Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διάφορα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Τα μπισκότα και ο χρόνος που δεν γυρίζει πίσω...

Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα.
Κάθισε σε μια πολυθρόνα, στην αίθουσα VIP του αερολιμένα, για να διαβάσει με ησυχία. Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα, άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.
Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα.  Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε:
“Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε!”
Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα.
Αυτό την εξαγρίωνε αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή.
Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο, σκέφτηκε:
“Ααα… Τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα;
Τότε, ο άνδρας, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό. Ααα! Αυτό ήταν πάρα πολύ..  Ήταν πολύ πάρα πολύ θυμωμένη τώρα!
Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματά της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης. Όταν κάθισε στο κάθισμά της, μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και, προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!
Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη!! Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος
Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της.
Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μ’ αυτήν, χωρίς κανένα συναίσθημα θυμού ή πίκρας.
… ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μ’ αυτόν.  Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει… ούτε να ζητήσει συγγνώμη..
Υπάρχουν 4 πράγματα που δεν μπορείτε να ανακτήσετε:
Η πέτρα…               … αφού ριχθεί!
Η λέξη……              … αφού ειπωθεί!
Η ευκαιρία…          … αφού χαθεί!
Ο χρόνος…           … αφού περάσει!

Πηγή/Αναδημοσίευση: http://antikleidi.wordpress.com/2011/08/29/cookiestime/

Οι μεταλλωρύχοι του Χόρχε Μπουκάι

Έξι μεταλλωρύχοι εργάζονται σε μια πολύ βαθιά σήραγγα και βγάζουν ορυκτά από τα έγκατα της γης. Ξαφνικά, μια κατολίσθηση φράζει την έξοδο της σήραγγας και τους απομονώνει από τον έξω κόσμο. Μόλις γίνεται αυτό, με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να πουν λέξη, εκτιμούν την κατάσταση. Είναι όλοι τους πολύ έμπειροι και καταλαβαίνουν αμέσως πως το μεγάλο πρόβλημα θα είναι το οξυγόνο. Αν κάνουν ό,τι πρέπει, τους μένουν τρεις, το πολύ τρεισήμισι ώρες αέρα.
Ο κόσμος απέξω ξέρει πως είναι εκεί εγκλωβισμένοι, μια τέτοια κατολίσθηση όμως σημαίνει ότι θα πρέπει να ανοίξουν τη σήραγγα από την αρχή για να κατέβουν να τους βρουν. Θα προφτάσουν πριν τους τελειώσει ο αέρας;
Οι έμπειροι μεταλλωρύχοι αποφασίζουν πως πρέπει να εξοικονομήσουν όσο γίνεται περισσότερο οξυγόνο.
Συμφωνούν να κάνουν την ελάχιστη δυνατή σωματική δαπάνη. Σβήνουν τις λάμπες που κρατούν και ξαπλώνουν στο πάτωμα χωρίς να μιλάνε.
Βουβοί λόγω της κατάστασης και ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, είναι δύσκολο να υπολογίσουν το πέρασμα του χρόνου. Συμπτωματικά, ένας μόνο έχει ρολόι. Σ’ αυτόν λοιπόν απευθύνονται όλες οι ερωτήσεις: Πόση ώρα πέρασε; Πόση απομένει; Και τώρα;
Ο χρόνος αρχίζει να μακραίνει, τα δύο λεπτά τους φαίνονται μία ώρα. Η απελπισία πριν από κάθε απάντηση κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ένταση που νιώθουν. Ο επικεφαλής των μεταλλωρύχων συνειδητοποιεί πως αν συνεχίσουν έτσι, η αγωνία θα τους κάνει να αναπνέουν πιο γρήγορα κι αυτό μπορεί να τους σκοτώσει. Διατάζει, λοιπόν, εκείνον που έχει το ρολόι να ελέγχει, εκείνος μόνο, το πέρασμα της ώρας. Κανένας πλέον δεν θα κάνει ερωτήσεις, θα τους ενημερώνει εκείνος κάθε μισή ώρα.
Αυτός, εκτελώντας τη διαταγή, παρακολουθεί το ρολόι του. Και μόλις περνάει η πρώτη μισή ώρα, λέει «πέρασε μισή ώρα». Ένα μουρμουρητό ακούγεται… Η αγωνία τους πλανιέται στον αέρα.
Ο κάτοχος του ρολογιού καταλαβαίνει πως, όσο περνάει η ώρα, θα είναι όλο και πιο φοβερό να τους ανακοινώνει ότι πλησιάζει το τελευταίο λεπτό. Χωρίς να το συζητήσει με κανέναν, αποφασίζει πως δεν τους αξίζει να βασανίζονται μέχρι να πεθάνουν. Έτσι, την επόμενη φορά που τους ανακοινώνει τη μισή ώρα, έχουν στην πραγματικότητα περάσει 45 λεπτά.
Δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν τη διαφορά, κι έτσι δεν αμφιβάλλει κανείς.
Αφού βλέπει ότι πέτυχε το τέχνασμα, την τρίτη ενημέρωση την κάνει μία ώρα μετά. Τους λέει: «πέρασε άλλη μισή ώρα…» Και οι πέντε πείθονται ότι έχουν περάσει παγιδευμένοι, συνολικά, μιάμιση ώρα, και σκέφτονται μάλιστα πόσο μακρύς τους φαίνεται ο χρόνος.
Έτσι συνεχίζει αυτός με το ρολόι, κάθε μία ολόκληρη ώρα να τους ενημερώνει πως έχει περάσει μόνο μισή.
Στο μεταξύ, η ομάδα που επιχειρεί το έργο της διάσωσης ξέρει σε ποιον θάλαμο έχουν παγιδευτεί, και ξέρουν, επίσης, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν εκεί πριν περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες.
Φτάνουν, τελικά, μετά από τεσσερισήμισι ώρες. Το πιθανότερο είναι να βρουν τους έξι μεταλλωρύχους νεκρούς. Βρίσκουν ζωντανούς τους πέντε. Ένας πέθανε από ασφυξία… Εκείνος που είχε το ρολόι.

Να τι δύναμη έχουν οι πεποιθήσεις στη ζωή μας. Να τι μπορούν να μας κάνουν οι εξαρτήσεις μας.
Κάθε φορά που κατασκευάζουμε τη βεβαιότητα ότι κάτι ανεπανόρθωτα καταστρεπτικό θα μας συμβεί —κι ας μην ξέρουμε πώς (ή και ξέροντάς το)—, αυτό που στην ουσία κάνουμε είναι ότι προκαλούμε, πάμε γυρεύοντας, βοηθάμε και σίγουρα δεν κάνουμε το παραμικρό για να μη μας συμβεί στ’ αλήθεια κάτι (έστω και λίγο) από το κακό που είχαμε προβλέψει.
Παρεμπιπτόντως, (όπως στην ιστορία), ο μηχανισμός λειτουργεί και αντίστροφα:
Όταν νομίζουμε, ή μάλλον έχουμε την πεποίθηση, ότι με κάποιον τρόπο μπορούμε να πάμε μπροστά, οι πιθανότητες να προχωρήσουμε πολλαπλασιάζονται.
Είναι φανερό πως αν η ομάδα διάσωσης είχε κάνει 12 ώρες να φτάσει, δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν ότι θα έβρισκαν ζωντανούς τους μεταλλωρύχους. Δεν λέω πως από μόνη της η θετική στάση είναι ικανή να αποτρέψει το μοιραίο ή να αποφύγει μια τραγωδία. Αυτό που λέω είναι ότι, οι πεποιθήσεις αυτο-υποτίμησης καθορίζουν χωρίς αμφιβολία τον τρόπο που ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες."

Του Χόρχε Μπουκάι

Οι φίλοι κι ο Παράδεισος

Κάποτε ένας άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του περπατούσαν σε ένα δάσος.
Καθώς περνούσαν κάτω από ένα δένδρο έπεσε ένας κεραυνός και τους έκανε στάχτη!
Ομως ο άνδρας δεν κατάλαβε ότι είχε εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο και συνέχισε την πορεία του μαζί με τα δύο του ζώα. (Κάποιες φορές περνάει κάποιος χρόνος μέχρι να συνειδητοποιήσουν οι νεκροί την καινούργια κατάσταση)

. Ο δρόμος ήταν πολύ μακρύς και ανέβαιναν σε ένα λόφο.
Ο ήλιος ήταν πολύ δυνατός και αυτοί ίδρωναν και διψούσαν.
Σε μια στροφή του δρόμου είδαν μια πανέμορφη μαρμάρινη πύλη, που οδηγούσε σε μια πλατεία στρωμένη με πλάκες από χρυσάφι.
Ο διαβάτης κατευθύνθηκε προς τον άνθρωπο που φύλαγε την είσοδο.
- «Καλημέρα», είπε.
- «Καλημέρα», απάντησε ο φύλακας.
- «Πώς λέγεται αυτό το τόσο όμορφο μέρος;».
- «Εδω που ήρθες είναι ο Παράδεισος».
- «Τι καλά που φτάσαμε στον παράδεισο, γιατί διψάμε».Είπε ο άνδρας.
- «Μπορείτε, κύριε, να μπείτε και να πιείτε όσο νερό θέλετε», είπε ο φύλακας και του έδειξε την πηγή.
- «Το άλογο και ο σκύλος μου διψούν επίσης».
- «Λυπάμαι πολύ», είπε ο φύλακας, «αλλά εδώ απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα».
Ο άνδρας αρνήθηκε με μεγάλη δυσκολία, μια και διψούσε πολύ, αλλά δεν ήθελε να πιει μόνο αυτός.Ο σκύλος και το άλογό του ήταν στην ίδια κατάσταση με αυτόν.

Έτσι.... ευχαρίστησε τον φύλακα και συνέχισε την πορεία του.
Αφού περπάτούσαν αρκετή ώρα στον ανηφορικό δρόμο, εξαντλημένοι πλέον και οι τρεις έφτασαν σε ένα άλλο μέρος. Η  είσοδός του  ξεχώριζε από μια παλιά πόρτα περικυκλωμένη από δέντρα. Στη σκιά ενός δέντρου καθόταν ένας άνδρας και είχε το κεφάλι του καλυμμένο με ένα καπέλο.
- «Καλημέρα», είπε ο διαβάτης. 

Ο άνδρας έγνεψε ως απάντηση με το κεφάλι του.
- «Διψάμε πολύ το άλογό μου, ο σκύλος μου κι εγώ».
- «Υπάρχει πηγή ανάμεσα σε εκείνα τα βράχια», είπε ο άνδρας δείχνοντας το μέρος. Μπορείτε να πιείτε όσο νερό θέλετε.
Ο άνδρας, το άλογο και ο σκύλος του πήγαν στην πηγή και έσβησαν τη δίψα τους. Ο διαβάτης γύρισε πίσω να ευχαριστήσει τον άνδρα.
- «Μπορείτε να ξανάρθετε όποτε θέλετε», του απάντησε εκείνος.
- «Επί τη ευκαιρία, πώς ονομάζεται αυτό το μέρος;», ρώτησε ο άνδρας.
- «Παράδεισος».
- «Παράδεισος; Μα ο φύλακας της μαρμάρινης εισόδου μού είπε ότι εκείνο το μέρος ήταν ο παράδεισος».
- «Εκείνο δεν ήταν ο παράδεισος, αλλά η κόλαση», απάντησε ο φύλακας. Ο διαβάτης έμεινε σαστισμένος.
- «Θα έπρεπε να τους απαγορεύσετε να χρησιμοποιούν το όνομά σας. Αυτή η λάθος πληροφορία μπορεί να προξενήσει μεγάλο μπέρδεμα», είπε ο διαβάτης.
- «Σε καμία περίπτωση», αντέτεινε ο άνδρας, «στην πραγματικότητα μας κάνουν μεγάλη χάρη, διότι εκεί παραμένουν όλοι όσοι είναι ικανοί να εγκαταλείψουν τους καλύτερους φίλους τους..

Δεν υπάρχει καμία Κόλαση....

"Κάποτε σ' ένα χωριό ζούσαν δυο χωριανοι, που ήταν και πολύ φίλοι. Πάνω στην κουβέντα μια φορά, είπαν και συμφώνησαν, όταν πεθάνουν, να προσπαθήσουν, απ' όπου κι αν βρίσκονταν, να ανταμώσουν.

Πέθαναν κάποτε ο ένας μετά τον άλλον, κι ό ένας βρέθηκε στην Κόλαση, κ ό άλλος στον Παράδεισο. Και σ' ένα Ψυχοσάββατο, έτυχε να τους κάνουν και τους δύο μνημόσυνο την ίδια μέρα. Έχουν να πουν πως, όταν γίνονται μνημόσυνα, οι ψυχές αλαφρώνουν τόσο πολύ, που βγαίνουν απ' όπου κι αν βρίσκονται, κι ανταμώνουν με όποιους φίλους είχαν στη ζωή. Έτσι αντάμωσαν και οι δυό φίλοι καθώς βγήκαν ό ένας απ' τον Παράδεισο, κι ο άλλος απ' την Κόλαση.

- Πώς περνάτε εκεί στην Κόλαση; ρωτάει τον φίλο του αυτός, που ήταν στον παράδεισο.

- Πολύ άσχημα.. Ολημερίς κι ολονυχτίς τρωγόμαστε και βριζόμαστε.

- Και τί διαφορές έχετε τώρα;

- Να, ο καθένας μας πιστεύει ότι είναι καλός, και ότι όλοι οι άλλοι είναι κακοί.

- Και ο Θεός ποιά θέση παίρνει; ξαναρωτάει ο πρώτος.

- Ο Θεός μας συγχωρεί όλους, και λέει πως είμαστε καλοί, ανοίγει μάλιστα και την πόρτα της Κόλασης, για να βγούμε έξω...

- Κι εσείς τί κάνετε; ρωτάει με πολλή απορία ο πρώτος.

- Εμείς βαστάμε την πόρτα, να μη βγει κανένας έξω, γιατί δεν αντέχουμε την κοροϊδία να γλιτώνουν οι κακοί την Κόλαση..

- Κοίταξε φίλε μου πόσο μοιάζουμε με σας ... λέει τότε ο πρώτος. Μόνο που εμείς πιστεύουμε ο καθένας μας ότι ο ίδιος είναι κακός και ότι όλοι οι άλλοι είναι καλοί.. Κι ο Θεός μας λέει το ίδιο, όπως και σε σας: πως όλοι είμαστε καλοί! και χαιρόμαστε όλοι...

- Και με την πόρτα τί κάνετε; ξαναρωτάει ο δέυτερος.

- Εμείς βαστάμε την πόρτα ανοιχτή, για να μπαίνουν οι φουκαράδες, που βασανίστηκαν στον απάνω κόσμο.

- Κι άν μπει και κανένας κακός;... ρωτάει ο δεύτερος.

- Έ, και τί μας νοιάζει;! Μήπως κι εμείς δεν είμαστε κακοί; απαντάει ο πρώτος.

- Κοίταξε φίλε μου, λέει τότε αναστενάζοντας ο δεύτερος, πόσο χαζός ήμουνα. Δεν μου κοψε καθόλου να έρθω κι εγώ στον παράδεισο!... Και πώς βρέθηκα στην Κόλαση δεν το κατάλαβα..

- Δεν το κατάλαβες, του λέει τότε ο πρώτος, γιατί δεν υπάρχει καμία Κόλαση.. Έτσι λένε τον τόπο σας, για να του δώσουν ένα όνομα..

- Και τότε τί είναι;;!

- Είναι ο μαζωμός αυτών, που δεν πιστέυουν στο Θεό. Κι επειδή έχετε κακία ο ένας στον άλλον, γι' αυτό κάνετε τον τόπο σας Κόλαση...

Και μ' αυτά, τελείωσε το Ψυχοσάββατο, και γύρισαν οι δυο φίλοι ο καθένας στον τόπο του..."

(απ' το βιβλίο του Κωσταντίνου Γανωτή: "Αποκλειστικά για Γονείς", Εκδ. Αρχορνταρίκι)
Αναδημοσίευση από: http://synodoiporia.blogspot.com/2012/04/blog-post_6807.html

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Εσύ.....θα το έκανες?????

Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς απο όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.


Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση.
"Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται απο εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.
Αλλά ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;"

Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.
Ο πατέρας συνέχισε:

"Όταν ένα παιδί σαν τον Shay, που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί."

Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της:

"Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω απο ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.
Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;"
Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.
Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.
Πλησίασα λοιπόν ένα απο τα παιδιά και το ρώτησα, χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.
Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει".
Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.
Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.

Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.
Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.
Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.
Το χαμόγελό του ήταν απο το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα από την εξέδρα.

Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.
Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω απο την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.

Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.
Για μεγάλη μου έκπληξη, ...τον άφησαν!

Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.
Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.
Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.

Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.
Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.

Το παιχνίδι, τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.
Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω απο το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω απο το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι απο τους άλλους συμπαίκτες του.

Όλοι στις εξέδρες, και απο τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε..."
Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα απο χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...

Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε.."
Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.
Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.
Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, πρός τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.

Ο Shay έτρεξε πρός την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας του
έτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.
Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!"

Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "απο δώ, απο δώ Shay.."
Καθώς ο Shay πέρασε απο την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα.."
Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.

Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και απο τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.

Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ πως ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και τη χαρά που έδωσε στη μητέρα του, που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι."


( Μου το στείλανε στο mail, δεν έχω πηγη)

Πάρε το χέρι μου!!!



Ένα ηλιόλουστο πρωινό, αποφάσισε ο Νασρεντίν να κάνει έναν όμορφο περίπατο, κατά την θάλασσα.

Καθώς πλησίαζε στη προκυμαία άκουσε φωνές και είδε πολύ κόσμο συγκεντρωμένο να χειρονομεί και να τρέχει πάνω κάτω.

Πλησίασε πιο κοντά και είδε έναν άνθρωπο που είχε πέσει κατά λάθος στο νερό.

Όπως δεν ήξερε κολύμπι, κτυπούσε πανικόβλητος χέρια και πόδια, χανόταν μέσα στο κύματα και όποτε κατόρθωνε να βγάλει λίγο το κεφάλι του καλούσε μισοπνιγμένος σε βοήθεια.

Οι άνθρωποι έσκυβαν όσο μπορούσαν πάνω από το νερό και του φώναζαν:

- Δώσε μας το χέρι σου! Δώσε μας το χέρι σου!

Τίποτα αυτός! Σαν να ήταν κουφός συνέχιζε να χτυπιέται.

Οι άνθρωποι όλο και πλήθαιναν γύρω του και του φώναζαν όλο και πιο δυνατά:

- Βρε άνθρωπε, δεν ακούς; Δώσε μας το χέρι σου! Θα πνιγείς!

Τίποτα αυτός.

Κάποια στιγμή, μέσα στο πανικό και την αγωνία που επικρατούσε, επειδή κανείς δεν ήθελε να πνιγεί ο άνθρωπος αυτός, αλλά και κανείς δε μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο, κάποιος πήρε είδηση τον Νασρεντίν που παρακολουθούσε ατάραχος τη σκηνή.

Να ο Χότζας, αναφώνησε το πλήθος. Κάντε χώρο να κάνει κάτι. Σίγουρα θα ξέρει αυτός τι να κάνει, σαν άνθρωπος του Θεού που είναι.

Αμέσως τότε, όλοι έκαναν χώρο και ο Νασρεντίν έσκυψε στο νερό και κάτι είπε σιγανά στον μισοπνιγμένο. Tότε εκείνος, έδωσε το χέρι του και ο Νασρεντίν το έπιασε και τον έσυρε έξω.

Οι άνθρωποι έμειναν τότε με ανοιχτό το στόμα.

- Βρε, είπαν! Βρε Χότζα μας, καλέ μας Χότζα, τι του είπες του ανθρώπου και σου έδωσε το χέρι σου;

Εδώ, τόση ώρα, εμείς τού φωνάζουμε να μας δώσει το χέρι του και δε το έκανε.

Τώρα γιατί άκουσε εσένα και όχι εμάς;

- Εγώ, δε τού είπα να μου δώσει το χέρι του, απάντησε ήρεμα ο Χότζας.

- Τι τού είπες λοιπόν, ρώτησαν οι άνθρωποι περίεργοι.

- Εγώ τού είπα: «πάρε το χέρι μου», είπε ο Νασρεντίν.

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

Σώπα...σώπα...σώπα


                  Σώπα…
                  Απ’ την  αυγή  της  ύπαρξης  στη  μητρική  γωνιά
                  παρόλο   που  ήταν  σκοτεινά  ήταν  ζεστά
                  ένιωθα  χάδια  των  γονιών και άκουγα…  σώπα…
                  Απ’ της  ζωής  μου  την  ανατολή  σ’ αυτόν  τον  κόσμο
                  η  βρεφική  υποδοχή  έλεγε…σώπα…
                  Ακούραστη  φροντίδα, γλυκά  φιλιά
                  θεϊκή  φωλιά   η  στοργική  αγκαλιά
                  αλλά  και  από  αυτήν  έβγαινε…σώπα…
                  Με  έπαιζαν, με  πρόσεχαν  τα  αδέλφια  μου 
                  στο  σπίτι  αλλά  και  αυτοί  μου  ‘λεγαν…σώπα…
                  Όμορφη, γλυκομίλητη  στα  νήπια  η  δασκάλα
                  αλλά  και  εκεί  θυμάμαι…σώπα…
                  Άξιοι  δάσκαλοι, φιλότιμοι  σε  όλους  χρωστάω  κάτι
                  και  το  σχολείο  μου  φώναζε  όμως…σώπα…
                  Στη  νύφη  του  Θερμαϊκού, κούκλα  Θεσσαλονίκη
                  σπουδάσαμε, απολαύσαμε  μα  και  εκεί 
                  ο Βαρδάρης   μελωδικά  σφύριζε…σώπα…
                  Τα  καλά  τελειώσαν  δυστυχώς  και  μας  κάλεσε  η  Πατρίδα  ωχ…
                  με  βαριά  καρδιά  και αργό  το  βήμα –έτσι  κι  αλλιώς-
                  ωραία  περάσαμε  και  εκεί αλλά  ο  στρατός  πρόσταζε…σώπα…
                  Χαιρετίσαμε  τον  Έβρο  με  ποικίλες  αναμνήσεις
                  κατηφορίσαμε  στη  Λάρισα  για  νέες  εκκινήσεις.
                  Ξεκίνησε  εργασία  με  όρεξη  ανοιχτή  και  υπομονή…
                  μα  εκεί διακριτικά  μου  έγνεφαν…σώπα… 
                  Παντρεύτηκα, έχω  οικογένεια  και  τέσσερα  παιδιά
                  πληρώνω  όλους  τους  φόρους,  όλους  τους  λογαριασμούς
                  νομοταγής  είμαι   πολίτης, όμως…πάλι  σώπα…
                  Βλέπεις  τον  γείτονα  να  πεινάει…σώπα…ενοχλείς…
                  Ακούς  τον  διπλανό  σου  να  κλαίει…σώπα…είσαι  γραφικός…
                  Παρακολουθείς  ανθρώπους-απόμαχους  στα  σκουπίδια…
                  Παρατηρείς  αδικία…κλοπή…χαράτσια…φόρους…ανέχεια…
                  Νοιώθεις  να  σε  βιάζουν, να  σε  γκρεμίζουν, να  σε  αφαιρούν…
                  Σώπα…
                  Ενοχλείς  τους  σωτήρες  σου…Σώπα…
                  Μα  σας  κραυγάζω  πως  βράζει  το  καζάνι  της  ψυχής  μας…
                  Και  πως  αν  αφεθεί  να  εκραγεί  θα  κοστίσει  ζωές  αθώων…
                  Όμως  απ’ τα  δελτία  των  οχτώ  μου  λένε  πάλι…Σώπα…
                  Εντάξει  σωπαίνω...Όμως  αν...   Σώπα...
                                                                                                               
                                                                                             ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ

Το ραγισμένο δοχείο (Κινέζικος μύθος)

Πριν πολλά χρόνια, σε μια επαρχία κάπου
στην Κίνα, ζούσε μια ηλικιωμένη γυναίκα η οποία
κουβαλούσε καθημερινά νερό απο ένα μακρυνό
ρυάκι με δυό μεγάλα δοχεία περάσμενα σε ένα
μακρύ ξύλινο κοντάρι το οποίο στήριζε στους
ώμους της.

Το ένα δοχείο ήταν άψογο και μετέφερε πάντα
όλη την ποσότητα νερού που μπορούσε να χωρέσει.
Το άλλο είχε μια ρωγμή και στο τέλος της μακριάς
διαδρομής, από το ρυάκι στο σπίτι, έφθανε με τη
στάθμη του νερού εώς τη μέση.Έτσι για δύο ολόκληρα
χρόνια η γυναίκα κουβαλούσε καθημερινά μόνο
ενάμισι δοχείο νερό στο σπίτι της.

Φυσικά το τέλειο δοχείο ένοιωθε υπερήφανο που
εκπλήρωνε απόλυτα και τέλεια το σκοπό για τον
οποίο είχε κατασκευαστεί. Το ραγισμένο δοχείο ήταν
δυστυχισμένο που μόλις και μετά βίας μετέφερε τα μισά
απο αυτά που έπρεπε κι ένοιωθε ντροπή για την ατέλεια του.
Ύστερα από δύο χρόνια δεν άντεχε πια την κατάσταση αυτή
και αποφάσισε να μιλήσει στην ηλικιωμένη γυναίκα.

"Ντρέπομαι τόσο για τον εαυτό μου και θέλω να σου
ζητήσω συγγνώμη!" 
"Μα γιατί;" ρώτησε η γριά. "Για ποιο λόγο νιώθεις ντροπή;"

"Ε, να ! Δύο χρόνια τώρα μεταφέρω μόνο το μισό νερό λόγω
της ρωγμής μου και εξαιτίας μου κοπιάζεις άδικα και εσύ!"

Η γυναίκα χαμογέλασε: 
"Παρατήρησες ότι στο μονοπάτι
υπάρχουν λουλούδια μόνο στη δική σου πλευρά και όχι στη
μεριά του άλλου δοχείου; Πρόσεξα την ατέλειά σου και την
εκμεταλλεύτηκα." "Φύτεψα σπόρους στην πλευρά σου και
εσύ τους πότιζες. Δύο χρόνια τώρα μαζεύω τα άνθη και τα
τοποθετώ το τραπέζι μου. Αν δεν ήσουν εσύ δεν θα είχα
τόση ομορφιά να στολίζει το σπιτικό μου!"


Σε αυτή την ιστορία ξεχωρίζει κυρίως η στάση της γυναίκας απέναντι στην ατέλεια....Γιατί;Γιατί θα μπορούσε να πετάξει το δοχείο, αφού ως σπασμένο της ήταν πια ...άχρηστο!!!Όμως δεν το έκανε!!!Βρήκε τον τρόπο, γιατί είχε τη θέληση, να μετατρέψει την ατέλεια του δοχείου σε κάτι δημιουργικό.Αποφάσισε να χρησιμοποιήσει αυτην την "ατέλειά " του γία κάποιον σκοπό, και τα κατάφερε.
Αλήθεια, πόσο πιο όμορφος θα ήταν ο κόσμος μας αν όλοι μας θεωρούσαμε ως δεδομένο αυτο που έκανε η γυναίκα της ιστορίας μας; 
Εμείς???Θα πετάξουμε τα "ραγισμένα δοχεία" που υπάρχουν γύρω μας?Θα τα κλείσουμε κάπου επειδή μεταφέρουν μόνο το μισό νερό???
Ή μήπως ήρθε η ώρα να ανοίξουμε τα μάτια μας (και την καρδιά μας) και να αναγνωρίσουμε πως υπάρχουν χιλιάδες τρόποι τα "δοχεία" αυτά να προσφέρουν...???
 

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Το μελομακάρονο και ο μακαρίτης !!!


Τα μακαρόνια και ο μακαρίτης, έχουν ετυμολογική σχέση ανάμεσα τους.
Είναι εύκολο να συνδυάσουμε την ετυμολογία του χριστουγεννιάτικου παραδοσιακού γλυκίσματος, του μελομακάρονου, από τις λέξεις: μέλι + μακαρόνι. Μη ψάξετε, όμως, να βρείτε ομοιότητα σχήματος ανάμεσα στα μακαρόνια και τα μελομακάρονα. Ψάχνοντας προσεκτικά σε ελληνικά και ξένα λεξικά, θα βρείτε την εκδοχή ότι η λέξη "μακαρόνι" παράγεται από τη μεσ. ελληνική λέξη "μακαρωνία", (νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά).

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Το δέντρο που αγκάλιασε το ποδήλατο

Το δέντρο που αγκάλιασε το ποδήλατο
Υπάρχει αυτή η φωτογραφία. ‘Ένα δέντρο, να αγκαλιάζει ένα ποδήλατο. Και υπάρχει και μία ιστορία. Που λέει ότι το 1914 στην Αμερική, ένα αγόρι ακούμπησε το ποδήλατό του στον κορμό ενός μικρού δέντρου, στη Νήσο Βασόν, στην Πολιτεία της Ουάσιγκτον, και πήγε στον πόλεμο, απ’ όπου δεν γύρισε ποτέ. Το δέντρο έκανε αυτό που κάνουν όλα τα δέντρα. Μεγάλωσε. Και μεγαλώνοντας, αγκάλιασε το ποδήλατο του αγοριού. Από τότε, ποδήλατο και δέντρο είναι αγκαλιασμένα για 98 ολόκληρα χρόνια. Κι αυτή η αγκαλιά διαρκεί σχεδόν έναν αιώνα…
podilatoΥπάρχει, όμως, και μια άλλη ιστορία. Που παραπέμπει σε άλλη χρονολογία, το 1950, και σε άλλο αγόρι, που αυτό έχει όνομα, και είναι ο Ντόν Πουζ. Η ιστορία λέει ότι το σπίτι όπου έμενε το αγόρι κάηκε, και έλαβε ως φιλανθρωπική δωρεά αυτό το ποδήλατο. Που, όμως, δεν του άρεσε. Ηταν πολύ μικρό γι’ αυτόν, και τα χερούλια του έμοιαζαν, λέει, περισσότερο με χερούλια ποδήλατου τρίτροχου. Η μητέρα του δήλωσε στην εφημερίδα «Vashon-Maury Island Beachcomber» ότι μια μέρα ο Νταν πηγε με φίλους του στο δάσος για να παίξουν, και όταν τέλειωσε το παιχνίδι τους αυτός απλώς άφησε το ποδήλατό του εκεί, ακουμπισμένο επάνω στο δέντρο, και γύρισε σπίτι.
Το ποδήλατο, λέει, αρχικά ήταν κόκκινο. Και εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, αγκαλιά με το δέντρο, μερικές εκατοντάδες μέτρα από το σπίτι όπου ζούσε η μητέρα του αγοριού, η Χέλεν Πουζ, μέχρι πριν λίγο καιρό όταν και πέθανε στα 99 της χρόνια. Οσο ζούσε, όμως, ο προηγούμενος μύθος είχε κάνει διάσημο το … άσημο, πρώην κόκκινο ποδήλατο του γιού της, και πλήθος κόσμου συνέρρεε στο διπλανό δάσος για να το δει αγκαλιασμένο τρυφερά με το δέντρο. Ο Ντον, όταν το αντίκρυσε, είπε αδιάφορα: «Να, το ποδήλατό μου». Η μητέρα του ρωτήθηκε από τους δημοσιογράφους εάν την εκπλήττει η κατάληξη του ποδηλάτου του γιου της, και απάντησε ψυχρά: «Στην ηλικία μου, τίποτα δεν με εκπλήττει πια!»
Όλα αυτά έψαξα και τα βρήκα στο Ιντερνετ, αφού πρώτα είχα ανακαλύψει, με τη βοήθεια φίλης, την πρώτη ιστορία, με το αγόρι που πήγε στον πόλεμο, το ακούμπησε στο δέντρο ώσπου να ξαναγυρίσει, δεν ξαναγύρισε ποτέ, αλλά το δέντρο αγκάλιασε το ποδήλατό του, ίσως και αυτόν μαζί, αιώνια
Τελικά, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πολλές φορές οι μύθοι είναι προτιμότεροι από την πραγματικότητα!

Read more: http://enallaktikidrasi.com/2013/09/to-dentro-pou-agkaliase-to-podilato/#ixzz2j8mghiP2

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

Μαζεύουμε καπάκια, χαρίζουμε αναπηρικό αμαξίδιο!


Aγαπητοί αναγνώστες,
Μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει και το δοχείο στην πολυκατοικία μου με καπάκια γεμίζει αισιόδοξα.

Η ιδέα ξεκίνησε με ένα μύθο που μαθεύτηκε από φίλους και γνωστούς πρίν από αρκετά χρόνια, οι οικολόγοι και όχι μόνο συγκέντρωσαν καπάκια ώσπου τελικά κατέληξαν στα σκουπίδια καθώς δεν βρέθηκε μέχρι τότε κανείς να το αναλάβει. Σήμερα που μιλάμε ο Παννελήνιος Σύλλογος Παραπληγικών για 13η φορά θα παραδώσει ένα ακόμα αναπηρικό αμαξίδιο.

Πρόκειται για μια δράση της εθελοντική ομάδας Thessaloniki Next2U σε συνεργασία με τον Δήμο Θεσσαλονίκης, στην προσπάθεια υποστήριξης των ανθρώπων που έκανα τον μύθο πραγματικότητα. Από την Τρίτη 1.10.2013 μέσα στο Δημαρχείο Δήμου Θεσσαλονίκης, τοποθετήθηκε κάδος ανακύκλωσης των καπακιών. Μπορείτε να τον ξεχωρίσετε καθώς είναι "ντυμένος" με τις αφίσες της δράσης. Πολύ προσοχή όπως τονίζουν και στην σελίδα τους η εθελοντική ομάδα, οι σακούλες που θα παραδίδετε στο κάδο να είναι καλά κλειστές.

21 μεγάλες σακούλες παρέδωσε η Πολεμική Αεροπορία 113 Πτέρυγα Μάχης της Θεσσαλονίκης. Επίσης συνεργάτες στην δράση τα Φροντιστήρια "Ευρωγνώση Χαριλάου", ενώ συνεχώς προστίθενται μέλη στην οικογένεια της δράσης, μέχρι και από τον Έβρο.

Πρόκειται για μια δράση που δεν χρειάζεται να ξοδεύετε χρήμα, χρόνο και κόπο. Συγκεντρώνεται τα καπάκια σε μια σακούλα σκουπιδιών και με την πρώτη βόλτα σας, σε ώρες λειτουργίας δημοσίου τα παραδίδετε στο κατάλληλο κάδο όπως αναφέρθηκε παραπάνω.

Εάν επιθυμείτε να παραλάβετε εντελώς δωρεάν τις αφίσες της δράσης για να εντάξετε την πολυκατοικία σας, το σχολείο, την δημόσια υπηρεσία μέχρι την βιβλιοθήκη της γειτονιάς σας, μπορείτε να καλέσετε στο 2313317815 ή ένα e-mail στο e.apostolou@thessaloniki.gr με τα στοιχεία επικοινωνίας σας.

"Κeep on moving" μία δράση της Εθελοντικής ομάδας Thessaloniki Next2U σε συνεργασία με τον Δήμο Θεσσαλονίκης και τον Παννελήνιο Σύλλογο Παραπληγικών.

Μελίνα Κωνσταντινίδη

- See more at: http://www.storybox.gr/index.php/storyboxers/1363-mazeuoume-kapakia-xarizoyme-anapiriko-amaksidio#sthash.hkIi25Wd.wRvfTUBf.dpuf

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Ο γάτος που έφερε την ευτυχία στη ζωή ενός αυτιστικού παιδιού

Αυτός είναι ο 4χρονος Fraser Booth και ο γκρίζος γάτος ονομάζεται Billy. Οι δύο τους είναι αχώριστοι κι η ιστορία τους προκαλεί συγκίνηση αλλά και χαμόγελα.
Κι αυτό γιατί ο γάτος άλλαξε τελείως την ζωή του μικρού.
Στο παρελθόν ακόμα και η πιο απλή δραστηριότητα προκαλούσε άγχος στο Fraser, που είναι αυτιστικός. Η καθημερινότητά του ήταν διάσπαρτη από συναισθηματικά ξεσπάσματα, κλάματα, φωνές. Το παιδί αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε ο,τιδήποτε, αντιδρούσε, πιεζόταν ακόμα κι από τις πιο απλές καθημερινές πράξεις, κλεινόταν στον εαυτό του.
Όλα αυτά μέχρι που ήρθε ο Billy στην ζωή του. Εγκαταλελειμμένος από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του στο δρόμο, ταλαιπωρημένος, φοβισμένος από την ανθρώπινη σκληρότητα, γεμάτος όμως όρεξη για παιχνίδι, για αγάπη.
Από τα πρώτα λεπτά της συνάντησής τους, ο Fraser και ο Billy κατάλαβαν ότι η φιλία τους θα ήταν παντοτινή. Κι από τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας του με τον αδέσποτο γάτο, ο 4χρονος παρουσίασε θεαματική βελτίωση, σα να άνοιξε μια πόρτα στο μυαλό και την ψυχή του κι απαλλάχθηκε από κάθε αρνητικό συναίσθημα. Ο φόβος τώρα δεν έχει θέση στην ζωή του. Είτε πρόκειται για την ώρα του παιχνιδιού, του παραμυθιού ή του ύπνου, δραστηριότητες που τον άγχωναν στο παρελθόν, ο Billy ο γάτος προσφέρει στο παιδί απλόχερα… την πατούσα του και τον κάνει να νιώθει ατρόμητος. Ακόμα κι όταν ο μικρός καταβάλλεται από συναισθήματα οργής ή απογοήτευσης, ο καλύτερος φίλος του τον ηρεμεί απλά πηγαίνοντας κοντά του και γουργουρίζοντας.
Η Louise, μητέρα του Fraser, εξηγεί στη Daily Mail, τη μοναδική τους σχέση «Εάν ο Fraser βρίσκεται κάπου γύρω ή παίζει στον κήπο, ο Billy δεν απομακρύνεται ποτέ. Είναι σαν να τον προσέχει από μακριά προκειμένου να τον ηρεμήσει (όταν χρειαστεί). Εμφανίζεται άλλωστε πάντα όταν ο Fraser αναστατώνεται και του προσφέρει το κεφάλι του για να τον καθησυχάσει… Λένε ότι τα ζώα νιώθουν πράγματα, αλλά ο Billy μοιάζει να γνωρίζει πριν από οποιονδήποτε άλλο εάν και πότε ο Fraser αναστατώνεται… Είναι ο φύλακας άγγελος του παιδιού μου. Η σχέση του είναι πραγματικά μοναδική»
Ο Fraser από τη Βρετανία διαγνώστηκε με αυτισμό στην ηλικία των 18 μηνών όταν οι γονείς του παρατήρησαν ότι δεν αναπτυσσόταν τόσο γρήγορα όσο άλλα παιδιά της ηλικίας του. Αμέσως υποβλήθηκε σε θεραπεία. Κι ενώ είναι ικανός να μιλήσει στους γονείς του, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε δραστηριότητες ρουτίνας, που του προκαλούν ξεσπάσματα. «Δεν είναι χαμένος στο δικό του κόσμο, όπως οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν ότι συμβαίνει με τον αυτισμό. Είναι ένα χαρούμενο αγοράκι που μπορεί όμως να έχει μια έκρηξη αρνητικών συναισθημάτων μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου» περιγράφει η μητέρα του. «Για παράδειγμα εάν βλέπει έναν χαρακτήρα στην τηλεόραση, που δεν του αρέσει ή αν προσπαθήσουμε να τον βγάλουμε από το μπάνιο κι εκείνος δεν θέλει»
Όλα αυτά όμως μέχρι πριν 12 μήνες και τον ερχομό του Billy. «Την πρώτη φορά που φέραμε τον Fraser να δει τον Billy, ο γάτος πήγε κατευθείαν σε εκείνον. Το αγόρι κάθισε στο πάτωμα και ο γάτος ξάπλωσε μπροστά του και βάζοντας τις πατούσες του στα πόδια του άρχισε να γουργουρίζει. Τότε ο γιος μου είπε «Αυτός είναι ο γάτος μας, μπορεί να έρθει να ζήσει μαζί μας»
O Billy άλλαξε την ζωή της οικογένειας για πάντα. Απομάκρυνε το άγχος από την ψυχή του μικρούλη προσθέτοντας στην θέση του την ευτυχία και ηρεμία που τόσο είχε ανάγκη.
Οι γονείς του 4χρονου έδωσαν 30 λίρες ως δωρεά στο ίδρυμα που είχε μαζέψει το γάτο από το δρόμο, όπως όμως εκμυστηρεύονται η αξία του είναι ανεκτίμητη….

Αναδημοσίευση: http://enallaktikidrasi.com/2013/06/o-gatois-pou-efere-tin-eytyxia-sti-zoi-enos-aytistikou-paidiou/#ixzz2jCMxdkK0

Έχεις υποχρέωση να τροφοδοτείς τα όνειρά σου!!!

-O Albert Einstein άρχισε να μιλάει όταν ήταν 4.Μετά στο σχολείο οι δάσκαλοι και οι γονείς του νόμιζαν ότι είχε πρόβλημα. Αποβλήθηκε από το σχολείο και αργότερα απέτυχε στις εξετάσεις να μπει στο Swiss Polytechnic Institute στη Ζυρίχη.

-Ο Walt Disney απολύθηκε από εφημερίδα γιατί “δεν είχε φαντασία ούτε καλές ιδέες.”

-O Αλχημιστής του Πάολο Κοέλιο πούλησε μόνο 800 αντίτυπα στην πρώτη του έκδοση και ο εκδότης αποφάσισε να το αποσύρει. Σήμερα αποτελεί το πέμπτο βιβλίο σε πωλήσεις όλων των εποχών με 65 εκατομμύρια αντίτυπα.

-Οι ατζέντηδες modeling της Marilyn Monroe θεωρούσαν ότι έπρεπε να ακολουθήσει καριέρα ως γραμματέας.

-Οι δάσκαλοι του Beethoven θεωρούσαν ότι είναι ανεπίδεκτος στο βιολί και ότι ποτέ δε θα μπορούσε να τα καταφέρει ως συνθέτης.

-Ο Mahatma Gandhi φοβόταν να μιλήσει δημόσια και κατά τη διάρκεια του πρώτης του υπόθεσης,εγκατέλειψε την αίθουσα του δικαστηρίου.

-Ο δάσκαλος του Elvis Presley στο Λύκειο,του είπε ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει.

-O Michael Jordan απορρίφθηκε από την ομάδα μπάσκετ του σχολείου του.

- Το μυθιστόρημά της J.K Rowling “Harry Potter” απορρίφθηκε από 12 εκδοτικούς οίκους.

-Στον ηθοποιό Sidney Poitier είπαν κατά τη διάρκεια μίας ακρόασης να “σταματήσει να ξοδεύει το χρόνο των ανθρώπων και να πάει να γίνει λαντζέρης ή κάτι τέτοιο”. Αργότερα στην καριέρα του κέρδισε Oscar και έγινε ένας από τους πιο αξιοσέβαστους ηθοποιούς.

-Ο Vincent Van Gogh πούλησε μόνο έναν πίνακα όσο ζούσε για 400 φράγκα..Αυτό δεν τον σταμάτησε από το να ολοκληρώσει 900 έργα,τα οποία σήμερα αξίζουν εκατομμύρια.

-Οι δάσκαλοι του Thomas Edison είπαν ότι ήταν “πολύ χαζός για να μάθει οτιδήποτε”.Τελικά ήταν αυτός που κατασκεύασε τον ηλεκτρικό λαμπτήρα.

Αυτοί οι άνθρωποι (και άλλοι πολλοί) το μόνο που έκαναν,παρά τις φαινομενικά αντίξοες συνθήκες, ήταν να μην τα παρατήσουν & να ακολουθήσουν τα Όνειρα της Ψυχής τους, αυτά που τους έδιναν χαρά & πάθος. 
Μην αφήνεις τον εαυτό σου να πιστέψει ότι η κρίση είναι πιο μεγάλη από σένα. 
Στην πραγματικότητα όποτε το κάνεις αυτό,χαμηλώνεις, για να χωρέσεις την απεραντοσύνη σου στη μικρότητα των καταστάσεων.
 Αν σέβεσαι έστω και λίγο τον Εαυτό σου,έχεις υποχρέωση να προστατέψεις,να υπερασπίσεις και να τροφοδοτείς τα Όνειρα σου..!


Πηγή

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

"Αν μας βοηθήσει ο Θεός να το περάσουμε αυτό, θα μπορούμε να περάσουμε τα πάντα ύστερα!"


Ένα μικρό εξάχρονο κοριτσάκι, με κοκκινωνές κοτσιδούλες είχε βγει για ψώνια.
Εκείνη την ώρα είχε πιάσει δυνατή βροχή. Απο κείνη τη βροχή που σε ταξιδέυει καθώς χορεύει ρυθμικά πάνω στο δρόμο, στα υπόστεγα και στις αναμνήσεις. Μέσα στο κατάστημα είχαμε μαζευτεί πολλοί περιμένοντας να περάσει η μπόρα. Αλλοι περίμεναν υπομονετικά και άλλοι βαστώντας τα μούτρα τους, επειδή η βροχή τους καθυστερούσε απο το βιαστικό τους πρόγραμμα.
Η βροχή με μαγεύει. Η μουσική της με πάει σ άλλους κόσμους. Χάνομαι στον ήχο και την θέα τ ουρανού να καθαρίζει την βρωμιά του κόσμου. Τα παιδικά μου χρόνια ζωντανεύουν όταν δίχως να το σκεφτώ έβγαινα και έτρεχα και πηδούσα με δύναμη μέσα στις λιμνούλες…στα ρυάκια που γέμιζαν τα ακροδρόμια… διώχνοντας μακριά τις έγνοιες και τις στεναχώριες.
Ξαφνικά η φωνή της μικρής διέκοψε την αναπόληση
“Ελα μαμά να τρέξουμε στη βροχή!”
“Τι;” ρώτησε εκείνη έκπληκτη
“Πάμε να τρέξουμε στην βροχή” ξαναπε το κορίτσι
“Γλυκιά μου θα περιμένουνε λίγο ακόμα μέχρι να κοπάσει” της απάντησε αυτή
“Μα γίνουμε μούσκεμα” παρατήρησε η μητέρα
“Οχι!” διαμαρτυρήθηκε το κορίτσι. “Αλλα μου έλεγες το πρωί!”
“Το πρωί; Σου είπα εγώ το πρωί οτι θα τρέχουμε μέσα στη βροχή δίχως να βραχούμε;”
“Μα δεν θυμάσαι καλέ μαμά; Οταν μίλαγες στον μπαμπά για τον καρκίνο του είπες πως αν μας βοηθήσει ο Θεός να το περάσουμε αυτό, θα μπορούμε να περάσουμε τα πάντα ύστερα!
Είχαμε μείνει όλοι άφωνοι. Δεν ακουγόταν λέξη. Απο κανέναν. Μόνο η βροχή. Δεν έφευγε κανένας. Περιμέναμε την απάντηση της μάνας. Είχε σταματήσει για να σκεφτεί τι θα απαντούσε στην κόρη της. Ήταν μια στιγμή πολύ σημαντική για την ζωή της μικρής. Μια στιγμή όπου η αγνή πίστη έπρεπε να τραφεί για να ανθίσει.
“Αγάπη μου” της είπε η μάνα “Εχεις απόλυτο δίκιο. Ελα, πάμε να τρέξουμε στη βροχή. Αν ο Θεός επιτρέψει να βραχούμε, θα είναι επειδή χρειαζόμαστε πλύσιμο”
Και όρμησαν έξω.
Τις παρακολουθούσαμε όλοι καθώς έτρεχαν ανάμεσα στα αυτοκίνητα, μέσα στις λιμνούλες. Βράχηκαν μέχρι το κόκκαλο.
Μερικοί τις ακολούθησαν και γελούσαν σα μικρά παιδιά καθώς κατευθύνονταν στα αυτοκίνητα τους.
Και ναι. Έτρεξα κι εγώ. Και βράχηκα. Χρειαζόμουν πλύσιμο.
Ας μην αφήσουμε κανέναν να μας πάρει τις αναμνήσεις μας. Ας μην αφήσουμε την ευκαρία να δημιουργήσουμε αναμνήσεις. Κάθε μέρα.

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου σε μερικές αράδες...Επιστολή πατέρα προς το στρατιώτη γιό του


Μια επιστολή ενός πατέρα προς τον γιό του που πολεμούσε στο μέτωπο στις 25 Νοεμβρίου 1940, δείχνει το αστείρευτο πάθος των Ελλήνων να αντισταθούν σ΄ όποιον βάναυσα τους πρσβάλει και επιχειρεί να τους στερήσει την ελευθερία.
Είναι μια επιστολή απάντηση στον γιό του που του ζητά σε πια διεύθυνση να στείλει γράμμα στον αδελφό του που πολεμούσε κι αυτός σε άλλο σημείο του μετώπου.
Η απάντηση συγκλονιστική:
“Παιδί μου μου ζητάς τη διεύθυνση του αδελφού σου.
Σου τη γράφω “Πάνθεον Ηρώων. Σφίξε την καρδιά σου.
Σε φιλώ
Ο πατέρας σου”
Όλη η 28η Οκτωβρίου σε μερικές αράδες…
Πηγή

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Όταν ξεβάφουν οι μπογιές, ή σε λερώνουν ή σε λυτρώνουν.

Υπάρχει μέσα μας ένα μικρό παιδί. Όσο μεγαλώνουμε, το μασκαρεύουμε.
Του αλλάζουμε το πρόσωπο και του δίνουμε μια όψη και μια μορφή που
εξυπηρετεί τους ρόλους που καλούμαστε να υποδυθούμε  στο θέατρο του
κόσμου.
Έρχονται όμως στιγμές που το βουβό παιδί θέλει να μιλήσει.
Ν διαμαρτυρηθεί για τα δικά του όνειρα.
Τότε κλαίει.
Και οι μπογιές αρχίζουν να ξεβάφουν. Και όταν καλή μου, ξεβάφουν οι
μπογιές, ή σε λερώνουν ή σε λυτρώνουν.
Σηκώθηκα. Η ώρα είχε περάσει. Η κοπελιά κρατούσε το κεφάλι της και
φανερά προβληματισμένη κοιτούσε το πάτωμα. Είμαι σίγουρος όμως
ότι ήδη είχε ξεκινήσει να βρει το χαμένο παιδί.



(Από το τέλος της ιστορίας: Ο Άγιος Αντώνιος και η Χαρούλα,
του βιβλίου " Ο Κινέζος, ο Θεός και η μοναξιά" π. Χαράλαμπου Παπαδόπουλου)
        

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ (ταινία μικρού μήκους)

"Ζώντας σε έναν κόσμο όπου ο καθένας φοράει μάσκες, λόγω της έλλειψης 
 αυτο-ταυτότητας, ένα γενναίο κορίτσι συναντά την αλήθεια που την απελευθερώνει."

"Ταυτότητα" ένα έργο για τη νεολαία στα σχολεία.
Μην αφήνετε την κοινωνία να καθορίζει την ταυτότητά σας ή να σας πει 
ποιος θα πρέπει να είστε.
Η αλήθεια είναι ήδη μέσα σας. Μην χάσετε τον αληθινό εαυτό σας. 




     


Πηγή/Αναδημοσίευση:http://samakos9.blogspot.gr/2013/10/blog-post_6074.html

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Πώληση των εκκλησιών στη Γαλλία: δίλημμα σωτηρίας της πολιτιστικής κληρονομιάς ή σημεία των καιρών μας



Στη Γαλλία η έλλειψη οικονομικών πόρων οδηγεί πολλές εκκλησίες, αληθινά  αρχιτεκτονικά αριστουργήματα, σε πλήρη αποσύνθεση. Αλλά πριν την αποσύνθεση ίσως οι εκκλησίες αυτές να μπορούν να αντέξουν οικονομικά υιοθετώντας ένα καινούριο τρόπο επιβίωσης.Με αυτή τη φιλοσοφία το παρεκκλήσι των Ιησουιτών παρεκκλήσι στη Νάντη μετατραπηκε σε "showroom" φορώντας μοντελάκια prêt à porter .

Φορέματα σε κρεμάστρες, μανεκέν να εκθέτουν τις τελευταίες τάσεις του μοντέρνου ντυσίματος, σαν ένα ακόμα κατάστημα στο κέντρο της πόλης με «μεγάλους διαδρόμους». Μόνο που τα παράθυρα είναι βιτρό με θρησκευτικές παραστάσεις και η οροφή… Οι ιδιοκτήτες δηλώνουν ενθουσιασμένοι με την εσωτερική αρχιτεκτονική διαρρύθμιση του ναού και παρά το γεγονός ότι δεν έχουν καμία σύνδεση με τη θρησκεία σέβονται το χώρο.

Η πώληση της γαλλικής θρησκευτικής κληρονομιάς είναι ένα φαινόμενο που παίρνει συνεχώς μεγαλύτερες διαστάσεις αλλά όχι πρόσφατο. Απλά τώρα οι ίδιες οι μητροπόλεις πωλούν τις εκκλησίες τους μη μπορώντας να ανταπεξέρθουν οικονομικά. Η εγκατάλειψη, η καταστροφή ή η πώληση με βεβήλωση προκαλεί την αλλοίωση του τόπου. Τον Μάιο του 2012, προκλήθηκε σάλος όταν θέλησαν να πουλήσουν την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης σε αλυσίδα fast-food. Για άλλους είναι προτιμότερη η μετατροπή του χώρου από την καταστροφή ακόμα κι αν είναι ένα νυχτερινό κέντρο διασκέδασης, αφού έτσι σώζεται ένα μνημείο θρησκευτικής κληρονομιάς. Υπολογίζεται μάλιστα ότι σε πέντε χρόνια, ότι το 5-10% των εκκλησιών θα καταστραφούν ή θα εγκαταλειφθούν.

Τα συμπεράσματα δικά σας...

Περισσότερα στο άρθρο της LeMonde 

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Φράσεις με ιστορία που "κυκλοφορούν" αιώνες από στόμα σε στόμα...

Στον καθημερινό μας λόγο χρησιμοποιούμε διαχρονικές φράσεις λαϊκής σοφίας, την προέλευση των οποίων οι περισσότεροι δεν γνωρίζουμε. Οι φράσεις αυτές κρύβουν μία μικρή ιστορία, με άγνωστους σε εμάς πρωταγωνιστές, η οποία αφενός έχει κάτι να μας διδάξει, και αφετέρου απεικονίζει γλαφυρά τον τρόπο ζωής και δράσης των ανθρώπων μίας άλλης εποχής.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων η λαϊκή αυτή σοφία, έχει τις ρίζες της στην Αρχαία Ελλάδα και το Βυζάντιο, αποδεικνύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την συνέχεια του Ελληνισμού, εφόσον τις ίδιες φράσεις χρησιμοποιούμε και σήμερα.
Οι άνθρωποι μπορεί να αλλάζουν ανάλογα με τις εποχές, ταυτόχρονα όμως, εύκολα διαπιστώνει κανείς, πως στην πραγματικότητα μοιραζόμαστε διαχρονικά τα ίδια πάθη, φόβους, ανησυχίες και ελπίδες.
Στα πλαίσια αυτά έχει αξία και ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η γνώση της λαϊκής αυτής σοφίας. Η παρουσίαση θα γίνει ανά χρονική περίοδο, αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, Τουρκοκρατία, Νεώτεροι χρόνοι.

Χτύπα ξύλο.
«Απτεσθαι ξύλου», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες. Λόγω της πεποίθησης τους πως στα δένδρα κατοικούσαν νύμφες (Δρυάδες/Αμαδρυάδες) χτύπαγαν το ξύλο του κορμού των δένδρων για να επικαλεστούν την προστασία τους, καθώς οι νύμφες μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές των ανθρώπων.
Αυτή η συνήθεια συνηθίζεται ακόμα και σήμερα, όταν ακούμε κάτι το οποίο δεν θέλουμε να μας συμβεί...


Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.
Η παροιμιώδης αυτή έκφραση, προέρχεται από τον μύθο του Αισώπου, «Ανήρ κομπαστής», και χρησιμοποιείται για όσους καυχιούνται για κάτι και το υποστηρίζουν, αλλά αδυνατούν να αποδείξουν τα λεγόμενά τους. Σύμφωνα με τον μύθο, ένας αθλητής που βρισκόταν στην Αθήνα καυχιόνταν συνέχεια ότι σε αγώνες στην Ρόδο είχε πραγματοποιήσει ένα τεράστιο άλμα. Καθώς δεν τον πίστευε κανείς, αυτός έλεγε στους Αθηναίους να πάνε στη Ρόδο και να ρωτήσουν τους θεατές των αγώνων. Τότε ένας Αθηναίος πήγε στο σκάμμα, και με το χέρι έγραψε πάνω στην άμμο τη λέξη «Ρόδος».
Κατόπιν γύρισε προς τον καυχησιάρη αθλητή και του είπε: «Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα», το οποίο έχει μείνει ως «ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα». Το προφανές νόημα είναι ότι ο καθένας έχει οποτεδήποτε την δυνατότητα να αποδείξει τις δυνατότητές του και δεν χρειάζεται η επίκληση μυθικών προγόνων, κατορθωμάτων κτλ।

Τα κρέμασε στον κόκορα।
Οι αρχαίοι αγαπούσαν και αυτοί τα τυχερά παιχνίδια, όπως τα κότσια। ( ζάρια), αλλά και τα στοιχήματα στις κοκορομαχίες (αλεκτρυονομαχίαι). Όπως συμβαίνει και σήμερα κυρίως στην Ασία, έβαζαν δύο κοκόρια να μαλώσουν και άρχιζαν τα στοιχήματα, για τον νικητή. Έτσι, πάνω στα κοκόρια στοιχηματίζοντας, κρεμούσαν πολλές φορές ακόμα και ολόκληρες περιουσίες. Στον κόκορα κρεμούσαν τα χρήματά τους και όπως συμβαίνει συνήθως με τους παίχτες, τα έχαναν. Από τα αρχαία λοιπόν χρόνια, και από τις κοκορομαχίες, μας έμεινε και η φράση «τα κρέμασε στον κόκορα », που λέμε μέχρι και σήμερα με την ίδια σημασία.
.
Δε μύρισα τα νύχια μου.
Στην αρχαία Ελλάδα πριν αθλητές μπουν στο στίβο, πολλοί από τους θεατές έβαζαν μεγάλα στοιχήματα, για τον νικητή, όπως γίνεται σε πολλές περιπτώσεις και σήμερα. Πολλοί ακόμη πήγαιναν στα διάφορα μαντεία, για να μάθουν το νικητή. Οι «μάντισσες», «βουτούσαν» τότε τα νύχια τους σ ένα υγρό, από δαφνέλαιο, ύστερα τα έβαζαν κοντά στη μύτη τους κι έπεφταν σ ένα είδος καταληψίας. Τότε ακριβώς έλεγαν και το όνομα του νικητή. Από το περίεργο αυτό γεγονός έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση: «δε μύρισα τα νύχια μου», που τη λέμε συνήθως, όταν μας ρωτούν για κάποιο γνωστό συμβάν, το οποίο εμείς δεν έχουμε μάθει.

Μη μου τους κύκλους τάραττε.
Όταν οι Ρωμαίοι κυρίευσαν τις Συρακούσες το 212 π.Χ., μετά από τριετή αντίσταση των Ελλήνων, κάποιοι Ρωμαίοι στρατιώτες μπήκαν στο σπίτι του Αρχιμήδη, και τον βρήκαν να σχεδιάζει κύκλους στο έδαφος. Ο Αρχιμήδης τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τελειώσει τη λύση κάποιου σπουδαίου προβλήματος που τον απασχολούσε, εξού και οι κύκλοι στο έδαφος. Για αυτό και τους είπε το γνωστό «μη μου τους κύκλους τάραττε». Ο Ρωμαίος στρατιώτης όμως δυστυχώς και τους κύκλους του χάλασε, και τον Αρχιμήδη σκότωσε...!!!! Η φράση όμως έμεινε...


Κοράκιασα από τη δίψα.
Φράση που προέρχεται από έναν αρχαιοελληνικό μύθο. Σύμφωνα με αυτόν, σε κάποια μικρή ορεινή πόλη της αρχαίας Ελλάδας, οι κάτοικοι αποφάσισαν κάποτε να κάνουν μια θυσία στο θεό Απόλλωνα. Το νερό όμως που θεωρούσαν ιερό και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες , βρίσκονταν ανάμεσα σε δύσβατα φαράγγια. Έπρεπε λοιπόν για αυτή τη σημαντική θυσία να στείλουν κάποιον σε αυτή τη δύσκολη και ανηφορική διαδρομή, για να φέρει το «ιερό» νερό. Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή από ένα δέντρο εκεί κοντά. Ήταν η φωνή ενός κόρακα ο οποίος προσφερόταν να αναλάβει το συγκεκριμένο εγχείρημα. Παρά την έκπληξη που ένιωσαν οι κάτοικοι ακούγοντας τη φωνή του κόρακα, αποφάσισαν να του αναθέσουν την αποστολή, μιας και με τα φτερά του θα έφτανε γρήγορα και εύκολα στην πηγή που έτρεχε το «ιερό» αυτό νερό.Έδωσαν λοιπόν, οι άνθρωποι στον κόρακα μια μικρή υδρία, αυτός την άρπαξε με τα νύχια του και πέταξε στον ουρανό με κατεύθυνση την πηγή. Ο κόρακας έφτασε γρήγορα στην πηγή. Πλάι της αντίκρισε μια συκιά γεμάτη σύκα, και λιχούδης καθώς ήταν άρχισε να δοκιμάζει μερικά σύκα. Τα σύκα όμως ήταν άγουρα, και ο κόρακας αποφάσισε να περιμένει μέχρι να ωριμάσουν, ξεχνώντας όμως την αποστολή που είχε αναλάβει για λογαριασμό των ανθρώπων. Περίμενε τελικά δύο ολόκληρες μέρες ώσπου τα σύκα ωρίμασαν. Έφαγε πολλά μέχρι που κάποια στιγμή θυμήθηκε τον πραγματικό λόγο για τον οποίο είχε έρθει στην πηγή. Άρχισε να σκέφτεται λοιπόν, πώς θα δικαιολογούσε την αργοπορία του στους κατοίκους της πόλης. Τελικά γέμισε με νερό τη μικρή υδρία, άρπαξε με το ράμφος του ένα μεγάλο φίδι το οποίο διέκρινε να κινείται κοντά στους θάμνους και πέταξε για την πόλη. Όταν ο κόρακας έφτασε στην πόλη, οι κάτοικοι θέλησαν να μάθουν το λόγο για τον οποίο άργησε να επιστρέψει με το νερό από την πηγή. Ο κόρακας αφού άφησε κάτω την υδρία και το φίδι, και ισχυρίστηκε ότι το συγκεκριμένο φίδι ρουφούσε το νερό από την πηγή, με αποτέλεσμα αυτή να αρχίσει να ξεραίνεται. Έπειτα τους είπε πως όταν το φίδι αποκοιμήθηκε, αυτός γέμισε την υδρία με το νερό και γράπωσε και το φίδι για να το παρουσιάσει στους κατοίκους.Οι άνθρωποι τον πίστεψαν και σκότωσαν το φίδι χτυπώντας το με πέτρες και ξύλα. Όμως, το φίδι αυτό ήταν του θεού Απόλλωνα, και ο θεός του φωτός οργισμένος αποφάσισε να τιμωρήσει τον κόρακα για το ψέμα του. Έτσι από εκείνη την ημέρα, κάθε φορά που ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από κάποια πηγή, αυτή στέρευε. Κράτησε πολύ καιρό το μαρτύριο αυτό της δίψας του κόρακα, μέχρι που ο Απόλλωνας τον λυπήθηκε και τον έκανε αστέρι στον ουρανό. Από τότε, όταν κάποιος διψούσε πολύ, έλεγε τη φράση « Κοράκιασα από τη δίψα ». Και αυτή η φράση έχει παραμείνει ως τις μέρες μας...

Ο κλέψας του κλέψαντος.
Αρχαία ελληνική έκφραση, (Αλωπεκίζειν προς ετέρα αλώπεκα). Παροιμία που λεγόταν για τους απατεώνες και μάλιστα σε περιπτώσεις που κάποιος εξ αυτών, επιχειρούσε να εξαπατήσει άλλον απατεώνα.

Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας.
Φράση που χρησιμοποιείται για να υποδείξει δολιότητα. Κατά την διάρκεια του Τρωικού πολέμου, O Λαοκόων ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα, προειδοποίησε τους συμπατριώτες του Τρώες, (μάταια) να μη δεχθούν το δώρο που πρόσφεραν οι Έλληνες -οι Δαναοί- στους Τρώες, όταν υποτίθεται ότι αποφάσισαν να τερματίσουν την πολιορκία τους. To προκείμενο δώρο ήταν, εννοείται, ο Δούρειος ίππος. Δώρο που αποδείχθηκε θανάσιμο και καταστροφικό για τους Τρώες, και την αγαπημένη τους πόλη, την Τροία.


Καβάλησε το καλάμι.
Είναι μια έκφραση που ίσως προέρχεται από την Αρχαία Ελλάδα. Οι Σπαρτιάτες το έλεγαν για να πειράξουν τον Αγησίλαο. Ο Αγησίλαος αγαπούσε πολύ τα παιδιά του και όταν ήταν μικρά έπαιζε μαζί τους, καβαλώντας σαν σε άλογο, ένα καλάμι. Κάποια μέρα όμως τον είδε ένας φίλος του σε αυτή την στάση και ο Αγησίλαος τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα σε κανέναν. Αλλά εκείνος δεν κράτησε τον λόγο του και το είπε σε άλλους, για να διαδοθεί σιγά – σιγά σε όλους και να φθάσει στις μέρες μας, με αλλαγμένη την ερμηνεία του (το λέμε όταν θέλουμε να πούμε για κάποιον ότι πήραν τα μυαλά του αέρα).

Σε τρώει ή μύτη σου, ξύλο θα φας.
Στην αρχαία Ελλάδα πίστευαν πως ο «κνησμός», η φαγούρα, δηλαδή, του σώματος, ήταν προειδοποίηση των Θεών. Πίστευαν πως όταν ένας άνθρωπος αισθανόταν φαγούρα στα πόδια του, θα έφευγε σε ταξίδι. Όταν πάλι τον έτρωγε η αριστερή του παλάμη, θα έπαιρνε δώρα. Η πρόληψη αυτή έμεινε ως τα χρόνια μας. «Με τρωει το χέρι μου χρήματα θα πάρω», συνηθίζουμε να λέμε όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι όμως, θεωρούσαν γρουσουζιά, όταν αισθανόταν φαγούρα στην πλάτη, στο λαιμό, στα αφτιά και στη μύτη. Κάποτε για παράδειγμα, ο βασιλιάς της Σπάρτης Άγις, ενώ έκανε πολεμικό συμβούλιο με τους αρχηγούς του, είδε ξαφνικά κάποιον από αυτούς να ξύνει αφηρημένος το αφτί του. Αμέσως σηκώθηκε πάνω και διέλυσε το συμβούλιο.- Θα έχουμε αποτυχία οπωσδήποτε. Οι θεοί προειδοποίησαν τον Αρίσταρχο. Ας αναβάλουμε για αργότερα την εκστρατεία...Οι Σπαρτιάτες πίστευαν ακόμη ότι τα παιδιά που αισθάνονταν φαγούρα στη μύτη τους, θα γινόντουσαν κακοί πολεμιστές. Έτσι, όταν έβλεπαν κανένα παιδί να ξύνει τη μύτη του, το τιμωρούσαν, για να μην την ξαναξύσει άλλη φορά. Από την πρόληψη αυτή βγήκε η φράση : «η μύτη σου σε τρώει, ξύλο θα φας».

Πράσσειν άλογα.
Όταν κάποιος σε μία συζήτηση μας λεει πράγματα με τα οποία διαφωνούμε ή μας ακούγονται παράλογα, συνηθίζουμε να λέμε: « Τί είναι αυτά που μου λες; Αυτά είναι αηδίες και πράσσειν άλογα»...Το «πράσσειν άλογα» λοιπόν, δεν είναι πράσινα άλογα όπως πιστεύει πολύς κόσμος, αλλά αρχαία ελληνική έκφραση...Προέρχεται εκ του ενεργητικού απαρέμφατου του ρήματος «πράττω» ή/και «πράσσω» (τα δύο τ, αντικαθίστανται στα αρχαία και από δύο σ), που είναι το «πράττειν» ή/και «πράσσειν» και του «άλογο» που είναι ουσιαστικά το ουσιαστικό «λόγος» που σημαίνει λογική (σε μία από τις έννοιες του) με το α στερητικό μπροστά. Α-λογο το παράλογο, δηλαδή ,Πράσσειν άλογα, το να κάνει κανείς παράλογα πράγματα...

Ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη.
Σ' έναν από τους μύθους του Αισώπου διαβάζουμε, πως ένας άσωτος και σπάταλος νέος, αφού έφαγε όλη του την περιουσία, δεν του είχε απομείνει παρά ο καινούριος του χονδρός εξωτερικός μανδύας. Κάποια μέρα, λοιπόν, που τυχαία είδε ένα χελιδόνι να πετάει έξω από το παράθυρό του, φαντάστηκε πως ο χειμώνας είχε περάσει και πως ήρθε πια η άνοιξη. Πούλησε τότε και το μανδύα σαν αχρείαστο. Αλλά το χειμωνιάτικο κρύο είχε άλλη γνώμη και ξαναγύρισε την άλλη μέρα πιο τσουχτερό. Οι αρχαίοι χρησιμοποιούσαν τη φράση αυτή με τα λόγια: « μία χελιδών έαρ ου ποιεί». Κατά τον Αριστοτέλη: «Το γάρ έαρ ούτε μία χελιδών ποιεί ούτε μία ημέρα». Επίσης, συγγενική είναι η φράση: «Μ' ένα χελιδόνι, καλοκαίρι δεν κάνει, ούτε μια μέλισσα μέλι» και «μ' ένα λουλούδι καλοκαίρι δε γίνεται».

Κροκοδείλια δάκρυα.
Ο κροκόδειλος όταν θέλει να ξεγελάσει το θύμα του, κρύβεται και βγάζει κάτι παράξενους ήχους, που μοιάζουν καταπληκτικά με κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι, αυτοί που τον ακούν, νομίζουν ότι πρόκειται για κάποιο παιδάκι και τρέχουν να το βοηθήσουν... Ο κροκόδειλος τότε επιτίθεται ξαφνικά και σκοτώνει το θύμα του. Στην αρχαία Ελλάδα ο κροκόδειλος ήταν άγνωστος, οι Έλληνες όμως έμαθαν για αυτόν από τους Φοίνικες εμπόρους, που τους γέμιζε με τρόμο και θαυμασμό για την δύναμη και την πανουργία του κροκόδειλου . Έτσι λοιπόν, παρόλο που στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κροκόδειλοι, τα «κροκοδείλια δάκρυα», που λέμε σήμερα γι' αυτούς που ψευτόκλαινε, είναι φράση καθαρά αρχαία ελληνική.

Άρες μάρες κουκουνάρες.
Η Έκφραση προέρχεται από αρχαίες Ελληνικές κατάρες. Στον ενικό η λέξη είναι Κατάρα Κατ-άρα Με την πάροδο των χρόνων για λόγους καθαρά εύηχους και μόνο προσετέθη και το «Μ». Δηλαδή: Κατ-άρα-μάρα. Και έτσι στη νεότερη ελληνική έγινε -αρα-μάρα, άρες μάρες, έβαλαν και την «κούφια» ομοιοκατάληκτη λέξη κουκουνάρες (κούφια δεν είναι τα κουκουνάρια;)και δημιουργήθηκε αυτή η καινούρια φράση! την λέμε όταν θέλουμε να δηλώσουμε πως ακούσαμε κάτι χωρίς νόημα και χωρίς ουσία!

Αναγκαίο κακό.
Τη φράση αυτή τη βρίσκουμε για πρώτη φορά σ' ένα στίχο του Μένανδρου (342-291 π.Χ.),που μιλάει για το γάμο. Ο ποιητής γράφει ότι ο γάμος «...εάν τις την Αλήθειαν σκοπή, κακόν μεν εστίν, άλλ' αναγκαίον κακόν». Δηλαδή: Εάν θέλουμε να το εξετάσουμε στο φως της αλήθειας, ο γάμος είναι μεν ένα κακό, αλλά «αναγκαίον κακόν». Σ' ένα άλλο απόσπασμα του Μένανδρου διαβάζουμε -ίσως για παρηγοριά για τα παραπάνω- την εξής περικοπή: «Πάντων ιατρός των αναγκαίων κακών χρόνος εστίν». Επίσης: «αθάνατον εστί κακόν αναγκαίον γυνή». Δηλαδή, η γυναίκα είναι το αιώνιο αναγκαίο κακό

Κατά φωνή κι ο γάιδαρος।
Στην αρχαιότητα , όταν ένας γάιδαρος φώναζε πριν αρχίσει μια μάχη, νόμιζαν ότι οι θεοί τους προειδοποιούσαν για τη νίκη. Κάποτε ο Φωκίωνας ετοιμαζόταν να επιτεθεί στους Μακεδόνες του Φιλίππου, αλλά δεν ήταν και τόσο βέβαιος για το αποτέλεσμα, επειδή οι στρατιώτες του ήταν λίγοι. Τότε αποφάσισε ν' αναβάλει για μερικές μέρες την επίθεση, ώσπου να του στείλουν τις επικουρίες, που του είχαν υποσχεθεί οι Αθηναίοι. Πάνω, όμως, που ήταν έτοιμος να διατάξει υποχώρηση, άκουσε ξαφνικά τη φωνή ενός γαϊδάρου από το στρατόπεδο του. - Κατά φωνή κι ο γάιδαρος! έκανε ενθουσιασμένος ο Φωκίωνας. Και διέταξε ν' αρχίσει η επίθεση, με την οποία νίκησε τους Μακεδόνες. Από τότε ο λόγος έμεινε, και τον λέμε συχνά, όταν βλέπουμε ξαφνικά κάποιο φίλο μας, που δεν τον περιμέναμε.

Δεν ιδρώνει τ' αυτί του.
Την φράση αυτή την χρωστάμε στον πατέρα της Ιατρικής τον Ασκληπιό. Όταν κάποια νεαρή τον ρώτησε, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να κάνει τον νεαρό που της άρεσε να την αγαπήσει, αυτός απάντησε : «Να τον κλείσεις σ' ένα πολύ ζεστό δωμάτιο, την συμβούλευσε, και αν ιδρώσουν τ αφτιά του, θα σ αγαπήσει. Αν δεν ιδρώσουν, μην παιδεύεσαι άδικα». Από την περίεργη αυτή συμβουλή του Ασκληπιού, έμεινε ως τα χρόνια μας η φράση «δεν ιδρώνει τ' αυτί του», που τη λέμε συνήθως, για τους αναίσθητους και αδιάφορους.

Δίνω τόπο στην οργή.
Δώσε τόπο της οργής», φράση που την βρίσκουμε στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή (718): «είκε θυμώ και μετάστασιν δίδου». Αυτά τα λόγια λεει ο Αίμωνας στον πατέρα του τον Κρέοντα , που επιμένει να τιμωρήσει την Αντιγόνη, γιατί δεν υπάκουσε στη διαταγή του και έθαψε τον αδελφό της Πολυνείκη. «Είκε» σημαίνει υποχώρησε, «θυμώ και» αντί «και θυμώ μετάοτασιν δίδου» , δηλαδή, και άλλαξε γνώμη, δηλαδή, δώσε τόπο στην οργή. Στις «Ευμενίδες» του Αισχύλου (847) λεει η θεά Αθηνά στο Χορό (των Ευμενίδων): «οργάς ξυνοίσω σοι γεραιτέρα γαρ ει». Η λ έξη οργή έχει και τη σημασία: διάθεσης, των αισθημάτων, όπως κι εδώ «θα δώσω τόπο στην οργή», θα υποχωρήσω και θα ανεχθώ τις διαθέσεις σου (ξυνοίσω που σημαίνει συνοίσω , μέλλων του συμφέρω, εδώ ανέχομαι, συγχωρώ, υπομένω), γιατί είσαι γεροντότερη (Ευριπ. Ελ. 80, Απόσπ. 31) «οργή είκειν» κ.ά.

Κάλλιο αργά παρά ποτέ.
Όταν ο Σωκράτης, σε περασμένη πια ηλικία αποφάσισε να μάθει κιθάρα, τον πείραξαν οι φίλοι του, λέγοντας του: «Γέρων ών κίθαριν μανθάνεις;...». Κι ο Σωκράτης τότε απάντησε: «Κάλλιον οψιμαθής ή αμαθής (παραμένειν)».


Του πήρε τον αέρα..
Η έκφραση αυτή έχει παραμείνει από την αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα από τις ναυμαχίες που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες. Οποίος μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα τον αέρα μπορούσε να κινηθεί πιο γρήγορα άρα και να νικήσει. Έτσι οποίος έπαιρνε τον αέρα ήταν και ο νικητής.

Αέρα!
Στην αρχαία Ελλάδα, όταν άρχιζε κάποια μάχη, οι πολεμιστές έπεφταν πάνω στον αντίπαλό τους, φωνάζοντας «αλαλά», λέξη που δεν είχε κανένα νόημα, αλλά ήταν απλώς πολεμική κραυγή. Απ' αυτό, ωστόσο, βγήκε η λέξη «αλαλάζω» και η αρχαία φράση «ήλόλαζον την νίκην». Ο αλαλαγμός χρησιμοποιήθηκε και στους νεότερους πολέμους, τόσο για εμψύχωση των πολεμιστών, ιδίως στις εφόδους, όσο και σαν επωδός της νίκης, αφού αντικαταστάθηκε η λέξη «Αλαλά» με τη λέξη «Aέρα». Αλλά ποιο ήταν πάλι το γεγονός εκείνο που έκανε τη λέξη «Αέρα» να επικρατήσει σαν πολεμική κραυγή;Κατά την πολιορκία των Ιωαννίνων (1912-13), οι οβίδες του εχθρού, που χτυπούσαν εναντίον των οχυρωματικών θέσεων του στρατού μας, δεν έφερναν σχεδόν κανένα αποτέλεσμα, εκτός από το δυνατό αέρα, που δημιουργούσαν ολόγυρα οι εκρήξεις. Σε κάθε τέτοια, λοιπόν, αποτυχημένη βολή, οι Έλληνες στρατιώτες -προπαντός όμως οι θρυλικοί Τσολιάδες- φώναζαν όλοι μαζί «Αέρα!», θέλοντας με τον τρόπο αυτό να εκδηλώσουν τη χαρά τους για την εχθρική αποτυχία (ειπώθηκε για πρώτη φορά από εύζωνα του 1/38 Συντάγματος Ευζώνων). Η λέξη, όμως, «Αέρα» έγινε ένα πραγματικό σύμβολο κατά τον πόλεμο της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Τα τσούξαμε.
Στην αρχαιότητα, υπήρχαν πολλές γυναίκες, που έπιναν πολύ κρασί, ανακατεύοντας το ποτό τους με μια ειδική σκόνη, που έκανε το κρασί να γίνεται πιο πικάντικο. Απ' αυτό βγήκε και η φράση «τα τσούξαμε».

Ες αύριον τα σπουδαία.
Αυτή η παροιμιακή φράση είναι του Πλουτάρχου, από το βίο του Πλουτάρχου που αναφέρεται στον Πελοπίδα. Ανήκει στον Θηβαίο στρατηγό Αρχία (4ος αι. π.Χ.), φίλο των Σπαρτιατών, όταν σε ένα συμπόσιο κάποιος του πήγε ένα γράμμα, που περιείχε την πληροφορία ότι κινδύνευε από τους δημοκρατικούς και τον Πελοπίδα που είχε επιστρέψει στη Θήβα από την Αθήνα κρυφά. Βρισκόμαστε στο 379 π.Χ. Ο Αρχίας, πάνω στο γλέντι και μέσα στη χαρά του, πάνω στη μέθη της δύναμής του και της εξουσίας, αμέλησε να το ανοίξει. Αντί να ανοίξει την επιστολή και να τη διαβάσει, την έβαλε στην άκρη λέγοντας «εις αύριον τα σπουδαία», δηλαδή αύριο 8α διαβάσω τα σημαντικά πράγματα που περιέχει αυτή η επιστολή. Αυτό ήταν και το λάθος του. Σε λίγο δολοφονήθηκε και αυτός και οι φίλοι του.

Από μηχανής θεός.
Με την φράση «από μηχανής θεός» χαρακτηρίζουμε ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός, που με την απροσδόκητη εμφάνισή του, δίνει μια λύση ή μια νέα εξέλιξη σε περίπτωση αμηχανίας ή διλήμματος. Η καταγωγή της έκφρασης αυτής, ανάγεται στην αρχαία ελληνική δραματική ποίηση και ειδικότερα στην τραγωδία. Συγκεκριμένα, σε αρκετές περιπτώσεις ο τραγικός ποιητής οδηγούσε σταδιακά την εξέλιξη του μύθου σ' ένα σημείο αδιεξόδου, με αποτέλεσμα η εξεύρεση μιας λύσης να είναι πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Τότε, προκειμένου το θεατρικό έργο να φτάσει σε ένα τέλος, συνέβαινε το εξής: εισαγόταν στο μύθο ένα θεϊκό πρόσωπο, που με την παρέμβασή του έδινε μια λύση στο αδιέξοδο και το έργο μπορούσε πλέον να ολοκληρωθεί ομαλά. Η έκφραση «ο από μηχανής θεός» καθιερώθηκε, επειδή αυτό το θεϊκό πρόσωπο εμφανιζόταν στη σκηνή του θεάτρου με τη βοήθεια της «μηχανής», δηλαδή ενός ξύλινου γερανού, ώστε να φαίνεται ότι έρχεται από ψηλά, ή καμιά φορά από καταπακτή, εάν επρόκειτο για θεό του Άδη . Ουσιαστικά, δηλαδή, πρόκειται για μια περίπτωση επιφάνειας (θεϊκής δηλαδή εμφάνισης στους θνητούς), που συνέβαινε στο τέλος μιας τραγωδίας, διευκολύνοντας τον τραγικό ποιητή να δώσει μια φυσική λύση στο μύθο του έργου του.

Τα σπάσαμε.
Οι αρχαίοι Κρήτες την παραμονή του γάμου τους, συγκέντρωναν σε ένα μεγάλο δωμάτιο διάφορα πήλινα βάζα κι ενώ τραγουδούσαν και χόρευαν, τα έσπαζαν ένα ένα. Η συνήθεια αυτή με τον καιρό, γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα. Από αυτή την συνήθεια βγήκε η φράση «τα σπάσαμε» που τη λέμε μετά από κάθε διασκέδαση.

Τρωει τα νύχια του για καυγά.
Ένα από τα αγαπημένα θεάματα των Ρωμαίων και αργότερα των Βυζαντινών, ήταν η ελεύθερη πάλη. Οι περισσότεροι από τους παλαιστές, ήταν σκλάβοι, που έβγαιναν από το στίβο με την ελπίδα να νικήσουν και να απελευθερωθούν. Στην ελεύθερη αυτή πάλη επιτρέπονταν τα πάντα γροθιές, κλωτσιές, κουτουλιές, ακόμη και το πνίξιμο.Το μόνο που απαγορευόταν αυστηρά ήταν οι γρατσουνιές. Ο παλαιστής έπρεπε να νικήσει τον αντίπαλό του, χωρίς να του προξενήσει την παραμικρή αμυχή με τα νύχια, κάτι που δεν ήταν εύκολο, καθώς τα νύχια των σκλάβων, ήταν μεγάλα και σκληρά από τις βαριές δουλειές που έκαναν.Γι' αυτό λίγο προτού βγουν στο στίβο, άρχιζαν να τα κόβουν, όπως μπορούσαν, με τα δόντια τους. Από το γεγονός αυτό βγήκε κι η φράση «τρωει τα νύχια του για καβγά».
.

 Για ψύλλου πήδημα.
Από τον πρώτο αιώνα η επικοινωνία των Ρωμαίων με τον ασιατικό κόσμο, είχε σαν αποτέλεσμα την εισαγωγή πληθώρας γελοίων και εξευτελιστικών δεισιδαιμονιών, που κατέκλυσαν όλες τις επαρχίες της Ιταλίας. Εκείνοι που φοβόντουσαν το μάτιασμα, κατάφευγαν στις μάγισσες, για να τους ξορκίσουν μ' ένα πολύ περίεργο τρόπο: Οι μάγισσες αυτές είχαν μερικούς γυμνασμένους ψύλλους, που πηδούσαν γύρω από ένα πιάτο με νερό. Αν ο ψύλλος έπεφτε μέσα και πνιγόταν, τότε αυτός που τον μάτιασε ήταν εχθρός. Αν συνέβαινε το αντίθετο -αν δεν πνιγόταν δηλαδή-τότε το μάτιασμα ήταν από φίλο, πράγμα που θα περνούσε γρήγορα. Κάποτε μια μάγισσα υπέδειξε σ' έναν πελάτη της ένα τέτοιο εχθρό με τ' όνομα του. Εκείνος πήγε, τον βρήκε και τον σκότωσε. Έτσι άρχισε μια φοβερή «βεντέτα» ανάμεσα σε δύο οικογένειες, που κράτησε πολλά χρόνια. Ωστόσο, από το δραματικό αυτό επεισόδιο, που το προξένησε μια ανόητη πρόληψη, βγήκε και έμεινε παροιμιακή η φράση: «Για ψύλλου πήδημα».

Του έδωσε τα παπούτσια στο χέρι.
Με τη φράση αυτή εννοούμε ότι κάποιον τον διώχνουμε, τον απολύουμε από τη δουλειά του για διάφορους λόγους. Αυτή η έκφραση ξεκίνησε από ένα παλιό έθιμο, που είχε την πρώτη εφαρμογή του στη Βαβυλωνία. Όταν ο βασιλιάς ήθελε να αντικαταστήσει έναν άρχοντα, είτε γιατί ήταν ανεπαρκής, είτε γιατί με κάποια σφάλματά του είχε πέσει στη δυσμένειά του, του έστελνε ένα ζευγάρι από παλιά παπούτσια με γραμμένο από κάτω το όνομα αυτού που το λάβαινε. Το έθιμο αυτό το πήραν από τους Βαβυλώνιους και οι Βυζαντινοί και το διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια της αυτοκρατορίας. Σχέση έχει και η άλλη φράση που λέμε: «σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια». Δηλαδή δεν σε υπολογίζω, δε σου δίνω αξία, σημασία, σε αγνοώ.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...