Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α Εκκλησιαστικού Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Α Εκκλησιαστικού Λυκείου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2025

Λειτουργικά βιβλία

Μέχρι τον 4ο αι. μ.Χ. η Θεία Λατρεία ήταν πολύ απλή και τελούνταν με βάση κυρίως την προφορική παράδοση της Εκκλησίας. Οι από την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, αναγνώσεις ήταν βασικό στοιχείο της δομής και της τάξης της Θείας Λειτουργίας. Ο αναγνώστης διάβαζε από τις Πράξεις των Αποστόλων, τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, την Αποκάλυψη, αλλά και τα συγγράμματα των προφητών «ὅσον ἐγχωρεῖ», σε ελεύθερη επιλογή και χωρίς περιορισμό στο μήκος του κειμένου. Από τον 5ο αι. έως τον 7ο αι. η Εκκλησία συγκροτεί και διαμορφώνει το σύστημα των περικοπών που ισχύει μέχρι και σήμερα, με κάποιες βέβαια αλλαγές στο πέρασμα των αιώνων. Από τον 4ο αι. επίσης μαρτυρούνται και οι πρώτες ευχολογικές συλλογές όπως αυτή του Σεραπίωνος στην Αλεξάνδρεια και των Αποστολικών Διαταγών στην Αντιόχεια. Πληρέστερη εικόνα του Ευχολογίου έχουμε στην χειρόγραφη παράδοση με παλαιότερο κείμενο αυτό του Βαρβερινού Κώδικα 336, τέλη του 8ου αι. Σταθμό στην ιστορία των λειτουργικών βιβλίων αποτελεί η περίοδος της Εικονομαχίας, κατά την οποία, λόγω της ανάπτυξης της υμνογραφίας και μάλιστα των κανόνων, υπήρξε ανάγκη διαμόρφωσης των βιβλίων που περιλαμβάνουν Παλαίτυπο Ψαλτηρίου τους ύμνους της Εκκλησίας. Σημαντική συμβολή στην έκδοση και διάδοση των λειτουργικών βιβλίων είχε η τυπογραφία από τον 15ο αι. Οι σχετικές εκδόσεις γίνονταν κυρίως στη Βενετία, λόγω των συνθηκών που επικρατούσαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Αξιόλογοι εκδότες, διορθωτές κειμένων και επιμελητές μας διέσωσαν την χειρόγραφη παράδοση, έστω και με πολλά εκδοτικά προβλήματα και λάθη. 

 Τα λειτουργικά βιβλία, όπως διαμορφώθηκαν διαχρονικά και περιλαμβάνουν τα κείμενα της λειτουργικής προσευχής, διακρίνονται σε τρεις ομάδες. Στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα βιβλία που περιέχουν τα βιβλικά αναγνώσματα, στη δεύτερη τα βιβλία που περιέχουν τα ευχολογικά κείμενα και αφορούν τους Ιερείς, και στην τρίτη ομάδα εντάσσονται τα βιβλία που περιέχουν τους λειτουργικούς ύμνους και το Τυπικό. 

Α) Βιβλία των αγιογραφικών αναγνωσμάτων

  Το Ευαγγέλιο ή Ευαγγελιστάριο ή Εκλογάδιο περιέχει τις περικοπές που διαβάζονται τις Κυριακές όλου του έτους, αρχής γενομένης από το Πάσχα. Από την Κυριακή αυτή σύμφωνα με το τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως (10ος αι.) μέχρι την Πεντηκοστή διαβάζονται περικοπές από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Από τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος έως τα μέσα Σεπτεμβρίου διαβάζονται περικοπές από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Ακολουθούν τα αναγνώσματα από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, την περίοδο μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού έως την αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Την περίοδο αυτή καλύπτουν περικοπές από το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο. Στο Ευαγγέλιο υπάρχει και μία σειρά περικοπών που αναγινώσκονται κατά το Μηνολόγιο –Εορτολόγιο από την 1η Σεπτεμβρίου μέχρι την 31η Αυγούστου. Σε παράρτημα βρίσκονται τα αναγνώσματα των ιερών μυστηρίων, καθώς και τα Εωθινά Ευαγγέλια που διαβάζονται με τη σειρά στον Όρθρο των Κυριακών. Οι ευαγγελικές περικοπές του Όρθρου διαβάζονται μόνο από τον Πρεσβύτερο, ενώ της Θείας Λειτουργίας και των μυστηρίων αναγινώσκονται από τον Πρεσβύτερο ή τον Διάκονο από την Ωραία Πύλη ή τον άμβωνα. Το Ευαγγέλιο βρίσκεται πάντοτε στην Αγία Τράπεζα, εικονίζει μπροστά τη Σταύρωση του Κυρίου και πίσω την Ανάσταση του. Από όλα δε τα βιβλία είναι το μόνο που λιτανεύεται, θυμιάται και προσκυνείται. 

 Ο Απόστολος ή Πραξαπόστολος περιλαμβάνει περικοπές από τις Πράξεις των Αποστόλων, που διαβάζονται κατά την περίοδο του Πεντηκοσταρίου. Τις επόμενες εβδομάδες διαβάζονται περικοπές από τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τις Καθολικές Επιστολές. Οι δεύτερες διαβάζονται τις καθημερινές και οι πρώτες τις Κυριακές όλου του έτους. Την Μεγάλη Τεσσαρακοστή προτιμούνται τα αναγνώσματα από την Προς Εβραίους Επιστολή. 

Το Προφητολόγιο περιέχει περικοπές από την Παλαιά Διαθήκη. Μέχρι τον 7ο αι. διαβάζονταν και στη Θεία Λειτουργία. Έκτοτε μετατέθηκαν στους εσπερινούς των εορτών ή στους εσπερινούς της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Γένεση - Παροιμίες) και της Μεγάλης Εβδομάδας (Έξοδος - Ιώβ). Η Παλαιά Διαθήκη προετοιμάζει τον λαό του Θεού, για τη σωτηρία που ο Χριστός έφερε στον κόσμο. Πρόσφατα (2009), η Ελληνική Βιβλική Εταιρία, με έγκριση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (συνεδρία 13ης Ιανουαρίου 2005), προέβη στην έκδοση του Προφητολογίου με τα Λειτουργικά Αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη (κείμενο - μετάφραση).

 Το Ψαλτήριο περιλαμβάνει τους ψαλμούς, που διαβάζονται στις διάφορες Ακολουθίες. Για τη λειτουργική χρήση το βιβλίο αυτό διαιρείται σε 20 μεγάλα τμήματα (καθίσματα). Κάθε κάθισμα έχει τρεις στάσεις και κάθε στάση περιλαμβάνει 1-5 ψαλμούς. Για να διαβαστεί όλο το Ψαλτήριο σε μια εβδομάδα, όπως προβλέπει το Τυπικό, στον Όρθρο στιχολογούνται δύο καθίσματα κάθε μέρα και στον Εσπερινό ένα. Κυριακή βράδυ δεν προβλέπεται κάθισμα. Ψαλμούς έχουν και οι Ακολουθίες των Ωρών. Στην ασματική (ενοριακή) παράδοση το Ψαλτήριο διαιρείται σε αντίφωνα, με εφύμνιο μετά από κάθε στίχο για την καλύτερη συμμετοχή του λαού. Στην περίπτωση αυτή η ανακύκληση γίνεται κάθε δύο εβδομά δες. Το Ψαλτήριο αποτελεί το κέντρο όλων των Ακολουθιών, λόγω του κατανυκτικού και προσευχητικού του περιεχομένου. Στο λειτουργικό βι βλίο του Ψαλτηρίου περιέχονται σε παράρτημα οι εννέα βιβλικές ωδές, που αποτελούν δομικό στοιχείο του Όρθρου. 

 Β) βιβλία λειτουργικών ευχών και διαφόρων Ακολουθιών 

 Το Ευχολόγιο στη χειρόγραφη παράδοση μαρτυρείται από τα τέλη του 8ου αι. Περιλαμβάνει τις ευχές των ιερών μυστηρίων με πρώτο αυτό της Θείας Λειτουργίας, τις ευχές διαφόρων ακολουθιών, όπως π.χ. των Εγκαινίων, του Μεγάλου Αγιασμού, της Γονυκλισίας της Πεντηκοστής κ.λπ., καθώς και τις περιστατικές λεγόμενες ευχές, όπως της ανομβρίας, της σποράς κ.λπ. Το Ευχολόγιο στην ολότητά του ονομάζεται Μέγα Ευχολόγιο. Το παλαιό Αγιασματάριο, που περιείχε μόνο τον μικρό Αγιασμό και κάποιες περιστατικές ευχές, συμπληρώθηκε σταδιακά με νέες ευχές και ακολουθίες, με αποτέλεσμα να αποτελέσει τη συλλογή με το όνομα Μικρό Ευχολόγιο. Για πρακτικούς επίσης λόγους το Μέγα Ευχολόγιο διαιρέθηκε σε μικρότερες συλλογές προς διευκόλυνση των λειτουργών, ανάλογα με τον ιερατικό τους βαθμό. Έτσι, προέκυψε α) το Διακονικό για τους Διακόνους, β) το Ιερατικό για τους Ιερείς και γ) το Αρχιερατικό για τους Αρχιερείς. Στα κείμενα του Ευχολογίου διατυπώνεται άριστα η πίστη της Εκκλησίας για τον Τριαδικό Θεό, τον άνθρωπο και τον κόσμο. 

Το Ωρολόγιο στη χειρόγραφη παράδοση είναι γνωστό από τον 9ο αι. Περιλαμβάνει τα σταθερά στοιχεία, κυρίως ευχές των Ωρών, των Ακολουθιών δηλαδή του νυχθημέρου. Οι Ακολουθίες αυτές είναι ο Εσπερινός, το Απόδειπνο, το Μεσονυκτικό, ο Όρθρος και οι Ώρες Α’, Γ’, ΣΤ’ και Θ’. Περιέχονται επίσης τα Αναστάσιμα, Θεοτοκία και Υπακοές των οκτώ ήχων, αλλά και τα Απολυτίκια και τα Κοντάκια του Μηνολογίου όλου του λειτουργικού έτους. Στο Ωρολόγιο εντάχθηκαν και Ακολουθίες, όπως του Ακαθίστου Ύμνου, των Χαιρετισμών, του Τιμίου Σταυρού, της Θείας Μεταλήψεως, των Παρακλητικών Κανόνων. 

Το Εγκόλπιον του Αναγνώστου περιλαμβάνει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν μόνο τον αναγνώστη και τον ψάλτη, όπως π.χ. ο Προοιμιακός στον Εσπερινό, ο Εξάψαλμος στον Όρθρο, τα Αντίφωνα στη Θεία Λειτουργία, το Σύμβολο της Πίστεως, η Κυριακή Προσευχή («Πάτερ Ἡμῶν») κ.λπ. 

 Γ) Βιβλία της Λειτουργικής Υμνογραφίας και του Τυπικού

  Η Οκτώηχος περιέχει τα αναστάσιμα τροπάρια των Κυριακών σύμφωνα και με την παράδοση της οκτωηχίας. Τα τροπάρια αυτά είναι ποίημα του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, η δε εναλλαγή των οκτώ ήχων της βυζαντινής μουσικής γίνεται από την Κυριακή του Πάσχα. Τα έντεκα επίσης Εωθινά του Όρθρου των Κυριακών αρχίζουν και διαβάζονται κατά τη σειρά των ήχων από το Πάσχα.

 Η Παρακλητική σε ενιαία έκδοση με την Οκτώηχο περιλαμβάνει τα με βάση τους οκτώ ήχους τροπάρια Εσπερινού και Όρθρου των ημερών της εβδομάδας, εκτός της Κυριακής. Τα τροπάρια αυτά αποδίδονται στον Ιωσήφ τον Στουδίτη, έχουν παρακλητικό χαρακτήρα και προσαρμόζονται στο εορτολογικό περιεχόμενο της κάθε ημέρας. Η Δευτέρα π.χ. είναι αφιερωμένη στους αγγέλους, η Τρίτη στον Τίμιο Πρόδρομο, η Τετάρτη και η Παρασκευή στον Σταυρό του Κυρίου, η Πέμπτη στους Αποστόλους και στον Άγιο Νικόλαο και το Σάββατο στους μάρτυρες και στους κεκοιμημένους. Η Παρακλητική αργεί κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μεγάλης Εβδομάδας. Αρχίζει από την Κυριακή του Θωμά δια του α’ ήχου. 

 Τα Μηναία περιέχουν τις Ακολουθίες των ακινήτων εορτών όλου του έτους. Στις εορτές αυτές, των οποίων η ημερομηνία δεν αλλάζει, υπάρχει το υμνολογικό μέρος, τα παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα του Εσπερινού και των Μεγάλων Ωρών, καθώς επίσης και τα συναξάρια μετά την στ’ ωδή των Κανόνων του Όρθρου. Τα Μηναία, 12 τον αριθμό και με πρώτο αυτό του Σεπτεμβρίου, διαμορφώθηκαν μετά την Εικονομαχία και κυρίως από τον 11ο αι. Προβάλλουν την εορτολογική παρά δοση της Κωνσταντινούπολης, αλλά ακολουθούν τη διάταξη των Ακολουθιών του μοναχικού ιεροσολυμιτικού Τυπικού του Αγίου Σάββα. Στις νεότερες εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας, με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, έχουν ενταχθεί και Ακολουθίες σύγχρονων αγίων, όπως π.χ. του Αγίου Νεκταρίου. Ακολουθίες τοπικών αγίων εκδίδονται σε ξεχωριστές φυλλάδες και πολλές εξ αυτών εγκρίνονται από την αρμόδια Συνοδική Επιτροπή για τοπική μόνο χρήση. 

Το Τριώδιο περιλαμβάνει τα τροπάρια των κινητών εορτών από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Από την εβδομάδα της Τυρινής οι κανόνες του Όρθρου των καθημερινών είναι με τρεις ωδές, εξού και η όλη περίοδος καθώς και το σχετικό βιβλίο ονομάζονται Τριώδιο. Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν επίσης αναγνώσματα από το Προφητολόγιο (Παλαιά Διαθήκη) και τα συναξάρια που γράφτηκαν από τον Νικηφόρο Κάλλιστο Ξανθόπουλο. 

 Το Πεντηκοστάριον περιέχει τις Ακολουθίες και τα συναξάρια των κινητών εορτών από την Κυριακή του Πάσχα μέχρι την Κυριακή των Αγίων Πάντων. Πρόκειται για τις Κυριακές του Θωμά ή του Αντίπασχα, των Μυροφόρων, του Παραλύτου, του Τυφλού, της Σαμαρείτιδος, των Αγίων Πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, της Πεντηκοστής και των Αγίων Πάντων. Υπάρχουν ακόμη οι Ακολουθίες του Πάσχα και της Διακαινησίμου, της Μεσοπεντηκοστής και της Αναλήψεως. 

Το Ανθολόγιον δημιουργήθηκε από την ανάγκη εξυπηρέτησης ιερών ναών που δεν είχαν την δυνατότητα προμήθειας όλων των λειτουργικών βιβλίων. Έτσι οι διάφοροι εκδότες στη Βενετία, στη Ρώμη και αλλού, φρόντισαν να προβούν στην έκδοση Ανθολογίου με τις Θείες Λειτουργίες, το Ψαλτήριο, το Ωρολόγιο και τις Ακολουθίες των πιο γνωστών και σημαντικών εορτών του λειτουργικού έτους. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι Ιερές Συνόψεις ή Συνέκδημοι. Εκεί ο πιστός για δική του χρήση μπορεί να βρει τις Παρακλήσεις, την Ακολουθία της Μεταλήψεως και των Χαιρετισμών, τα σταθερά στοιχεία των Ακολουθιών του νυχθημέρου, ακόμη και τη Θεία Λειτουργία του Ιωάννη Χρυσοστόμου. 

Το Τυπικόν είναι αναγκαίο λόγω της πολυπλοκότητας των ιε ρών Ακολουθιών. Στην παράδοσή μας γνωρίζουμε το ενοριακό Τυπικό που είναι παλαιότερο και διαμορφώθηκε στην Αντιόχεια και την Κωνσταντινούπολη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως (10ος αι.) και το Τυπικό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης (15ος αι.). Το Τυπικό αυτό έχει μόνο τις Ακολουθίες του Εσπερινού και του Όρθρου για όλο το έτος συν τις Ακολουθίες Τριθέκτης και Παννυχίδος, κατά την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Στις περιπτώ σεις αυτές το Ψαλτήριο αξιοποιείται με τη μορφή των Αντιφώνων προς διευκόλυνση της συμμετοχής των πιστών. Στις ιερές μονές αλλά και στις ενορίες μετά την Εικονομαχία, επικράτησε το Μοναχικό Τυπικό που έχει τις ρίζες του στη Μονή του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη (Ιεροσόλυμα). Στο Τυπικό αυτό προβλέπονται επτά Ακολουθίες (Εσπερινός, Απόδειπνο, Μεσονυκτικό, Όρθρος και πρώτη Ώρα ως μία, Γ’, ΣΤ’ και Θ’ ώρες) και το Ψαλτήριο αξιοποιείται με τη μορφή των καθισμάτων. Στην πορεία προέκυψαν ανάγκες προσαρμογής του τυπικού αυτού στα δεδομένα της ενορίας. Την πρωτοβουλία αυτή είχε το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την έκδοση του Τυπικού του Γεωργίου Βιολάκη (1888) που είναι και το ισχύον τυπικό της Εκκλησίας. Με βάση το τυπικό αυτό και προς διευκόλυνση των ιεροψαλτών και των κληρικών οι Εμμανουήλ Φαρλέκας, Γεώργιος Μπεκατώρος, Απόστολος Παπαχρήστος εργάστηκαν για τον καταρτισμό ετήσιου Ημερολογίου-Τυπικού. Ανάλογη πρωτοβουλία είχε παλαιότερα και ο οικονόμος Γεώργιος Ρήγας, ο οποίος το 1908 εξέδωσε Τυπικό, το οποίο επανεκδόθηκε από το Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στη Θεσσαλονίκη το έτος 1994. Η Εκκλησία της Ελλάδας το αρχικώς εκδοθέν από τον Εμ. Φαρλέ κα Ημερολόγιο το συνέχισε το έτος 1989 με τον τίτλο «Δίπτυ χα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Το έτος 2003 η Αποστολική Διακονία εξέδωσε το έργο του μακαριστού λειτουργιολόγου π. Κωνσταντίνου Παπαγιάννη με τον τίτλο «Σύστημα Τυπικοῦ τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιώῶν τοῦ ὅλου ἐνιαυτοῦ». Σε ανάλογες πρωτοβουλίες έκδοσης Ημερολογίου - Τυπικού έχουν προβεί τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και η Εκκλησία της Κύπρου.

 Το Θεοτοκάριον είναι βιβλίο των μοναχών και περιέχει Κανόνες κατά τους οκτώ ήχους. Οι Κανόνες αυτοί, ποιήματα δια φόρων υμνογράφων, με πιο γνωστό τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ψάλλονται προς τιμήν της Θεοτόκου στην Ακολουθία του Αποδείπνου

Απόσπασμα από το Μηναῖον Ἰανουαρίου Τῌ ΣΤ› ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ Τὰ Ἅγια Θεοφάνεια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. ΕΝ Τῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ Εἰς τό, Κύριε ἐκέκραξα, ἱστῶμεν Στίχους ς’ καὶ ψάλλομεν Στιχηρὰ Ἰδιόμελα. Στιχηρὰ Ἰδιόμελα Ἦχος β› Ἰωάννου Μοναχοῦ Τὸν φωτισμὸν ἡμῶν, τὸν φωτίσαντα πάντα ἄνθρωπον, ἰδὼν ὁ Πρόδρομος, βαπτισθῆναι παραγενόμενον, χαίρει τῇ ψυχῇ, καὶ τρέμει τῇ χειρί· δείκνυσιν αὐτόν, καὶ λέγει τοῖς λαοῖς· Ἴδε ὁ λυτρούμενος τὸν Ἰσραήλ, ὁ ἐλευθερῶν ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς. Ὦ ἀναμάρτητε, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι. (Δὶς) Ἦχος β› Τοῦ Λυτρωτοῦ ἡμῶν, ὑπὸ δούλου βαπτιζομένου, καὶ τῇ τοῦ Πνεύματος παρουσίᾳ μαρτυρουμένου, ἔφριξαν ὁρῶσαι Ἀγγέλων στρατιαί, φωνὴ δὲ οὐρανόθεν ἠνέχθη ἐκ Πατρός. Οὗτος ὃν ὁ Πρόδρομος χειροθετεῖ, Υἱός μου ὑπάρχει ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ ηὐδόκησα, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι. (Δὶς)  

Πηγή:Παναγιώτης Σκαλτσής, Παύλος Σεραφείμ, π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου,Στοιχεία Λειτουργικής και Τελετουργικής ,Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ:39-44


Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Λειτουργικά Άμφια

 Ιερατικά άμφια: Ιστορία, τελετουργική χρήση, συμβολισμοί
Ο Ιερέας εκτός του ναού φορά μαύρη στολή, το ράσο που είναι αρχαιότατο και εμπνέει σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Το καλυμμαύχι είναι το κάλυμμα της κεφαλής και λέγεται έτσι διότι αρχικά έπεφτε προς τα πίσω και κάλυπτε τον αυχένα. Εντός του ναού οι κληρικοί ενδύονται τα άμφιά τους, ανάλογα με τον βαθμό ] ενδύονται οι ιερείς της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και τους συμβολισμούς που δινόταν σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση από την Παλαιά ακόμη Διαθήκη τονίζεται ότι οι στολές των Ιερέων είναι άγιες (Ιεζεκιήλ 42,14). Με την ένδυσή τους υπογραμμίζεται ότι ο Ιερέας δεν τελεί αφ’ εαυτού τα μυστήρια, αλλά με τη δύναμη του Χριστού και της ιερωσύνης της Εκκλησίας, την οποία κατέχει δια της χειροτονίας εν πνεύματι αγίω, «ἐνδεδυμένος τὴν τῆς ἱερατείας χάριν». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι κάθε άμφιο που ενδύεται ο Ιερέας πρώτα το σταυρώνει, το ασπάζεται και το φοράει λέγοντας κάποιο ψαλμικό στίχο. Τα ιερατικά άμφια είναι εφτά «διὰ τὰς ἑπτὰ ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος» (PG 155,256B) 

Τα άμφια του Διακόνου
Ο Διάκονος λειτουργικώς επέχει «ὑπηρέτου τάξιν» (PG 155, 709D). Υπηρετεί δηλαδή τον Επίσκοπο και τον Πρεσβύτερο. Δεν μπορεί να τελέσει καμιά ιερουργία από μόνος του. Λέει βέβαια τα
Ειρηνικά, δίνει τα παραγγέλματα στους πιστούς και αναγιγνώσκει στη Θεία Λειτουργία το Ευαγγέλιο.
Το στιχάριο είναι το πρωταρχικό άμφιο του Διακόνου και κοινό άμφιο όλων των ιερατικών βαθμών. Πρόκειται για ποδήρη (μέχρι τα πόδια) λευκό χιτώνα με ρίζες στην Παλιά Διαθήκη (Έξ. 28,4∙ 29,5.
Αποκ. 1,13). Η ονομασία του, κατά μία έννοια, προέρχεται από το ότι «ἕστηκεν ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ» (Ψευδ. Σωφρόνιος, PG 873, 3988B). Το διακονικό στιχάριο έχει φαρδιά μανίκια. Ο συμβολισμός γενικότερα του στιχαρίου επηρεάζεται τόσο από το λευκό του χρώμα, όσο και από το λευκό λινό, με το οποίο κατασκευάζεται. Στη βάση αυτή φανερώνει την αίγλη της θεότητας «καὶ τοῦ
ἱερέως τὴν λαμπρὰν πολιτείαν» (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως,PG 98,393B). Κατά τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης το στιχάριοεξηγείται ως «ἔνδυμα ἀφθαρσίας καὶ ἁγιωσύνης» (PG 155,257D).
Με το νόημα αυτό ταιριάζει και ο στίχος από τον Ησαΐα, που λέει ο λειτουργός όταν ενδύεται το
στιχάριο: «Ἀγαλιάσσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ∙ ἐνέδησε γὰρ με ἱμάτιον σωτηρίου καὶ χιτῶνα
εὐφροσύνης περιέβαλέ με…» (Ησ. 61,10). Εκτός του λευκού στιχαρίου μαρτυρούνται και στιχάρια
με άλλα χρώματα. Την Μεγάλη Τεσσαρακοστή συνηθιζόταν το πορφυρό χρώμα (PG 155, 161D). 


 Το οράριο
είναι διακριτικό άμφιο του Διακόνου. Πρόκειται για μακριά λωρίδα υφάσματος, την οποία φορά στον αριστερό του ώμο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το ένα άκρο να κρέμεται μπροστά μέχρι κάτω και το άλλο να κρέμεται προς τα πίσω. Το άμφιο αυτό ως λέξη προέρχεται κατά μια άποψη από το osoris (=στόμα) και χρησίμευε ως μάκτρο για τη μετά τη Θεία Λειτουργία κοινωνία. Κατά άλλη άποψη προέρχεται από το ρήμα orare (=προσεύχεσθαι). Ένα από τα καθήκοντα του Διακόνου είναι να στέκεται σε στάση προσευχής, λέγοντας τα Διακονικά ή τα Πληρωτικά στις Ακολουθίες. Δεν αποκλείεται επίσης το οράριο ως λέξη να σχετίζεται με το ρήμα «ὁράω-ὁρῶ» (=βλέπω, επιτηρώ) ή τη λέξη «ὥρα» (=μέριμνα, φροντίδα). Το εν λόγω άμφιο μαρτυρείται από τον 4ο αιώνα (ΚΒ΄ Κανόνας της συνόδου της Λαοδίκειας) και συμβολίζει τα φτερά των αγγέλων «διὰ τὸ ἄϋλὸν τε καὶ νοερὸν τῆς ἀγγελικῆς τάξεως» (Συμεών Θεσσαλονίκης, PG 155,712B). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι επάνω στο οράριο είναι γραμμένος ο τρισάγιος ύμνος «Ἅγιος, ἅγιος…». Κατά τη Θεία Λειτουργία και συγκεκριμένα την ώρα της Θείας Κοινωνίας ο Διάκονος μετά την είσοδό του στο Ιερό Βήμα ζώνεται το οράριό του για πρακτικούς λόγους, αλλά και σε ένδειξη συστολής «ἐν τῷ μέλλειν μεταλαβεῖν» (PG 155,712B). Μετά το «Πληρωθήτω…» και πριν από το «Ὀρθοί∙ μεταλαβόντες…» ο Διάκονος «χαλᾶ» (=ξεζώνεται) το οράριο και το επαναφέρει στην αρχική του θέση. Κατά την ένδυση του οραρίου ο Διάκονος, σύμφωνα με κάποια Ιερατικά, λέει το «ὅστις θέλει γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. 20,26), σύμφωνα δε με κάποια άλλα λέγει τον αγγελικό ύμνο « Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης σου».
Τα επιμάνικα
(μικρά άμφια τραπεζοειδούς σχήματος) καλύπτουν το κάτω μέρος των μανικιών του στιχαρίου. Η λέξη προέρχεται από την πρόθεση «ἐπί» και τη λατινική λέξη «manica» (=χειρίς) ή «manus» (=χέρι). Πιθανώς να σχετίζονται με τα συγκλητικά ή αυτοκρατορικά «λωρία» (=clavi).
Αρχικά και ως τον 12ο αιώνα το φορούσαν μόνο οι Επίσκοποι. Αργότερα το δικαίωμα αυτό έλαβαν και οι Πρεσβύτεροι. Μετά δε την Άλωση, η χρήση τους επεκτάθηκε και στους Διακόνους. Οι Επίσκοποι και οι Πρεσβύτεροι φορούν τα επιμάνικα πάνω από το στιχάριο, ενώ οι Διάκονοι πάνω από το
αντερί, διότι τα μανίκια του στιχαρίου είναι πιο κοντά και δεν φτάνουν μέχρι τον καρπό. Τα επιμάνικα, που είναι κοινό άμφιο όλων των βαθμών ιερωσύνης, εκτός του πρακτικού τους χαρακτήρα συμβολίζουν την παντοδυναμία του Θεού και το ότι ο Χριστός είναι αυτός που με τα ίδια του τα χέρια ιερουργεί τα μυστήρια (PG 155,713CD). Γι’ αυτό και όταν οι Ιερείς ενδύονται τα άμφια αυτά λένε στο δεξιό επιμάνικο: «Ἡ δεξιά σου Κύριε δεδόξασται ἐν ἰσχύει…» και το αριστερό: «Αἱ χεῖρές σου ἐποίησὰν με καὶ ἔπλασάν με» (Ψαλμ. 118.73).

Τα άμφια του Πρεσβυτέρου
Το στιχάριο του Πρεσβυτέρου έχει μικρές διαφορές από αυτό του Διακόνου. Κατά κανόνα είναι
πάντοτε λευκό και τα μανίκια του είναι πιο στενά και πιο μακριά, ώστε να φτάνουν μέχρι τον καρπό.
Το επιτραχήλιο ή περιτραχήλιο, το οποίο αποτελεί εξέλιξη του διακονικού οραρίου. Πρόκειται για λωρίδα υφάσματος, η οποία περιβάλλει τον τράχηλο, κατεβαίνει μπροστά στο στήθος σε διπλή σειρά και καταλήγει με κρόσσια στα πόδια. Είναι γνωστό από τον 6ο αι. και συμβολίζει την «ἄνωθεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ κεφαλῆς δοθεῖσα χάριν» (PG 155,257D, καθώς και την υποταγή του Ιερέα στον Χριστό. Φορώντας το επιτραχήλιο ο Ιερέας λέγει το «Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ ἐκχέων τὴν χάριν ἐπὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ, ὡς μύρον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ πώγωνα, τὸν πώγωνα τοῦ Ἀαρών, τὸ καταβαῖνον ἐπὶ τὴν ὤαν τοῦ ἐνδύματος αὐτοῦ».
Η ζώνη προέρχεται από το μοναχικό σχήμα, ως ένδειξη της πνευματικής ετοιμότητας των μοναχών. Τη φορούσαν επίσης και οι λαϊκοί άρχοντες, για να συγκρατούν τα ενδύματά τους. Ανάλογο πρακτικό χαρακτήρα έχει και κατά τη διαδικασία της ένδυσής της από τον Ιερέα. Φοριέται πάνω από το επιτραχήλιο και δένεται με κορδέλες πίσω ή με πόρπη μπροστά. Ο στίχος «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ περιζωνύων με δύναμιν καὶ ἔθετο ἄμωμον τὴν ὁδόν μου», που λέγει ο Ιερέας, δείχνει και το νόημα που έχει η ζώνη, καθόσον μαρτυρεί τη δύναμη του Χριστού, το πνεύμα της δικής του διακονίας, αλλά και τη σωφροσύνη, με την οποία πρέπει να διακρίνεται ο Ιερέας (PG 155, 713AB).
Τα επιμανίκια είναι κοινά με αυτά του Διακόνου.

Το φελόνιο
(φελώνιο, φαιλόνιο, φενόλιο). Πρόκειται για το εξωτερικό άμφιο του Πρεσβυτέρου, κωνοειδούς σχήματος χωρίς μανίκια, και έχει άνοιγμα στο πάνω μέρος. Φοριέται από το κεφάλι και αποτελεί το εξωτερικό ολόσωμο άμφιο του Ιερέα.
Μέχρι τον 5ο αι. χρησιμοποιούνταν και ως καθημερινό ένδυμα (πανωφόρι) τόσο από κληρικούς όσο και από λαϊκούς. Με την κοσμική του ενδυμασία και έννοια μνημονεύει και ο Απόστολος Παύλος «τὸν φαιλόνην» (Β’ Τιμ. 4,13). Ως λειτουργικό άμφιο είναι γνωστό από την παλαιοχριστιανική εποχή και με συμβολική σημασία από τον 9ο αι. «τὸ δὲ φαινόλιον, ἐμφαίνει τὴν ἀπὸ κοκκίνου πορφύραν, ἥνπερ τῷ Ἰησοῦ ἐμπαίζοντες οἱ ἀσεβεῖς ἐφόρεσαν» (PG 98,393D).
Κατά τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης το φελόνιο «τὴν ὑψηλοτέραν καὶ ἄνωθεν χαρηγουμένην τοῦ Πνεύματος φαίνει δύναμίν τε καὶ ἔλλαμψιν» (PG 155,713D). Σύμφωνα δε με το χωρίο, που λέγε-
ται κατά την ένδυση «οἱ ἱερεῖς σου Κύριε ἐνδύσονται δικαιοσύνην καὶ οἱ ὅσιοὶ σου ἀγαλιάσσονται», το φελόνιο αναφέρεται και στη δικαιοσύνη, που πρέπει να διακρίνει τον Ιερέα. Μέχρι την Άλωση το φελόνιο ήταν και το άμφιο τόσο των Πρεσβυτέρων, όσο και των Επισκόπων. Οι τελευταίοι, όπως φαίνεται και στις αγιογραφίες, έφεραν πολυσταύρια φελώνια. Αρχικά τα πολυσταύρια φελόνια ήταν
πατριαρχικό προνόμιο.


Τα άμφια του Επισκόπου


Το στιχάριο είναι όμοιο με αυτό του Πρεσβυτέρου, αλλά διακρίνεται ως προς τον διάκοσμο. Τα στενά μανίκια του απολήγουν σε λωρία, τα οποία, πέρα από τον πρακτικό τους χαρακτήρα, συμβολίζουν τα δεσμά του Κυρίου. Τα παλαιότερα στιχάρια έφεραν, από το ύψος των ώμων ως τον ποδόγυρο, δύο κάθετες ταινίες (ποταμούς) κόκκινες ή λευκές, σύμβολο τόσο του αίματος και του ύδατος που έρρευσαν από το σώμα του Χριστού, όσο και της σοφίας, που δια του κηρύγματος σκορπίζει
γύρω του ο Επίσκοπος (PG 98,393C)Το επιτραχήλιο, η ζώνη και τα επιμανίκια είναι όπως του Πρεσβυτέρου.
Το επιγονάτιο
είναι τεμάχιο υφάσματος, ρομβοειδούς σχήματος ή τετραγώνου, το οποίο κρέμεται από τη ζώνη στο δεξιό μηρό, είδος «λεντίου» (=πετσέτας) που εισήχθη κατά μίμηση προφανώς του νιπτήρα του Μυστικού Δείπνου (Ιω. 13,4-5). Σε αυτό εικονίζεται σταυρός ή άγγελος ή ο νιπτήρας ή η παράσταση της Ανάστασης. Ο συμβολισμός του αναφέρεται στη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου, καθώς επίσης στη δύναμη και τη σωφροσύνη του ανθρώπου, κατά το λεγόμενο στην ένδυση
«περίζωσον τὴν ρομφαίαν σου ἐπὶ τὸν μηρόν σου δυνατέ…». Το επιγονάτιο είναι άμφιο του Επισκόπου, αλλά το φορούν και όσοι έχουν εκκλησιαστικό αξίωμα (Αρχιμανδρίτης, Πρωτοπρεσβύτερος, Οικονόμος κ.λπ.). Ο σάκκος του Επισκόπου αντικατέστησε το φελόνιο, αρχικά πολυσταύριο, του Πρεσβυτέρου. Έχει πιο κοντά μανίκια από το φελόνιο και φτάνει μέχρι τα γόνατα. Προέρχεται από την ενδυμασία κοσμικών αρχόντων, όπου στην Παλαιστίνη συμβόλιζε το πένθος ή την μετάνοια (Σοφία Σειράχ 25,17∙ Γέν. 37,34) και στην Κωνσταντινούπολη την υποταγή του βυζαντινού αυτοκράτορα στον υπέρτατο βασιλέα των ουρανών. Από τον 12ο αι. αναφέρεται ως επισκοπικό άμφιο, που έχει τον ίδιο συμβολισμό με αυτόν του φελονίου, προβάλλοντας κυρίως το Θείο Πάθος. Αρχικά
το φορούσε μόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης, κατά τις μεγάλες δεσποτικές εορτές. Σταδιακά όμως, και ιδίως μετά τον 15ο αι., επεκτάθηκε σε όλους τους Επισκόπους. Σάκκο κατά το εβραϊκό τελετουργικό φορούσε ο αρχιερέας στη σκηνή του μαρτυρίου και έφερε κωδωνίσκους στον ποδόγυρο, με σκοπό την εκδίωξη των δαιμόνων. Στην εκκλησιαστική παράδοση οι κωδωνίσκοι που υπάρχουν στον σάκκο συμβολίζουν το διδακτικό και κηρυκτικό έργο του Επισκόπου.

Το ωμοφόριο
είναι το χαρακτηριστικό άμφιο του Επισκόπου και διακρίνεται σε μεγάλο και μικρό. Είναι γνωστό από τον 5ο αι. και κατασκευάζεται από λευκό μαλλί προβάτου, συνδεόμενο μάλιστα συμβολικά με το απολωλός πρόβατο, το οποίο ο Χριστός έφερε στους ώμους του. Ο Χριστός βάσταξε όλη την ανθρώπινη φύση, την οποία με το μυστήριο της σαρκώσεως προσέλαβε, ένωσε με τον εαυτό του και θέωσε (PG155,716BC). Ο Επίσκοπος, μιμούμενος ακριβώς τον Χριστό, έχει την ευθύνη της σωτηρίας των πιστών. Όταν δε φορά το ωμοφόριο λέγει «ἐπὶ τῶν ὤμων Χριστέ, τὴν πλανηθεῖσαν ἄρας φύσιν, ἀναληφθεὶς τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ προσήγαγες».
Το μέγα ωμοφόριο τοποθετείται γύρω από τον λαιμό του Επισκόπου και πάνω στον σάκκο. Το ένα άκρο μάλιστα κρέμεται μπροστά και το άλλο άκρο προς τα πίσω. Το φοράει από την αρχή της Θείας Λειτουργίας, μέχρι και την ανάγνωση του Απόστολου. Το αποθέτει σε ένδειξη ταπείνωσης, όταν πρόκειται να αναγνωσθεί το Ευαγγέλιο μέχρι και το τέλος της Θείας Λειτουργίας. Στο διάστημα αυτό, όπως και στα άλλα ιερά μυστήρια και ιερές ακολουθίες, φοράει το μικρό ωμοφόριο του οποίου τα δύο άκρα πέφτουν μπροστά στο στήθος. Το μικρό ωμοφόριο μαρτυρείται από τον 17ο αι. 

Άλλα διακριτικά του αρχιερατικού αξιώματος


Εκτός των ιερών αμφίων του Επισκόπου η παράδοσή μας γνωρίζει και άλλα διακριτικά αυτού του αξιώματος. Πρόκειται για τον σταυρό και το εγκόλπιο, που εικονίζει το Σωτήρα Χριστό ή την Θεοτόκο. Και τα δύο κρέμονται από τον λαιμό και πάνω από το ωμοφόριο.Το εγκόλπιο φέρεται από τον Επίσκοπο και σε επίσημες εκδηλώσεις εκτός του ναού. Κατά μια άποψη το εν λόγω διάσημο ήταν θήκη για την τοποθέτηση του αγίου άρτου - θείας κοινωνίας, την οποία μετέφερε ο Επίσκοπος, προκειμένου να κοινωνεί τους πιστούς.


Η ποιμαντορική ράβδος


(πατερίτσα). Έχει τη ρίζα της στο αρχαίο «δικανίκιον», που κρατούσαν οι δικαστές και κάθε αξιωματούχος σε ένδειξη εξουσίας. Η εξουσία του Επισκόπου είναι πνευματική και η σχετική ράβδος συνδέεται με την διαποίμανση του λαού του Θεού. Ο σταυρός που υπάρχει στην πάνω άκρη εν μέσω δύο όφεων δηλώνει τη νίκη του Χριστού. Τα δύο φίδια παραπέμπουν στο γεγονός της από τον Μωυσή ύψωσης του χάλκινου φιδιού στην έρημο, ως προεικόνιση του σταυρού του Χριστού. Συνδέεται επίσης με τον λόγο του Κυρίου «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων, γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις…» (Ματθ. 10,16).


Η μίτρα
έχει τα πρότυπά της στον παλαιό αρχιερέα, ο οποίος έφερε «κίδαριν» (=κάλυμμα) στο κεφάλι αλλά και στα στέμματα των Παλαιολόγων και τα καλύμματα της κεφαλής των Βυζαντινών αρχόντων. Στον εκκλησιαστικό χώρο μίτρα αρχικά έφερε μόνο ο πάπας (10ος αι.) και ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας (τιάρα). Στο βυζαντινό τελετουργικό εισήχθη τον 17ο αι. ως σύμβολο της πνευματικής εξουσίας του Επισκόπου. Τη μίτρα ο Αρχιερέας τη φορά μόνο σε ορισμένα σημεία της Θείας Λειτουργίας.


Ο μανδύας, άμφιο πτυχωτό, μακρύ και χωρίς μανίκια, προέρχεται από

την αυτοκρατορική αμφίεση. Κατά τον 14ο αι. πέρασε στην Εκκλησία «τὴν συνεκτικὴν καὶ σκεπαστικὴν χάριν ἐκτυπών τοῦ Θεοῦ»
(PG 155.260C). Τον μανδύα φέρει ο Αρχιερέας στους ώμους του, όταν χοροστατεί στις διάφορες Ακολουθίες.


Το επιρριπτάριο, μαύρο ύφασμα, φοριέται πάνω από το

καλυμμαύχι. Γι’ αυτό και λέγεται επανωκαλύμμαυχο. Ο Επίσκοπος το φοράει συνήθως, όταν ενδύεται μόνο τον μανδύα ή στις Ακολουθίες, που έχει επιτραχήλιο και ωμοφόριο.
 

 

 

 

 

 Τα δικηροτρίκηρα έχουν την αρχή τους στην πράξη του αυτοκράτορα με την είσοδό του στο Ιερό Βήμα να προσφέρει θυμίαμα και στη συνέχεια να ευλογεί τον λαό με το τρίκηρο (PG 137,753A).
Κατά άλλη άποψη προέρχεται από το διβάμβουλο, πολυτελή δηλαδή λαμπάδα, σύμβολο της πολιτικής και εκκλησιαστικής εξουσίας.



Με τα δικηροτρίκηρα ο Αρχιερέας ευλογεί τον λαό στη Θεία Λειτουργία και δη στον καιρό του Τρισαγίου, αφού πρώτα σφραγίσει με αυτά το Ευαγγέλιο.

 

 

 

 

Πηγή: Παναγιώτης Σκαλτσής, Παύλος Σεραφείμ, π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου,Στοιχεία Λειτουργικής και Τελετουργικής ,Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ: 31-35 


Λειτουργικά Σκεύη ( Τελετουργική χρήση και συμβολισμοί ιερών σκευών Αγίας Τραπέζης και Προθέσεως)

 Τελετουργική χρήση και συμβολισμοί ιερών σκευών Αγίας Τραπέζης και Προθέσεως

 
Για την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και της Προσκομιδής, που προηγείται, απαιτούνται συγκεκριμένα λειτουργικά σκεύη, τα οποία κατασκευάζονται από μέταλλα ή άλλο υλικό και δεν επιτρέπεται η χρήση τους για σκοπό εκτός της Θείας Λατρείας.


Το Άγιο Ποτήριο

 Μαρτυρείται στο μυστικό δείπνο «Καὶ λαβών (ο Ιησούς) τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς» (Ματθ. 26,27∙ Μάρκ. 14,23∙ Λουκ. 22,20∙Α’ Κορ. 11,25). Κατά την προετοιμασία της Προσκομιδής ο Ιερέας ρίπτει στο Ποτήριο τον οίνο και το ύδωρ, για να γίνει ο καθαγιασμός της Αγίας Αναφοράς την ώρα της Επίκλησης. Μετά τον μελισμό του αγίου άρτου και κατά την ένωση των Τιμίων Δώρων, ρίπτεται η μερίδα που γράφει ΙΣ, από τον αμνό.
Μετά την Θεία Κοινωνία των λειτουργών ρίπτονται και τα υπόλοιπα μέρη του άρτου καθώς και οι μερίδες. Ιστορικά έχουμε Ποτήρια από γυαλί, ξύλο, χρυσό και ασήμι, άλλοτε απλά και άλλοτε με λαμπρές διακοσμήσεις και επιγραφές ευχαριστιακού περιεχομένου. Το Άγιο Ποτήριο έχει υψηλή συνήθως βάση, δεν καθαγιάζεται με ξεχωριστή ευχή, ούτε πλένεται μετά τη Θεία Κοινωνία.

 Ο δίσκος ή δισκάριο

Δίσκοι για την τοποθέτηση των άρτων της Θείας Ευχαριστίας υπήρχαν από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Ο κυκλικός όμως δίσκος καθιερώθηκε από τον Γερμανό Κων/πόλεως τον 9ο
αιώνα (PG 98,397B). Ο σκοπός του δίσκου, άλλοτε με βάση και άλλοτε χωρίς, είναι πρακτικός, να κρατά δηλαδή τον αμνό και τις μερίδες και να εισοδεύεται από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα, κατά τη Μεγάλη Είσοδο. Με την ανάπτυξη των χριστολογικών και θεομητορικών συμβολισμών της Προσκομιδής του 9ου αιώνα ο δίσκος ερμηνεύτηκε και συμβολικά ως η γη, ο κόσμος, ο ουρανός, η νεκρική κλίνη του Κυρίου ή η φάτνη της Βηθλεέμ.

Η λαβίδα


Η λέξη «λαβίς» (=τσιμπίδα) είναι γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη. Ένα από τα Σεραφείμ έλαβε
άνθρακα πυρός από το θυσιαστήριο και τον προσέφερε στον Ησαΐα για την άφεση των αμαρτιών
του και την αρχή της προφητικής του κλίσης (Ησ. 6,6-7). Οι χριστιανοί, μέχρι τον 7ο ή τον 11ο αι., κοινωνούσαν ξεχωριστά τον άρτο με λαβίδα ή «ταῖς τῶν δακτύλων λαβαῖς». Έκτοτε και για πρακτικούς λόγους (κοινωνία νηπίων, ασθενών, βεβήλωση των αγίων από αιρετικούς και δεισιδαίμονες)  επικράτησε το κοχλιάριο (=κουταλάκι) που ονομάσθηκε λαβίδα από τον συμβολισμό της Θείας Κοινωνίας ως του θείου άνθρακα, που καταφλέγει την αμαρτία (Ιωάννης Δαμασκηνός, PG 94,114B). Οι πιστοί πλέον κοινωνούν σώμα και αίμα, και τα δύο είδη μαζί.

Ο αστερίσκος

Μαρτυρείται από τον 11ο αιώνα και επινοήθηκε προκειμένου να συγκρατεί τα καλύμματα, τα οποία δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με τον αμνό και τις μερίδες. Ο Ιερέας, τοποθετώντας τον αστερίσκο επί του δισκαρίου, λέγει «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (Ψαλμ. 32,6), διότι το δισκάριο, κατά μία ερμηνεία, συμβολίζει τον ουρανό. Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αντί του ως άνω ψαλμικού χωρίου επιλέγει το «καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ἐλθών, ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον» (Ματθ. 2,10). Αυτό απηχεί μεταγενέστερο συμβολισμό του δισκαρίου, ως φάτνης πάνω από την οποία στάθηκε το άστρο της Βηθλεέμ.



Η λόγχη

Κατά τη σταύρωση του Κυρίου «εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» (Ιω. 19,34). Αντί, λοιπόν, της λόγχης, που κέντησε τον Χριστό στον
σταυρό «ἐστί καὶ αὐτὴ ἡ λόγχη τῆς Προσκομιδῆς» (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, PG 98,397C).
Με το μεταλλικό αυτό σκεύος, μαχαίρι σε σχήμα λόγχης, σφραγίζεται και κόβεται ο αμνός από το πρόσφορο. Χαράσσεται επίσης βαθειά η ψίχα του αμνού και κεντάται ο αμνός στο μέρος της
σφραγίδας.


Ο σπόγγος και η μούσα


Πρόκειται για σφουγγάρι σε σφαιρικό σχήμα για τον καθαρισμό του Ποτηρίου και την απορρόφηση της υγρασίας μετά τη Θεία Κοινωνία. Ο σπόγγος παραπέμπει στη σταύρωση του Κυρίου, κατά την οποία ποτίσθηκε με ξύδι όταν είπε το «Διψῶ» (Ματθ. 27,48∙ Μάρκ. 15,16). Από σφουγγάρι πεπλατυσμένο είναι και η μούσα, εκ του ρήματος «μάσσω» (=μαζεύω, σπογγίζω). Με αυτήν ο Ιερέας μεταφέρει τις μερίδες στο Άγιο Ποτήριο, καθαρίζει το δισκάριο και μαζεύει τους μαργαρίτες από το ειλητό.



Ο αέρας ή ο ανώτατος πέπλος

Ο αέρας είναι το πιο μεγάλο από τα καλύμματα, με το οποίο ο Ιερέας καλύπτει τα Τίμια Δώρα στην Πρόθεση, αλλά και μετά την απόθεσή τους στην Αγία Τράπεζα. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης ονομάζει τον αέρα και «ἀνώτατο πέπλο» (PG 99,168A). Στο «στῶμεν καλῶς» παλαιότερα και σήμερα την ώρα της απαγγελίας του Συμβόλου της Πίστεως ο Ιερέας ανασείει παρατεταμένα τον αέρα πάνω από τα Τίμια Δώρα. Η πράξη αυτή παραπέμπει στον αρχαίο ριπισμό (=αερισμό) των Δώρων, προκειμένου να απομακρύνονται τα ιπτάμενα έντομα. Ο αέρας στη λειτουργική μας παράδοση ταυτίσθηκε με το καταπέτασμα, που στην Παλαιά Διαθήκη ήταν το κάλυμμα «τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου» ( Έξ. 37,5∙39,19. Αριθ. 4,31). Συμβολίζει ακόμη τον λίθο, με τον οποίο σφραγίσθηκε ο τάφος του Ιησού (Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, PG 98,424B). Κατά ανάλογο τρόπο και ο Ιερέας σκεπάζει με τον αέρα τα άγια. Σε μεταγενέστερα χρόνια και συγκεκριμένα από τον 16ο αιώνα η κίνηση του αέρα ερμηνεύθηκε ως το γεγονός του σεισμού, κατά τη σταύρωση του Κυρίου.

Δισκοκάλυμμα-Ποτηροκάλυμμα


Τα Τίμια Δώρα, αφού ετοιμασθούν στην Προσκομιδή, καλύπτονται με ισομεγέθη καλύμματα, τα
οποία και θυμιάζονται. Έχουν σχήμα σταυρού και χρώμα που ταιριάζει στην εκάστοτε περίοδο του
λειτουργικού έτους. Τα Δώρα καλύπτονται για λόγους πρακτικούς, αλλά και για λόγους ευλάβειας,
αφού συμβολίζουν είτε τα νεκρικά οθόνια του Κυρίου, είτε τα σπάργανα της βρεφικής του ηλικίας.


Ο Επιτάφιος
Ο αέρας, με τον οποίο ήταν τυλιγμένο το Ευαγγέλιο κατά τη λιτάνευση στα απόστιχα του Εσπερινού της Μεγάλης Παρασκευής, εξελίχθηκε στον γνωστό Επιτάφιο με ζωγραφισμένο (κεντημένο) τον νεκρό
Χριστό, για τις ανάγκες της Ακολουθίας του επιτάφιου θρήνου της Μεγάλης Παρασκευής. Στις μέρες μας Επιτάφιος εννοείται και το έπιπλο με κιβώριο κατά μίμηση της Αγίας Τράπεζας ή του κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου. Ο Επιτάφιος στολίζεται το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και ερμηνεύθηκε ως τάφος του Κυρίου. Ο τάφος είναι η Αγία Τράπεζα, όπου και εναποτίθεται το ύφασμα Επιτάφιος μετά την νεκρική πομπή το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής και στο τέλος του Όρθρου. 

Το ζέον


Πρόκειται για το μεταλλικό σκεύος, στο οποίο θερμαίνεται το νερό, το οποίο και μεταφέρεται για να προστεθεί στο Άγιο Ποτήριο πριν από τη θεία μετάληψη των λειτουργών Ιερέων. Ζέον ονομάζεται και το ίδιο το θερμό νερό, σε ανάμνηση του ύδατος που βγήκε από την πλευρά του Ιησού, μετά τον λογχισμό της. Είναι μια παράδοση του βυζαντινού λειτουργικού τύπου, μαρτυρούμενη από τον 11ο αιώνα. Δεν αποκλείεται να σχετίζεται με τα έθιμα της τράπεζας (ανάμειξη οίνου με ζεστό νερό) ή να εντάχθηκε στη Θεία Λειτουργία για πρακτικούς λόγους (πάγωμα του Ποτηρίου σε ψυχρές περιοχές ή εποχές). Ο συμβολισμός του ζέοντος συνδέεται με το ζωοποιό και άφθαρτο σώμα του Κυρίου, την ζέση του Αγίου Πνεύματος και της χριστιανικής πίστης. Η μετάληψη δε από την θηλή του Ποτηρίου θυμίζει την μετάληψη από την ζωοποιό πλευρά του Κυρίου (Συμεών Θεσσαλονίκης, PG 55,741D). 

 

Ο Τίμιος Σταυρός
Στη λειτουργική μας παράδοση γνωρίζουμε διάφορους τύπους σταυρών, ανάλογα με την πρακτική και λειτουργική τους σημασία: 

α)σταυρός αγιασμού, ξύλινος με βάση και αργυρό περίκλειστο πλαίσιο
για την τέλεση των αγιασμών και την λιτάνευση στην Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης και κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
β) Σταυρός ευλογίας χωρίς βάση, μεταλλικός. Τοποθετείται στην Αγία Τράπεζα και με αυτόν δίνονται οι ευλογίες από τον Αρχιερέα.

 γ) Σταυρός των λιτανειών. Είναι μεταλλικός και στηρίζεται σε κοντό, για να κρατείται στις λιτανείες. Από την μια πλευρά φέρει τη σταύρωση και από την άλλη την ανάσταση του Κυρίου. Συμβολίζει τη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου και η θέση του βρίσκεται πίσω από την Αγία Τράπεζα.

 δ)Ο «ἐσταυρωμένος». Πρόκειται για συνδυασμό του σταυρού των «λυπηρῶν» του τέμπλου και του σταυρού των λιτανειών. Η πιο γνωστή λειτουργική του χρήση είναι αυτή της λιτάνευσής του και η τοποθέτησή του στο κέντρο του ναού το βράδυ της Μ. Πέμπτης, μετά το 15ο αντίφωνο «σήμερον κρεμᾶται…» του Όρθρου της Μ. Παρασκευής.

Το αρτοφόριο
Είναι ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος, στο οποίο φυλάσσεται καθ’ όλο το έτος ο άρτος της Μεγάλης Πέμπτης, που οι Ιερείς ξηραίνουν για τις ανάγκες μετάληψης εκτός Θείας Λειτουργίας των ασθενών και των μελλοθανάτων. Συνήθως έχει το σχήμα ναΐσκου. Το βρίσκουμε και σε σχήμα περιστεράς, να κρέμεται μάλιστα από το κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Γι’ αυτό και καλείται περιστέριον ή περιστερά. Φυλασσόταν στο άγιο βήμα σε ειδικό ερμάριο. Στα νεότερα χρόνια, από δυτική επίδραση, το αρτοφόριο τοποθετείται στην Αγία Τράπεζα, σε μέγεθος πολύ μεγαλύτερο μάλιστα του συνήθους. Σε αρτοφόριο μικρό φυλάσσεται και ο άρτος της Προηγιασμένης κατά την περίοδο
της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

 

 

 

Τελετουργική χρήση και συμβολισμοί άλλων λειτουργικών σκευών

 


Κολυμβήθρα

Η κολυμβήθρα είναι λέξη παλαιότατη και σημαίνει τον τόπο για κολύμβηση (Ιω. 5,1-2). Στην εκκλησιαστική – λειτουργική γλώσσα κολυμβήθρα ονομάζεται το σκεύος προς βάπτιση, προς ολόσωμη δηλαδή κατάδυση και ανάδυση του σώματος. Η κολυμβήθρα, μαρμάρινη ή μεταλλική, είναι γνωστή από την περίοδο επικράτησης του νηπιοβαπτισμού (μετά τον 4ο αιώνα), καθόσον αντικατέστησε τα αρχαία βαπτιστήρια, τα οποία ήταν κατάλληλα δομημένα και ρυθμισμένα για την βάπτιση των ενηλίκων. Στα κείμενα των Πατέρων η κολυμβήθρα χαρακτηρίζεται ως «μητέρα τῆς υἱοθεσίας» (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, PG 3,396C) και «πνευματική μητέρα» (Συμεών Θεσσαλονίκης,
PG 155,229A). Εικονίζει επίσης τον Ιορδάνη ποταμό, όπου βαπτίσθηκε ο Χριστός καθώς και την
κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όπου γινόταν η θεραπεία των λουομένων 

 

Λεκάνη του Αγιασμού


Το δοχείο αυτό είναι μεταλλικό, με βάση ή χωρίς βάση, και χρησιμοποιείται για την τέλεση της Ακολουθίας του Αγιασμού. Σύμφωνα με το τυπικό, ο σταυρός αγιασμού εμβαπτίζεται (=βυθίζεται όρθιος), προκειμένου να αγιασθεί το ύδωρ και μέσω αυτού στη συνέχεια οι πιστοί. Για τον αγιασμό του ύδατος αναγιγνώσκεται σχετική καθαγιαστική ευχή. 


Το χερνιβόξεστο

Είναι η λεκάνη και υδροχόη, που χρησιμοποιείται για τη νίψη των χειρών των λειτουργών. Χερνιψία προβλέπεται μετά την Προσκομιδή, μετά τη Θεία Κοινωνία και στη Μεγάλη Είσοδο κατά τον χερουβικό ύμνο, όταν λειτουργεί ο Αρχιερέας.


 

 

 

 

 

 

Το μυροδοχείο



Είναι δοχείο αργυρό ή χρυσό στο οποίο φυλάσσεται το άγιο μύρο.Το ευώδες αυτό υλικό κατασκευάζεται – καθαγιάζεται κάθε δέκα χρόνια,την Μεγάλη Πέμπτη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και χρησιμοποιείταιγια την χρίση των νεοφωτίστων κατά το μυστήριο του Χρίσματος, όπου
γίνεται μετάδοση των χαρισμάτων του Παναγίου Πνεύματος με τη φράση «σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Με μύρο χρίεται επίσης και ο ναός κατά την τάξη των εγκαινίων.



Οι δίσκοι

Κατασκευάζονται από μέταλλο, σε διάφορα μεγέθη, για τις ανάγκες της ύψωσης και διανομής του αντιδώρου, αλλά και τη συγκέντρωση της λογίας, των χρημάτων δηλαδή που οι πιστοί προσφέρουν προς το τέλος της Θείας Λειτουργίας, για την άσκηση του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας.


 

 

Τα εξαπτέρυγα


Αποτελούν εξέλιξη των αρχαίων ριπιδίων, με τα οποία οι Διάκονοι ρίπιζαν τα Τίμια Δώρα για την εκδίωξη των εντόμων. Τα αρχαία ριπίδια κατασκευάζονταν από φτερά παγωνιού, ενώ τα εξαπτέρυγα είναι μεταλλικά σε μορφή ακτινωτών δίσκων. Εικονίζουν από τις δύο πλευρές, σε ανάγλυφη μορφή, τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ και τοποθετούνται σε κοντάρια, προκειμένου να προπορεύονται με τον Τίμιο Σταυρό και τις λαμπάδες στις λιτανείες και κατά την Μεγάλη Είσοδο.



Τα λάβαρα

Στην αρχαιότητα κατά τις εκστρατείες και τις μεταναστεύσεις, αλλά και άλλες τελετές, υπήρχε η συνήθεια να ανυψώνονται θρησκευτικά εμβλήματα, στηριγμένα σε κοντάρι ή δόρυ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έμβλημα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με το μονόγραμμα του Χριστού. Συνέχεια αυτών των συνηθειών είναι τα χριστιανικά λάβαρα,είδος σημαιών από χρυσοκέντητο βελούδο ή μουσαμά ή και μέταλλο ακόμη, κατάλληλα για τις εκτός του ναού λιτανείες. Στις λιτανείες του Πάσχα π.χ. χρησιμοποιούνται αυτού του είδους τα λάβαρα, με την εικόνα της Ανάστασης επάνω. Σε άλλες δεσποτικές εορτές και μνήμες αγίων έχουμε λάβαρα με εγχάρακτες, κεντητές ή ζωγραφιστές αμφιπρόσωπες παραστάσεις αγίων εορταζόντων και πολιούχων. 

Τα θυμιατήρια


Πρόκειται για τα σκεύη με τα οποία γίνεται η θυμίαση των ιερών εικόνων, ιερών αντικειμένων και του λαού του Θεού. Για την προσφορά θυμιάματος στον Θεό γίνεται λόγος και στην Αγία Γραφή (Μαλαχ. 1,11∙Λουκ.1,9∙Αποκ.5,8 κ.ά.), αλλά το έθος αυτό είναι γνωστό και στην ειδωλολατρική αρχαιότητα. Υπήρχαν μάλιστα τόσο φορητά όσο και ακίνητα θυμιατήρια στην αρχαία Εκκλησία. Σε χρήση έμειναν μόνο τα φορητά, αυτά με τις αλυσίδες και αυτά χωρίς αλυσίδες (τα κατζία) για τη θυμίαση στις Ακολουθίες των Ωρών, στους πολυελέους κ.λπ. Το θυμίαμα αγιάζει τον χώρο, φανερώνει την ευωδία και την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, τιμά τις εικόνες και τα πρόσωπα των πιστών και συμβολίζει την προσευχή κατά το «κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου»(Ψαλμ. 140,2).


Η κιβωτός
Έχει σχήμα ναΐσκου, είναι μεταλλικό σκεύος και τίθεται εντός αυτού το θυμίαμα. Ο Διάκονος, κατά τη θυμίαση, το φέρει στον αριστερό του ώμο, προκειμένου, κατά τις λιτανείες και τις μακρές
θυμιάσεις, να παίρνει από εκεί και να τοποθετεί στο θυμιατήριο το θυμίαμα, που κάθε φορά χρειάζεται.


 

 

 

 

Τα κηροπήγια


Πρόκειται για μεταλλικές βάσεις που χρησιμεύουν για τη στήριξη λαμπάδων. Στην Αγία Τράπεζα π.χ. βρίσκονται δύο λαμπάδες και στην Πρόθεση μία, χάρη φωτισμού, αλλά και ευλάβειας. Κηροπήγια θεωρούνται και τα μανουάλια, που βρίσκονται μπροστά στα προσκυνητάρια ή τις εικόνες προ του τέμπλου, για το άναμμα των κηρίων. Κατά τις Εισόδους, μικρή και μεγάλη, προπορεύονται κηροπήγια, μικρά μανουάλια μιας λαμπάδας, τα λεγόμενα εισοδικά.


Το δισκέλιο
Είναι φορητό, πτυσσόμενο αναλόγιο, στο οποίο τοποθετείται το ιερό Ευαγγέλιο, αλλά και ο Απόστολος, κατά την ανάγνωση των σχετικών περικοπών στις διάφορες ακολουθίες. Σε δισκέλιο - αναλόγιο τοποθετούνται για προσκύνηση οι εικόνες, καθώς επίσης και ο δίσκος με τον Τίμιο Σταυρό και τα άνθη, κατά τις εορτές της Σταυροπροσκύνησης και της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. 

Ο αετός 
Σε στρογγυλό κομμάτι υφάσματος απεικονίζεται μία πόλη που διαρρέεται από τρεις ποταμούς. Πάνω από την πόλη εικονίζεται αετός με ανοιχτά φτερά. Το ύφασμα αυτό με τον αετό χρησιμοποιείται στη χειροτονία του Επισκόπου. Ο χειροτονούμενος πατά το συγκεκριμένο ύφασμα κατά την στιγμή, που, την ώρα της χειροτονίας του, απαγγέλει το Σύμβολο της Πίστεως και δίνει τη σχετική ομολογία ενώπιον της Ιεράς Συνόδου και της Εκκλησίας. Η πόλη σημαίνει τον Επίσκοπο ή τον νέο Επίσκοπο, οι ποταμοί την κατάρτισή του και ο αετός την χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά και τον ίδιο τον Αρχιερέα, ο οποίος θα πρέπει να έχει στραμμένο το νου του προς τα θεία.


Τα σήμαντρα και οι κώδωνες
Με το κτύπημα αυτών των μεταλλικών αντικειμένων, μικρών ή μεγαλυτέρων, καλούνται οι πιστοί να προσέλθουν στη Θεία Λειτουργία ή σε άλλες Ακολουθίες. Κατά τους πρώτους χρόνους και κυρίως την περίοδο των διωγμών, το λαό καλούσαν οι λεγόμενοι κράκτες. Στη συνέχεια επινοήθηκαν τα σήμαντρα, ξύλινα ή σιδερένια, από τον Άγιο Παχώμιο. Από τον 6ο αιώνα στη Δύση και από τον 9ο στην Ανατολή μαρτυρούνται οι καμπάνες πρωτοεμφανιζόμενες στην Καμπανία της Ιταλίας.

Εκτροπή από την παράδοση-Εκσυγχρονισμός

 
Κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένας δήθεν εκσυγχρονισμός, ουσιαστικά εκτροπή από την παράδοση, και στο θέμα της κατασκευής των ιερών σκευών. Τα ηλεκτρονικά συστήματα, π.χ. στις καμπάνες, είναι κακόηχα, απρόσωπα και αντιπαραδοσιακά, που υπενθυμίζουν κωδωνοκρουσίες συναγερμού. Ακαλαίσθητα πολλές φορές είναι τα σκεύη μανουαλίου, οι δίσκοι του αντιδώρου, οι
σταυροί αγιασμού που κατασκευάζονται από βικελίτη, με άθλια επένδυση. Τα δισκάρια και τα Ποτήρια δεν είναι καθόλου πρακτικά, καθόσον τα πρώτα είναι με μεγάλη βάση τις περισσότερες φορές και τα δεύτερα έχουν μικρότατο κάλυκα. Πέρα από αυτά, είναι διακοσμημένα με σμάλτο, χωρίς καμία αισθητική. Οι λόγχες πολλές φορές δεν κόβουν και οι λαβίδες δυσκολεύουν τη θεία μετάληψη. Προς την εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η εκβιομηχάνιση των ιερών σκευών, οι οικονομικοί λόγοι, κυρίως όμως η έλλειψη παραδοσιακών κριτηρίων και η μη μελέτη των παλαιών προτύπων. 

 Δεν είναι νοητό η λαβίδα να στολίζεται με καλής ή κακής ώρας σμάλτα ή να είναι αβαθής, δηλαδή ακατάλληλη για τη μετάδοση του τιμίου αίματος. Δεν μπορεί η λόγχη να μην είναι μαχαίρι σε σχήμα λόγχης, αλλά ένα άχρηστο μεταλλικό έλασμα. Δεν μπορεί το δισκάριο να κοσμείται με γλυφές ή σμάλτα, που να δυσκολεύουν την πλήρη και ασφαλή απόμαξή του ή να είναι τόσο μικρό, που να μην χωρούν ο άγιος άρτος και οι μερίδες.
Δεν νοείται κολυμβήθρα που να είναι αβαθής, τόσο ώστε να μην επιτρέπει την πλήρη κατάδυση του βαπτιζομένου στο νερό. Δεν μπορεί η λεκάνη του αγιασμού να είναι ομοίως αβαθής, τόσο ώστε να μην εξασφαλίζει την κατάδυση του σταυρού του αγιασμού ορθίου, κατά τη σαφή τυπική διάταξη («ὄρθιον αὐτὸν τὸν σταυρόν κατάγων και ἀνάγων») κατά μίμηση του βαπτίσματος του Κυρίου. Δεν νοείται δίσκος αντιδώρου, που να μην μπορεί να υψωθεί κατά το «Εξαιρέτως...», γιατί συνοδεύεται από μια κακόγουστη υψηλή βάση σαν να ήταν μανουάλιο.
Ιωάννου Μ. Φουντούλη, «Θεία Λατρεία και τέχνη. Σχέσεις Λατρείας και τεχνών στον Ορθόδοξο
Ναό», στο Ορθοδοξία, περίοδος Β’, έτος Γ’, τεύχος Β’, Απρίλιος-Ιούνιος 1996

 Πηγή: Παναγιώτης Σκαλτσής, Παύλος Σεραφείμ, π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου,Στοιχεία Λειτουργικής και Τελετουργικής ,Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ: 23-

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...