθρωπος. Ἂν γκρεμίσῃς ἕνα σπίτι, τὸ ξαναχτίζεις, εἶνε εὔκολο· ἀλλὰ σκότωσες ἄνθρωπο; δὲ μπορεῖς νὰ τὸν ἀναστήσῃς πιά. Τί λέω ἄνθρωπο; ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, δὲν μποροῦν νὰ φτειάξουν οὔτε ἕνα μυρμηγκάκι, πολὺ περισσότερο ἕνα ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς τὸν ἔκανε τὸν ἄνθρωπο· μὴ τὸν σκοτώνῃς. Ἐν τούτοις στὴν ἐποχή μας πόσους πολέμους καὶ πόσους νεκροὺς ἀκοῦμε! Καὶ τί ἔχουν νὰ δοῦν ἀκόμη τὰ μάτια μας! Ἂν μάλιστα γίνῃ χρῆσι τῆς πυρηνικῆς ἐνεργείας, ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ. Τότε δὲν σκοτώνουν μὲ μαχαίρι· τὸ ἐπιστημονικὸ «μαχαίρι» εἶνε ἡ πυρηνικὴ ἐνέργεια. Ὁ Χριστὸς λέει «Οὐ φονεύσεις», ὁ διάβολος λέει Σκότωνε. Καὶ τὰ αἵματα ποὺ χύνονται πάνω στὴ γῆ ἔχουν γίνει ποταμός.
⃝ Τὸ ἕνα «δάχτυλο» τὸ κόψαμε. Ποιό εἶνε τὸ ἄλλο· «Οὐ μοιχεύσεις». Νὰ σεβαστῇς τὴ γυναῖκα τοῦ ἄλλου. Ἂν εἶνε πιὸ μικρή, νὰ πῇς, Εἶνε ἡ κόρη μου· ἂν εἶνε στὰ χρόνια σου, Εἶνε ἡ ἀδερφή μου· κι ἂν εἶνε πιὸ μεγάλη, Εἶνε ἡ μάνα μου. Κι ὅπως δὲ σκέπτεσαι κακὸ γιὰ τὴν κορούλα σου, γιὰ τὴν ἀδερφούλα σου, γιὰ τὴ μάνα σου, ἔτσι καὶ γιὰ κάθε ἄλλη γυναῖκα. Δὲν ἐπιτρέπεται, νά ’νε ὁ ἄλλος στὴν Αὐστραλία, κ’ ἐσὺ νὰ τοῦ ἀτιμάζῃς τὸ σπίτι. Ἦρθε προχθὲς ἕνας καὶ ἔκλαιγε. ―Ἂχ πατέρα μου δέσποτα, λέει, δὲ σ᾿ ἄκουσα· ἔφυγα στὴν Αὐστραλία. Εἶχα χωραφάκια, γίδια, πρόβατα, ἀγελάδες· μ’ ἔβαλε ὁ διάβολος νὰ θέλω νὰ ξενιτευτῶ. Καὶ ἔφερα πολλὰ λεφτά. Τί νὰ τὰ κάνω ὅμως; Θ᾿ αὐτοκτονήσω ἀπόψε. ―Γιατί; ―Γιατὶ μόλις ἦρθα ἔμαθα ὅτι, ὅσο ἔλειπα, ἄλλος πῆγε στὸ σπίτι καὶ ἀτίμασε τὴ γυναῖκα μου… Μεγάλο ἁμάρτημα ἡ μοιχεία, διαλύει τὴν οἰκογένεια. Γι’ αὐτὸ πλήθυναν τὰ διαζύγια καὶ πλούτισαν μ’ αὐτὰ οἱ δικηγόροι.
⃝ Ποιά ἄλλη ἐντολὴ λέει ὁ Χριστός μας· «Οὐ κλέψεις». Δὲν πρέπει νὰ κλέβῃς· νὰ σέβεσαι τὴν περιουσία τοῦ ἄλλου. Τὸ τηροῦμε; Τὸ κόψαμε κι αὐτὸ τὸ «δάχτυλο», τὸ σβήσαμε τὸ «οὐ κλέψεις». Καὶ τί γράψαμε· «ἅρπαξε νὰ φᾶς καὶ κλέψε νὰ ᾿χῃς». Καὶ κλέβουν ὅλοι. Ἀλλ’ ὅποιος βάζει ξένο πρᾶγμα μέσ’ στὸ σπίτι του, φωτιά βάζει. Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς· Ἔχεις ἑκατὸ πρόβατα· δικά σου εἶνε. Θέλεις νὰ τὰ χάσῃς; Κλέψε ἕνα ξένο, ῥῖξε τὸ κλεμμένο μέσα στὰ δικά σου, καὶ θὰ τὰ χάσῃς ὅλα.
⃝ Λοιπὸν τὸ ἕνα «δάχτυλο» τὸ κόψαμε, τὸ δεύτερο τὸ κόψαμε, τὸ τρίτο τὸ κόψαμε. Ὑπάρχει κ’ ἕνα ἄλλο· «Οὐ ψευδομαρτυρήσεις». Δὲ θὰ πᾷς στὸ δικαστήριο νὰ ξαπλώσῃς τὸ βρωμερό σου χέρι ἐπάνω στὸ Εὐαγγέλιο νὰ πάρῃς ψεύτικο ὅρκο· γιατὶ ὁ ὅρκος εἶνε φωτιὰ καὶ θὰ σὲ κάψῃ. Ποιός τὸ τηρεῖ αὐτό; Κάθε μέρα ὁρκίζονται πάνω στὸ Εὐαγγέλιο ἄντρες καὶ γυναῖκες γιὰ διάφορα μικροπράγματα, καὶ κολάζονται.
⃝ Ἀλλὰ μήπως τηροῦμε τὴν ἐντολὴ «Τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα»; Ὕστερα ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶνε ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα· οἱ γονεῖς εἶνε σὰ θεοὶ στὴ γῆ, ὀφείλεις νὰ τοὺς σεβαστῇς. Ὑπάρχει τώρα σεβασμὸς στοὺς γονεῖς; Ποῦ σεβασμός! Ἦρθε κάποιος στὴ μητρόπολι μὲ σπασμένο τὸ κεφάλι καὶ ντρεπόταν νὰ πῇ ποιός τοῦ τό ’κανε. «Ὁ γυιός μου», εἶπε τέλος μὲ κλάματα. Ὁ γυιὸς νὰ χτυπήσῃ τὸν πατέρα; Τὰ παλιὰ τὰ χρόνια τὰ παιδιὰ στέκονταν σοῦζα μπροστὰ στοὺς γονεῖς. Τώρα;… Κατηραμένα τὰ χέρια τῶν παιδιῶν ποὺ χτυποῦν μάνα ἢ πατέρα! Εἶνε ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἁμαρτήματα.
⃝ Τέλος ὁ Χριστός, ἀφοῦ ὑπενθύμισε τὸ «οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευ­δομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα», μετὰ τί εἶπε· «Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Ἀγάπη! Ὤ ποῦ εἶνε ἡ ἀγάπη, ποῦ νὰ τὴ βροῦμε; Ὑπάρχει; Ἀγάπη! Ν᾿ ἀγαπᾷς τί; Πάνω ἀπ’ ὅλα τὸ Θεό, καὶ μετὰ ὅλα τὰ ὡραῖα ποὺ ἔκανε ὁ Θεός· τὰ λουλούδια, τὰ πουλιά, τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὶς θάλασσες, τὰ ἄστρα, τὸν ἥλιο· ν’ ἀγαπᾷς τὸν πατέρα ποὺ σὲ γέννησε, τὴ μάνα ποὺ σὲ βύζαξε, τὸ δάσκαλο ποὺ σὲ διδάσκει, τὰς ἀρχὰς καὶ ἐξουσίας· ν᾽ ἀγαπᾷς τὸν ἱερέα ποὺ σὲ εὐλογεῖ· ν᾽ ἀγαπᾷς καὶ τὸν ἐχθρό σου ἀκόμα· τότε εἶσαι Χριστιανός.
* * *
Αὐτὰ μᾶς λέει ὁ Χριστός, ἀδέρφια μου. Εἶνε δύσκολα; Ἁπλᾶ πράγματα εἶνε. Ἂν ὁ κόσμος τὰ ἐφήρμοζε, πόλεμος δὲ θὰ γινόταν, οἱ φυλακὲς θὰ ἦταν ἀδειανές, πεινασμένοι, γυμνοί, ἄρρωστοι δὲ θὰ ὑπῆρχαν. Ὁ κόσμος θὰ ζοῦσε εὐτυχισμένος. Τό ᾿πε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· ἂν ὅλοι ἐφαρμόσουμε τὸ Εὐαγγέλιο, ―δὲν εἶνε ψέμα― ἡ γῆ θὰ γίνῃ παράδεισος.
Τί νὰ κάνουμε, ἀδέρφια μου; Νὰ εἴμαστε πάντα κοντὰ στὸ Θεό, νὰ ἐφαρμόζουμε τὰς ἐντολάς του, τὸ «οὐ μοιχεύσεις – οὐ πορνεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα», καὶ εὔχομαι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ νὰ εἶνε πάντα μαζί σας.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στον ἱερό ναὸ Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀτραποῦ – Φλωρίνης 5-9-1976)


πηγή : www. augoustinos-kantiotis.gr

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Η παραβολή του σπορέα

Ο Χριστός κάποτε διηγήθηκε στους μαθητές του και πλήθος κόσμου που είχε συγκεντρωθεί την εξής παραβολή:
            Βγήκε ο σποριάς για να σπείρει το σιτάρι στη γη. Καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο και ήρθαν τα πουλιά και τους έφαγαν όλους. Άλλοι έπεσαν σε έδαφος πετρώδες, που δεν είχε πολύ χώμα, κι αμέσως φύτρωσαν γιατί το χώμα ήταν λιγοστό. Μόλις όμως ανέτειλε ο ήλιος, κάηκαν και, επειδή δεν είχαν ρίζες, ξεράθηκαν. Άλλοι σπόροι πάλι έπεσαν στ’ αγκάθια και, όταν τα αγκάθια μεγάλωσαν, τους έπνιξαν. Κι άλλοι έπεσαν στο γόνιμο έδαφος κι έδωσαν καρπό, άλλοι εκατό φορές περισσότερο, άλλοι εξήντα κι άλλοι τριάντα. Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει, ας ακούει.
            Οι μαθητές του ζήτησαν να εξηγήσει την παραβολή και ο Χριστός τότε τους είπε: 
            Σ’ εκείνον που ακούει το κήρυγμα για την Βασιλεία του Θεού και δεν το αποδέχεται, έρχεται ο διάβολος και παίρνει ό,τι σπάρθηκε στην καρδιά του. Αυτός είναι ο σπόρος που σπάρθηκε στο δρόμο. Αυτός που σπάρθηκε σε πετρώδες έδαφος είναι όποιος ακούει το λόγο και τον δέχεται αμέσως με πολλή χαρά. Δεν έχει όμως μέσα του ρίζα γιατί του λείπει η πίστη. Όταν λοιπόν αρχίσουν οι κατατρεγμοί και οι διωγμοί εξαιτίας του ευαγγελίου, αμέσως απαρνιέται τον λόγο του Θεού. Ο σπόρος που σπάρθηκε στ’ αγκάθια είναι όποιος ακούει το λόγο, οι φροντίδες όμως της ζωής και η απάτη του πλούτου καταπνίγουν τα μηνύματα του λόγου, κι έτσι δεν καρποφορεί. Και με το σπόρο που σπάρθηκε σε γόνιμο έδαφος αναφερόμαστε σ’ αυτόν που ακούει το ευαγγέλιο και το αποδέχεται στη ζωή του, φέροντας καρπό, άλλος εκατό, άλλος εξήντα κι άλλος τριάντα φορές περισσότερο.
(Ματθ. 13, 1-9, 18- 23)


Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Εδω δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα...

Κάποτε ένας πήγε και χτύπησε την πόρτα του Αγαπημένου.
 Ο Αγαπημένος τον ρώτησε: "Ποιός είναι;;;" και  εκείνος απάντησε: "Εγώ!!!" 
Τότε η φωνή του Αγαπημένου απάντησε: "Εδώ δεν υπάρχει χώρος για μένα και για σένα." 
Και η πόρτα έμεινε κλειστή...
Μετά απο έναν χρόνο μοναξιάς  και περιπλάνησης ο άνθρωπος ξαναπήγε στη πόρτα του Αγαπημένου και την ξαναχτύπησε.
Τότε η φωνή του Αγαπημένου ξαναέκανε την ίδια ερώτηση: "Ποιός είναι;;;" Και ο άνθρωπος απάντησε: "ΕΣΥ!!!"
Τότε η πόρτα του άνοιξε μονομιάς..
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...