Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απιστία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απιστία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

Η απιστία ως αίτημα πίστεως - π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου (Λίβυος)

“Ευλογημένη ας είναι η αμφιβολία! Σας συμβουλεύω να χαιρετάτε με χαρά και σεβασμό εκείνον που τα λόγια σας σαν κάλπικη δεκάρα εξετάζει!” (Μπέρτολντ Μπρεχτ)

π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου(Λίβυος)

Κάθε χρόνο την μέρα της Κυριακή του Θωμά, γεννάται μέσα μου ένα βαθύ ερώτημα. Τι είναι τελικά πίστη και τι απιστία; Ποιος είναι ο πιστός και ποιος ο άπιστος; Αρκεί μια νοητική αποδοχή κάποιων άρθρων πίστεως; Ολοκληρώνεται κανείς αποδεχόμενος νοησιαρχικά κάποιες πεποιθήσεις; Γεμίζει η ζωή μονάχα με ιδεολογικές διαβεβαιώσεις, δίχως Παρουσία και Συνάντηση; Φτάνει μια ηθικολογία ή αρετολογία χωρίς γεύση και εμπειρία της όντως ζωή;

Έρχεται λοιπόν ο ιερός υμνωδός να ταυτιστεί με το εσωτερικό αίτημα του αποστόλου Θωμά και να πει όχι. Δεν αρκεί μια συμβατική αποδοχή ηθικών αρχών και κωδίκων. Είναι λειψή και υπαρξιακά πενιχρή μια εξωτερική συμμόρφωση σε λεκτικές διαβεβαιώσεις. Αργά η γρήγορα η ψυχή θα κουραστεί και η καρδιά ως κέντρο επιθυμιών, θα ποθήσει την εμπειρική βίωση της διαπίστευσης.

Όσοι έπνιξαν μέσα τους αυτό τον πόθο και καημό, για νόημα και εσωτερική πληρότητα, το πλήρωσαν ακριβά στον απολογισμό της ψυχικής και σωματικής τους ολότητας. Για αυτό σήμερα η υμνολογία της εκκλησίας, εκθειάζει την «καλή απιστία του Θωμά». Γιατί ο Θωμάς δεν είναι άπιστος όπως λανθασμένα μας γαλούχησε η λαϊκή παράδοση. Ο απόστολος Θωμάς μέσα από το αίτημα του, καταθέτει μια αρχαϊκή πανανθρώπινη ανάγκη για την αμεσότητα της εμπειρίας.

Σε κανένα δεν αρκεί και κανείς δεν ολοκληρώνεται εάν και μόνο τον διαβεβαιώσουν ότι τον αγαπούν. Οι λέξεις απαιτούν την πραγμάτωση σε πρόσωπα και πράγματα. Το πρόσωπο επιθυμεί οι αγαπητικιές διαβεβαιώσεις να γίνουν εμπειρία, βίωμα και σχέση, αγκαλιά, φιλιά και βαθιά ψυχοσωματική αποδοχή. Κατά τον ίδιο τρόπο η σχέση με τον Θεό δεν είναι μια εξωτερική συμμόρφωση σε ιδεολογικές διαβεβαιώσεις, αλλά προσωπική εμπειρία και συνάντηση, στο εσώτερο χώρο της ανθρώπινης καρδιάς. Στην βαθεία καρδία όπως την ονομάζουν οι νηπτικοί.

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εκφράζοντας την ησυχαστική παράδοση θα πει «το ανενέργητον και ανύπαρκτον εστί». Δηλαδή αυτό που δεν ενεργείται εντός της υπάρξεως μας ως συνάντηση και βίωμα Θεού, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Διότι μπορεί οντολογικά ο Θεός να «υπάρχει», αλλά όταν εσύ δεν έχεις ενεργή εμπειρία αυτής της πραγματικότητας για σένα δεν υπάρχει.

Έτσι η ιερή υμνολογία και η όλη στάση του αποστόλου Θωμά, έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του αυτοδικαιοτισμού μας και των εσωτερικών τακτοποιήσεων μας. Λέγοντας μας ότι εκτός από την αμαρτωλή και καταδικαστέα απιστία υπάρχει και μια άλλη απιστία, η «καλή απιστία». Αυτή η απιστία που μεταμορφώνεται σε ουσιώδη πίστη και αποκαλυπτική συνάντηση. Προς στιγμή αισθανόμαστε λίγο άβολα και περίεργα. Ίσως και ενοχλητικά. Ξαφνιασμένοι διερωτόμαστε, υπάρχει «καλή απιστία». Και όμως υπάρχει. Εκείνη η δίψα για κάτι ουσιώδες και αληθινό. Που δεν αναπαύεται στο σχετικό, τυπικό, νομικό και απλά ηθικό.

Ο Θωμάς δεν είναι άπιστος, αλλά δεν του φτάνει, δεν του αρκεί, η λεκτική διαβεβαίωση. Εάν απλά και μόνο αναπαυόταν σε μια λεκτική διαβεβαίωση, θα εγκλώβιζε την ύπαρξη του σε μια απλή πεποίθηση ή ιδέα. Αυτός όμως διψά και πεινά την συνάντηση, την γεύση, την εμπειρία και το βίωμα του Αναστημένου Χριστού.

Η πίστη κατά τους νηπτικούς πατέρες δεν είναι μια πεποίθηση. Δεν είναι η αποδοχή κάποιων ιδεολογικών θρησκευτικών άρθρων ή θεολογικών όρων τους οποίους δέχεσαι ή απορρίπτεις. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Είναι χάρισμα και άνοιγμα της ύπαρξης στην εμπειρία του μυστηρίου του Θεού. Δεν είναι κατάκτηση αλλά χάρις, δώρο, εμπειρία και συνάντηση.

Η ησυχαστική εμπειρία μας λέει ότι άλλο είναι να μιλάς για ένα όμορφο μήλο και άλλο να το έχεις γευθεί. Επίσης ότι εκείνος που μιλάει η ασχολείται περί του Θεού δίχως την εμπειρία Του, μοιάζει με τον μάγειρο εκείνο που φτιάχνει καταπληχτικά φαγητά και ενώ είναι διαρκώς πάνω από τα τσακάλια και τις κατσαρόλες ποτέ δεν δοκίμασε την νοστιμιά της γεύσεως τους.

Ο Θωμάς δεν είναι άπιστος. Απλά αναζητάει την επαφή και την εμπειρία την σχέσης με τον Θεό. Εάν η Χριστιανική ζωή δεν είναι εμπειρία και βίωμα, καταντάει ιδεολογία, άνευρος ηθικισμός, σκληρός και μισάνθρωπος νομικισμός, με λίγα λόγια μια ζωή δίχως χαρά, γεύσεις και ευωδίες. Και αυτό δεν είναι η ζωή Του Χριστού. Διότι ο Χριστός είναι η Ζωή.

Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος που διατείνεται για την απιστία του, δεν πράττει τίποτε άλλο παρα να περιφέρει με υπαρξιακά εκκωφαντικό τρόπο την βαθιά ανάγκη της καρδιάς του να πιστέψει. Την πίστη ζητάει πίσω απο την άρνηση. Αυτο έκανε και ο απόστολος Θωμάς, απιστεί με βαθύτερο αίτημα την πίστη. Αλλα μια πίστη ως πρόταση ζωής και βιώματος και οχι ως μια εξωτερική συμμόρφωση σε νόμους και κανόνες, σε ηθικά και ιδεαλιστικά διδάγματα.

Ολοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν για την Ζωή, και σε ολη τους την ζωή ψάχνουν να βρουν το νόημα και την αλήθεια της όντως Ζωής. Τώρα ίσως κάποιος διερωτηθεί, μα τότε γιατί ο Χριστός ενώ δέχεται να απαντήσει στο αίτημα του Θωμά, συγχρόνως λέει, «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες ;». Ακριβώς γιατί γνωρίζει ότι ο άνθρωπος όλα τα ιερά και αγνά μπορεί να τα μεταμορφώσει σε κίβδηλα, ψεύτικα και αυτοκαταστροφικά. Έτσι πολλές φορές αυτή η δίψα του ανθρώπου για πραγματική και ουσιώδης συνάντηση με τον Θεό, παραχαράσσετε σε φτηνή ιδιοτέλεια, σε θρησκευτική εμμονή, σε μπακαλίστικη δοσολητπική προσέγγιση. Ενώ ο Θωμάς δεν θέλει θαύματα για να πιστέψει, ούτε ζητά ανταλλάγματα. Απλά αναζητεί την βιωματική εμπειρία της Αναστάσεως πέραν της απλής νοησιαρχικής αποδοχής.

Ο Χριστός λοιπόν λέγοντας αυτή την φράση, δεν απορρίπτει την δίψα του Θωμά, διότι διαφορετικά δεν θα απαντούσε αποκαλυπτικά στο αίτημα του. Απλά βάζει τα διακριτά όρια της όντως υπαρξιακής πείνας από την θρησκευτική ιδιοτελή επαιτεία. Διαχωρίζει την αληθινή εσωτερική αναζήτηση από την θεαματική εξωτερική απόδειξη. Το ψευδές από το όντως αληθινό αίτημα της ανθρώπινης καρδιάς. Άλλο η αγάπη και άλλο η ανάγκη.

http://plibyos.blogspot.gr/2012/04/blog-post_23.html

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

O πιστός αστρονόμος και ο άπιστος φίλος.



Κάποτε ένας πιστός αστρονόμος* είχε ένα φίλο ά­πιστο που διαρκώς του έλεγε ότι όλα έγιναν μόνα τούς...

Κάθεται, λοιπόν, κι αυτός και κατασκευάζει κάτι σαν το ηλιακό σύστημα και στο οποίο με διαφόρους μηχανι­σμούς περιστρέφονταν γύρω από τον Ήλιο η γη και οι άλλοι πλανήτες, και το τοποθέτησε στο σπίτι του πάνω σ' ένα τραπέζι...

Όταν το είδε ο άπιστος, είπε με έκπληξη και θαυμα­σμό:


—Τι ωραίο που είναι! Ποιος το έφτιαξε; 

—Κανείς!, του απαντά ο αστρονόμος. Μόνο του έγι­νε!

—Μη με πειράζεις, του λέει. Πες μου ποιος το έκανε!

—Μόνο του έγινε, σου λέω! Δεν με πιστεύεις; 


—Για τρελλό με περνάς; Πως να πιστέψω ότι έγινε μόνο του;

— Ώστε δεν πιστεύεις ότι αυτό το σχέδιο έγινε μόνο του.


 Τότε πως επιμένεις με πείσμα ότι ολόκληρη αυτή η δημιουργία έγινε χωρίς το Θεό;
*Το όνομα του αστρονόμου ήταν Ισαάκ Νεύτων

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Anthony Bloom: Mισοῦσα καθετί σχετικό μέ τήν ἰδέα τοῦ Θεοῦ.


Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003) 
Πῶς ἔγινα Χριστιανός 

[Ὁ Τιμόθεος Οὐίλσον εἶχε τήν παρακάτω συνέντευξη μέ τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη τοῦ Σουρόζ κ. Ἀντώνιο Μπλούμ.]

Τ.Ο.: Πότε γίνατε Χριστιανός; Ὑπῆρξε στή ζωή σας καμιά συγκεκριμένη στιγμή μεταστροφῆς;

Α.Μπλούμ: Αὐτό ἔγινε σέ διάφορα στάδια. Μέχρι τά μέσα τῆς ἐφηβικῆς μου ἡλικίας ἤμουνα ἕνας ἄπιστος καί ἐπιθετικά ἀντιεκκλησιαστικός.

Δέν γνώριζα τό Θεό, δέν νοιαζόμουνα γι’ Αὐτόν καί μισοῦσα καθετί σχετικό μέ τήν ἰδέα τοῦ Θεοῦ....


Τ.Ο.: Καί ὅλα αὐτά, παρά τά «πιστεύω» τοῦ πατέρα σας;

Α.Μπλούμ: Ναί, γιατί μέχρι τά δεκαπέντε μου χρόνια ἡ ζωή μας ἦταν πολύ δύσκολη. Δέν ζούσαμε ὅλοι κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη. Ἐγώ ἤμουνα ἐσωτερικός σέ ἕνα σχολεῖο πού ἦταν πολύ αὐστηρό, βίαιο θά ἔλεγα. Ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειάς μου ζοῦσαν σέ διαφορετικά σημεῖα τοῦ Παρισιοῦ. Μόνο ὅταν ἔγινα περίπου δεκατεσσάρων χρόνων συγκεντρωθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη καί αὐτό ἦταν μία πραγματική εὐτυχία, μία εὐλογία. Ἦταν κάπως ἀσυνήθιστο νά σκεφτεῖ κανείς ὅτι, σέ κάποιο σπίτι μιᾶς συνοικίας τοῦ Παρισιοῦ, μποροῦσε νά βρεῖ μία τέλεια εὐτυχία, καί ὅμως αὐτό συνέβαινε. Τότε γιά πρώτη φορά, μετά τήν ἐπανάσταση, ἀποκτούσαμε σπίτι.

Πρέπει ὅμως νά πῶ πώς, πρίν ἀπό ὅλα αὐτά, συνέβηκε κάτι πού μέ εἶχε προβληματίσει πάρα πολύ. Ἤμουνα περίπου ἕντεκα χρόνων, ὅταν μέ ἔστειλαν σέ μία κατασκήνωση ἀγοριῶν. Ἐκεῖ συνάντησα ἕναν ἱερέα πού θά ἦταν περίπου τριάντα χρόνων. Κάτι ἀπ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο μοῦ τράβηξε τήν προσοχή. Εἶχε ἀγάπη πού τήν σκορποῦσε στόν καθένα ἀπό μᾶς. Αὐτή δέ ἡ ἀγάπη του δέν εἶχε σχέση μέ τό ἄν εἴμαστε καλοί, καί δέν ἄλλαζε ὅταν εἴμαστε κακοί. Μποροῦσε νά μᾶς ἀγαπάει χωρίς προϋποθέσεις. Ποτέ πρίν στή ζωή μου δέν εἶχα συναντήσει κάτι τέτοιο. Εἶχα φίλους πού μ’ ἀγαποῦσαν στό σπίτι, ἀλλά αὐτό τό ἔβρισκα φυσικό. Τέτοιο εἶδος ἀγάπης δέν εἶχα συναντήσει ποτέ. Τήν ἐποχή ἐκείνη δέν προσπάθησα νά δώσω καμιά ἐξήγηση σ’ αὐτό. Ἁπλά βρῆκα σ’ αὐτόν τόν ἄνθρωπο κάτι πού μέ προβλημάτιζε καί ταυτόχρονα μοῦ ἄρεσε πολύ. Μόνο μετά ἀπό χρόνια, ὅταν πιά ἦρθα σέ ἐπαφή μέ τό Εὐαγγέλιο, σκέφτηκα πώς αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ἀγαποῦσε μέ μιὰ ἀγάπη πού ἦταν πέρα ἀπό τόν ἴδιο. Δηλαδή μοιραζόταν μαζί μας τή θεία ἀγάπη. Ἤ, ἄν προτιμᾶτε, ἡ ἀγάπη ἦταν τόσο βαθιά καί πλατιά, μέ τέτοια ἀνοίγματα ὥστε, μποροῦσε νά ἀγκαλιάσει ὅλους μας, εἴτε μέσα ἀπό τόν πόνο εἴτε μέσα ἀπό τή χαρά, ἀλλά πάντα μέσα στήν ἴδια καί μοναδική ἀγάπη. Αὐτή ἡ ἐμπειρία, νομίζω, ἦταν ἡ πρώτη βαθιά πνευματική ἐμπειρία πού εἶχα.


Τ.Ο.: Τί ἔγινε μετά ἀπό αὐτό;

Α.Μπλούμ: Τίποτε. Γύρισα στό σχολεῖο ὅπου ἤμουνα ἐσωτερικός καί ὅλα συνεχίστηκαν ὅπως πρίν, μέχρι τήν στιγμή πού βρεθήκαμε ὅλοι κάτω ἀπό τήν ἴδια στέγη. Ζώντας μέ τήν οἰκογένειά μου, ὅπως εἶπα, γεύτηκα τήν πλήρη εὐτυχία, ἀλλά τότε συνέβηκε κάτι τό τελείως ἀπροσδόκητο. Ξαφνικά ἀνακάλυψα ὅτι ἡ εὐτυχία, ἄν δέν ἔχει κάποιο σκοπό, γίνεται ἀνυπόφορη. Δέν μποροῦσα, λοιπόν, νά δεχτῶ μιὰ ἄσκοπη εὐτυχία. Γιά νά ξεπεράσεις τίς δυσκολίες καί νά ὑποφέρεις τά βάσανα ἀποβλέπεις σέ κάτι πού εἶναι πέρα ἀπό αὐτά. Ἐγώ ὅμως δέν ἔβρισκα κάποιο νόημα, οὔτε πίστευα σέ κάτι, γι’ αὐτό ἡ εὐτυχία μου φαινόταν ἀνούσια. Ἔτσι ἀποφάσισα πώς ἔπρεπε νά δώσω στόν ἑαυτό μου μιὰ προθεσμία- ἕνα χρόνο τουλάχιστο – νά ἀνακαλύψει ἄν ἡ ζωή εἶχε ἤ ὄχι κάποιο νόημα.

Ἄν στό διάστημα αὐτοῦ τοῦ χρόνου δέν θά ἔβρισκα κανένα νόημα ζωῆς, εἶχα ἀποφασίσει νά μή συνεχίσω νά ζῶ, νά αὐτοκτονήσω...

Τ.Ο.: Καί πῶς βγήκατε ἀπό αὐτήν τήν κατάσταση τῆς ἄσκοπης εὐτυχίας;

Α.Μπλούμ: Ἄρχισα νά ψάχνω γιά κάποιο ἄλλο νόημα ζωῆς πέρα ἀπό κεῖνο πού μποροῦσα νά βρῶ μέσα στίς σκοπιμότητες. Τό νά σπουδάζει κανείς νά γίνει χρήσιμος στή ζωή ἦταν κάτι πού δέν μέ συγκινοῦσε καθόλου. Ὅλη ἡ ζωή μου μέχρι τώρα εἶχε συγκεντρωθεῖ σέ ἄμεσους σκοπούς καί ξαφνικά ὅλα αὐτά βρέθηκαν ἄδεια, χωρίς κανένα νόημα. Ἔνιωσα μέσα μου κάτι τό δραματικό καί καθετί γύρω μου μοῦ φαινόταν μικρό καί ἀνόητο. 

Πέρασαν μῆνες καί τίποτε στόν ὁρίζοντα, νόημα δέν φάνηκε πουθενά! Μιὰ μέρα τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς- ἤμουνα τότε μέλος τῆς Ρωσικῆς ὀργάνωσης νέων στό Παρίσι- ἕνας ἀπό τούς ὑπεύθυνους ὀργάνωσης μέ πλησίασε καί μοῦ εἶπε: «Καλέσαμε κάποιον ἱερέα νά σᾶς μιλήσει. Ἔλα καί σύ στή συγκέντρωση». Ἐγώ ἀπάντησα μέ ἔντονη ἀποδοκιμασία ὅτι δέν θά πήγαινα νά τόν ἀκούσω. Δέν εἶχα ἀνάγκη τήν Ἐκκλησία. Δέν πίστευα στό Θεό. Δέν ἤθελα νά χάσω τόν καιρό μου μέ κάτι τέτοια. Ὁ ὑπεύθυνος χειρίστηκε ἀρκετά ἔξυπνα τό θέμα. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι ὅλα τά μέλη τῆς ὁμάδας μας εἶχαν ἀντιδράσει ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο καί θά ἦταν πολύ ἄσχημο ἄν, οὔτε ἕνας, δέν παρακολουθοῦσε τήν ὁμιλία του.

«Μήν προσέχεις», εἶπε ὁ ὑπεύθυνος, «δέν μέ ἐνδιαφέρει αὐτό, μόνο ἔλα, κάθισε ἐκεῖ, γιά μιὰ τυπική παρουσία». Ἐ! μέχρι σ’ αὐτό τό σημεῖο, ἤμουνα πρόθυμος νά φανῶ νομοταγής στή νεανική μας ὀργάνωση. Ἔτσι πῆγα στήν ὁμιλία καί ἔμεινα μέχρι τό τέλος. Δέν εἶχα σκοπό νά προσέξω. Τά αὐτιά μου ὅμως ἔπιαναν μερικές φράσεις πού μέ ἀγανακτοῦσαν περισσότερο. Ὁ Χριστός καί ὁ Χριστιανισμός παρουσιάστηκαν μπροστά μου τόσο διαφορετικά ἀπ’ ὅτι ἐγώ πίστευα, πού ἤθελα βαθύτατα νά τά ἀποκρούσω. Ὅταν τελείωσε ἡ ὁμιλία ἔτρεξα στό σπίτι μέ ἔντονη τήν ἐπιθυμία νά ἐλέγξω ἄν ἦταν ἀλήθεια ὅλα αὐτά πού εἶπε ὁ ὁμιλητῆς. Ρώτησα τή μητέρα μου ἄν εἶχε ἕνα Εὐαγγέλιο νά μοῦ δώσει. Ἤθελα πολύ νά διαπιστώσω ἄν τό Εὐαγγέλιο θά συμφωνοῦσε μέ τήν τερατώδη ἐντύπωση πού μοῦ δημιούργησε ἡ ὁμιλία. Δέν περίμενα τίποτα καλό ἀπό τήν ἀνάγνωση αὐτή καί ἔτσι μέτρησα τά κεφάλαια τῶν τεσσάρων Εὐαγγελίων, ὥστε νά εἶμαι σίγουρος ὅτι διαβάζω τό συντομότερο. Δέν ἤθελα νά χάσω ἄδικα τό χρόνο μου. Ἄρχισα, λοιπόν, νά διαβάζω τό Εὐαγγέλιο τοῦ Μάρκου.

Ἐνῶ διάβαζα τά πρῶτα κεφάλαια τοῦ κατά Μάρκον Εὐαγγελίου καί πρίν φτάσω στό τρίτο κεφάλαιο, ξαφνικά, συνειδητοποίησα ὅτι, στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ γραφείου μου, ὑπῆρχε κάποιος.

Ἡ βεβαιότητα ὅτι αὐτός ὁ «Κάποιος» ἦταν ὁ Χριστός πού στεκόταν ἐκεῖ παράμερα, ἦταν τόσο ἔντονη ὥστε ποτέ ἕως τώρα δέν μέ ἔχει ἐγκαταλείψει.

Τό γεγονός αὐτό ὑπῆρξε πραγματικά ἡ ἀποφασιστική μου καμπή. Ἀφοῦ ὁ Χριστός ἦταν ζωντανός καί ἐγώ εἶχα ζήσει τήν Παρουσία του, μποροῦσα νά πῶ μέ βεβαιότητα ὅτι αὐτό πού τό Εὐαγγέλιο ἔλεγε γιά τή Σταύρωση τοῦ Προφήτη τῆς Γαλιλαίας, ἦταν ἀλήθεια καί ὅτι ὁ ἑκατόνταρχος εἶχε δίκαιο ὅταν εἶπε: «Ἀληθῶς Υἱός Θεοῦ ἐστι». Μέσα, λοιπόν, στό φῶς τῆς Ἀνάστασης μποροῦσα νά διαβάσω μέ βεβαιότητα τήν ἱστορία τοῦ Εὐαγγελίου, ξέροντας πολύ καλά ὅτι καθετί ἔκρυβε μέσα του ἀλήθεια. Καί αὐτό, γιατί τό ἀπίστευτο γεγονός τῆς Ἀνάστασης ἦταν γιά μένα πιό βέβαιο ἀπό κάθε ἄλλο γεγονός τῆς ἱστορίας. Τήν ἱστορία πρέπει νά τήν πιστέψω, τήν Ἀνάσταση τήν ἔμαθα ἀπό προσωπικό γεγονός. 

Καθώς βλέπετε, δέν ἀνακάλυψα τό Εὐαγγέλιο ἀρχίζοντας ἀπό τήν ἀρχή μέ τό ἀρχικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καί δέν ξετυλίχθηκε μπροστά μου σάν μιὰ ἱστορία τήν ὁποία κανείς μπορεῖ νά πιστέψει ἤ ὄχι. Ἡ ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, γιά μένα, ἄρχισε μέ ἕνα γεγονός πού παραμέρισε ὅλα τά προβλήματα ἀπιστίας, ἀκριβῶς γιατί ἦταν μία ἄμεση καί προσωπική ἐμπειρία.


Τ.Ο.: Αὐτή ἡ τόσο ἔντονη ἐμπειρία ποὺ εἴχατε, παρέμεινε σέ ὅλη σας τή ζωή; Δέν ὑπῆρξε κάποια ἐποχή ποὺ νά ἀμφιβάλλετε γιά τήν πίστη σας;

Α.Μπλούμ: Βεβαιώθηκα ἀπόλυτα ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ζωντανός καί ὅτι μερικά πράγματα ὑπάρχουν ἀναμφίβολα. Φυσικά δέν πῆρα σέ ὅλα ἀπαντήσεις, ἀλλά ἔχοντας ζήσει αὐτή τή μεγάλη ἐμπειρία, ἤμουν πιά βέβαιος ὅτι μπροστά μου ὑπῆρχαν ἀπαντήσεις, ὁραματισμοί, δυνατότητες.

Αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει γιά μένα πίστη. Ἀπό τή μιά, δηλαδή, νά μήν ἀμφιβάλλει κανείς ἔτσι πού νά ἔχει μέσα του σύγχυση καί περιπλοκές, ἀπό τήν ἄλλη ὅμως νά διερωτᾶται μέ σκοπό νά ἀνακαλύψει τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς.

Νά ἔχεις, δηλαδή, αὐτό τό εἶδος τῆς ἀμφιβολίας πού σέ κάνει νά θέλεις νά ρωτᾶς, νά ἀνακαλύπτεις ὅλο καί περισσότερο, νά θέλεις διαρκῶς νά ἐρευνᾶς.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)
agiazoni.gr

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

Η απιστία ως αίτημα πίστεως...


Ευλογημένη ας είναι η αμφιβολία! Σας συμβουλεύω να χαιρετάτε με χαρά και σεβασμό εκείνον που τα λόγια σας σαν κάλπικη δεκάρα εξετάζει!” (Μπέρτολντ Μπρεχτ)

Του π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου(Λίβυος)
Κάθε χρόνο την μέρα της Κυριακή του Θωμά, γεννάται μέσα μου ένα βαθύ ερώτημα. Τι είναι τελικά πίστη και τι απιστία; Ποιος είναι ο πιστός και ποιος ο άπιστος;
Αρκεί μια νοητική αποδοχή κάποιων άρθρων πίστεως; Ολοκληρώνεται κανείς αποδεχόμενος νοησιαρχικά κάποιες πεποιθήσεις; Γεμίζει η ζωή μονάχα με ιδεολογικές διαβεβαιώσεις, δίχως Παρουσία και Συνάντηση; Φτάνει μια ηθικολογία ή αρετολογία χωρίς γεύση και εμπειρία της όντως ζωή;
Έρχεται λοιπόν ο ιερός υμνωδός να ταυτιστεί με το εσωτερικό αίτημα του αποστόλου Θωμά και να πει όχι. Δεν αρκεί μια συμβατική αποδοχή ηθικών αρχών και κωδίκων. Είναι λειψή και υπαρξιακά πενιχρή μια εξωτερική συμμόρφωση σε λεκτικές διαβεβαιώσεις. Αργά η γρήγορα η ψυχή θα κουραστεί και η καρδιά ως κέντρο επιθυμιών, θα ποθήσει την εμπειρική βίωση της διαπίστευσης. Όσοι έπνιξαν μέσα τους αυτό τον πόθο και καημό, για νόημα και εσωτερική πληρότητα, το πλήρωσαν ακριβά στον απολογισμό της ψυχικής και σωματικής τους ολότητας.
Για αυτό σήμερα η υμνολογία της εκκλησίας, εκθειάζει την «καλή απιστία του Θωμά». Γιατί ο Θωμάς δεν είναι άπιστος όπως λανθασμένα μας γαλούχησε η λαϊκή παράδοση. Ο απόστολος Θωμάς μέσα από το αίτημα του, καταθέτει μια αρχαϊκή πανανθρώπινη ανάγκη για την αμεσότητα της εμπειρίας.
Σε κανένα δεν αρκεί και κανείς δεν ολοκληρώνεται εάν και μόνο τον διαβεβαιώσουν ότι τον αγαπούν. Οι λέξεις απαιτούν την πραγμάτωση σε πρόσωπα και πράγματα. Το πρόσωπο επιθυμεί οι αγαπητικιές διαβεβαιώσεις να γίνουν εμπειρία, βίωμα και σχέση, αγκαλιά, φιλιά και βαθιά ψυχοσωματική αποδοχή.
Κατά τον ίδιο τρόπο η σχέση με τον Θεό δεν είναι μια εξωτερική συμμόρφωση σε ιδεολογικές διαβεβαιώσεις, αλλά προσωπική εμπειρία και συνάντηση, στο εσώτερο χώρο της ανθρώπινης καρδιάς. Στην βαθεία καρδία όπως την ονομάζουν οι νηπτικοί.
Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς εκφράζοντας την ησυχαστική παράδοση θα πει « το ανενέργητον και ανύπαρκτον εστί». Δηλαδή αυτό που δεν ενεργείται εντός της υπάρξεως μας ως συνάντηση και βίωμα Θεού, ουσιαστικά δεν υπάρχει. Διότι μπορεί οντολογικά ο Θεός να «υπάρχει», αλλά όταν εσύ δεν έχεις ενεργή εμπειρία αυτής της πραγματικότητας για σένα δεν υπάρχει.
Έτσι η ιερή υμνολογία και η όλη στάση του αποστόλου Θωμά, έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του αυτοδικαιοτισμού μας και των εσωτερικών τακτοποιήσεων μας. Λέγοντας μας ότι εκτός από την αμαρτωλή και καταδικαστέα απιστία υπάρχει και μια άλλη απιστία, η «καλή απιστία». Αυτή η απιστία που μεταμορφώνεται σε ουσιώδη πίστη και αποκαλυπτική συνάντηση.
Προς στιγμή αισθανόμαστε λίγο άβολα και περίεργα. Ίσως και ενοχλητικά. Ξαφνιασμένοι διερωτόμαστε, υπάρχει «καλή απιστία». Και όμως υπάρχει. Εκείνη η δίψα για κάτι ουσιώδες και αληθινό. Που δεν αναπαύεται στο σχετικό, τυπικό, νομικό και απλά ηθικό.
Ο Θωμάς δεν είναι άπιστος, αλλά δεν του φτάνει, δεν του αρκεί, η λεκτική διαβεβαίωση. Εάν απλά και μόνο αναπαυόταν σε μια λεκτική διαβεβαίωση, θα εγκλώβιζε την ύπαρξη του σε μια απλή πεποίθηση ή ιδέα. Αυτός όμως διψά και πεινά την συνάντηση, την γεύση, την εμπειρία και το βίωμα του Αναστημένου Χριστού.
Η πίστη κατά τους νηπτικούς πατέρες δεν είναι μια πεποίθηση. Δεν είναι η αποδοχή κάποιων ιδεολογικών θρησκευτικών άρθρων ή θεολογικών όρων τους οποίους δέχεσαι ή απορρίπτεις. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο και ουσιαστικότερο. Είναι χάρισμα και άνοιγμα της ύπαρξης στην εμπειρία του μυστηρίου του Θεού. Δεν είναι κατάκτηση αλλά χάρις, δώρο, εμπειρία και συνάντηση.
Η ησυχαστική εμπειρία μας λέει ότι άλλο είναι να μιλάς για ένα όμορφο μήλο και άλλο να το έχεις γευθεί. Επίσης ότι εκείνος που μιλάει η ασχολείται περί του Θεού δίχως την εμπειρία Του, μοιάζει με τον μάγειρο εκείνο που φτιάχνει καταπληχτικά φαγητά και ενώ είναι διαρκώς πάνω από τα τσακάλια και τις κατσαρόλες ποτέ δεν δοκίμασε την νοστιμιά της γεύσεως τους.
Ο Θωμάς δεν είναι άπιστος. Απλά αναζητάει την επαφή και την εμπειρία την σχέσης με τον Θεό. Εάν η Χριστιανική ζωή δεν είναι εμπειρία και βίωμα, καταντάει ιδεολογία, άνευρος ηθικισμός, σκληρός και μισάνθρωπος νομικισμός, με λίγα λόγια μια ζωή δίχως χαρά, γεύσεις και ευωδίες. Και αυτό δεν είναι η ζωή Του Χριστού. Διότι ο Χριστός είναι η Ζωή.
Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος που διατείνεται για την απιστία του, δεν πράττει τίποτε άλλο παρα να περιφέρει με υπαρξιακά εκκωφαντικό τρόπο την βαθιά ανάγκη της καρδιάς του να πιστέψει. Την πίστη ζητάει πίσω απο την άρνηση. Αυτο έκανε και ο απόστολος Θωμάς, απιστεί με βαθύτερο αίτημα την πίστη. Αλλα μια πίστη ως πρόταση ζωής και βιώματος και οχι ως μια εξωτερική συμμόρφωση σε νόμους και κανόνες, σε ηθικά και ιδεαλιστικά διδάγματα. Ολοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν για την Ζωή, και σε ολη τους την ζωή ψάχνουν να βρουν το νόημα και την αλήθεια της όντως Ζωής.
Τώρα ίσως κάποιος διερωτηθεί, μα τότε γιατί ο Χριστός ενώ δέχεται να απαντήσει στο αίτημα του Θωμά, συγχρόνως λέει, «Μακάριοι ο μ δόντες κα πιστεύσαντες ;». Ακριβώς γιατί γνωρίζει ότι ο άνθρωπος όλα τα ιερά και αγνά μπορεί να τα μεταμορφώσει σε κίβδηλα, ψεύτικα και αυτοκαταστροφικά. Έτσι πολλές φορές αυτή η δίψα του ανθρώπου για πραγματική και ουσιώδης συνάντηση με τον Θεό, παραχαράσσετε σε φτηνή ιδιοτέλεια, σε θρησκευτική εμμονή, σε μπακαλίστικη δοσολητπική προσέγγιση. Ενώ ο Θωμάς δεν θέλει θαύματα για να πιστέψει, ούτε ζητά ανταλλάγματα. Απλά αναζητεί την βιωματική εμπειρία της Αναστάσεως πέραν της απλής νοησιαρχικής αποδοχής. Ο Χριστός λοιπόν λέγοντας αυτή την φράση, δεν απορρίπτει την δίψα του Θωμά, διότι διαφορετικά δεν θα απαντούσε αποκαλυπτικά στο αίτημα του. Απλά βάζει τα διακριτά όρια της όντως υπαρξιακής πείνας από την θρησκευτική ιδιοτελή επαιτεία. Διαχωρίζει την αληθινή εσωτερική αναζήτηση από την θεαματική εξωτερική απόδειξη. Το ψευδές από το όντως αληθινό αίτημα της ανθρώπινης καρδιάς. Άλλο η αγάπη και άλλο η ανάγκη.
π. Λίβυος

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ο Γιατρός, η κηδεία και η εγχείρηση (συγκινητική ιστορία)

Μας στείλατε την παρακάτω ιστορία που είναι συγκινητική και μας διδάσκει πως δεν πρέπει να βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα…

Ένας γιατρός μπαίνει βιαστικός στο νοσοκομείο, αφού τον κάλεσαν για μια επείγουσα χειρουργική επέμβαση.




Απάντησε το συντομότερο δυνατό, άλλαξε ρούχα και πήγε κατευθείαν στην αίθουσα του χειρουργείου.

Πηγαίνοντας προς το χειρουργείο βρήκε τον πατέρα του παιδιού που θα χειρουργούσε στην αίθουσα αναμονής.

Μόλις είδε το γιατρό του φώναξε:
-«Γιατί έκανες τόση ώρα να έρθεις; Δεν ξέρεις, ότι η ζωή του γιου μου είναι σε κίνδυνο; Δεν έχεις καμιά αίσθηση ευθύνης;»

Ο γιατρός χαμογέλασε και είπε:
-«Συγνώμη, που δεν ήμουν στο νοσοκομείο, αλλά ήρθα όσο μπορούσα πιο γρήγορα αμέσως, όταν με κάλεσαν. Και τώρα ηρεμήστε για να κάνω και εγώ τη δουλειά μου».
- «Να ηρεμήσω; Αν ήταν ο γιος σας τώρα σ' εκείνο το δωμάτιο, θα ηρεμούσατε; Αν ο γιος σας πέθαινε τώρα, τι θα κάνατε;;», είπε ο πατέρας οργισμένος.

Ο γιατρός χαμογέλασε πάλι και είπε:
- «Θα σας έλεγα, ότι από τη σκόνη ερχόμαστε και στη σκόνη καταλήγουμε, ευλογημένο να είναι το όνομα του Κυρίου, προσευχηθείτε και θα κάνουμε το καλύτερο με τη βοήθεια του Θεού».
- «Να δίνουμε συμβουλές, όταν δεν μας αφορά κάτι, είναι εύκολο...», μουρμούρισε ο πατέρας.

Το χειρουργείο πήρε κάποιες ώρες. Μετά από αυτό, ο γιατρός βγήκε χαρούμενος.
- «Δόξα τω Θεώ, ο γιος σας σώθηκε», και χωρίς να περιμένει απάντηση από τον πατέρα, συνέχισε να περπατάει στο διάδρομο.
- «Αν έχετε κάποια ερώτηση, ρωτήστε τη νοσοκόμα».
- «Γιατί είναι τόσο αλαζόνας; Δεν μπορούσε να περιμένει λίγα λεπτά για να τον ρωτήσω για την κατάσταση του γιου μου;», ρώτησε τη νοσοκόμα λίγα λεπτά αφού έφυγε ο γιατρός.

Η νοσοκόμα απάντησε με δάκρυα στα μάτια:
- «Ο γιος του πέθανε χτες σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Όταν τον καλέσαμε για το γιο σας, ήταν στην κηδεία και τώρα που σώθηκε ο γιος σας έφυγε τρέχοντας για να ολοκληρωθεί η κηδεία»!!

πηγή: http://www.agioritikovima.gr/%CE%A0%CE%95%CE%A1%CE%99-%CE%96%CE%A9%CE%97%CE%A3/6500-o-giatros-i-kinteia-kai-i-egcheirii-ugkinitiki-itoria
Αναδημοσίευση: http://opougis.blogspot.gr/2012/05/blog-post_3866.html

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Ο τρίτος πετεινός-Πρόταση αξιοποίησης artfulthinking

Tο είδα στο ιστολόγιο της Ξανθής Αλμπανάκη, μου άρεσε (το λάτρεψα!!!!!!!) και το αναδημοσιεύω!!!!

Πίνακας του Ilya Glazunof "Ο Τίτος πετεινός"  

Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε το έτος 1990.
Από την ονομασία του ήδη καταλαβαίνουμε ότι ο πίνακας μας παραπέμπει στην άρνηση του Πέτρου και το τρίτο λάλημα του πετεινού που τον έκανε να συνειδητοποιήσει την πτώση του και να μετανοήσει: 'εξελθών έξω ο Πέτρος, έκλαυσε πικρώς"



Πώς όμως ο ζωγράφος μεταφέρει το λάλημα εκείνο στην εποχή μας

Εντοπίστε δυο τέτοια στοιχεία στον πίνακα που τον επικαιροποιεί
Βάλτε μία δική σας λεζάντα/τίτλο 
Τι είδους μήνυμα θέλει να στείλει ο καλλιτέχνης;  

Το ζήτημα της λήθης και της απαρνησης ιδεών, θεσμών ή προσώπων ή και του ίδιου του Θεού απασχολει εδώ και αιώνες τους ανθρώπους και τους ταλανίζει.
 Χρειάζεται μεγάλο σθένος για να κρατήσουμε την πίστη μας αλώβητη και τα ιδεώδη μας ανέγγιχτα. Η ιστορία έχει να  μας επιδείξει πολλά παραδείγματα δασκάλων που προδόθηκαν από τους μαθητές τους: Καταρχήν από το χώρο της μυθολογίας έχουμε τον Προμηθέα να προδίδει τους Τιτάνες, ο Σωκράτης προδόθηκε από τον μαθητή του Πλάτωνα και ο Παύλος από το χώρο του Χριστιανισμού πρόδωσε τους χριστιανομάχους και αρνήθηκε την προηγούμενη ζωή του ως Σαύλος.Το θέμα αυτό είναι πολύ προσφιλές από λογοτέχνες, ποιητές, μουσικούς, 'οπως στο τραγούδι που ακολουθεί: «Της άρνης το νερό». 
Αφού διαβάσετε την περικοπή Λκ.κβ, 54-71 ακούστε το συγκεκριμένο τραγούδι που πραγματεύεται την άρνηση και την προδοσία.
Βρείτε διαφορές και ομοιότητες σε όλες αυτές τις προδοσίες (παραδείγματα μαθητών που αρνήθηκαν το δάσκαλό τους, ανθρώπων που ξέχασαν αγαπημένα τους πρόσωπα από το χώρο της λογοτεχνίας, της μυθολογίας ή της θρησκείας).
                     

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Κυριακή Δ Νηστειών: Η δύναμη της πίστης

Το επεισόδιο που μας αφηγείται το σημερινό ανάγνωσμα από το Ευαγγέλιο του Μάρκου (9,17-31) τοποθετείται ευθύς μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος όπου μεταμορφώθηκε μπροστά σε τρεις από τους μαθητές του. Μετά τη δόξα της Μεταμορφώσεως συναντά ο Ιησούς την ανθρώπινη αθλιότητα σ’ όλη της την τραγική εκδήλωση: Ένας πονεμένος πατέρας παρακαλεί τον Ιησού να γιατρέψει το άρρωστο παιδί του, που οι μαθητές του προηγουμένως, οι υπόλοιποι δηλ. εννέα, στάθηκαν ανίσχυροι να το θεραπεύσουν. Βρίσκει λοιπόν ο Ιησούς μπροστά του από την μια μεριά την πονεμένη και πάσχουσα ανθρωπότητα, από την άλλη τους εκπροσώπους του που δεν μπορούν να βοηθήσουν. Και σαν να μη φθάνουν αυτά, βλέπει και τους γραμματείς, τους θεολόγους δηλ. του ιουδαϊσμού, να συζητούν με τους μαθητές και να προσπαθούν ίσως να κλονίσουν την πίστη τους στον Χριστό. Όλα αυτά θα κάνουν σε λίγο τον Ιησού να εκστομίσει την φράση «ω γενεά άπιστος, εώς πότε προς υμάς έσομαι;».
Δεν μένει όμως σ’ αυτό το ξέσπασμα της οργής, δεν κατακρίνει κανένα· προσφέρει την θεραπεία στον άρρωστο άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του και ο οποίος «παιδιόθεν» υφίσταται τις οδυνηρές συνέπειες της τρομερής αρρώστειας του. Πριν όμως κάνει το θαύμα, ρωτά τον πατέρα του νέου εάν μπορεί να πιστεύσει, γιατί τα πάντα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει. Και ο δυστυχής πατέρας με δάκρυα στα μάτια αφήνει να εκδηλωθεί η πάλη που γίνεται μέσα του λέγοντας: «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία». Ομολογεί την πίστη στην δύναμη του Μεσσία με τον οποίον συνομιλεί, συγχρόνως όμως αναγνωρίζει και την απιστία που τον συνδέει με όλη την αμαρτωλή γενεά του. Παλεύει μεταξύ πίστεως και απιστίας, μεταξύ της έντονης επιθυμίας του να παρουσιαστεί όσο γίνεται με περισσότερη πίστη και της ειλικρινούς διαπιστώσεως ότι η πίστη του αυτή είναι ελλιπής.
Κι’ ο Ιησούς προσφέρει τη θεραπεία. Δεν ήλθε για να καταδικάσει τους ανθρώπους που με τα έργα τους έγιναν υπόδουλοι στο κακό, στην φθορά και στον θάνατο, δεν ήλθε για να κατακρίνει, αλλά για να διακονήσει και να σώσει. Ο Σταυρός, με το προανάκρουσμα του οποίου τελειώνει η διήγησή μας, είναι το σύμβολο της διακονίας και της προσφοράς στην ανθρωπότητα.
Τα πρόσωπα της διηγήσεως υποχωρούν στο τέλος και χάνονται· εκείνο που θέλει να τονίσει ο ευαγγελιστής τελειώνοντας είναι η απάντηση του Ιησού στους μαθητές που ρώτησαν γιατί δεν μπόρεσαν αυτοί να θεραπεύσουν τον ασθενή: γιατί «τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία».
Πολλές είναι οι δαιμονικές εκδηλώσεις του κόσμου σε κάθε εποχή· κι’ αν ακόμη δεχθεί κανείς ότι οι αρρώστειες έχουν άλλη αιτία κι’ όχι την κατοχή των ανθρώπων από τους δαίμονες, μένουν τόσες άλλες πολυάριθμες εκδηλώσεις της ζωής που μαρτυρούν την υποταγή των ανθρώπων στην δύναμη του κακού, ώστε να προβάλλει επιτακτικό το αγωνιώδες ερώτημα: Γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να θεραπεύσει το κακό; Λείπει μήπως η πίστη, η προσευχή, η νηστεία;
Είμαστε πολλές φορές τόσο έτοιμοι να κατακρίνουμε, να επισημάνουμε τους ενόχους, να γενικεύσουμε. Ξεχνούμε ότι αυτό που δεν γίνεται στο σύνολο, γίνεται στις επιμέρους περιπτώσεις, στις οποίες συντρίβεται η δύναμη του κακού και αναδεικνύονται μορφές αγίων αγωνιστών και φωτεινών παραδειγμάτων πίστεως. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο εάν έχει η Εκκλησία την πίστη που απαιτείται για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από τα δαιμονικά δεσμά, αλλ’ εάν αυτοί μπορούν να πιστεύσουν. Ο Ιησούς, στη διήγησή μας, λέγει πρός τον πατέρα του άρρωστου νέου: «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Η πίστη κάνει κατορθωτά τα ακατόρθωτα, αυτά δηλ. που η ανθρώπινη λογική θεωρεί σαν τόσο σταθερά καθιερωμένα, ώστε η αλλαγή τους να φαίνεται αδύνατη· «μετακινεί βουνά», κατά την παροιμιακή έκφραση που χρησιμοποιεί ο Ιησούς σε άλλη περίπτωση· μεταμορφώνει την ανθρώπινη αθλιότητα σε δόξα.
Εκτός από την καταπληκτική αυτή δύναμη που εκλύεται από την πίστη, και σ’ ένα άλλο χαρακτηριστικό της μπορεί να μας οδηγήσει το σημερινό ανάγνωσμα: Η πίστη του πονεμένου πατέρα γίνεται αιτία θεραπείας του παιδιύ του· κι’ από την άλλη μεριά η έλλειψη δυνατής πίστεως στους μαθητές έχει σαν αποτέλεσμα να παραμένει το κακό και η ασθένεια στον κόσμο και να χαίρουν οι πολέμιοι του Χριστιανισμού για την αδυναμία του. Η πίστη λοιπόν υπερβαίνει τα όρια του πιστεύοντος ατόμου και αποβαίνει εστία σωτηρίας και για τον διπλανό μας, ή από την άλλη μεριά η απιστία έχει τις κοινωνικές προεκτάσεις της.
Τέλος, μπορεί η πίστη να ισχυροποιηθεί με την προσευχή και την νηστεία. Μ’ αυτά τα δύο διοχετεύεται η δύναμη του Θεού στον πιστεύοντα άνθρωπο, ώστε η πίστη του να γίνεται ολοένα και πιο ζωντανή και ως εκτούτου θαυματουργική μέσα στη κοινωνία.


(Ι. Δ. Καραβιδόπουλου, Οδός Ελπίδος, Αθήνα 1979 σ. 96-99).


Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Ο κουρέας και ο Θεός

Μια φορά πήγε ένας τύπος στο κουρείο για το καθιερωμένο κούρεμα και ξύρισμα.
Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση.
Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα...
Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του θεού, ο κουρέας αναφώνησε:
Δε πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.
Γιατί το λες αυτό; ρώτησε ο πελάτης. Και ο κουρέας είπε: Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο για να καταλάβεις γιατί ο Θεός δεν υπάρχει. Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι;
Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά;
Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε ούτε δυστυχία ούτε πόνος.
Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει και συμπονεί να επιτρέπει όλα αυτά που γίνονται.
Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε γιατί δεν ήθελε να χαλάσει τη συζήτηση.
Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.
Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο με μακρυά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ βρώμικος και απεριποίητος. Εκείνη τη στιγμή ο πελάτης γύρισε πίσω και ξαναμπήκε στο κουρείο.
Τότε είπε στον κουρέα:
Ξέρεις τι; Οι κουρείς δεν υπάρχουν!
Πως μπορείς να το λες αυτό;ρώτησε ο έκπληκτος κουρέας.
Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι είναι αυτά που λες;
Όχι!απάντησε ο πελάτης και εξήγησε: Οι κουρείς δεν υπάρχουν γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι και με μακρυά βρώμικα μαλλιά, όπως ο τύπος απ' έξω.
Μα... οι κουρείς όντως υπάρχουν! Αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν έρχονται σε μένα.
Ακριβώς! απάντησε ο πελάτης. Αυτό είναι το θέμα! Ο Θεός, επίσης Υπάρχει! Και αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε αυτόν και δεν αναζητούν σε αυτόν βοήθεια.
Γι' αυτό υπάρχει τόσος πόνος και δυστυχία στον κόσμο.

Πηγή:  athos.edo.gr

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Πώς πιστεύεις στον Θεό.... αφου δεν τον έχεις δεί...;





- Θα σας αποδείξω: αν υπάρχει Θεός, είναι κακός. Ο Θεός δημιούργησε όλα όσα υπάρχουν. Αν ο Θεός δημιούργησε τα πάντα, δημιούργησε και το κακό, που σημαίνει, ότι ο Θεός είναι το κακό.


- Συγγνώμη, δάσκαλε. Το κρύο υπάρχει;


- Τι είδους ερώτηση είναι αυτή; Και βέβαια υπάρχει. Έχετε κρυώσει ποτέ;


- Στην ουσία, το κρύο δεν υπάρχει. Σύμφωνα με το νόμο της φυσικής, αυτό, που εμείς θεωρούμε ως κρύο, ουσιαστικά είναι απουσία της θερμότητας. Δάσκαλε, υπάρχει το σκοτάδι;


- Και βέβαια υπάρχει.


- Κάνετε λάθος, κύριε. Ούτε το σκοτάδι υπάρχει. Το σκοτάδι στην πραγματικότητα είναι απουσία του φωτός. Εμείς μπορούμε να ερευνήσουμε το φως, όχι το σκοτάδι. Το κακό δεν υπάρχει. Είναι ακριβώς το ίδιο όπως και το σκοτάδι και το κρύο. Ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό. Το κακό είναι αποτέλεσμα όταν ο άνθρωπος δεν έχει την αγάπη του Θεού στην καρδιά του.
Τὸ γύρισμα τῆς γλώσσας στὰ ἑλληνικά εἶναι πρωτοβουλία τοῦ www.agiazoni.gr


Αλμπερτ Αϊνστάιν (1879 - 1955)


"A true story..."
Albert Einstein (1879-1955)


Και μια άλλη εκδοχή:

Ένας άθεος καθηγητής της φιλοσοφίας συζητά με έναν φοιτητή του για την σχέση μεταξύ επιστήμης και πίστης στον Θεό.

Καθηγητής: Λοιπόν, πιστεύεις στον Θεό;

Φοιτητής: Βεβαίως, κύριε.

Καθ.: Είναι καλός ο Θεός;

Φοιτ.: Φυσικά.

Καθ.: Είναι ο Θεός παντοδύναμος;

Φοιτ.: Ναι

Καθ.: Ο αδερφός μου πέθανε από καρκίνο παρότι παρακαλούσε τον Θεό να τον γιατρέψει και προσευχόταν σε Αυτόν. Οι περισσότεροι από εμάς θα προσπαθούσαν να βοηθήσουν αυτούς που έχουν την ανάγκη τους. Πού είναι η καλοσύνη του Θεού λοιπόν;

Φοιτ.: ..

Καθ.: Δεν μπορείς να απαντήσεις, έτσι δεν είναι; Ας ξαναρχίσουμε νεαρέ μου. Είναι καλός ο Θεός;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Είναι καλός ο διάβολος;

Φοιτ.: Όχι.

Καθ.: Ποιος δημιούργησε τον διάβολο;

Φοιτ.: ο.. .. Θεός..

Καθ.: Σωστά.. Πες μου παιδί μου, υπάρχει κακό σ’ αυτόν τον κόσμο;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Το κακό βρίσκεται παντού, έτσι δεν είναι; Και ο Θεός έπλασε τα πάντα, σωστά;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Άρα λοιπόν ποιος δημιούργησε το κακό;

Φοιτ.: …

Καθ.: Υπάρχουν αρρώστιες; Ανηθικότητα; Μίσος; Ασχήμια; Όλα αυτά τα τρομερά στοιχεία υπάρχουν σ’ αυτόν τον κόσμο, έτσι δεν είναι;

Φοιτ.: Μάλιστα.

Καθ..: Λοιπόν, ποιος τα δημιούργησε;

Φοιτ.: …

Καθ.: Η επιστήμη λέει ότι χρησιμοποιείς τις 5 αισθήσεις σου για να αναγνωρίζεις το περιβάλλον γύρω σου και να προσαρμόζεσαι σε αυτό. Πες μου παιδί μου, έχεις δει ποτέ τον Θεό;

Φοιτ.: Όχι, κύριε.

Καθ.: Έχεις ποτέ αγγίξει το Θεό; Έχεις ποτέ γευτεί το Θεό, μυρίσει το Θεό; Και τέλος πάντων, έχεις ποτέ αντιληφθεί με κάποια από τις αισθήσεις σου το Θεό;

Φοιτ..: …Όχι, κύριε. Φοβάμαι πως όχι.

Καθ.: Και παρόλα αυτά πιστεύεις ακόμα σε Αυτόν;

Φοιτ.: Ναι.

Καθ.: Σύμφωνα με εμπειρικό, ελεγχόμενο και με δυνατότητα μελέτης των αποτελεσμάτων ενός φαινομένου πρωτόκολλο, η επιστήμη υποστηρίζει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Τι έχεις να απαντήσεις σε αυτό, παιδί μου;

Φοιτ.: Τίποτα. Εγώ έχω μόνο την πίστη μου.

Καθ.: Ναι, η πίστη. Και αυτό είναι το πρόβλημα της επιστήμης.

Φοιτ: Κύριε καθηγητά, υπάρχει κάτι που το ονομάζουμε θερμότητα;

Καθ.: Ναι.

Φοιτ.: Και υπάρχει κάτι που το ονομάζουμε κρύο;

Καθ.: Ναι.

Φοιτ.: Όχι, κύριε. Δεν υπάρχει. Μπορεί να έχεις μεγάλη θερμότητα, ακόμα περισσότερη θερμότητα, υπερθερμότητα, καύσωνα, λίγη θερμότητα ή καθόλου θερμότητα. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται κρύο. Μπορεί να χτυπήσουμε 458 βαθμούς υπό το μηδέν, που σημαίνει καθόλου θερμότητα, αλλά δεν μπορούμε να πάμε πιο κάτω από αυτό. Δεν υπάρχει τίποτα που να ονομάζεται «κρύο». «Κρύο» είναι μόνο μια λέξη, που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την απουσία θερμότητας. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε το κρύο. Η θερμότητα είναι ενέργεια. Το κρύο δεν είναι το αντίθετο της θερμότητας, κύριε, είναι απλά η απουσία της.

Στην αίθουσα επικρατεί σιγή…

Φοιτ.: Σκεφτείτε το σκοτάδι, καθηγητά. Υπάρχει κάτι που να ονομάζουμε σκοτάδι;

Καθ.: Ναι, τι είναι η νύχτα αν δεν υπάρχει σκοτάδι;

Φοιτ.: Κάνετε και πάλι λάθος, κύριε καθηγητά. Το «σκοτάδι» είναι η απουσία κάποιου άλλου παράγοντα. Μπορεί να έχεις λιγοστό φως, κανονικό φως, λαμπερό φως, εκτυφλωτικό φως.. Αλλά, όταν δεν έχεις φως, δεν έχεις τίποτα και αυτό το ονομάζουμε σκοτάδι, έτσι δεν είναι; Στην πραγματικότητα το σκοτάδι απλά δεν υπάρχει. Αν υπήρχε θα μπορούσες να κάνεις το σκοτάδι σκοτεινότερο.

Καθ.: Που θέλεις να καταλήξεις με όλα αυτά, νεαρέ μου;

Φοιτ.: Κύριε, θέλω να καταλήξω ότι η φιλοσοφική σας σκέψη είναι ελαττωματική…

Καθ..: Ελαττωματική!; Μήπως μπορείς να μου εξηγήσεις γιατί;

Φοιτ.: Κύριε καθηγητά, σκέφτεστε μέσα στα όρια της δυαδικότητας. Υποστηρίζετε ότι υπάρχει η ζωή και μετά υπάρχει και ο θάνατος, ένας καλός Θεός και ένας κακός Θεός. Βλέπετε την έννοια του Θεού σαν κάτι τελικό, κάτι που μπορεί να μετρηθεί. Κύριε καθηγητά, η επιστήμη δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε κάτι τόσο απλό όπως την σκέψη. Χρησιμοποιεί την ηλεκτρική και μαγνητική ενέργεια, αλλά δεν έχει δει ποτέ, πόσο μάλλον να καταλάβει απόλυτα, αυτήν την ενέργεια. Το να βλέπεις το θάνατο σαν το αντίθετο της ζωής είναι σαν να αγνοείς το γεγονός ότι ο θάνατος δεν μπορεί να υπάρξει αυτόνομος. Ο θάνατος δεν είναι το αντίθετο της ζωής: είναι απλά η απουσία της. Τώρα πείτε μου κάτι, κύριε καθηγητά. Διδάσκετε στους φοιτητές σας ότι εξελίχτηκαν από μια μαϊμού;

Καθ.: Εάν αναφέρεσαι στην φυσική εξελικτική πορεία, τότε ναι, και βέβαια.

Φοιτ.: Έχετε ποτέ παρακολουθήσει με τα μάτια σας την εξέλιξη;

Καθ.: ..

Φοιτ.: Εφόσον κανένας δεν παρακολούθησε ποτέ την διαδικασία εξέλιξης επιτόπου και κανένας δεν μπορεί να αποδείξει ότι αυτή η διαδικασία δεν σταματά ποτέ, τότε διδάσκεται την προσωπική σας άποψη επί του θέματος. Τότε μήπως δεν είστε επιστήμονας, αλλά απλά ένας κήρυκας;

Καθ.: ..

Φοιτ.(προς την τάξη): Υπάρχει κάποιος στην τάξη που να έχει δει τον εγκέφαλο του κ.καθηγητή; Που να έχει ακούσει ή νιώσει ή ακουμπήσει ή μυρίσει τον εγκέφαλο του κ.καθηγητή; Κανένας. Άρα σύμφωνα με τους κανόνες του εμπειρικού, ελεγχόμενου και με δυνατότητα προβολής πρωτόκολλου, η επιστήμη μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχετε εγκέφαλο, κύριε. Και αφού είναι έτσι τα πράγματα, τότε, με όλο τον σεβασμό, πώς μπορούμε να εμπιστευτούμε αυτά που διδάσκετε, κύριε;

Καθ.: Μου φαίνεται ότι απλά θα πρέπει να στηριχτείς στην πίστη σου, παιδί μου.

Φοιτ.: Αυτό είναι, κύριε.. Ο σύνδεσμος μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού είναι η ΠΙΣΤΗ. Αυτή είναι που κινεί τα πράγματα και τα κρατάει ζωντανά..

Το όνομα του νεαρού φοιτητή ήταν ALBERT EINSTEIN.

Πηγή : ierosagon.org

Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Μας "κάλυψε" ο Θωμάς!

+ Στέργιου Ν. Σάκκου / pemptousia.gr

«Για μία και μοναδική φορά, η πίστη ήταν κακή και η απιστία ήταν καλή!».
Ρεαλιστική η εποχή μας δεν ανέχεται φαντασίες και παραμύθια, έχει καταργήσει τα ταμπού, δέχεται μόνο γεγονότα και δεδομένα. Έτσι θέλει. Καθετί που ξεφεύγει από τους νόμους της φύσεως αποτελεί σκάνδαλο και καθετί που δεν εξηγείται με τους νόμους της λογικής συνιστά μωρία. Και το πιό παράδοξο
πρόβλημα και η πιό ανεξήγητη ιστορία από όλα όσα συνέβησαν μέσα σ’ αυτό τον κόσμο και πάνω σ’ αυτή τη γη είναι χωρίς άλλο η ανάσταση του Χριστού. Πώς κάποιος που έζησε ως άνθρωπος και πέθανε ως θνητός, πώς ξαναπήρε τη ζωή, ξαναβρήκε το σώμα του, σηκώθηκε από τον τάφο και ζει; Πώς από τότε μέχρι τώρα και για πάντα απολαμβάνει, όχι μόνο με την ψυχή του αλλά και με το σώμα του άφθαρτο, μια ζωή που βέβαια δεν είναι η γνωστή μας ανθρώπινη ζωή, είναι όμως ζωή και μάλιστα ανώτερη και ωραιότερη;

Τούτο το ερώτημα δίκαια, πράγματι, μπορεί να τυραννά κάθε εποχή τον κάθε άνθρωπο, όταν για πρώτη φορά το αντιμετωπίζει σαν ένα πρωτάκουστο νέο, σαν ένα πρωτόφαντο θαύμα, που αξιώνει ότι αποτελεί ευαγγέλιο, που παρουσιάζεται να δείχνει Θεό. Διότι ποιά άλλη αγγελία είναι πιό ευχάριστη από το ότι οι νεκροί μπορούν να αναστηθούν με τα σώματά τους; Και ποιά άλλη απόδειξη φανερώνει πιό καλά τη θεότητα από το ότι κάποιος μπορεί να αναστηθεί από τους νεκρούς; Αν ήταν δυνατόν να συγκεντρώναμε όλους τους απροκατάληπτους ανθρώπους της γης και των αιώνων, τους απλοϊκούς αλλά και τους σοφούς, τους ανίδεους αλλά και τους ιστορικούς, όλους μαζί σ’ έναν τόπο μπροστά στον αναστημένο Χριστό, και τους δίναμε τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απορίες τους, θα βλέπαμε πως όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, θα σήκωναν το χέρι με ανυπομονησία και λαχτάρα να ρωτήσουν: Πώς έγινε αυτό; Κι ακόμη, θα ζητούσαν όχι μόνο να ρωτήσουν αλλά και να πλησιάσουν, να δουν από κοντά και να αγγίξουν Αυτόν που αναστήθηκε, για να πιστέψουν.

Δεν είναι αφύσικο αυτό ούτε ασέβεια είναι. Κι ο Κύριός μας, ο οποίος γνωρίζει πως λειτουργεί ο άνθρωπος, καταλαβαίνει την ανάγκη μας και φρόντισε να μας την ικανοποιήσει. Ήθελε, εξάλλου, να ασφαλίσει το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεώς του από κάθε προσβολή και επίθεση μέσα στην ιστορία, ώστε να μένει πραγματικό και βέβαιο για τους τίμιους ερευνητές της αλήθειας. Γι’ αυτό έκανε τη συγκέντρωση που υποθέτουμε, μάζεψε μπροστά του τους απίστους και επιφυλακτικούς, τους ανύποπτους και φοβισμένους και δέχθηκε τις αντιρρήσεις τους. Ξέρετε ποιός σήκωσε πρώτος το χέρι να ρωτήσει; Ποιός με περισσότερη αυθάδεια και με μεγαλύτερη επιμονή ζήτησε να πεισθεί; Ο Θωμάς, «εις εκ των δώδεκα, ο λεγόμενος Δίδυμος» (Ιω 20,24), που έμεινε γνωστός ως ο άπιστος Θωμάς. Σαν να τον ακούμε, καθώς μας τα διηγείται ο ευαγγελιστής Ιωάννης, να υψώνει τη φωνή του ανάμεσα στους άλλους, που του μαρτυρούν την εμφάνιση του αναστημένου Χριστού, και να δηλώνει απερίφραστα· «Εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού, ου μη πιστεύσω» (Ιω 20,25).

Θαυμάζει κανείς, την απαίτηση του Θωμά. Δεν του αρκεί που ακούει με τα αυτιά του τόσους μάρτυρες να τον βεβαιώνουν ότι αναστήθηκε ο Διδάσκαλος. Δεν ικανοποιείται να δει με τα μάτια του τον Εσταυρωμένο ζωντανό. Θέλει να αγγίξει και με τα χέρια του το σώμα του Αναστημένου· ακόμη περισσότερο, να ψηλαφήσει με τα δάχτυλά του τις πληγές του Ιησού και περισσότερο ακόμη, να πιάσει με την παλάμη του ολόκληρη την τραυματισμένη του πλευρά! Ακοή, όραση, αφή, οι αισθήσεις του όλες απαιτούν να λάβουν πείρα του γεγονότος, και μάλιστα με τον πιό ολοκληρωμένο τρόπο. Υπάρχει άραγε, ύστερα από αυτή τη διατύπωση του Θωμά, κάποια άλλη μεγαλύτερη απαίτηση; Όλα όσα θα ήθελαν να πουν και όσα είπαν μέσα στους αιώνες οι άνθρωποι για να ανακρίνουν την Ανάσταση, πρόλαβε και τα είπε πρώτος ο μαθητής. Μας «κάλυψε» όλους ο Θωμάς. Δεν χρειάζεται πια να σηκώσει κανένας άλλος το χέρι. Χρειάζεται μόνο να ακούσουμε την απάντηση και να δούμε αν ο Θωμάς επιτέλους πείσθηκε.

Ο Κύριος δεν μπορούσε βέβαια να μένει διαρκώς στη συχνότητά μας και να εμφανίζει συνεχώς τον εαυτό του στους ανθρώπους· η Ανάσταση θα καταντούσε ένα φτηνό θέαμα και το αποτέλεσμα θα ήταν ένας πρόχειρος εντυπωσιασμός. Έχοντας κοντά του τους έντεκα μαθητές του ήταν σαν να είχε συγχρόνως όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων. Τους άφησε να εκφράσουν τις αντιρρήσεις τους. Τους προκάλεσε να ζητήσουν αποδείξεις. Δεν τους επιτίμησε για απιστία ούτε απαξίωσε να τους απαντήσει. Φρόντισε να μη μείνει κανένα κενό, όπου θα μπορούσε να εισδύσει η αμφισβήτηση. Πρόσεξε να καλυφθεί κάθε περιθώριο, όπου θα εμφιλοχωρούσε η άρνηση. Εκείνη τη στιγμή προηγούνταν η ιστορία, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε η πίστη. Για μία και μοναδική φορά, τότε, η πίστη ήταν κακή και η απιστία ήταν καλή, όπως επισημαίνουν οι πατέρες και όπως ψάλλει η Εκκλησία μας στον Εσπερινό του Σαββάτου της Διακαι¬νησίμου:

«Ω καλή απιστία του Θωμά! των πιστών τας καρδίας εις επίγνωσιν ήξε».

Η απάντηση του Κυρίου στον Θωμά ήταν εξίσου θαυμαστή όσο θαυμαστή υπήρξε η απαίτηση του μαθητή. Στράφηκε πρόσωπο προς πρόσωπο στον Θωμά και του είπε· «Φέρε τον δάχτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρα σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιω 20,27). Δέχθηκε να ψηλαφηθεί, ανέχθηκε να παλαμισθεί, για να γίνει ο μαθητής πιστός. Ριγούμε σήμερα οι χριστιανοί, όταν αναλογιζόμαστε αυτή τη σκηνή. Εκείνο το «φέρε και ίδε» κι εκείνο το «φέρε και βάλε» του Ιησού ηχεί μέσα μας μυσταγωγικά σαν ένα άλλο «Λάβετε, φάγετε», «Πίετε εξ αυτού» (Μθ 26,26.27). Ο Ιησούς προσφέρει τον εαυτό του σε μία κοινωνία του πάθους και της Αναστάσεώς του. Αγγίζοντας ο μαθητής με το δάχτυλο τις πληγές του Χριστού, πιάνει το θάνατο του και ακουμπώντας το χέρι στις ουλές του κρατά την Ανάστασή του.

Από τα προστακτικά λόγια του Κυρίου και από το ρήμα «φέρε» φαίνεται ότι ο Θωμάς δεν ήθελε πια να ψηλαφήσει τον Κύριο, και ο Κύριος τον πιέζει· θέλει να πιστώσει την Ανάστασή του και μ’ αυτόν τον χειροπιαστό τρόπο. Η φοβερή ψηλάφηση, όπως εικονίζουν και οι αγιογράφοι της Εκκλησίας μας στους τοίχους των ναών, πρέπει τελικά να έγινε. Αλλά ο Κύριος επέτρεψε από τότε να γίνεται κάτι ακόμη μεγαλύτερο κι από εκείνη την ψηλάφηση, μας έδωσε κάτι ακόμη περισσότερο από εκείνο το αίτημα, που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να το φαντασθούμε ούτε θα τολμούσαμε ποτέ να το ζητήσουμε. Μας πρόσφερε τον εαυτό του όχι απλώς να τον αγγίζουμε, αλλά να τον τρώμε, να τον πίνουμε, να τον αφομοιώνουμε μέσα μας με τη χάρη του μυστηρίου και να βιώνουμε πάνω στον ίδιο τον εαυτό μας την Ανάσταση με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος. Έτσι, ικανοποίησε πλήρως όλες τις αισθήσεις μας, αφού μπορούμε και να γευόμαστε τώρα τον αναστημένο Χριστό.

Ύστερα από τέτοιες μαρτυρίες μπορούν να υπάρχουν ακόμη άπιστοι; Ο λόγος του Κυρίου «και μη γίνου άπιστος, αλλά πιστός» (Ιω 20,27) υπαινίσσεται ότι ήταν δυνατόν ο Θωμάς, και ύστερα από όλα αυτά, να μη θελήσει να πιστέψει. Η ιστορία φανερώνει ότι αυτό συμβαίνει πολύ συχνά. Εντούτοις, δεν μπορεί πια κανείς να κατηγορήσει το γεγονός. Όποιος αμφιβάλλει ας αναζητήσει την αιτία στον εαυτό του. Η Ανάσταση υπάρχει και λάμπει αναμφισβήτητη. Όσοι δεν πιστεύουν, δεν έχουν επιχειρήματα και χάνονται στο σκοτάδι. Καταφεύγουν αυτοί σε μύθους και πλάθουν θεωρίες και υποθέσεις ανιστόρητες. Η εποχή μας νομίζει ότι είναι ρεαλιστική. Ή μάλλον είναι ρεαλιστική στα πάθη και στις κακίες της· σ’ αυτά είναι ωμή μέχρι αγριότητας, σκληρή μέχρι απανθρωπιάς. Αλλιώς, αρέσκεται στα παραμύθια, στις φαντασίες, στα ξωτικά. Την ελκύει περισσότερο ο κόσμος του μη πραγματικού, τη φοβίζει το αληθινό, και προπαντός όταν αυτό δείχνει το πρόσωπο του Θεού ή το δικό της. Γι’ αυτό η Ανάσταση, το πιό βεβαιωμένο πράγμα στον κόσμο, που φανερώνει ποιός είναι ο αληθινός Θεός και ποιός ο άθλιος άνθρωπος, δύσκολα γίνεται δεκτή. Προκαλεί τη λογική μας, προκαλεί τη ρεαλιστική εποχή μας αλλά και μας προσκαλεί. Όσοι τολμούμε μπορούμε σίγουρα να την ψηλαφήσουμε και να τη ζήσουμε μέσα στην Εκκλησία, η οποία συνεχίζει τη ζωή του αναστημένου Χριστού.

(+ Στέργιου Ν. Σάκκου, Ομ. Καθηγητού Παν/μίου, «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», εκδ. Χριστιανική Ελπίς, Θεσ/νίκη 2007)

Θεολογική ερμηνεία της εικόνας της Ψηλαφήσεως του Θωμά


apfilipposgrammatikous.blogspot.com
Η εικόνα με την ανορθόγραφη επιγραφή Η ΨΥΛΑΦΙΣΙΣ ΤΟΥ ΘΩΜΑ ανήκει στο Δωδεκάορτο της Ι. Μονής Σταυρονικήτα του Αγίου Όρους και είναι έργο κρητικού Θεοφάνη (16 ος αι.). Στην παράσταση δεσπόζει η μορφή του Χριστού. Φορεί κόκκινο χιτώνα και σκούρο ιμάτιο που ανοίγουν το χρώμα του οι πλούσιες χρυσοκοντυλιές. 
Η στάση του αναστάντος Κυρίου διευκολύνει την ψηλάφηση του Θωμά. Κάμπτει προς τα δεξιά του
με το ένα χέρι ανασηκωμένο για να φανεί το σημάδι του καρφιού και το άλλο στηριγμένο στην πληγωμένη πλευρά του. Στέκει στο πάνω σκαλί μιας χαμηλής σκάλας έχοντας πίσω του κλειστή την πόρτα ενός κτηρίου (είναι το δώμα όπου ήταν συγκεντρωμένοι μαθητές) που έχει χαμηλό τρούλο. 
Ένα κόκκινο παραπέτασμα είναι ριγμένο στις στέγες του. Δεξιά και αριστερά του κεντρικού κτηρίου διακρίνονται δύο μικρότερα- επάλξεις των τειχών της Ιερουσαλήμ. Τον Κύριο περιβάλλουν οι μαθητές. 
Χωρισμένοι σε δύο ημιχόρια παρακολουθούν έκπληκτοι τα γινόμενα. Με βλέμματα καρφωμένα σε διάφορες κατευθύνσεις, με εκφράσεις στοχαστικές και απορημένες, παλάμες ανοιγμένες και χέρια δεητικά-όλα για να μεταφέρουν τον προσκυνητή σιμά τους. Να ζήσει την αιφνίδια φανέρωση του Διδασκάλου, να βεβαιωθεί για την Ανάσταση και να ψελλίσει με το Θωμά: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου».
Στον πρώτο όμιλο των μαθητών - το αριστερό - προεξάρχει ο Θωμάς και στο δεξί ο Πέτρος. Ο πρώτος φορεί βαθυγάλαζο χιτώνα με το διακριτικό «σημείο» στο δεξιό βραχίονα (το είχαν στον χιτώνα τους οι Ρωμαίοι συγκλητικοί) και κόκκινο ιμάτιο. 
Το αριστερό του χέρι είναι σε σχήμα προσευχής και το άλλο έχει ακουμπισμένο το δάκτυλό του στην ανοικτή και λογχισμένη πλευρά του Κυρίου. Σε αντίθεση με τις ήρεμες φιγούρες των άλλων μαθητών, η δική του έχει κινητικότητα. 
Τη δείχνουν τα πόδια του και το πτυχωμένο ιμάτιό του. Σπεύδει να επιβεβαιωθεί γι αυτό που βλέπει και ακούει. Το βλέμμα του καρφωμένο στον Κύριο και το δάκτυλό του ακουμπισμένο στη θεϊκή σάρκα για να επικουρήσει την αυτοψία. « Τολμηρῶς ἐψηλάφησε τήν πλευράν , τήν τῷ θεί ῳ πυρί ἀπαστράπτουσαν ».
Η εικόνα μας, κλειστή στη σύνθεση, χωρίς δηλαδή προεκτάσεις φανερές ή αφανείς, άριστα ζυγισμένη, με τα φωτεινά της χρώματα και τα ήρεμα πρόσωπα, πιστοποιεί με το δικό της τρόπο την αλήθεια της Αναστάσεως. « Χαρᾶς τά πάντα πεπλήρωται , τῆς Ἀναστάσεως τήν πεῖραν εἰληφότα »

Μακάρι να είχαμε την καλή απιστία του αποστόλου Θωμά!!!

Η εκκλησία μας την απιστία του Θωμά σε ένα τροπάριό της την ονομάζει καλή. Δικαιολογημένα κάποιος θα διερωτηθεί, υπάρχει άραγε καλή και κακή απιστία; Φαίνεται ότι υπάρχει, αφού ό,τι το ανθρώπινο δεν είναι αμιγώς καλό ή κακό. Σε έναν με καθαρή συνείδηση, καθαρή καρδιά και ταπεινό λογισμό όλα είναι ξεκάθαρα. Σε έναν που έχει μολυνθεί από τον ιό της απιστίας όλα είναι σκοτεινά και ταραγμένα. Μακάρι να είχαμε την καλή απιστία του αποστόλου Θωμά. Θα λέγαμε ότι η αμφιβολία, ο δισταγμός και η ολιγοπιστία είναι φυσιολογικά σε έναν άνθρωπο που αναζητά τον Θεό μόνο με τον νου του. Οι απόστολοι του Χριστού τον παρακαλούν να τους προσθέσει πίστη στην υπάρχουσα πίστη τους. Η απιστία όμως είναι πνευματικό νόσημα σοβαρό. Η πίστη είναι υπέρλογη και η απιστία παράλογη. Η απιστία συχνά πυκνά προέρχεται από επιπολαιότητα, από ρηχότητα σκέψεως, από άστατο βίο και μπερδεμένη συνείδηση. Η περίπτωση του Θωμά, που απουσίαζε κατά την εμφάνιση του Αναστημένου Χριστού στους συμμαθητές του, είναι χαρακτηριστική. Είναι γεγονός ότι ο Θωμάς αμφιβάλλει, δεν απιστεί όμως, αλλά ζητά τεκμήρια για τη βεβαίωση της πίστεώς του. Ο γνωστός για τον ενθουσιασμό του και από άλλες περιπτώσεις Θωμάς δεν είναι ένας σκεπτικιστής απομονωμένος και μειονεκτικός. Τολμά, αναζητά, ενισχύει, ψάχνει.
    Ζητά την αλήθεια, μια άμεση επαφή μαζί τους. Ο Χριστός δεν δυσκολεύεται να του την προσφέρει. Ξανάρχεται να τον συναντήσει. Ξανάρχεται και για τον καθένα μας. Η πίστη αρκετών χριστιανών, μερικές φορές, είναι νερόβραστη, πιο ψυχρή και από την απιστία. Την έχουμε την πίστη ως πανοπλία και καλή αμφίεση για να χτυπάμε, να μη μας χτυπούν, να μας εκτιμούν, να μας θαυμάζουν και να μας προσέχουν. Δεν τολμάμε ποτέ να ψάξουμε βαθύτερα τη νομιζόμενη πίστη μας, δε θέλουμε επ’ ουδενί να την αμφισβητήσουμε μη και εκτεθούμε. Η θερμή πίστη δίνει πνευματική υγεία, ισορροπία, στηριγμό, ενδυνάμωση, ελπίδα και εμπιστοσύνη στον Θεό. Μερικές φορές, ας μη φοβηθούμε να το ομολογήσουμε, η πίστη μας έχει αρκετά στοιχεία μυστικής εγωπάθειας και νοσηρής συναισθηματικότητας. Φθάνει μάλιστα μια λανθασμένη πίστη σε έναν αντικοινωνικό σκεπτικισμό, που προσφέρει ένα αρκετά κακό παράδειγμα στους άλλους. Αναζητώντας τον Θεό και βλέποντας εμάς έτσι, κάνουν πίσω. Ο Θωμάς δεν ήταν σίγουρα κακόπιστος ούτε ευκολόπιστος. Ήταν ειλικρινής, ντόμπρος, γνήσιος, ατόφιος, τίμιος και αληθινός. Ήταν αυτός που ήταν. Η καλή του απιστία έκανε τον Χριστό να ξανάλθει γι’ αυτόν. Ο Χριστός τού προσφέρθηκε για την ειλικρίνειά του. Δεν τον επετίμησε, που ζήτησε να τον δει, να τον ψηλαφίσει. Όμως τελικά μακάρισε και ευλόγησε αυτούς που δε θα δουν και θα πιστέψουν. Η απιστία φυσικά είναι ελεύθερη επιλογή του καθενός. Η απιστία λέει πως βασίζεται μόνο σε ό,τι βλέπει και πιάνει και κατανοεί η λογική. Αυτό είναι ένας εξαναγκασμός και μια ευκολία κουραστική. Η πίστη θα λέγαμε είναι μια δυσκολία, επικινδυνότητα, ρίσκο και τόλμη. Γι’ αυτό μακαρίζει αυτούς που πιστεύουν δίχως χειροπιαστές αποδείξεις. Η πιο δυνατή απόδειξη είναι η βεβαίωση της καρδιάς μας. Ο δυσκολόπιστος Θωμάς είναι αδελφός μας, είναι αδύναμος, αλλά καλοπροαίρετος σίγουρα.
     Στο Άγιον Όρος την ημέρα αυτή έχουμε σε όλες τις μονές αγρυπνία, γιατί τέτοια μέρα απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό. Όπως πληροφορούμεθα, ο κόσμος κατά τις εορτές του Πάσχα ήταν περισσότερος από άλλοτε στις εκκλησίες. Αυτό σημαίνει ότι η πίστη δεν έσβησε. Μπορεί όμως να γίνει βαθύτερη και θερμότερη. Ο Θωμάς δεν είναι των απίστων αλλά των δυσπίστων, των ολιγοπίστων και τελικά των πιστών. Η καλή του απιστία ας μας προβληματίσει γόνιμα.

Πηγή/Αναδημοσίευση: http://www.inagiounikolaoutouneou.gr/apps/gr/spag/3_1334820604.html

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Εσταυρωμένε Χριστέ μας...


"Εσταυρωμένε Χριστέ μας,
το τσουχτερό κρύο που ένιωθες πάνω στο Σταυρό
δεν ήταν από τον αγέρα.


Aυτό Εσύ, ήξερες να το αντέχεις.
Ήταν από τις παγωμένες μας καρδιές.

Δεν ήταν τα ραπίσματα, ούτε οι μαστιγώσεις
που πονούσαν το λυγισμένο σου κορμί.
Αλλά το μίσος το ανθρώπινο Σου έσκιζε την καρδιά.
Το μίσος, που μετέτρεψε τα βάγια σε καρφιά.

Το δάκρυ που κύλησε από τα πάναγνα μάγουλά σου
Δεν ήταν από τις κακουχίες του σώματός Σου.
Ήταν από τη θέρμη της παράκλησής Σου να συγχωρεθούμε.

Γιατί, Εσύ, όση δύναμη είχες,
την είχες κάνει βέλος προς τον Ουρανό
σʼ εκείνο το «άφες αυτοίς ...;»

Νερό μας ζήτησες, όχι επειδή διψούσες τόσο.
Αλλά για να μας δώσεις μιαν ευκαιρία, δροσίζοντάς Σε,
να συνέλθουμε, να έρθουμε σε συναίσθηση
και να Σε νιώσουμε- έστω- σαν έναν άνθρωπο που διψά.

Ούτε αυτό δεν καταφέραμε!
Να Σε δούμε σαν έναν ασήμαντο συνάνθρωπό μας!.. "

Από το μυθιστόρημα
«Κάποιος να με νοιάζεται!»
(Σ. Κουβανίδου-Εκδ. Αρμός) 
Αναδημοσίευση από: http://odevontas.blogspot.com/
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...