Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διδακτικές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Ιστορίες από το γεροντικό

Το Γεροντικόν αποτελεί ένα διαχρονικό έργο που περιλαμβάνει αποφθέγματα και διδακτικές ιστορίες από τη ζωή των μεγάλων ασκητών της ερήμου, προσφέροντας πολύτιμα μαθήματα για την πνευματική ζωή και την αρετή. Ακολουθούν ορισμένες από τις πιο χαρακτηριστικές:
 
 Ο Γέροντας και ο αδελφός που έκλεβε
Στο Γεροντικό αναφέρεται η ιστορία ενός μεγάλου Γέροντα που είχε για γείτονα έναν αδελφό ο οποίος έμπαινε στο κελί του και τον έκλεβε. Ο Γέροντας, αν και έβλεπε την πράξη του, δεν τον ήλεγχε, αλλά εργαζόταν περισσότερο σκεπτόμενος ότι ο αδελφός ίσως είχε ανάγκη, παρόλο που ο ίδιος δυσκολευόταν να εξασφαλίσει το ψωμί του. Όταν ήρθε η ώρα να πεθάνει, κάλεσε τον αδελφό αυτόν κοντά του, του φίλησε τα χέρια και είπε στους παρευρισκόμενους: «Ευχαριστώ αυτά τα χέρια, διότι με τη βοήθειά τους πηγαίνω στη Βασιλεία των Ουρανών». Ο αδελφός συγκινήθηκε τόσο βαθιά, ώστε μετανόησε και έγινε δόκιμος μοναχός.
 
Άγιος Επιφάνιος και Αββάς Ιλαρίων
Ο άγιος Επιφάνιος, επίσκοπος Κύπρου, προσκάλεσε τον Αββά Ιλαρίωνα να συναντηθούν πριν πεθάνουν. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, ο επίσκοπος πρόσφερε κρέας πτηνού στον Ιλαρίωνα, ο οποίος το αρνήθηκε λέγοντας πως δεν είχε φάει κρέας από τότε που έγινε μοναχός. Ο άγιος Επιφάνιος του απάντησε: «Κι εγώ από τότε που ιερώθηκα δεν άφησα κανέναν να πάει στο κρεβάτι του να κοιμηθεί έχοντας κάτι εναντίον μου, ούτε κι εγώ κοιμήθηκα έχοντας κάτι εναντίον άλλου»Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Αββάς Ιλαρίων αναγνώρισε το πνευματικό ανάστημα του επισκόπου και του είπε: «Συγχώρεσέ με, γιατί αυτό που εφαρμόζεις εσύ είναι ανώτερο από αυτό που κάνω εγώ».
 
 Ο στρατιωτικός και η σχισμένη χλαμύδα
Ένας στρατιωτικός επισκέφθηκε έναν γέροντα ασκητή στην έρημο και τον ρώτησε αν ο Θεός δέχεται τη μετάνοια όσων έκαναν λάθη. Ο γέροντας τον ρώτησε: «Αν η χλαμύδα σου σκιστεί, την πετάς;». Εκείνος απάντησε πως τη ράβει και την ξαναχρησιμοποιεί. Ο σοφός γέροντας του εξήγησε τότε πως αν ο άνθρωπος λυπάται ένα ρούχο, πολύ περισσότερο λυπάται ο Θεός τον άνθρωπο που είναι παιδί Του.
 
 Ο Αββάς Ποιμήν για τη συγχώρηση
Όταν ρώτησαν τον Αββά Ποιμένα αν ο Θεός συγχωρεί κάποιον που μετανιώνει για το λάθος του, εκείνος υπενθύμισε τη διδασκαλία του Χριστού στον Πέτρο για τη συγχώρηση «εβδομήντα φορές το εφτά». Συμπλήρωσε πως εφόσον ο Θεός ζητά από τους ανθρώπους τόση πολλή συγχώρεση, πολύ περισσότερο συγχωρεί και δέχεται Εκείνος όποιον επιστρέφει κοντά Του.
 
 Ο Άγιος Γεράσιμος και το λιοντάρι
Στην παράδοση της ερήμου, ο Άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης εικονίζεται συχνά με ένα λιοντάρι. Είχε φτάσει σε τέτοιο πνευματικό ύψος, ώστε τα άγρια θηρία τον σέβονταν και τον υπηρετούσαν. Η ιστορία αναφέρει πως ο άγιος τα είχε βρει τόσο καλά με τον Θεό και τον εαυτό του, που ακόμη και το λιοντάρι τον πλησίασε ζητώντας παρηγοριά και έμεινε πιστά δίπλα του.
 
 Οι κανόνες της αγάπης
Στο Μέγα Γεροντικό καταγράφονται σύντομες αλλά ουσιαστικές διδαχές για την καθημερινή συνύπαρξη:
  • Ποτέ μην πηγαίνεις για ύπνο αν είσαι δυσαρεστημένος με κάποιον ή αν κάποιος έχει παράπονο από εσένα.
  • Μην επιθυμείς έργα που ωφελούν εσένα αλλά βλάπτουν τον διπλανό σου, γιατί το κέρδος του αδελφού είναι δική σου καρποφορία.
  • Μην απαιτείς αγάπη από τον πλησίον· εσύ δείξε την αγάπη πρώτος, και έτσι θα βρεις ανάπαυση και θα οδηγήσεις και τον άλλον στην αγάπη.
  • Η αγάπη διώχνει τον φόβο για τον Θεό.
 Η διδασκαλία του Αββά Μακαρίου για την τελειότητα
Σύμφωνα με τον Αββά Μακάριο τον Μέγα, η τελειότητα κατακτάται μέσω της μεγάλης ταπείνωσης. Ο άνθρωπος οφείλει να βάζει τον εαυτό του χαμηλότερα από όλη την κτίση, να μην κρίνει κανέναν παρά μόνο τον εαυτό του, να υπομένει την καταφρόνια και να ασκεί βία στον εαυτό του* για να είναι μακρόθυμος και αγαθός.
 
 
*Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Αββά Μακαρίου του Μεγάλου, η φράση «να ασκεί βία στον εαυτό του» αναφέρεται στην επίμονη πνευματική προσπάθεια και τον αγώνα που οφείλει να καταβάλλει ο πιστός για να επιτύχει την τελειότητα και να κερδίσει τη Βασιλεία των Ουρανών.

Η έννοια πηγάζει από τον λόγο του Χριστού: «η Βασιλεία των Ουρανών ανήκει σ’ αυτούς που ασκούν βία στον εαυτό τους και αυτοί οι αγωνιστές την κερδίζουν» (Μτ 11,12). Εδώ, η λέξη «βιαστές» προσδιορίζει εκείνους που αγωνίζονται με ζήλο στον πνευματικό στίβοΗ βιβλική αναφορά «Ἀπό δέ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καί βιασταί ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Μτ 11,12) ερμηνεύεται ως ο έντονος πνευματικός αγώνας που οφείλει να καταβάλλει ο πιστός για να κερδίσει τη Βασιλεία του Θεού.
 Η βία αυτή δεν στρέφεται κατά άλλων ανθρώπων, αλλά είναι η προσπάθεια να προσανατολίσει κάποιος τη θέλησή του στο θέλημα του Θεού. Είναι ο «κόπος» που απαιτείται για τη βελτίωση του εαυτού και το άνοιγμα της καρδιάς στην αγάπη.
 Ο άνθρωπος πρέπει να «βιάζει» (να πιέζει πνευματικά) τον εαυτό του ώστε να είναι μακρόθυμος, αγαθός, σώφρων και να αγαπά τους αδελφούς του, υπερνικώντας τις εγωιστικές του τάσεις.
 Η άσκηση αυτής της βίας σημαίνει να μάθει ο άνθρωπος να μην υπολογίζει τον εαυτό του, να τον τοποθετεί ταπεινά κάτω από όλη την κτίση και να μην κρίνει κανέναν άλλον παρά μόνο τον εαυτό του.
Περιλαμβάνει τη συνεχή προσπάθεια για τον έλεγχο της γλώσσας, τη φύλαξη των ματιών από κακά θεάματα και την αποφυγή μάταιων ακουσμάτων που φθείρουν την ψυχή.
Αυτή η μορφή βίας είναι «δεκτή ή ανεκτή» επειδή αφορά αποκλειστικά τον εσωτερικό αγώνα του πιστού και δεν έχει καμία σχέση με την εξουθενωτική ή σωματική βία που ασκείται εις βάρος των άλλων.
Συνοπτικά, για τον Αββά Μακάριο, η βία στον εαυτό είναι η ενεργητική επιλογή της μετάνοιας και της αυτογνωσίας, όπου ο πιστός «επαναστατεί» ενάντια στα πάθη του για να βρει την αληθινή ελευθερία.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ο Όσιος Ποιμήν και το μαξιλάρι

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
῾Η ἀτμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Τά πνεύματα μέσα στήν μικρή συνοδεία τῶν μοναχῶν ἦταν πολύ ἠλεκτρισμένα. ῾Η κατάσταση δέν ἔπαιρνε ἄλλο. Μᾶλλον εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά πάρει ὁ πειρασμός πόδι ἀπό τόν τόπο τους. Νά πάει ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, μόνος ἤ ἔστω μέ ἄλλους πού τά κριτήριά τους ὅμως θά ἦταν πολύ πιό κάτω ἀπό τά δικά τους. ῎Οχι μόνο τούς προκαλοῦσε μέ τήν στάση του, ἀλλά γινόταν καί πολύ κακό παράδειγμα γιά τούς διάφορους προσκυνητές πού τύχαινε νά περάσουν ἀπό ἐκεῖ καί νά βρεθοῦν μάλιστα σέ κάποια ἀγρυπνία τους. ῾Η κακή εἰκόνα του ἀντανακλοῦσε σέ ὅλους τους. Τί θά λέγανε καί γι᾽ αὐτούς;

Στήν ἀρχή δέν πολυέδωσαν σημασία. Τό ἀντιμετώπισαν μᾶλλον χαλαρά. ῾Ορισμένοι ἴσως καί νά τό διασκέδασαν. ᾽Αλλά ὅταν παρόλη τήν παρατήρηση πού τοῦ ἔγινε, ἀρχικά ἀπό κάποιον ἀδελφό κι ἔπειτα ἀπό τόν ἴδιο τόν Γέροντα, ἐκεῖνος συνέχιζε τήν ἴδια τακτική, ἄρχισαν νά τό θεωροῦν ἐνοχλητικό. Καί ἡ ἐνόχληση γρήγορα πῆρε τήν μορφή τῆς ταραχῆς καί τῶν νεύρων. Ναί, ὁ νέος καλόγερος πού εἶχε φτάσει στήν συνοδεία τους πρίν ἀπό μερικές μῆνες, μέ καλές συστάσεις εἶναι ἀλήθεια, χωρίς νά προκαλεῖ κάποιο ἄλλο πρόβλημα πέρα ἀπό αὐτό, ἔγινε τό ἀγκάθι τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ τους.

῾Μά νά μήν ἀκούει οὔτε καί τόν Γέροντα; Μεγάλη ψυχή ἔχει ὁ Γέροντάς μας πού τόν ἀνέχεται ἀκόμη καί δέν τόν ἔχει διώξει᾽, ἦταν τό μόνιμο σχεδόν σχόλιο τῶν παλαιοτέρων καί γεροντοτέρων καλογέρων.

Κάνα δυό προσπάθησαν νά τόν δικαιολογήσουν. ῾Νέος εἶναι. Κάνει τόν ἀγώνα του. Δέν μᾶς ἐνοχλεῖ σέ ὁτιδήποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό. ᾽Αλλά, καί σ᾽ αὐτό πού φαίνεται ὅτι ἐνοχλεῖ, κοιτάξτε: ἔρχεται πάντα στίς ἀκολουθίες καί στίς ἀγρυπνίες. Δέν ἔλειψε ποτέ. ῾Απλῶς...τόν πιάνει ὁ ὕπνος᾽.

Νά, λοιπόν, τό πρόβλημα μέ τόν καλόγερο ᾽Αγάθωνα πού εἶχε γίνει ἀγκάθι γιά τούς πολλούς καί τούς τάραζε: στίς ἀκολουθίες καί μάλιστα στίς ἀγρυπνίες μετά ἀπό λίγο κοιμόταν.

Τόν πρῶτο καιρό, εἴπαμε, δέν ἔδωσαν σημασία. ῞Υστερα ὅμως πήγαιναν καί τόν ξυπνοῦσαν. Μαλακά στήν ἀρχή, ἔπειτα πιό ἀπότομα. Κάποτε κυριολεκτικά τόν τράνταζαν. Κι αὐτός πεταγόταν ἐπάνω, συγχυσμένος, τρομαγμένος, ψελλίζοντας ῾συγγνώμη᾽, γιά νά σταθεῖ γιά λίγο ξυπνητός καί πάλι στήν συνέχεια νά καταπέσει.

Εἶναι ἐκπληκτικό γιά ἐμᾶς τούς ταλαίπωρους ἀνθρώπους τό πῶς ἕνα μικρό θεωρούμενο πρόβλημα μπορεῖ νά γίνει μεγάλο. Κάτι ἀνεπαίσθητο πού σέ ἄλλες στιγμές δέν τοῦ δίνουμε σημασία, κάτω ἀπό συγκεκριμένες συνθῆκες μπορεῖ νά πάρει τεράστιες διαστάσεις καί νά φτάσει στό σημεῖο νά μᾶς ῾σπάει τά νεῦρα᾽. Μία σταγόνα νεροῦ γιά παράδειγμα. Ποιός τῆς δίνει σημασία; Κι ὅμως, ὅταν σταλάζει ἐπίμονα, στόν ἴδιο τόπο, μέ τόν ἴδιο ρυθμό, συνέχεια καί συνέχεια, γίνεται ἐνόχληση, βάσανο, μαρτύριο.

Κάτι παρόμοιο ἔγινε καί στούς συγκεκριμένους καλόγερους. ῾Η μικρή κοινωνία τους ταράχτηκε καί συγχύσθηκε ἀπό ἕνα ἐλάχιστο πρόβλημα: τήν ἀδυναμία ὕπνου ἑνός νέου καλογέρου, πού δέν ἄντεχε στίς ἀγρυπνίες. Καί δέν εἶναι κάτι ἄγνωστο τό πόσο μεγαλοποιοῦνται τά θέματα, τά ὅποια θέματα, ἐκεῖ πού συνυπάρχουν πολλές φορές λίγοι. ῾Μικρό χωριό κακό χωριό᾽ δέν λέει ἡ παροιμία; Νά, λοιπόν, πῶς τό τίποτα ἤ τό ὀλίγιστο κατάντησε νά γίνει μεγάλο. Νά δημιουργηθεῖ πρόβλημα, νά φτάσουν στό σημεῖο οἱ καλόγεροι νά συζητᾶνε καί νά ζητᾶνε ἀπό τόν Γέροντα νά διώξει τόν...πειρασμό.

῾Ο Γέροντας τούς ἄκουσε. Προσπάθησε νά κατανοήσει τόν πειρασμό τους, πού εἶχε ἀρχίσει νά γίνεται πειρασμός καί γιά τόν ἴδιο. ᾽Αλλά κάτι μέσα του τόν ἔτρωγε. ῎Ενιωθε ὅτι τό νά ἀπομακρύνει τόν ᾽Αγάθωνα μπορεῖ νά φαίνεται ὡς λύση, ἀλλά μᾶλλον θά ἀποτελεῖ καί δική τους ἧττα. Θά τούς εἶχε νικήσει ὁ πειρασμός. ᾽Αλλά πάλι ἔτσι, ἡ ταραχή θά συνεχιζόταν.

῾᾽Επερώτησον τόν πατέρα σου καί ἀναγγελεῖ σοι᾽, μουρμούρισε. Νόμισε πώς βρῆκε τήν λύση. ῾Ναί, αὐτός θά μᾶς κατευθύνει σωστά. Θά μᾶς πεῖ ἄν εἶναι σωστό νά τόν ἀπομακρύνουμε ἤ ὄχι. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν. ῾Ο μεγάλος Γέροντας, ὁ διορατικός καί προορατικός, ὁ σοφός καί συνετός, πού ἡ ἀγάπη του εἶναι μιά ἀγκαλιά γιά ὅλον τόν κόσμο. ᾽Αρκεῖ νά δεχτεῖ βεβαίως τήν πρόσκλησή μου᾽.

῾Ο ἀββᾶς δέχτηκε. Δέν μποροῦσε νά ἀρνηθεῖ τό πέρασμά του ἀπό ἐκεῖ πού ὑπῆρχαν ἀδελφοί πού πάλευαν καί ἀγωνίζονταν τόν πνευματικό ἀγώνα. Γιατί ἤξερε τό πόσο ὁ πονηρός πολεμάει τούς ἀνθρώπους καί μάλιστα τούς καλόγερους. ῾Λιοντάρι πού ὠρύεται καί ζητάει ποιόν νά καταπιεῖ᾽, κατά πῶς γράφει καί ὁ μαθητής τοῦ Κυρίου ἅγιος Πέτρος.

῎Εκανε θερμή προσευχή πρός τόν Κύριο νά ἐλεήσει τά πλάσματά Του. Νά τοῦ δώσει φώτιση νά κατανοήσει τό πρόβλημα γιά τό ὁποῖο τόν εἰδοποιοῦσε ὁ ἡγούμενος. Νά γίνει τό ὄργανο ᾽Εκείνου, ὥστε ἀφενός νά καταντροπιασθεῖ ὁ πονηρός, ἀφετέρου νά δοξαστεῖ τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου.

Τόν ὑποδέχτηκαν ὅλοι μέ μεγάλες τιμές. Ἡ παρουσία του κάθε φορά συνοδευόταν πράγματι μέ ἐκδηλώσεις πού ἔφθαναν κάποιες φορές καί σέ ἐπίπεδο ὑπερβολῆς. ῾Ο ἀββᾶς Ποιμήν ἦταν καί γιά τήν συνοδεία αὐτή ὁ μεγάλος καθοδηγητής τους. ῎Ηξεραν πώς ὅ,τι τοῦ ἔθεταν ὡς πρόβλημα καί λογισμό θά ἔπαιρναν τήν ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ. Περίμεναν λοιπόν καί γιά τό συγκεριμένο πού εἶχε ἀναφανεῖ. Γιατί ὁ ἡγούμενος, ὁ ὁποῖος εἶχε φροντίσει νά στείλει σέ ἐξωτερικό διακόνημα τόν ᾽Αγάθωνα, τούς εἶχε πληροφορήσει γιά τόν σκοπό τοῦ ἐρχομοῦ του.

῾Ο ὅσιος Πατέρας ἄκουσε τό πρόβλημα. Εἶδε τήν ταραχή. Καί κατάλαβε αὐτό πού τόν λύπησε πιό πολύ ἀπό ὅλα: ὄχι τήν ἀδυναμία τοῦ ἀδελφοῦ μέ τόν ὕπνο, ἀλλά τήν ἀδυναμία τῶν ὑπολοίπων ἀδελφῶν νά τόν ὑπομείνουν καί νά ἀντιμετωπίσουν τόν τρισκατάρατο πού βρισκόταν καλά κρυμμένος ἀπό πίσω, δουλεύοντάς τους μέ τά ἐκ δεξιῶν λεγόμενα ὅπλα: τήν διακράτηση ἐν προκειμένῳ ἑνός τυπικοῦ. ῾Η αὐστηρότητά τους σχεδόν τόν τρόμαξε.

῾᾽Αδελφοί᾽ εἶπε. ῾Χαίρομαι πού βρίσκομαι ἀνάμεσά σας, ἀνάμεσα σέ πιστούς πού λατρεύουν τόν Κύριο καί ἀγωνίζονται τόν καλόν ἀγώνα. ῾Η χάρη τοῦ Κυρίου πού σᾶς δίνεται καί θά σᾶς δοθεῖ εἶναι πλούσια. ᾽Αλλά δέν βλέπετε τί γίνεται μέ τήν συγκεκριμένη περίπτωση πού μοῦ λέτε; Δέν βλέπετε πώς τό ἔλλειμμα βρίσκεται στήν δική σας πλευρά ὡς ἔλλειμμα ἀγάπης; ῾Ο ἀπόστολος δέν λέει πώς ῾ἡ ἀγάπη πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει, οὐδέποτε ἐκπίπτει᾽; ῾Η ἀγάπη ὅλα τά ἀνέχεται, ὅλα τά ὑπομένει, ποτέ δέν ξεπέφτει. Ποῦ εἶναι ἡ δική σας ἡ ἀνοχή; Ποῦ εἶναι ἡ ὑπομονή σας; Ποῦ ἡ διάρκεια τῆς ἀγάπης σας; Καί ἡ ἔλλειψη αὐτή δέν ἀποδεικνύει ὅτι δέν ζεῖτε σωστά ὡς μέλη τοῦ Κυρίου μας; ῾Ο καθένας μας δέν συνιστᾶ μέλος τοῦ σώματος ᾽Εκείνου, συνεπῶς εἴμαστε δεμένοι καί μέ ᾽Εκεῖνον ὡς κεφαλή ἀλλά καί μεταξύ μας; ῎Αν ὑπάρχει κάποια ἀδυναμία σέ ἕνα μέλος, σημαίνει ὅτι τά ἄλλα μέλη πρέπει νά τήν δοῦν καί ὡς δική τους ἀδυναμία. Πιστεύετε λοιπόν ὅτι ἡ αὐστηρότητα, ἡ ἀπότομη στάση σας ἀπέναντι στόν ἀδελφό σας θά τόν διορθώσει; ῎Αλλη στάση ζωῆς ἔξω ἀπό τήν ἀγάπη δέν ὑπάρχει, ἄν θέλουμε νά διορθώσουμε τόν πάσχοντα συνάνθρωπό μας᾽.

Κοντοστάθηκε ὁ ἀββᾶς. Δέν εἶχε συνηθίσει νά ρητορεύει. Μόνιμη ἐπιλογή του ἦταν νά εἶναι τό παράδειγμα καί ὅποιος θέλει μετά νά τόν ἀκολουθεῖ. ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ ἦταν ἡ κατευθυντήρια γραμμή του.

῾Δέν αἰσθάνομαι καλά πού σᾶς κάνω τόν δάσκαλο᾽, εἶπε καί ἔσκυψε τό κεφάλι πρός τό μέρος τῆς καρδιᾶς. Τό ἀνασήκωσε καί πάλι. ῾᾽Αλλά ἐπειδή μέ κινεῖ τό πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς στόν ἡγούμενο σᾶς τά λέω. ῾Τῷ αἰτοῦντί σε δίδου᾽, κατά τόν λόγο τοῦ Κυρίου μας. Καί δέν θέλω νά σᾶς περιπαίζει ὁ διάβολος᾽ συμπλήρωσε.

῾Γέροντα, σέ καταλαβαίνουμε καί ὁ λόγος σου μᾶς φέρνει καί πάλι στόν ἴσιο δρόμο τοῦ Χριστοῦ μας᾽ εἶπε μέ συστολή ὁ ἡγούμενος. ῾Τί νά κάνουμε συγκεκριμένα ὅμως μέ τόν ἀδελφό; Νά μήν τοῦ ποῦμε ὅτι πρέπει νά εἶναι ξύπνιος στίς ἀκολουθίες; Νά μήν τόν ξυπνᾶμε᾽; Κοντοστάθηκε. ῾Γέροντα, ἐσύ τί θά ἔκανες; Πές μας καί θά τό κάνουμε κι ἐμεῖς᾽.

Πιάστηκε ἡ ἀναπνοή τους. ῾Η ἀπάντηση τοῦ ὁσίου θά καθόριζε καί τήν δική τους στάση. ῎Ηδη μέσα τους ἡ συνείδηση τούς ἔλεγχε. Καταλάβαιναν ὅτι δέν λειτουργοῦσαν ἀπέναντι στόν ἀδελφό μέ ἀγάπη. ῞Οτι ἡ στάση τους δέν ἦταν χριστιανική. ῞Οτι συμπεριφέρονταν σάν τούς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ, μέ ὑπερηφάνεια.

῾Ο ἀββᾶς δέν ἔσπευσε νά ἀπαντήσει. Φαινόταν ὅτι προσευχόταν μέ ἔνταση καί θέρμη. Δάκρυα πῆραν νά ἀναβλύζουν στά ἁγιασμένα μάτια του.

῾᾽Αδελφοί᾽, εἶπε σιγά, ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ βάρους τῶν λόγων του. ῾Στήν θέση σας ἐγώ, ὅταν ἔβλεπα τόν ἀδελφό νά κοιμᾶται...᾽

-τά μάτια τῶν ἀδελφῶν ἀνοίχτηκαν διάπλατα καί τά αὐτιά τους τεντώθηκαν στό ἔπακρο μή χάσουν τό παραμικρό ἀπό τά λεγόμενά του-

῾...στήν θέση σας, λοιπόν, θά ἔπαιρνα ἕνα μαξιλάρι νά τό βάλω κάτω ἀπό τό κεφάλι του γιά νά τόν ἀναπαύσω περισσότερο. Γιατί ὁ ἀδελφός γιά μένα εἶναι ὁ κρυμμένος Χριστός᾽.

Πηγή εδώ
Αναδημοσίευση: συν-οδοιπορία

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Γίνε ο καλύτερος εαυτός σου!!!

Ο Βασιλιάς πάει στον κήπο του & βλέπει πως τα δέντρα,οι θάμνοι & τα λουλούδια του ξεραίνονται.
Η Βελανιδιά λέει πως ξεραίνεται γιατί δε μπορεί να είναι τόσο ψηλή όσο το Πεύκο.Γυρίζει προς το Πεύκο & το βλέπει πεσμένο κάτω γιατί δε μπορεί να
κάνει σταφύλια όπως το Αμπέλι.Και το Αμπέλι ξεράθηκε γιατί δεν έκανε λουλούδια σαν την Τριανταφυλλιά.Βλέπει την Τριανταφυλλιά να κλαίει γιατί δεν είναι γερή & δυνατή σαν τη Βελανιδιά.
Και ξάφνου,βλέπει ένα φυτό,τη Φρέζια, γεμάτη άνθη & πιό δροσερή από ποτέ.Τη ρωτάει ο Βασιλιάς “Πώς γίνεται & αναπτύσσεσαι τόσο καλά μέσα σ’ αυτόν τον μαραμένο & θλιβερό κήπο;” Το λουλούδι του απαντάει “Δεν ξέρω.Ίσως γιατί υπέθετα πάντα ότι,όταν με φύτεψες ήθελες φρέζιες.
Αν ήθελες στη θέση μου Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά,θα είχες φυτέψει Βελανιδιά ή Τριανταφυλλιά. Εκείνη τη στιγμή είπα μέσα μου “Θα προσπαθήσω να είμαι Φρέζια όσο μπορώ καλύτερα!”
Το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε σε εμάς τους ίδιους,στους ανθρώπους μας και στην κοινωνία γενικότερα,είναι να είμαστε η φωτεινότερη εκδοχή του εαυτού μας & να τιμάμε την μοναδικότητά μας..!Και να μην ξεχνάμε πως ακόμη και τα μπουμπούκια είναι λουλούδια που θέλουν απλά το χρόνο τους.

Πηγή

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

«Ήμουν εγώ που σε μετέφερα στην αγκαλιά μου»

Μια νύχτα, κάποιος άνδρας, είδε ένα όνειρο.
 Ονειρεύτηκε, ότι περπατούσε με το Χριστό σε μία όμορφη παραλία. Μπροστά του, ψηλά στον ουρανό σαν σε οθόνη κινηματογράφου, έβλεπε σκηνές από τη ζωή του ενώ κοιτάζοντας πίσω στην αμμουδιά, έβλεπε το ζευγάρι από τα ίχνη που άφηναν οι πατημασιές τους στην υγρή άμμο. 
Ωστόσο σε κάποια σημεία της άμμου υπήρχαν μόνο οι δικές του πατημασιές. 
Παρατήρησε μάλιστα ότι αυτό συνέβαινε όταν στην οθόνη του ουρανού προβάλλονταν οι πιο δύσκολες στιγμές της ζωής του... 
Αυτό τον παραξένεψε ιδιαίτερα, καθώς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο Χριστός τον εγκατέλειπε σε αυτές τις στιγμές της δοκιμασίας... 
Ρώτησε τον Κύριο για αυτό λέγοντας…
 Κύριε, υποσχέθηκες πως αν αφιέρωνα τη ζωή μου σ’ Εσένα, ποτέ δεν θα με εγκατέλειπες. Πού ήσουν όταν σε χρειαζόμουν περισσότερο, πάνω στο μονοπάτι της ζωής μου;
 Και ο Κύριος απάντησε… 
Παιδί μου, ποτέ δε σε εγκατέλειψα.
 Όταν έβλεπες ένα ζεύγος πατημασιών στην άμμο, ήμουν εγώ που σε μετέφερα στην αγκαλιά μου... 

Το κείμενο με διαφορετικό τίτλο έχει αντληθεί από την παρακάτω πηγή: http://users.sch.gr/aiasgr/Ihsous_Xristos/Istories_tou_Ihsou/Istories_tou_Ihsou_Xristou_01.htm

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Οι έξι τυφλοί (λαϊκή ινδική αφήγηση )

Σε ένα χωριό της Ινδίας ζούσαν ένας τυφλός μαχαραγιά και πέντε σοφοί άνθρωποι, επίσης τυφλοί. Οι συγχωριανοί τους τους σέβονταν και τους βοηθούσαν. Επειδή ήταν τυφλοί και δεν μπορούσαν να δουν με τα μάτια τους τον κόσμο, χρησιμοποιούσαν όλες τις άλλες αισθήσεις τους και κυρίως τη φαντασία τους. Επίσης χρησιμοποιούσαν τα μάτια των άλλων, γι’ αυτό άκουγαν προσεκτικά τις ιστορίες που τους έλεγαν. Άκουγαν και όσους είχαν ταξιδέψει σε μακρινές χώρες.
 Έτσι μπορούσαν να γνωρίσουν τον κόσμο και τη ζωή έξω από τον τόπο τους. Οι πέντε σοφοί άκουγαν με ενδιαφέρον όλες τις ιστορίες, αλλά κυρίως εκείνες που αφορούσαν ελέφαντες.
 Ο πρώτος τυφλός φανταζόταν τον ελέφαντα σαν έναν τεράστιο βράχο.  Ο δεύτερος τον φανταζόταν σαν έναν τεράστιο κορμό δέντρου, ο τρίτος πίστευε ότι μοιάζει με μεγάλο φίδι, ο τέταρτος με ιπτάμενο χαλί και ο πέμπτος με χοντρό σωλήνα. 
Μια μέρα ένας ελέφαντας μπήκε με βήμα βαρύ στο χωριό και στάθηκε στην πλατεία. Όλοι έτρεξαν να δουν αυτό το τεράστιο και θορυβώδες πλάσμα φωνάζοντας: «Ένας ελέφαντας! Ένας ελέφαντας!». 
Ο μαχαραγιάς, μαζί με τους πέντε τυφλούς σοφούς, έφτασε στην πλατεία και ζήτησε να του τον περιγράψουν.
 Οι τυφλοί προχώρησαν για να δουν με τα μάτια της αφής το πλάσμα για το οποίο συζητούσαν και σκέφτονταν τόσο καιρό, και άρχισαν να το αγγίζουν. Ο πρώτος ψηλάφισε την πλευρά του τεράστιου ζώου. «Ο ελέφαντας είναι ένας πολύ ψηλός βράχος με σκληρή επιφάνεια!», δήλωσε. Ο δεύτερος άντρας άγγιξε τα πόδια του ελέφαντα. «Είναι όπως τον φανταζόμουν, ένας τεράστιος κορμός δέντρου!», αναφώνησε. Ο τρίτος έπιασε την ουρά του. «Ο ελέφαντας είναι ένα τεράστιο φίδι», είπε. Ο τέταρτος τυφλός έπιασε το τεράστιο αυτί του ελέφαντα. «Πιστεύω ότι ο ελέφαντας είναι ένα μαγικό χαλί που μπορεί να πετάξει πάνω από τα βουνά και τα δάση!», δήλωσε ικανοποιημένος. Ο πέμπτος, που κατά σύμπτωση έπιασε την προβοσκίδα, απέρριψε όλα όσα είπαν οι προηγούμενοι και υποστήριξε ότι όλοι έκαναν λάθος και ότι στην πραγματικότητα ήταν ένας μεγάλος ελαστικός σωλήνας.
 Ο μαχαραγιάς, που δεν μπορούσε να βγάλει άκρη, άκουσε έναν πιτσιρίκο να λέει: «Την αλήθεια θα τη βρεις, αν τη θέση σου αλλάξεις!». Τότε οι πέντε τυφλοί άλλαξαν θέσεις. 
Και τότε άρχισαν να μην είναι τόσο σίγουροι και να προβληματίζονται, ώσπου κατάλαβαν… «Ο καθένας μας είχε ακουμπήσει μόνο ένα μέρος του ζώου και είδε αυτό που ήθελε να δει», είπε ο ένας. «Ο καθένας αναγνώρισε αυτό που σκεφτόταν από πριν», είπε ο άλλος. «Για να μάθουμε ποια είναι η αλήθεια, θα πρέπει να συνδέσουμε όλα τα κομμάτια», είπε ο τρίτος, κι έτσι συνέχισαν να συζητούν στο δρόμο για το σπίτι.
 Ο μαχαραγιάς χαμογέλασε ευχαριστημένος, γιατί αναγνώρισε για άλλη μια φορά πόσο σοφοί ήταν οι πέντε τυφλοί που συνειδητοποίησαν ότι, για να καταλάβουν την αλήθεια για τον ελέφαντα, έπρεπε να δουν τόσο με τα δικά τους μάτια όσο και με τα μάτια του άλλου.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Ο βασιλιάς και οι τέσσερις γυναίκες

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πλούσιος Βασιλιάς που είχε τέσσερις γυναίκες.

Αγαπούσε την τέταρτη γυναίκα όσο ήταν δυνατόν περισσότερο και την καλλώπιζε με πλούσια επίσημα ενδύματα και της προσέφερε τα καλύτερα φαγητά. Της έδινε τα καλύτερα.

Επίσης αγαπούσε την τρίτη γυναίκα πάρα πολύ και πάντα την επεδείκνυε στα γειτονικά βασίλεια. Παρόλα αυτά φοβόταν ότι μια μέρα θα τον άφηνε για κάποιον άλλον.

Επίσης αγαπούσε την δεύτερη γυναίκα. Ήταν η έμπιστη του και ήταν πάντα ευγενική, προσεκτική και υπομονετική με αυτόν. Κάθε φορά που ο Βασιλιάς αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα, μπορούσε να την
εμπιστευτεί και αυτή θα τον βοηθούσε στις δύσκολες στιγμές.

Η πρώτη γυναίκα του Βασιλιά ήταν πολύ αφοσιωμένη σύντροφος και είχε μεγάλη συνεισφορά στην διατήρηση του πλούτου και του βασιλείου. Παρόλα αυτά δεν έδειχνε ότι αγαπούσε την πρώτη γυναίκα, αν
και την αγαπούσε βαθιά, σπάνια έδειχνε ενδιαφέρον για αυτήν!

Μια μέρα, ο Βασιλιάς έπεσε άρρωστος και ήξερε ότι ο χρόνος του ήταν λίγος. Σκέφτηκε την πλούσια ζωή που πέρασε και αναρωτήθηκε «Τώρα έχω τέσσερις γυναίκες μαζί μου, αλλά όταν πεθάνω θα είμαι
τελείως μόνος».

Έτσι, ρώτησε την τέταρτη γυναίκα: «Σε έχω αγαπήσει όσο το δυνατόν περισσότερο, σου χάρισα τα καλύτερα ρούχα και έδειξα μεγάλο ενδιαφέρον για εσένα. Τώρα πεθαίνω. Θα με ακολουθήσεις να μου
κάνεις παρέα;».

«Σε καμία περίπτωση». Απάντησε η τέταρτη σύζυγος και απομακρύνθηκε χωρίς να πει τίποτα άλλο».

Η απάντησή της σαν ρομφαία διαπέρασε την καρδιά του. Ο λυπημένος Βασιλιάς ρώτησε την τρίτη γυναίκα. «Η ζωή είναι τόσο ωραία. Τώρα πεθαίνω. Θα με ακολουθήσεις να μου κάνεις παρέα;»

«Όχι!» απάντησε η τρίτη σύζυγος. «Η ζωή είναι τόσο ωραία! Όταν πεθάνεις, θα ξαναπαντρευτώ!» Η καρδιά του έσβησε και έγινε κρύα.

Έτσι μετά ρώτησε την δεύτερη σύζυγό του «Πάντα σε βοηθούσα και εσύ πάντα ήσουν εκεί για εμένα. Τώρα πεθαίνω. Θα με ακολουθήσεις να μου κάνεις παρέα;»

«Συγγνώμη, δεν μπορώ να σε βοηθήσω αυτή την ώρα!», απάντησε η δεύτερη σύζυγος. «Το πολύ πολύ, μπορεί να σε στείλω στον τάφο». Η απάντησή της ήρθε σαν κεραυνός και ο Βασιλιάς ισοπεδώθηκε.


Τότε μια φωνή ακούγεται «Θα φύγω μαζί σου και θα σε ακολουθήσω όπου και αν πας».

Ο Βασιλιάς κοίταξε επάνω και ήταν η πρώτη του σύζυγος. Ήταν τόσο σκελετωμένη σαν να υπέφερε από υποσιτισμό και παραμέληση. Ο Βασιλιάς είπε «Θα ενδιαφερόμουν για σένα όταν είχα την ευκαιρία!».

Πραγματικά, όλοι έχουμε τέσσερις γυναίκες στη ζωή μας.

Η τέταρτη είναι το σώμα μας. Ανεξάρτητα από πόσο χρόνο και προσπάθεια καταβάλουμε στο να φαίνεται ωραίο, θα μας αφήσει όταν πεθάνουμε.

Η τρίτη μας γυναίκα είναι η περιουσία, η κοινωνική υπόσταση και ο πλούτος. Όταν πεθαίνουμε όλα θα πάνε σε άλλους.

Η δεύτερη γυναίκα είναι η οικογένεια και οι φίλοι μας. Ανεξάρτητα πόσο χρόνο είμαστε μαζί τους, το πιο πολύ που μπορεί να κάνουν είναι να σταθούν πάνω από τον τάφο μας.

Και η πρώτη μας γυναίκα είναι η ψυχή μας. Συχνά παραμελημένη στο κυνήγι του πλούτου, της δύναμης και των χαρών του κόσμου.

Παρόλα αυτά, η ψυχή μας είναι το μόνο πράγμα που θα μας ακολουθήσει όπου και αν πάμε.

Έτσι, καλλιεργήστε την. Δυναμώστε την και φερθείτε της με τρυφερότητα, γιατί είναι το μόνο μέρος του σώματός μας που θα μας ακολουθήσει στον θρόνο του Θεού και θα συνεχίσει μαζί μας στην αιωνιότητα
και στην επόμενη ζωή μας.

Όταν ο κόσμος πιέζει τα γόνατά σου... είσαι στην κατάλληλη στάση για προσευχή…

Πηγή: vatopaidi.wordpress.com

Ο φόβος του θανάτου




Ήταν μια φορά ένας άνθρωπος που φοβόταν πάρα πολύ τις ασθένειες και, προπαντός, έτρεμε τη μέρα που θα ερχόταν ο θάνατος. Μια μέρα, μέσα σε τόσες παλαβές ιδέες, σκέφτηκε ότι μπορεί και να ήταν ήδη νεκρός. Τότε, ρώτησε τη γυναίκα του: «Για πες μου γυναίκα. Μήπως είμαι πεθαμένος;» Εκείνη γέλασε και του είπε να πιάσει τα χέρια και τα πόδια του. «Βλέπεις; Είναι ζεστά! Άρα, είσαι ζωντανός. Αν ήσουν πεθαμένος, τα χέρια και τα πόδια σου θα ήταν παγωμένα. Του φάνηκε πολύ λογική η απάντηση αυτή και ηρέμησε. 
Λίγες βδομάδες αργότερα, μια μέρα που χιόνιζε, πήγε να κόψει ξύλα στο δάσος. Οταν έφτασε, έβγαλε τα γάντια του κι άρχισε να κόβει κορμούς με το τσεκούρι του. Χωρίς να το σκεφτεί, αφηρημένα πέρασε το χέρι του από το μέτωπο και το αισθάνθηκε παγωμένο. Θυμήθηκε τι του είχε πει η γυναίκα του, έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες και διαπίστωσε με φρίκη ότι και τα πόδια του ήταν παγωμένα. Τότε δεν του έμεινε πια καμία αμφιβολία. «Κατάλαβε» ότι ήταν νεκρός. «Δεν είναι σωστό ένας πεθαμένος να γυρίζει στο δάσος και να κόβει ξύλα» είπε. Έτσι, παράτησε το τσεκούρι κοντά στο μουλάρι του και ξάπλωσε στο παγωμένο χώμα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος του και τα μάτια του κλειστά. 
Λίγο μετά που πλάγιασε, ένα κοπάδι σκυλιά πλησίασε το δισάκι του όπου είχε τρόφιμα. Καθώς κανένας δεν τα εμπόδισε, έφαγαν ό,τι βρήκαν μέσα. Ο άνθρωπος τότε σκέφτηκε: «Τυχερά είναι που είμαι πεθαμένος. Αλλιώς, θα τα άρχιζα στις κλοτσιές και θα τους έδειχνα». Το κοπάδι συνέχισε να οσμίζεται τον αέρα και ανακάλυψε ένα μουλάρι δεμένο σ' ένα δέντρο. Εύκολη λεία για τα κοφτερά δόντια των άγριων σκυλιών. Το μουλάρι γκάριζε και κλοτσούσε και ο άνθρωπος σκεφτόταν πόσο θα ήθελε να το υπερασπιστεί αν δεν ήταν πεθαμένος. Σε λίγα λεπτά τα σκυλιά είχαν ξεπαστρέψει το μουλάρι και μόνο λίγα είχαν μείνει να ροκανίζουν τα κόκαλα. Το άγριο κοπάδι, αχόρταγο, συνέχισε να τριγυρίζει εκεί γύρω. Δεν πέρασε πολλή ώρα ώσπου ένα σκυλί αντιλήφθηκε τη μυρωδιά του ανθρώπου. Κοίταξε και βρήκε τον ξυλοκόπο πλαγιασμένο ακίνητο στο έδαφος. Πλησίασε αργά, πολύ αργά, γιατί για το σκυλί οι άνθρωποι ήταν επικίνδυνα και ύπουλα πλάσματα. Σε λίγα λεπτά, όλα τα σκυλιά είχαν κυκλώσει τον άνθρωπο με τα σάλια τους να τρέχουν. «Τώρα θα με φάνε» σκέφτηκε ο άντρας. «Αν δεν ήμουν πεθαμένος, θα έβλεπαν.» Τα σκυλιά πλησίασαν...και βλέποντας τον ακίνητο, τον έφαγαν. 

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Τα μπισκότα και ο χρόνος που δεν γυρίζει πίσω...

Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα.
Κάθισε σε μια πολυθρόνα, στην αίθουσα VIP του αερολιμένα, για να διαβάσει με ησυχία. Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα, άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.
Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα.  Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε:
“Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε!”
Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα.
Αυτό την εξαγρίωνε αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή.
Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο, σκέφτηκε:
“Ααα… Τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα;
Τότε, ο άνδρας, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό. Ααα! Αυτό ήταν πάρα πολύ..  Ήταν πολύ πάρα πολύ θυμωμένη τώρα!
Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματά της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης. Όταν κάθισε στο κάθισμά της, μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και, προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!
Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη!! Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος
Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της.
Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μ’ αυτήν, χωρίς κανένα συναίσθημα θυμού ή πίκρας.
… ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μ’ αυτόν.  Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει… ούτε να ζητήσει συγγνώμη..
Υπάρχουν 4 πράγματα που δεν μπορείτε να ανακτήσετε:
Η πέτρα…               … αφού ριχθεί!
Η λέξη……              … αφού ειπωθεί!
Η ευκαιρία…          … αφού χαθεί!
Ο χρόνος…           … αφού περάσει!

Πηγή/Αναδημοσίευση: http://antikleidi.wordpress.com/2011/08/29/cookiestime/

«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση;»

Κάποτε ένας μαθητής ρώτησε τον δάσκαλο του:
«Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον Παράδεισο και στην Κόλαση;»
Ο δάσκαλος του απάντησε: «Πολύ μικρή, ωστόσο έχει μεγάλες
συνέπειες. Έλα θα σου δείξω την Κόλαση»... Μπήκαν σε ένα
δωμάτιο, όπου μια ομάδα ανθρώπων κάθοταν γύρω από
μια τεράστια χύτρα γεμάτη ρύζι. Όλοι όμως έμοιαζαν
απελπιστικά πεινασμένοι.Ο καθένας είχε από ένα παράξενο
κουτάλι που το κρατούσε από την άκρη με προσοχή κι έφτανε ως
τη χύτρα, κάθε κουτάλι, όμως, είχε τόσο μακρύ χερούλι που
δεν μπορούσαν να το φέρουν στο στόμα του. Η πείνα και η
ταλαιπωρία ήταν φοβερή.
-«Έλα» είπε μετά ο δάσκαλος. «Τώρα θα σε πάω στον
Παράδεισο». Μπήκαν σε ένα άλλο δωμάτιο, πανομοιότυπο με το
πρώτο, υπήρχε η ίδια χύτρα ρυζιού, οι ίδιοι ανθρώπων και τα
ίδια περίεργα κουτάλια. Εκεί όμως όλοι έμοιαζαν πραγματικά
ευτυχισμένοι.
-«Δεν καταλαβαίνω» είπε ο μαθητής. «Γιατί εδώ είναι όλοι
ευτυχισμένοι, ενώ στο άλλο δωμάτιο είναι τόσο δυστυχισμένοι,
τη στιγμή που όλα είναι ίδια και πανομοιότυπα;»
Ο δάσκαλος χαμογέλασε και απάντησε: «Εδώ έμαθαν να ταΐζουν ο
ένας τον άλλον».
Αρχαίος Κινέζικος μύθος
 
 

Δεν υπάρχει καμία Κόλαση....

"Κάποτε σ' ένα χωριό ζούσαν δυο χωριανοι, που ήταν και πολύ φίλοι. Πάνω στην κουβέντα μια φορά, είπαν και συμφώνησαν, όταν πεθάνουν, να προσπαθήσουν, απ' όπου κι αν βρίσκονταν, να ανταμώσουν.

Πέθαναν κάποτε ο ένας μετά τον άλλον, κι ό ένας βρέθηκε στην Κόλαση, κ ό άλλος στον Παράδεισο. Και σ' ένα Ψυχοσάββατο, έτυχε να τους κάνουν και τους δύο μνημόσυνο την ίδια μέρα. Έχουν να πουν πως, όταν γίνονται μνημόσυνα, οι ψυχές αλαφρώνουν τόσο πολύ, που βγαίνουν απ' όπου κι αν βρίσκονται, κι ανταμώνουν με όποιους φίλους είχαν στη ζωή. Έτσι αντάμωσαν και οι δυό φίλοι καθώς βγήκαν ό ένας απ' τον Παράδεισο, κι ο άλλος απ' την Κόλαση.

- Πώς περνάτε εκεί στην Κόλαση; ρωτάει τον φίλο του αυτός, που ήταν στον παράδεισο.

- Πολύ άσχημα.. Ολημερίς κι ολονυχτίς τρωγόμαστε και βριζόμαστε.

- Και τί διαφορές έχετε τώρα;

- Να, ο καθένας μας πιστεύει ότι είναι καλός, και ότι όλοι οι άλλοι είναι κακοί.

- Και ο Θεός ποιά θέση παίρνει; ξαναρωτάει ο πρώτος.

- Ο Θεός μας συγχωρεί όλους, και λέει πως είμαστε καλοί, ανοίγει μάλιστα και την πόρτα της Κόλασης, για να βγούμε έξω...

- Κι εσείς τί κάνετε; ρωτάει με πολλή απορία ο πρώτος.

- Εμείς βαστάμε την πόρτα, να μη βγει κανένας έξω, γιατί δεν αντέχουμε την κοροϊδία να γλιτώνουν οι κακοί την Κόλαση..

- Κοίταξε φίλε μου πόσο μοιάζουμε με σας ... λέει τότε ο πρώτος. Μόνο που εμείς πιστεύουμε ο καθένας μας ότι ο ίδιος είναι κακός και ότι όλοι οι άλλοι είναι καλοί.. Κι ο Θεός μας λέει το ίδιο, όπως και σε σας: πως όλοι είμαστε καλοί! και χαιρόμαστε όλοι...

- Και με την πόρτα τί κάνετε; ξαναρωτάει ο δέυτερος.

- Εμείς βαστάμε την πόρτα ανοιχτή, για να μπαίνουν οι φουκαράδες, που βασανίστηκαν στον απάνω κόσμο.

- Κι άν μπει και κανένας κακός;... ρωτάει ο δεύτερος.

- Έ, και τί μας νοιάζει;! Μήπως κι εμείς δεν είμαστε κακοί; απαντάει ο πρώτος.

- Κοίταξε φίλε μου, λέει τότε αναστενάζοντας ο δεύτερος, πόσο χαζός ήμουνα. Δεν μου κοψε καθόλου να έρθω κι εγώ στον παράδεισο!... Και πώς βρέθηκα στην Κόλαση δεν το κατάλαβα..

- Δεν το κατάλαβες, του λέει τότε ο πρώτος, γιατί δεν υπάρχει καμία Κόλαση.. Έτσι λένε τον τόπο σας, για να του δώσουν ένα όνομα..

- Και τότε τί είναι;;!

- Είναι ο μαζωμός αυτών, που δεν πιστέυουν στο Θεό. Κι επειδή έχετε κακία ο ένας στον άλλον, γι' αυτό κάνετε τον τόπο σας Κόλαση...

Και μ' αυτά, τελείωσε το Ψυχοσάββατο, και γύρισαν οι δυο φίλοι ο καθένας στον τόπο του..."

(απ' το βιβλίο του Κωσταντίνου Γανωτή: "Αποκλειστικά για Γονείς", Εκδ. Αρχορνταρίκι)
Αναδημοσίευση από: http://synodoiporia.blogspot.com/2012/04/blog-post_6807.html

Ένας Άγιος σε λάθος μέρος

«Πως μπορούν κάποιοι να βρίσκουν λύση πολύ εύκολα στα πιο περίπλοκα προβλήματα, ενώ άλλοι πανικοβάλλονται όταν έχουν να αντιμετωπίσουν ένα μικρό πρόβλημα και πνίγονται σε μία κουταλιά νερό;» ρώτησα.
Ο Ramesh απάντησε με τη διήγηση της ακόλουθης ιστορίας:
«Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος που η ψυχή ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατ “ευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν. Και πράγματι εκεί πήγε.
Εκείνο τον καιρό, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της. Δεν βρήκε το όνομα αυτού του ανθρώπου, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση.
Στην κόλαση κανείς δεν ελέγχει ποιος εισέρχεται. Ο άνδρας εισήλθε και παρέμεινε στην Κόλαση …
Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος εισέβαλε από τις πύλες του Παραδείσου, για να ζητήσει εξηγήσεις από τον Άγιο Πέτρο.
«Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο!» είπε.
Ο Άγιος Πέτρος ρώτησε τον Εωσφόρο γιατί ήταν τόσο θυμωμένος, και ο οργισμένος Εωσφόρος του απάντησε:
«Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη. Η κατάσταση άλλαξε στην Κόλαση. Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται για τον άλλον. Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι ! Πάρτε τον πίσω στον παράδεισο! »
Όταν τελείωσε ο Ramesh την ιστορία, με κοίταξε και μου είπε:
«Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν σε στείλουν κατά λάθος στην κόλαση, ο ίδιος ο διάβολος να σε επιστρέψει στον Παράδεισο».


Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Εσύ.....θα το έκανες?????

Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς απο όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.


Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση.
"Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται απο εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.
Αλλά ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;"

Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.
Ο πατέρας συνέχισε:

"Όταν ένα παιδί σαν τον Shay, που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί."

Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της:

"Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω απο ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.
Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;"
Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.
Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.
Πλησίασα λοιπόν ένα απο τα παιδιά και το ρώτησα, χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.
Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει".
Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.
Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.

Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.
Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.
Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.
Το χαμόγελό του ήταν απο το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα από την εξέδρα.

Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.
Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω απο την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.

Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.
Για μεγάλη μου έκπληξη, ...τον άφησαν!

Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.
Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.
Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.

Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.
Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.

Το παιχνίδι, τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.
Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω απο το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω απο το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι απο τους άλλους συμπαίκτες του.

Όλοι στις εξέδρες, και απο τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε..."
Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα απο χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...

Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε.."
Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.
Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.
Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, πρός τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.

Ο Shay έτρεξε πρός την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας του
έτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.
Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!"

Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "απο δώ, απο δώ Shay.."
Καθώς ο Shay πέρασε απο την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα.."
Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.

Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και απο τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.

Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ πως ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και τη χαρά που έδωσε στη μητέρα του, που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι."


( Μου το στείλανε στο mail, δεν έχω πηγη)

Η πετρόσουπα



(ένα παραμύθι των αδερφών Γκριμ σε διασκευή της Άλκηστις Βασιλάκου και της Μάρας Καλαντζή)

Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριουδάκι, πολύ μακριά από δω, μεγάλη συμφορά βρήκε τους κατοίκους. Εξαφανίστηκαν όλα τα ψάρια της θάλασσας και οι άνθρωποι δεν είχαν να φάνε. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει που πήγαν τόσα ψάρια. Οι ψαράδες του χωριού τα είχαν βάψει μαύρα που γύρναγαν στο σπιτικό τους κάθε βράδυ με άδεια χέρια! Οι κάτοικοι είχαν απελπιστεί και… πεινούσαν.

Μαζεύονταν κάθε μεσημέρι στην πλατεία του χωριού, γυναικόπαιδα και ψαράδες και έκλαιγαν την μοίρα τους:
 «Και τι θα κάνω τώρα; Που θα βρω φαγητό να θρέψω την οικογένειά μου;» 
μονολογούσε ο μπάρμπα Στάθης κοιτώντας την άδεια θάλασσα.
 « Άι βάι.. Το παιδί είναι νηστικό 2 μέρες.. Θα αρρωστήσει!»
 έλεγε με αναφιλητά η κυρά Τασούλα στον γιατρό του χωριού, που από την πείνα είχε αρχίσει να μασουλάει λαίμαργα τα νύχια του.
 «Δεν υπάρχει λύση! Να πάμε όλοι να πνιγούμε λέω εγώ»
 είπε και ο κυρ Χρήστος, που όλοι τον λέγανε γρουσούζη στο χωριό και δεν αναρωτιέμαι γιατί… Αυτό γινόταν μια ολόκληρη εβδομάδα! Μαζεύονταν στην πλατεία όλοι και κλαίγανε…

Ώσπου μια μέρα ένας παμπόνηρος μάγειρας που τριγυρνούσε από δω και από κει ψάχνοντας κάτι να φάει, έφτασε στο χωριό, κάθισε στη πλατεία κάτω από ένα θεόρατο πλάτανο και χάζευε τους χωριανούς. Ήταν όλοι απλοί άνθρωποι, φτωχικοί , με ρουφηγμένα μάγουλα , φαίνονταν αδύνατοι σαν ακρίδες. Τους άκουγε να τσακώνονται και να παραπονιούνται πως δεν είχαν φαγητό για να φάνε. Απογοητεύτηκε πολύ αφού κατάλαβε πως δεν θα ικανοποιούσε την πείνα του και ετοιμάστηκε να φύγει για το επόμενο χωριό. Καθώς όμως έβλεπε εκεί δίπλα τα παιδιά να παίζουν πεντόβολα με τις πέτρες, του ήρθε μια τρομερή ιδέα: «Αυτό θα κάνω!», είπε δυνατά και ανεβαίνοντας σε ένα ψηλό πεζουλάκι άρχισε να φωνάζει:

«Καλοί μου χωριανοί, ξέρω πως εδώ και καιρό πείνα έχει πέσει στο θαλασσοχώρι σας. Όμως ως μάγειρας, ο καλύτερος όλων μάλιστα, σκέφτηκα μια συνταγή εύκολη με απλά υλικά που θα γεμίσει όλων μας την κοιλιά. Πρόκειται για μια πεντανόστιμη σούπα, λέγεται πετρόσουπα!!!»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του ο μυστήριος μάγειρας που εμφανίστηκε από το πουθενά και αμέσως ακούστηκε και ο κυρ Χρήστος να φωνάζει: «Τι πετρόσουπες μας τάζεις; Με πέτρες θα γεμίσουμε τις κοιλιές μας; Είσαι τρελός;»… « Δίκιο έχει ο κυρ Χρήστος. Για το όνομα του θεού. Οι πέτρες δεν τρώγονται!», είπε ο παπάς του χωριού που εκείνη την ώρα προσπαθούσε να ηρεμήσει ένα μικρό αγοράκι που κλαίγοντας μουρμούριζε πόσο πεινούσε.

«Μα καλά δεν λυπάστε τα καημένα τα παιδιά σας; Κάθεστε όλη μέρα εδώ και παραπονιέστε χωρίς να κάνετε τίποτα; Τι έχετε να χάσετε αν δοκιμάσετε την συνταγή μου;» είπε ο μάγειρας και αμέσως έβαλε μια τεράστια κατσαρόλα στη φωτιά. Την γέμισε μέχρι την μέση με νερό και περίμενε να βράσει. Περίμενε και περίμενε… Λέγοντας «Τι ωραία που θα γινόταν η πετρόσουπα αν είχαμε λίγο λάδι»…

Πετάγεται τότε η κυρα Τασούλα και φέρνει μια κούπα λάδι που είχε απομείνει στο σπίτι. Ρίχνοντας το μέσα στη σούπα ο παμπόνηρος μάγειρας λέει: «Αχ να είχαμε μερικά καρότα να νοστίμιζε η σούπα μας!». «Α! έχω ένα καρότο στο σπίτι» ακούστηκε μια φωνή. «Α! και εγώ έχω μερικά!» ακούστηκε μια άλλη. «Τραβάω να τα φέρω…»

Καθώς έριχνε και τα καρότα μέσα στην κατσαρόλα, λέει δυνατά: « Πω πω, αν είχαμε μερικές πατάτες και κρεμμυδάκια, αλάτι και πιπέρι, η πετρόσουπα θα γινόταν ακόμα καλύτερη!» Τότε, πρώτος-πρώτος ο κυρ Χρήστος πήγε και έφερε μια μεζούρα αλάτι που είχε φυλαγμένη στο σπίτι και μετά ακολούθησαν κι άλλοι συγχωριανοί φέρνοντας ότι είχε απομείνει από πατάτες, κρεμμύδια και πιπέρι.

Ο μάγειρας με ένα πονηρό χαμόγελο άρχισε να ανακατεύει δυνατά τη σούπα, ενώ όλοι καθισμένοι στα τραπέζια περίμεναν να δοκιμάσουν την συνταγή. Το φαγοπότι ξεκίνησε και ενθουσιασμένοι όλοι από τη γεύση γέμιζαν και ξαναγέμιζαν τα πιάτα τους δίχως στιγμή να σκεφτούν ότι η πεντανόστιμη πετρόσουπα είχε γίνει χωρίς πέτρες. Την επόμενη μέρα ο παμπόνηρος μάγειρας με γεμάτη την κοιλιά και τη συνταγή της πετρόσουπας στη τσέπη του, τράβηξε για το επόμενο χωριό.

Αναδημοσίευση:http://mithoperipatites.wordpress.com

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Γίνε λίμνη...


Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας σοφός γέροντας δάσκαλος.
Είχε βαρεθεί να ακούει τον μαθητή του να παραπονιέται συνεχώς έτσι μια μέρα αποφάσισε να τον στείλει να του φέρει λίγο αλάτι.
Όταν εκείνος γύρισε πίσω, ο δάσκαλός του είπε να ρίξει μια γερή δόση σε ένα ποτήρι και μετά να το πιεί.
«Τι γεύση έχει;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Πικρή» είπε ο μαθητής.
Τότε ο δάσκαλος είπε στο νεαρό να πάρει άλλη μια χούφτα αλάτι και μετά να το ρίξει στην κοντινότερη λίμνη. Ο μαθητής έκανε ότι του είπε. Έπειτα ο δάσκαλος του είπε να το δοκιμάσει πίνοντας από το νερό της λίμνης και τον ξαναρώτησε τι γεύση έχει.
«Γεύση φρεσκάδας» απάντησε ο μαθητής.
«Το αλάτι το ένοιωσες καθόλου;» ρώτησε ο δάσκαλος.
«Όχι» απάντησε ο νέος.
Στο σημείο αυτό ο δάσκαλος έπιασε τα χέρια του μαθητή και του είπε:
«Ο πόνος στη ζωή είναι καθαρό αλάτι.
Η ποσότητα του πόνου παραμένει η ίδια.
Όμως η ποσότητα της πίκρας που δοκιμάζουμε, εξαρτάται κάθε φορά από το δοχείο εκείνο μέσα στο οποίο βάζουμε τον πόνο.
Έτσι,
το μόνο πράγμα που έχεις να κάνεις όταν υποφέρεις
είναι να διευρύνεις την αίσθηση των πραγμάτων…
Πάψε να είσαι το ποτήρι.
Γίνε η λίμνη!»
Όλοι έχουμε την τάση να πιστεύουμε ότι ο δικός μας πόνος πονάει πιο πολύ. Κι όταν πονάμε γινόμαστε ακόμα περισσότερο το κέντρο του κόσμου. Ο εγωισμός αυξάνεται πόσο μάλλον όταν είναι και δικαιολογημένος… Αυτό και μόνο του επιτρέπει να βγει έξω να διαδηλώσει με σημαίες και με ταμπούρλα….
Και ποιο το αποτέλεσμα;
Ο πόνος αυξάνεται διότι ως γνωστόν σε ότι εστιαζόμαστε δε συρρικνώνεται αλλά μεγεθύνεται. Όσο μικρότερο το ποτήρι, τόσο μεγαλύτερος ο πόνος. Όσο πιο κοντινή η απόσταση απ’ όπου τον βιώνουμε, τόσο πιο απέραντος μοιάζει.
Αν όμως βυθίσουμε τον πόνο μας στη απύθμενη λίμνη του πανανθρώπινου πόνου και μετά κοιτάξουμε τη λίμνη από το απέναντι βουνό θα συνεχίσει να έχει την ίδια ένταση, την ίδια σημαντικότητα και το ίδιο βάθος;
Μια δοκιμή θα μας πείσει.


Read more: http://enallaktikidrasi.com/2013/09/gine-limni/#ixzz2j8grOckJ

Το κομμάτι της αλήθειας....

Το κομμάτι της αλήθειας.
Μια φορά κι έναν καιρό, ο Αρχιδιάβολος περπατούσε συνοδευόμενος από έναν δαίμονα.
Καθώς περπατούσαν λοιπόν και κατάστρωναν δολοπλοκίες και κάθε είδους πονηρά σχέδια, κάποια στιγμή παρατήρησαν έναν άντρα να περπατάει στην αμμουδιά μια υπέροχης παραλίας.
Κάτι σε αυτόν τον άντρα τράβηξε προς στιγμήν την προσοχή του δαίμονα ο οποίος σκούντηξε τον Αρχιδιάβολο και του έδειξε προς την κατεύθυνση που ήταν ο άνθρωπος αυτός.
Ο άντρας περπατούσε διαλογιζόμενος και ήταν απορροφημένος από την ομορφιά του περιβάλλοντός του.
Καθώς περπατούσε όμως, κάποια στιγμή κοντοστάθηκε και κοίταξε κάτω στην αμμουδιά.
Ο Αρχιδιάβολος και ο δαίμονας παρακολουθούσαν με περιέργεια τον άντρα και ο δαίμονας αποφάσισε να τον πλησιάσει λίγο για να δει τι είχε βρει στην αμμουδιά.
Ο άντρας λοιπόν είδε κάτι να λαμπυρίζει κάτω στα πόδια του, έσκυψε και το πήρε στα χέρια του.
Μόλις το αντίκρισε, ένα χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του και γεμάτος ευγνωμοσύνη, ύψωσε τα χέρια του στον αέρα.
Ο δαίμονας, έντρομος έτρεξε στον Αρχιδιάβολο και του είπε “Αυτός ο άνθρωπος βρήκε ένα κομμάτι αλήθειας!”
Ο Αρχιδιάβολος, φανερά αδιάφορος όμως, γύρισε από την άλλη και συνέχισε τον δρόμο του.
Τότε ο δαίμονας, μην κατανοώντας την στάση του αυτή έτρεξε πάλι κοντά του και του είπε απεγνωσμένα “Μα δεν καταλαβαίνεις; Ο άνθρωπος αυτός βρήκε ένα κομμάτι αλήθειας. Δεν θα κάνεις κάτι;”
“Όχι, δεν χρειάζεται να κάνω τίποτα, γιατί κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκει μια αλήθεια, τότε δημιουργεί μια θρησκεία” αποκρίθηκε ο Αρχιδιάβολος αδιάφορος και συνέχισε την πορεία του.


 http://enallaktikidrasi.com/2013/05/to-kommati-tis-alitheias/#ixzz2jCTACpk9

Η μετρίως έξυπνη μύγα

Μια μεγάλη αράχνη στο παλιό σπίτι έφτιαξε έναν ιστό ωραιότατο, για να πιάνει μύγες. Κάθε φορά που μια μύγα ακουμπούσε στον ιστό και παγιδευότανε πάνω του, η αράχνη την καταβρόχθιζε, έτσι ώστε, όταν θα πέρναγε καμιά άλλη μύγα, να νομίζει πως ο ιστός ήταν ένα μέρος ασφαλές και ήσυχο, να ξεκουραστεί.

Μια μέρα, μια μετρίως έξυπνη μύγα βούιζε γύρω και πάνω απ’ τον ιστό τόση πολλή ώρα χωρίς να προσγειώνεται, που η αράχνη παρουσιάστηκε και είπε «Έλα κάτω, μωρέ.»

Η μύγα όμως ήταν αρκετά έξυπνη για τα κιλά της αράχνης, κι είπε: «Ποτέ δεν προσγειώνομαι σε μέρη που δε βλέπω να υπάρχουν κι άλλες μύγες, και δε βλέπω καθόλου άλλες μύγες στο σπίτι σας.» Έτσι, πέταξε μακριά μέχρι που έφτασε σ’ ένα μέρος όπου υπήρχαν πάρα πολλές άλλες μύγες. Ετοιμαζότανε να εγκατασταθεί ανάμεσά τους όταν μια μέλισσα εμβουίστηκε κι είπε: «Στάσου, βλάκα, το χαρτί έχει κόλλα. Όλες αυτές οι μύγες είναι πιασμένες.»
«Μην είσαι ανόητη», είπε η μύγα, «απλώς χορεύουνε.»
Κατέβηκε, λοιπόν, κάτω και κόλλησε στη μυγοπαγίδα μ’ όλες τις άλλες μύγες.
Επιμύθιο: δεν υπάρχει ασφάλεια στους αριθμούς, ούτε σε οτιδήποτε άλλο.
James Thurber
Αντικλείδι , http://antikleidi.com/
Πηγή

Αναζητώντας ... την αλήθεια

Ένας άνθρωπος, σ’ όλη του τη ζωή έψαχνε την Αλήθεια και δεν μπορούσε να τη βρει. Πέρασε απ’ όλες τις χώρες του κόσμου, βρέθηκε στις χώρες του Βορρά, στις χώρες του Νότου και της Δύσης χωρίς αποτέλεσμα.
Πηγή εικόνας
Κάποια φορά που βρέθηκε σε μια μικρή χώρα της Ανατολής, ένοιωσε κουρασμένος και απελπισμένος και κάθισε κοντά στην είσοδο μιας σπηλιάς. Ξαφνικά, από το εσωτερικό της σπηλιάς ακούστηκε κάποιος θόρυβος σαν γρύλισμα. Ο άνθρωπος σηκώθηκε και πλησίασε την είσοδο με ένα ξίφος στο χέρι. Ξεχώρισε μια σκοτεινή μορφή που του φάνηκε ότι ανήκε σε γυναίκα. Μπήκε στη σπηλιά όπου βασίλευε φοβερή δυσοσμία. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε πράγματι μια γυναίκα, γριά και αποκρουστική, ρυτιδιασμένη, τριχωτή και βρωμερή.
Εκείνη, σήκωσε προς το μέρος του τα θολά μάτια της και τον ρώτησε, τι θέλει.
- Αναζητώ την Αλήθεια, απάντησε εκείνος.
- Τη βρήκες, του είπε η γριά.
- Εσύ είσαι η Αλήθεια;
- Ναι.
- Πώς μπορώ να είμαι σίγουρος;
Εκείνη του έδωσε αποδείξεις. Ήξερε τα πάντα για αυτόν, το όνομά του, την ηλικία του, τις περιπέτειές του. Ο άνθρωπος έμεινε αποσβολωμένος και απογοητευμένος, ρώτησε με αμηχανία:
- Είσαι τόσο άσχημη! Ποτέ δεν είχα συναντήσει τίποτα πιο τρομερό από ‘σένα. Όμως όλοι θέλουν να σε γνωρίσουν! Θα με ρωτήσουν! Πρέπει να τους πω κάτι! Τι να τους πω;
- Πες τους ψέματα, είπε η Αλήθεια, πες τους ότι είμαι νέα και ωραία, και όλοι θα σε πιστέψουν.

by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com


Η τρύπα στο πεζοδρόμιο - Χόρχε Μπουκάι

Αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από ένα ποίημα ενός μοναχού από το Θιβέτ, του Ριμποτσέ, που εγώ το ξαναέγραψα σύμφωνα με το δικό μου τρόπο αφήγησης, για να τονίσω κάποια παραπανίσια χαρακτηριστικά που έχουμε εμείς οι άνθρωποι.

Σηκώνομαι το πρωί. Βγαίνω από το σπίτι μου. Υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την επόμενη μέρα βγαίνω από το σπίτι μου, ξεχνάω ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο και ξαναπέφτω μέσα.

Την τρίτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ ότι υπάρχει μια τρύπα στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, δεν το θυμάμαι και πέφτω μέσα.

Την τέταρτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου προσπαθώντας να θυμηθώ την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Τη θυμάμαι και,παρόλα αυτά, δεν τη βλέπω και πέφτω μέσα.

Την πέμπτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Θυμάμαι ότι πρέπει να έχω στο νου μου την τρύπα στο πεζοδρόμιο και περπατάω κοιτάζοντας κάτω. Την βλέπω και, παρόλο που τη βλέπω, πέφτω μέσα.

Την έκτη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου.Θυμάμαι την τρύπα στο πεζοδρόμιο. Πηγαίνω ψάχνοντάς την με τα μάτια μου. Την βλέπω,προσπαθώ να πηδήξω από πάνω αλλά πέφτω μέσα.

Την έβδομη μέρα βγαίνω απ΄ το σπίτι μου. Βλέπω την τρύπα. Παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω με την άκρη των ποδιών μου ως την άλλη μεριά, αλλά όχι αρκετά μακριά και πέφτω μέσα.

Την όγδοη μέρα, βγαίνω απ΄ το σπίτι μου,βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω, φτάνω στην άλλη άκρη! Αισθάνομαι τόσο υπερήφανος που τα κατάφερα που χοροπηδάω από τη χαρά μου… Και, έτσι όπως χοροπηδάω, ξαναπέφτω μέσα.

Την ένατη μέρα, βγαίνω απ΄ το σπίτι μου, βλέπω την τρύπα, παίρνω φόρα, πηδάω και συνεχίζω το δρόμο μου.

Τη δέκατη μέρα, σήμερα μόλις, συνειδητοποιώ ότι είναι πιο βολικό να περπατάω… στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Χόρχε Μπουκάι


Ο λύκος, ο όσιος και τα γαϊδουράκια.

Στην περιοχή του Μγβίμε, όπου ασκήτευε ό Όσιος Σίω ό Σπηλαιώτης, τα θηρία, και κυρίως οι λύκοι, κατασπάραζαν συχνά τα ζώα των ανθρώπων, πού έφθαναν ως εκεί ζητώντας θεραπεία, αλλά και τα γαϊδουράκια, πού είχαν οι ασκητές, για να μεταφέρουν διάφορα φορτία. Ό Όσιος Σίω, βλέποντας τόσο τούς προσκυνητές όσο και τούς μοναχούς να θλίβονται για την απώλεια των υποζυγίων τους, προσευχήθηκε στον Κύριο, να οδηγήσει μπροστά του όλα τα άγρια ζώα πού ζούσαν στον Μγβίμε. Μόλις τελείωσε την παράκληση του και βγήκε από την σπηλιά του, αντίκρισε αναρίθμητα θηρία, μικρά και μεγάλα, να στέκονται εκεί, με σκυμμένα τα κεφάλια, σαν να περίμεναν κάποια εντολή του.

- Ακούστε τί θα σάς πω, άρχισε να τα νουθετεί ό Όσιος. Ό Χριστός γνωρίζει πώς ή καρδιά μου πονά για σάς. Αυτή ή έρημος όμως θα γεμίσει ανθρώπους, πού θα δοξολογούν τον Θεό, γι' αυτό πρέπει να πάτε σε άλλον τόπο. Μόνο ένα από σάς θα μείνει εδώ, για να βόσκει τα γαϊδουράκια των αδελφών. Έτσι θα εξιλεωθείτε για τις ζημιές πού κάνατε.

Σε λίγα λεπτά όλα τα θηρία είχαν εξαφανιστεί, εκτός από έναν λύκο, πού έμεινε ακίνητος μπροστά στον Όσιο, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
- Στον όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, είπε εκείνος, σε προστάζω από σήμερα να φυλάς τα υποζύγια των αδελφών. Κάθε πρωί θα τα οδηγείς στην βοσκή και κάθε βράδυ θα τα φέρνεις πίσω. Θα τρως ότι τρώμε κι εμείς. Ζώο ή άνθρωπο δεν θα πειράξεις. Εμπρός, δουλειά τώρα.

Από τότε ό λύκος, ημερωμένος και υποταγμένος στον Όσιο, έβοσκε τα γαϊδουράκια. Σάρκα δεν γεύθηκε ποτέ. Κάθε πρωί έτρωγε ψωμί μουσκεμένο σε νερό, το ίδιο και το βράδυ. Ύστερα πήγαινε στην φωλιά του -μια τρύπα σκαμμένη από τον Όσιο Σίω δίπλα στην σπηλιά του- όπου περνούσε την νύχτα. Πέρασαν έτσι έξι χρόνια. Μια μέρα ό λύκος έφερε πίσω τα ζώα νωρίτερα από την συνηθισμένη ώρα και άρχισε ν' αλυχτά παράξενα. Οι Πατέρες δεν άργησαν να διαπιστώσουν πώς έλειπε ένα γαϊδουράκι, πού ανήκε στον μοναχό Κόνωνα. Πιστεύοντας ακράδαντα πώς ό λύκος είχε φάει τον ζώο του, ό Κόνων έτρεξε στην σπηλιά του Οσίου.

- Γέροντα, εξαιτίας σου έχασα τον γάιδαρο μου, ξέσπασε θυμωμένος.

Ο πραότατος Σίω δεν ταράχθηκε από την άπρεπή συμπεριφορά του υποτακτικού του. Στο μεταξύ ό λύκος είχε πλησιάσει κοντά τους. Τούς κοιτούσε και κουνούσε την ουρά του, σαν να ήθελε κάτι να τούς πει. Βλέποντας όμως πώς δεν τον καταλάβαιναν, άρπαξε τον ραβδί του Κόνωνα με τα δόντια του κι άρχισε να τον τραβά επίμονα. Τον ακολούθησαν και σε λίγο βρέθηκαν επάνω από ένα βάραθρο. Έσκυψαν με προσοχή και είδαν στο βάθος του το γαϊδουράκι να κείτεται νεκρό μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ήταν φανερό ότι είχε τσακιστεί στον γκρεμό.

Ο Κόνων, μετανοημένος, ζήτησε με δάκρυα συγγνώμη από τον Γέροντα. Ύστερα από αυτό το γεγονός ό Όσιος είπε στον λύκο:
Αρκετά μάς υπηρέτησες. Σ' ευχαριστούμε για τούς κόπους σου. Πήγαινε πια να βρεις τούς συντρόφους σου. Τα γαϊδουράκια θα τα βόσκουν από δώ και πέρα οι αδελφοί.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...