Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Το Όραμα της Ειρήνης: Από την Καρδιά στην Οικουμένη

Στην ορθόδοξη παράδοση, η ειρήνη δεν εκλαμβάνεται απλώς ως μια διπλωματική συμφωνία ή η προσωρινή απουσία πολέμου. Είναι ένας «ώριμος καρπός» που προϋποθέτει τη ριζική αναγνώριση της αξίας του ανθρώπινου προσώπου ως «εικόνας Θεού».

Η αληθινή ειρήνη ξεκινά από τα βάθη της ψυχής. Ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ δίδασκε χαρακτηριστικά: «Απόκτησε την εσωτερική ειρήνη και τότε χιλιάδες άνθρωποι γύρω σου θα βρουν τη σωτηρία». Αυτή η εσωτερική γαλήνη είναι το μόνο αντίδοτο στον εγωκεντρισμό, ο οποίος, σύμφωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, αποτελεί τη «μητέρα των αιρέσεων» και τη ρίζα κάθε σύγκρουσης, είτε προσωπικής είτε παγκόσμιας.

 Η Εκκλησία ονομάζει το μήνυμα του Χριστού «Ευαγγέλιο της Ειρήνης». Ο Χριστός δεν προσφέρει μια επιφανειακή ηρεμία, αλλά μια ειρήνη που «ο κόσμος δεν μπορεί να δώσει», ικανή να στηρίξει τον άνθρωπο ακόμα και μέσα σε συνθήκες μαρτυρίου και δοκιμασίας.

Η ειρήνη απαιτεί την ανθρώπινη συνεργία και διαρκή πνευματικό αγώνα. Ο δρόμος προς την παγκόσμια καταλλαγή περνά μέσα από τη συγχώρεση και τον σεβασμό στη μοναδικότητα κάθε λαού. Όπως γράφει ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος, η ειρήνη είναι η ιερή στιγμή όπου «η ψυχή του ανθρώπου γίνεται ήλιος στο σύμπαν και ο ήλιος ψυχή μέσα στον άνθρωπο».

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Μια παράξενη αλληλογραφία

Παραθέτω δύο αυθεντικές επιστολές, του Αϊνστάιν και του Φρόιντ τις οποίες είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους μετά από πρόσκληση της Κοινωνίας των Εθνών τον περασμένο αιώνα.

Το θέμα της αλληλογραφίας των δύο σοφών είναι η δυνατότητα απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον φόβο του πολέμου. Οι επιστολές αυτές που γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1932, έχουν τεράστιο ενδιαφέρον γιατί το θέμα του πολέμου δεν είναι ούτε χθεσινό, ούτε σημερινό – είναι αιώνιο.

Η επιστολή του Αϊνστάιν

Πότσδαμ, 30 Ιουλίου 1932

Αγαπητέ κ. Φρόιντ,

Η πρόταση , η οποία μου έγινε από την Κοινωνία των Εθνών και από το «Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας» των Παρισίων, να επιλέξω κάποιον για μια ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα της εκλογής μου, μου προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσω μαζί σας ένα ερώτημα, το οποίο, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες, εμφανίζεται από τα πιο επείγοντα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός. Το ερώτημα είναι : υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την μοίρα του πολέμου; Είναι πια γνωστό ότι με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον πολιτισμό. Εν τούτοις, παρά την καλή μου θέληση, όλες οι προσπάθειες δεν έχουν καταλήξει σε τίποτα το συγκεκριμένο. Έχοντας απαλλαγή από εθνικιστικές προκαταλήψεις, έχω έναν απλό τρόπο αντιμετωπίσεως της εξωτερικής όψεως, δηλαδή της οργανωτικής, του προβλήματος: τα κράτη να δημιουργήσουν ένα νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο να αναλάβει την εξομάλυνση όλων των διαφορών που αναφύονται μεταξύ τους. Σήμερα, όμως στερούμεθα αυτού του υπερεθνικού οργάνου, το οποίο, θα ήταν σε θέση να εκδίδει αδιαφιλονίκητες αποφάσεις και να επιβάλλει δυναμικά την εκτέλεση των αποφάσεών του. Φθάνω έτσι στο πρώτο μου αξίωμα: Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διεθνής ειρήνη, επιβάλλεται όπως κάθε κράτος παραιτηθεί, μέσα σε λογικά όρια, από μερικά των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Αυτός είναι αναμφισβήτητα ο μόνος δρόμος για να φθάσουμε σε παρόμοια ειρήνη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΞΙΩΜΑ

Η αποτυχία, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν την τελευταία δεκαετία προς αυτή την κατεύθυνση, μας πείθει ότι επεμβαίνουν ισχυροί ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι παραλύουν κάθε προσπάθεια. Μερικοί από τους εν λόγω παράγοντες είναι προφανείς. Η δίψα της εξουσίας της κρατούσης τάξεως είναι, σε όλα τα κράτη, αντίθετη προς κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Αυτή η υπέρμετρη επιθυμία πολιτικής εξουσίας συμβαδίζει με τους στόχους εκείνων, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο σε οικονομικά πλεονεκτήματα. Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτή την περιορισμένη, αλλά αποφασιστική ομάδα, η οποία, δραστήρια σε κάθε κράτος και αδιάφορη προς κάθε «κοινωνικό περιορισμό», βλέπει στον πόλεμο, δηλαδή στην κατασκευή και πώληση πυρομαχικών, απλώς και μόνο μια ευκαιρία προωθήσεως των ατομικών της συμφερόντων. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μειονότητα να κατορθώνει να υποδουλώνει στην απληστία της την μάζα του λαού, η οποία το μόνο που περιμένει από ένα πόλεμο είναι να υποφέρει και να χάση; Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι η μειονότητα, η οποία εκ περιτροπής κατέχει την εξουσία, εξουσιάζει πριν απ’ όλα το σχολείο και τον Τύπο και, επί πλέον, τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να κατευθύνει και να παραπλανά τα αισθήματα της μάζας, καθιστώντας την όργανο της πολιτικής της. Ωστόσο, και αυτή η απάντηση δεν δίνει μια ολοκληρωμένη εξήγηση και προκαλεί ένα επόμενο ερώτημα : Πώς είναι δυνατόν η μάζα να αφήνεται να εξάπτεται με τα μέσα που αναφέραμε, φθάνοντας στο πάθος και το ολοκαύτωμά της;

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μια δυνατή απάντηση: Γιατί στον άνθρωπο είναι έμφυτη η ευχαρίστηση του μίσους και της καταστροφής.Υπό ομαλές συνθήκες, το πάθος αυτό παραμένει εν υπνώσει και και αφυπνίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι εύκολο όμως το πάθος αυτό να μεταβληθεί σε ομαδική ψύχωση. Φθάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη των ανθρώπων σε τρόπο ώστε να καταστεί ικανός να αντισταθεί στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στις λεγόμενες αμόρφωτες μάζες. Η πείρα αποδεικνύει ότι εκείνη που υποκύπτει πρώτη σε αυτές τις ομαδικές καταστρεπτικές υποβολές, είναι η λεγόμενη «διανόηση». Γιατί ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, την οποία ζει μέσα από την πιο εύκολη συνοπτική μορφή της: την τυπωμένη σελίδα.Καταλήγω: Αναφέρθηκα έως τώρα σε πολέμους μεταξύ κρατών, δηλαδή σε διεθνείς πολέμους. Έχω όμως πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το επιθετικό ένστικτο ενεργεί και υπό άλλες συνθήκες: αναφέρομαι στους εμφυλίους πολέμους π.χ., τους οφειλόμενους κάποτε σε θρησκευτικό φανατισμό και κάποτε, όπως σήμερα σε κοινωνικούς παράγοντες, ή ακόμη στις φυλετικές καταστάσεις μειονοτήτων. Ξέρω ότι στα βιβλία σας μπορούμε να βρούμε σαφείς ή έμμεσες απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά αυτού του προβλήματος. Που είναι και επείγον και απαράγραπτο. Θα ήταν ωστόσο πάρα πολύ χρήσιμο σε όλους μας, αν μας εκθέτατε το πρόβλημα της παγκοσμίου ειρήνης υπό το φως των τελευταίων ανακαλύψεών σας, γιατί αυτό θα μας δείξει τον δρόμο για νέους και αποτελεσματικούς τρόπους δράσεως.

Εγκάρδια δικός σας

ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΙΝΣΤΑΙΝ

Η επιστολή του Φρόιντ

Βιέννη Σεπτέμβριος 1932

Αγαπητέ κ. Αϊνστάιν,

Αρχίζετε με τη σχέση μεταξύ νόμου και δυνάμεως. Μπορώ να αντικαταστήσω τη λέξη «δύναμη» με την πιο σκληρή και ωμή λέξη «βία»; Δίκαιο και βία αποτελούν για μας όρους εκ διαμέτρου αντίθέτους.

Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα ανεπτύχθη από το άλλο. Και, αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα για να επαληθεύσουμε ότι αυτό ίσχυε ανέκαθεν, η λύση του προβλήματος δεν θα είναι δύσκολη.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων λύονται κατ’ αρχήν με τη χρήση βίας. Αυτό συμβαίνει σε όλο το ζωικό βασίλειο, στο οποίο ανήκει και ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο, όμως, θα πρέπει, για την αλήθεια, να προσθέσουμε και τις ιδεολογικές συγκρούσεις οι οποίες, προκειμένου να είναι αποφασιστικές απαιτούν μια άλλη τακτική. Αυτό όμως συνέβη αργότερα, όπως θα δούμε συνέχεια.

Αρχικά, σε μια μικρή ανθρώπινη ομάδα, η μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη αποφάσιζε σε ποιόν θα ανήκε κάτι, ή τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Σύντομα όμως η μυϊκή δύναμη αντικατεστάθη από την χρήση οργάνων: νικούσε όποιος είχε το καλύτερο όπλο, ή το χρησιμοποιούσε με περισσότερη επιτηδειότητα.

Με την εμφάνιση των όπλων, η πνευματική υπεροχή αρχίζει και παίρνει τη θέση της κτηνώδους μυϊκής δυνάμεως, παρ’ όλο ότι ο τελικός σκοπός του αγώνος παραμένει ο ίδιος: το ένα από τα δύο μέρη υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις του, ή τις αντιρρήσεις του.

Αυτό επιτυγχάνεται κατά τρόπο ριζικότερο, όταν η βία εξουδετερώνει οριστικά τον αντίπαλο, δηλαδή τον σκοτώνει. Το σύστημα αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα: ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να επαναρχίσει τις εχθροπραξίες και ότι η τύχη του αποθαρρύνει τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.

Καμιά φορά, όμως, την απόφαση του φόνου ανατρέπει η σκέψη ότι ο εχθρός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υπηρετικά καθήκοντα, εάν τρομοκρατηθεί και του χαριστεί η ζωή. Στην περίπτωση αυτή η βία περιορίζεται να κάνη υποχείριο της αντί να τον σκοτώσει. Αλλά ο νικητής θα έχει στο εξής να αντιμετωπίζει την μανία της εκδικήσεως του ηττημένου, ο οποίος θα βρίσκεται σε συνεχή αναμονή.

Το δικαίωμα της αντιθέσεως στη βία.

Αυτή, λοιπόν, ήταν αρχικά η κατάσταση: η επικράτηση του ισχυροτέρου, της κτηνώδους βίας, ή της βίας που την στήριζε η ευφυΐα. Γνωρίζουμε ότι αυτό το καθεστώς μετεβλήθη στην διάρκεια της εξελίξεως, ότι ένας δρόμος οδήγησε από την βία στο δίκαιο, στο νόμο. Ποιος, όμως; Κατά την γνώμη μου, εκείνος ο δρόμος που περνούσε από την διαπίστωση ότι η μεγαλύτερη δύναμη του ενός μπορούσε να αντιμετωπιστεί από την ένωση των περισσοτέρων αδυνάτων.

Η ισχύς εν τη ενώσει.

Η βία καταπολεμείται από την συνένωση των πολλών και η δύναμη αυτών που συνενώθηκαν εκπροσωπεί τώρα το δικαίωμα της αντιθέσεως στην βία του ενός. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το δίκαιο είναι η δύναμη μιας κοινότητος. Η οποία παραμένει πάντα βία, έτοιμη να εκδηλωθεί εναντίον εκεινού που της αντιτίθεται, ενεργεί με τα ίδια μέσα, ακολουθεί τους ίδιους σκοπούς. Στην πραγματικότητα, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θριαμβεύει πια η βία του ενός αλλά η βία της κοινότητος. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα της βίας στο νέο δίκαιο, πρέπει να εκπληρωθεί μια ψυχολογική προϋπόθεση. Η ένωση των πολλών θα πρέπει να είναι μόνιμη, σταθερή. Εάν πραγματοποιηθεί μόνο προς τον σκοπό να καταπολεμηθεί ο προπέτης για να διαλυθεί μετά την ήττα του, δεν επιτυγχάνεται τίποτα. Ο πρώτος που θα θεωρούσε τον εαυτό του ισχυρότερο, θα φιλοδοξούσε εκ νέου να κυριαρχήσει δια της βίας, και το παιχνίδι θα επαναλαμβανόταν χωρίς τέλος. Η κοινότητα οφείλει να παραμένει συνεχώς ηνωμένη, να προδιαγράψει τους κανόνες που θα προλαμβάνουν τις ανταρσίες, να διορίσει τα όργανα τα οποία θα αγρυπνούν για την τήρηση των κανόνων, των νόμων, και τα οποία όργανα θα προνοούν για την εκτέλεση των νομίμων πράξεων βίας. Σε μια παρόμοια κοινότητα συμφερόντων δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιας ηνωμένης ανθρώπινης ομάδος συναισθηματικοί δεσμοί, κοινά αισθήματα στα οποία στηρίζεται η πραγματική της δύναμη.



Σε τι χρησιμεύουν οι νόμοι.

Το πράγμα είναι απλό, σε όσο διάστημα η κοινότητα αποτελείται από ορισμένα άτομα εξ ίσου ισχυρά, οι νόμοι αυτής της «ομάδος» καθορίζουν μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να περιοριστεί η ελευθερία του κάθε ατόμου να χρησιμοποιεί την δύναμη του κατά τρόπο βίαιο, ώστε να καταστεί δυνατή μια ασφαλής κοινή ζωή.

Ένα όμως παρόμοιο ειρηνικό καθεστώς είναι νοητό μόνο θεωρητικά. Γιατί στην πραγματικότητα, οι περιστάσεις περιπλέκονται, για τον λόγο ότι η κοινότητα, ευθύς εξ αρχής, περιλαμβάνει εξ ίσου δυναμικά, άνδρες και γυναίκες, γονείς και παιδιά, και σύντομα, συνεπεία του πολέμου και των καθυποτάξεων, νικητές και ηττημένους, οι οποίοι μεταβάλλονται σε κυρίους και σκλάβους. Το δικαίωμα της κοινότητος καθίσταται τότε έκφραση της σχέσεως άνισων δυνάμεων στο εσωτερικό της, οι νόμοι γίνονται από, και για εκείνους, που διοικούν, οι οποίοι παραχωρούν ελάχιστα δικαιώματα σε αυτούς που καθυπέταξαν. Από την στιγμή εκείνη υπάρχουν στην κοινότητα δύο πηγές ανησυχίας, αλλά και τελειοποιήσεως του νόμου.

Πρώτον, η προσπάθεια του ενός ή του άλλου ατόμου για να υψωθεί υπεράνω των περιορισμών που ισχύουν για όλους για την επιστροφή συνεπώς από την βασιλεία του νόμου σε εκείνη της βίας και, δεύτερον την συνεχή προσπάθεια των υπηκόων για την απόσπαση περισσότερης εξουσίας και νομιμοποιήσεως αυτών των μεταβολών, δηλαδή από την ισότητα των νόμων για όλους, στην ισότητα των νόμων για μερικούς. Αυτή η εξελικτική διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική όταν εκδηλώνονται μετατοπίσεις της εξουσίας στο εσωτερικό της κοινότητος, όπως μπορεί να συμβεί λόγω ιστορικών αιτίων. Το δίκαιον, ο νόμος, μπορεί προσαρμοσθεί βαθμιαίως στις καινούργιες σχέσεις της εξουσίας ή, πράγμα που συμβαίνει συχνότερα, η κυρίαρχη τάξη να μη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτή την μεταβολή, οπότε φθάνουμε στην εξέγερση, στον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή σε μια προσωρινή κατάλυση του νόμου και σε νέες εκδηλώσεις βίας, μετά τις οποίες εγκαθιδρύεται μια νέα τάξη δικαίου. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και στους κόλπους μιας κοινότητας δεν αποφεύγεται η βίαια λύση των οικονομικών συγκρούσεων. Αλλά οι ανάγκες και η ταυτότητα των συμφερόντων, που προκύπτουν από την ζωή, ευνοούν μια γρήγορη λύση αυτών των αγώνων, ενώ η πιθανότητα ειρηνικής λύσεως αυτών των καταστάσεων αυξάνει συνεχώς. Μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, θα μας δείξει μια αδιάκοπη σειρά συγκρούσεων μεταξύ μιας κοινότητος και μιας άλλης, ή μεταξύ πολλών, μεταξύ πόλεων, χωρών, φυλών, λαών, κρατών, οι οποίες γίνονται σχεδόν πάντα δια της προσφυγής στην βία του πολέμου. Οι πόλεμοι αυτοί καταλήγουν ή σε λεηλασίες ή σε απόλυτη υποταγή του ενός από τον άλλον. Οι κατακτητικοί πόλεμοι δεν μπορούν να κριθούν συνολικά. Μερικοί, όπως των Τούρκων και των Μογγόλων, δεν προκάλεσαν παρά μόνο δυστυχία, ενώ άλλοι αντίθετα, συνετέλεσαν στην μετατροπή της βίας σε νόμο, δημιουργώντας μεγαλύτερες μονάδες, μέσα στις οποίες η δυνατότητα προσφυγής στην βία εξουδετερώνετο, ενώ μια νέα νομοθετική τάξη συνεβίβαζε τις διαφορές.

Όπως οι κατακτήσεις των Ρωμαίων έδωσαν στις μεσογειακές χώρες το πολύτιμο «Πάξ Ρομάνα».

Ο πόλεμος ως μέσον «αιώνιας ειρήνης»

Η απληστία των Γάλλων βασιλέων να επεκτείνουν τα κτήματά τους δημιούργησε μια Γαλλία ηνωμένη, ευημερούσα. Όσο κι’ αν αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο, θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν ένα ανάρμοστο μέσον για την εγκαθίδρυση της «αιώνιας» ειρήνης, γιατί επιτρέπει την δημιουργία αυτών των μεγάλων μονάδων μέσα στις οποίες μια ισχυρή κεντρική εξουσία καθιστά αδύνατο τον πόλεμο. Ωστόσο, δεν το κατορθώνει, γιατί οι επιτυχίες της κατακτήσεως κατά κανόνα δεν διαρκούν. Για ότι αφορά την εποχή μας οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα, στο οποίο καταλάβατε και εσείς από συντομότερο δρόμο. Μια ασφαλής πρόληψη του πολέμου είναι δυνατή μόνο εάν οι άνθρωποι συμφωνήσουν για την σύσταση μιας κεντρικής εξουσίας, στις οποίας την κρίση θα υποβάλλονται όλες οι διαφορές. Στην πρόταση αυτή περιέχονται δύο διαφορετικές ανάγκες: η δημιουργία ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου και να εξασφαλισθεί η απαιτουμένη εξουσία. Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.



Δύο αντίθετες παρορμήσεις.

Ας εξετάσουμε τώρα μια άλλη από τις προτάσεις σας. Απορείτε ότι είναι τόσο εύκολο να παρασυρθούν οι άνθρωποι στον πόλεμο και υποθέτετε ότι μέσα τους υπάρχει πράγματι μια παρόρμηση προς το μίσος και την καταστροφή. Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα. Πιστεύουμε πράγματι στην ύπαρξη αυτού του ενστίκτου και τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να μελετήσουμε τις εκδηλώσεις του. Θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μέρος της θεωρίας των ενστίκτων, στην οποίαν φθάσαμε έπειτα από πολλά λάθη και δισταγμούς. Εικάζουμε ότι οι παρορμήσεις του ανθρώπου είναι δύο ειδών: αυτές που τείνουν να διαιωνίσουν και να ενώσουν και τις οποίες αποκαλούμε ερωτικές και σεξουαλικές, και εκείνες που τείνουν να καταστρέψουν και να σκοτώσουν. Την τελευταία αυτή την αποκαλούμε «επιθετικά ή καταστρεπτικά ένστικτα».

Και οι δύο αυτές παρορμήσεις είναι εξ ίσου απαραίτητες, γιατί το φαινόμενο της ζωής εξαρτάται από την συμφωνία και την αντίθεσή τους. Φαίνεται όμως ότι ουδέποτε μια παρόρμηση του ενός τύπου μπορεί να δράση μεμονωμένος. Συνδέεται πάντοτε, ή, όπως λέμε, συμμειγνύετε, με ένα ποσοστό της άλλης, το οποίο ποσοστό τής μεταβάλλει τους σκοπούς, ή, αναλόγως των περιπτώσεων, επιτρέπει έτσι την επίτευξή τους. Έτσι, π.χ., το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως είναι ασφαλώς ερωτικό, χωρίς αυτό να εμποδίζει να προσφεύγει στην επιθετικότητα για να εκπληρώσει τον σκοπό της. Οι ανθρώπινες πράξεις αποκαλύπτουν και μια επιπλοκή διαφορετικού είδους. Σπανίως η πράξη είναι έργο ενός μόνο παρορμητικού κινήτρου, το οποίο, εξ άλλου, πρέπει να είναι συνδυασμός έρωτα και επιθετικότητας. Κανονικά, πρέπει να συντρέξουν πολλά παρόμοια κίνητρα για να καταστήσουν δυνατή την δράση. Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι παρακινούνται στον πόλεμο, μεσολαβεί μέσα τους μια ολόκληρη σειρά από συναίτια κίνητρα, ευγενή και χυδαία. Τα κίνητρα αυτά δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσουμε. Σε αυτά περιλαμβάνεται πάντα η ικανοποίηση της επιθέσεως και της καταστροφής. Αναρίθμητες ωμότητες της ιστορίας και της καθημερινής ζωής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη την δύναμή τους. Η ανάμιξη αυτών των καταστρεπτικών παρορμήσεων με άλλες παρορμήσεις, ερωτικές και ιδεολογικές , διευκόλυνε φυσικά την εκπλήρωσή τους. Ξεκινώντας από το δόγμα των παρορμήσεων, φθάνουμε σε ένα τύπο για να προσδιορίσουμε τους έμμεσους δρόμους της καταπολεμήσεως του πολέμου. Εάν η ροπή προς τον πόλεμο είναι προϊόν της καταστρεπτικής παρορμήσεως, τότε θα πρέπει να ανατρέξουμε για να την καταπολεμήσουμε στην ανταγωνιστική της παρόρμηση: στον έρωτα. Ό,τι προκαλεί συναισθηματικούς δεσμούς στους ανθρώπους, θα πρέπει να ενεργή έναντι του πολέμου.

Και τώρα θα ήθελα να συζητήσω ένα πρόβλημα, το οποίο δεν θίγετε στην επιστολή σας, και το οποίον με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί αγανακτούμε τόσο εναντίον του πολέμου; Γιατί δεν τον βλέπουμε σαν ένα από τους τόσους και αλγεινούς ολέθρους της ζωής; Ο πόλεμος φαίνεται να ταυτίζεται με την φύση, απόλυτα δικαιολογημένα και στην πραγματικότητα να θεωρείται αναπόφευκτος. Μη σας προξενεί φρίκη η ερώτηση. Η απάντηση υπάρχει: γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ζωή του, γιατί ο πόλεμος καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, θέτει τα άτομα υπό ατιμωτικές συνθήκες, τα υποχρεώνει, παρά την θέλησή τους, να σκοτώνουν άλλα άτομα, καταστρέφει πολύτιμες υλικές αξίες, προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας και πολλά άλλα. Επί πλέον ο πόλεμος υπό την σημερινή του μορφή, δεν δίνει καμιά ευκαιρία εκπληρώσεως του παλαιού ηρωικού ιδεώδους, ενώ ο αυριανός πόλεμος λόγω της τελειοποιήσεως των μέσων καταστροφής, θα σημαίνει την εξόντωση του ενός, ή και των δύο, αντιπάλων. Όλα είναι τόσο αληθινά και αδιαφιλονίκητα, που μας εκπλήττει το γεγονός ότι η προσφυγή στον πόλεμο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, βάσει μιας γενικής συμφωνίας της ανθρωπότητας. Από αμνημονεύτων χρόνων, η ανθρωπότητα υποβάλλεται στην διαδικασία του εκπολιτισμού. Σε αυτό οφείλονται όλα τα δεινά μας. Τα αίτια είναι σκοτεινά, η έκβαση αβέβαιη. Ίσως οδηγεί στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους, αφ’ ενός γιατί τρέφει τόσες προκαταλήψεις απέναντι στην σεξουαλική λειτουργία, και αφ’ ετέρου γιατί σήμερα πολλαπλασιάζονται δυσανάλογα οι αμόρφωτες μάζες και τα καθυστερημένα στρώματα του πληθυσμού, εν σχέση με τους μορφωμένους και προοδευμένους.

Ίσως αυτή η διαδικασία να μπορεί να συγκριθεί με την εξημέρωση ορισμένων ζώων. Η οποία αναμφίβολα, επιφέρει φυσικές αλλοιώσεις. Δεν έχουμε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα ότι η εξέλιξη του πολιτισμού είναι μια παρόμοια οργανική διαδικασία. Πότε θα γίνουμε όλοι ειρηνόφιλοι; Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού, δύο φαίνονται τα πιο ασήμαντα: η ενίσχυση της νοήσεως, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί των παρορμήσεων και η ενδοστρέφεια της επιθετικότητας, με όλα τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που επακολουθούν. Όμως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια. Δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική. Για μας τους ειρηνόφιλους ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας.

Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνόφιλοι; Δεν μπορούμε, ή δεν ξέρουμε. Ίσως όμως να μη αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα ότι η επιρροή δύο παραγόντων, ή όλο και πιό πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου, θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον. Με ποιο τρόπο, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Στο μεταξύ, όμως, μπορούμε να πούμε: Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου.

Σάς χαιρετώ εγκάρδια. Και σας ζητώ συγνώμη που οι παρατηρήσεις μου σας απογοήτευσαν.

Δικός σας

ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΥΝΤ



Πηγη:http://www.scribd.com/doc/102698494/%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%95%CE%A3-%CE%A4%CE%A9%CE%9D-%CE%91%CE%AA%CE%9D%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%AA%CE%9D-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%A6%CE%A1%CE%9F%CE%AB%CE%9D%CE%A4

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2025

«Ο Χριστός στον ΟΗΕ»

Σπρωγμένος από ένα πλήθος κουρασμένο και καταπονημένο, έφτασε ο Χριστός στο μέγαρο του ΟΗΕ.

Είχε το πολύ χλωμό πρόσωπο του ανέργου, 
το αβέβαιο βήμα του πρόσφυγα, 
τους κυρτωμένους ώμους του ανθρακωρύχου, 
τη ματωμένη καρδιά του νέου.
 Δεν ήταν συστημένος από κανένα.
 Μονάχα τα δάκρυα των ταπεινών Τον έκαναν να προχωρεί. 
Χτυπά την πόρτα. 
Αλλά γι’ αυτόν υπήρχε το «βέτο». 
Οι άνθρωποι δεν ήταν ελεύθεροι. 
Τον άφησαν μόνο Του.
 Στο κατώφλι του πολιτισμένου κόσμου βρήκε τη βαρβαρότητα. 
Διάβασε σε μια πινακίδα: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου». 
Και κυριεύτηκε από συμπόνια. 
Από κάτω ήταν γραμμένα: «Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ειρήνη», αλλά μια χήρα πολέμου Του λέει πως κανείς δεν την σκέφτεται.
«Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ελευθερία», αλλά ένας Κύπριος άρχισε να κλαίει.
«Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα στη δικαιοσύνη», αλλά τότε ακούστηκαν οι φωνές των εξορίστων, των αδικουμένων .
Και ο Χριστός ξανακατέβηκε τα σκαλοπάτια του γυάλινου μεγάρου.
 Όταν το πλήθος Του ζήτησε το αποτέλεσμα της επίσκεψής Του ο Χριστός άπλωσε τα χέρια:


΄Ηταν ακόμα σταυρωμένος, σαν τη Μεγάλη Παρασκευή. 
Τότε το πλήθος διαλύθηκε, 
΄Εβρεχε.
 Και ο Χριστός έμεινε κάτω απ’ τη βροχή, όπως τόσοι άλλοι.

Μόνος και πικραμένος...


«Ο Χριστός στον ΟΗΕ» Πιέρ Λουιτζι Τορρεζίν

Αναδημοσίευση:nzals.blogspot.gr

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2025

Από τη σύγκρουση στη συνάντηση: πόλεμος και ειρήνη

Από τη σύγκρουση στη συνάντηση: πόλεμος και ειρήνη 

 Ένα τυχαίο περιστατικό στον δρόμο για το σχολείο με κάποιο σκύλο-φύλακα ενός σπιτιού και ένας τσακωμός δύο μαθητών, με αφορμή τις ποδοσφαιρικές ομάδες, γίνονται αιτία ο Γιώργος, μαθητής Γυμνασίου, να σκεφτεί ότι ο τρόπος που προσπαθούμε συχνά να υπερασπιστούμε τα πιστεύω μας λίγο απέχει από το να είναι ενστικτώδης και να μοιάζει με εκείνον του ζωικού βασιλείου. Διενέξεις και τσακωμοί μεταξύ μας, συγκρούσεις μεταξύ μικρών ή μεγάλων ομάδων, πόλεμοι μεταξύ κρατών επηρεάζουν τη ζωή όλων μας. Τι μας διδάσκει ο Ιησούς Χριστός για τις διενέξεις και τους τσακωμούς μας; Την απάντηση την παίρνουμε από το Ευαγγέλιο και από ένα διαδραστικό παιχνίδι που οργανώνει στην τάξη η καθηγήτρια του μαθήματος των θρησκευτικών του Γιώργου.

 

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Ο Χριστός και η ειρήνη

 Αναδημοσιευμένο από τα Βήματα 
(


Ένα από τα αιτήματα της ζωής μας είναι η ειρήνη. Είναι ταυτισμένη με τη ζωή, διότι ο πόλεμος μεταξύ των ανθρώπων και των λαών φέρνει θάνατο και καταστροφή. Δεν περιορίζεται όμως μόνο στις διακρατικές σχέσεις. Ειρήνη ζητούμε και στην καθημερινότητά μας, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, στο σπίτι μας, στην εργασία μας, στην κοινωνία. Ειρήνη ζητούμε και στην σχέση με τον εαυτό μας, στον τρόπο που βλέπουμε και αντιδρούμε στα γεγονότα της ζωής, στις προκλήσεις και τους πειρασμούς. Ταυτίζουμε την ειρήνη με την ησυχία, την γαλήνη, τον τρόπο χειρισμού των προβλημάτων μας με γνώμονα την επίλυσή τους χωρίς επιθετικότητα, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς να βγαίνει η εικόνα του κακού ως κυριαρχούσα στη διάθεσή μας. Στην πράξη όμως ειρήνη έχουμε στη ζωή μας όταν αποφεύγεται η μεγαλύτερη πρόκληση και δυσκολία στη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον πλησίον, τον εαυτό του, αλλά στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους:  η διάσπαση. 

                Ο απόστολος Παύλος, απευθυνόμενος στους Εφεσίους, αναφέρει ότι ο Χριστός «εστίν η ειρήνη ημών, ο ποιήσας  τα αμφότερα έν και το μεσότοιχο του φραγμού λύσας» (Εφεσ. 2, 14). Είναι η πραγματική ειρήνη, που έκανε τους δύο αντιμαχόμενους κόσμους έναν λαό και γκρέμισε με το σταυρικό του θάνατο ό,τι σαν τείχος τους χώριζε και προκαλούσε  έχθρα μεταξύ τους.  Ο λόγος αυτός μας υποδεικνύει ότι η ειρήνη που αναζητούμε, δεν θα έρθει χωρίς το Χριστό στη ζωή μας.  Και για να έρθει ο Χριστός, χρειάζεται να αναθεωρήσουμε τα πρότυπα που έχουμε για τη ειρήνη. Διότι πρωτίστως χρειάζεται να πολεμήσουμε εναντίον της διάσπασης. Και αυτός είναι ένας αγώνας που προϋποθέτει αυτόματη συναίσθηση τι συμβαίνει στην ψυχή μας, αλλά και τι γίνεται στον κόσμο. Ο λόγος του ίδιου του Κυρίου μας είναι σκληρός, αλλά ιδιαίτερα σαφής:  «ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν»(Ματθ. 10,34).
                Ο Χριστός έγινε η ειρήνη για τον κόσμο γιατί θυσιάσθηκε για να ενωθούν οι άνθρωποι με το Θεό. Η διάσπαση είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, του κακού στις πολυποίκιλες μορφές του. Με την αμαρτία, την απόρριψη δηλαδή ή την αδυναμία βίωσης του θελήματος του Θεού, οι άνθρωποι αισθανόμαστε ανήμποροι να πολεμήσουμε εναντίον της διάσπασης εντός μας και εναντίον της διάσπασης προς τους άλλους ανθρώπους. Διότι η αμαρτία μας υπενθυμίζει ανά πάσα στιγμή τη δύναμη του «εγώ»   μας και την ανάγκη αυτό να κυριαρχεί. Αυτό να ικανοποιεί τις επιθυμίες του, ακόμη ή και συνήθως εις βάρος των άλλων. Η αμαρτία μας κάνει να βλέπουμε τη ζωή όχι ως διακονία και αγάπη, αλλά ως κυριαρχία και εξουσία. Να μην αποδεχόμαστε την οδό του σταυρού για το πρόσωπό μας, αλλά να γινόμαστε εμείς οι σταυρωτές. Ο Χριστός έφερε την ενότητα και την καταλλαγή με την θυσία Του. Έδειξε τον τρόπο επιστροφής στο θέλημα του Θεού, που είναι η αγάπη και η παραίτηση από τα δικαιώματά μας χάριν του πλησίον και τι σημαίνει υπακοή στο Θεό. Αυτή η οδός ενώνει τους ανθρώπους και με το Θεό και μεταξύ τους, διότι τους δίνει την δυνατότητα να επικαλούνται και να έχουν την βοήθεια του ουρανού στον αγώνα τους να λειτουργούν ως αγαπώσες υπάρξεις και όχι ως εξουσιαστικά όντα.
Πώς όμως να έρθει η πραγματική ειρήνη, όταν   υπάρχει διάσπαση και μεταξύ των ανθρώπων και των λαών; Αυτή η κατάσταση βιώνεται πολύ έντονα. Διάσπαση έχουμε μεταξύ των λαών, εξαιτίας του θριάμβου του ύφους της εξουσίας και της ισχύος από την μία και του χρήματος από την άλλη, το οποίο διαμορφώνει την πορεία του πολιτισμού και του κόσμου, ανάλογα με την διάθεση αυτών που το κατέχουν. Οι αγορές δεν ενώνουν τους ανθρώπους και τους λαούς, αλλά τους χωρίζουν. Δίνουν την ψευδαίσθηση ότι με την παροχή υλικών αγαθών που είναι κοινά για όλους και την καλλιέργεια της επιθυμίας για απόκτησή τους από όλους, θα πάψουν οι άνθρωποι να βιώνουν την διαφορετικότητά τους. Αυτό απεδείχθη ξεκάθαρα ψέμα. Τα αγαθά είναι για όσους έχουν και κατέχουν. Οι υπόλοιποι τίθενται εκ των πραγμάτων στο περιθώριο, υφίστανται τις συνέπειες της επίθεσης και του πολέμου των αγορών. Επομένως, η διάσπαση δεν θεραπεύεται με την ύλη.
Το ίδιο και η διάσπαση στις ανθρώπινες σχέσεις δεν θεραπεύεται με την πρόταξη των δικαιωμάτων του καθενός. Τα δικαιώματα, χωρίς να παραγνωρίζεται η αξία τους, θεοποιήθηκαν από τον πολιτισμό μας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την καλλιέργεια ενός ήθους εγωκεντρισμού. Κλειδί για τον καθέναν είναι ο εαυτός του και ό,τι δικαιούται, με αποτέλεσμα να εκλείπουν έννοιες όπως η επιθυμία για καταλλαγή, η υποχώρηση, η θυσία, η απόφαση να διαφυλάξουμε την αγάπη, ακόμη κι αν όλα δεν μας ευχαριστούν.  Ειρήνη χωρίς υπομονή δεν νοείται. Ειρήνη χωρίς την χαρά του να μπορείς να υποχωρείς όχι για να αποδειχθεί η ισχύς του άλλου ή από φόβο, αλλά επειδή βλέπεις ότι μέσα από την υποχώρηση μπορεί να επιτευχθεί η ενότητα, δεν είναι εύκολο να επέλθει.
Διάσπαση όμως υπάρχει και στον εαυτό μας. Ο νους και η καρδιά δεν έχουν κοινή πορεία. Την ίδια στιγμή, μέσα από την επίθεση των λογισμών και των παθών δεν μπορούμε να ισορροπήσουμε, ενώ η αδύναμη πίστη μας κάνει να νικιόμαστε  στις δοκιμασίες και τους πειρασμούς, είτε την στιγμή που μας συμβαίνουν, είτε καθώς επεξεργαζόμαστε τους λογισμούς και τις αγωνίες μας δίνοντας τόπο στην ολιγοπιστία. Παράλληλα, βλέπουμε ότι ενώ άλλα επιθυμούμε, άλλα έχουμε τη δύναμη να πράξουμε, άλλα κάνουμε τελικά. Είναι η εσωτερική σύγκρουση με τον παλαιό άνθρωπο και με το φρόνημα της σαρκός που μας εξουθενώνει.
Ο απόστολος Παύλος μας επισημαίνει ότι ο Χριστός θυσιάσθηκε για μας μη θέλοντας να κρύψει ή να αφήσει το πρόβλημα της διάσπασης, της σύγκρουσης, του πολέμου. Δεν ωφελεί να προσποιούμαστε ότι μπορούμε να διαχειριστούμε τις συγκρούσεις μας ή την απουσία ενότητας. Αντίθετα ωφελεί να είμαστε ειλικρινείς με ό,τι κακό συμβαίνει στη ζωή μας, τόσο στον κόσμο, όσο και στον εαυτό μας. Και αυτή η ειλικρίνεια μας οδηγεί στον πόλεμο εναντίον του. Είναι ένας πόλεμος δημιουργικός, ένας συναγωνισμός καταλλαγής και προσφοράς, που ξεκινά από τον έσω άνθρωπο, εντός μας. Όταν καταλαβαίνουμε τις επιθέσεις των λογισμών και της αμαρτίας και όταν μιμούμαστε το Χριστό, αμέσως έχουμε την δυνατότητα με την ασκητική διάσταση της ζωής, αλλά και το εκκλησιοκεντρικό φρόνημα, την ένταξη στο Σώμα του Χριστού που είναι η Εκκλησία, στην οποία μαθαίνουμε να παλεύουμε σύμφωνα με τις οντολογικές αξίες που ο Χριστός και οι Άγιοι μας δίνουν, αλλά και να λειτουργούμε εν μετανοία για τις πτώσεις μας, με την χάρη του Αγίου Πνεύματος, με αποτέλεσμα να ειρηνεύουμε εντός μας.
Μένει η ειρήνη του κόσμου. Δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις ότι θα είμαστε αυτοί που την επιβάλουμε. Ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται και οι άνθρωποι δεν είναι έτοιμοι να αλλάξουν προσανατολισμούς. Στην εποχή μας άλλωστε θριαμβεύει η επιθετικότητα και όποιος μπορεί να την ασκήσει θεωρείται αποδεκτός. Όχι όμως η επιθετικότητα εναντίον του κακού, αλλά η οικειοποίησή του και η άσκησή του εναντίον των άλλων και λαών και ανθρώπων. Ο καθένας μας όμως ας ακολουθήσει την ρήση του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ:  «απόκτησε την ειρήνη του Θεού μέσα σου και χιλιάδες άλλες ψυχές θα λυτρωθούν κοντά σου». Ας παλεύουμε πρώτα εντός μας και ας προσευχόμαστε και ας αγωνιζόμαστε με τον λόγο, την προσευχή και το παράδειγμα να δώσουμε μαρτυρία ειρήνης και ζωής. Τα υπόλοιπα ας τα αφήσουμε στο Θεό κι Εκείνος γνωρίζει.

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Τα Χριστούγεννα που νίκησαν τον πόλεμο

  Από το : Θεολόγος.gr
Μια φορά κι έναν καιρό, τα Χριστούγεννα οι άνθρωποι δεν έδιναν ο ένας στον άλλο δώρα, αλλά σφαίρες στην καρδιά. Πολλοί δεν έμεναν μέσα στη ζεστασιά των σπιτιών τους, δίπλα ίσως από ένα τζάκι, αλλά ήταν κλεισμένοι μέσα στα χαρακώματα και έπιναν κονιάκ για να μην πεθάνουν. Σίγουρα όχι μόνο μια φορά κι έναν καιρό, τα Χριστούγεννα δεν έφερναν στον κόσμο την ειρήνη, γιατί αυτός ήταν βυθισμένος μέσα στον πόλεμο. Όμως η φύση του ανθρώπου αποζητά πάντα την ελευθερία, την αγάπη και την ειρήνη, έστω και κατά βάθος.

Μια φορά κι έναν καιρό, 96 χρόνια πριν η Ευρώπη ολόκληρη σειόταν από τις ιαχές του πολέμου. Όλα είχαν σταματήσει μπροστά στην επέλαση των Γερμανών, εκτός από ένα: ο χρόνος. Ο χρόνος που κυλούσε αμείλικτα και έφερνε κάθε χρόνο στις 25 Δεκεμβρίου, την ημέρα που όλοι περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θέλουν να είναι σε ένα σπίτι με ζεστασιά, καλό φαγητό και πάνω απ' όλα μαζί με την αγαπημένη τους οικογένεια.Μια τέτοια μέρα είχε έρθει και τον Δεκέμβριο του 1914, στα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου στα σύνορα Γαλλιας και Βελγίου.

Λίγες μέρες πριν, 101 Βρετανίδες είχαν γράψει μια επιστολή «Στις γυναίκες της Αυστρίας και της Γερμανίας» ζητώντας να σταματήσει ο πόλεμος έστω γι' αυτές τις μέρες των Χριστουγέννων. Ο πάπας Βενέδικτος ο 15ος είχε εκκλιπαρίσει τις κυβερνήσεις των χωρών που βρίσκονταν σε πόλεμο, «τα όπλα να σιγήσουν τουλάχιστον τη νύχτα που ψέλνουν οι αγγέλοι». Η έκκληση του απορρίφθηκε πάραυτα.

Οι άντρες όμως των χαρακωμάτων στην περιοχή Υπέρ των γαλλοβελγικών συνόρων ήξεραν ότι απέναντί τους έχουν τον εχθρό και πρέπει να πολεμήσουν. Έτσι τουλάχιστον είχαν μάθει να κάνουν. Όταν όμως στις 24 Δεκεμβρίου, λίγο πριν η μέρα αλλάξει και ακουστούν «οι ύμνοι των αγγέλων», στην πεδιάδα επικρατούσε η απόλυτη σιωπή, οι πολεμιστές ήθελαν μόνο την ειρήνη. Από τη μια πλευρά οι Γερμανοί στρατιώτες και από την άλλη οι Βρετανοί και λίγο παραπέρα οι Γάλλοι προσεύχονταν να γίνει ένα θαύμα.

Την αρχή την έκαναν οι Γερμανοί. Δειλά στην αρχή και δυνατά στη συνέχεια άρχισαν να τραγουδούν κάλαντα και να στολίζουν τα χαρακώματά τους με κεράκια. Παίρνοντας θάρρος και οι Βρετανοί άρχισαν να τραγουδούν δικά τους χριστουγεννιάτικα τραγούδια και σε λίγο οι δυο πλευρές αντάλλαζαν φωναχτά χριστουγεννιάτικες ευχές! Σύντομα, οι πιο θαραλλέοι άρχισαν να βγαίνουν στην ουδέτερη ζώνη και να χαιρετούν από κοντά αυτούς που ίσως να σκότωναν την άλλη μέρα. Άρχισαν μάλιστα να ανταλλάσουν δώρα όπως ποτό και καπνό ή ακόμα πιο προσωπικά όπως κουμπιά και καπέλα! Το πρώτο βήμα προς την ειρήνη είχε γίνει. Όλες οι πλευρές μάζεψαν τους νεκρούς τους και τους αποχαιρέτησαν με ύμνους. Τελικά το βράδυ αυτό τα όπλα πράγματι σίγησαν για να ακουστούν ύμνοι, τραγούδια και η Ειρήνη. Ο Άγγλος Μπρους Μπάιρνσφάδερ που βρισκόταν εκεί εκείνο το βράδυ ανέφερε σε γράμμα του λίγο αργότερα: «Δε θα ήθελα να χάσω αυτά τα μοναδικά και παράξενα Χριστούγεννα για τίποτα στον κόσμο. Εντόπισα έναν Γερμανό αξιωματικό και του είπα ότι θα έπρεπε να μου χαρίσει κάποια από τα φανταχτερά του κουμπιά. Έφερα σύρμα και τα έβγαλα και εγώ σε αντάλλαγμα του χάρισα δυο δικά μου κουμπιά. Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν ένας οπλίτης μας που παλιά ήταν ερασιτέχνης κομμωτής να κουρεύει έναν Γερμανό στρατιώτη που είχε πολύ μακριά μαλλιά».

Τα νέα δε μαθεύτηκαν έξω από το μέτωπο παρά μια εβδομάδα μετά. Τότε ανακάλυψαν ότι αυτό το χαράκωμα δεν ήταν η μόνη περιοχή που τα αντίπαλα στρατόπεδα είχαν συναδελφωθεί έστω για ένα βράδυ. Κάπου μάλιστα αυτή η «παύση» του πολέμου είχε κρατήσει ως και την Πρωτοχρονιά. Οι New York Times ήταν οι πρώτοι που μίλησαν γι' αυτή την άτυπη ανακωχή σε δημοσίευμά τους στις 31 Δεκεμβρίου 1914. Γρήγορα οι βρετανικές εφημερίδες άρχισαν να γράφουν για την «μεγαλύτερη έκπληξη αυτού του γεμάτου εκπλήξεις πολέμου». Σύντομα, φωτογραφίες φτάνουν από το μέτωπο και οι εφημερίδες δημοσιεύουν τις εικόνες Γερμανών και Βρετανών στρατιωτών να τραγουδούν μαζί ανάμεσα στις γραμμές καθώς και γράμματα που έφταναν από το μέτωπο στις οικογένειες των στρατιωτών. Οι New York Times μιλούν θετικά για την φανερή έλλειψη πραγματικής έχθρας ανάμεσα στις δύο πλευρές, ενώ η Mirror, πιο ρεαλιστική, λυπάται γιατί η τραγωδία και ο παραλογισμός θα ξεκινήσουν και πάλι.

Αξίζει να τονιστεί επίσης πως Βρετανοί και Γερμανοί στρατιώτες παίξανε στα χαρακώματα αντίπαλοι σε ποδοσφαιρικό αγώνα γεγονός που κορύφωσε το νόημα της ανακωχής. Ήταν από τους πρώτους ποδοσφαιρικούς αγώνες μεταξύ Γερμανών και Άγγλων που γίνανε στην ποδοσφαιρική ιστορία
Αναδημοσίευση από Niva




« Καλά Χριστούγεννα» [ σκην. Κριστιάν Καριόν, 2006, 115΄: η ιστορία μιας αυθόρμητης ανακωχής στα χαρακώματα του δυτικού μετώπου στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο με αφορμή τη γιορτή των Χριστουγέννων]

Η ταινία ολόκληρη με ελληνικούς υπότιτλους στο ιστολόγιο : Η ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί


Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες] Δεκάδες μπρούτζινα παπούτσια κοσμούν το πεζοδρόμιο δίπλα στη Γέφυρα των Αλυσίδων στον Δούναβη, αποτελώντας ένα μνημείο- ορόσημο για τους 550.000 Ούγγρους Εβραίους που έχασαν τη ζωή τους το 1944 – 45.

Χιλιάδες από αυτούς πυροβολήθηκαν δίπλα στην όχθη από συμπατριώτες τους, συνεργάτες των Ναζί οι οποίοι πριν τους εκτελέσουν, τους ανάγκαζαν να βγάλουν το πιο πολύτιμο πράγμα που είχαν επάνω τους: τα παπούτσια τους.
Το μνημείο είναι μια διαδρομή με 40 μπρούντζινα αδειανά ζεύγη υποδημάτων, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου, σαν τα τελευταία βήματα μιας χορογραφίας που οδηγούσε στην εξόντωση.


Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]


Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]

Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]   Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες] Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]

Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]

Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]

Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]

Τα παπούτσια του Δούναβη – Το πιο συγκινητικό μνημείο στην μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους από τους Ναζί [εικόνες]

Πηγή:  | iefimerida.gr 

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Μια παράξενη αλληλογραφία (του Αϊνστάιν και του Φρόιντ)


Παραθέτω δύο αυθεντικές επιστολές, του Αϊνστάιν και του Φρόιντ τις οποίες είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους μετά από πρόσκληση της Κοινωνίας των Εθνών τον περασμένο αιώνα.

Το θέμα της αλληλογραφίας των δύο σοφών είναι η δυνατότητα απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον φόβο του πολέμου. Οι επιστολές αυτές που γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1932, έχουν τεράστιο ενδιαφέρον γιατί το θέμα του πολέμου δεν είναι ούτε χθεσινό, ούτε σημερινό – είναι αιώνιο.

Η επιστολή του Αϊνστάιν

Πότσδαμ, 30 Ιουλίου 1932


Αγαπητέ κ. Φρόιντ,

Η πρόταση , η οποία μου έγινε από την Κοινωνία των Εθνών και από το «Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας» των Παρισίων, να επιλέξω κάποιον για μια ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα της εκλογής μου, μου προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσω μαζί σας ένα ερώτημα, το οποίο, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες, εμφανίζεται από τα πιο επείγοντα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός. Το ερώτημα είναι : υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την μοίρα του πολέμου; Είναι πια γνωστό ότι με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον πολιτισμό. Εν τούτοις, παρά την καλή μου θέληση, όλες οι προσπάθειες δεν έχουν καταλήξει σε τίποτα το συγκεκριμένο. Έχοντας απαλλαγή από εθνικιστικές προκαταλήψεις, έχω έναν απλό τρόπο αντιμετωπίσεως της εξωτερικής όψεως, δηλαδή της οργανωτικής, του προβλήματος: τα κράτη να δημιουργήσουν ένα νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο να αναλάβει την εξομάλυνση όλων των διαφορών που αναφύονται μεταξύ τους. Σήμερα, όμως στερούμεθα αυτού του υπερεθνικού οργάνου, το οποίο, θα ήταν σε θέση να εκδίδει αδιαφιλονίκητες αποφάσεις και να επιβάλλει δυναμικά την εκτέλεση των αποφάσεών του. Φθάνω έτσι στο πρώτο μου αξίωμα: Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διεθνής ειρήνη, επιβάλλεται όπως κάθε κράτος παραιτηθεί, μέσα σε λογικά όρια, από μερικά των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Αυτός είναι αναμφισβήτητα ο μόνος δρόμος για να φθάσουμε σε παρόμοια ειρήνη.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΞΙΩΜΑ

Η αποτυχία, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν την τελευταία δεκαετία προς αυτή την κατεύθυνση, μας πείθει ότι επεμβαίνουν ισχυροί ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι παραλύουν κάθε προσπάθεια. Μερικοί από τους εν λόγω παράγοντες είναι προφανείς. Η δίψα της εξουσίας της κρατούσης τάξεως είναι, σε όλα τα κράτη, αντίθετη προς κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Αυτή η υπέρμετρη επιθυμία πολιτικής εξουσίας συμβαδίζει με τους στόχους εκείνων, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο σε οικονομικά πλεονεκτήματα. Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτή την περιορισμένη, αλλά αποφασιστική ομάδα, η οποία, δραστήρια σε κάθε κράτος και αδιάφορη προς κάθε «κοινωνικό περιορισμό», βλέπει στον πόλεμο, δηλαδή στην κατασκευή και πώληση πυρομαχικών, απλώς και μόνο μια ευκαιρία προωθήσεως των ατομικών της συμφερόντων. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μειονότητα να κατορθώνει να υποδουλώνει στην απληστία της την μάζα του λαού, η οποία το μόνο που περιμένει από ένα πόλεμο είναι να υποφέρει και να χάση; Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι η μειονότητα, η οποία εκ περιτροπής κατέχει την εξουσία, εξουσιάζει πριν απ’ όλα το σχολείο και τον Τύπο και, επί πλέον, τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να κατευθύνει και να παραπλανά τα αισθήματα της μάζας, καθιστώντας την όργανο της πολιτικής της. Ωστόσο, και αυτή η απάντηση δεν δίνει μια ολοκληρωμένη εξήγηση και προκαλεί ένα επόμενο ερώτημα : Πώς είναι δυνατόν η μάζα να αφήνεται να εξάπτεται με τα μέσα που αναφέραμε, φθάνοντας στο πάθος και το ολοκαύτωμά της;

Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μια δυνατή απάντηση: Γιατί στον άνθρωπο είναι έμφυτη η ευχαρίστηση του μίσους και της καταστροφής.Υπό ομαλές συνθήκες, το πάθος αυτό παραμένει εν υπνώσει και και αφυπνίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι εύκολο όμως το πάθος αυτό να μεταβληθεί σε ομαδική ψύχωση. Φθάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη των ανθρώπων σε τρόπο ώστε να καταστεί ικανός να αντισταθεί στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στις λεγόμενες αμόρφωτες μάζες. Η πείρα αποδεικνύει ότι εκείνη που υποκύπτει πρώτη σε αυτές τις ομαδικές καταστρεπτικές υποβολές, είναι η λεγόμενη «διανόηση». Γιατί ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, την οποία ζει μέσα από την πιο εύκολη συνοπτική μορφή της: την τυπωμένη σελίδα.Καταλήγω: Αναφέρθηκα έως τώρα σε πολέμους μεταξύ κρατών, δηλαδή σε διεθνείς πολέμους. Έχω όμως πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το επιθετικό ένστικτο ενεργεί και υπό άλλες συνθήκες: αναφέρομαι στους εμφυλίους πολέμους π.χ., τους οφειλόμενους κάποτε σε θρησκευτικό φανατισμό και κάποτε, όπως σήμερα σε κοινωνικούς παράγοντες, ή ακόμη στις φυλετικές καταστάσεις μειονοτήτων. Ξέρω ότι στα βιβλία σας μπορούμε να βρούμε σαφείς ή έμμεσες απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά αυτού του προβλήματος. Που είναι και επείγον και απαράγραπτο. Θα ήταν ωστόσο πάρα πολύ χρήσιμο σε όλους μας, αν μας εκθέτατε το πρόβλημα της παγκοσμίου ειρήνης υπό το φως των τελευταίων ανακαλύψεών σας, γιατί αυτό θα μας δείξει τον δρόμο για νέους και αποτελεσματικούς τρόπους δράσεως.


Εγκάρδια δικός σας

                                                                                                                      ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΙΝΣΤΑΙΝ
_________________________________________________________________________________

Η επιστολή του Φρόιντ

Βιέννη Σεπτέμβριος 1932

Αγαπητέ κ. Αϊνστάιν,


Αρχίζετε με τη σχέση μεταξύ νόμου και δυνάμεως. Μπορώ να αντικαταστήσω τη λέξη «δύναμη» με την πιο σκληρή και ωμή λέξη «βία»; Δίκαιο και βία αποτελούν για μας όρους εκ διαμέτρου αντίθέτους.


Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα ανεπτύχθη από το άλλο. Και, αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα για να επαληθεύσουμε ότι αυτό ίσχυε ανέκαθεν, η λύση του προβλήματος δεν θα είναι δύσκολη.


Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων λύονται κατ’ αρχήν με τη χρήση βίας. Αυτό συμβαίνει σε όλο το ζωικό βασίλειο, στο οποίο ανήκει και ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο, όμως, θα πρέπει, για την αλήθεια, να προσθέσουμε και τις ιδεολογικές συγκρούσεις οι οποίες, προκειμένου να είναι αποφασιστικές απαιτούν μια άλλη τακτική. Αυτό όμως συνέβη αργότερα, όπως θα δούμε συνέχεια.


Αρχικά, σε μια μικρή ανθρώπινη ομάδα, η μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη αποφάσιζε σε ποιόν θα ανήκε κάτι, ή τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Σύντομα όμως η μυϊκή δύναμη αντικατεστάθη από την χρήση οργάνων: νικούσε όποιος είχε το καλύτερο όπλο, ή το χρησιμοποιούσε με περισσότερη επιτηδειότητα.


Με την εμφάνιση των όπλων, η πνευματική υπεροχή αρχίζει και παίρνει τη θέση της κτηνώδους μυϊκής δυνάμεως, παρ’ όλο ότι ο τελικός σκοπός του αγώνος παραμένει ο ίδιος: το ένα από τα δύο μέρη υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις του, ή τις αντιρρήσεις του.


Αυτό επιτυγχάνεται κατά τρόπο ριζικότερο, όταν η βία εξουδετερώνει οριστικά τον αντίπαλο, δηλαδή τον σκοτώνει. Το σύστημα αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα: ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να επαναρχίσει τις εχθροπραξίες και ότι η τύχη του αποθαρρύνει τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.


Καμιά φορά, όμως, την απόφαση του φόνου ανατρέπει η σκέψη ότι ο εχθρός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υπηρετικά καθήκοντα, εάν τρομοκρατηθεί και του χαριστεί η ζωή. Στην περίπτωση αυτή η βία περιορίζεται να κάνη υποχείριο της αντί να τον σκοτώσει. Αλλά ο νικητής θα έχει στο εξής να αντιμετωπίζει την μανία της εκδικήσεως του ηττημένου, ο οποίος θα βρίσκεται σε συνεχή αναμονή.


Το δικαίωμα της αντιθέσεως στη βία.

Αυτή, λοιπόν, ήταν αρχικά η κατάσταση: η επικράτηση του ισχυροτέρου, της κτηνώδους βίας, ή της βίας που την στήριζε η ευφυΐα. Γνωρίζουμε ότι αυτό το καθεστώς μετεβλήθη στην διάρκεια της εξελίξεως, ότι ένας δρόμος οδήγησε από την βία στο δίκαιο, στο νόμο. Ποιος, όμως; Κατά την γνώμη μου, εκείνος ο δρόμος που περνούσε από την διαπίστωση ότι η μεγαλύτερη δύναμη του ενός μπορούσε να αντιμετωπιστεί από την ένωση των περισσοτέρων αδυνάτων.

Η ισχύς εν τη ενώσει.

Η βία καταπολεμείται από την συνένωση των πολλών και η δύναμη αυτών που συνενώθηκαν εκπροσωπεί τώρα το δικαίωμα της αντιθέσεως στην βία του ενός. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το δίκαιο είναι η δύναμη μιας κοινότητος. Η οποία παραμένει πάντα βία, έτοιμη να εκδηλωθεί εναντίον εκεινού που της αντιτίθεται, ενεργεί με τα ίδια μέσα, ακολουθεί τους ίδιους σκοπούς. Στην πραγματικότητα, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θριαμβεύει πια η βία του ενός αλλά η βία της κοινότητος. Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα της βίας στο νέο δίκαιο, πρέπει να εκπληρωθεί μια ψυχολογική προϋπόθεση. Η ένωση των πολλών θα πρέπει να είναι μόνιμη, σταθερή. Εάν πραγματοποιηθεί μόνο προς τον σκοπό να καταπολεμηθεί ο προπέτης για να διαλυθεί μετά την ήττα του, δεν επιτυγχάνεται τίποτα. Ο πρώτος που θα θεωρούσε τον εαυτό του ισχυρότερο, θα φιλοδοξούσε εκ νέου να κυριαρχήσει δια της βίας, και το παιχνίδι θα επαναλαμβανόταν χωρίς τέλος. Η κοινότητα οφείλει να παραμένει συνεχώς ηνωμένη, να προδιαγράψει τους κανόνες που θα προλαμβάνουν τις ανταρσίες, να διορίσει τα όργανα τα οποία θα αγρυπνούν για την τήρηση των κανόνων, των νόμων, και τα οποία όργανα θα προνοούν για την εκτέλεση των νομίμων πράξεων βίας. Σε μια παρόμοια κοινότητα συμφερόντων δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιας ηνωμένης ανθρώπινης ομάδος συναισθηματικοί δεσμοί, κοινά αισθήματα στα οποία στηρίζεται η πραγματική της δύναμη.


Σε τι χρησιμεύουν οι νόμοι.

Το πράγμα είναι απλό, σε όσο διάστημα η κοινότητα αποτελείται από ορισμένα άτομα εξ ίσου ισχυρά, οι νόμοι αυτής της «ομάδος» καθορίζουν μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να περιοριστεί η ελευθερία του κάθε ατόμου να χρησιμοποιεί την δύναμη του κατά τρόπο βίαιο, ώστε να καταστεί δυνατή μια ασφαλής κοινή ζωή.


Ένα όμως παρόμοιο ειρηνικό καθεστώς είναι νοητό μόνο θεωρητικά. Γιατί στην πραγματικότητα, οι περιστάσεις περιπλέκονται, για τον λόγο ότι η κοινότητα, ευθύς εξ αρχής, περιλαμβάνει εξ ίσου δυναμικά, άνδρες και γυναίκες, γονείς και παιδιά, και σύντομα, συνεπεία του πολέμου και των καθυποτάξεων, νικητές και ηττημένους, οι οποίοι μεταβάλλονται σε κυρίους και σκλάβους. Το δικαίωμα της κοινότητος καθίσταται τότε έκφραση της σχέσεως άνισων δυνάμεων στο εσωτερικό της, οι νόμοι γίνονται από, και για εκείνους, που διοικούν, οι οποίοι παραχωρούν ελάχιστα δικαιώματα σε αυτούς που καθυπέταξαν. Από την στιγμή εκείνη υπάρχουν στην κοινότητα δύο πηγές ανησυχίας, αλλά και τελειοποιήσεως του νόμου.


Πρώτον, η προσπάθεια του ενός ή του άλλου ατόμου για να υψωθεί υπεράνω των περιορισμών που ισχύουν για όλους για την επιστροφή συνεπώς από την βασιλεία του νόμου σε εκείνη της βίας και, δεύτερον την συνεχή προσπάθεια των υπηκόων για την απόσπαση περισσότερης εξουσίας και νομιμοποιήσεως αυτών των μεταβολών, δηλαδή από την ισότητα των νόμων για όλους, στην ισότητα των νόμων για μερικούς. Αυτή η εξελικτική διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική όταν εκδηλώνονται μετατοπίσεις της εξουσίας στο εσωτερικό της κοινότητος, όπως μπορεί να συμβεί λόγω ιστορικών αιτίων. Το δίκαιον, ο νόμος, μπορεί προσαρμοσθεί βαθμιαίως στις καινούργιες σχέσεις της εξουσίας ή, πράγμα που συμβαίνει συχνότερα, η κυρίαρχη τάξη να μη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτή την μεταβολή, οπότε φθάνουμε στην εξέγερση, στον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή σε μια προσωρινή κατάλυση του νόμου και σε νέες εκδηλώσεις βίας, μετά τις οποίες εγκαθιδρύεται μια νέα τάξη δικαίου. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και στους κόλπους μιας κοινότητας δεν αποφεύγεται η βίαια λύση των οικονομικών συγκρούσεων. Αλλά οι ανάγκες και η ταυτότητα των συμφερόντων, που προκύπτουν από την ζωή, ευνοούν μια γρήγορη λύση αυτών των αγώνων, ενώ η πιθανότητα ειρηνικής λύσεως αυτών των καταστάσεων αυξάνει συνεχώς. Μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, θα μας δείξει μια αδιάκοπη σειρά συγκρούσεων μεταξύ μιας κοινότητος και μιας άλλης, ή μεταξύ πολλών, μεταξύ πόλεων, χωρών, φυλών, λαών, κρατών, οι οποίες γίνονται σχεδόν πάντα δια της προσφυγής στην βία του πολέμου. Οι πόλεμοι αυτοί καταλήγουν ή σε λεηλασίες ή σε απόλυτη υποταγή του ενός από τον άλλον. Οι κατακτητικοί πόλεμοι δεν μπορούν να κριθούν συνολικά. Μερικοί, όπως των Τούρκων και των Μογγόλων, δεν προκάλεσαν παρά μόνο δυστυχία, ενώ άλλοι αντίθετα, συνετέλεσαν στην μετατροπή της βίας σε νόμο, δημιουργώντας μεγαλύτερες μονάδες, μέσα στις οποίες η δυνατότητα προσφυγής στην βία εξουδετερώνετο, ενώ μια νέα νομοθετική τάξη συνεβίβαζε τις διαφορές.

Όπως οι κατακτήσεις των Ρωμαίων έδωσαν στις μεσογειακές χώρες το πολύτιμο «Πάξ Ρομάνα».


Ο πόλεμος ως μέσον «αιώνιας ειρήνης»

Η απληστία των Γάλλων βασιλέων να επεκτείνουν τα κτήματά τους δημιούργησε μια Γαλλία ηνωμένη, ευημερούσα. Όσο κι’ αν αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο, θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν ένα ανάρμοστο μέσον για την εγκαθίδρυση της «αιώνιας» ειρήνης, γιατί επιτρέπει την δημιουργία αυτών των μεγάλων μονάδων μέσα στις οποίες μια ισχυρή κεντρική εξουσία καθιστά αδύνατο τον πόλεμο. Ωστόσο, δεν το κατορθώνει, γιατί οι επιτυχίες της κατακτήσεως κατά κανόνα δεν διαρκούν. Για ότι αφορά την εποχή μας οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα, στο οποίο καταλάβατε και εσείς από συντομότερο δρόμο. Μια ασφαλής πρόληψη του πολέμου είναι δυνατή μόνο εάν οι άνθρωποι συμφωνήσουν για την σύσταση μιας κεντρικής εξουσίας, στις οποίας την κρίση θα υποβάλλονται όλες οι διαφορές. Στην πρόταση αυτή περιέχονται δύο διαφορετικές ανάγκες: η δημιουργία ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου και να εξασφαλισθεί η απαιτουμένη εξουσία. Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.

Δύο αντίθετες παρορμήσεις.

Ας εξετάσουμε τώρα μια άλλη από τις προτάσεις σας. Απορείτε ότι είναι τόσο εύκολο να παρασυρθούν οι άνθρωποι στον πόλεμο και υποθέτετε ότι μέσα τους υπάρχει πράγματι μια παρόρμηση προς το μίσος και την καταστροφή. Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα. Πιστεύουμε πράγματι στην ύπαρξη αυτού του ενστίκτου και τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να μελετήσουμε τις εκδηλώσεις του. Θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μέρος της θεωρίας των ενστίκτων, στην οποίαν φθάσαμε έπειτα από πολλά λάθη και δισταγμούς. Εικάζουμε ότι οι παρορμήσεις του ανθρώπου είναι δύο ειδών: αυτές που τείνουν να διαιωνίσουν και να ενώσουν και τις οποίες αποκαλούμε ερωτικές και σεξουαλικές, και εκείνες που τείνουν να καταστρέψουν και να σκοτώσουν. Την τελευταία αυτή την αποκαλούμε «επιθετικά ή καταστρεπτικά ένστικτα».


Και οι δύο αυτές παρορμήσεις είναι εξ ίσου απαραίτητες, γιατί το φαινόμενο της ζωής εξαρτάται από την συμφωνία και την αντίθεσή τους. Φαίνεται όμως ότι ουδέποτε μια παρόρμηση του ενός τύπου μπορεί να δράση μεμονωμένος. Συνδέεται πάντοτε, ή, όπως λέμε, συμμειγνύετε, με ένα ποσοστό της άλλης, το οποίο ποσοστό τής μεταβάλλει τους σκοπούς, ή, αναλόγως των περιπτώσεων, επιτρέπει έτσι την επίτευξή τους. Έτσι, π.χ., το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως είναι ασφαλώς ερωτικό, χωρίς αυτό να εμποδίζει να προσφεύγει στην επιθετικότητα για να εκπληρώσει τον σκοπό της. Οι ανθρώπινες πράξεις αποκαλύπτουν και μια επιπλοκή διαφορετικού είδους. Σπανίως η πράξη είναι έργο ενός μόνο παρορμητικού κινήτρου, το οποίο, εξ άλλου, πρέπει να είναι συνδυασμός έρωτα και επιθετικότητας. Κανονικά, πρέπει να συντρέξουν πολλά παρόμοια κίνητρα για να καταστήσουν δυνατή την δράση. Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι παρακινούνται στον πόλεμο, μεσολαβεί μέσα τους μια ολόκληρη σειρά από συναίτια κίνητρα, ευγενή και χυδαία. Τα κίνητρα αυτά δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσουμε. Σε αυτά περιλαμβάνεται πάντα η ικανοποίηση της επιθέσεως και της καταστροφής. Αναρίθμητες ωμότητες της ιστορίας και της καθημερινής ζωής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη την δύναμή τους. Η ανάμιξη αυτών των καταστρεπτικών παρορμήσεων με άλλες παρορμήσεις, ερωτικές και ιδεολογικές , διευκόλυνε φυσικά την εκπλήρωσή τους. Ξεκινώντας από το δόγμα των παρορμήσεων, φθάνουμε σε ένα τύπο για να προσδιορίσουμε τους έμμεσους δρόμους της καταπολεμήσεως του πολέμου. Εάν η ροπή προς τον πόλεμο είναι προϊόν της καταστρεπτικής παρορμήσεως, τότε θα πρέπει να ανατρέξουμε για να την καταπολεμήσουμε στην ανταγωνιστική της παρόρμηση: στον έρωτα. Ό,τι προκαλεί συναισθηματικούς δεσμούς στους ανθρώπους, θα πρέπει να ενεργή έναντι του πολέμου.


Και τώρα θα ήθελα να συζητήσω ένα πρόβλημα, το οποίο δεν θίγετε στην επιστολή σας, και το οποίον με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί αγανακτούμε τόσο εναντίον του πολέμου; Γιατί δεν τον βλέπουμε σαν ένα από τους τόσους και αλγεινούς ολέθρους της ζωής; Ο πόλεμος φαίνεται να ταυτίζεται με την φύση, απόλυτα δικαιολογημένα και στην πραγματικότητα να θεωρείται αναπόφευκτος. Μη σας προξενεί φρίκη η ερώτηση. Η απάντηση υπάρχει: γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ζωή του, γιατί ο πόλεμος καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, θέτει τα άτομα υπό ατιμωτικές συνθήκες, τα υποχρεώνει, παρά την θέλησή τους, να σκοτώνουν άλλα άτομα, καταστρέφει πολύτιμες υλικές αξίες, προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας και πολλά άλλα. Επί πλέον ο πόλεμος υπό την σημερινή του μορφή, δεν δίνει καμιά ευκαιρία εκπληρώσεως του παλαιού ηρωικού ιδεώδους, ενώ ο αυριανός πόλεμος λόγω της τελειοποιήσεως των μέσων καταστροφής, θα σημαίνει την εξόντωση του ενός, ή και των δύο, αντιπάλων. Όλα είναι τόσο αληθινά και αδιαφιλονίκητα, που μας εκπλήττει το γεγονός ότι η προσφυγή στον πόλεμο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, βάσει μιας γενικής συμφωνίας της ανθρωπότητας. Από αμνημονεύτων χρόνων, η ανθρωπότητα υποβάλλεται στην διαδικασία του εκπολιτισμού. Σε αυτό οφείλονται όλα τα δεινά μας. Τα αίτια είναι σκοτεινά, η έκβαση αβέβαιη. Ίσως οδηγεί στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους, αφ’ ενός γιατί τρέφει τόσες προκαταλήψεις απέναντι στην σεξουαλική λειτουργία, και αφ’ ετέρου γιατί σήμερα πολλαπλασιάζονται δυσανάλογα οι αμόρφωτες μάζες και τα καθυστερημένα στρώματα του πληθυσμού, εν σχέση με τους μορφωμένους και προοδευμένους.


Ίσως αυτή η διαδικασία να μπορεί να συγκριθεί με την εξημέρωση ορισμένων ζώων. Η οποία αναμφίβολα, επιφέρει φυσικές αλλοιώσεις. Δεν έχουμε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα ότι η εξέλιξη του πολιτισμού είναι μια παρόμοια οργανική διαδικασία. Πότε θα γίνουμε όλοι ειρηνόφιλοι; Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού, δύο φαίνονται τα πιο ασήμαντα: η ενίσχυση της νοήσεως, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί των παρορμήσεων και η ενδοστρέφεια της επιθετικότητας, με όλα τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που επακολουθούν. Όμως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια. Δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική. Για μας τους ειρηνόφιλους ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας.


Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνόφιλοι; Δεν μπορούμε, ή δεν ξέρουμε. Ίσως όμως να μη αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα ότι η επιρροή δύο παραγόντων, ή όλο και πιό πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου, θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον. Με ποιο τρόπο, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Στο μεταξύ, όμως, μπορούμε να πούμε: Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου.


Σάς χαιρετώ εγκάρδια. Και σας ζητώ συγνώμη που οι παρατηρήσεις μου σας απογοήτευσαν.


Δικός σας


ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΥΝΤ


Πηγη:http://www.scribd.com/doc/102698494/%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%9F%CE%9B%CE%95%CE%A3-%CE%A4%CE%A9%CE%9D-%CE%91%CE%AA%CE%9D%CE%A3%CE%A4%CE%91%CE%AA%CE%9D-%CE%9A%CE%91%CE%99-%CE%A6%CE%A1%CE%9F%CE%AB%CE%9D%CE%A4

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Οι κήποι του Άδωνη


Οι  κήποι του Αδωνη1
Στη μνήμη του Fadi

Του Αποστολου Ζιωγα*

Μαστιγωτή βροχή έπεσε στο Λίβανο και οι άσπρες φτερούγες στην καρδιά –του(ς)– έχουν μουσκέψει κι έγειραν σα σκοτωμένα περιστέρια. Fadi, στα αραβικά σημαίνει Σωτήρης, κι αυτό ήταν το όνομα του συγκατοίκου μου κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μας σπουδών στην Ιταλία. Μέσω ενός κοινού μας φίλου (απ’ τη Δαμασκό) ενημερώθηκα για τον θάνατό του (29 ετών): έπεσε θύμα των βομβαρδισμών.
Εκείνο που το παρόν αποκαλύπτει, ανήκει τόσο στο μη τελειωμένο παρελθόν όσο και στο μέλλον. Ωστόσο, το πνεύμα της εποχής παρακολουθεί, έχοντας αράξει στα λιμνώδη νερά μιας ά-λογης λογικής, με βλέμμα εξαιρετικά ληθαργικό, σε βαθμό που να καταδεικνύει μια ζωώδη και παχύδερμη ηρεμία! Ενώ ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει αυτό που είναι, δηλαδή το ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα αδυνατεί να βιώσει κι αυτό που δεν είναι, δηλαδή το νεκρός του αύριο· παρ’ όλο που κάνει αισθητή την παρουσία του το θρόισμα του θανάτου, καθιστώντας καίρια εν είδει πλανητικής ισχύος την διπολιτικής φύσεως απαίτηση, αφ’ ενός η αλληλεγγύη να μην έχει σύνορα και, αφ’ ετέρου, ο άνθρωπος να πράττει κάθε στιγμή έτσι ώστε να μην του αξίζει ο θάνατος. Μολαταύτα, αν και είναι άλλο να μιλάς για τον ταύρο κι άλλο να ’σαι μέσα στην αρένα, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη να ιδωθεί σ’ όλη του την έκταση τούτος ο κόσμος της φρίκης· μια φρίκη τόσο βαθιά που το να δοκιμάσεις να την απαλύνεις θα ήταν σα να προσπαθείς να αδειάσεις τη θάλασσα με το κουτάλι. Πρόκειται για έναν πραγματικό κόσμο, καταδικασμένο στην αφάνεια, κλεισμένο πίσω από πελώρια τείχη οδύνης, όπου δίχως καρπό λυγμού σάρκα κι ουρανός· εκεί η ατμόσφαιρα σπαρταρά από θλίψη. Η άλλοτε Θεογεννήτρα Ανατολή, τώρα, αιμορραγεί ακατάσχετα ακούγοντας τα βογγητά της μόνη, χωρίς να μοιράζεται με κάποιον τον πόνο της.
Η άρση της συμμετρίας οικείου και ξένου βρίσκεται στον ορίζοντα του λόγου περί δυστυχίας. Γιατί ο αληθινός πόνος λαμβάνει χώρα εκεί που γεννιέται η συνείδηση της απώλειας, αφού η αλήθεια έναντι θανάτου φωτίζεται: Σ’ αυτήν τη συνθήκη ο άνθρωπος στέκεται ενεός.
Αν μια σταγόνα από αυτό που βιώνουν όσοι δέχονται τη φρίκη του θανάτου έπεφτε στην καθημερινότητά μας, τότε η τελευταία θα γινόταν κόλαση μεστή από πύρινες λόγχες που ξεγυμνώνουν το αθέατο καθώς ασφυκτιά κάτω από το απαθές βάρος της ύλης. Ο,τι αφανίζεται είναι ό,τι υπάρχει στη συνείδηση του ανθρώπου· όταν στοχάζεται ο ίδιος πως πεθαίνει, στην ουσία στοχάζεται πως πεθαίνει όλος ο κόσμος. Ο άνθρωπος δεν θα ήταν αυτός που είναι δίχως τον κόσμο που δεν είναι κόσμος παρά δι’ αυτού και γι’ αυτόν2. Αρα, το είναι του ανθρώπου συνενώνεται με το είναι του κόσμου. Αλλά η συνήθεια –ένα υπνωτικό με οντολογική διάσταση– μας κάνει να δεχόμαστε οποιαδήποτε δυστυχία, οποιονδήποτε πόνο, οποιονδήποτε θάνατο. Αντίθετα, δεν είναι οι πληγές που κάνουν έναν κόσμο πιο ανεκτό· αλλά η αρετή! Στις μέρες μας, μηδαμινώς ασκούμενη η τελευταία αδυνατεί να εξοικονομήσει την τάξη του κόσμου, ωθώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τον άνθρωπο να θέσει τη ζωή του στην –παγκοσμιοποιημένη πλέον– τροχιά της ευθύνης για την αυτοεξολόθρευσή του. Συνεπώς, σε έναν πόλεμο ενάρετος είναι εκείνος που θα μπορεί να φανεί πως η πράξη η δική του στάθηκε αντίρροπη στην αιτία του πολέμου. Επομένως, ενόσω ασκεί τη δυναμική της σχέσης του με τον κόσμο, ο άνθρωπος, αφενός αναπτύσσει την αρετή καθώς αυτή εξωτερικεύεται συνεργώντας στο πλαίσιο της συνάντησης με τους άλλους, και, αφετέρου, αυτοδιαλέγεται καθώς το γίγνεσθαι της εξωτερίκευσής της τη φέρει ενώπιον της ροής του οικείου αλλά και αινιγματικού εσωτερικού της πυρήνα. Τούτος εδώ, διατρέχοντας τη φθαρτή διάσταση της προ(σ)κλητικής περιπέτειάς μας, διαισθάνεται με τον πιο οικείο, ριζικό τρόπο τη μυστηριακή σύνδεση της ζωικής γοητείας με τον ορίζοντα του θανάτου3. Μ’ άλλα λόγια, αν και όλα μοιάζουν να πορεύονται προς τον θάνατο, εμείς συμμετέχουμε σε αυτό με μια ιδιάζουσα χαρμολύπη· και αυτό επειδή νιώθουμε έλξη και απ’ το φθαρτό της ζωής και απ’ το άφθαρτο του θανάτου. Οταν, όμως, η ζωή αρχίζει να γίνεται αβίωτη, ξεπροβάλλει η απαίτηση μιας πορείας προς το υπερπέραν του ανθρώπινου· αυτή η πορεία που ίσως χαράζει τον δρόμο της θα ανοίξει έναν ορίζοντα μόλις ορατό σήμερα 4.

Και είναι μόλις ορατός, επειδή σήμερα μπορεί να πραγματώσαμε από τα τρία συνθήματα της Γαλλικής Επανάστασης τα δύο πρώτα –ελευθερία και ισότητα– κατά κάποιον στοιχειώδη τουλάχιστον τρόπο, για το τρίτο όμως, την αδελφοσύνη, ο δρόμος δυστυχώς είναι μακρύς. Ως τότε, απαρέγκλιτος συνοδοιπόρος μας θα είναι η «Ασκητική», του Νίκου Καζαντζάκη, και κατ’ επέκταση του κάθε πλανητικού ανθρώπου: «Η ράτσα σου είναι το μεγάλο σώμα, το περασμένο, το τωρινό, το μελλούμενο. Εσύ είσαι μια λιγόστιγμη έκφραση, αυτή είναι το πρόσωπο. Εσύ είσαι ο ίσκιος, αυτή το κρέας. Σαν ένας λάκκος αίμα είναι η κεφαλή σου και μαζώνουνται κοπιαδιαστά οι σκιές των πεθαμένων και σε πίνουν και ζωντανεύουν». Με πόνο οντολογικά βαθύ, σας ασπάζομαι.

* Ο κ. Απόστολος Ζιώγας είναι βιολόγος

1. Σημαίνει το εφήμερο, το πρόωρο τέλος (από τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα).
2, 4 Κώστας Αξελός «Προς την πλανητική σκέψη» (Εστία, 1985).
3. Παναγιώτης Δόικος «Η πολιτισμική δύναμη του μεγαλείου» (Περ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, τ. 20, έτος 2006).
Πηγή:  http://news.kathimerini.gr/
 

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιδιά του Lidice επέστρεψαν σπίτι τους

Lidice-paidia-dinfo-1
Στις 2 Ιουλίου του 1942, τα περισσότερα από τα παιδιά του Lidice, ενός μικρού χωριού της τότε Τσεχοσλοβακίας, παραδόθηκαν στο τοπικό γραφείο της Γκεστάπο. Τα 82 παιδιά στη συνέχεια μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδο εξόντωσης στο Chełmno, 70 χιλιόμετρα μακριά, όπου δολοφονήθηκαν με δηλητηριώδη αέρια. Το γλυπτό της Marie Uchytilová αποτελεί φόρο τιμής σε αυτά τα παιδιά.
lidice
Lidice children scultpure massacre 7
Τα γεγονότα που οδήγησαν τα παιδιά του Lidice στον θάνατο ήταν αρκετά περίπλοκα. Καθοριστικό ρόλο πάντως για να παρθεί η απόφαση της δολοφονίας τους ήταν ο θάνατος του Reinhard Heydrich, διοικητή του ναζιστικού προτεκτοράτου της Βοημίας και της Μοραβίας.
Η Τσεχοσλοβακία καταλήφθηκε από τη ναζιστική Γερμανία τον Απρίλιο του 1939 και η διοίκηση του Heydrich που ακολούθησε χαρακτηρίστηκε από καταπίεση, βασανισμούς και δολοφονίες. Στα τέλη Μαΐου του 1942 ομάδα στρατιωτών αποτελούμενη από Τσέχους και Σλοβάκους κατάφερε ένα μεγάλο χτύπημα στους Γερμανούς. Τον ισχυρό τραυματισμό του Heydrich.
Μια εβδομάδα αργότερα στις 4 Ιουνίου του 1942, ο Heydrich πέθανε από σηψαιμία.  Ολόκληρη η χώρα πίστευε ότι γνώριζε τι θα επακολουθήσει. Κανένας όμως δεν μπορούσε να προβλέψει την φρίκη που τους ετοίμαζαν οι κατακτητές.
Η αρχή έγινε με ολική απαγόρευση κυκλοφορίας στην Πράγα. Μια τεράστια επιχείρηση αναζήτησης των δραστών ακολούθησε χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την εβδομάδα μεταξύ τον τραυματισμό και τον θάνατο του Heydrich 157 άνθρωποι είχαν ήδη εκτελεστεί με συνοπτικές διαδικασίες. Τα χειρότερα όμως δεν είχαν έρθει ακόμη…
Lidice-paidia-dinfo-2
Μετά την κηδεία του Heydrich στο Βερολίνο, ο Αδόλφος Χίτλερ, διέταξε τι θα έπρεπε να γίνει στα χωριά που έκρυβαν τους υπεύθυνους.  Όλοι οι ενήλικες άνδρες να εκτελούνται και τα γυναικόπαιδα να μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τα παιδιά που είχαν χαρακτήρα και χαρακτηριστικά «Αρείου» να υιοθετούνται από Γερμανικές οικογένειες SS για να γίνουν καλοί Ναζί. Τα υπόλοιπα να ανατραφούν με «άλλους τρόπους». Τέλος, τα χωριά να εξαφανιστούν από τους χάρτες, τίποτα να μην μείνει που να δηλώνει ότι κάποτε υπήρξαν.
Οι εντολές του άρχισαν να εφαρμόζονται αμέσως. Στο χωριό Lidice, που παρά την απουσία αποδείξεων ότι είχαν βρει εκεί καταφύγιο οι στρατιώτες που ήταν υπεύθυνοι για τη δολοφονία του Heydrich, έγινε η αρχή. Όλοι οι άνδρες μεταφέρθηκαν σε ένα αγρόκτημα στην άκρη του χωριού και εκτελέστηκαν, πρώτα σε ομάδες των πέντε. Όταν ο ηθικός αυτουργός αυτού του τρόμου, Horst Böhme, παραπονέθηκε ότι θα του έπαιρνε πάρα πολύ καιρό για να τους εκτελέσει όλους οι ομάδες έγιναν των δέκα. Μέχρι το απόγευμα της ίδιας μέρας, 173 άνδρες είχαν εκτελεστεί.
Lidice-paidia-dinfo-3
203 γυναίκες και 105 παιδιά συγκεντρώθηκαν στο σχολείο του χωριού. Από εκεί οδηγήθηκαν σε άλλο σχολείο στην κοντινή πόλη Kladno. Τέσσερις από τις γυναίκες ήταν έγκυες. Οι έγκυες μεταφέρθηκαν στο ίδιο νοσοκομείο όπου εξέπνευσε ο Heydrich, για να τους αφαιρεθούν με βίαιο τρόπο τα βρέφη. Οι περισσότερες από τις υπόλοιπες γυναίκες οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück όπου έχασαν τη ζωή τους από μια σειρά από ασθένειες.
Τα παιδιά στην αρχή μεταφέρθηκαν σε ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο στο Łódź όπου Γερμανοί Αξιωματούχοι έκαναν τον διαχωρισμό ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους. Όσα δεν είχαν τα χαρακτηριστικά που απαιτούνταν, παρά τις αρχικές διαφωνίες, αποφασίστηκε από τον Adolf Eichmann να θανατωθούν.
Lidice-paidia-dinfo-4
Εβδομήντα σχεδόν χρόνια πριν, στις 2 Ιουλίου, τα 82 παιδιά παραδόθηκαν στην Γκεστάπο. Από εκεί μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο εξόντωσης Chelmno όπου δηλητηριάστηκαν με αέρια. Από τα 105 παιδιά του Lidice, μόνο τα 17 παιδιά επέστρεψαν κάποια στιγμή στο χωριό τους.
Lidice-paidia-dinfo-6
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ αν κάποιο από τα 82 παιδιά έκλαιγε λίγο πριν χάσει την ζωή του, μακριά από το σπίτι, την μητέρα του και τον πατέρα του. Ωστόσο, έστω και με αυτόν τον τρόπο, τα αθώα παιδιά που έχασαν την ζωή τους εκείνη την ημέρα επέστρεψαν και θα κατοικούν για πάντα στο Lidice. Τα 82 χάλκινα αγάλματα, 40 αγόρια και 42 κορίτσια, θα στέκονται εκεί ως αιώνια υπενθύμιση της σφαγής. Τα παιδιά του Lidice βρίσκονται επιτέλους στο σπίτι τους.
Lidice-paidia-dinfo-7
Lidice-paidia-dinfo-8
Lidice-paidia-dinfo-15
  Πηγή: dinfo.gr , kuriositas
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...