Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποστολική Σύνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποστολική Σύνοδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Ενότητα και συνοδικότητα στη ζωή της Εκκλησίας. Aλλαγή στην κοινωνία

Η Εκκλησία οργανώνεται 

 Η εξάπλωση της Εκκλησίας έξω από τον ιουδαϊκό κόσμο την έφερε μπροστά σε νέα προβλήματα στην οργάνωση και τη διδασκαλία. Έτσι ανακάλυψε και νέους τρόπους να διασώζει την αλήθεια του Ευαγγελίου στη διδασκαλία, τη λατρεία και τη ζωή. Χωρίς ένα γεωγραφικό κέντρο, όπως ήταν κάποτε ο Ναός των Ιεροσολύμων, ούτε αυστηρή κεντρική οργάνωση, μέσα από τις κοινές μαρτυρίες των αποστόλων και των συνεργατών τους και την προφορική παράδοση που μετέφερε το σύνολο της κοινότητας, το χριστιανικό Ευαγγέλιο έφτιαξε με αξιοθαύμαστη ενότητα τον Κανόνα της πίστεως.* Ο τρόπος να επιλύονται τα προβλήματα ήταν κατεξοχήν οι σύνοδοι, με οδηγό και πρότυπο την Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Γενικότερα είχε σημασία η επικοινωνία των Εκκλησιών με τη φροντίδα και την καθοδήγηση όσων έφεραν την αποστολική αυθεντία και όσων είχαν τοποθετηθεί συνεργάτες και αντικαταστάτες τους στην τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, στο κήρυγμα, ή στο βάπτισμα. Η επικοινωνία γινόταν με επισκέψεις και με γράμματα. Οι συνεργάτες και αντικαταστάτες ή διάδοχοι των αποστόλων, αλλού ονομάζονταν προφήτες, αλλού πρεσβύτεροι και τελικά  ονομάσθηκαν επίσκοποι. Περιστοιχίζονταν από πρεσβυτέρους στη θεία Ευχαριστία, στο πλαίσιο της ο ποίας γινόταν και η διδασκαλία, η επίλυση διαφορών μεταξύ πιστών, διόρθωση σφαλμάτων, ανάγνωση επιστολών και εγκυκλίων* κλπ. Ήδη από τις αρχές του 2ου αιώνα στις χριστιανικές κοινότητες εμφανίζονται διακριτά ο επίσκοπος, οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, όπως σήμερα. Οι επίσκοποι είναι διάδοχοι των αποστόλων συνολικά, δηλαδή του αποστολικού κηρύγματος.

Αργότερα θα τονισθεί και η προσωπική διαδοχή του καθενός με τον προκάτοχό του στη συγκεκριμένη επισκοπή, ανάλογα με τους επισκοπικούς καταλόγους που συνέτασσε κάθε πόλη. Από τον 2ο αιώνα έχουμε συνόδους επισκόπων, που συναντώνται για να αντιμετωπίσουν αιρέσεις, να χειροτονήσουν νέους επισκόπους ή να δικάσουν σε ανώτερο βαθμό, για λόγους αμεροληψίας, αιτήματα και παράπονα κληρικών ή λαϊκών μέσα στις επισκοπές τους. Οι επίσκοποι στις συνόδους λειτουργούσαν όχι ως εκλεγμένοι αντιπρόσωποι (όπως οι βουλευτές σήμερα), αλλά ως «στόματα της εκκλησίας» και εκφραστές της εμπειρίας της πίστεως και της ζωής στον Χριστό της τοπικής τους κοινότητας. Σχεδόν πάντοτε, όμως, άκουγαν και συζητούσαν μαζί τους και λαϊκοί (όπως ο θεολόγος Ωριγένης τον 3ο αιώνα), κληρικοί που δεν ήταν επίσκοποι (όπως ο διάκονος τότε, Μέγας Αθανάσιος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο) και αργότερα μοναχοί. Πολύ γρήγορα, επίσκοποι των σημαντικότερων πόλεων στην αποστολική αυθεντία, αλλά και στη διοίκηση (Ρώμη, Αλεξάνδρεια, Θεσσαλονίκη, Έφεσος, κλπ.) συγκαλούσαν μόνιμα τους επισκόπους της περιοχής τους και αυτό το σύστημα λειτουργίας ονομάσθηκε μητροπολιτικό. 

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, και το πρότυπο της συνοδικότητας 

 Χρησιμοποιώντας την εμπειρία των συνόδων ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος συγκάλεσε το 325 όλους τους επισκόπους της αυτοκρατορίας στη Νίκαια της Βιθυνίας στη Μικρά Ασία για να αποφασίσουν κυρίως για τη θεολογική θεμελίωση της καταδίκης του πρεσβυτέρου Αρείου από την Αλεξάνδρεια. Ο Άρειος δίδασκε ότι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος δεν ήταν Θεός, όπως ο Πατέρας, αλλά κτίσμα του Πατέρα σημαντικότερο από τα άλλα, που δημιουργήθηκε πριν από την υπόλοιπη κτίση. Η άποψη αυτή καταδικάστηκε. Η σύνοδος αποφάσισε τελεσίδικα και για τον τρόπο του εορτασμού του Πάσχα, ώστε να διαφοροποιήσει οριστικά τη θεολογική σημασία που είχε το Πάσχα από εκείνη που είχε στον Ιουδαϊσμό. Η εντύπωση που άφησε η Σύνοδος ήταν καθοριστική για την πίστη και για τη λειτουργία της Εκκλησίας. Κατέδειξε ότι με την κοινή και ελεύθερη αναζήτηση της αλήθειας στο σύνολο της Εκκλησίας ενεργοποιείται η δωρεά του Αγίου Πνεύματος και οριοθετείται με τρόπο ασφαλή για τη σωτηρία η διδασκαλία της. Γι’ αυτό και ο αυτόπτης μάρτυρας Ευσέβιος Καισαρείας την παρομοιάζει με νέα Πεντηκοστή. Αυτή η παρομοίωση υπάρχει μέχρι σήμερα στην εικονογραφία που απεικονίζει με όμοιο τρόπο και την Πεντηκοστή και την Σύνοδο της Νικαίας. Στα μετέπειτα χρόνια η Σύνοδος της Νικαίας θα χαρακτηριστεί Οικουμενική και θα αποτελέσει το πρότυπο για επόμενες που θα ονομασθούν επίσης Οικουμενικές. Όμως, η αποδοχή των αποφάσεών της θα κρατούσε καιρό. Η διδασκαλία ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι «ομοούσιος» με τον Πατέρα διασφάλιζε ότι ο Χριστός ήταν πλήρης Θεός – και άρα η σωτηρία του ανθρώπου θα ήταν διασφαλισμένη. Πολλοί, όμως, φοβόνταν ότι τέτοιες συζητήσεις μετέτρεπαν το απλό Ευαγγέλιο σε φιλοσοφία που θόλωνε την πίστη στον ένα Θεό. Η μακρά και επίπονη θεολογική συζήτηση, με τη συμβολή των μεγάλων θεολόγων Μεγάλου Αθανασίου, Μεγάλου Βασιλείου, Γρηγορίου Θεολόγου και άλλων, έπεισε τελικά και για την αναγκαιότητα της θεολογικής λύσης ώστε να εκ φράζεται η παραδεδομένη αλήθεια πως ο Θεός δεν είναι απλά Ένας, αλλά «Τριάς εν Μονάδι». Παράλληλα, το αποτέλεσμα της Συνόδου θα διατυπωθεί σ’ ένα σύντομο κείμενο, ένα Σύμβολο πίστεως που θα χρησιμεύει ως βάση θεολογικής συζήτησης για το μέλλον. Τέτοια κείμενα, που αργότερα ονομάσθηκαν Όροι ή Τόμοι, είναι τα κείμενα που ξεκαθαρίζουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας για κρίσιμα θέματα πίστης, και αρχικά χρησίμευαν σαν μικρή έκθεση της βασικής χριστιανικής διδασκαλίας για όσους έρχονταν να βαπτισθούν. Την εποχή αυτή, με τον απαραίτητο εμπλουτισμό έγιναν θεμέλιο της εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Η διαδικασία συγγραφής τους περιείχε μεγάλη, έντονη αλλά και υψηλού επιπέδου θεολογική συζήτηση και χρήση της λογικής και της φιλοσοφίας εκείνης της εποχής. Σκοπός δεν ήταν να «κατασκευασθεί», αλλά να αποκαλυφθεί και να βεβαιωθεί η κοινή εμπειρία της αλήθειας, όπως αυτή περί του Τριαδικού Θεού. 

 Η κοινωνική διακονία της Εκκλησίας και η καταπολέμηση της φτώχειας Η Εκκλησία όμως δεν προοδεύει μόνο στην οργάνωση και τη διατύπωση της διδασκαλίας, αλλά και ως πρακτική εφαρμογή και ζωή του Ευαγγελίου. Έτσι, η κεντρική εντολή της αγάπης προς τον πλησίον και της εν Χριστώ ζωής μέσα από την διακονία βρίσκει ένα μεγάλο πεδίο εφαρμογής στην κοινωνία της Ύστερης Αρχαιότητας,* που μαστιζόταν από μεγάλες ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών, ελεύθερων και δούλων ή ανδρών και γυναικών. Καθώς οι πόλεις μαστίζονταν από περιβαλλοντικές και δημογραφικές κρίσεις (ξηρασίες, επιδημίες) αλλά και διαφθορά και ανομία, πολλές εξεγέρσεις με διάφορες αφορμές προκαλούσαν στρατιωτικές  επεμβάσεις. Θρησκευτικές διαμάχες ξεσπούσαν κυρίως στη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο – ακόμα και με συμμετοχή Χριστιανών! Όμως, η αλληλοβοήθεια μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων, τα οργανωμένα φιλανθρωπικά ιδρύματα που για πρώτη φορά δημιούργησαν χριστιανοί επίσκοποι στη Μικρά Ασία με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πολυδύναμο ίδρυμα του Μεγάλου Βασιλείου, τη Βασιλειάδα, αλλά και άλλα στην Κωνσταντινούπολη, έφεραν μια καινούρια εποχή σε ολόκληρο τον κόσμο. Η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας από περίφημους Πατέρες, όπως τους Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Ιωάννη Χρυσόστομο παρακίνησε πολλούς πλουσίους να βοηθήσουν αποφασιστικά με εκούσια προσφορά, αλλά ώθησε και μακροπρόθεσμα σε αλλαγές στη νομοθεσία προς όφελος των γυναικών, των δούλων, των δουλοπαροίκων.* Ταυτόχρονα, στο καινοτόμο έργο της Εκκλησίας συμμετείχαν ενεργά και γυναίκες, με ποικίλα καθήκοντα και αρμοδιότητες (χήρες, διακόνισσες), όπως η περίφημη διακόνισσα Ολυμπιάδα, ηγετική μορφή στην Κωνσταντινούπολη και δεξί χέρι του Χρυσοστόμου. 

 Ζώντας την πίστη με έναν τρόπο ιδιαίτερο: Ο μοναχισμός και η σημασία του

  Την ίδια εποχή χριστιανοί πηγαίνουν να ζήσουν στην έρημο την αναμονή αλλά και την πρόγευση της Βασιλείας του Θεού. Θεωρούσαν τον χώρο της ερήμου αυτόν όπου ο Θεός αποκαλύπτεται σύμφωνα με τη Βίβλο (όπως στον Μωυσή) και όπου το κακό και ο κίνδυνος παραμονεύουν, αλλά νικώνται τελικά από τον Θεό. Μεγάλες προσωπικότητες (Μέγας Αντώνιος, Αμούν της Νιτρίας, Μακάριος Αιγύπτιος) στην Αίγυπτο τον 4ο αιώνα συγκροτούν μικρές ομάδες με αγαμία, ακτημοσύνη και προσευχή, ενώ μια εξίσου σημαντική προσωπικότητα στην Άνω (Νότια) Αίγυπτο, ο Παχώμιος οργανώνει μια μεγαλύτερη ομάδα με καθημερινή οργανωμένη προσφορά αγάπης και διακονίας με προσευχή, άσκηση, κοινά γεύματα και κατήχηση. Ο Μέγας Βασίλειος στη Μικρά Ασία ακλουθεί το παράδειγμά του και γεννιέται ο κοινοβιακός μοναχισμός. Παρόμοιες προσπάθειες σημειώνονται στην Παλαιστίνη (Λαύρες με τους άγιο Ευθύμιο και Σάββα) αλλά και στη Συρία, στην Ιταλία και Γαλατία (άγιος Κασσιανός). Ο μοναχισμός συμπληρώνει την παρέμβαση του χριστιανισμού στην κοινωνία δείχνοντας τη δράση του Χριστού στην ιστορία (όπως περιγράφει ο Μέγας Αθανάσιος τον Μέγα Αντώνιο) και μαθαίνοντας τον χριστιανό να μη ζει εξωτερικά το Ευαγγέλιο αλλά να κοιτάζει μέσα του και να διακρίνει τα κίνητρα των πράξεών του, όπως φαίνεται στην ασκητική γραμματεία που δημιουργείται. 

Κείμενα-Εικόνες-Δραστηριότητες 

 Παρατηρήστε και συγκρίνετε τις δύο εικόνες, της Πεντηκοστής και της Α΄ Οικουμενικής συνόδου.. Σημειώστε τα κοινά σημεία στο τετράδιό σας και συζητήστε τα με τους συμμαθητές σας σε ομάδες.

 Οι Σύνοδοι δεν τιμωρούν μόνο αλλά και ενώνουν, παραμερίζοντας τις παρεξηγήσεις με διάλογο Ένα σχίσμα το οποίο πρακτικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που προκύπτει από τον αφορισμό, ο οποίος επιβάλλεται συνήθως μερικές φορές εκούσια και σε πολλές περιπτώσεις αμοιβαία, μπορεί να είναι συνέπεια μιας συνοδικής πράξης. Αλλά η συνοδική πράξη δεν εξαντλείται με αυτό. Έργο της είναι επίσης να προλαμβάνει και να θεραπεύει ένα σχίσμα. Η συνοδική δραστηριότη τα είναι ένα προπαρασκευαστικό στάδιο προς την ευχαριστιακή κοινωνία. […] Στον «Τόμο προς Αντιοχείς» της Συνόδου της Αλεξανδρείας που συνήλθε το έτος 362 υπό την ηγεσία του αγίου Αθανασίου, διαθέτουμε ένα παράδειγμα μακρών συζητήσεων για τη διασάφηση όρων και τον παραμερισμό παρεξηγήσεων, ένα διάλογο ο οποίος σκόπευε στη θεραπεία ενός σχίσματος μέσω θεολογικών συ ζητήσεων με πνεύμα καλής θέλησης και επιθυμίας για ειρήνη. Η σύνοδος, όπως διαβάζουμε στον Τόμο, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να βάλει αυτές τις δύο μερίδες μαζί και να τις αφήσει να συζητήσουν τις διαφορές τους. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα, Έργα, Α΄, Εκκλησιολογικά μελετήματα (Αθήνα: Δόμος, 2016), 672-673

Πώς έβλεπε ο Μέγας Αθανάσιος τη μοναχική ζωή                                                                              Μπορούσες λοιπόν να βλέπεις στα όρη τα μοναστήρια σαν καταυλισμούς γεμάτους θεϊκές χορωδίες, που έψαλλαν, μελετούσαν, νήστευαν, προσεύχονταν, και χαίρονταν για την ελπίδα των μελλοντικών πραγμάτων. Τους έβλεπες να εργάζονται για να κάνουν ελεημοσύνες και να έχουν αγάπη και ομοφωνία μεταξύ τους. Και μπορούσε στ’ αλήθεια να δει κανείς μια χώρα αυτόνομη θεοσέβειας και δικαιοσύνης. Δεν υπήρχε εκεί κανείς που να αδικεί ή να αδικείται, ούτε το κυνήγι του φοροεισπράκτορα, αλλά πλήθος ασκητών με ένα φρόνημα όλων στραμμένο στην αρετή. Μ. Αθανασίου, Βίος Μ. Αντωνίου 2, Αθανασίου του Μεγάλου, Έργα 11, εισ.-μτφρ.-σχόλια, Π. Κουτλεμάνη, Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς [ΕΠΕ 26] (Θεσσαλονίκη 1976), 94 (απόδοση στη νέα Ελληνική, συγγραφέων)

Το κοινωνικό κράτος και η αλληλεγγύη στους Πατέρες και σήμερα 

 Οι ημέρες μας σημαδεύονται οδυνηρά από μια υποχώρηση της διαθέσεως του κοινωνικού σώματος για πρόνοια και αντίληψη υπέρ των ασθενεστέρων. Το περίφημο κοινωνικό κράτος προνοίας φθίνει αργά, αλλά δυστυχώς σταθερά. […] Του λείπουν οι ασφαλείς πνευματικές προϋποθέσεις και τα ηθικά κίνητρα που βλέπουν τους ανθρώπους σαν αδελφούς, αφού είναι τέκνα του ίδιου Θεού πατέρα. Πνεύμα κοινωνικής αναλγησίας περιφέρεται στην ατμόσφαιρα και η «νέα» φιλοσοφία συμπυκνώνεται στο δόγμα «ζήσε εσύ και άφησε τους άλλους να πεθάνουν». Φαίνεται ότι στο άμεσο μέλλον της κοινωνίας των δύο τρίτων δεν θα υπάρχει θέση για τους φτωχούς, τους αρρώστους, τους ανήμπορους. Σ’ ένα τέτοιο κλίμα κάθε γνήσια αναφορά στη φιλανθρωπία, στην επιτακτική ανάγκη για αγάπη και μέριμνα προς τον πάσχοντα άνθρωπο, αποκτά διαστάσεις ιεραποστολικές. Μια τέτοια αναφορά αποτελεί απόπειρα επανευαγγελισμού και αναβαπτισμού μιας εκ βαρβαρισμένης ανθρωπότητας στα νάματα της ίδιας της ανθρωπιάς που αρχίζει να χάνεται. Ο άνθρωπος καθίσταται ανυπεράπιστος μέσα στον υλικό κόσμο κυρίως την ώρα της ασθένειας, όταν είναι αντιμέτωπος με τον πόνο και τον θάνατο. Γι’ αυτόν τον λόγο μια εξαίρετη πράξη φιλανθρωπίας είναι η συμπαράσταση σ’ αυτόν τον πάσχοντα και χειμαζόμενο άνθρωπο. Το νοσοκομείο υπήρξε ιστορικά ο χώρος όπου η φιλάνθρωπη αυτή διάθεση εκφράστηκε έμπρακτα. Η πατερική άποψη για την ίδια την Εκκλησία είναι ότι αυτή συνιστά «νοσοκομείο», στο οποίο η ασθενούσα από την αμαρτία ανθρώπινη φύση θεραπεύεται και ανορθώνεται. Μέσα από την παράδοσή μας γνωρίσαμε ότι τα πρώτα νοσοκομεία με την κυριολεκτική του όρου έννοια υπήρξαν καρπός του χριστιανικού φιλανθρώπου φρονήματος στα όρια της «καθ’ ημάς Ανατολής». Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος (τότε μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας), Πρόλογος στο Timothy Miller, Η γέννησις του Νοσοκομείου στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, μτφρ. Ν. Κελέρμε νος (Αθήνα: Βήτα Medical Arts και Ι.Μ. Θηβών και Λεβαδείας, 1998), xiiv. 

 Τα Βυζαντινά Νοσοκομεία 

 Τα βυζαντινά νοσοκομεία έχουν καταταγεί μετά από τους οίκους της Εκκλησίας ως τα δια κριτικά σημεία της αληθινής χριστιανικής πόλεως. Οπότε τα νοσοκομεία προσείλκυσαν σχεδόν κάθε συνιστώσα της κοινωνίας της Ανατολικής αυτοκρατορίας για οικονομική και πνευματική   ενίσχυση – την αυτοκρατορική κυβέρνηση, τους επισκόπους, τον μοναχισμό, την αριστοκρατία, και την ίδια την ιατρική συντεχνία. Στην πραγματικότητα κατέλαβαν έναν χώρο στον βυζαντινό κόσμο παρόμοιο εκείνου των νοσοκομείων της κοινωνίας του 20ού αιώνος. […] Οι βυζαντινοί ξενώνες μοιάζουν στα σύγχρονα νοσοκομεία πολύ περισσότερο από κάθε ίδρυμα της ειδωλολατρικής αρχαιότητας ή από κάθε οίκο ευσπλαχνίας της λατινικής Δύσεως κατά τον Μεσαίωνα. Timothy Miller, ό.π., 271. 

Το νόημα της μοναχικής ζωής για τον Παχώμιο 

 Ο Παχώμιος έγινε Χριστιανός όταν τον επισκέφτηκαν χριστιανοί στις κακουχίες που είχε στο στρατό και έταξε στο Θεό να τους μιμηθεί, αν ελευθερωνόταν. Αργότερα, όταν ξεκίνησε να ασκείται και δούλευαν κόβοντας σπαρτά με άλλους συνασκητές του ήταν στενοχωρημένος και βαρύθυμος γιατί ήθελε να μάθει ποιό είναι το πραγματικό θέλημα του Θεού. Τη νύχτα ενώ προσευχόταν… …εμφανίσθηκε ένας φωτεινός άνθρωπος, που τον ρώτησε: Θέλεις πραγματικά να μάθεις το θέλημα του Θεού; Εκείνος απάντησε «ναι». Του είπε τότε: «το θέλημα του Θεού είναι να διακονείς τους ανθρώπους και να τους συμφιλιώσεις μ’ Εκείνον». Ο Παχώμιος απάντησε σχεδόν αγανακτισμένα «εγώ αναζητώ το θέλημα του Θεού κι εσύ λες να υπηρετώ τους ανθρώπους!». Ο φωτεινός άνδρας απάντησε τρεις φορές «Το θέλημα του Θεού είναι να υπηρετείς τους ανθρώπους για να τους προσκαλέσεις σ’ Εκείνον». Μετά απ’ αυτό χάθηκε. Τότε ο Παχώμιος θυμήθηκε τη συμφωνία που είχε κάνει με τον Θεό τη μέρα που του έφεραν βοήθεια όταν ήταν φυλακισμένος με τους συντρόφους του. Είχε τότε υποσχεθεί ότι αν απαλλαγεί από τις κακουχίες του θα υπηρετούσε τους ανθρώπους στο όνομα του Θεού. Ικανοποιήθηκε γιατί αυτό που ήρθε τότε στην καρδιά του ήταν έμπνευση του Πνεύματος του Κυρίου, αφού αυτό συμφωνούσε τώρα μ’ αυτό που του είπε ο φωτεινός απεσταλμένος. Κοπτικός (Σαϊδικός) Βίος Παχωμίου 6, αγγλ. μτφρ. A. Veilleux, Pachomian Koinonia, τ. Α΄ (Καλα μαζού, Μίσιγκαν: Cistercian Publications, 1980), 427-428.

 

Δόκιμος σε μοναστήρι 

 Ζωγραφίστε το περίγραμμα ενός ανθρώπου στον πίνακα. Διαβάστε τα παρακάτω αποσπάσματα, που αποτυπώνουν τον προβληματισμό ανθρώπων που επιλέγουν να μονάσουν. Μπαίνοντας για λίγο στη θέση τους και προσπαθώντας να κατανοήσουν την ψυχολογία τους γράψτε σε ένα post it

 «Θέλω να γίνω μοναχός γιατί…» 

«Στο μοναστήρι μου κάνει εντύπωση ότι...» ή 

«Αισθάνομαι και σκέφτομαι ότι…» 

 και κολλήστε τα στο περίγραμμα του ανθρώπου στον πίνακα

  Πώς ο Μέγας Αντώνιος έγινε μοναχός

  [Ο Αντώνιος] μετά τον θάνατο των γονέων του έμεινε μόνος του με μια πολύ μικρότερη αδελφή του. Ήταν τότε δεκαοκτώ με είκοσι χρονών και φρόντιζε ο ίδιος το σπίτι και την αδελφή του. Δεν είχαν περάσει όμως ούτε έξι μήνες από τον θάνατο των γονέων του και πηγαίνοντας κατά τη συνήθειά του στην εκκλησία συλλογιζόταν καθώς περπατούσε πώς οι Απόστολοι εγκατέλειψαν τα πάντα και ακολούθησαν τον Σωτήρα, και πώς οι χριστιανοί στις Πράξεις πουλούσαν τα υπάρχοντά τους και τα άφηναν στα πόδια των αποστόλων για να τα μοιράσουν εκείνοι στους φτωχούς και ποια και πόση αμοιβή τους περίμενε στους ουρανούς. Ενώ λοιπόν σκεπτόταν αυτά, μπήκε στην Εκκλησία και συνέπεσε εκείνη τη στιγμή να διαβάζεται το Ευαγγέλιο. Άκουσε τότε τον Κύριο να λέει στον πλούσιο: «εάν θέλεις να είσαι τέλειος πήγαινε και πώλησε τα υπάρχοντά σου και μοίρασέ τα στους φτωχούς και έλα ακολούθησέ με και θα έχεις θησαυρούς στους ουρανούς». Ο Αντώνιος, σαν να είχε από τον Θεό το χάρισμα της μνήμης των αγίων και σαν να διαβάσθηκε γι’ αυτόν και μόνο το ευαγγελικό ανάγνωσμα, βγήκε αμέσως από την εκκλησία και μοίρασε τα προγονικά του κτήματα […] στους συγχωριανούς του […] και όση κινητή περιουσία είχε την πούλησε όλη και τα χρήματα τα έδωσε στους φτωχούς. Μ. Αθανασίου, Βίος Μ. Αντωνίου 2, Αθανασίου του Μεγάλου, Έργα 11, εισ.-μτφρ.-σχόλια, Π. Κουτλεμάνη, Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς [ΕΠΕ 26] (Θεσσαλονίκη 1976), 19-21 (γλωσσική προσαρμογή). 

 Ο νεαρός Άμμωνας 

  Αφού έκλεισα τα δεκαεπτά μου χρόνια και έγινα χριστιανός, άκουσα στην εκκλησία τον μακάριο πάπα Αθανάσιο να διηγείται για τον τρόπο ζωής των μοναχών και των παρθένων και να μιλάει με θαυμασμό για την ελπίδα που έχει ταχθεί γι’ αυτούς στους ουρανούς. Ακούγοντας λοιπόν όσα έλεγε, αγάπησα την ευλογημένη ζωή τους και την επέλεξα για τον εαυτό μου. Και αφού έλαβα το λουτρό της παλιγγενεσίας (βάπτισμα), συνάντησα τυχαία στην πόλη κάποιο θηβαίο μοναχό και έχοντας την πρόθεση να τον ακολουθήσω, ανακοίνωσα τα σχέδιά μου και πήρα για τούτο τη γνώμη του μακαριστού Παύλου, του πρεσβυτέρου στην εκκλησία του Πιερίου. Αυτός, διαπιστώνοντας ότι ο μοναχός ήταν αιρετικός, με έστειλε στον άγιο Θεόδωρο στη Θηβαΐδα μαζί με τον Θεόφιλο και τον Κόπρη, άνδρες αφιερωμένους στον Θεό, που τους είχε στείλει ο Θεόδωρος με γράμματα προς τον μακάριο πάπα Αθανάσιο. Όταν φτάσαμε στο μοναστήρι της Βαυ, στον Άνω Διοσπολίτη νομό, ο δούλος του Θεού Θεόδωρος που ζούσε εκεί μου έκανε την τιμή να με συναντήσει στην πύλη. Είπε τα αρμόζοντα στην περίσταση, μου ζήτησε ν’ αλλάξω ρούχα και με οδήγησε στο μοναστήρι. Ο Θεόδωρος τότε κάθησε κάτω από έναν φοίνικα και οι άλλοι μοναχοί τον ακολούθησαν. Βλέποντας ότι με ξένιζε η τάξη τους και ότι είχα κοκκινίσει από αμηχανία, με έβαλε να καθήσω κοντά του. Οσίου Άμμωνος Επιστολή, σε Εύη Βουλγαράκη και Χριστίνα Τούτουνα (επιμ.), Η ζωή στο πρώτο κοινόβιο μοναστήρι (Αθήνα: Αρμός, 1991), 31-33.


Πηγή:

Δημήτριος Ν. Μόσχος, Ευαγγελία Βουλγαράκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες  και Θεολόγοι της Εκκλησίας,  ΤΕΥΧΟΣ Α΄,  ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ  Γ´  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ,  σελ:27-34

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Η Εκκλησία ιδρύεται και αρχίζει να ανανεώνει την ανθρώπινη ιστορία

 Όταν ο αναστημένος Ιησούς παρουσιάσθηκε στο σύνολο των μαθητών του (ανδρών και γυναικών), ξεκαθάρισε ότι ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας και Υιός του Ανθρώπου, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές προσδοκίες. Μέσα από τη Σταύρωσή Του και την Ανάστασή Του στην Ιερουσαλήμ, δηλαδή σε συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και τόπο, έφερε τη σωτηρία από τον θάνατο και το κακό όχι μόνο για τον Ισραήλ αλλά για όλη την ανθρωπότητα. Τα γεγονότα αυτά φώτισαν και νοηματοδότησαν και τις διδασκαλίες και τις προγενέστερες πράξεις Του (θαύματα, σημεία της Βασιλείας). Ταυτόχρονα αποτελούσαν και εγγύηση για το ότι θα επανερχόταν με δόξα και δύναμη για να κρίνει τον κόσμο και να εγκαινιάσει έναν καινούργιο, τη Βασιλεία του Θεού. Ανάμεσα, λοιπόν σ’ αυτή την πρώτη παρουσία Του στη γη και τη δεύτερη, την αναμενόμενη, ορίζεται ένα διάστημα (μια ημιευθεία στον χρόνο) που έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά: 

 Α΄. Ο Χριστός βρίσκεται εδώ και δρα μέσα από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος, όπως την είχε ο Ίδιος υποσχεθεί. Η πορεία προς τη Βασιλεία, που άρχισε την στιγμή του Ευαγγελισμού με την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου», προεκτείνεται με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος που οδηγεί σε μια νέα ζωή. Αυτά όλα, την αρχή της ημιευθείας και νέα αρχή της ιστορίας, τα διακήρυξε ο απόστολος Πέτρος την Πεντηκοστή, τη γενέθλιο ημέρα της Εκκλησίας. 

Β΄. Ο χρόνος που διανύουμε μετά την Πεντηκοστή δεν είναι ένα «νεκρό» διάστημα που απλά περιμένουμε παθητικά να τελειώσει, αλλά όσοι πιστεύουν, οργανώνονται, κηρύττουν το έργο του Ιησού Χριστού με λόγο (διδασκαλία, προφητεία) και πράξεις (θαύματα-σημεία) και δίνουν ένα έμπρακτο παράδειγμα της ζωής στον αναμενόμενο καινούργιο κόσμο με αγάπη προς όλους και τήρηση των εντολών του Ευαγγελίου.

 Γ΄. Η οργάνωση του συνόλου των πιστών αποκτά υπόσταση και ζωή με την ιδιαίτερη κεντρική λειτουργία των Δώδεκα Αποστόλων, στους οποίους ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του «ἐνεφύσησε» το Πνεύμα το Άγιο, και τους απέστειλε όπως Τον είχε αποστείλει ο Πατήρ (Ιω 20,21-22). Έτσι, οι Απόστολοι ξεχωρίζουν ως φορείς ειδικής χάριτος, που χορηγούν και διανέμουν στους υπόλοιπους πιστούς, οι οποίοι ενσωματώνονται στο Σώμα του Χριστού, αρχικά με το Βάπτισμα όπου ενδύονται τον Χριστό, και κατόπιν με τη διαρκή μετοχή τους στη θεία Ευχαριστία. Αυτά τα χαρακτηριστικά μετατρέπουν την πρωταρχική ομάδα μαθητών και μαθητριών γύρω από τον Ιησού στην κοινότητα με το ελληνικό όνομα Εκκλησία.

 Τα πρώτα ανοίγματα της Εκκλησίας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο 

 Αρχικά η Εκκλησία ήταν μια ιδιαίτερη ομάδα απλώς μέσα στο ευρύτερο θρησκευτικό πλαίσιο του Ιουδαϊσμού, όμως πολύ γρήγορα εξαπλώθηκε με διάφορες ευκαιρίες, καταρχάς στα με γάλα ελληνορωμαϊκά κέντρα της Μεσογείου, όπου υπήρχαν Ιουδαίοι. Ήδη στην Ιερουσαλήμ υπήρχαν εκτός από τους ντόπιους Ιουδαίους και «ελληνιστές», που μιλούσαν ελληνικά και ζούσαν ως Ρωμαίοι. Επίσης, το χριστιανικό κήρυγμα προσέλκυσε και μονοθεϊστές εθνικούς που συμπαθούσαν τον Ιουδαϊσμό (οι «σεβόμενοι τον Θεόν»*). Αργότερα, και οι χριστιανοί χρησιμοποίησαν στοιχεία από τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, με πρώτο και καλύτερο την ελληνική γλώσσα αλλά και παιδεία, τόσο τη ρητορική όσο και τη στωική φιλοσοφία, που εξηγεί και τη γρήγορη διάδοση του Ευαγγελίου, ιδίως μέσα από την κηρυκτική δράση του Αποστόλου Παύλου, αλλά και στόμα με στόμα, σ’ ολόκληρη την ελληνορωμαϊκή οικουμένη, πέρα και έξω από τις ιουδαϊκές κοινότητες. Οι χριστιανοί επίσης χρησιμοποίησαν τους θεσμούς (ο απόστολος Παύλος ήταν Ρωμαίος πολίτης) ή ακόμα και θρησκευτικά σύμβολα ή τελετουργικά στοιχεία (δίνοντάς τους όμως καινούργιο νόημα) προκειμένου να διατυπώσουν το κήρυγμά τους και να επικοινωνούν μεταξύ τους. 

Η Αποστολική Σύνοδος, οι αποφάσεις της και οι συνέπειές τους 

 Η ένταξη στην Εκκλησία ανθρώπων που δεν ήταν ιουδαϊκής προέλευσης οδήγησε σύντομα σε μια διάσταση απόψεων: όσοι πίστευαν στον Ιησού Χριστό έπρεπε να είναι ή να γίνουν προηγουμένως  Ιουδαίοι; Έπρεπε δηλαδή να κάνουν περιτομή και να τηρήσουν πλήρως τον μωσαϊκό νόμο, ή ήταν περιττό κάτι τέτοιο; Η διαμάχη αυτή ήταν κεντρική όχι μόνο για την ίδια την ταυτότητα της Εκκλησίας αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο θα επιλυόταν, όχι μόνο αυτή αλλά και κάθε επόμενη στο μέλλον. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων (15, 2) οι χριστιανοί στην Αντιόχεια απέστειλαν τον Παύλο, τον Βαρνάβα και μερικούς ακόμα στα Ιεροσόλυμα για να λύσουν το θέμα μαζί με τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους εκεί. Μετά από πολλή συζήτηση ανάμεσα στις διάφορες απόψεις, ο απόστολος Πέτρος διατύπωσε τη γνώμη ότι ο Θεός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε Ιουδαί ους και εθνικούς διότι τους καθάρισε με την πίστη στις καρδιές τους, οπότε δεν πρέπει να τους επιβάλλονται τα βάρη του μωσαϊκού νόμου. Μίλησε και ο Ιάκωβος, και οι Παύλος και Βαρνάβας και είπαν για τα θαύματα που επιτέλεσε ο Θεός μέσα από την επιστροφή των εθνικών στον Χριστό. Στο τέλος όλοι μαζί (απόστολοι, πρεσβύτεροι και λαός) εξέλεξαν τον Ιούδα-Βαρσαββά Ο Απόστολος Παύλος κηρύττοντας στην Αθήνα. Διά χειρός Σπύρου Καρδαμάκη. Τοιχογραφία στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Φωτογραφικό αρχείο των συγγραφέων. και τον Σίλα, οι οποίοι μαζί με τον Παύλο και τον Βαρνάβα θα μετέφεραν τόσο προφορικά όσο και με γράμμα τις αποφάσεις της Συνόδου στην Αντιόχεια. Οι αποφάσεις αυτές όριζαν ότι οι νέοι χριστιανοί δεν χρειάζονταν την περιτομή και τον υπόλοιπο μωσαϊκό νόμο, με εξαίρεση την αποφυγή των ειδωλόθυτων (δηλαδή κρεάτων από τις θυσίες) και της πορνείας, εμμένοντας στην πίστη στον ένα Θεό και στον νόμο της αγάπης μεταξύ των ανθρώπων. 

 Ο λαός του Θεού, ένας λαός πολύ ιδιαίτερος 

 Μέσα από τις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου συγκροτείται πρακτικά ο νέος «λαός του Θεού». Όπως το είπε ο πρεσβύτερος άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, «ο Θεός φρόντισε να φτιάξει από τους εθνικούς έναν λαό δικό Του» (Πρ 15:14). Η ταυτότητά του δεν είναι η κοινή ιστορική παράδοση, η γλώσσα ή η γεωγραφική και φυλετική προέλευση, αλλά η ελεύθερη αποδοχή να ντυθούν τον Χριστό, πιστεύοντας στη θεότητά Του, στη νίκη που κατάφερε κατά του θανάτου και στον σύντομο ερχομό Του με δόξα. Αυτή η αποδοχή δηλώνεται με το βάπτισμα, αλλά δεν σταματά σ’ αυτό, όπως θα συνέβαινε αν ήταν ένα από τα μυστηριακά θρησκεύματα* των εθνικών. Είναι η μετοχή στον όλο επίγειο βίο του Χριστού και αναγνωρίζεται στην καθημερινή ζωή τους, στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, την αγάπη, την προσφορά, και αρχικά μάλιστα την κοινοχρησία των αγαθών. Εκφράζεται εξάλλου και στην τακτική συνάθροιση. Εκεί, στη λειτουργική συνάθροιση, ο Ίδιος ο σταυρωμένος και αναστημένος Χριστός μοιράζεται στους συμμετέχοντες. Είναι ένα καινούργιο, αδιάκοπο πασχάλειο γεύμα, καθώς ο άρτος και ο οίνος μετατρέπονται σε Σώμα και Αίμα Του. Εκεί εξάλλου δηλώνεται η προσδοκία για τον σύντομο ερχομό Του, και ταυτόχρονα η αδελφοσύνη και η ισότητα όλων των πιστών μέσα από ένα κοινό γεύμα. Διαφορετικά από τα μυστηριακά θρησκεύματα* των εθνικών, στην Εκκλησία δεν έχει σημασία μόνο η βάπτιση, μύηση, αλλά η πραγματική μεταμόρφωση της ζωής των πιστών που συντελείται στη συνάθροιση και στην καθημερινότητα. Παράλληλα, η Αποστολική Σύνοδος καθιέρωσε κι έναν τρόπο να λύνονται τα προβλήματα που ανέκυπταν καθώς προχωρούσε το χριστιανικό Ευαγγέλιο μέσα στην κοινωνία. Αυτός ο τρόπος δεν ήταν η ανεξέλεγκτη βούληση ενός κάποιου διαδόχου του Ιησού Χριστού, αλλά η κοινή αναζήτηση μέσα από συνάντηση και διάλογο των φορέων της αποστολικής αυθεντίας μαζί με τον λαό που παρίστατο και εξέλεγε εκπροσώπους, οι οποίοι μετέφεραν τις αποφάσεις στην υπόλοιπη Εκκλησία και μαρτυρούσαν γι’ αυτές υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δηλώνει και η αρχική φράση της απόφασης «ἔδοξεν τῷ Ἁγίῳ πνεύματι καὶ ἡμῖν». 

 Η πίστη μεταμορφώνει δημιουργικά τον κόσμο και τους πολιτισμούς 

 Όλα αυτά τα γεγονότα δείχνουν πώς η πίστη στο Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού προσλαμβάνει αλλά μεταμορφώνει ουσιαστικά τα δημιουργήματα του ανθρώπου, που είναι η θρησκεία του (ειδικά ο Ιουδαϊσμός), ο πολιτισμός, η γλώσσα και οι συνήθειές του μέσα από την ελεύθερη απόφαση των πιστών. Έτσι, ο μωσαϊκός νόμος υπερβαίνεται με την έμφαση στην εντολή της αγάπης και τη δικαίωση από τον Χριστό – και όχι με την ατομική τήρηση των διατάξεων. Το βάπτισμα δεν είναι μόνο ένας τελετουργικός συμβολικός καθαρμός. Γίνεται η αρχή μιας νέας ζωής. Γίνεται κοινωνία στα βήματα του Ιησού Χριστού, μακριά από τη φθορά της ανθρώπινης φύσης. Τα στοιχεία του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού γίνονται άφθαρτα μέσα στο φως του Χριστού, το αναστάσιμο. Τώρα πια η λογική αναζήτηση και ο διάλογος, θετικά στοιχεία από μόνα τους, ολοκληρώνονται στο πλαίσιο της συνάντησης και συνάθροισης της κοινότητας και γίνονται τα μέσα για τον φωτισμό από το Άγιο Πνεύμα.

1. Την Μεγάλη Πέμπτη ψέλνουμεστις εκκλησίες: «Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις· Λαός μου τί ἐποί ησά σοι, ἢ τί σοι παρηνώχλησα; τοὺς τυφλούς σου ἐφώτισα, τοὺς λεπρούς σου ἐκαθάρισα, ἄνδρα ὄντα ἐπὶ κλίνης ἠνωρθωσάμην. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας; ἀντὶ τοῦ μάννα χολήν, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με, σταυρῷ με προ σηλώσατε· οὐκέτι στέγω λοιπόν, καλέσω μου τὰ ἔθνη, κᾀκεῖνα με δοξάσουσι, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, κᾀγὼ αὐτοῖς δωρήσομαι, ζωὴν τὴν αἰώνιον». 

Ακούστε το και γράψτε 10 λέξεις που σας έρχονται στον νου. Σκεφτείτε με βάση το μάθημα πώς καταγράφεται από τον υμνογράφο, κάποιους αιώνες μετά, η στροφή προς τα έθνη. || Συζητήστε το με τους συμμαθητές σας. Συνδέστε το με το κείμενο που ακολουθεί και ακούστε το ξανά.

 Το κήρυγμα του Αποστόλου Πέτρου κατά την Πεντηκοστή: Ισραηλίτες, ακούστε αυτά που θα σας πω: Ποιος ήταν ο Ιησούς ο Ναζωραίος σάς το απέδειξε ο Θεός με τα θαύματα και τα καταπληκτικά έργα που έκανε μέσω αυτού ανάμεσά σας. Αυτά τα ξέρετε εσείς οι ίδιοι πολύ καλά. Κι όμως εσείς τον Ιησού τον θανατώσατε, βάζοντας ανθρώπους που δεν έχουν το νόμο του Θεού να τον καρφώσουν στο σταυρό. Βέβαια, σας παραδόθηκε, γιατί έτσι είχε ορίσει ο Θεός, που το θέλησε και το γνώριζε. Ο Θεός όμως τον ανέστησε, ελευθερώνοντάς τον από τα δεσμά του θανάτου, γιατί ήταν αδύνατο να τον κρατήσει πια ο θάνατος. (Πρ 2, 22-24, απόσπασμα)


 

Από τα γεγονότα της Αποστολικής Συνόδου 

 Όταν έφτασαν στην Ιερουσαλήμ, τους έγινε υποδοχή από τα μέλη της εκκλησίας, από τους αποστόλους και από τους πρεσβυτέρους. Αυτοί τους διηγήθηκαν όσα ο Θεός είχε κάνει μ’ αυτούς, και ότι έδωσε και στους εθνικούς τη δυνατότητα να πιστέψουν. Σηκώθηκαν όμως μερικοί από την παράταξη των Φαρισαίων που είχαν πιστέψει, κι έλεγαν ότι πρέπει τους εθνικούς να τους περιτέμνουν και να απαιτούν να τηρούν το νόμο του Μωυσή. Συγκεντρώθηκαν, λοιπόν, οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι για να εξετάσουν το θέμα.Αφού έγινε πολλή συζήτηση, έλαβε το λόγο ο Πέτρος και τους είπε: «Αδερφοί, εσείς ξέρετε καλά ότι ο Θεός από παλιά με διάλεξε από όλους μας εμένα, για ν’ ακούσουν οι εθνικοί από το στόμα μου το λόγο του ευαγγελίου και να πιστέψουν. Και ο Θεός, που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, έδωσε σημάδι ότι κι αυτοί μπορούν να σωθούν, χορηγώντας τους το Άγιο Πνεύμα όπως και σ’ εμάς. Δεν έκανε καμιά διάκριση ανάμεσα σ’ εμάς και σ’ αυτούς, αλλά καθάρισε με την πίστη τις καρδιές τους. Τώρα, λοιπόν, γιατί προκαλείτε το Θεό, θέλοντας να φορτώσετε στον τράχηλο των χριστιανών ένα βάρος, που ούτε οι πρόγονοί μας ούτε εμείς μπορέσαμε να σηκώσου με; Αντίθετα, πιστεύουμε ότι θα μας σώσει η χάρη του Κυρίου Ιησού, με τον ίδιο τρόπο που θα σώσει κι εκείνους. Όλο το πλήθος σώπασε, και όλοι άκουγαν το Βαρνάβα και τον Παύλο να διηγούνται τα θαύμα τα που έκανε ο Θεός μέσω αυτών στους εθνικούς. Πρ 15, 4-12.

Για τη σημασία της Συνόδου  

Οι ιουδαιοχριστιανοί πίστευαν ότι μέσα στην Εκκλησία συνέχιζαν να έχουν ισχύ οι διατάξεις του μωσαϊκού νόμου και της περιτομής. Yποστήριζαν ότι οι εθνικοί μπορούσαν να γίνονται δεκτοί ως με λη της Εκκλησίας, μόνο αν έκαναν πρώτα περιτομή και τηρούσαν τον μωσαϊκό νόμο. Γι’ αυτούς ο  Χριστιανισμός ήταν μια βελτιωμένη εκδοχή της ιουδαϊκής θρησκείας και όχι μια πανανθρώπινη πίστη θεμελιωμένη στην ελευθερία. Yπήρχε, λοιπόν, κίνδυνος, αν γίνονταν αποδεκτές οι απόψεις τους, να καταντούσε η πίστη μια φυλετική θρησκεία. [Με τις αποφάσεις της Συνόδου] η Εκκλησία, χωρίς να απαρνηθεί τις ιουδαϊκές της καταβολές, χειραφετήθηκε από τους ιουδαϊκούς θεσμούς και άνοιξε ο δρόμος για να γίνει ο Χριστιανισμός μια πανανθρώπινη, οικουμενική πίστη, στη ριγμένη στην ελευθερία και όχι στη δουλική προσήλωση σε τυπικές, νεκρές εντολές. Σ. Καραχάλιας, Μ. Μπράτη, Δ. Πασσάκος, Γ. Φίλιας, Θρησκευτι κά Γ΄ Γυμνασίου, Θέματα από την Ιστορία της Εκκλησίας (Αθήνα: ΥΠΕΠΘ | Π.Ι., ΟΕΔΒ), 29-30. 

Περί Ψυχής (διάλογος) 

 «Τότε απάντησέ μου», είπε εκείνος: «Ποιο είναι αυτό που με την παρουσία του σε ένα σώμα το κάνει να ζει;» | «Η ψυχή», είπε. | «Αυτό συμβαίνει πάντοτε;» | «Βεβαιότατα», απάντησε αυτός. | «Η ψυχή, λοιπόν, οτιδήποτε πάρει στην κατοχή της, με τον ερχομό της πάντοτε θα του δίνει ζωή — έτσι;» | «Με τον ερχομό της πράγματι». | «Υπάρχει κάτι που είναι αντίθετο στη ζωή ή δεν υπάρ χει;» | «Υπάρχει», είπε. | «Ποιο;» | «Ο θάνατος». | «Η ψυχή όμως ποτέ δεν θα δεχθεί το αντίθετο εκείνου που η ίδια διαρκώς επιφέρει, έτσι δεν το συμφωνήσαμε;» | «Σε καμία περίπτωση», είπε ο Κέβης. | «Λοιπόν; Πώς ονομάσαμε πριν από λίγο αυτό που δεν δέχεται τη μορφή του αρτίου;» | «Όχι άρτιο [ανάρτιο, σ.τ. Επιμ.]», απάντησε. | «Και αυτό που δεν δέχεται το δίκαιο και εκείνο που δεν δέχεται τη μουσική;» | «Όχι μουσικό [άμουσο, σ.τ. Επιμ.], το άλλο άδικο», είπε. | «Ωραία — πώς ονομάζουμε και αυτό που δεν δέχεται τον θάνατο;» | «Αθάνατο», είπε. | «Η ψυχή λοιπόν δεν δέ χεται τον θάνατο;» | «Όχι». | «Τότε η ψυχή είναι αθάνατη». | «Αθάνατη». | «Καλά, είπε — να πούμε ότι αυτό αποδείχθηκε; Ή όχι;» | «Λίαν επαρκώς, Σωκράτη». Πλάτωνος Φαίδων 105 c-e, μτφρ. Ιωάννης Πετράκης (Αθήνα: βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014). 

  Το αληθινά καινούργιο 

 Προσπαθούσα μια μέρα να καταλάβω ποιο είναι το αληθινά καινούργιο στοιχείο που πρόσφερε ο Χριστός στην ανθρωπότητα ερχόμενος στον κόσμο. Το μήνυμα της Αγάπης που μας έδωσε είναι βέβαια τεράστιο και ο τρόπος με τον οποίο το έδωσε ασύλληπτος· γιατί η Αγάπη είναι η μοναδική κλείδα λύτρωσης του ανθρώπου. Όμως η Αγάπη δεν ήταν άγνωστη στους Αρχαίους· κι άλλοι πριν απ’ Αυτόν είχαν μιλήσει για την Αγάπη, αν και ίσως δεν είχαν όσο θα έπρεπε τονίσει τη σημασία της. Θεωρώ, λοιπόν, ότι το πραγματικό νέο στοιχείο στην όλη διδασκαλία του Χριστού είναι η Ανάσταση. Για πρώτη φορά συνέβη το γεγονός αυτό σε ιστορικό και όχι μυθολογικό χρόνο. Φοίβος Πιομπίνος, Σπουδή Θανάτου (Αθήνα: Μαΐστρος, 2006), 322.

Πηγή: Δημήτριος Ν. Μόσχος, Ευαγγελία Βουλγαράκη, Εκκλησιαστική Ιστορία και Πατέρες
και Θεολόγοι της Εκκλησίας, ΤΕΥΧΟΣ Α΄,ΘΕΜΑΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Γ´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ σελ: 9-17

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025

Αποστολική Σύνοδος

Διαδραστική παρουσίαση με θέμα την Αποστολική Σύνοδο. Στόχος του μαθησιακού αντικειμένου είναι να εμπλουτίσουν οι μαθητές τις γνώσεις τους σχετικά με τις αιτίες, τα γεγονότα, τους πρωταγωνιστές, τις αποφάσεις και τη σημασία της Συνόδου.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων , του Ν. Παύλου



H ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

Το έτος 48 μ.Χ. ήταν σημαντικό για την μετέπειτα πορεία του χριστιανισμού. Ο Παύλος με το Βαρνάβα είχαν επιστρέψει από την Α΄ Αποστολική περιοδεία (Κύπρος-Μ. Ασία), και διηγήθηκαν στους πιστούς της κοινότητας της Αντιόχειας όσα έκανε ο Θεός μ’ αυτούς, και ότι άνοιξε την πόρτα της πίστης και στους Εθνικούς. Πολλοί χάρηκαν, αλλά κάποιοι που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα στην Αντιόχεια, δίδασκαν στους αδερφούς πως πρέπει να περιτμηθούν για να μπορέσουν να σωθούν (Πρ. 14, 27 ∙ Πρ. 15,1). Δημιουργήθηκε μεγάλη ταραχή, και οι δύο Απόστολοι μαζί με άλλους χριστιανούς από την Αντιόχεια πήγαν στα Ιεροσόλυμα για να λύσουν το ζήτημα μαζί με τους άλλους Απόστολους και τους Πρεσβύτερους.
Όπως γίνεται αντιληπτό η υπόθεση σχετίζονταν με το μέλλον της Εκκλησίας. Αν γίνονταν δεκτή η θέση των χριστιανών των Ιεροσολύμων ο χριστιανισμός θα υποβαθμίζονταν, και οι συνέπειες για τη μετέπειτα πορεία του πιθανόν να ήταν ολέθριες. Αυτό το γνωρίζουν οι Απόστολοι και έτσι συγκαλείται η Αποστολική Σύνοδος στην οποία ήταν καθοριστικός ο ρόλος των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, την μνήμη των οποίων γιορτάζει η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες.
Οι δύο Απόστολοι από την αρχή τονίζουν ότι ο Θεός δε θέλει να φορτωθούν οι χριστιανοί βάρη που είναι περιττά. Ο Παύλος μαζί με το Βαρνάβα αφηγούνται τους σταθμούς της περιοδείας τους και την επιτυχία που είχε το κήρυγμα του ευαγγελίου στους πρώην ειδωλολάτρες. Τότε κάποιοι από την παράταξη των Φαρισαίων που είχαν πιστέψει, έλεγαν ότι πρέπει οι εθνικοί να περιτέμνονται και να τηρούν τις διατάξεις του Μωυσή.
Οι Απόστολοι συζητούν αυτό το σημαντικό θέμα. Λαμβάνει κατόπιν το λόγο ο Πέτρος. Τονίζει ότι ο Θεός που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, έδωσε σημάδι ότι και οι εθνικοί μπορούν να σωθούν, αφού τους χορηγήθηκε το Άγιο Πνεύμα. Δεν έκανε καμία διάκριση ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, αλλά καθάρισε με την πίστη τις καρδιές τους. Οπότε δεν πρέπει να φορτωθεί κανένας ζυγός στον τράχηλο των χριστιανών, τον οποίο μάλιστα δε μπόρεσαν να σηκώσουν αυτοί που κατάγονταν από τον Ιουδαϊσμό.
Ύστερα όλοι άκουσαν το Βαρνάβα και τον Παύλο, που διηγούνταν τα θαύματα που έκανε ο Θεός, μέσω αυτών, στους εθνικούς. Ο Ιάκωβος, στη συνέχεια, υπογράμμισε και αυτός να μην επιβαρυνθούν οι εθνικοί που επιστρέφουν στο χριστιανισμό.
Για το θέμα είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω που επισημαίνει ο ιερός Χρυσόστομος: «Όρα», λέει, «πως δείκνυσι τον Θεόν δι’ αυτού φθεγγόμενον, και ουδέν ανθρώπινον. Και ο καρδιογνώστης Θεός εμαρτύρησεν αυτοίς. Επί την πνευματικήν ανάγει μαρτυρίαν αυτούς. Δους αυτοίς το Πνεύμα το άγιον, καθώς και ημίν. Όρα πως πανταχού εξισοί τα έθνη. Και ουδέν διέκρινε μεταξύ ημών τε και αυτών, τη πίστει καθαρίσας τας καρδίας αυτών. Από της πίστεως μόνης, φησί, των αυτών έτυχον. Κακείνων ταύτα εντρεπτικά∙ μάλλον δε εκείνους διδάξαι δύναται, ότι πίστεως δει μόνης, και ουκ έργων ουδέ περιτομής. Ου γαρ δη υπέρ των εθνών απολογούμενοι ταύτα λέγουσι μόνον, αλλά κακείνους παιδεύοντες αποστήναι του νόμου. Αλλά τέως ούπω λέγουσι τούτο. Νυν ουν τι πειράζετε τον Θεόν επιθείναι ζυγόν επί τον τράχηλον των μαθητών ον ούτε οι πατέρες ημών, ούτε ημείς ισχύσαμεν βαστάσαι. Αλλά δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού πιστεύομεν σωθήναι, καθ’ ον τρόπον κακείνοι» ( Εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΛΔ, 60,235).
Ο σχολιασμός του Ιωάννη Χρυσοστόμου τονίζει ότι ο Θεός έδωσε το Άγιο Πνεύμα και στους ειδωλολάτρες που μεταστράφηκαν στο χριστιανισμό. Για το Θεό όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Δεν γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους, και όλοι σώζονται με τη χάρη του Κυρίου Ιησού.
Το συμπέρασμα που βγαίνει λοιπόν από τους λόγους των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στην Αποστολική Σύνοδο και από την ανάλυση του ιερού Χρυσοστόμου είναι πως μέσα στην εκκλησία δεν υπάρχουν διακρίσεις και όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι για το Θεό. Επομένως δε χρειάζονταν τα πρόσθετα βάρη στους ώμους των εθνικών που γίνονταν χριστιανοί.
Η Αποστολική Σύνοδος, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, πήρε την απόφαση να μην επιβληθεί στους χριστιανούς τίποτα περιττό. Αρχίζει κατόπιν η Δεύτερη Αποστολική περιοδεία του Παύλου (49-52). Συνοδοί του είναι ο Σίλας, ο Τιμόθεος και ο Λουκάς. Στη διάρκειά της επισκέπτονται την Ελλάδα, και έτσι ο Απόστολος των Εθνών γίνεται ο ιδρυτής της ελληνικής εκκλησίας.

***
Το συμπέρασμα είναι πως η συμμετοχή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της ιεραποστολής στους εθνικούς. Στήριξαν, εκτός των άλλων, με τις παρεμβάσεις τους την υπόθεση της διάδοσης του χριστιανικού μηνύματος σε όλους. Αξίζει λοιπόν, τελειώνοντας, να παρατεθεί ένα απόσπασμα από τον έπαινο που απευθύνει σε αυτούς, ένας βυζαντινός λόγιος, ο Γεώργιος Ακροπολίτης, που έζησε τον 13ο αιώνα. Όπως γράφει λοιπόν: « Αλλ’ ω δυάς η κορυφαία των μαθητών του Χριστού –επισυναπτέον γαρ μοι πάλιν- οι της ολομελείας της δωδεκάδος των μαθητών οφθαλμοί, οι φωστήρες οι παμφαέστατοι, ουχ ο μεν εις ημέραν φαύσιν τεθείς ο δε νυκτός την δαδούχησιν, αλλά και άμφω ημερινοί και την νύκτα της αγνοίας διώκοντες και ως εν ημέρα ευσχημόνως τους διδασκομένους περιπατείν αναπείθοντες, οι θρόνοι της Χριστού ανακλήσεως, εφ’ ων ο διπλούς ανεπαύσατο Κύριος, τα δένδρα του παραδείσου τα αγλαόκαρπα, ων οι μεταλαμβάνοντες την αφθαρσίαν απολαμβάνουσιν, οι δίκρουνοι ποταμοί των διδαγμάτων Χριστού, εξ ων οι πίοντες ουκ αποθνήσκουσιν αλλά μεταστοιχειούνται προς το αθάνατον, αι διτταί του πνεύματος μάχαιραι το κρείττον από του χείρονος διατέμνουσαι. Ω πλάκες έμψυχοι, εν αις τα της Καινής Διαθήκης εγκαταγέγραπται∙ ω στύλοι δύο πυρίπνοοι τον νέον καθοδηγούντες λαόν ….ω Πέτρε και Παύλε –χαίρω γαρ τοις υμετέροις ονόμασιν, έχουσιν γαρ εις αρετήν και παράκλησιν» (Γεωργίου του Ακροπολίτου, Λόγος εις τους Αγίους και Πανευφήμους μεγάλους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον, 27).

 Ν. Παύλου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...