Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιό Βιβλίο Γ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παλιό Βιβλίο Γ Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Το ανθρώπινο σώμα

Σώμα: τάφος, περίβλημα ή κάτι άλλο;

Από τη βιογραφία του περίφημου νεοπλατωνικού φιλοσόφου Πλωτίνου (3ος αι. μ.Χ.) πληροφορούμαστε ότι ο φιλόσοφος “αισθανόταν ντροπή που είχε σώμα ... Απέφευγε να μιλάει για την καταγωγή του, τους προγόνους του ή την πατρίδα του. Δεν δεχόταν ούτε καν να τον πλησιάσει γλύπτης ή ζωγράφος για να φτιάξουν την προτομή ή το πορτρέτο του... Δε φτάνει που έχουμε φορτωθεί αυτή την εφήμερη μορφή (το σώμα)· γιατί να θέλει κανείς να τη διατηρήσει περισσότερο καιρό, σα να ’ναι κάτι που αξίζει;”1. Η μαρτυρία αυτή έχει σημασία, διότι είναι αντιπροσωπευτική απόψεων που δέσποζαν κατά την εποχή που ο Χριστιανισμός ήρθε σε επαφή με τον ελληνορωμαϊκό κόσμο.

Στον αρχαίο κόσμο διατυπώθηκαν ποικίλες απόψεις για το σώμα, από την ειδωλοποίηση της ομορφιάς του μέχρι την περιφρόνησή του λόγω της φθαρτότητάς του. Κατά την εποχή που αναφέραμε, μεγάλη ήταν η απήχηση της Πλατωνικής θέσης ότι μεγαλύτερη προτεραιότητα και αξία έχει η 
ψυχή και ότι το σώμα είναι “σῆμα”-τάφος της2. Το σώμα, δηλαδή, θεωρούνταν ως μνήμα ή περίβλημα και φυλακή3 της ψυχής, η οποία και έπρεπε να ελευθερωθεί από αυτό. “Είσαι μια φτωχή ψυχή που κουβαλάει ένα πτώμα”, έγραφε ο στωικός φιλόσοφος και αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (2ος αι. μ.Χ.)4. Η ασώματη ύπαρξη της ψυχής εμφανιζόταν ως ιδεώδες.

Αντίθετα προς αυτές τις απόψεις, ο Χριστιανισμός θεώρησε τον άνθρωπο ως ενιαία ψυχοσωματική οντότητα. Το σώμα δεν είναι απλώς “περιτύλιγμα”, αλλά στοιχείο της ίδιας της ταυτότητας του ανθρώπου. Οι ανθρώπινες λειτουργίες είναι ψυχοσωματικές, εκδηλώσεις της ενότητας του ανθρώπινου προσώπου. Είναι γεγονός ότι σήμερα είναι διαδεδομένη (ακόμα και ανάμεσα σε θρησκευόμενους) η άποψη πως ο Χριστιανισμός θεωρεί το σώμα ως κάτι κατώτερο ή ως έδρα της αμαρτίας και ότι, λίγο-πολύ, φρονεί ό,τι και οι φιλοσοφικές αντιλήψεις που προαναφέραμε. Αυτό όμως αποτελεί διαστρέβλωση της χριστιανικής τοποθέτησης. Πόσο επαναστατική υπήρξε η θετική στάση της Εκκλησίας απέναντι στο σώμα, φαίνεται από την κατηγορία που εκτόξευε ο φιλόσοφος Κέλσος (2ος αι.) κατά των Χριστιανών, αποκαλώντας τους χλευαστικά “γένος φιλοσώματον”!

Μια αλλιώτικη άποψη

Στην Αγία Γραφή το σώμα, ως δημιούργημα του Θεού, είναι κι αυτό “καλόν λίαν”. Ο άνθρωπος πλάθεται “κατ’ εἰκόνα Θεοῦˮ ως ενιαία ύπαρξη κι έτσι ζούσε στην προπτωτική κατάσταση. Η αποσύνθεσή του, ο τεμαχισμός του σε σώμα και σε ψυχή πρωτοέγινε με το προπατορικό αμάρτημα, με την απομάκρυνσή του, δηλαδή, από το Θεό και την υποδούλωσή του στη φθορά και το θάνατο, σαν κάποιον που απομακρύνθηκε από τη ζεστασιά, με συνέπεια να κρυώσει και να υποκύψει σε ασθένειες. Για το Χριστιανισμό, λοιπόν, αυτό που πρέπει να καταργηθεί δεν είναι το σώμα, αλλά η φθορά του.

Με τη σάρκωσή του ο Χριστός, θέλοντας να σώσει τον πλήρη άνθρωπο, προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, και ψυχή και σώμα. Κανένα ανθρώπινο στοιχείο δεν έμεινε έξω από αυτή την πρόσληψη, πλην,βεβαίως, της αμαρτίας, αφού αυτή αποτελεί παραφθορά κι όχι δομικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Ανάσταση του Χριστού αποτελεί το υπόδειγμα και την προτύπωση της πορείας όλου του ανθρώπινου γένους. Ο σταυρικός του θάνατος και ο χωρισμός ψυχής και σώματος δεν ήταν το τέρμα. Ο Χριστός αναστήθηκε ενσώματος. Το αναστημένο του σώμα δεν έπαψε να είναι υλικό, ήταν όμως πλέον απαλλαγμένο από τη φθορά και από κάθε αναγκαιότητα (στις εμφανίσεις του αναστάντος Χριστού στους μαθητές του, π.χ., τα ευαγγέλια δείχνουν πως έφαγε μεν για να βεβαιώσει τους μαθητές για τη σωματικότητά του, δε χρειαζόταν όμως να φάει για να επιβιώσει βλ. Λουκ. 24: 42, Ιω. 21: 12-15).

Αυτό, λοιπόν, που οραματίζεται η Εκκλησία, δεν είναι η κατάργηση του σώματος, αλλά η αφθαρτοποίησή του. Η “αιώνια ζωή”, λοιπόν, δεν είναι (όπως γενικά νομίζεται) η συνέχιση της ψυχής και μόνο, μετά το θάνατο του καθενός. Η αληθινά “αιώνια” και αληθινά “ζωή” θα ανατείλει στα Έσχατα με την κατάργηση του θανάτου και αφορά σύνολο τον άνθρωπο, ψυχή και σώμα. Και μάλιστα αφορά το σύμπαν, την κτίση ολόκληρη, αφού αυτή είναι, κατά κάποιον τρόπο, συγγενής και συνέχεια του ανθρώπινου σώματος.

Η έκπτωση σε “σάρκα”

Στη ζωή της Εκκλησίας το σώμα γίνεται “ναός του Αγίου Πνεύματος” (Α΄ Κορ. 6: 19)1. Με την άσκηση ελευθερώνεται από τα πάθη –κυρίως από τον ατομοκεντρισμό– και γίνεται δεκτικό της χάριτος του Θεού. Αυτό το βλέπουμε ιδίως στους αγίους, των οποίων τα σώματα, και όταν ζούσαν και μετά την κοίμησή τους, ξεχειλίζουν από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Το αντίθετο συμβαίνει όταν το σώμα αυτονομείται, δηλαδή λειτουργεί βάσει των παθών και υποτάσσει στην εξυπηρέτησή τους όλη την ανθρώπινη ύπαρξη.

Στην Αγία Γραφή βρίσκουμε μια χρήση του όρου “σάρκα”, περίεργη για τη σημερινή γλώσσα. Δε σημαίνει το σώμα, αλλά ολόκληρο τον άνθρωπο. Έτσι π.χ. χρησιμοποιεί τη λέξη ο ευαγγελιστής Ιωάννης όταν μιλά για την ενανθρώπηση του Υιού: “ὁ Λόγος σάρξ (δηλαδή πλήρης άνθρωπος) ἐγένετο” (Ιω. 1: 14). Υπάρχει, όμως, κι άλλη σημασία του όρου “σάρκα”, αρνητική αυτή τη φορά. Συγκεκριμένα, σάρκα αποκαλείται η αυτονομημένη ανθρώπινη ύπαρξη (και πάλι, δηλαδή, όχι μόνο το σώμα), η αποκομμένη από τον Θεό, που λειτουργεί με τρόπο αδιέξοδο, αφού προσπαθεί να αντλήσει ζωή από τον θνητό εαυτό της και η οποία “ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ (αγίου) Πνεύματος” (Γαλ. 5: 17). Αν δεν κατανοηθεί αυτή η χρήση του όρου “σάρκα”, υπάρχει κίνδυνος σοβαρής παρανόησης. Πράγματι, και Χριστιανοί ακόμη αντιμετωπίζουν το σώμα ως κάτι δαιμονικό ή αμαρτωλό, που πρέπει να εξοντωθεί.

Έτσι εμφανίζονται συμπεριφορές και ασκητικές υπερβολές που αποκλίνουν από το αληθινό εκκλησιαστικό ήθος. Μέσα στη ζωή της Εκκλησίας όμως η άσκηση ελευθερώνει το σώμα από τα φθοροποιά πάθη –όχι τον άνθρωπο από το σώμα του. Πολύ εύστοχα επεσήμανε ένας ασκητής της ερήμου, ο Αββάς* Ποιμήν, ότι “εμείς οι Χριστιανοί δεν διδαχτήκαμε να ’μαστε σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι” – “Ἡμεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι”.



1. Πορφυρίου, Περί Πλωτίνου Βίου, α’ (εδώ, ελεύθερη απόδοση). Ο βιογράφος του Πλωτίνου

ήταν μαθητής και φίλος του.

2. Ψυχή ἐστιν ἄνθρωπος (Ἀλκιβιάδης 1, 130). Καί γάρ σῆμά τινές φασιν αὐτό εἶναι τῆς ψυχῆς, ὡς

τεθαμμένης ἐν τῷ νῦν παρόντι: καί διότι αὖ τούτῳ σημαίνει ἅ ἄν σημαίνῃ ἡ ψυχή, καί ταύτῃ

“σῆμα” ὀρθῶς καλεῖσθαι. δοκοῦσι μέντοι μοι μάλιστα θέσθαι οἱ ἀμφί ̓Ορφέα τοῦτο τό ὄνομα,

ὡς δίκην διδούσης τῆς ψυχῆς ὧν δή ἕνεκα δίδωσιν, τοῦτον δέ περίβολον ἔχειν, ἵνα σῴζηται,

δεσμωτηρίου εἰκόνα. (Πλάτωνος Κρατύλος 400 C).

3. Πλάτωνος Φαίδων XXXIII, 82Ε. 
4. Meditationes IV, 41.

1. Δε θέλουμε ν’ απομακρύνουμε τη σάρκα, ...αλλά τη φθορά. Όχι το σώμα, αλλά το θάνατο. Άλλο πράγμα είναι το σώμα και άλλο ο θάνατος, άλλο το σώμα και άλλο η φθορά. Ούτε το σώμα είναι φθορά, ούτε η φθορά είναι σώμα. Και είναι βέβαια φθαρτό το σώμα, δεν είναι όμως φθορά το σώμα. Και το σώμα είναι θνητό, δεν είναι όμως θάνατος το σώμα. Αλλά το σώμα έγινε έργο του Θεού, η φθορά όμως και ο θάνατος εισήχθηκαν από την αμαρτία. Το ξένο λοιπόν θέλω ν’ απομακρύνω, ...όχι το δικό μου. Και ξένο δεν είναι το σώμα, αλλά η φθορά... Το σώμα είναι ανάμεσα στη φθορά και αφθαρσία. Απομακρύνει λοιπόν τη φθορά και φορά την αφθαρσία. Απομακρύνει αυτό που πήρε από την αμαρτία και φορά αυτό που του έδωσε η χάρη του Θεού... Ο στεναγμός λοιπόν δεν είναι για το σώμα, αλλά για την επικείμενη φθορά. Και αληθινά το σώμα είναι βαρύ και ενοχλητικό και δυσάρεστο, όχι από τη φύση του, αλλά από τη θνητότητα που αργότερα ήρθε σ’ αυτό.
Ιωάννης Χρυσόστομος, Ε.Π.Ε., τ. 36, σελ. 127.

2. Κάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους κρατάνε της καμπάνας το σκοινί - προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν, προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας - δε μπορεί κανείς να μας το πάρει...
Ρίχνουνε αλάτι οι γριές μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους, ξερίζωσαν τ’ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των οχτρών το στόμα, βάλαν σ’ ένα σακούλι των παππούδων τους τα κόκαλα μαζί με τα μαχαιροπίρουνα και τριγυρνάνε έξω απ’ τα τείχη της πατρίδας τους
ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.
Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 198228, σελ. 17-19.

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής/ Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:81-84


Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Η ελευθερία του ανθρώπου στις επιλογές του και στις πράξεις του

Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι στο αριστούργημά του “Αδελφοί Καραμαζώφ” μας μεταφέρει στη Σεβίλλη της Ισπανίας του 15ου αιώνα. Η Ιερά Εξέταση έχει φέρει στην πυρά ανθρώπους που καταδίκασε ως αιρετικούς. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής είναι παρών, μαζί με την αριστοκρατία
της πόλης.
 Ξαφνικά ο κόσμος αναταράζεται, φωνάζει, δοξολογεί. Ο Χριστός έχει εμφανιστεί ξανά και βαδίζει μέσα στο πλήθος. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του και διατάζει τη
σύλληψή του. Με “εκκλησιαστική”, λοιπόν, διαταγή, ο Χριστός κλείνεται στη φυλακή. Αργότερα, ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής τον επισκέπτεται και του μιλάει. Τον κατηγορεί και του αναγγέλλει την εκτέλεσή του. Ο Χριστός μένει σιωπηλός. Ό,τι ακούγεται μέσα στο κελί, είναι ο μονόλογος του Μεγάλου Ιεροεξεταστή: υπενθυμίζει στον κρατούμενο τον πρώτο από τους τρεις πειρασμούς-ερωτήσεις που είχε υποβάλει κάποτε ο διάβολος στον Χριστό στην έρημο, λίγο πριν αυτός ξεκινήσει το δημόσιο έργο του. Ο διάβολος είχε ζητήσει από τον Χριστό να αποδείξει ότι είναι Υιός του Θεού μετατρέποντας τις πέτρες σε ψωμιά. Ο Χριστός αρνήθηκε να κάνει ένα τέτοιο, “καθ’ υπαγόρευσιν” θαύμα (Ματθ. 4:
1-4). 
Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής, λοιπόν, λέει: «Θυμήσου την πρώτη ερώτηση, την έννοιά της, αν όχι ακριβώς τα λόγια: Θέλεις να πας στον κόσμο με αδειανά χέρια κηρύσσοντας στους ανθρώπους μια ελευθερία που η φυσική τους βλακεία και η φυσική τους προστυχιά δεν τους αφήνουν να την καταλάβουν, μια ελευθερία που τους φοβίζει, γιατί δεν υπάρχει και δε θα υπάρξει τίποτε πιο ανυπόφορο απ’ αυτή για τον άνθρωπο και την κοινωνία;
Βλέπεις αυτές τις πέτρες της άγονης ερήμου; Κάνε τες ψωμιά και οι άνθρωποι θα τρέξουν πίσω σου μ’ ευγνωμοσύνη, σαν υπάκουο κοπάδι, τρέμοντας μήπως πάρεις το χέρι σου και δεν έχουν πια
ψωμί. Εσύ όμως δε θέλησες να στερήσεις απ’ τον άνθρωπο την ελευθερία και αρνήθηκες, κρίνοντας πως είναι ασυμβίβαστη με την υπακοή που εξαγοράζεται με ψωμιά... Επαύξησες την ανθρώπινη
ελευθερία, αντί να την περιορίσεις και επέβαλες έτσι για πάντα στον ηθικό άνθρωπο τα μαρτύρια αυτής της ελευθερίας. Ήθελες να σ’ αγαπούν ελεύθερα, να σε ακολουθούν οι άνθρωποι με τη θέλησή τους, καταγοητευμένοι... 
Δεν κατέβηκες απ’ τον σταυρό όταν σε κορόιδευαν και σου φώναζαν ειρωνικά: ‘Κατέβα απ’ το
σταυρό για να σε πιστέψουμε’. Δεν το ’κανες, γιατί δεν ήθελες πάλι να υποδουλώσεις τον άνθρωπο μ’ ένα θαύμα. Ήθελες μια πίστη ελεύθερη και όχι υπαγορευμένη από το θαύμα. Χρειαζόσουνα την
ελεύθερη αγάπη και όχι τη δουλική έξαρση ενός τρομοκρατημένου σκλάβου... Δε σε φοβάμαι καθόλου. Κι εγώ πήγα στην έρημο, κι εγώ έζησα με ρίζες και ακρίδες, κι εγώ μακάρισα την ελευθερία που χάρισες στους ανθρώπους... Αλλά συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω μια υπόθεση παράλογη. Γύρισα πίσω κι ενώθηκα με εκείνους που διόρθωσαν το έργο σου... 
Σ’ το ξαναλέω, αύριο, μ’ ένα νόημά μου, θα ιδείς αυτό το πειθήνιο κοπάδι να φέρνει αναμμένα κάρβουνα στη φωτιά όπου θα σε ρίξω, γιατί ήρθες να εμποδίσεις το έργο μας. Γιατί αν υπάρχει κάποιος που του αξίζει πιο πολύ απ’ όλους να καεί, αυτός είσαι εσύ.
 Αύριο θα σε κάψω. Τελείωσα”.
Φ. Ντοστογιέφσκι. Αδελφοί Καραμαζώφ (μτφρ. Σ. Π.), Σύγχρονες Εκδόσεις, σελ. 220-229.

Εδώ ο Ντοστογιέφσκι κάνει κάτι πολύ περισσότερο από τη συγγραφή μιας έκθεσης ιδεών. Κάνει ανατομία στην άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης και δείχνει ότι για το Χριστιανισμό η ελευθερία είναι ένα κατόρθωμα - όχι κάτι δεδομένο.

α. Ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής μέμφεται το Χριστό ότι δε βάσισε το έργο του στο θαύμα. Είναι γεγονός ότι τα Ευαγγέλια προτιμούν να ονομάζουν τα έργα του Χριστού “δυνάμεις” ή (περισσότερο) “σημεία”, όχι όμως “θαύματα”. Αυτό δεν είναι τυχαίο. “Θαύμα” είναι κάτι που προξενεί θαυμασμό, θάμπωμα· είναι κάτι που εντυπωσιάζει τον άνθρωπο και τον μετατρέπει σε άβουλο και παθητικό θεατή. Αν όμως κοιτάξουμε προσεκτικά τα θαύματα των Ευαγγελίων, θα δούμε ότι ο Χριστός πρώτα ζητούσε την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου και κατόπιν ενεργούσε. Ο Χριστός δεν επιδιώκει την υποταγή του ανθρώπου, αλλά την αγάπη του. Ενεργεί σαν κάποιον που κουβαλάει φως και μπαίνει σ’ ένα σκοτεινό σπίτι, αν και όταν ο ένοικος του ανοίξει την πόρτα του.
Γι’ αυτό τα ευαγγέλια μιλούν για “σημεία”. “Σημείον” σημαίνει συγκεκριμένος χώρος (π.χ. η ζωή ενός πιστού ανθρώπου), όπου συμβαίνει σε περιορισμένη κλίμακα εδώ και τώρα ό,τι θα συμβεί καθολικά και
οριστικά στη Βασιλεία (κατάργηση της φθοράς, του θανάτου κ.ο.κ.).

β. Αν αφαιρεθεί από τον άνθρωπο η ελευθερία επιλογής, τότε αυτό που απομένει δεν είναι άνθρωπος. Η πιο αντίθετη προς τον Χριστιανισμό επιθυμία θα ήταν να καταστήσει ο Θεός τον άνθρωπο ανίκανο
να αμαρτήσει! Έτσι λοιπόν και ο Χριστός αρνείται να κατεβεί από τον σταυρό όταν οι Φαρισαίοι τον προκαλούν να το κάνει για να αποδείξει ότι είναι γιος του Θεού. Γιατί αν αποδεχόταν την πρόκληση και κατέβαινε, τότε οι Φαρισαίοι θα ήταν αναγκασμένοι να τον αποδεχτούν, δίχως όμως να τον αγαπούν.

γ. Ο Θεός, λοιπόν, δεν απευθύνεται στον άνθρωπο ως εξωτερική αυθεντία, αλλά ως δυνατότητα ενός άλλου τρόπου ύπαρξης. Ο άνθρωπος λέγοντας “ναι” στη σχέση με το Θεό και γινόμενος μέτοχος του τρόπου ζωής της Αγίας Τριάδας, ελευθερώνεται από όλα αυτά που αποτελούν περιορισμούς, δουλεία, δεσμά, πάνω στην ύπαρξή του. Τέτοια δεσμά είναι κυρίως η μοναξιά, ο πόνος και ο θάνατος. Δίχως την ελευθερία από τη φθορά και το θάνατο, κάθε επιλογή του ανθρώπου είναι τόσο ελεύθερη, όσο η “ελευθερία” του αιχμάλωτου πουλιού να πετά από γωνιά σε γωνιά του κλουβιού του.

δ. Στην καθημερινή ζωή ο Χριστιανός καλείται να υπερασπιστεί την ελευθερία ως βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου σε κάθε επίπεδο: προσωπικό, κοινωνικό, πολιτικό. Αυτό μπορεί να τον φέρει αναπόφευκτα σε σύγκρουση με τυραννικά καθεστώτα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο Χριστιανός έχει καθήκον απειθαρχίας, βάσει της ρήσης των αποστόλων προς τους διώκτες τους: “Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις” (πιο πολύ πρέπει να υπακούμε στο Θεό παρά στους ανθρώπους) (Πράξ. 5: 29). Ήδη στα χρόνια των διωγμών οι Χριστιανοί αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την κρατική εξουσία, τον Καίσαρα, ως Κύριό τους. Ο μόνος πραγματικός Κύριος που δέχονταν οι μάρτυρες είναι ο Χριστός, και γι’ αυτό ακούμε αυτή τη μαρτυρία και σήμερα στη θεία Λειτουργία: “Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός” (ένας είναι ο πραγματικά Άγιος και πραγματικά Κύριος, ο Ιησούς Χριστός).
 Στη συνέχεια, στο διάβα των αιώνων, πολλές φορές Χριστιανοί λησμόνησαν αυτό το ήθος και συμμάχησαν με αυταρχικά καθεστώτα ή επαναπαύτηκαν στη φιλική προς αυτούς κρατική εξουσία. Με κριτήριο την πίστη της Εκκλησίας και την πράξη των Πατέρων της, τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να καταδικαστούν απερίφραστα ως απαράδεκτες φαλκιδεύσεις του Χριστιανισμού.
Σε κάθε περίπτωση, ο Χριστιανός δυσπιστεί προς κάθε είδους μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων από σχέσεις αγάπης σε σχέσεις εξουσίας (είτε μεταξύ φίλων, είτε μέσα στην οικογένεια, είτε στην πολιτεία). Η εξουσία δε δίνει προτεραιότητα στην καρδιά τού απέναντι ανθρώπου, αλλά στη συμμόρφωσή του. Ακόμα και για τις κρατικές εξουσίες που είναι αναγκαίες για τη διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης, η Εκκλησία επιμένει ότι πρέπει να λειτουργούν ως διακονία του ανθρώπου κι όχι ως καταδυνάστευσή του.


“Η αρετή λέγεται έτσι, επειδή βάση της είναι η δυνατότητα να επιλέγεις (“τό αἱρεῖσθαι”). Διότι είναι αιρετή και ηθελημένη, επειδή το καλό το κάνουμε με συνειδητή επιλογή και με τη θέλησή μας όχι αθέλητα και εξαναγκαστικά”.
Ιωάννης Δαμασκηνός, Φιλοκαλία, έκδ. Αστήρ, τ. Β΄, Αθήνα 19754, σελ. 237.

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:46-48

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Ο ηθικός προβληματισμός και η χριστιανική θεώρηση της Ηθικής

Ο ηθικός προβληματισμός 
Καθημερινά και αδιάκοπα συμβαίνουν γύρω μας απειράριθμα γεγονότα που αποτελούν εκδηλώσεις φυσικών νόμων και ενστίκτων. Τέτοια μπορεί να είναι π.χ. ότι πέφτει βροχή, ότι τα μαλλιά μας μεγαλώνουν, ότι ένα ζώο τρώει, κτλ.. Αυτά τα γεγονότα πραγματοποιούνται μηχανικά και αναπόφευκτα, όταν συντρέξουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Πέρα όμως από τέτοια γεγονότα, έχουμε και τις πράξεις και ενέργειες του ανθρώπου. Αυτές δε συμβαίνουν αυτόματα και αναπόφευκτα, αλλά εξαρτώνται από τη θέληση, την πρόθεση και την απόφαση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, δηλαδή, διαμορφώνει απόψεις και μπορεί να αποφασίσει
την πραγματοποίηση ή τη μη πραγματοποίηση μιας πράξης. Εδώ, στις συνειδητές επιλογές και πράξεις, ανακύπτει ζήτημα “σωστού” και “λάθους”, “καλού” και “κακού”, ζήτημα που δεν μπορεί να τεθεί για τα μηχανικά γεγονότα που αναφέραμε στην προηγούμενη παράγραφο. Ο προβληματισμός, λοιπόν, σχετικά με το τι είναι “σωστό” και τι “λάθος”, τι είναι “καλό” και τι “κακό” στις απόψεις, στις ενέργειες, στη στάση και στη συμπεριφορά του ανθρώπου είναι ο ηθικός προβληματισμός.
Ο πόνος στην καθημερινή ζωή, η συνύπαρξη των ανθρώπων, η αποζήτηση της αγάπης, η κυριαρχία της αδικίας, το ερώτημα αν ο άνθρωπος είναι σκλάβος στα χέρια ενός θεού - δικτάτορα, όλα αυτά είναι μερικά από τα ζητήματα με τα οποία ασχολείται ο ηθικός προβληματισμός.
Κανένας άνθρωπος και καμία κοινωνία σε καμία εποχή δεν είναι δίχως ηθικό προβληματισμό. Οι απαντήσεις, βέβαια, που δόθηκαν και δίνονται (δηλαδή η ηθική την οποία διαμορφώνουν λαοί και άτομα), είναι ποικίλες. 
Π.χ. για το ζήτημα των σχέσεων των δύο φύλων, άλλοι υποστηρίζουν την ισότητα, άλλοι την ανωτερότητα του άντρα, άλλοι την πολυγαμία κτλ. Όλη αυτή η ποικιλία απαντήσεων, όμως, δείχνει τούτο ακριβώς: ο ηθικός προβληματισμός και η ανάγκη απάντησης σ’ αυτόν υπάρχει σε όλους.

Ηθική και ανθρωπολογία
Ανθρωπολογία (όπως δείχνει ετυμολογικά η ίδια η λέξη, ανθρωπολογία) σημαίνει: λόγος περί ανθρώπου, δηλαδή άποψη για το τι είδους ον είναι ο άνθρωπος. Κάθε ηθική βασίζεται σε (απορρέει από) κάποια ανθρωπολογία. Π.χ. αν κάποιος πιστεύει ότι οι μαύροι δεν είναι πραγματικά άνθρωποι (αυτή η αντίληψη δηλαδή είναι η ανθρωπολογία του), τότε δεν τους αναγνωρίζει ίσα δικαιώματα με τους λευκούς (αυτή είναι η ηθική του). Στην περίπτωση αυτή βλέπουμε ότι ρατσιστική ανθρωπολογία γεννά ρατσιστική ηθική.
Πριν αναφερθούμε ειδικότερα στον Χριστιανισμό, χρειάζεται να επιχειρήσουμε ένα ξεκαθάρισμα. Πολύς κόσμος νομίζει ότι, για το Χριστιανισμό, ηθική είναι η υπακοή σε ορισμένους κανόνες (κυρίως
απαγορεύσεις) που επιβάλλονται στον άνθρωπο ως προσταγές ενός θεού-δικαστή. Γι’ αυτό, για πολλούς ανθρώπους είναι ακατανόητοι αυτοί οι κανόνες, αφού φαίνεται σαν να μην έχουν άλλο λόγο ύπαρξης, παρά μόνο να αποτρέψουν τη θεία οργή! 
Στην ουσία τους όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το πώς είναι, θα το δούμε αμέσως στη συνέχεια. Ζωή χωρίς λήξη κι όχι απλώς αναβολή της λήξης
Η στάση του Χριστιανισμού απέναντι στον ηθικό προβληματισμό προσδιορίζεται από την ανθρωπολογία του
. Ας το δούμε αυτό μέσα από μερικά παραδείγματα.Οι πράξεις του ανθρώπου έχουν νόημα, στο μέτρο που υπάρχει μέλλον. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τα όνειρα που κάνει κάποιος για τα
χρόνια που περιμένει ότι θα έρθουν, αλλά, κατά βάθος, ακόμα και με τις καθημερινές, “πεζές” πράξεις μας· π.χ. το πρωί, πριν βγούμε από το σπίτι μας, έχει νόημα να χτενιστούμε, ακριβώς επειδ προσδοκούμε ότι τις επόμενες στιγμές αφενός θα υπάρχουμε και αφετέρου κάποιοι θα μας  δουν. Η ύπαρξη του ανθρώπου διψά να συνεχιστεί. Μέχρι πού μπορεί όμως να φτάσει η συνέχισή της;
Την ανθρώπινη ύπαρξη θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με μια συσκευή μπαταρίας. Χαρακτηριστικό της, δηλαδή, είναι ότι έχει μεν ζωή (το ηλεκτρικό φορτίο της μπαταρίας), αλλά πρόκειται για ζωή με ημερομηνία λήξης· κάποια στιγμή θα τελειώσει, δίχως να μπορεί από μόνη της να ανανεωθεί - να επαναφορτιστεί.
Τα πράγματα θα αλλάξουν όμως ριζικά αν η συσκευή αυτή συνδεθεί με παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Τότε θα αντλεί ανεξάντλητη ζωή από μιαν άλλη οντότητα (την ηλεκτρική γεννήτρια), η οποία δεν έχει απλώς ζωή, αλλά γεννά ζωή (ηλεκτρισμό)1.
Αν ως συσκευή μπαταρίας παρομοιάσουμε τον άνθρωπο, τότε ως γεννήτρια θα παρομοιάσουμε το Θεό. Η θεολογική γλώσσα χρησιμοποιεί δύο πολύ εύστοχους όρους.
 Αποκαλεί τον άνθρωπο κτιστό (δηλαδή ον δημιουργημένο, του οποίου η ύπαρξη οφείλεται σε κάποιον άλλον), και τον Θεό άκτιστο (δηλαδή ον που υπάρχει δίχως να οφείλει τον λόγο ύπαρξής του σε κανέναν και σε τίποτα). Αυτό που πρέπει να προσέξουμε, είναι ότι η σύνδεση –η σχέση με το Θεό– δεν είναι ζήτημα νομικό, δεν είναι ζήτημα πειθαρχίας ή απειθαρχίας σε κάποιες προσταγές, αλλά –πάνω απ’ όλα– ζήτημα ζωής. Για την Εκκλησία, η δημιουργία σχέσης με το Θεό σημαίνει για τον άνθρωπο δυνατότητα να γίνει μέτοχος μιας ζωής δίχως λήξη. Γι’ αυτό, άλλωστε, όπως έχουμε δει σε μαθήματα
των προηγούμενων ετών, αυτό που οραματίζεται η Εκκλησία δεν είναι απλώς η αιώνια ύπαρξη του μισού ανθρώπου (δηλαδή της ψυχής) μετά τον ατομικό του θάνατο, αλλά η τελική και κυριολεκτική κατάργηση της φθοράς και του θανάτου στον άνθρωπο και σ’ ολόκληρο το σύμπαν, μετά τα Έσχατα και την ψυχοσωματική ανάσταση του ανθρώπου.
Ούτε ο Θεός ούτε ο άνθρωπος είναι παθητικά όντα, αφηρημένες δυνάμεις ή αδρανείς υπάρξεις. Αντιθέτως, έχουν προσωπικότητα, επιθυμούν, ενεργούν κ.λπ. Η μεταξύ τους σχέση, λοιπόν, δεν επιτυγχάνεται αυτόματα, αλλά μπορεί να περάσει τις περιπέτειες που διέρχεται κάθε σχέση μεταξύ ζωντανών προσώπων: Ο Θεός αδιάκοπα ανοίγεται προς τον άνθρωπο, τον πλησιάζει, τον προσκαλεί. Ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να δεχτεί τον Θεό στη ζωή του ή να τον απορρίψει, να ανοιχτεί
σ’ αυτόν με εμπιστοσύνη ή να μείνει κλεισμένος στα ανθρώπινα δεδομένα. Καθένα από αυτά τα ενδεχόμενα έχει αντίστοιχα τις συνέπειες που προσπαθήσαμε να δείξουμε με το παράδειγμα της μπαταρίας.
Η ζωή χωρίς λήξη, λοιπόν, για την οποία μιλά η Εκκλησία, δεν σημαίνει απλώς μια αιώνια παράταση της ανθρώπινης ζωής όπως αυτή υπάρχει σήμερα (μαζί, δηλαδή, με τον πόνο, το κακό, τον εγωισμό, την αδικία, τη φθορά), αλλά ριζική αναμόρφωσή της, ποιοτική αναβάθμισή της. Η σχέση με τον Θεό είναι η πραγματική ζωή, διότι είναι άνοιγμα προς τον άλλον, αγάπη, ξεπέρασμα του εγωκεντρισμού1. Και είναι χωρίς λήξη, διότι στα έσχατα θα καταργηθεί το κακό σε κάθε του μορφή· είτε ως βιολογικός θάνατος που θέτει ημερομηνία λήξης στην ανθρώπινη ύπαρξη είτε ως εγωισμός που θέτει ημερομηνία λήξης στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ευαγγέλιο παριστάνει τα Έσχατα και τη Βασιλεία του Θεού σαν γλέντι γάμων, σαν μια γιορτινή συνάντηση, δίχως λήξη και δίχως πλήξη! (Αποκάλ. 19: 6-9, 21: 21-3).
Επιγραμματικά, το όραμα της Εκκλησίας μπορούμε να το
διατυπώσουμε
ως εξής:
● Με τη σάρκωσή Του ο Χριστός προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, για να κάνει τον άνθρωπο κοινωνό της θείας ζωής.
● Με την Ανάστασή Του νίκησε το θάνατο. Το ανθρώπινο σώμα Του εγέρθηκε υλικό, αλλά “αναβαθμισμένο”: είναι πλέον άφθαρτο. Για το σώμα αυτό, ο θάνατος έχει καταργηθεί.
● Η αναστημένη ανθρώπινη φύση Του λειτουργεί στη συνέχεια, μέσα στην ιστορία, σαν “μαγιά”. Γίνεται τροφή και φάρμακο (θεία ευχαριστία), για να μπολιάσει και να ανακαινίσει σιγά σιγά την δημιουργία.
● Αυτή η πορεία (η οποία ούτε ατρικύμιαστη είναι, ούτε αυτόματα μπορεί να γίνει, αφού χρειάζεται την ελεύθερη συνέργεια του ανθρώπου) θα ολοκληρωθεί στα Έσχατα, για τα οποία το μέλος
της Εκκλησίας δηλώνει: “προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος”.
Ο Χριστός δεν ήρθε στο θνητό ανθρώπινο γένος απλώς για να το καλλωπίσει πριν τη λήξη του (κάτι αντίστοιχο κάνουν όσοι αυτονομούν τα επιμέρους “πρέπει”), αλλά για να καταργήσει τη λήξη του!

1. Αυτός που φοβάται τον θάνατο, είναι δούλος και υφίσταται τα πάντα προκειμένου να μην πεθάνει... Εκείνος όμως που δε φοβάται το θάνατο, δεν φοβάται κανέναν, δεν τρέμει κανέναν. Είναι ανώτερος απ’ όλους και πιο ελεύθερος απ’ όλους.
Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 63,41

2. Η θεότητα δεν είναι απλώς μια πραγματικότητα ή μια δύναμη από την οποία εξαρτάται το παν, μήτε είναι πολύ περισσότερο μια δύναμη που καταδυναστεύει τον κόσμο και τη ζωή –πράγμα που
επισημαίνεται σε πάμπολλες θρησκευτικές και φιλοσοφικές δοξασίες–, αλλά η πηγή τού είναι, της ζωής και κάθε εξέλιξης, όπου μετέχει η κτίση. Με τη μετοχή τούτη η κτίση γίνεται πραγματικότητα. Εδώ λοιπόν δεν πρόκειται απλώς για εξάρτηση, αλλά για μια σχέση, όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι η μετοχή και ο πλουτισμός της κτίσης από την αδαπάνητη θεότητα.
Νίκος Ματσούκας. Δογματική και Συμβολική Θεολογία, εκδ. Πουρναρά. τ.Β΄.
Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 47.

1. Φέρτε συγκεκριμένα παραδείγματα για το ότι κάθε ανθρωπολογία “γεννά” αντίστοιχη ηθική.
2. Πού στηρίζεται η αφοβία θανάτου, για την οποία κάνει λόγο ο I. Χρυσόστομος στο κείμενο που παρατίθεται στο τέλος του μαθήματος; Λάβετε υπόψη σας και το δεύτερο κείμενο.

1. Όπως, βεβαίως, είπαμε και στην αρχή του μαθήματος, και όπως θαυμάσια δείχνει το κείμενο
του Χρυσοστόμου που βρίσκεται στην αρχή του μαθήματος, ο άνθρωπος είναι πρόσωπο κι όχι
μηχάνημα ή άβουλο ον. Στη θέση του παρόντος παραδείγματος θα μπορούσαμε να μιλήσουμε
για το πως ο άνθρωπος χάνει βαθμιαία τη θερμότητά του και χρειάζεται να πάρει καινούργια
από τον ήλιο, ή πως χάνει τον αέρα των πνευμόνων του και χρειάζεται να τροφοδοτηθεί από
την ατμόσφαιρα.


Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ:14-18

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Αμαρτωλή επιθυμούσε ο Θεός;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από έργο του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου (περ. 347-407). Χρησιμοποιώντας παραστατικές εικόνες, συμβολισμούς και τολμηρές μεταφορές, ο
I. Χρυσόστομος επιχειρεί να αποδώσει πώς η Εκκλησία κατανοεί τη σχέση ανθρώπου και Θεού και τη σάρκωση του δευτέρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι με «αμαρτωλή» παρομοιάζει την ανθρώπινη φύση, που έχει εκπέσει στη φθορά, στην αλλοτρίωση και στο βασίλειο του θανάτου. Καλούμαστε να προσεγγίσουμε το κείμενο νηφάλια και να επιχειρήσουμε ένα είδος διαλόγου με τις ιδέες που εκφράζει.

Αμαρτωλή επιθυμούσε ο Θεός; Ναι, αμαρτωλή· εννοώ τη δική μας φύση. Ήταν τρανός κι αυτή ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση, αλλά στη φύση. Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρεφτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτινά, μένοντας απαράλλαχτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών. Νικώντας
τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, είναι αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις. Τον έβλεπαν οι άγγελοι και τρέμανε. Τα χερουβείμ σκεπάζονταν με τα φτερά τους, όλα
στέκονταν με φόβο. Έριχνε το βλέμμα του στη γη και την έκανε να τρέμει. Στρεφότανε στη θάλασσα και την έκανε στεριά.
 Ποτάμια έβγαζε στην έρημο. Στ’ αναμέτρημά του έστησε βουνά και ζύγισε λαγκάδια. Πώς να το πω; Πώς να το παραστήσω; Το μεγαλείο του απέραντο· πού να πιαστεί η σοφία του με αριθμούς; Ανεξιχνίαστες οι αποφάσεις που παίρνει κι οι δρόμοι του ανεξερεύνητοι. Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός επεθύμησε την αμαρτωλή. Γιατί; Για να την αναπλάσει από αμαρτωλή σε παρθένα. Για να
γίνει νυμφίος της. Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν
στέλνει άγγελο στην αμαρτωλή, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε την αμαρτωλή· και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε ν’ ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε ο ίδιος στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιο τρόπο έρχεται; Όχι μ’ ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του.
 Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι.
 Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα. 
Έπειτα λέγει:– Δεν σε φύτεψα στον παράδεισο;
– Του λέει, ναι.
– Και πώς ξέπεσες από κει;
– Ήλθε και με πήρε ο διάβολος από τον παράδεισο.
– Φυτεύτηκες στον παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να. Σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει κι ο λύκος δεν έρχεται πια.
– Αλλά είμαι, λέει, αμαρτωλή και βρόμικη.
– Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.
Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την αμαρτωλή, όπως αυτή –το τονίζω– ήταν βουτηγμένη στη βρομιά.
Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωρεί λάθη και παραπτώματα. Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της γης, ανάξια για τη γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Κι αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δε βλέπει ασχήμια. Γι’
αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.
... Ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει, ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα τη συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μέσ’ στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μη της λείψει τίποτα.

Ιωάννης Χρυσόστομος, PG 52,404Α-411Β (μτφρ. Ελ. Μάινα), στο περιοδικό
«Σύναξη» 2 (1982), σελ. 4-7.

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου , σελ: 9-13

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Η χριστιανική ηθική και η σύγχρονη τεχνολογία

Χαλάμε δισεκατομμύρια δολάρια για να πάμε στο Διάστημα, την ώρα που πεθαίνουν εκατομμύρια άνθρωποι στην Αφρική. Είναι πιο εύκολο να φτάσεις πια στον Άρη απ’ ό,τι στους συνανθρώπους μας. Ζοζέ Σαραμάγκου, Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998 (“Έψιλον Ελευθεροτυπίας”, 22.11.1998, σ.60)

 Η τεχνολογία ως ευλογία Θεού
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της σύγχρονης ζωής είναι η ραγδαία ανάπτυξη των επιστημών και της τεχνολογίας. Μπορούμε να φανταστούμε τι συμβαίνει, όταν “κόβεται” το ηλεκτρικό ρεύμα! Τα 90% των δραστηριοτήτων μας διακόπτονται σε κάθε διακοπή της ηλεκτροδότησης. Σήμερα πια είμαστε τόσο πολύ εξαρτημένοι από την τεχνολογία, ώστε παρομοιάζουμε τον ηλεκτρισμό με το αίμα του ανθρώπου. Όπως με την αιμορραγία επέρχεται ο θάνατος του ανθρώπου, έτσι με τη διακοπή παροχής ηλεκτρικού ρεύματος απειλείται η ανακοπή της καθημερινής μας ζωής, με τη μορφή που σήμερα έχει πάρει. Η ανάπτυξη της επιστήμης και η τεχνολογία είναι ευλογία Θεού, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Χάρη στις τεχνολογικές εφαρμογές της επιστήμης μπορούμε να κάνουμε θαύματα στη ζωή μας: βελτιώθηκαν οι συνθήκες της καθημερινής ζωής, εργασίας και διαβίωσης, ανακαλύφθηκαν αποτελεσματικές μέθοδοι αντιμετώπισης ασθενειών, εξαλείφθηκαν επιδημίες που μάστιζαν για αιώνες την ανθρωπότητα και η επικοινωνία των ανθρώπων με τις νέες τεχνολογίες έχει προσλάβει θαυμαστές διαστάσεις. Ο εκχριστιανισμένος ευρωπαϊκός πολιτισμός, στηριγμένος και στην αρχαία ελληνική σκέψη, ανέπτυξε τις επιστήμες και δημιούργησε τη σύγχρονη τεχνολογία. Πουθενά αλλού δεν παρατηρήθηκε ανάλογη ανάπτυξη και τεχνική εφαρμογή της επιστήμης σε τόση και τέτοια έκταση, όπως έγινε στη Δυτική Ευρώπη των Νέων Χρόνων μετά την Αναγέννηση, ιδίως από το 17ο αιώνα, που καθιερώθηκε η κλασική φυσική του Νεύτωνα, και μετά το 18ο αιώνα, οπότε πια συμβαίνει η λεγόμενη Βιομηχανική Επανάσταση. 
Ίσως και άλλοι πολιτισμοί, θαυμαστοί για τα φυσικομαθηματικά τους ευρήματα ή τις τεχνικές εφευρέσεις τους, όπως είναι ο αρχαιοελληνικός, ο αραβικός, ο ινδικός, ο ιαπωνικός ή ο κινεζικός, να έφτασαν σε αξιοσημείωτες επιδόσεις, υστερούν όμως απέναντι στην ευρωπαϊκή παράδοση ακριβώς σε αυτό το σημείο. Δε δημιούργησαν τεχνολογία που να επηρεάζει την καθημερινή ζωή του ανθρώπου τόσο άμεσα κι ευεργετικά, ώστε να φτάσουμε π.χ. στην κατάργηση της δουλείας, στην εξάλειψη διά νόμου του εξουθενωτικού ωραρίου εργασίας, στην αύξηση και διεύρυνση της ευημερίας των λαών κτλ.
Η ιστορία της ανθρωπότητας μας δείχνει ότι όπου σπείρεται ο χριστιανικός λόγος, εκεί ενθαρρύνεται και η τεχνική πρόοδος. Ο χριστιανός εμπνέεται από την Αγία Γραφή για να αξιοποιήσει την επιστημονική γνώση στις τεχνολογικές εφαρμογές της, έτσι ώστε να κατορθώσει τη μετάβαση από τη δουλεία στην ελευθερία και από την απανθρωπιά στην ανθρωπιά της επίγειας εικόνας του Θεού στη γη, δηλαδή του ανθρώπου. Η βιοτική ευημερία μπορεί να είναι η ευλογία του Θεού διαμέσου της τεχνολογίας μέχρι σήμερα. Τεχνολογία: φάρμακο ή φαρμάκι; Αυτή όμως είναι μόνο η μια όψη της τεχνολογίας, η ορατή και φωτεινή. Δυστυχώς υπάρχει κι η άλλη πλευρά, η σκοτεινή και αθέατη όψη της. Η τεχνολογία στους καιρούς μας είναι φάρμακο που έγινε φαρμάκι, γιατρικό με δηλητήριο, έχει όχι μόνο θετικές ενέργειες, αλλά και παρενέργειες, παράγει επιθυμητά προϊόντα και ανεπιθύμητα υποπροϊόντα.
 Η ανακάλυψη της πυρηνικής ενέργειας από τη σύγχρονη φυσική στον 20ό αιώνα είχε ως αποτέλεσμα την τεχνολογική εφαρμογή της με δυο τρόπους: πολεμικά και ειρηνικά. Η ατομική βόμβα και η εξαφάνιση των ιαπωνικών μεγαλουπόλεων Χιροσίμα και Ναγκασάκι, τον Αύγουστο του 1945, ήταν η πρώτη πολεμική εφαρμογή της πυρηνικής ενέργειας. Έσπειρε το θάνατο σε χιλιάδες άμαχους αθώους και άνοιξε το δρόμο για τον πυρηνικό εξοπλισμό των δυο τότε μεγάλων υπερδυνάμεων της υφηλίου, της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών.
 Σήμερα διαθέτουν πυρηνικό οπλοστάσιο και πολλές μικρές χώρες με αποτέλεσμα να βρισκόμαστε διαρκώς ενώπιον της θανατηφόρας απειλής ενός θερμοπυρηνικού πολέμου. Εξαιτίας της εξέλιξης της πολεμικής πυρηνικής τεχνολογίας υπολογίζεται ότι τα καταστροφικά αποτελέσματα από μια σημερινή θερμοπυρηνική σύρραξη θα ’ναι πολλαπλάσια θανατηφόρα και πολύ πιο εξοντωτικά από εκείνα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Η ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα γέννησε καινούριες ευκαιρίες κι αλλιώτικους κινδύνους. Για να εξευρεθεί άλλη πηγή ενέργειας, πέρα από το πετρέλαιο που ακρίβηνε αισθητά (1973, 1976) και τα παγκόσμια αποθέματα έχουν ημερομηνία λήξης, επινοήθηκε η λύση παραγωγής πυρηνικής ενέργειας σε εργοστάσια που εξασφάλιζαν ενέργεια φθηνή, άφθονη και χωρίς εξάρτηση από ξένες χώρες. Αυτό όμως είχε ως αποτέλεσμα τη μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος από τα ραδιενεργά απόβλητα και την έκλυση ραδιενέργειας στις περιπτώσεις ατυχημάτων, όπως συνέβη επανειλημμένα στο Αμερικανικό Χάρισμπουργκ (1979), στο ρωσικό Τσερνομπίλ (1986) και αλλού. 
Το οικολογικό πρόβλημα, δηλαδή η μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, ήταν η σοβαρή παρενέργεια της ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής ενέργειας από την τεχνολογία. Η χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας σε διάφορους τομείς των επιστημών αλλά και της καθημερινής ζωής μπορεί να αποβεί από πολλαπλά ενεργητική μέχρι επιβλαβής ή επικίνδυνη. Έτσι π.χ. τα μέσα μεταφοράς και επικοινωνίας με τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας εξυπηρετούν τον άνθρωπο, την επικοινωνία του, αλλά μπορούν να προκαλέσουν θανατηφόρα ατυχήματα, τα οποία συχνά αποδίδονται “στο ανθρώπινο λάθος”. Όμως και τα οπλικά συστήματα, ενώ κατασκευάζονται για αμυντικούς σκοπούς, χρησιμοποιούνται πολύ συχνά “για επιβολή του δικαίου του ισχυρού” σε αδύναμες στρατιωτικά χώρες, καταπατώντας κάθε έννοια ηθικής και δικαίου. Έτσι, λοιπόν, φτάνουμε στη θλιβερή διαπίστωση ότι σήμερα πια η προηγμένη τεχνολογία, όταν δεν ελέγχεται η χρήση της, σκορπάει το θάνατο αντί να χαρίζει τη ζωή.
 Ο πυρηνικός πόλεμος μοιάζει με τον αιφνίδιο θάνατο του ανθρώπου που χάνει τη ζωή του ξαφνικά, ενώ η οικολογική καταστροφή παρομοιάζεται με τον αργό θάνατο της ανθρωπότητας, που σιγοσβήνει εξαιτίας της μόλυνσης της ατμόσφαιρας.
 Τεχνολογία με ανθρώπινο πρόσωπο
Δυο αρνήσεις και μια θέση έχει να προτείνει η χριστιανική ηθική στο σύγχρονο άνθρωπο που προβληματίζεται με την προηγμένη τεχνική: 
1. Άρνηση της ρομαντικής απαισιοδοξίας. Η τεχνολογία δεν ευθύνεται για τις παρενέργειές της. Υπεύθυνος είναι ο άνθρωπος με την ηθική συμπεριφορά του, τη χρήση ή την κατάχρηση της τεχνικής. Ο πεσιμισμός (απαισιοδοξία) που βλέπει στην τεχνολογία μόνο τις αρνητικές της πλευρές, που τη θεωρεί σαν δηλητήριο, είναι επικίνδυνος κι απαράδεκτος.Δεν είναι δυνατόν να παραθεωρούνται οι ευεργετικές συνέπειες από τη χρήση της στην καθημερινή μας ζωή. Η “επιστροφή στη φύση” (ρομαντισμός), που πολλοί ευαγγελίζονται, θα σήμαινε επιστροφή στις άθλιες συνθήκες ζωής και οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα. Η φύση, σαν ένας ζωντανός οργανισμός, είναι φιλική όταν της συμπεριφερόμαστε φιλικά, αλλά γίνεται εχθρική, όταν οι ενέργειές μας είναι εχθρικές απέναντί της. 
2. Άρνηση της τεχνοκρατικής υπεραισιοδοξίας. Ο χριστιανός βλέπει την τεχνική πρόοδο και την ανάπτυξη των επιστημών ως εργαλείο για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής και μέσα στα περιορισμένα πλαίσια της ζωής αυτής. Το σημαντικό γι’ αυτόν είναι η ποιότητα της ζωής και η πορεία προς τον προορισμό του, που είναι η πνευματική εξύψωση και η επιτυχία της θέωσής του. Δε θεοποιεί την τεχνολογική πρόοδο ούτε την απορρίπτει. Με βάση αυτήν την τοποθέτηση αντιλαμβάνεται την τεχνική πρόοδο σε συνάρτηση με την ηθική βελτίωση. Αλλιώτικα κινδυνεύουμε να καταλήξουμε στον κυνισμό, καθώς η τεχνολογία μπορεί να λειτουργεί σε βάρος των συνανθρώπων μας. Η υπεραισιοδοξία των τεχνοκρατών, ότι τάχα η τεχνολογία έχει πάντοτε μια λύση για κάθε πρόβλημα, είναι αφελής κι επικίνδυνη, δηλαδή απάνθρωπη, ιδίως μετά τη Χιροσίμα και το Τσερνομπίλ.
 3. Πρόταση ρεαλιστικής αισιοδοξίας. Πέρα από τα δυο άκρα, το ρομαντισμό της απαισιοδοξίας και τον κυνισμό της υπεραισιοδοξίας, υπάρχει ο ρεαλισμός της αισιοδοξίας που προτείνει η Ορθοδοξία. Ναι στη χρήση της τεχνολογίας - όχι στην κατάχρησή της. Το κλειδί βρίσκεται στα χέρια μας και λέγεται ευθύνη. Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να αποβαίνει σωτήρια για τον άνθρωπο, όταν στηρίζεται στην ηθική ευθύνη του ανθρώπου. Όταν η χρήση της τεχνολογίας γίνεται με βάση την αγάπη, όταν αποβλέπει στο πραγματικό συμφέρον του ανθρώπου, τότε οι προοπτικές που διανοίγονται είναι αισιόδοξες. Ο Χριστιανός στέκεται κριτικά απέναντι στην τεχνολογία. Αντιλαμβάνεται ότι η τεχνολογία έχει μεγάλη δύναμη και επιδρά στη ζωή του διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό ακόμη και τη συμπεριφορά του. Δεν υπερεκτιμά τις δυνατότητές της, δεν τη θεοποιεί, αλλά ούτε και την απορρίπτει. Κρίνει ανάλογα με τη χρήση της και είτε αποδέχεται τα επιτεύγματά της είτε τα καταδικάζει. Η Εκκλησία δεν είναι αντίθετη προς την τεχνολογική ανάπτυξη, αλλά θέλει να δώσει στην τεχνολογία τη διάσταση που πρέπει να έχει. Η τεχνολογία οφείλει να λειτουργεί με ανθρώπινο πρόσωπο, για χάρη του ανθρώπου. 
1. Ἡ εὐσέβεια πρός πάντα ὠφέλιμός ἐστίν, ἐπαγγελίας ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καί τῆς μελλούσης. Εφεσ. 4, 8 1. Η ευσέβεια είναι ωφέλιμη για όλα, επειδή υπόσχεται τη ζωή, και την τωρινή και τη μέλλουσα.
2. ... τήν προσευχήν μεταξύ τοῦ ἔργου πληροῦν· εὐχαριστοῦντες μέν, τῷ δεδωκότι καί δυνάμιν χειρῶν πρός ἔργα, καί σοφίαν διανοίας πρός ἀνάληψιν τῆς ἐπιστήμης, καί τήν ὕλην χαρισαμένῳ, τήν τε ἐν τοῖς ἐργαλείοις, καί τήν ὑποκείμενην ταῖς τέχναις, ἅσπερ ἄν τύχωμεν ἐργαζόμενοι· προσευχόμενοι δέ κατευθυνθῆναι τά ἔργα ἡμῶν πρός τόν σκοπόν τῆς πρός Θεόν εὐαρεστήσεως.
  2. ...να συμπληρώνουμε την προσευχή μας κατά τη διάρκεια του έργου. Ευχαριστώντας αυτόν που μας έδωσε και τη δύναμη των χεριών για έργα και τη σοφία του μυαλού για ανάληψη της επιστήμης και αυτόν που χάρισε την ύλη και αυτήν που υπάρχει στα εργαλεία και αυτήν που βρίσκεται στις τέχνες, τις οποίες θα πετύχουμε με την εργασία. Προσευχόμενοι δε να κατευθυνθούν τα έργα μας προς το σκοπό να ευαρεστήσουμε στο Θεό. Μ. Βασιλείου, P.G. 31, 1012 
3. Ὁμοίως δέ καί ἐπί σκυτοτομικῆς τοῖς τά ἀναγκαῖα τῆς χρείας ἐπιζητοῦσι διά τῆς τέχνης ὑπηρετήσωμεν. Οἰκοδομική δέ, καί τεκτονική, καί χαλκευτική, καί γεωργία, αὐταί μέν καθ’ ἑαυτάς ἀναγκαῖαι τῷ βίῳ, καί πολύ τό χρήσιμον παρεχόμεναι, καί τῷ οἰκείῳ λόγῳ οὐκ ἀπόβλητοι ἡμῖν. Μ. Βασιλείου, P.G. 31, 1017
3. Παρόμοια και στη σκυτοτομία (κατασκευή δερμάτινων ειδών) αυτούς που ζητούν τα αναγκαία για τη ζωή τους ας τους υπηρετήσουμε με την τέχνη αυτή. Η οικοδομική τέχνη και η ξυλουργική και η τέχνη του χαλκουργού και η γεωργία αυτές καθαυτές είναι πολύ αναγκαίες στη ζωή και προσφέρουν μεγάλη χρησιμότητα και για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να τις απορρίψουμε.

1. Ποιες είναι οι θετικές και ποιες οι αρνητικές πλευρές της τεχνολογίας; 
2. Με την εξέλιξη της τεχνολογίας ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηρίζεται από πολλούς ως “μικρός θεός”. Πόσο αληθεύει αυτή η άποψη και ποιους πιθανούς κινδύνους κρύβει; 
3. Ποιες στάσεις υιοθετούνται σήμερα απέναντι στη σύγχρονη τεχνολογία; 
4. “Η τεχνολογία πρέπει να λειτουργεί για χάρη του ανθρώπου”. Τι σημαίνει αυτή η φράση και πώς συνδυάζεται με την τάση που υπάρχει για εκμετάλλευση της τεχνολογίας για χάρη του κέρδους; 
5. Ο Μ. Βασίλειος δίνει, όπως φαίνεται από τα κείμενα που παρατίθενται, κάποιες άλλες διαστάσεις στις τέχνες και την επιστήμη. Πώς σχολιάζετε αυτές τις θέσεις;

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου , σελ:138-146

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Το όραμα της ειρήνης και η πραγματικότητα

Μια θύελλα και οι αιτίες της
Ο πόλεμος είναι σαν μια θύελλα, όπου κυριαρχούν ανεξέλεγκτες οι δυνάμεις της αποσύνθεσης και της ανασφάλειας, ο τρόμος, η εξαγρίωση και η αδυναμία για ανθρώπινη συνεννόηση. Μέσα σε λίγες στιγμές μπορεί να καταστραφεί ό,τι ο άνθρωπος δημιουργεί με κόπο μακροχρόνιο. Η ποδοπάτηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, η οδύνη αθώων, ο ψυχικός και σωματικός βιασμός, η απώλεια αγαπημένων, το ξερίζωμα και η προσφυγιά αποτελούν τις καθημερινές ειδήσεις που έρχονται από τις εστίες πολέμου στον πλανήτη μας. Όλα αυτά κάνουν επιτακτικό το αίτημα της ειρήνης, η οποία συνιστά όρο της ανθρώπινης δημιουργικότητας και αξιοπρέπειας.
 Ουσιαστικά, πόλεμος ξεσπά όταν μεταξύ δύο πλευρών είναι αδύνατη η διευθέτηση ενός ζητήματος μέσω του διαλόγου και της αμοιβαιότητας, καθώς κι όταν η ισχυρή πλευρά έχει αποφασίσει να επιβάλει τα συμφέροντά της. Είναι χαρακτηριστική η γεμάτη αγανάκτηση επισήμανση του Μ. Βασιλείου: “Ως πότε θα είναι παντοδύναμο το χρήμα, η αγχόνη των ψυχών, το αγκίστρι του θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας; Ως πότε θα κυβερνά ο πλούτος, η αιτία των πολέμων, για τον οποίο κατασκευάζονται όπλα και ακονίζονται ξίφη;ˮ1 . Εδώ ο Μ. Βασίλειος επισημαίνει μιαν αλήθεια που τη βιώνει πλέον οδυνηρά ο σύγχρονος άνθρωπος: Τεράστια οικονομικά συμφέροντα βρίσκονται πίσω από πολλές συρράξεις και συχνά οι πόλεμοι κρίνονται αναγκαίοι από όσους επιθυμούν να ξοδευτεί το πανάκριβο στρατιωτικό υλικό που έχει σωρευτεί σε αποθήκες και να παραγγελθεί άλλο στις πανίσχυρες κατασκευάστριες εταιρείες.
 Εδώ χρειάζεται να κάνουμε μια διευκρίνιση. Ειρήνη δε σημαίνει να μην υπάρχει αντίσταση στην αδικία και στις επιθυμίες των ισχυρών. Ο ίδιος ο Χριστός, άλλωστε, κρατώντας το φραγγέλιο εκδίωξε τους εμπόρους από το ναό (Ιω. 2: 15). Η ειρήνη οφείλει να ταυτίζεται με το σεβασμό και την ισότιμη συνύπαρξη - όχι με την αποδοχή της αδικίας και τη νομιμοποίηση της σκλαβιάς. Έτσι, λοιπόν, δεν είναι σωστό να εξισώνονται οι θύτες με τα θύματα, ούτε κι ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος με έναν αμυντικό.

Αγωνιστές της ειρήνης
 Ο Χριστιανός δεν είναι μοιρολάτρης, ούτε ζει παθητικά πάνω στη γη. Όχι απλώς προτιμά την ειρήνη, αλλά αγωνίζεται ενεργά για την εδραίωσή της. Με τη γέννηση του Χριστού το ανθρώπινο γένος απόκτησε μια νέα προοπτική, την προσδοκία της Βασιλείας του Θεού. “Τότεˮ, λέει ο προφήτης Ησαΐας, “τα ξίφη τους θα τα σφυρηλατήσουν σε άροτρα και τις λόγχες τους σε δρεπάνια. Ξίφος δε θα σηκώνει το ένα έθνος ενάντια στο άλλο και πια δε θα μαθαίνουν να πολεμούνˮ (Ησ. 2: 4). Ο Χριστιανός εμπνέεται από αυτήν την προσδοκία και παλεύει να φέρει το φως της στο σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην “επί του όρους ομιλίαˮ ο Χριστός ανήγγειλε ότι είναι “μακάριοι όσοι φέρνουν την ειρήνη στους ανθρώπους, γιατί αυτοί θα ονομαστούν παιδιά του Θεούˮ (Ματθ. 5: 9). Και η Εκκλησία αδιάκοπα μέσα στους αιώνες εύχεται “ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου” (θεία Λειτουργία). Επί πλέον, στις μέρες μας οι εκπρόσωποι των Ορθόδοξων εκκλησιών συμμετέχουν σε διεθνείς συνάξεις για την ειρήνη και καταδικάζουν τον πόλεμο ως τρόπο επίλυσης των διαφορών. Βασικός άξονας αυτής της στάσης είναι η πεποίθηση της Εκκλησίας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια και ότι το φυλετικό (και κάθε άλλο) μίσος είναι απαράδεκτο. Οι λαοί οφείλουν να μάθουν να συνυπάρχουν δίχως να χάνουν την πολιτιστική και θρησκευτική τους ταυτότητα, αλλά και δίχως να επιθυμούν την εξόντωση όποιου διαφέρει από αυτούς. Ακόμα κι όταν ο πόλεμος εμφανίζεται ανθρωπίνως αναπόφευκτος, για τον Χριστιανό είναι πάντα γεγονός οδύνης και παραχώρησης - όχι λύση. Η συμμετοχή του Χριστιανού αφορά αμυντικό πόλεμο και αποτελεί ένα είδος γενναιόψυχης διακινδύνευσης. Ο Χριστιανός, δηλαδή, αποδέχεται το ενδεχόμενο να κάνει κάτι που θεωρείται επιζήμιο για τη δική του ψυχή (φόνο), προκειμένου να υπερασπιστεί άλλους (τον λαό, τα ιερά του και την ελευθερία του). Και σε τέτοια περίπτωση όμως δεν αυταπατάται: για τον Χριστιανό κάθε πόλεμος είναι εμφύλιος πόλεμος. “Αὐτός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν” Αν δει κανείς τα πράγματα φιλοσοφημένα και όχι επιφανειακά, θα διαπιστώσει ότι, ακόμα κι αν βρισκόμαστε σε περίοδο διακρατικής ειρήνης, και πάλι ο άνθρωπος είναι έρμαιο ενός ανειρήνευτου πολέμου: του αδιάκοπου πολέμου μεταξύ φθοράς και ζωής. Πρόκειται για κάτι τραγικό, αφού το τέλος αυτού του πολέμου φαίνεται προδικασμένο. Η ανθρώπινη ύπαρξη ηττάται και ανδραποδίζεται από τον θάνατο. Ο Χριστός αντιμετώπισε αυτόν τον πόλεμο όχι απλώς με αυτά που είπε, αλλά με αυτό που ο ίδιος είναι. Όντας Θε-άνθρωπος, ένωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεία, κι έτσι η πρώτη έγινε κοινωνός της ζωής και της αφθαρσίας της δεύτερης. Αυτό, όπως έχουμε δει σε προηγούμενα μαθήματα (1 και 2), αποτελεί μια δυνατότητα για κάθε άνθρωπο και για την κτίση ολόκληρη. Μ’ αυτήν την έννοια, ο Χριστός όχι απλώς “φέρνει την ειρήνηˮ, αλλά είναι (ἐστίν) η Ειρήνη μας (Εφεσ. 2: 14-15).

1.Ο Χριστός είναι για μας η ειρήνη, αυτός που συνένωσε τα δύο μέρη και γκρέμισε το μεσότοιχο του φραγμού, δηλαδή την έχθρα, που την κατάργησε με τη σάρκα του... Έτσι ποιο πράγμα θα μπορούσε να είναι ανώτερο από την ειρήνη για όσους έκαναν τις εντολές του μελέτη της ψυχής και σπουδή του νου; Και αυτοί βέβαια θα επιδιώξουν την ειρήνη όσο τίποτε άλλο, όπως ο Παύλος προτρέπει, και θα γίνουν μεταξύ των ανθρώπων πρωτοπόροι ειρήνης και θα καταργήσουν το ανώφελο μίσος και θα πάψουν να πολεμούν μάταια, γιατί γνωρίζουν πόσο πολύτιμο πράγμα είναι η ειρήνη. Είναι τόσο πολύτιμο πράγμα, ώστε χρειάστηκε να κατεβεί στη γη ο ίδιος ο Θεός, προκειμένου να την προσφέρει στους ανθρώπους. Και ενώ ο Θεός είναι πλούσιος και Κύριος των πάντων, δε βρήκε κανένα αντάξιο τίμημά της, και γι’ αυτό πρόσφερε το ίδιο του το αίμα. Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας (14ος αιώνας), PG 150, 676.

 2. Τώρα συλλογιστείτε για μια στιγμή το νόημα της λέξης ‘ειρήνη’. Δε σας φαίνεται παράξενο που οι άγγελοι προμηνούσαν την Ειρήνη, όταν λυμαίνεται αδιάκοπα τον κόσμο ο Πόλεμος και ο φόβος του Πολέμου; Δε σας φαίνεται πως οι αγγελικές φωνές λαθεύτηκαν; Πως η υπόσχεσή τους σήμαινε απογοήτευση και απάτη Σκεφτείτε τώρα, με ποιο τρόπο μίλησε ο ίδιος ο Κύριός μας για την Ειρήνη. Είπε στους μαθητές Του: “Εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τήν ἐμήν δίδωμι ὑμῖν”. Ήθελε άραγε να πει την ειρήνη όπως την αντιλαμβανόμαστε; ειρήνη του βασιλείου της Αγγλίας με τους γείτονές του, ειρήνη των βαρόνων με τον Βασιλέα, τον οικογενειάρχη που λογαριάζει τα ειρηνικά κέρδη του, το σκουπισμένο τζάκι, το καλύτερο κρασί του στο τραπέζι για ένα φίλο, τη γυναίκα του τραγουδώντας στα παιδιά του; Αυτοί οι άνθρωποι, οι μαθητές Του, δεν ήξεραν τέτοια πράγματα. Φεύγανε για να ταξιδέψουν μακριά, για να δοκιμαστούν σε στεριές και θάλασσες, για να γνωρίσουν τα βασανιστήρια, τα δεσμωτήρια, την αποκαρδίωση, για να υποστούν το μαρτυρικό θάνατο. Ποιο ήταν λοιπόν το νόημά Του; Αν το αναρωτηθείτε, θυμηθείτε ότι έλεγε ακόμη:“οὐ καθώς ὁ κόσμος δίδωσι, ἐγώ δίδωμι ὑμῖν”. Μ’ αυτόν τον τρόπο έδωσε την ειρήνη στους μαθητές Του. Όχι όπως τη δίνει ο κόσμος”. Θ. Σ. Έλιοτ, Φονικό στην Εκκλησία (μτφρ. Γιώργου Σεφέρη), σελ. 62. 

3. ...Καί ἀκόμη, ὑπάρχουν ἀκαταστασίαι καί ἑστίαι πολέμων, διότι ζητοῦμεν τήν εἰρήνην ἀνεξαρτήτως τῶν προϋποθέσεων αὐτῆς τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλήθειας, τῆς ἐλευθερίας καί τῆς δικαιοσύνης, αἱ ὁποῖαι εἶναι τόσον ἀπαραίτητοι διά τήν εἰρήνην, ὥστε ὅπου αὔται ὑπάρχουν νά ὑπάρχῃ αὐτομάτως καί εἰρήνη πραγματική. Διά νά ἔλθῃ ἐπί γῆς εἰρήνη, πρέπει νά μάθωμεν δικαιοσύνην οἱ ἐνοικοῦντες ἐπί τῆς γῆς. Ὅμως ἡμεῖς οἱ ἄνθρωποι πολλάκις, εἰσερχόμενοι εἰς ἕνα φαῦλον κύκλον, προσπαθοῦμεν νά ἐπιβάλωμεν εἰρήνην, δικαιοσύνην καί ἐλευθερίαν ὄχι κατά τήν ἀλήθειαν τῶν μεγάλων καί ἱερῶν αὐτῶν ἀξιῶν, ἀλλά κατά τήν ἀντίληψιν ὑλιστικῶν κοσμοθεωριῶν, διά νά κατεξουσιάσωμεν. Ἀλλά τοῦτο, ἀντιθέτως πρός ὅ,τι ἐπιδιώκομεν, δημιουργεῖ περισσοτέρους ἀνταγωνισμούς καί ἐκδικήσεις, περισσοτέραν ἀδικίαν, περισσοτέραν δουλείαν, περισσοτέραν δυστυχίαν εἰς τόν κόσμον. Οἰκουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος, Μήνυμα Χριστουγέννων 1982.

1. Βάσει των παραπάνω κειμένων, σε τι μοιάζει η “ειρήνη του Χριστού” με τις ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ και, γενικότερα, με ό,τι ο κόσμος σήμερα αποκαλεί “ειρήνη”, και σε τι διαφέρει; 
2. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις για την αληθινή ειρήνη, σύμφωνα με το Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη; 
3. Συχνά λέγεται “Αν θέλεις ειρήνη, προετοίμαζε πόλεμο”. Πώς κρίνετε αυτή την άποψη; Πιστεύετε ότι, από χριστιανικής σκοπιάς, μπορεί να εφαρμοστεί το “Αν θέλεις ειρήνη, προετοίμαζε ειρήνη”;

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
 Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου , σελ: 66-72
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...