Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάλλιστος Ware. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάλλιστος Ware. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

Γιατί ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο;

Κατ’ αρχάς ας ανατρέξουμε στις βασικές αρχές. Για ποιό λόγο επέλεξε ο Θεός να φτιάξει τον κόσμο; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση κι όμως δεν μπορούμε να μην το θέσουμε. Έναν πιθανό τρόπο να απαντήσουμε σ’ αυτό το αναπάντητο ερώτημα βρίσκουμε στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, όταν στα «Κεφάλαια περί Αγάπης» μιλά για το θέμα αυτό με όρους αμοιβαίας χαράς:

«Ο Θεός, πλήρης πέραν πάσης πληρότητος, δημιούργησε τα πλάσματά του, όχι επειδή Εκείνος χρειαζόταν κάτι, αλλά προκειμένου εκείνα τα ίδια να μπορέσουν να μετάσχουν στην Ύπαρξή Του αναλόγως προς τις ικανότητές τους· Εκείνος δε ο ίδιος να χαρεί με τα έργα του βλέποντάς τα ευτυχισμένα».

Αυτό το οποίο εκφράζει εδώ ο Μάξιμος μιλώντας για αμοιβαία χαρά, ισχύει εξίσου και για την αμοιβαία αγάπη. «Ο Θεός αγάπη εστί», λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Α΄Ιω.4,8). Αυτή η θεία αγάπη δεν είναι εγωκεντρική αλλά αμοιβαία, αγάπη που μοιράζεται ανάμεσα στους μετόχους της. Ο Θεός δεν είναι απλώς μια Μονάδα, αυτάρκης, απομονωμένη, που αγαπά μόνο τον εαυτό της. Ο Θεός είναι Τριάδα: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία πρόσωπα αγαπούν το ένα το άλλο, είναι ενωμένα το ένα με το άλλο σε μια διαρκή κίνηση αμοιβαίας περιχώρησης. Ο Θεός δεν είναι απλώς προσωπικός, είναι διαπροσωπικός, δεν είναι απλώς ενότητα, είναι ένωση. Μια από τις χαρακτηριστικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Καππαδόκες για να περιγράψουν την Τριάδα είναι ο όρος “κοινωνία”.

Εάν, λοιπόν, ο Θεός ως Αγία Τριάδα αποτελεί με τον τρόπο αυτό ένα μυστήριο αγάπης που μοιράζεται, τότε η επιλογή Δημιουργίας του Κόσμου είναι απόλυτα σύμφωνη με τη φύση του Θεού, καθώς η Δημιουργία επιτρέπει και σε άλλους -εκτός Εκείνου- να μοιραστούν την κίνηση της Τριαδικής αγάπης. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις «η επιλογή είναι απόλυτα σύμφωνη με τη φύση του Θεού» δεν εννοώ ότι ο Θεός ήταν κατά κανένα τρόπο «υποχρεωμένος» να δημιουργήσει τον κόσμο. Αντίθετα, τίποτα μέσα ή έξω από τον Θεό δεν τον υποχρέωσε να προβεί σε μια τέτοια κίνηση. Έδρασε σε απόλυτη ελευθερία. Ο Θεός είναι απαραίτητος για τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι απαραίτητος για τον Θεό. Σύμφωνα με τη φράση του Ρώσου θεολόγου, πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ:

«Ο κόσμος υπάρχει. Αλλά η ύπαρξή του οριοθετείται χρονικά. Κι αυτό σημαίνει πως ο κόσμος θα μπορούσε και να μην έχει υπάρξει. Δεν υπάρχει απολύτως καμία ανάγκη για την ύπαρξη του κόσμου… Το μόνο θεμέλιο του κόσμου είναι η ελευθερία του Θεού, η ελευθερία της Αγάπης».

 Κι όμως, αν κι ο Θεός δημιουργεί σε απόλυτη και τέλεια ελευθερία και παρά το ότι ο κόσμος είναι κατ’ αυτή την έννοια έκφραση της ελεύθερης βούλησής Του, ταυτόχρονα, ο Θεός κατά τη Δημιουργία αποκαλύπτει την αληθινή Του φύση ως Αγάπη. Για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, «ο θείος έρως είναι εκστατικός». Ο Αρεοπαγίτης χρησιμοποιεί εδώ την έκφραση “έκσταση” κυριολεκτικά, με την έννοια του “να βρίσκεται κανείς έξω από τον εαυτό του”. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, διότι η αγάπη Του είναι «εκχυλίζουσα και διαχεόμενη». Χωρίς αυτή την κατακλυσμική αγάπη ο κόσμος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Αντί να μιλάμε για Δημιουργία ex nihilo(εκ του μηδενός), δεν θα ήταν καλύτερο να μιλάμε για Δημιουργία ex amore (εξ αγάπης);

Αν δούμε τη Δημιουργία με αυτόν τον τρόπο, ως έκφραση αμοιβαίας χαράς και αμοιβαίας αγάπης, τότε σίγουρα η όποια θεϊστική αντίληψη περί Δημιουργίας, που θεωρεί το σύμπαν ως τεχνούργημα και τον θείο Δημιουργό ως αρχιτέκτονα ή μηχανικό, δεν μπορεί να μας ικανοποιήσει. Δεν μπορούμε να δεχτούμε μια εικόνα του σύμπαντος ως ένα ρολόι που ο κοσμικός ωρολογοποιός δημιουργεί, κουρδίζει και στη συνέχεια το αφήνει μόνο του να χτυπά. Αυτό είναι σίγουρα λάθος. Σύμφωνα με την προσέγγιση του αγίου Μαξίμου και του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, η Δημιουργία δεν είναι μία πράξη στην οποία ο Θεός δρα εξωτερικά (εκ των έξω), αλλά μια πράξη μέσω της οποίας ο Δημιουργός εκφράζεται εσωτερικά (εκ των έσω). Ο Θεός δεν είναι μόνο έξω απ’ όλα αλλά και μέσα σε όλα. Οι πρώτες μας εικόνες, όταν περιγράφουμε τη σχέση του Θεού με τον κόσμο, δεν θα έπρεπε να είναι εικόνες Εκείνου που δίνει μορφή, μεταβάλλει ή οργανώνει: θα έπρεπε μάλλον να σκεφτόμαστε τον Θεό ως ουσία που κατοικεί εντός και είναι πανταχού και αενάως παρών. Όταν λέμε ότι ο Θεός είναι Δημιουργός του σύμπαντος, αυτό που εννοούμε είναι ότι ο Θεός είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», για να επικαλεστώ τη φράση που χρησιμοποιείται στην ορθόδοξη λατρεία και αναφέρεται τόσο στον Χριστό όσο και στο Άγιο Πνεύμα.

Στενά συνδεδεμένο με αυτό τον προβληματισμό είναι και ένα άλλο θέμα που θα ήθελα να θίξω. Η Δημιουργία θα πρέπει να ερμηνεύεται όχι ως γεγονός που συνέβη άπαξ δια παντός στο παρελθόν, αλλά ως συνεχιζόμενη σχέση στο παρόν. Ο κόσμος υπάρχει διότι ο Θεός τον αγαπά, όχι γιατί τον αγάπησε κάποτε στο απώτατο παρελθόν, στην αρχή, αλλά γιατί Τον αγαπά εδώ και τώρα, αύτη τη στιγμή, όπως και κάθε στιγμή. Δεν θα πρέπει να μιλάμε σε χρόνο αόριστο για τη Δημιουργία αλλά σε ενεστώτα. Δεν θα πρέπει να λέμε ότι «ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά χρόνια», αλλά ότι «ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο, με εμένα κι εσένα μέσα του, αυτή τη στιγμή και πάντα». Εάν ο θείος Δημιουργός δεν χρησιμοποιούσε τη δημιουργική Του βούληση, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, το σύμπαν θα χανόταν πάραυτα στο έρεβος της ανυπαρξίας. Με τα λόγια του αγίου Φιλάρετου Μόσχας, «όλα τα πλάσματα ισορροπούν πάνω στον δημιουργικό λόγο του Θεού, σαν να ήταν μια γέφυρα από διαμάντια. Πάνω τους στέργει η θεία απεραντοσύνη και κάτω η δική τους μηδαμινότητα». Αυτός ο δημιουργικός λόγος του Θεού, που αποτελεί τη «γέφυρα από διαμάντια» του αγίου Φιλάρετου, είναι ένας λόγος που δεν εκφέρεται μια και μοναδική φορά, αλλά διαρκώς· ένας λόγος που ειπώθηκε χθες, σήμερα και θα επαναλαμβάνεται πάντα μέχρι τη συντέλεια του κόσμου (Ματθ. 28, 20).

Ως κτίση του Θεού, ο κόσμος είναι εγγενώς καλός: «Ο Θεός είδε τα δημιουργήματα Του και ήταν όλα πάρα πολύ καλά»(Γεν.1,31). Είναι όμως ταυτόχρονα και ο κόσμος της Πτώσης. Ένας κόσμος σπασμένος, συντετριμμένος· κατεστραμμένος και παραμορφωμένος από την αμαρτία· την αρχέγονη αμαρτία των προγόνων μας, αλλά και από τις προσωπικές αμαρτίες του καθενός από εμάς. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος, ολόκληρη η κτίση είναι «υποταγμένη στη φθορά» και «κραυγάζει από πόνο» περιμένοντας την ώρα που θα μετάσχει στην ελευθερία(Ρωμ. 8,20-22). Κι όμως η πτώση δεν είναι ολική. Η κτιστή φύση, ακόμη και στην πτωτική της κατάσταση, εξακολουθεί να απηχεί τη μυσταγωγική παρουσία του Θεού. Αν και η ομορφιά της είναι ατελής, ο κόσμος παραμένει όμορφος. Μπορούμε πράγματι να πούμε αυτό που λέγεται καθημερινά στον Εσπερινό, «θαυμαστά τα έργα σου Κύριε».

Ο ανώνυμος συγγραφέας του ρωσικού κλασικού κειμένου του 19ου  αιώνα, με τίτλο Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητή, τονίζει εμφαντικά την εγγενή καλοσύνη και ομορφιά του κόσμου. Καθώς, περιπατούσε μέσα στα ατέλειωτα δάση με την προσευχή του Ιησού στα χείλη, ο προσκυνητής ένιωσε την καρδιά του να πλημμυρίζει από αγάπη για όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για ολόκληρη την κτίση: «Όταν… είχα προσευχηθεί με όλη μου την καρδιά, τα πάντα γύρω μου έμοιαζαν υπέροχα και θαυμαστά. Τα δέντρα, το χορτάρι, τα πουλιά, η γη, ο αέρας, το φως, έμοιαζαν να μου λένε πως…όλη η κτίση προσευχόταν στον Θεό δοξολογώντας τον. Έτσι έγινε και μπόρεσα να καταλάβω αυτό που η Φιλοκαλία ονομάζει γνώση της ομιλίας όλων των πλασμάτων». Η εμπειρία του εκείνη τη δεδομένη στιγμή, δεν ήταν παραίσθηση αλλά αυθεντική επίγνωση της πραγματικής φύσης του κτιστού κόσμου.


(Μητροπ. Καλλίστου Γουέαρ, «Αρχή ημέρας», εκδ. Ιερόν Προσκύνημα Αγ. Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, Ιωάννινα 2007, σ. 13-19).
Πηγή 

 


Η Τριαδική αγάπη ως πρότυπο της ανθρώπινης αγάπης

Είναι καιρός να στραφούμε από το διαπροσωπικό παράδειγμα της αμοιβαίας αγάπης στις ενδοπροσωπικές αναλογίες με τις οποίες παρομοιάζεται η Τριάς∙ όχι πλέον με περισσότερα του ενός πρόσωπα, αλλά με την σύνθετη εσώτερη αυτοσυνειδησία ενός και μόνου προσώπου. Μακράν η πιο γνωστή περίπτωση τέτοιων ενδοπροσωπικών αναλογιών είναι αυτή που διετύπωσε ο Ιερός Αυγουστίνος. Στο έργο του Περί Τριάδος, αφού προτάξει την «Τριάδα της αγάπης», για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει, προχωρεί και αναπτύσσει δύο «ψυχολογικές Τριάδες». Παρομοιάζει τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα πρώτα με τον νου, την αυτογνωσία και τον έρωτα[16] και κατόπιν με την μνήμη, την νόηση και τη βούληση[17]. Ας παρατηρήσουμε απλώς ότι, όπως στην διαπροσωπική αναλογία «ερών, ερώμενος, έρως», έτσι και στην πρώτη «ψυχολογική τριάδα» εδραιώνεται κάποιος ιδιαίτερος συσχετισμός μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της αγάπης.

 Συχνά θεωρείται ότι τέτοιες ενδοπροσωπικές αναλογίες απαντώνται κυρίως στη Λατινική Δύση παρά στην Ελληνική Ανατολή. Πράγματι όμως ανευρίσκονται και στην Ελληνική Ανατολή. Από πολύ νωρίς συνηθίζετο μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών συγγραφέων να παρομοιάζουν τον Πατέρα και τον Υιό αντιστοίχως στις ιδιότητες του νου και του λόγου. Όπως, προς το τέλος του δευτέρου αιώνος και στις αρχές του τρίτου, ο άγιος Ειρηναίος της Λυών[18], ο Κλήμης Αλεξανδρέας[19] και ο Ωριγένης[20]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επεκτείνει την αναλογία, περιλαμβάνων και το Άγιο Πνεύμα: οι τρεις υποστάσεις της Θεότητος παρομοιώνονται με τα τρία στοιχεία που ενυπάρχουν στον άνθρωπο: «ὡς νῷ τῷ ἐν ἡμῑν καί λόγῳ καί πνεύματι» Ο Γρηγόριος είναι αρκετά διστακτικός έναντι αυτής της αναλογίας: «ὅσον εἰκάσαι τοῖς αἰσθητοῖς τά νοητά καί τοῖς μικροῖς τά μέγιστα, ἐπειδή (όταν πρόκειται για τον Θεό) μηδεμία εἰκών φθάνει πρός την ἀλήθειαν»[21]. Αλλά και ο Ιερός Αυγουστίνος είναι προσεκτικός με τις δύο «ψυχολογικές τριάδες» του. Η αποφατική συστολή σε καμία περίπτωση δεν είναι μονοπώλιο της Χριστιανικής Ανατολής!

Είναι αληθές, ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ Γρηγορίου Ναζιανζηνού και Ιερού Αυγουστίνου. Πρώτον, παρομοιάζοντας τον Υιό με τον λόγο του ανθρώπου και το Άγιο Πνεύμα με το πνεύμα του ανθρώπου, ο Γρηγόριος είναι κοντά στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης (αν και η παρομοίωση του Θεού Πατρός με τον νουν έχει άρωμα Πλατωνισμού μάλλον παρά Αγίας Γραφής).  Οι ψυχολογικές τριάδες του Αυγουστίνου, αντιθέτως, εδράζονται λιγότερο στην Γραφή. Δεύτερον, η σύνδεση μεταξύ Αγίου Πνεύματος και Αγάπης, πού τονίζει ο Αυγουστίνος, δεν απαντάται στον Γρηγόριο. Τρίτον, ο Γρηγόριος δεν αναπτύσσει την ενδοπροσωπική του αναλογία με τον πολύ λεπτομερή τρόπο που το κάνει ο Αυγουστίνος. Για τον Γρηγόριο, είναι μία απεικόνιση που κάνει εν παρόδω, όχι το θεμέλιο στο οποίο συστηματικά εποικοδομεί. Ωστόσο, παρά τις διαφορές, η ίδια βασική αρχή  επιβεβαιώνεται και από τον Γρηγόριο και από τον Αυγουστίνο: υπάρχει ένας συσχετισμός, μία γνήσια ανταπόκριση μεταξύ της δομής του ανθρωπίνου προσώπου και της Τριάδος.

Η χρησιμοποίηση από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο μιας ενδοπροσωπικής Τριαδικής αναλογίας, βασισμένης στην ανθρώπινη ψυχή, κάθε άλλο παρά μοναδική είναι στην Ελληνική Πατερική παράδοση. Παρόμοιες αναλογίες θα βρούμε και στον Γρηγόριο Νύσσης[22], τον Θεοδώρητο Κύρου[23], τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό[24] και σε ένα κείμενο που αποδίδεται στον άγιο Αναστάσιο τον Σιναΐτη[25]. Προχωρώντας στην Μέση Βυζαντινή περίοδο, βλέπουμε ότι κατά τον ενδέκατο αιώνα, ο Νικήτας Στηθάτος, μαθητής και βιογράφος του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, αναπτύσσει κατά παρόμοιο τρόπο έναν παραλληλισμό μεταξύ της Τριάδος και του ανθρωπίνου προσώπου. Εκεί όπου ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλά για νουν, λόγο και πνεύμα, ο Νικήτας μιλά για νουν, λόγο και ψυχή:

«Ταύτης οὖν τῆς τρισυποστάτου καί ἑνιαίας φύσεως εἰκόνα μοι βλέπε, κατά τό νοούμενον, τόν πλασθέντα ὑπ’ αὐτῆς ἄνθρωπον … Τρισυπόστατον τό θεῖον έν Πατρί, και Υἱῷ, καί ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενον, τρισίν ἐπιθεωρεῖται μερισμοῖς καί ἡ παρ’ αὐτοῦ πλασθεῖσα εἰκών ὁ ἄνθρωπος, ψυχῇ, νοΐ και λόγῳ … ἅ οὖν Θεῷ κατά φύσιν συναΐδιά τε καί ὁμοούσια, ταῦτα καί τῇ εἰκόνι αὐτοῦ  κατά φύσιν συμφυῆ τε, καί ὁμοούσια, ἐξ ὧν τό κατ’ εἰκόνα ἡμῖν ὁρᾶται»[26].

 Από αυτό προκύπτει ότι κάθε τι που επιβεβαιώθηκε προηγουμένως για το Θεό ως Τριάδα ισχύει, στο βαθμό που είναι εφικτό εντός της κτιστής τάξεως, και για μας τους ανθρώπους. Ο Θεός είναι ον σχεσιακό, όν σχεσιακό είναι και ο άνθρωπος. Ως πρόσωπα είμαστε ό,τι είμαστε μόνον εν σχέσει προς άλλα πρόσωπα. Ο Θεός δεν είναι αυτό-αγάπη, αλλά αμοιβαία αγάπη: το ίδιο ισχύει για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει αληθές πρόσωπο παρά μόνον αν υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα – ή ακόμη καλύτερα τρία – εν κοινωνία μεταξύ τους. Ο Θεός είναι ανταλλαγή, αυτοπροσφορά, αλληλεγγύη∙ το ίδιο και ο άνθρωπος, που είναι κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό, λοιπόν, υπονοεί, σε πρακτικό και προσωπικό επίπεδο, το Τριαδικό Δόγμα: Σε χρειάζομαι, για να είμαι ο εαυτός μου.

 

Αναπτύσσοντας το σημείο αυτό, μπορούμε παρομοίως να επιβεβαιώσουμε ότι η Τριαδική πίστις δεν είναι απλώς θεωρία περί του βάθους της Θείας υπάρξεως∙ αλλά καταφάσκει στις ύψιστες δυνατότητες της ανθρωπίνης υποστάσεώς μας. Η Τριάς αποτελεί το ασύγκριτο και υπέρτατο παράδειγμα διαπροσωπικών σχέσεων.


  • Ο εαυτός μας ή κοινωνεί με τους άλλους ή αλλιώς δεν είναι τίποτε.
  • Είμαι άνθρωπος σημαίνει ότι βρίσκομαι σε διάλογο με τους ανθρώπους.
  • Ο αυθεντικός άνθρωπος δεν είναι εγωκεντρικός, αλλά εξωστρεφής.
  • Αν δεν αγαπώμαι από τους άλλους και αν με τη σειρά μου δεν αγαπώ τους άλλους, παραμένω ακατάληπτος για τον ίδιο μου τον εαυτό. Η ταυτότητά μου ως προσώπου αποστερείται του αληθινού της νοήματος.
  • Πραγματώνω τον εαυτό μου ως πρόσωπο μάλλον παρά ως άτομο, μόνον όταν επικοινωνώ με τους άλλους, κοιτάζοντάς τους στα μάτια και επιτρέποντάς τους να με κοιτάξουν κι εκείνοι στα μάτια.
  • Το ένα πρόσωπο μπορεί να υπάρξει μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα να υπάρξει κάθε πρόσωπο, μόνον όταν μετέχουν όλοι του κόσμου. Είμαι άνθρωπος σημαίνει μοιράζομαι.

Και αυτό το εκφράζει, με απλά αλλά δυνατά λόγια, ο Μέγας Βασίλειος: «Τίς οὐκ οἶδε ὅτι ἥμερον καί κοινωνικόν ζῷον ὁ ἄνθρωπος καί οὐχί μοναστικόν, οὐδέ ἄγριον; Οὐδέν γάρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν ὡς τό κοινωνεῖν ἀλλήλοις καί χρήζειν ἀλλήλων καί ἀγαπᾶν τό ὁμόφυλον»[15]. Ο λόγος αυτός του Μεγάλου Βασιλείου αληθεύει, ακριβώς επειδή ο Θεός είναι Τριάς.

Πλασμένος κατ’ εικόνα της Τριάδος, ο άνθρωπος είναι αυτός που έχει αδελφούς και αδελφές, αυτός που δεν λέει «εγώ» αλλά «εμείς». Είναι ασφαλώς σημαντικό ότι στην Κυριακή Προσευχή όλα είναι στον πληθυντικό και όχι στον ενικό. Λέμε «ἡμᾶς» και όχι «ἐμένα»: Τόν ἄρτον ἡμῶν τον ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον και ἀφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν∙ καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ…

Το ίδιο ισχύει, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και στη Θεία Λειτουργία: Η χαρακτηριστική Λειτουργική λέξη είναι το «ἡμεῖς», όχι το «ἐγώ». Ιδιαιτέρως κατά την κορυφαία στιγμή, κατά την Ἐπίκλησιν, ο λειτουργός –καθώς επικαλείται το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατέλθει και να μεταβάλλει τα Τίμια Δώρα – χρησιμοποιεί εμφατικά τον Πληθυντικό: «προσφέρομεν, παρακαλοῦμεν, δεόμεθα, ἱκετεύομεν: Κατάπεμψον τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς» καί ὄχι «ἐπ’ ἐμέ»…

Στο σημείο αυτό μπορούμε επίσης να επιβεβαιώσουμε ότι η πίστις εις την Αγία Τριάδα  σχετίζεται απολύτως με την κοινωνική και πολιτική μας ζωή. Όπως διεκήρυττε ο Nikolai Fyodorof, “το κοινωνικό μας πρόγραμμα είναι η Τριάς”. Κάθε συλλογικότητα- η οικογένεια, η ενορία, η μητρόπολη, το σχολείο ή το πανεπιστήμιο –καλείται να γίνει, καθένα με τον δικό του τρόπο, μία ζωντανή εικόνα της Τριάδος.  Η πίστις στον Τριαδικό Θεό, στον Θεό των διαπροσωπικών σχέσεων, της κοινωνούμενης αγάπης, μας υποχρεώνει να αγωνιζόμαστε σε κάθε επίπεδο κατά της καταπίεσης, της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Στον αγώνα μας για κοινωνική δικαιοσύνη, ενεργούμε με συγκεκριμένο τρόπο: εις το όνομα της Τριάδος.

Αν, όμως, τέτοιο είναι το νόημα της Τριάδος, τότε προφανώς δεν πρόκειται για απλή αφηρημένη θεωρία, που ενδιαφέρει μόνον τους ακαδημαϊκούς θεολόγους, αλλά έχει εκπληκτικές, επαναστατικές θα έλεγα, συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίον σκεπτόμαστε και ενεργούμε στην καθημερινή ζωή μας. Και σηματοδοτεί μια τεράστια και ζείδωρη διαφορά στον τρόπο με τον οποίον βιώνουμε τον εαυτό μας ως πρόσωπο.

 

[16] De Trinitate IX, 4 (iv)

[17] De Trinitate, X, 17 (xi)

[18] Κατά των αιρέσεων, 2,28,5.

[19] Στρωματείς, 4:25

[20] Εις το Κατά Ιωάννην, 1:38.

[21] Λόγος 23:11 (PG 35: 1161C- 1164A).

[22] Κατηχητικός Λόγος 1-2. Το κείμενο αυτό καθώς και τα τρία που ακολουθούν αμέσως μετά, αναλύονται από τον Robert  E. Sinkewicz στην έκδοσή του, Γρηγορίου Παλαμά, Εκατόν Πενήντα Κεφάλαια (Studies and Texts 85; Pontifical Institute of Mediaeval Studies, Toronto 1988), σελ. 22-24.

[23] Ερωτήσεις εις την Γένεσιν 20 (1:28) (PG: 80: 108 A-B).

[24] Περί Ορθοδόξου Πίστεως 6-7.

[25] Εις την Εξαήμερον 6 (PG 89 913A-932A)  (μόνον στα Λατινικά).

[26] Κεφάλαια 3:5 και 7 (PG 120: 956 A-D). Ο Sinkewicz δεν αναφέρει το κείμενο αυτό.

Πηγή 

Αγία Τριάδα και ανθρώπινο πρόσωπο: Οι αναλογίες μεταξύ τους

Οι ενδοπροσωπικές αναλογίες της Τριάδος υπογραμμίζονται ιδιαιτέρως από τους τρεις Ησυχαστές του 14ου αιώνος, τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον άγιο Θεόληπτο Φιλαδελφείας και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά[27]. Ο πρώτος εξ αυτών, ο Γρηγόριος Σιναΐτης επιστρέφει στο ίδιο σχήμα που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, δηλαδή νους, λόγος, πνεύμα:

«Στον άνθρωπο υπάρχει νους, λόγος και πνεύμα. Και δεν υπάρχει νους χωρίς λόγο, ούτε λόγος χωρίς πνεύμα∙ και το ένα είναι μέσα στο άλλο, και καθένα χωριστά, γιατί ο νους εκφράζεται με τον λόγο, και ο λόγος φανερώνεται με το πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος παρέχει αμυδρή εικόνα της ανώνυμης και αρχέτυπης Τριάδος, και φανερώνει και με αυτό το κατ’ εικόνα»[28] .

endopros2

Έτσι, διά των τριών αυτών δυνάμεων του ανθρώπου, του νοός, του λόγου και του πνεύματος, προσφέρουμε στην Αγία Τριάδα αυτό που ο Γρηγόριος Σιναΐτης ονομάζει «Τριαδική λειτουργία»[29]

Η δεύτερη από τις μαρτυρίες μας του 14ου αιώνα ανήκει στον Θεόληπτο, και αποκλίνει κατά πολύ σημαντικό τρόπο από το ενδοπροσωπικό τριαδικό σχήμα που μέχρι τότε επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων συγγραφέων. Καθώς ομιλεί με όρους νοός, λόγου και πνεύματος – το σχήμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- επιπλέον συνδέει το τρίτο στοιχείο, το πνεύμα με την αγάπη (τον έρωτα).

«Η προσευχή, λοιπόν, ανακαλώντας τις δυνάμεις της ψυχής από τον διασκορπισμό που προκαλούν σ’ αυτές τα πάθη, τις συνδέει μεταξύ τους∙ και συνδέοντας τότε μαζί της την τριμερή ψυχή, τη συμφιλιώνει με τον ένα τρισυπόστατο Θεό … Έτσι και η καθαρή προσευχή, συναπτόμενη με το νου, το λόγο και το πνεύμα, με τον λόγο επικαλείται το θείο όνομα, με το νου ατενίζει σταθερά τον παρακαλούμενο Θεό, ενώ με το πνεύμα εκδηλώνει την κατάνυξη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και έτσι εξευμενίζει την άναρχη Τριάδα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό»[30].

Ο τρόπος με τον οποίον ο Θεόληπτος εδραιώνει σύνδεσμο μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της ιδιότητος της αγάπης εγείρει το ερώτημα: γνώριζε την πραγματεία του Ιερού Αυγουστίνου Περί Τριάδος; Είναι ασφαλώς πιθανό, διότι το έργο του Αυγουστίνου είχε μεταφραστεί στα Ελληνικά περί τα τέλη του 13ου αιώνα από τον Μάξιμο Πλανούδη[31].

Την Τριαδική διδασκαλία του Θεολήπτου ακολούθησε πιστά ο μαθητής του άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, προστάτης της πόλεως στην οποίαν συναντώμεθα[32]. Όπως και ο Θεόληπτος, ο Παλαμάς συσχετίζει τον Πατέρα με τον ανθρώπινον νουν, τον Υιόν με τον Λόγον και το Πνεύμα με την ανθρώπινη αγάπη, τον έρωτα. Με λόγους που θυμίζουν την άποψη του Αυγουστίνου για το Πνεύμα ως «δεσμόν αγάπης» μεταξύ Πατρός και Υιού, ο Παλαμάς αναφέρεται στο τρίτο Πρόσωπο της Τριάδος ως «οἷόν τις ἔρως ἐστίν ἀπόρρητος τοῦ Γεννήτορος πρός αὐτόν τόν ἀπορρήτως γεννηθέντα Λόγον∙ ᾧ καί αὐτός ὁ τοῦ Πατρός ἐπέραστος Λόγος καί Υἱός χρῆται πρός τόν Γεννήτορα». Αναπτύσσοντας το σημείο, ο Παλαμάς δηλώνει: «Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση». Φοβούμενος όμως μήπως κατηγορηθεί ότι υπερασπίζεται το Filioque, ο Παλαμάς αμέσως προσθέτει ότι «η υποστατική Του προέλευσις εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα»[33]. Ο Αυγουστίνος, όμως, θα ήταν σύμφωνος με το σημείο αυτό, όπως έχουμε ήδη δει.


[Συνεχίζεται]

[27] Βλ. Sinkewicz, όπ. παραπ. σελ. 16-34. Για τον Παλαμά, συμβουλευθείτε επίσης M.E. Hursey, “The Palamite Trinitarian Models”, St Vladimir Theological Quarterly 16:2 (1972), σελ. 83-89∙ Jacques Lison, L’ Esprit pandu : la pneumatologie de Grégoire Palamas (Paris 1994) σελ. 87-89 και την λεπτομερή μελέτη υπό Γιάννη Δημητρακοπούλου, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς: τα προβλήματα των Αριστοτελικών κατηγοριών και της Τριαδικής Ψυχοθεολογίας (Αθήναι 1997).

[28] Κεφάλαια,  31

[29] Κεφάλαια, 43.

[30] Λόγος περί εσωτερικής εν Χριστώ εργασίας, και μοναχικής ζωής, Φιλοκαλία Δ’.

[31] Η Ελληνική Μετάφραση του Πλανούδη, μαζί με το αρχικό Λατινικό κείμενο έχουν εκδοθεί από τους  Μ. Παπαθωμόπουλο, Ι. Τσαβαρή και G. Rigotti (Ακαδημία Αθηνών, Βιβλιοθήκη Α. Μανούση 3, τόμ. 1-2, Αθήνα 1995).

[32] Περί των επιρροών του Θεολήπτου επί του Παλαμά, βλ. J. Meyendorff, Gregoire Palamas: Défense des Saints Hésychastes, Spicilegium Sacrum Lovaniense 30-31 (Louvain 1959), σελ. xxxix-xI.

[33] Εκατόν Πενήντα φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια, 36. Ο Βλαδίμηρος Λόσκυ παραβλέπει το κείμενο αυτό του Παλαμά όταν επιβεβαιώνει κατά γενικόν τρόπον: «Το Πνεύμα ποτέ δεν μπορεί να παρομοιασθεί με την αμοιβαία αγάπη Πατρός και Υιού» (Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 81).

Πηγή 


Τι σημαίνει για τη ζωή μας η πίστη σε Τριαδικό Θεό

Το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα της Αγίας Τριάδος.

Από τον Ιερό Αυγουστίνο στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Περί «Θεού δε όταν είπω», παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «λέγω περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος»[1]. Για τον Χριστιανό, το δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν είναι απλώς ένας πιθανός τρόπος για να σκεφθούμε τον Θεό, αλλά ο μόνος τρόπος. Ο Θεός δεν μπορεί να γνωσθεί κατά την αλήθεια και πραγματικότητα της υπάρξεώς Του παρά μόνον εν Πατρί, Υιώ και Πνεύματι. Καμία Χριστιανική εμπειρία δεν μπορεί να είναι αυθεντική, παρά μόνον εάν – ρητώς ή εμμέσως – είναι Τριαδική. Η Τριάς είναι η καρδιά της ζωής μας. Αυτό είναι – ή τουλάχιστον πρέπει να είναι – το διακριτικό σημείο των Χριστιανών ότι, αντίθετα με τους Εβραίους και του Μωαμεθανούς, οι Χριστιανοί δεν είναι απλώς μονοθεϊσταί, ούτε όμως πάλι πολυθεϊσταί. Στον Θεό βλέπουμε και απόλυτη ενότητα και γνήσια προσωπική διαφορετικότητα.

Πρακτικά όμως, ποια είναι η ενεργός διαφορά που συντελείται στη ζωή μας, όταν πιστεύουμε σε Τριαδικό Θεό; Σε ποιο βαθμό επηρεάζει τον καθένα μας προσωπικά; Μεταμορφώνει άραγε την όλη προσέγγισή μας στις οικογενειακές σχέσεις, στην κοινωνία, στην πολιτική; Νιώθω άραγε ότι η πίστη στην Αγία Τριάδα με αφορά άμεσα, ότι έχει άμεσες και ζωοποιούς συνέπειας στο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου; Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλά για την Αγία Τριάδα, εκφράζει όχι μόνο θάμβος και σεβασμό, αλλά και μίαν έννοιαν στενής συναφείας και αγαπητικής οικειότητος: «φίλην Τριάδα» την αποκαλεί, ακόμη ζωηρότερα δε «εμήν Τριάδα»[2]. Η πίστη στην Αγία Τριάδα ήταν γι’ αυτόν αναπόσπαστο μέρος της δικής του προσωπικής ζωής. Πώς μπορούμε εμείς σήμερα να φθάσουμε να νιώθουμε όπως εκείνος; Πώς μπορούμε ακόμη να μάθουμε να λέμε μαζί του, «Τριάς εμή;»

Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το δόγμα της Αγίας Τριάδος είναι ένα μυστήριο πέραν πάσης κατανοήσεως. Το δόγμα της Τριάδος δεν αποδεικνύεται δια συλλογισμών και λογικής επιχειρηματολογίας, διότι είναι κάτι δεδομένο εις ημάς διά της θείας αποκαλύψεως. Όπως λέγει ο Ρώσος Ορθόδοξος Θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκυ, «Το δόγμα της Τριάδος είναι σταυρός για τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης»[3]. Αν θέλουμε να είμεθα αληθώς Τριαδικοί, η λογική και η διάνοιά μας πρέπει να σταυρωθούν (ωστόσο μια τέτοια σταύρωσις σημαίνει ταυτοχρόνως και ανάστασιν). Η Τριάς δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, ούτε κάποια υπόθεσις ή φιλοσοφική θεωρία, αλλά ο Ζωντανός Θεός τον Οποίον μπορούμε να πλησιάσωμεν μόνο διά της λατρείας και της εσωτερικής ησυχίας. «Η γαρ σιωπή τιμάσθω τα άρρητα ή ευσεβώς αριθμείσθω τα άγια», επιμένει ο Μέγας Βασίλειος[4]. Όταν θεολογούμε περί Τριάδος, ποτέ ας μην ξεχνούμε την ανάγκη της αποφατικής συστολής.

Ο άνθρωπος, είπαν, είναι ένα ζώο που δημιουργεί σημεία και σύμβολα. Η συμβολική σκέψη είναι θεμελιώδης για τον άνθρωπο και το γεγονός ότι σήμερα πάρα πολλοί άνθρωποι δεν νιώθουν πια τη δύναμη και την έλξη των συμβόλων έχει ασφαλώς οδηγήσει τη ζωή μας σε μία τραγική πτώχευση, σε μια μη αναγνωρισμένη ωστόσο φλογερή δίψα. Ένα σύμβολο ή μία εικόνα, είτε λεκτική είτε οπτική, συχνά εκφράζει την αλήθεια καλύτερα από ένα λογικό επιχείρημα, με τρόπο απλούστερο, πιο προσιτό και πιο πειστικό. Ίσως, λοιπόν, τα σύμβολα μπορούν να ζωντανέψουν για καθέναν από μας το δόγμα της Τριάδος. Αλλά, βεβαίως, κανένα σύμβολο, ούτε και όλα τα σύμβολα μαζί δεν μπορούν να εξηγήσουν πλήρως το Τριαδικό μυστήριο. Σε κάθε μας αναζήτηση αναφορικά με την φύση της Τριάδος, είμαστε σαν μικρά παιδιά που μαζεύουν κοχύλια στην ακτή ενός απέραντου ωκεανού.

Εις την παράδοσιν της Εκκλησίας τρία είναι τα κύρια είδη συμβόλων ή αναλογιών που έχουν εφαρμοσθεί στον Θεό ως Τριάδα. Το πρώτο βασίζεται στην αίσθηση της όρασης και κυρίως στην έννοια του Θεού ως φωτός (Α΄Ιω. 1:5). Το δεύτερο απορρέει από τον ήχο, αφού ο Χριστός περιγράφεται ως Λόγος του Θεού (Ιω. 1:1). Το τρίτο είδος χρησιμοποιεί την επίγνωση του εαυτού μας ως ανθρωπίνων προσώπων, αφού έχουμε κτισθεί κατά τη θεία εικόνα και ομοίωση (Γέν. 1:26-27)∙ είμαστε ο καθένας ζώσα εικόνα του ζώντος Θεού.

[

[1] Λόγος 45:4  Εις το άγιον Πάσχα (PG 36: 628C).

[2] Ποιήματα 2:1:11 (PG 37: 1165A, 1313:A, 1434A).

[3] Βλαδ. Λόσκυ, Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1973.

[4] Εις το Άγιον Πνεύμα, 18:44 (PG: 32 149A).

Πηγή 


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Ο άγγελος και το κρεμμύδι

Στους Αδελφούς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται μια λαϊκή ιστορία, σχετικά με μια ηλικιωμένη γυναίκα που δεν έζησε σωστά και μετά θάνατο βρέθηκε σε μια λίμνη από φωτιά. Ο φύλακας Άγγελός της προσπαθούσε να κάνει ό,τι μπορούσε για να την βοηθήσει. Η μόνη καλή πράξη όμως που θυμόταν ότι έκανε αυτή η γυναίκα όταν ζούσε, ήταν που είχε δώσει κάποτε από τον κήπο της ένα κρεμμύδι, σε μια ζητιάνα. Πήρε λοιπόν ο άγγελος το κρεμμύδι, είπε στη γυναίκα να πιαστεί απ' αυτό κι άρχισε να την τραβά έξω από τη λίμνη.

Μέσα στη λίμνη όμως δεν ήταν μόνη της. Όταν οι άλλοι είδαν τι συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω και κρεμάστηκαν πάνω της με την ελπίδα να συρθούν κι αυτοί έξω μαζί της. Τότε όμως η γυναίκα, με τρόμο και αγανάκτηση, άρχισε να τους κλωτσά. «Αφήστε με», φώναξε. «Έμένα τραβά έξω, όχι εσάς. Δικό μου είναι το κρεμμύδι, όχι δικό σας». Τη στιγμή που το είπε αυτό, το κρεμμύδι έσπασε στα δύο και η γυναίκα έπεσε πίσω, μέσα στη λίμνη. Και εκεί μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Εάν η ηλικιωμένη γυναίκα έλεγε μόνο, «αυτό είναι το κρεμμύδι μας», δεν θα αποδεικνυόταν άραγε αρκετά δυνατό για να τους τραβήξει όλους έξω από τη φωτιά; Μόλις όμως είπε «είναι δικό μου, όχι δικό σας», έγινε κάτι λιγότερο από άνθρωπος. Με το να αρνηθεί το μοίρασμα, αρνήθηκε την προσωπικότητα της. Ο γνήσιος άνθρωπος, πιστός στην εικόνα της τρισυπόστατης Θεότητας, είναι αυτός που πάντοτε λέει όχι «εγώ», αλλά «εμείς», όχι «δικό μου» αλλά «δικό μας».

Επίσκοπος Διοκλείας Kάλλιστος WARE, Το μυστήριο του ανθρωπίνου προσώπου.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Γιατί ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο;

Κατ’ αρχάς ας ανατρέξουμε στις βασικές αρχές. Για ποιό λόγο επέλεξε ο Θεός να φτιάξει τον κόσμο; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση κι όμως δεν μπορούμε να μην το θέσουμε. Έναν πιθανό τρόπο να απαντήσουμε σ’ αυτό το αναπάντητο ερώτημα βρίσκουμε στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, όταν στα «Κεφάλαια περί Αγάπης» μιλά για το θέμα αυτό με όρους αμοιβαίας χαράς:

«Ο Θεός, πλήρης πέραν πάσης πληρότητος, δημιούργησε τα πλάσματά του, όχι επειδή Εκείνος χρειαζόταν κάτι, αλλά προκειμένου εκείνα τα ίδια να μπορέσουν να μετάσχουν στην Ύπαρξή Του αναλόγως προς τις ικανότητές τους· Εκείνος δε ο ίδιος να χαρεί με τα έργα του βλέποντάς τα ευτυχισμένα».



Αυτό το οποίο εκφράζει εδώ ο Μάξιμος μιλώντας για αμοιβαία χαρά, ισχύει εξίσου και για την αμοιβαία αγάπη. «Ο Θεός αγάπη εστί», λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης (Α΄Ιω.4,8). Αυτή η θεία αγάπη δεν είναι εγωκεντρική αλλά αμοιβαία, αγάπη που μοιράζεται ανάμεσα στους μετόχους της. Ο Θεός δεν είναι απλώς μια Μονάδα, αυτάρκης, απομονωμένη, που αγαπά μόνο τον εαυτό της. Ο Θεός είναι Τριάδα: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τα τρία πρόσωπα αγαπούν το ένα το άλλο, είναι ενωμένα το ένα με το άλλο σε μια διαρκή κίνηση αμοιβαίας περιχώρησης. Ο Θεός δεν είναι απλώς προσωπικός, είναι διαπροσωπικός, δεν είναι απλώς ενότητα, είναι ένωση. Μια από τις χαρακτηριστικές λέξεις που χρησιμοποιούν οι Καππαδόκες για να περιγράψουν την Τριάδα είναι ο όρος “κοινωνία”.

Εάν, λοιπόν, ο Θεός ως Αγία Τριάδα αποτελεί με τον τρόπο αυτό ένα μυστήριο αγάπης που μοιράζεται, τότε η επιλογή Δημιουργίας του Κόσμου είναι απόλυτα σύμφωνη με τη φύση του Θεού, καθώς η Δημιουργία επιτρέπει και σε άλλους -εκτός Εκείνου- να μοιραστούν την κίνηση της Τριαδικής αγάπης. Χρησιμοποιώντας τις λέξεις «η επιλογή είναι απόλυτα σύμφωνη με τη φύση του Θεού» δεν εννοώ ότι ο Θεός ήταν κατά κανένα τρόπο «υποχρεωμένος» να δημιουργήσει τον κόσμο. Αντίθετα, τίποτα μέσα ή έξω από τον Θεό δεν τον υποχρέωσε να προβεί σε μια τέτοια κίνηση. Έδρασε σε απόλυτη ελευθερία. Ο Θεός είναι απαραίτητος για τον κόσμο, αλλά ο κόσμος δεν είναι απαραίτητος για τον Θεό. Σύμφωνα με τη φράση του Ρώσου θεολόγου, πατρός Γεωργίου Φλωρόφσκυ:

«Ο κόσμος υπάρχει. Αλλά η ύπαρξή του οριοθετείται χρονικά. Κι αυτό σημαίνει πως ο κόσμος θα μπορούσε και να μην έχει υπάρξει. Δεν υπάρχει απολύτως καμία ανάγκη για την ύπαρξη του κόσμου… Το μόνο θεμέλιο του κόσμου είναι η ελευθερία του Θεού, η ελευθερία της Αγάπης».

Κι όμως, αν κι ο Θεός δημιουργεί σε απόλυτη και τέλεια ελευθερία και παρά το ότι ο κόσμος είναι κατ’ αυτή την έννοια έκφραση της ελεύθερης βούλησής Του, ταυτόχρονα, ο Θεός κατά τη Δημιουργία αποκαλύπτει την αληθινή Του φύση ως Αγάπη. Για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, «ο θείος έρως είναι εκστατικός». Ο Αρεοπαγίτης χρησιμοποιεί εδώ την έκφραση “έκσταση” κυριολεκτικά, με την έννοια του “να βρίσκεται κανείς έξω από τον εαυτό του”. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο, διότι η αγάπη Του είναι «εκχυλίζουσα και διαχεόμενη». Χωρίς αυτή την κατακλυσμική αγάπη ο κόσμος δεν θα είχε υπάρξει ποτέ. Αντί να μιλάμε για Δημιουργία ex nihilo(εκ του μηδενός), δεν θα ήταν καλύτερο να μιλάμε για Δημιουργία ex amore (εξ αγάπης);

Αν δούμε τη Δημιουργία με αυτόν τον τρόπο, ως έκφραση αμοιβαίας χαράς και αμοιβαίας αγάπης, τότε σίγουρα η όποια θεϊστική αντίληψη περί Δημιουργίας, που θεωρεί το σύμπαν ως τεχνούργημα και τον θείο Δημιουργό ως αρχιτέκτονα ή μηχανικό, δεν μπορεί να μας ικανοποιήσει. Δεν μπορούμε να δεχτούμε μια εικόνα του σύμπαντος ως ένα ρολόι που ο κοσμικός ωρολογοποιός δημιουργεί, κουρδίζει και στη συνέχεια το αφήνει μόνο του να χτυπά. Αυτό είναι σίγουρα λάθος. Σύμφωνα με την προσέγγιση του αγίου Μαξίμου και του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, η Δημιουργία δεν είναι μία πράξη στην οποία ο Θεός δρα εξωτερικά (εκ των έξω), αλλά μια πράξη μέσω της οποίας ο Δημιουργός εκφράζεται εσωτερικά (εκ των έσω). Ο Θεός δεν είναι μόνο έξω απ’ όλα αλλά και μέσα σε όλα. Οι πρώτες μας εικόνες, όταν περιγράφουμε τη σχέση του Θεού με τον κόσμο, δεν θα έπρεπε να είναι εικόνες Εκείνου που δίνει μορφή, μεταβάλλει ή οργανώνει: θα έπρεπε μάλλον να σκεφτόμαστε τον Θεό ως ουσία που κατοικεί εντός και είναι πανταχού και αενάως παρών. Όταν λέμε ότι ο Θεός είναι Δημιουργός του σύμπαντος, αυτό που εννοούμε είναι ότι ο Θεός είναι «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών», για να επικαλεστώ τη φράση που χρησιμοποιείται στην ορθόδοξη λατρεία και αναφέρεται τόσο στον Χριστό όσο και στο Άγιο Πνεύμα.

Στενά συνδεδεμένο με αυτό τον προβληματισμό είναι και ένα άλλο θέμα που θα ήθελα να θίξω. Η Δημιουργία θα πρέπει να ερμηνεύεται όχι ως γεγονός που συνέβη άπαξ δια παντός στο παρελθόν, αλλά ως συνεχιζόμενη σχέση στο παρόν. Ο κόσμος υπάρχει διότι ο Θεός τον αγαπά, όχι γιατί τον αγάπησε κάποτε στο απώτατο παρελθόν, στην αρχή, αλλά γιατί Τον αγαπά εδώ και τώρα, αύτη τη στιγμή, όπως και κάθε στιγμή. Δεν θα πρέπει να μιλάμε σε χρόνο αόριστο για τη Δημιουργία αλλά σε ενεστώτα. Δεν θα πρέπει να λέμε ότι «ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο μια φορά κι έναν καιρό, στα παλιά χρόνια», αλλά ότι «ο Θεός δημιουργεί τον κόσμο, με εμένα κι εσένα μέσα του, αυτή τη στιγμή και πάντα». Εάν ο θείος Δημιουργός δεν χρησιμοποιούσε τη δημιουργική Του βούληση, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, το σύμπαν θα χανόταν πάραυτα στο έρεβος της ανυπαρξίας. Με τα λόγια του αγίου Φιλάρετου Μόσχας, «όλα τα πλάσματα ισορροπούν πάνω στον δημιουργικό λόγο του Θεού, σαν να ήταν μια γέφυρα από διαμάντια. Πάνω τους στέργει η θεία απεραντοσύνη και κάτω η δική τους μηδαμινότητα». Αυτός ο δημιουργικός λόγος του Θεού, που αποτελεί τη «γέφυρα από διαμάντια» του αγίου Φιλάρετου, είναι ένας λόγος που δεν εκφέρεται μια και μοναδική φορά, αλλά διαρκώς· ένας λόγος που ειπώθηκε χθες, σήμερα και θα επαναλαμβάνεται πάντα μέχρι τη συντέλεια του κόσμου (Ματθ. 28, 20).

Ως κτίση του Θεού, ο κόσμος είναι εγγενώς καλός: «Ο Θεός είδε τα δημιουργήματα Του και ήταν όλα πάρα πολύ καλά»(Γεν.1,31). Είναι όμως ταυτόχρονα και ο κόσμος της Πτώσης. Ένας κόσμος σπασμένος, συντετριμμένος· κατεστραμμένος και παραμορφωμένος από την αμαρτία· την αρχέγονη αμαρτία των προγόνων μας, αλλά και από τις προσωπικές αμαρτίες του καθενός από εμάς. Όπως λέει ο απόστολος Παύλος, ολόκληρη η κτίση είναι «υποταγμένη στη φθορά» και «κραυγάζει από πόνο» περιμένοντας την ώρα που θα μετάσχει στην ελευθερία(Ρωμ. 8,20-22). Κι όμως η πτώση δεν είναι ολική. Η κτιστή φύση, ακόμη και στην πτωτική της κατάσταση, εξακολουθεί να απηχεί τη μυσταγωγική παρουσία του Θεού. Αν και η ομορφιά της είναι ατελής, ο κόσμος παραμένει όμορφος. Μπορούμε πράγματι να πούμε αυτό που λέγεται καθημερινά στον Εσπερινό, «θαυμαστά τα έργα σου Κύριε».

Ο ανώνυμος συγγραφέας του ρωσικού κλασικού κειμένου του 19ου αιώνα, με τίτλο Οι περιπέτειες ενός Προσκυνητή, τονίζει εμφαντικά την εγγενή καλοσύνη και ομορφιά του κόσμου. Καθώς, περιπατούσε μέσα στα ατέλειωτα δάση με την προσευχή του Ιησού στα χείλη, ο προσκυνητής ένιωσε την καρδιά του να πλημμυρίζει από αγάπη για όλους τους ανθρώπους και όχι μόνο γι’ αυτούς αλλά και για ολόκληρη την κτίση: «Όταν… είχα προσευχηθεί με όλη μου την καρδιά, τα πάντα γύρω μου έμοιαζαν υπέροχα και θαυμαστά. Τα δέντρα, το χορτάρι, τα πουλιά, η γη, ο αέρας, το φως, έμοιαζαν να μου λένε πως…όλη η κτίση προσευχόταν στον Θεό δοξολογώντας τον. Έτσι έγινε και μπόρεσα να καταλάβω αυτό που η Φιλοκαλία ονομάζει γνώση της ομιλίας όλων των πλασμάτων». Η εμπειρία του εκείνη τη δεδομένη στιγμή, δεν ήταν παραίσθηση αλλά αυθεντική επίγνωση της πραγματικής φύσης του κτιστού κόσμου.

(Μητροπ. Καλλίστου Γουέαρ, «Αρχή ημέρας», εκδ. Ιερόν Προσκύνημα Αγ. Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, Ιωάννινα 2007, σ. 13-19).

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

Η Διαφορά της Υπακοής στους Λαϊκούς και στους Μοναχούς


Yπάρχει σαφώς μια διαφορά ανάμεσα στους μο­ναχούς, που έχουν δώσει μια ειδική υπόσχεση υπακοής, και τους λαϊκούς, που ζουν στον «κόσμο» Ακόμη και στην περίπτωση των μοναχών, υπάρχουν εξαιρετικά λίγες κοινότητες όπου μπο­ρεί να βρεθεί η διακονία τού γέροντα στην πλήρη της μορφή, όπως αναφέρεται στα Αποφθέγματα των Πατέρων της Ερήμου, ή όπως ασκήθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα στη Μονή της Όπτινα. Ένας σύγχρονος Ρώσος Ιερέας, ο πατήρ Αλέξανδρος Μεν -πολύ σεβαστός ως πνευματικός πατέρας μέχρι τον τραγικό και πρόωρο θάνατό του από άγνωστα χέρια το 1990 - σοφά επέμενε πως οι μοναχικοί κανόνες δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσιοι στη ζωή της ενορίας.
Συχνά νομίζουμε ότι η σχέση τού πνευματικού παι­διού με τον πνευματικό πατέρα απαιτεί το πρώτο να υπακούει πάντοτε στον δεύτερο. Στην πραγματικό­τητα, η αρχή αυτή αποτελεί ουσιώδες μέρος της μονα­χικής ζωής. Ο μοναχός υπόσχεται να κάνει υπακοή, να κάνει οτιδήποτε απαιτεί ο πνευματικός πατέρας του. Ένας ενοριακός ιερέας δεν μπορεί να επιβάλει ένα τέτοιο πρότυπο στους λαϊκούς και δεν μπορεί να δι­εκδικήσει για τον εαυτό του το δικαίωμα να δίνει αυ­θαίρετες εντολές. Θα πρέπει να αισθάνεται ευτυχής αν μπορεί να εφαρμόζει τους εκκλησιαστικούς κανό­νες, προσανατολίζοντας τη ζωή των ενοριτών του, και βοηθώντας τους στους εσωτερικούς αγώνες τους.

Ακόμη κι αν δεχθούμε πλήρως αυτά τα δυο σημεία, υπάρ­χουν τρία επί πλέον πράγματα που πρέπει να ειπωθούν, προ­κειμένου να ερμηνευθεί σωστά ένα κείμενο όπως τα Αποφθέγ­ματα των Πατέρων της Έρημου, ή μια μορφή όπως ο στάρετς Ζωσιμάς, στους Αδελφούς Καραμαζώφ. Κατ' αρχάς, η υπακοή που προσφέρεται από το πνευματικό τέκνο στον αββά δεν εί­ναι αναγκαστική, αλλά πρόθυμη και εθελούσια. Είναι έργο του γέροντα να αναλάβει το θέλημά μας στο δικό του, όμως μπορεί να το κάνει μόνο αν εμείς, με τη δική μας ελεύθερη επιλογή το τοποθετήσουμε στα χέρια του. Δεν συντρίβει τη θέλησή μας, αλλά τη δέχεται από μας ως δώρο. Μια υποταγή αναγκαστι­κή και ακούσια στερείται προφανώς ηθικής άξιας· ο γέροντας ζητά από τον καθένα μας να προσφέρει στον Θεό την καρδιά του, όχι τις εξωτερικές ενέργειές του. Ακόμη και σ' ένα μοναστικό πλαίσιο η υπακοή είναι εθελούσια, όπως τονίζεται έντο­να στο τυπικό της κουράς, μόνο αφού ο υποψήφιος τοποθετή­σει τρεις φορές το ψαλίδι στα χέρια του ηγουμένου, προχωρεί εκείνος στην κουρά του.
Ωστόσο, η εθελούσια προσφορά της ελευθερίας μας, ακόμη και στο μοναστήρι, είναι προφανώς κάτι που δεν μπορεί να συμ­βεί μια για πάντα, με μια μοναδική χειρονομία. Καλούμαστε να αναλάβουμε τον σταυρό μας καθ' ημέραν (Λουκ. 9.23). Πρέπει να υπάρχει μια συνεχής προσφορά, που να εκτείνεται σε ολό­κληρη τη ζωή μας˙ η αύξησή μας εν Χριστώ μετριέται ακριβώς από τον αυξανόμενο βαθμό αυτοπροσφοράς μας. Η ελευθε­ρία μας πρέπει να προσφέρεται εκ νέου κάθε μέρα και κάθε ώ­ρα, με συνεχώς διαφοροποιούμενους τρόπους. Και τούτο ση­μαίνει πως η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στον μαθητή δεν είναι στατική αλλά δυναμική, δεν είναι αμετάβλητη αλλά απεί­ρως ποικίλη. Κάθε μέρα και κάθε ώρα, κάτω από την καθο­δήγηση του γέροντά του, ο μαθητής θα αντιμετωπίσει νέες κα­ταστάσεις, που απαιτούν μια διαφορετική απάντηση, ένα νέο είδος αυτοπροσφοράς.
Δεύτερον, η σχέση ανάμεσα στον γέροντα και στο πνευμα­τικό τέκνο. Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, δεν είναι μονόπλευ­ρη , αλλά αμοιβαία. Όπως ο γέροντας δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να δουν τον εαυτό τους όπως πραγματικά είναι, έτσι και οι μαθητές αποκαλύπτουν στον γέροντα τον εαυτό του. Στις περισσότερες περιπτώσεις, εκείνος που καλείται να γίνει γέ­ροντας δεν το αντιλαμβάνεται, μέχρις ότου οι άλλοι τον πλη­σιάσουν και επιμείνουν να μπουν υπό την καθοδήγηση του. Η αμοιβαιότητα αυτή συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέ­σης ανάμεσα στους δύο. Ο πνευματικός πατέρας δεν διαθέτει κάποιο εξαντλητικό πρόγραμμα, που έχει υποστεί επεξεργα­σία εκ των προτέρων και επιβάλλεται στον καθένα με τον ίδιο τρόπο. Αντιθέτως, αν είναι αληθινός γέροντας, διαθέτει για τον καθένα διαφορετικό λόγο· δεν προχωρεί επί τη βάσει αφηρη­μένων κανόνων, αλλά συγκεκριμένων ανθρώπινων καταστά­σεων. Εισέρχεται μαζί με τον μαθητή του στη συγκεκριμένη κα­τάσταση, χωρίς να γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια θα είναι ακριβώς η έκβαση, αλλά περιμένοντας ο καθένας τον φωτισμό του Πνεύματος. Και οι δύο, πνευματικός πατέρας και μαθη­τής, μαθαίνουν κατά την πορεία.
Η αμοιβαιότητα στη σχέση τους φαίνεται σε αρκετές ιστο­ρίες στα Αποφθέγματα των Πατέρων της Έρημου. Όπου ένας ανάξιος αββάς σώζεται από την υπομονή και την ταπεινοφρο­σύνη του υποτακτικού του. Ένας αδελφός, επί παραδείγματι, έχοντας ένα γέροντα δοσμένο στο πάθος της μέθης, πειράζεται έντονα για να τον εγκαταλείψει· αλλά αντί να φύγει, παραμέ­νει πιστός στον γέροντά του. μέχρι που ο τελευταίος οδηγεί­ται τελικά στη μετάνοια. Και ο αφηγητής σχολιάζει, «...ότι εισί νεώτεροι και οδηγούσι γέροντας εις ζωήν». Ο μαθητής μπο­ρεί να κληθεί να δώσει όπως και να λάβει˙ ο δάσκαλος μπορεί συχνά να μάθει απ’ τους μαθητές του. Όπως αναφέρει το Ταλμούδ: «Ο ραβίνος Χανίνα έλεγε, "από τους δασκάλους μου έ­μαθα πολλά, πιο πολλά από τους συμμαθητές μου, αλλά από τους μαθητές μου έμαθα τα περισσότερα"».
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, η σχέση δεν είναι αμφί­πλευρη αλλά τριγωνική, επειδή μαζί με τον γέροντα και τον μαθητή του υπάρχει κι ένα τρίτο μέλος, ο Θεός. Ο Κύριος μας είπε πως δεν πρέπει να καλούμε κανέναν «πατέρα», γιατί έ­χουμε μόνο έναν Πατέρα τον εν Ουρανοίς (Ματθ. 13.8-10). Ο γέροντας δεν είναι κάποιος αλάθητος κριτής σ’ ένα εφετείο, αλλά συνυπηρέτης του ζώντος Θεού· δεν είναι τύραννος, αλλά ο­δηγός και σύντροφος στο ταξίδι. 
Ο μόνος αληθινός «πνευματι­κός οδηγός», με όλη τη σημασία της λέξης, είναι το Άγιο Πνεύμα.
                                                                                                              Επισκόπου Διοκλείας ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ WARE
πηγή:εδώ 
Αναδημοσίευση: http://imverias.blogspot.gr

Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Επίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware: "Το έργο του πνευματικού πατέρα"


Στην ορθόδοξη Παράδο­ση, οι πνευματικοί οδηγοί επιζητούσαν πάντοτε να αποφύγουν κάθε είδος καταναγκασμού και πνευματικής βίας στις σχέσεις τους με τους μαθητές τους. Αν, υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, ομιλούν και ενεργούν με κύρος, το κύρος προέρχεται από την ταπεινή αγάπη. Θέλοντας να αποφύγουν κά­θε μηχανικό εξαναγκασμό, αρνούνται μερικές φορές να δώσουν στους μαθητές τους κάποιο κανόνα ζωής, κάποιο σύνολο εξω­τερικών εντολών που να εφαρμόζονται αυτόματα.

Κατά ένα σύγχρονο Ρουμάνο μοναχό, ο γέροντας δεν είναι «νομοθέτης αλλά μυσταγωγός». Δεν καθοδηγεί τους άλλους επιβάλλοντας κανόνες, αλλά συμμεριζόμενος τη ζωή τους. Κάποιος μοναχός είπε στον αββά Ποιμένα: «αδελφοί οικούσι μετ' εμού˙ θέλεις κελεύσω αυτοίς; Λέγει αυτώ ο γέρων. Ουχί... θέλουσι και αυ­τοί, πάτερ, ίνα κελεύσω αυτοίς. Λέγει αυτώ ο γέρων. Μη· αλλά γενού αυτοίς τύπος, και μη νομοθέτης» (κάποιοι αδελφοί ήλ­θαν να ζήσουν μαζί μου· θέλεις να τους δώσω εντολές; Όχι, εί­πε ο γέροντας. Όμως, πάτερ, επέμεινε ο μοναχός, οι ίδιοι μου ζητούν να τους δώσω εντολές. Όχι, επανέλαβε ο ποιμήν, γίνε παράδειγμα σ' αυτούς κι όχι νομοθέτης!).
Το ίδιο δίδαγμα βγαί­νει και από μια ιστορία που είπε ο Ισαάκ, Πρεσβύτερος των Κελίων. Ως νέος, έμεινε στην αρχή με τον αββά Κρόνο και μετά με τον αββά Θεόδωρο της Φέρμης κανείς τους όμως δεν του έλεγε τι να κάνει. Ο Ισαάκ παραπονέθηκε στους άλλους μο­ναχούς, που πήγαν και διαμαρτυρήθηκαν στον Θεόδωρο. «Αλλ' εάν θέλη», απάντησε στο τέλος ο Θεόδωρος, «ο βλέπει με ποιούντα, ποιήσει και αυτός» (αν θέλει, ας κάνει ό,τι βλέπει να κά­νω εγώ). Όταν ζήτησαν από τον Βαρσανούφιο να δώσει ένα λεπτομερή κανόνα ζωής, αρνήθηκε, λέγοντας: «δεν θέλω να εί­σαστε κάτω από τον νόμο, αλλά μέσα στη Χάρη». Και σε άλ­λες επιστολές του έγραψε: «Γνωρίζετε πως ποτέ δεν επιβάλα­με αλυσίδες σε κανένα... Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων, αλλά σπείρετε εν ελπίδι· διότι ο Κύριος μας κανέ­ναν δεν εξανάγκασε, αλλά δίδαξε το Ευαγγέλιο και όποιος ή­θελε Τον άκουσε».
Μη βιάζετε την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων. Το έργο του πνευματικού πατέρα δεν είναι να καταστρέψει την ελευθε­ρία μας, αλλά να μας βοηθήσει να δούμε την αλήθεια για τον εαυτό μας· δεν είναι να καταπιέσει την προσωπικότητά μας, αλλά να μας καταστήσει ικανούς να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό, να ωριμάσουμε και να γίνουμε αυτό που πραγματι­κά είμαστε. Αν περιστασιακά ο πνευματικός πατέρας απαιτεί απόλυτη και φαινομενικά «πικρή» υπακοή από τον μαθητή του, τούτο ποτέ δεν γίνεται ως αυτοσκοπός, ούτε με την προοπτι­κή της υποδούλωσής του. Σκοπός αυτού του είδους «θεραπείας-σοκ» είναι απλά να απελευθερώσει τον μαθητή από τον ψεύ­τικο και απατηλό «εαυτό», για να μπορέσει να εισέλθει στην αληθινή ελευθερία˙ η υπακοή γίνεται κατ' αυτόν τον τρόπο η πύ­λη προς την ελευθερία.

Επισκόπου Διοκλείας ΚΑΛΛΙΣΤΟΥ WARE

πηγή:εδώ
Αναδημοσίευση: http://imverias.blogspot.gr 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...