Όχι απλώς η τέλεση ή η παράλειψη μιας πράξης, αλλά ο λόγος για τον οποίον κάποιος τελεί ή παραλείπει μια πράξη, η πρόθεση και προαίρεση,
Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ: 38-41
Από την αρχαιότητα, ένα από τα πιο βασικά θέματα που προβλημάτισαν τους φιλοσόφους και τους εκπροσώπους των θρησκειών ήταν αυτό της ελεύθερης βούλησης και των βαθύτερων αιτιών της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Γιατί συμπεριφερόμαστε έτσι όπως συμπεριφερόμαστε; Τι στόχους έχουμε στη ζωή μας και από που πηγάζουν αυτοί; Τι είναι αυτό που μας ωθεί να κάνουμε αυτά που κάνουμε;
Φαίνεται πως η φύση μας και οι εγκεφαλικές μας συνδέσεις μας ωθούν στην αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών γενικότερα στο περιβάλλον μας, πέρα από τη σχέση αίτιου-αποτελέσματος στη συμπεριφορά μας. Έχουμε μια φυσική περιέργεια για να διαπιστώσουμε τι είναι αυτό που προκαλεί αυτό που βλέπουμε μπροστά μας. Όσον αφορά βέβαια τη συμπεριφορά μας, η απάντηση στο ερώτημα τι είναι αυτό που την προκαλεί δεν είναι εύκολη, γιατί αυτά που προκαλούν τη συμπεριφορά μας μπορεί να είναι πολλά και δεν μπορούμε πάντοτε να τα αντιληφθούμε ή να τα εκφράσουμε, ενώ πολλές φορές δεν ξέρουμε καν από που προέρχονται. Για παράδειγμα, μπορεί να είμαστε θυμωμένοι και να μην γνωρίζουμε γιατί. Στη συνέχεια όμως διπιστώνουμε ότι αισθανόμαστε καλύτερα μόλις φάμε και επομένως διαπιστώνουμε εκ των υστέρων ότι ο εκνευρισμός μας οφείλονταν στην πείνα. Άλλες φορές βέβαια, οι κινητήριες δυνάμεις για να κάνουμε κάτι μας είναι πιο εμφανείς και ξεκάθαρες. Για παράδειγμα, πιέζουμε τον εαυτό μας να διαβάσει και να μάθει το περιεχόμενο ενός μαθήματος γιατί θέλουμε να πάρουμε το πτυχίο μας. Αυτό είναι κάτι που κατά πάσα πιθανότητα είναι πολύ συνειδητό και επομένως το αντιλαμβανόμαστε ως σαφές κίνητρο της συμπεριφοράς μας.
Η σημαντικότητα των κινήτρων για την ερμηνεία της συμπεριφοράς μας είναι ένα θέμα που απασχόλησε την ανθρωπότητα εδώ και πολλούς αιώνες. Ήδη στην αρχαία Ελλάδα οι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να απαντήσουν στο βασικό ερώτημα “γιατί κάνουμε κάτι;”, δημιουργώντας διαφορετικά φιλοσοφικά πλαίσια για να καταλήξουν στην απάντηση. Ο Αριστοτέλης, εστερνιζόμενος την λεγόμενη τελεολογική αντίληψη μελετούσε τον κόσμο υπό το πρίσμα 4 βασικών αιτιών τα οποία εξηγούν την ύπαρξη κάποιου αντικειμένου ή μία ενέργεια/πράξη: το υλικό αίτιο, το ειδικό αίτιο, το ποιητικό αίτιο και το τελικό αίτιο.
Τα πρώτα δύο αίτια αναφέρονται κυρίως σε απτά αντικείμενα και δεν μας απασχολούν στα πλαίσια της μελέτης των κινήτρων. Το υλικό αίτιο αναφέρεται στο υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένο ένα αντικείμενο (π.χ. ένα ξύλινο αγαλματίδιο), ενώ το ειδικό αίτιο αναφέρεται στην τελική μορφή του αντικειμένου και το “είδος” του (π.χ. το ξύλινο αντικείμενο είναι αγαλματίδιο που απεικονίζει μια θεότητα). Στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των κινήτρων παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ποιητικό αίτιο και το τελικό αίτιο που περιέγραψε ο Αριστοτέλης [1] .
Το ποιητικό αίτιο αναφέρεται σε μια ενέργεια ή κατάσταση η οποία ενήργησε ώστε να δημιουργηθεί κάτι. Με άλλα λόγια, εάν έχουμε δύο πράξεις (Α1 και Α2) και παρατηρούμε ότι το Α1 προκάλεσε το Α2, τότε το Α1 αναφέρεται ως η αιτία του Α2 και άρα ως το ποιητικό αίτιο. Υπό το πρίσμα των κινήτρων λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ο Αριστοτέλης υποστήριξε ότι ορισμένες πράξεις πραγματοποιούνται ως αποτέλεσμα κάποιων προϋπάρχοντων ερεθισμάτων ή παραγόντων, μέσα σε ένα σύστημα αίτιου – αποτελέσματος. Για παράδειγμα, βάζουμε τις φωνές σε κάποιον ως απάντηση στις δικές του φωνές εναντίον μας.
Το τελικό αίτιο από την άλλη αναφέρεται στο σκοπό για τον οποίο συμβαίνει κάτι. Το τελικό αίτιο μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ένας στόχος στον οποίο θέλουμε να καταλήξουμε και έτσι ενεργούμε με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε δύο στοιχεία στο σύστημα της συμπεριφοράς μας, μία συμπεριφορά (Α1) την οποία πραγματοποιούμε ώστε να φτάσουμε στον τελικό μας στόχο (Σ1). Ο τελικός στόχος Σ1 είναι αυτός ο οποίος ορίζει και κατευθύνει και τη συμπεριφορά μας, καθώς εάν αλλάξει αυτός, τότε αλλάζει και η συμπεριφορά μας (π.χ. διαβάζω γιατί θέλω να βγάλω μεγάλο βαθμό).
Η τελεολογική αντίληψη του Αριστοτέλη υπάρχει ακόμη στα σύγχρονα θεωρητικά πλαίσια για τα κίνητρα. Εάν το σκεφτούμε άλλωστε όντως αυτές οι δύο κατηγορίες σχέσεων αιτίας-αποτελέσματος μεταξύ συμπεριφορών ή/και καταστάσεων αποτελούν τις πιο συνηθισμένες κινητήριες δυνάμεις πίσω από τη συμπεριφορά μας. Κάνουμε κάτι ή μας συμβαίνει κάτι και αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια συμπεριφορά μας ή κάνουμε κάτι ώστε να καταλήξουμε σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα. Φυσικά οι θεωρίες της ψυχολογίας κινήτρων έχουν εστιάσει περισσότερο και πιο συστηματικά αποκλειστικά πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά εμπλουτίζοντας αυτή την πρώτη εικόνα με περισσότερους παράγοντες.
Η μελέτη των κινήτρων της ανθρώπινης συμπεριφοράς εστιάζει ουσιαστικά σε οτιδήποτε μας ωθεί σε δράση ή διατηρεί τη δράση μας ως προς ένα στόχο. Ο στόχος αυτός μπορεί να είναι κάτι που επιθυμούμε να πετύχουμε/αποκτήσουμε ή κάτι το οποίο προσπαθούμε να αποφύγουμε [2] . Ένα παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας κινήτρων (κίνητρα επίτευξης) είναι ο στόχος ενός καλού βαθμού στις σχολικές εξετάσεις ή μιας πολύ καλής δουλειάς που θέλουμε να αποκτήσουμε. Αντίστοιχα, ένα παράδειγμα κινήτρων της δεύτερης κατηγορίας όπου προσπαθούμε να αποφύγουμε κάτι (κίνητρα αποφυγής) είναι ένας κακός βαθμός στο σχολείο ή η αποφυγή μετακίνησης με αεροπλάνο γιατί μας φοβίζει. Και οι δύο αυτές συνθήκες (η προσέγγιση προς κάτι επιθυμητό και η αποφυγή κάτι ανεπιθύμητου) διαμορφώνουν τη συμπεριφορά, αν και με διαφορετικό τρόπο, όπως γίνεται εύκολα κατανοητό. Σύμφωνα με αυτές τις δύο αρχές, το τι θα κάνουμε καθορίζεται από όσα θέλουμε πετύχουμε και όσα θέλουμε να αποφύγουμε με τις δράσεις μας.
Έπειτα, ένας άλλος διαχωρισμός των κινήτρων που συναντάται συχνά είναι μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών κινήτρων. Τα κίνητρά μας για κάτι μπορεί να προέρχονται από μια εσωτερική ανάγκη (π.χ. επιθυμία για μάθηση, ικανοποίηση της περιέργειάς μας) ή από την επιθυμία να αποκτήσουμε κάτι (π.χ. χρήματα, φήμη). Ανάλογα με το πλαίσιο και τον επιθυμητό στόχο, διαμορφώνεται διαφορετικά η συμπεριφορά μας, αλλά και αυξομειώνονται οι πιθανότητες επίτευξης των στόχων, εάν αναφερόμαστε σε μια συνειδητή στοχοθέτηση της συμπεριφοράς μας. Τα εξωτερικά κίνητρα τείνουν να είναι πιο αποτελεσματικά για βραχυχρόνιους στόχους, ενώ τα εσωτερικά λειτουργούν πιο αποτελεσματικά σε μακροχρόνιους στόχους.
Κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι τόσο τα εσωτερικά όσο και τα εξωτερικά κίνητρα μπορούν να είναι συνειδητά ή ασυνείδητα. Άλλωστε οι άνθρωποι κατευθυνόμαστε όχι μόνο από τα όσα σκεφτόμαστε αλλά και από βαθύτερους, εγγενείς και αυτόματους μηχανισμούς, όπως είναι τα ένστικτα. Για παράδειγμα, όταν τρέχουμε να φύγουμε από κάτι που μας τρομάζει (π.χ. ένα φίδι), τότε η αυτόματη αντίδρασή μας, δίχως καν να το σκεφτούμε, είναι να τρέξουμε και να απομακρυνθούμε από τον κίνδυνο. Σε αυτή την περίπτωση προφανώς το κίνητρο της συμπεριφοράς μας είναι το αυτόματο συναίσθημα του φόβου και το ένστικτο της επιβίωσης. Αυτού του είδους τα εγγενή κίνητρα είναι γραμμένα στον γενετικό μας κώδικα, μπορούμε να τα ελέγξουμε με μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας και είναι διαφορετικά από τα κίνητρα που αναπτύσσουμε μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με τον κόσμο και τα όσα μαθαίνουμε καθώς αναπτυσσόμαστε.
Τις περισσότερες φορές δεν είναι εύκολο και ούτε πρακτικό και ακριβές να κατηγοριοποιήσουμε τις συμπεριφορές μας και τα κίνητρά μας στις γενικές κατηγορίες που αναφέραμε πιο πάνω. Τα κίνητρα δεν είναι πάντα ξεκάθαρα μόνο εσωτερικά ή εξωτερικά, επίτευξης στόχων ή αποφυγής ανεπιθύμητων καταστάσεων. Επιπλέον, περιλαμβάνουν μηχανισμούς πολύ πιο περίπλοκους από ένα σύστημα ενστίκτων. Για παράδειγμα περιλαμβάνουν σκέψεις, την επεξεργασία δεδομένων και φυσικά τη λήψη αποφάσεων και την ενεργοποίησή μας για την επίτευξη αυτών των αποφάσεων.
Και για να αντιληφθούμε το πόσο δύσκολη είναι η μελέτη και ο προσδιορισμός των κινήτρων -όπως άλλωστε και ευρύτερα της ανθρώπινης συμπεριφοράς- αρκεί να σκεφτούμε πως η εμπλοκή όλων των πιο πάνω παραγόντων, και πολλών άλλων που διαφέρουν από άτομο σε άτομο, έχει ως αποτέλεσμα να μην συμπεριφερόμαστε όλοι το ίδιο, ακόμη και εάν έχουμε τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά και ζούμε λίγο – πολύ στο ίδιο περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πως μπορεί να διαφέρουν μεταξύ τους τα κίνητρα είναι οι μαθητές μιας τάξης, οι οποίοι μπορεί να είναι σχετικά ομοιογενείς ως προς κάποια βασικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. ηλικία, φύλο, κοινωνικές συνθήκες διαβίωσης), αλλά σίγουρα θα διαφέρουν πολύ μεταξύ τους ως προς το πόσο τους αρέσει και πόσο ασχολούνται με τα διάφορα μαθήματα. Αλλά ακόμη και εάν μιλάμε για το ίδιο άτομο, εισέρχεται μια ακόμη παράμετρος που περιπλέκει τα πράγματα και καθιστά τα κίνητρα μη σταθερά: ο χρόνος. Το ίδιο άτομο μπορεί να έχει διαφορετικά κίνητρα για την εμπλοκή του στις ίδιες δραστηριότητες καθώς περνάει ο χρόνος. Δεν είμαστε πάντα οι ίδιοι, όπως και οι καταστάσεις που βιώνουμε, όσο πανομοιότυπες και εάν μοιάζουν, δεν είναι οι ίδιες!
Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι η ενασχόληση με τα κίνητρα είναι πολυδιάστατη. Αυτό γίνεται σαφές εάν σκεφτούμε πως πολλές έρευνες στην ψυχολογία ασχολούνται με πολλές διαφορετικές πτυχές που άπτονται των κινήτρων, προσπαθώντας να απαντήσουν σε ερωτήματα όπως: πως γεννιούνται τα κίνητρα, τι μορφές έχουν, πως τα μετράμε και τα συγκρίνουμε σε έναν πληθυσμό, τι ομοιότητες και διαφορές έχουν μεταξύ τους και πως εξηγούνται αυτές, ποιοι μηχανισμοί και τρίτοι παράγοντες επηρεάζουν την εξέλιξή τους; Η μελέτη των κινήτρων θα είναι πάντοτε σχετική και πάντοτε θα απαιτεί την επεξεργασία νέων δεδομένων, καθώς τα κίνητρα πηγαίνουν χέρι-χέρι με την εποχή στην οποία ζούμε, τις συνήθειες και τις απαιτήσεις του περιβάλλοντος στις οποίες καλούμαστε να ανταποκριθούμε.
«Τρία κίνητρα ωθούν τους ανθρώπους, ο φόβος, ο μισθός και η αγάπη, που αντιστοιχούν σε τρεις
ανθρώπινους τύπους, στον δούλο, τον μισθωτό και τον ελεύθερο ή υιό. Ο “δούλος” (με την έννοια
που είχε ο όρος στην αρχαιότητα) προσπαθεί να τηρεί τις εντολές, για να αποφύγει την τιμωρία,
που πιστεύει πως επισύρει η παράβασή τους. Βασικό κίνητρο του είναι ο φόβος. Η βαθμίδα αυτή
μόνο ως πρώτο σκαλοπάτι μπορεί να κατανοηθεί. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να επαναπαύ-
εται κανείς θεωρώντας την ως υγιή σχέση. Στην επόμενη βαθμίδα ο άνθρωπος ενεργεί επειδή
προσβλέπει στην ανταπόδοση, στον “μισθό” που θα λάβει. Και τούτη η βαθμίδα, μολονότι ελευ-
θερώνεται από τον βραχνά του φόβου, δεν φανερώνει πλήρη ωριμότητα, διότι θεμελιώνει μια
“λογιστική” και υπαλληλική σχέση. Και στις δυο αυτές βαθμίδες το πρόσωπο του άλλου παραμορ-
φώνεται. Ο “δούλος” έχει μπροστά στα μάτια του ένα Θεό δικαστή κι εκδικητικό, κι ο “μισθωτός”
ένα ταμία. Η κατεξοχήν βαθμίδα ωριμότητας είναι αυτή που κίνητρο έχει την αγάπη. Ο άνθρωπος
εδώ ενεργεί σαν ελεύθερος κι όχι σαν δούλος, σαν γιος κι όχι σαν υπάλληλος. Ανοίγεται στον απέ-
ναντι επειδή βρίσκει νόημα σ' αυτό το άνοιγμα και το θέλει ελεύθερα και συνειδητά».
Μπέγζος, Μ., Παπαθανασίου, Α., Θέματα Χριστιανικής Ηθικής Γ΄ Γενικού Λυκείου, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής
Πολιτικής - ΙΤΥΕ «Διόφαντος», Αθήνα, 2011, σελ. 38 (διασκευασμένο).
Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δεν είναι από μόνη της (αυτομάτως καλή ή από μόνη της κακή. Αυτό δε γίνεται εύκολα κατανοητό ή αποδεκτό. Πολύς κόσμος πιστεύει πως Χριστιανισμός είναι η επιβολή κάποιων σιδερένιων νόμων και η εκτέλεση κάποιων συγκεκριμένων πράξεων. Τα πράγματα όμως στην ουσία τους δεν είναι έτσι.
Στο Χριστιανισμό καμία πράξη δε σώζει αυτόματα, μαγικά, μηχανικά. Αυτό που μετράει είναι αν ο άνθρωπος είναι συνειδητά και ελεύθερα προσανατολισμένος προς εκείνον τον αγαπητικό τρόπο ύπαρξης, υπόδειγμα του οποίου είναι η Αγία Τριάδα.
Δεν υπάρχει δηλαδή κατάλογος καλών και κακών πράξεων, αλλά κάθε πράξη θα αξιολογηθεί από το αν έγινε με κίνητρο και κριτήριο την Αγάπη και την Ελευθερία, και θα αποδοκιμαστεί αν έγινε με κίνητρο τη διασφάλιση του ατομικισμού, του εγωισμού και του συμφέροντος.
Η Καινή Διαθήκη και η ζωή της Εκκλησίας διαπνέονται από το πνεύμα αυτό. Αντίθετα, π.χ., προς την άποψη ότι η προσευχή είναι μια δραστηριότητα πάντα και από μόνη της καλή, η παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου την εξαρτά από τα κίνητρα και τον προσανατολισμό του προσευχόμενου (Λουκ. 18: 9-14). Ο Φαρισαίος δε βαρύνεται με αμαρτήματα και ανηθικότητες. Παρόλα αυτά αποδοκιμάζεται από το Χριστό, επειδή τυλίχτηκε στο ατομικιστικό σάβανο της "ηθικότητας" και της "ευσέβειάς" του και
απορρίπτει τους άλλους. Ενώ, αντίθετα, ο Τελώνης βαρύνεται μεν με χίλια δυο παραπτώματα, ο προσανατολισμός όμως που δίνει στην ύπαρξή του είναι η μεταστροφή και η συνάντηση με τον άλλον.
Το θέμα του προσανατολισμού, δηλαδή της κατεύθυνσης που επιθυμώ να έχω, είναι εξαιρετικά σπουδαίο. Αν επιθυμώ να συναντηθώ με τον αγαπημένο μου, τότε ολόκληρη η ύπαρξή μου, οι προγραμματισμοί, οι ενέργειές μου εμπνέονται από τον προσανατολισμό μου προς τη συνάντηση που επίκειται. Τι ώρα, π.χ., θα ξεκινήσω, αν προηγουμένως θα φάω ή όχι, τι θα φορέσω, αν θα πάω με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο, αν στη διαδρομή θα χρονοτριβώ στα καταστήματα ή όχι, όλα αυτά δεν έχουν ηθικό χαρακτήρα από μόνα τους, αποκτούν όμως θετική ή αρνητική φόρτιση ανάλογα με το τι εξυπηρετούν και τι δυσχεραίνουν: την ατομικότητά μου ή τη συνάντηση.
Ο Χριστιανισμός, λοιπόν, δεν έχει έτοιμα ηθικά συνταγολόγια. Και γι’ αυτό είναι επαναστατικός
μέσα στις κοινωνίες που συνήθως επαναπαύονται στην τήρηση εξωτερικών τύπων.
Σχολικό βιβλίο Θρησκευτικών Γ΄ Λυκείου, ΔΕ 4, σ. 34-35
Ζούσε στην Αλεξάνδρεια μια ανύπαντρη Χριστιανή γυναίκα που φαινόταν ταπεινή, στην πραγματικότητα όμως ήταν περήφανη και πολύ φιλάργυρη. Ήταν μάλλον φιλόχρυση, παρά φιλόχριστη.
Δεν είχε προσφέρει ποτέ κάτι από την περιουσία της, ούτε σε ξένο, ούτε σε φτωχό, ούτε σε κατα-
πιεσμένο, ούτε σε μοναχό, ούτε σε φτωχό κορίτσι...
Αυτή τη γυναίκα, που μόνο στο όνομα ήταν παρθένα κι όχι στον τρόπο ζωής, ο αγιότατος Μακάριος, ο πρεσβύτερος και προϊστάμενος του λεπροκομείου, θέλησε - κατά κάποιον τρόπο - να την εγχειρίσει σα γιατρός για να την ανακουφίσει από την πλεονεξία, και επινόησε το εξής τέχνασμα...
Πήγε και τη βρήκε και της είπε: "Έχουν πέσει στα χέρια μου πολύτιμοι λίθοι, σμαράγδια και υάκινθοι. Δεν ξέρω αν προέρχονται από κλοπή ή από νόμιμο εμπόριο. Δεν έχουν αποτιμηθεί, μιας και είναι πέρα από κάθε αποτίμηση. Ο ιδιοκτήτης τους τους πουλάει πεντακόσια νομίσματα...".
Πέφτει τότε αυτή στα πόδια του και του λέει: "Να μην τους αγοράσει άλλος, σε παρακαλώ... Αγόρασέ τους εσύ για λογαριασμό μου...".
Πήρε, λοιπόν, ο Μακάριος απ' αυτήν τα πεντακόσια νομίσματα, τα διέθεσε όμως για τις ανάγκες
του λεπροκομείου.
Περνούσε ο καιρός, μα αυτή δίσταζε να του το υπενθυμίσει, επειδή ο άγιος είχε μεγάλη υπόληψη στην Αλεξάνδρεια... Τελικά, κάποια στιγμή που τον συνάντησε στην εκκλησία, του είπε: "Σε παρακαλώ, πες μου, τι έγινε με κείνους τους πολύτιμους λίθους για τους οποίους έδωσα τα πεντακόσια νομίσματα;" Αυτός της απάντησε: "Από την ημέρα που έδωσες τα χρήματα, πλήρωσα την αξία των λίθων. Αν θέλεις να τους δεις, έλα στο σπίτι μου. Εκεί βρίσκονται. Δες αν σου αρέσουν, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου". Κι εκείνη πήγε πολύ ευχαρίστως.
Στους επάνω ορόφους του λεπροκομείου βρίσκονταν οι λεπρές γυναίκες και στους κάτω οι λεπροί άνδρες. Όταν φτάσανε στην είσοδο, τη ρώτησε: "Τι θέλεις να δεις πρώτα; Τους υάκινθους ή τα σμαράγδια;". Του απάντησε: "Ό,τι νομίζεις". Τότε την ανεβάζει στους επάνω ορόφους, της δείχνει
ακρωτηριασμένες γυναίκες με πληγιασμένα πρόσωπα, και της λέει: "Να οι υάκινθοι". Κατόπιν την κατεβάζει στα κάτω πατώματα και της δείχνει τους άνδρες λέγοντας: "Να τα σμαράγδια. Και νομίζω ότι δε θα βρεθούν πολυτιμότερα. Αν, λοιπόν, σου αρέσουν, πάει καλά, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου".
Μετανιωμένη αυτή, βγήκε και, αφού πήγε στο σπίτι της, αρρώστησε από τη στενοχώρια της που δεν έκανε ένα τέτοιο καλό σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αλλά αναγκαστικά. Αργότερα ευχαρίστησε τον Μακάριο και πορεύτηκε στη ζωή της όπως έπρεπε.
Παλλαδίου, Λαυσαϊκόν, PG 34, 1018A-1019C (επιλογές – απόδοση Θ.Ν.Π.)