Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τέχνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

Ράλλης Κοψίδης: Ο αθώος «Άγιος» καλλιτέχνης της Γλυφάδας

Το 1959, ο Λημνιός ζωγράφος, χαράκτης αγιογράφος και πεζογράφος Ράλλης Κοψίδης, ο «εικαστικός εκπρόσωπος της μεταπροσφυγικής και μετεμφυλιακής Ρωμιοσύνης», κάνει μια εκδρομή στα ψηλώματα της Γλυφάδας.

«Μόλις αντίκρισε την κατάφυτη από πεύκα -τότε- Γλυφάδα που ανάμεσα τους πρόβαλαν οι κεραμιδένιες στέγες, τους ευκάλυπτους, τις συκιές και τις χαρουπιές χωμένες σε παλιά περιβόλια και σε πυργόσπιτα  και πάντα, εκεί, την γραμμή του ορίζοντα να διαγράφεται αδιάσπαστη, συνειδητοποίησε το χωροχρονικό του ρίζωμα. Αγόρασε λοιπόν το οικόπεδο και ξεκίνησε να χτίζεται το σπίτι».

Γλυφάδα, 1984 (Ακουαρέλα)

Στο σπίτι αυτό, το «στολισμένο» από τον ίδιο με μια γοργόνα κι έναν ανάγλυφο κοχλία, ο Ράλλης θα ζήσει με την οικογένειά του και θα αφοσιωθεί στο σπουδαίο καλλιτεχνικό του έργο μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 14 Αυγούστου του 2010. Ξεκινώντας ως μαθητής του Φώτη Κόντογλου (ήταν ένας από τους βοηθούς του Κόντογλου στην Αγιογράφηση της Καπνικαρέας), ο Ράλλης Κοψίδης χάραξε δική του πορεία και δημιούργησε ένα προσωπικό στυλ, με κύριο οδηγό την λαϊκή τέχνη, αλλά ισορροπώντας άρτια μεταξύ Ελληνικότητας και Μοντερνισμού.

«Συλλογιέμαι  πως η ρίζα μας είναι αλλού, μέσα σ’ ένα χωράφι που το βλέπει όλη μέρα ο ήλιος, που το λένε Ελλάδα, που το λένε και Ανατολή. Η πίστη μας είναι ο ήλιος. Γι’ αυτό τον ζωγραφίσαμε στα παράθυρα της εκκλησιάς με ώχρα και κόκκινο που λάμπει, ολοστρόγγυλος και γελαστός σαν πρόσωπο μικρού παιδιού» – Ράλλης Κοψίδης.

Για τον καλλιτέχνη και τη ζωή της δίπλα του γράφει στο NouPou η κόρη του, επίσης εικαστικός, Σοφία Κοψίδου.

Νταμάρια, 1986 – Από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης

1. Ή την Σχολή ή τον Κόντογλου

Τι περίεργο πράγμα! Όταν είσαι νέος, θέλεις να φύγεις, να πετάξεις μακριά από ό,τι είναι πίσω σου.

Ν ’ανοίξεις τα φτερά σου και να φύγεις. Να μην γυρίσεις…Και έρχεται η στιγμή που επιστρέφεις στα πάτρια, τα παλιά, την μόνη αλήθεια…

Όπως ο Ράλλης Κοψίδης, ο πατέρας μου, σε μια περίοδο στα τέλη του ‘70 άρχισε να ζωγραφίζει τις μνήμες, το παρελθόν, τα παλιά, τα πρώτα, έτσι και εγώ μέσα στην γενικευμένη απομόνωση των ημερών της καραντίνας, πήρα την πρόταση της Γεωργίας Βαμβακερού, που έγινε αφορμή και  ανάγκη να κοιτάξω πίσω, την ζωή του, την πορεία του και μαζί την δική μου πορεία που δέθηκαν, όχι μόνο λόγω δεσμών αίματος, αλλά και πνευματικών δεσμών, από την στιγμή που αποφάσισα να ακολουθήσω τον δρόμο της τέχνης.

Υπήρχαν φορές που επηρεαζόμουν από τον κόσμο της ζωγραφικής του και τον αντέγραφα, άλλες πάλι ξεμάκραινα και πήγαινα στο άλλο άκρο. Αντίδραση η συμπόρευση, ό,τι και να ‘ναι, να ξεφύγεις δεν μπορείς απ’ ό,τι είναι δικό σου. Ό,τι και αν έκανα ήταν μια συνομιλία με τον πατέρα μου και συνάδελφο, ζωγράφο αγιογράφο, χαράκτη, συγγραφέα Ράλλη Κοψίδη.

«Ο Κοψίδης πρέπει να θεωρείται ο εικαστικός εκπρόσωπος της μεταπροσφυγικής και μετεμφυλιακής ρωμιοσύνης». Περιοδικό Άρδην, Βεινόγλου.

Από τη μεριά της μητέρας του, Δέσποινας Προδρομίδου, ο Κοψίδης έχει δεσμούς καταγωγής με την Καππαδοκία. Ο παππούς του, Πέτρος Προδρομίδης, ήταν γιατρός στο Ινδζεσού Μητροπόλεως Καισαρείας. Η καταγωγή του πατέρα του (Ανατολικοθρακιώτες καπεταναίοι που μετέφεραν εμπορεύματα στο Βόρειο Αιγαίο) εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες, μετά το 1923-24, στο Κάστρο της Λήμνου, όπου και γεννήθηκε  ο Ράλλης στο Κάστρο Λήμνου στις 5 Νοεμβρίου 1929.

Αριστερά ο πατέρας του, Θανάσης Κοψίδης

Ζωγράφιζε, απ’ όσο θυμάται τον εαυτό του, όπως λέει ο ίδιος…

«Ήμουν ακόμα μαθητής στο γυμνάσιο όταν έπεσε στα χέρια μου η Βασάντα, ένα απ’ τα πρώτα του βιβλία (του Κόντογλου) […]. Ακόμα θυμάμαι πόσο διαφορετικό μου φάνηκε απ’ ό,τι διάβασα ως τότε. Αργότερα, στο στρατό, τα βιβλία του μου κρατήσανε συντροφιά […] Οι ζωγραφιές που ήταν στολισμένα, φτιαγμένες από το χέρι του συγγραφέα, δε μ’ άφηναν να κοιμηθώ. Ήταν ένα αδιάκοπο ερωτηματικό. Σα να μου φώναζαν: “Δεν ήξερες ως τώρα την αλήθεια γι’ αυτό που λένε ‘ελληνική ζωγραφική’”». (Ράλλης Κοψίδης, «Ένας αντρειωμένος της τέχνης», στο: Οι Έλληνες Ζωγράφοι, Αθήνα 1975)

Ράλλης Κοψίδης – Παιδικά χρόνια στη Λήμνο

Το 1949, στα 20 χρόνια του, πέρασε πρώτος στη Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και μπήκε εργαστήριο του Ανδρέα Γεωργιάδη. Γνώρισε τον Κόντογλου στα 1953 και έγινε μαθητής του, εγκαταλείποντας την ΑΣΚΤ την διδασκαλία της οποίας ήδη αμφισβητούσε. «Το χαρτί της Σχολής δεν το πήρα[…]. Στον τέταρτο χρόνο, μια μέρα μπήκε ο Γεωργιάδης ο δάσκαλός μου (που ήξερε πως πήγαινα και στον Κόντογλου) και μου λέει: Ράλλη πρέπει να διαλέξεις. Ή την Σχολή ή τον Κόντογλου. Και τα δυο δεν γίνονται. – Δίκαιο έχεις δάσκαλε του είπα. Φεύγω αμέσως. Μάζεψα την κασετίνα μου και έφυγα δια παντός απ’ την Σχολή». (Μικρό αυτοβιογραφικό, Γενάρης 85, αδημοσίευτο χειρόγραφο, αρχείο Ρ. Κοψίδη)

Μετά από προτροπή του ζωγράφου Γιάννη Μόραλη, ο Κοψίδης διέκοψε τις σπουδές του σχολή στο 4ο έτος για να ξεκινήσει την μαθητεία του στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου.

2. Στρουθίον μονάζον ἐπὶ δώματος

«Το σπίτι μου. Αυτό δεν ήταν βέβαια σπίτι καθεαυτό. Ένα σκέτο δωμάτιο, που όλα του λείπαν στην ταράτσα του σπιτιού της κυρά Αθηνάς. Το “κουβούκλιον”, όπως το ονόμασε ο μαστρο Φώτης ο Κόντογλου -ως Στρουθίον μονάζον επι δώματος, είσαι εκεί πάνω, μου έλεγε. Βλέπω τη λάμπα σου (του πετρελαίου), να καίει και λέω: Να, ο Ράλλης τώρα σχεδιάζει… Αυτό λοιπόν το “κουβούκλιον” ήταν απέναντι απ’ το σπίτι του μαστρο Φώτη, εκεί στην οδό Βιζυηνού, στα Πατήσια. Τότε, γύρω στο 53 ήταν εκεί μια αθόρυβη, μοσχομυρισμένη γειτονιά. Δυο τρείς πόρτες πιο πάνω του Δημητρίου Πικιώνη το ενδιαίτημα. Και πεύκα! Μεγάλα κι ’αληθινά». («Το συγύρισμα» του Ράλλη Κοψίδη, 1986)

Η μυθική κηπούπολη Κυπριάδη με τα πανέμορφα σπίτια του μεσοπολέμου συγκέντρωνε εργαστήρια γνωστών ζωγράφων της ομάδας «Τέχνη» και διανοουμένων της «γενιάς του ‘30». Εκεί γνώρισε τον Στρατή Δούκα, τον Δημήτρη Πικιώνη. Μέσα σε αυτό το εν βρασμώ καζάνι ιδεών και καλλιτεχνικής παραγωγής που ο Μόραλης αποκάλεσε «Σχολή Κυπριάδη» ζούσε ο Ράλλης. Εκεί γνώρισε και τον νεαρό Βασίλη Πλάτανο, δημοσιογράφο, λαογράφο, συγγραφέα και συνεργάτη του από την Μυτιλήνη. Ο ίδιος γράφει:

«Στο σπίτι του Κόντογλου γνώρισα τον μαθητή του Ράλλη Κοψίδη και γίναμε αδελφικοί φίλοι. Εκεί, κάπου στα 1955, μας μιλούσε για τη θρησκευτική τέχνη της Ορθοδοξίας και τη “χείρα” του τεχνίτη-καλλιτέχνη, που οδηγείται από τη θεία Χάρη. Είχε μια μυστικιστική τοποθέτηση και μαχότανε με φανατισμό τη δυτική τέχνη, που θεωρούσε κατώτερη σε αξία, τάξη ή ποιότητα» – Βασίλης Πλάτανος, «Ο Λημνιός μαθητής του Κόντογλου», (2012, εφημερίδα Εμπρός)

Και εγώ που δεν τα έζησα όλα αυτά τα γεγονότα από πρώτο χέρι, παρά μόνο τα γνωρίζω από μαρτυρίες, χαίρομαι να φαντάζομαι πως ο Ράλλης Κοψίδης συνάντησε τον Βασίλη Πλάτανο σε μια από αυτές τις  γιορτινές συγκεντρώσεις στο σπίτι του Κόντογλου όπως αυτή που περιγράφει ο Αλέξης Μινωτής. «Καθώς πλησιάζαμε την πόρτα ακούσαμε μέσα τραγούδια και θόρυβο από γλεντοκόπι. Μας άνοιξαν και βρεθήκαμε, απρόσμενά μας, σε οικογενειακή διασκέδαση. Γιορτάζονταν τα γενέθλια της κόρης του [Φώτη Κόντογλου].Γεμάτο γύρω-γύρω στο στρωμένο, με χίλια φαγώσιμα, μεγάλο τραπέζι, γυναίκες και άντρες, Αϊβαλιώτες συγγενείς και συμπατριώτες του, μα και ξένοι σπουδαστές, ζωγράφοι και βυζαντινολόγοι, Σουηδοί, Γερμανοί, νέοι λογιών-λογιών. […] Μας κάνανε τόπο και καθίσαμε κι εμείς στο φαγοπότι, που συνοδευόταν με απολυτίκια και διάφορους άλλους εκκλησιαστικούς ψαλμούς που οι Αϊβαλιώτες τραγουδούσαν όλοι εν χορώ, όπως και άλλα τραγούδια θαλασσινά» – Αλέξης Μινωτής, «Φώτης Κόντογλου, ο πιστός της ουσίας», στο «Φώτης Κόντογλου-Αφιέρωμα», Η λέξη, τχ. 198, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2008, σ. 538

Εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 μετά την πρώτη ατομική έκθεση στην Αθήνα με πολύ καλή υποδοχή από τους κριτικούς και το κοινό. Η Ελένη Βακαλό έγραφε στα ΝΕΑ τον Μάρτιο του ‘59: «Καθώς στεκόμουν μέσα στην έκθεση, μου φαινόταν πως αντίκρυζα τα έργα ενός παιδιού φορτωμένου με χίλια χρόνια γερατειών».

…και ενώ μια μαθητεία ολοκλήρωνε τον κύκλο της,  ο νεαρός Ράλλης παντρευόταν την Μαρία Αιματίδου.

Επιβεβλημένο να αφήσει το «κουβούκλιον».

3. Μεταξύ ελληνικότητας και μοντερνισμού

«Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;»

«Δεν υπάρχει αμφιβολία πως δύο χρονολογίες καθόρισαν τον ζωγράφο Κοψίδη. Το έτος 1953, οπότε και εγκατέλειψε τη Σχολή για τον Κόντογλου, και το 1959 που, όντας πια στο Chevetogne, επέλεξε να χαράξει πορεία ανεξάρτητη του δασκάλου. Όμως, δεν άλλαξε μεμιάς η ζωγραφική του Κοψίδη, δεν μεταμορφώθηκε σε κάτι άλλο διαγράφοντας την έως τότε πορεία του. Με κύριο οδηγό τη λαϊκή τέχνη, ο Κοψίδης για ολόκληρη τη δεκαετία του ’60 και για μεγάλο μέρος της δεκαετίας του ’70 μοιάζει να ισορροπεί μεταξύ “ελληνικότητας” και “μοντερνισμού”, καθώς το πρότυπο του Κόντογλου παραμένει ισχυρό, αλλά μέσα από μια πιο απελευθερωμένη ματιά» (Σπύρος Μοσχονάς)

Το ότι δεν ζήσαμε στο Παγκράτι, που είχε αρχικά επιλέξει, το οφείλουμε στον αδελφό της μητέρας μου, που ζούσε ήδη νότια και τον προέτρεψε «προς Θεού να μην κλειστεί σε μια πολυκατοικία».

Και ευτυχώς τον έπεισε να κάνουν μια εκδρομή στα ψηλώματα της Γλυφάδας.

Μόλις αντίκρισε την κατάφυτη από πεύκα -τότε- Γλυφάδα που ανάμεσά τους πρόβαλαν οι κεραμιδένιες στέγες, τους ευκάλυπτους, τις συκιές και τις χαρουπιές χωμένες σε παλιά περιβόλια και σε πυργόσπιτα και πάντα, εκεί, την γραμμή του ορίζοντα να διαγράφεται αδιάσπαστη  συνειδητοποίησε το χωροχρονικό του ρίζωμα. Αγόρασε λοιπόν το οικόπεδο και ξεκίνησε να χτίζεται το σπίτι.

Δεν το χαρήκαμε όμως αμέσως, καθώς τέλη του 59 ξενιτευτήκαμε και οι τρεις για το Βέλγιο. Για την ακρίβεια εκεί άνοιξα τα μάτια μου στον κόσμο μερικούς μήνες μετά την άφιξή μας. Σε ένα μοναστήρι. Το μοναστήρι του Chevetogne όπου μας είχε στείλει ο μαστρο-Φώτης.

Ράλλης Κοψίδης και Σοφία -Βελγιο, 1960
Μαρία Κοψίδου- Βελγιο, 1960

Ήταν η πρώτη δουλειά ιστόρησης εκκλησίας που ανέλαβε ο Κοψίδης εξ ’ολοκλήρου στο εξωτερικό ο ίδιος, με τον  Γιώργη Χοχλιδάκη, επίσης μαθητή του Κόντογλου και μετέπειτα νονό μου. Το μοναστήρι αυτό είχε μια ιδιαιτερότητα που το έκανε μοναδικό. Οι Βενεδικτίνοι ιερωμένοι, όλοι μορφωμένοι θεολόγοι, δούλευαν για την ένωση των Εκκλησιών και για την εξομάλυνση των διαφορών που χωρίζουν τους ορθόδοξους από τους καθολικούς. Το μοναστήρι χωρίζεται σε δύο τύπους: τον ορθόδοξο και τον καθολικό. Και κάθε μορφή λατρείας είχε και την δική του εκκλησιά.

Αποσπάσματα  από το «Ημερολόγιο του Chevetogne» του Ράλλη Κοψίδη:

«26 Νοεμβρίου 1959 – Σήμερα αρχίζουμε την δουλειά στην εκκλησία. Έχουμε ετοιμάσει και καννάβι, το άχυρο, τον ασβέστη. Η σκαλωσιά είναι σαν ένα καράβι έτοιμο να  μαζέψει την άγκυρα και να σαλπάρει για το μεγάλο ταξίδι. Οι τοίχοι της εκκλησιάς άδειοι ακόμα μας περιμένουν σαν πέλαγος ανοιχτό».

«30 Νοεμβρίου 1959 – Το δάσος είναι γεμάτο φασιανούς που κράζουν με μια φωνή σαν λαμαρίνα  στον αέρα. Όλη μέρα βρέχει. Πράσινη μούχλα στους κορμούς των δένδρων, στις πέτρες, στο σκούρο χώμα, που είναι γεμάτο πεσμένα φύλλα που σαπίζουν. Ολόκληρο το Σεβετόν είναι τυλιγμένο σε μια γκρίζα ομίχλη που σε πιρουνιάζει ως το κόκαλο. Μα το δωμάτιο είναι ζεστό. Ο ηγούμενος είναι ευχαριστημένος από την δουλειά μας. Έχουμε ελευθέρια να κάνουμε αυτό που πρέπει» 

«25 Δεκεμβρίου 1959 – Χριστούγεννα στην ξενιτιά. Ανάθεμά σε ξενιτιά με τα φαρμάκια πού ‘χεις. Κάθομαι και γράφω. Συλλογιέμαι  πως η ρίζα μας είναι αλλού μέσα σ’ ένα χωράφι που το βλέπει όλη μέρα ο ήλιος, που το λένε Ελλάδα, που το λένε και Ανατολή. Η πίστη μας είναι ο ήλιος. Γι’ αυτό τον ζωγραφίσαμε στα παράθυρα της εκκλησιάς με ώχρα και κόκκινο που λάμπει, ολοστρόγγυλος και γελαστός σαν πρόσωπο μικρού παιδιού. Μεσ’ στην αυλή μας, εδώ που καθόμαστε φυτρώνει το δέντρο της λησμονιάς μα δεν θα φάγω από τον καρπό του». 

Tο σπιτι της οικογένειας Κοψίδη στο Chevetogne, 1960

Πολύ γλαφυρά περιγράφει τα δεινά της σκαλωσιάς ο Βασίλης Πλάτανος:

«Το 1957 είδα τον Κόντογλου να ζωγραφίζει τον Παντοκράτορα στην εκκλησιά του Αγίου Νικολάου, στα Κάτω Πατήσια, με τους μαθητές του, Ράλλη Κοψίδη, Γιώργη Χοχλιδάκη και Πέτρο Βαμπούλη. Παντοκράτορα γίγαντα, με διάμετρο 5,10 μέτρα. Σκαρφαλωμένοι στις σκαλωσιές, και με τα κεφάλια γυρισμένα προς τα πάνω, κουραστικά συνέχεια, σημαδέψανε τον “αφαλό”, το κέντρο του τρούλλου, και με σπάγκο σχεδιάσανε το κεφάλι, τους ώμους, τα χέρια, το ιμάτι, το ευαγγέλιο. Πολλά κιλά το χρώμα, ο “προπλασμός”, που στράγγιζε στα χέρια και στα πρόσωπά τους, καθώς δουλεύανε στη σκαλωσιά οι τεχνίτες. Στο ρούχο, το χωρίσανε σε πτυχώσεις με διάφορα σχήματα, τρίγωνα, τετράγωνα, γωνιές, τα “λάματα”, που τα ζωγραφίσανε με ζωηρά χρώματα, ώστε να φαίνουνται σωστά από κάτω. Πολύ κουραστική εργασία. Ο Ράλλης μικρόσωμος, υπέφερε, αλλά, καθώς τοιχογραφούσανε ψέλνανε διάφορα τροπάρια για να τους φεύγει η κούραση κι ο παιδεμός. Νωπογραφία, ζωγραφική σε νωπό κονίαμα με χρώματα διαλυμένα στο νερό, φρέσκο».

Στη σκαλωσιά: Ο Κοψίδης ζωγραφίζοντας στο μοναστήρι -Βελγιο 1960

Ως λάτρης της φωτογραφίας, o Ράλλης είχε γνωρίσει τον φωτογράφο του χωριού Bernard Labotte και τη γυναίκα του. Βλέπω σε φωτογραφίες από βραδιές στο σπίτι τους,  εμένα μέσα στο καρότσι, κι αυτός να γίνεται πάλι παιδί κάνοντας αστείες γκριμάτσες και η ομήγυρη να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Είχε μια πηγαία αίσθηση του χιούμορ στην προσωπική του ζωή, και ένα δυνητικά  χαρούμενο εαυτό. Η συμφοιτήτρια του από την σχολή Καλών Τεχνών, η Μαίρη Χατζηνικολή, μας το επιβεβαίωσε αργότερα μιλώντας για ένα πράο και ευγενικό  άνθρωπο, “πάντα με το χιουμοράκι του”.

Μιλώντας για το Βέλγιο μας έλεγε πως το κοντινό μας χωριό και γενικά η επαρχία εκεί, είχε  ότι και οι πρωτεύουσα, και οι άνθρωποι είναι παντού το ίδιο. Και να το συγκρίνει πικραμένος, με την σκοτεινιά και την εγκατάλειψη της ελληνικής επαρχίας σε σχέση την ψευτοστολισμένη και φτιασιδωμένη “δήθεν” πρωτεύουσα μας.

Επιστροφή στην Ελλάδα μετά από δύο χρόνια. Θυμάμαι αυτή την περίοδο πολύ αμυδρά, αυτό που θυμάμαι όμως καλά ήταν οι ζωγραφιές που διαχέονταν στον παιδικό μου κόσμο παίρνοντας την ένταση του πραγματικού, τον συμπλήρωναν και τον διαμόρφωναν υποσυνείδητα και δίχως όρους. Γιατί ο πατέρας μου δεν ζωγράφιζε απλά πίνακες. Η κοσμοθεωρία του άρχιζε να παίρνει σάρκα και οστά σε κάθε γωνιά της νέας μας κατοικίας. Το υπέρθυρο κεφάλι/κοχλίας ζωγραφισμένο πάνω από την πόρτα στην είσοδο του σπιτιού. Τα ένθετα, ζωγραφισμένα κεραμικά ή πέτρινα σκαλισμένα ανάγλυφα στους τοίχους. Τα πέτρινα υπέρθυρα στα παράθυρα με τα χρωματιστά ένθετα γυαλιά και τέλος το πλακόστρωτο στην αυλή με σκαλίσματα, ψηφιδωτά, ανάκατα, γοργόνες, καβαλάρηδες,  πουλιά και όστρακα, ήλιοι και φεγγάρια, ένα σύνολο παράξενο μυθολογικό και μαγευτικό, εικόνες της λαϊκής παράδοσης, μαγνήτιζαν τα μάτια ενός παιδιού.

«Μ’ όποιο δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει η σοφή λαϊκή παροιμία. Κι απ’ αυτά που μας έλεγε και δασκάλευε ο Κόντογλου, αποφασίσαμε ο Ράλλης κι εγώ να βγάλουμε το «Κάνιστρον». Το 1964 με πρώτο θέμα «Εξοχή». Το κείμενο έγραψα εγώ και τις 19 ξυλογραφίες χάραξε και τύπωσε ο Ράλλης. Ανάμεσά τους και μια χρωματιστή» – Β. Πλάτανος

Για τον πατέρα μου τα πράγματα νομοτελειακά είχαν πάρει τον δρόμο τους και οι συνθήκες ευνοϊκές. Τότε αποκτήσαμε το Austin Mini Countryman με τα διακοσμητικά ξύλινα δοκάρια, φωτογραφική μηχανή (μια Leica), και όλα αυτά τα ωραία της σύγχρονης τεχνολογίας. Και φυσικά τα αποκτήσαμε, καθώς τότε ήταν απαραίτητα αγαθά για να καταγράψει με τον φακό του μιαν Ελλάδα που χανόταν μέρα με τη μέρα και καιρός για χάσιμο δεν υπήρχε.  Με το Βασίλη Πλάτανο αποφάσισαν  να σώσουν ό,τι μπορούσαν.

Το πλαίσιο ήταν οι εκδόσεις «Κάνιστρον, το μεράκι της ρωμιοσύνης». Με οδηγό τη λαϊκή τέχνη πραγματοποίησε ταξίδια με  τον Πλάτανο, στην Αίγινα -από όσο γνωρίζω- συγκεντρώνοντας υλικό που αποτέλεσε βασική πηγή των εκδόσεων. «Εξοχή» 1964 και «Προσκυνητάρι της Αίγινας» 1965. Μετά το 1967 (λόγω χούντας), ο Πλάτανος αποφάσισε να σταματήσει οποιαδήποτε πνευματική δραστηριότητα.

Προσκυνητάρι της Αίγινας, εκδόσεις Κάνιστρο, 1965

Αλλά η ιδέα των εκδόσεων «Κάνιστρο» είχε ήδη εδραιωθεί. Την ίδια εποχή, με την μαμά στο τιμόνι, που είχε να το λέει πως τη μια μέρα πήρε το δίπλωμα και την επόμενη γύρισε όλη την Ελλάδα, ταξίδεψαν στην Θράκη και την Μακεδονία και πολλά οδοιπορικά κείμενα  και σχέδια από αυτά τα ταξίδια δημοσιευτήκαν από το περιοδικό «Θρακικά χρονικά».

Μέχρι τα μέσα του 1975, τα ταξίδια ήταν η βασική πηγή για την ζωγραφική του και τα κείμενα. Αίγινα, Κύθηρα, Μάνη, Άγιον Όρος, Μυστράς, Ζαγόρια, Λαύριο. Συνοδοιπόροι εκτός από τον Πλάτανο, o Γιώργος Σικελιώτης, ο Γιώργης Χοχλιδάκης και όλοι οι φίλοι του λίγο ως πολύ…

Τα θέματά του: Τοπία, σπίτια, άνθρωποι, Μακεδονομάχοι, Μανιάτισσες, Τσαμπάσηδες της Ξάνθης, το Λαύριο και το Κάστρο της Λήμνου.

Συνολικά μέχρι το 1975 είχε εκδώσει τα εξής βιβλία:

  • Σταυροί στον Άθωνα, 1963.
  • Εξοχή, 1964.
  • Προσκυνητάρι της Αίγινας, 1965.
  • Το Άδυτον-15 ξυλογραφίες για το Άγιο Όρος, 1968.
  • Μάνη η Πολύπυργος, 1972 (έκδοση Κάνιστρου).
  • Σπίτια Ελληνικά, 1973 (έκδοση Κάνιστρου).
  • 1972-74 περιοδικό Κάνιστρο.
  • Ρακένδυτοι, 1976.
  • Eκθέσεις
  • “Ώρα”, 1969, 1973, 1976, 1978.
  • “Θόλος”, 1975.
  • “Κρεωνίδη 1978.
  • Στη Θεσσαλονίκη, 1970 και “Κοχλίας” 1974, 1977.
  • Στο Βόλο “Τέχνη”, 1970
  • Στην Κατερίνη, 1977
  • Στο Ηράκλειο Κρήτης, “Γκαλερί Σταυρακάκη” 1979.

«Οχυρωμένος κάθομαι πίσω από να μετερίζι. Γιατί είναι πόλεμος η ζωή κι είναι τουφέκι η ζωγραφική»

Ο πατέρας μου δούλευε πάρα πολύ ως εργασιομανής και λεπτολόγος που ήταν. Στο σπίτι δεν υπήρχε ξεχωριστός χώρος για εργαστήριο. Είχε μια γωνιά στο σαλόνι και ένα πιεστήριο στη μικρή αποθήκη όπου τύπωνε τις εκδόσεις του και τα χαρακτικά. Στην αυλή καταπιανόταν με τα ψηφιδωτά και μικρά γλυπτά. Το 1969 και  έπειτα από τρεις ατομικές εκθέσεις μπορούσε να έχει το εργαστήριό του. Το 1969, με σχέδια του αρχιτέκτονα Βύρωνα Χρηστίδη προστέθηκε το εργαστήριο.

Η ιδέα της ανάπτυξης του χώρου από τον Χρηστίδη βασίστηκε στην σπείρα του κοχλία, ένα από τα σύμβολα του Κοψίδη στη ζωγραφική του. Συμβολικά μια πορεία προς το κέντρο του εαυτού και ταυτόχρονα την απόδραση από την δίνη του.

Στο εργαστήριό του

Τότε ξεκίνησε μια περίοδος όπου όλα όσα γνώριζε ή είχε καταγράψει άρχισε να τα συνθέτει και να τα ενσωματώνει σε ένα ενιαίο σύνολο. Τα έργα, τα κείμενα, τα χαρακτικά, τα ψηφιδωτά, συλλέγματα πολύτιμα από τα ταξίδια και συλλέγματα  της μνήμης κι άλλα φτωχά και ασήμαντα,  μαζεμένα σε μπάζα και σε σκουπίδια. Το σπίτι -ως κέλυφος κοχλία-έδενε όλες τις ετερόκλιτες ψηφίδες, στο κέντρο των οποίων ο Κοψίδης έχτιζε σιγά σιγά με ειλικρίνεια και γνώση την προσωπική του μυθολογία.

Όταν πέρναγες το κατώφλι αυτού του χώρου βρισκόσουν στο μυαλό του. Γοητευτικοί και οι δύο: Kαι ο χώρος και ο άνθρωπος.

Πολύς κόσμος ερχόταν στο σπίτι… Θυμάμαι τον Γιώργο το Σικελιώτη, ζωγράφο, φίλοι από παλιά, τότε που ταξίδευαν στο Άγιον Όρος. Τον Σάββα Τζανετάκη. Eίχαν συνεργαστεί σε μια σειρά χαρακτικών που έκαναν από κοινού. Τη Μαρίνα Καραγάτση και τον ζωγράφο Φίλιππο Τάρλοου, επίσης καλοί φίλοι. Κάνανε τα πορτραίτα ο ένας του άλλου και μια φορά με πήραν και μένα στην παρέα τους και έτσι έγινε το πορτραίτο του πατέρα μου που έκανα όταν ήμουν 15 χρονών, με στυλό Bic σε σχολικό τετράδιο με γραμμές που έχουν πια σβηστεί, αλλά το μελάνι του στυλό κρατάει ακόμα…Τον Αχιλλέα Χατζόπουλο, τον δημοσιογράφο. Επίσης ο καλός φίλος Στέλιος Ελληνιάδης που έχει γράψει κείμενα με μεγάλη ευαισθησία για τον Κοψίδη. Ο Κώστας Καββαθάς, εκδότης και συνοδοιπόρος στις εξορμήσεις στο Λαύριο. Ο στιχουργός Άκος Δασκαλόπουλος, ο τραγουδοποιός Μάνος Λοΐζος. Πολλή παρέα και εξορμήσεις στις εξοχές οικογενειακώς με τον Θόδωρο και την Ξένια Σπονδυλίδη με τους μικρούς τότε Γιώργο και Θανάση. Κι άλλοι πολλοί που τώρα ξεχνώ…

Στο εργαστήριο με τον Άκο Δασκαλόπουλο και τον Μάνο Λοΐζο τη δεκαετία του ’70

Θυμάμαι το γεμάτο με κόσμο εργαστήριο, όπου εύρισκα την ευκαιρία να τρυπώσω ανάμεσα στους μεγάλους και να χαζέψω την βιβλιοθήκη, που ήταν και το κόλλημά μου. Και τον πατέρα μου να ξεδιπλώνει την σκέψη του, ή να διαβάζει τα κείμενα του. Και όλοι να κρέμονται από τα χείλη του. Στο σπίτι δεν γίνονταν έντονες συζητήσεις. Δεν αναμοχλεύονταν πολιτικά πάθη. Γιατί αυτό που ένωνε τις αντίθετες απόψεις ήταν η τέχνη που λείαινε τις γωνίες. Και αν μη τι άλλο υπήρχε και η μητέρα μου με το τέλειο φαγητό της που πρόσθετε στη ζεστή και ευχάριστη ατμόσφαιρα. Τώρα εγώ με τα μυαλά που είχα τότε στα 15 αυτά θυμάμαι και έτσι το αντιλαμβανόμουν. Ήμουν ήσυχο παιδί και χωμένο στα βιβλία, ειδικά των άλλων, δηλαδή του πατέρα μου. Ένοιωθα ότι κάποιο μυστήριο μου κρύβουν και εκεί στην βιβλιοθήκη θα ανακάλυπτα την κρυμμένη αλήθεια.

Επίσκεψη στον Γιάννη Σκαρίμπα, μέσα της δεκαετίας του 1970. (Από αριστερά: οι ζωγράφοι Γιώργος
Ιωάννου, Ράλλης Κοψίδης, Γιάννης Παπανελόπουλος, και ο δημοσιογράφος Αχιλλέας
Χατζόπουλος. Καθιστός ο Γιάννης Σκαρίμπας)

Τελικά η αλήθεια  μου αποκαλύφτηκε εκείνη την περίοδο στο ταξίδι μας στην Γενεύη οικογενειακώς όταν ο πατέρας μου ανέλαβε την δουλειά της εικονογράφησης του Ναού του αποστόλου Παύλου. Σε μία από τις εκδρομές μας επισκεφτήκαμε την  Notre Dame du Haut’ , ένα καθολικό ναό στην Ronchamp της Γαλλίας που χτίστηκε το 1955 από τον αρχιτέκτονα Le Corbusier.

Αυτό που με εντυπωσίασε ήταν η αίσθηση του κενού στο χώρο. Ένας χώρος φτιαγμένος για να δώσει αξία στο Τίποτα με Τ κεφαλαίο. Μια μυστική αίσθηση που αντανακλούσε από τον εαυτό συναντούσε τις γυμνές επιφάνειες και επέστρεφε αναλλοίωτα στον εαυτόν. Το κενό αυτό με μαγνήτισε και θεώρησα από τότε την ζωγραφική σαν  μια αναγκαία σύμβαση συγκάλυψης του κενού. Ένα αναγκαίο κακό ας το πούμε.

Από κει και πέρα ακολούθησα έναν ανορθόδοξο τρόπο στις σπουδές μου, το κλασσικό φροντιστήριο για τις εισαγωγικές, εκεί όπου έμαθα καλό σχέδιο και μ ’αυτή την απαραίτητη βάση (και ας μην το σνομπάρουμε), έφυγα για Γαλλία ακολουθώντας άλλο δρόμο και την προσωπική μου ζωή. Σύντομα όμως και σε ανύποπτο χρόνο ξανασυνδέθηκα με την ζωγραφική, έδωσα εξετάσεις και μπήκα  στην École nationale supérieure des Beaux-Arts στο Παρίσι. Θυμάμαι την  έκθεση του Yves Klein στο Beaubourg και το πόσο με είχε επηρεάσει τότε στην αρχή… Ωστόσο η ματιά του Κοψίδη από απόσταση περνούσε από ένα προσωπικό  παραμορφωτικό καθρέφτη, γινόταν και δική μου ματιά και μου έστελνε την εικόνα μιας γης και των ανθρώπων της υπέροχα όμορφης που εγώ αφηρημένα ζωγράφιζα.

Σοφία Κοψίδου, σχέδιο με μελάνι, 2003

Πρόσφατα επέστρεψα στη Γενεύη μετά από  χρόνια και επισκέφτηκα τον Ναό του αποστόλου Παύλου. Προσπάθησα να φανταστώ το έργο πριν τις προσθήκες. Τα κατάφερα για λίγο και σκεφτόμουν την μοναξιά του Κοψίδη. Αυτός έκανε ένα έργο. Πόσοι όμως το έχουν εκτιμήσει; Ο αγαπητός πατέρας Βασίλειος, λαϊκός τότε, όταν ιστορούσε ο πατέρας μου την εκκλησία, ήταν εκεί και τον βοηθούσε κάποιες φορές ή πρόσεχε μην πέσει από την σκαλωσιά! Μια μέρα, μου έλεγε, εκεί που ζωγράφιζε την μορφή του Ιησού στο τέμπλο, στα τέσσερα μέτρα ύψος, γυρνάω και τον βλέπω σε μια στιγμή να σκοντάφτει και πηγαίνει μια δεξιά, μια αριστερά σαν μπαλόνι. Στο τέλος έσκασε στο πάτωμα εκεί που ήταν τα χρώματα. Πάω κοντά του και του λέω:–Ράλλη καλά είσαι; Έπαθες κάτι;  -Όχι δόξα τω Θεό, μου απαντάει, καλά είμαι. Τινάχτηκε λίγο, ξανανέβηκε στη σκαλωσιά και συνέχισε να ζωγραφίζει.

Αυτοπροσωπογραφία εν μέσω των ειδώλων

Στον κατάλογο της πρόσφατης αναδρομικής έκθεσης στην Λήμνο το 2019, ο επιμελητής Σπύρος Μοσχονάς αναφέρεται  στους δυο τελευταίους και ίσως τους πιο σημαντικούς θεματικούς κύκλους έργων του Κοψίδη. Το Λαύριο και το κάστρο της Λήμνου ως χώρος μνήμης.

«Η αποστασιοποίηση του Κοψίδη από το βυζαντινό ύφος ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1970 και μέσα από τον σημαντικότερο, ίσως, κύκλο πινάκων σε ολόκληρη την εργογραφία του: τη σειρά με τα τοπία του Λαυρίου. Το Λαύριο ήταν για τον καλλιτέχνη ένας τόπος ιστορίας, μνήμης και ανθρώπινου μόχθου, που ελέω της τεχνολογίας και των μεταλλίων μεταμορφώθηκε σε τοπίο βιομηχανικό, όπου η φύση και η ιστορία βιάστηκαν, περιθωριοποιήθηκαν στο βωμό του κέρδους. Ο καταγγελτικός λόγος μπερδεύτηκε με τον συμβολικό και ο Κοψίδης ξεκίνησε να μιλάει πια μια γλώσσα συμβόλων. «Ο κάθε καλλιτέχνης διαλέγει ορισμένα σύμβολα, ορισμένα εκφραστικά μέσα, όχι τεχνητά αλλά ουσιαστικά. Διαλέγει δηλαδή ορισμένες μορφές που τον βοηθούν να προεκτείνει τον εαυτό του μέσα από αυτές. Μορφές που τον βοηθούν ακόμα να ερμηνεύσει τον εαυτό του. Εγώ στο Λαύριο είδα στοιχεία ζωγραφικά που ήταν προεκτάσεις της ζωής μου. Είδα δηλαδή φτώχεια, δυστυχία, πόλεμο, εκμετάλλευση, αγωνία, περιθωριακή ζωή. Το Λαύριο είναι ένας χώρος που καταλαβαίνω. Κυρίως οι άνθρωποί του. Και ο άνθρωπος είναι το Α και το Ω της ζωγραφικής μου», έλεγε. Μέσα από τα τοπία του Λαυρίου ο Κοψίδης στράφηκε προς τον υπερρεαλισμό, συνδυάζοντας σύμβολα και εικόνες που συγκροτούσαν ένα μαγικό περιβάλλον. Κούκλες ατενίζουν το τοπίο, γυμνά συζητούν με τους όγκους του ορίζοντα, μηχανικά και φανταστικά στοιχεία αντικαθιστούν το χώμα, τα λουλούδια, τους βράχους. Τότε, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και έπειτα, ο καλλιτέχνης άρχισε να στρέφεται προς την παιδική ανάμνηση της Λήμνου. Μνήμες της τρυφερής παιδικής ηλικίας μπερδεύονταν με οράματα και όνειρα, ενώ το τοπίο στα έργα του μετατράπηκε σε τόπο φανταστικό, γεμάτο τέρατα, παράξενα όντα και φυτά».

Παράλληλα και αλληλένδετα με του δυο σημαντικούς θεματικούς πόλους, το Λαύριο και το Κάστρο της Λήμνου, στα μέσα της δεκαετίας του ‘70, γίνεται ανάθεση στον Κοψίδη η αγιογράφηση του ναού του Αποστόλου Παύλου από το Ορθόδοξο κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Chambesy της Γενεύης.

   

Θεωρείται ένα σημαντικό έργο όχι μόνο μορφολογικά καθώς χρησιμοποιεί στοιχεία από την προσωπική  μυθολογία του με εικαστικό τρόπο, αλλά και για τις αναφορές σε θέματα που απασχολούν την κοινωνία μας σήμερα, όπως την οικολογική καταστροφή (σκηνή του Οράματος του Αποστόλου Παύλου) και την πρόσληψη της Εκκλησίας ως πανανθρώπινου θεσμού, που ξεπερνά φυλετικά χαρακτηριστικά (παράσταση της Ανάληψης).

Ανάληψη, ναός Αποστόλου Παύλου (του Ορθοδόξου κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου) στο Chambésy της Γενεύης
Όνειρο του Αποστόλου Παύλου, ναός Αποστόλου Παύλου (του Ορθοδόξου κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου) στο Chambésy της Γενεύης

«Έτσι, στην παράσταση της Ανάληψης, εικονίζονται εκατέρωθεν της Θεοτόκου δυο υψώματα με τους Αποστόλους στην άνω ζώνη και εκπροσώπους των φυλών· στην κάτω δεξιά εικονίζονται μια γυναίκα, μάλλον από τη Βορειοανατολική Ευρώπη ή τα Βαλκάνια, ένας Άραβας και μια γυναίκα από τα νησιά του Ειρηνικού, ενώ στην άλλη πλευρά βλέπει κανείς έναν αφρικανό, έναν ευρωπαίο  και έναν ασιάτη από την κίτρινη φυλή. Οι μορφές αυτές –που εκπροσωπούν όχι μόνο τις φυλές αλλά και όλες τις γλώσσες και όλους τους λαούς– νοούνται σε ένα διαφορετικό από τους Αποστόλους επίπεδο, εικονίζονται με σύγχρονες ενδυμασίες και τοποθετούνται σε «τόπον άνυδρον και άβατον» εγγράφονται δε, μέσα σε έναν κοχλία, ένα σύμβολο που επιστρέφει συχνά στο έργο του Κοψίδη και που συμβολίζει τόσο την έννοια της κατοικίας και του καταφυγίου, αλλά και εν προκειμένω προσλαμβάνει και μια σειρά άλλων εννοιών, όπως του εσωτερικού κόσμου, του κεκρυμμένου, του μονήρους βίου και του μυστικού φωτός» -Σπύρος Μοσχονάς.

Το έργο έχει κινήσει το ενδιαφέρον ερευνητών, ιστορικών, αλλά και νέων ζωγράφων και αγιογράφων που το μελετούν και προβληματίζονται για τη συνέχιση της βυζαντινής Τέχνης.

«….το μοναδικό σύνολο της Γενεύης, που προωθεί την εκκλησιαστική ζωγραφική ένα βήμα παραπέρα σε προσωπικό αλλά και ευρύτερα καλλιτεχνικό επίπεδο, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κρίκους της αλυσίδας των δημιουργών εκείνων όπως ο Παρθένης, ο Παπαλουκάς, ο Αστεριάδης, ο Βασιλείου, ο Κόντογλου, και σύνδεσμος με τις νεότερες γενιές που εξακολουθούν να πειραματίζονται, να αναζητούν, να διερωτώνται μέσα βέβαια, από διαφορετικούς μα εξίσου προσωπικούς δρόμους» – Σπύρος Μοσχονάς.

Σίγουρα ο Κοψίδης είχε τη τύχη να βρεθεί σε μια ευτυχή συγκυρία τόπου, χρόνου και ανθρώπων, με ένα φωτισμένο επίσκοπο τον Δαμασκηνό να υποστηρίζει την πρότασή του στον επιφυλακτικό χορηγό, τον εφοπλιστή Λαιμό,  μια εκκλησία με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική του Γεωργίου Π. Λάββα, το γεγονός ότι το έργο έγινε εκτός Ελλάδας και τέλος και ίσως το πιο σημαντικό, αυτό που αναφέρει ο Κοψίδης στον Σπύρο Μοσχονά: Ο Κοψίδης αντιλήφθηκε την εργασία του στη Γενεύη σαν «ευκαιρία ζωής», όπου θα εφάρμοζε μια αμιγώς προσωπική θέαση της εκκλησιαστικής ζωγραφικής, χωρίς να έχει πλήρως συλλάβει τον τρόπο· «χορεύοντας θα μάθω χορό, είπα τότε, και απλώς ξεκίνησα».

Το 1989 η Εθνική Πινακοθήκη οργάνωσε μεγάλη αναδρομική έκθεση με έργα του, ζωγραφικής και χαρακτικής στην Αθήνα και Αλεξανδρούπολη. Και το 1994 παρουσιάστηκε στην πινακοθήκη της Πάτρας.

Αναδρομική Πάτρας, 1994: Ελληνιάδης Στέλιος, Σοφία Κοψίδου και Ράλλης Κοψίδης (φωτογραφία από το αρχειο Ντέφι, Σ. Ελληνιάδης)

Κλείνω αυτό το μικρό αφιέρωμα για τον πατέρα μου, Ράλλη Κοψίδη, με τα λόγια του φίλου του, Στέλιου Ελληνιάδη:

«Αθώος άγιος. “Κατά βάθος, ο Κόντογλου είναι ένας λόγιος που πασχίζει να γίνει αθώος” επισημαίνει ο Παΐσιος και συμπληρώνει “ο Κοψίδης είναι αθώος”. Αθώος που δεν χαρίστηκε σε κανέναν παράγοντα της εκκλησίας, της πολιτικής ή των γραμμάτων και των τεχνών. Ένας άγιος όχι με σταυρούς, καλυμμαύκια και αμφίβολης αλήθειας θαύματα. Ένας άγιος που από το “κελί” του -πάντα ορθάνοιχτο στους επισκέπτες- έστελνε μικρής εμβέλειας αλλά ανυπολόγιστης πνευματικής, ηθικής και καλλιτεχνικής αξίας δημιουργήματα στον έξω κόσμο. Ο Ράλλης Κοψίδης γεννήθηκε το 1929 και έφυγε από κοντά μας το καλοκαίρι του 2010, στα 81 του».

Το παιδί με το αλογάκι, 1987  – Από τη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης

ΥΓ: Πρόσφατα ο Νεκτάριος Μαμάης παρουσίασε στη Θεολογική Σχολή, με επόπτη τον Γεώργιο Κόρδη, την διατριβή «Το τοιχογραφικό έργο του Ράλλη Κοψίδη (1929-2010). Πορεία προς τo Σαμπεζύ».

«Η συγκεκριμένη διδακτορική διατριβή αποτελεί την πρώτη παρουσίαση της συνολικής διαδρομής του τοιχογραφικού έργου του Ρ. Κοψίδη και την ένταξή της στο σύνολο της εικαστικής παραγωγής του. Στόχος της εργασίας αυτής είναι να φέρει σε επαφή́ το επιστημονικό́ αλλά́ και το ευρύτερο κοινό́ με το εικονογραφικό́ έργο του Ράλλη Κοψίδη και ταυτόχρονα να αποτελέσει το έναυσμα διαλόγου και προβληματισμού́ μεταξύ́ των συγχρόνων εικονογραφών για το «πώς» του εμπλουτισμού και της ζωντανής συνέχειας της ιερής τέχνης των εικόνων». Περιμένω με ανυπομονησία την έκδοσή του.

Πηγή  


Φώτης Κόντογλου (1895-1965)

 Ορφανός από πατέρα, καθιέρωσε το επώνυμο της μητέρας του αντί του πατρικού του ονόματος “Αποστολέλλης”. Φοίτησε στο γυμνάσιο των Κυδωνιών. Το 1913 γράφτηκε στην τρίτη τάξη της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, δύο χρόνια όμως αργότερα διέκοψε τις σπουδές του και, αφού ταξίδεψε σε διάφορες χώρες, εγκαταστάθηκε έως το 1919 στο Παρίσι, όπου και έγραψε το βιβλίο του Pedro Cazas. Επέστρεψε στην πατρίδα του και δίδαξε γαλλική γλώσσα και καλλιτεχνικά μαθήματα στο γυμνάσιο. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή κατέφυγε ως πρόσφυγας στη Μυτιλήνη και στη συνέχεια στην Αθήνα και εργάστηκε για το Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη. Το 1923 ταξίδεψε στο Άγιο Όρος και ήλθε σε επαφή με τη βυζαντινή ζωγραφική. Την ίδια χρονιά εξέθεσε με τον Κωνσταντίνο Μαλέα και παρουσίασε έργα του στο Λύκειο των Ελληνίδων στην Αθήνα. Εργάστηκε ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας (1930), στο Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου (1933) και στο Μουσείο της Κέρκυρας (1934 – 1935), ενώ από το 1936 δούλεψε για τη συντήρηση και τον καθαρισμό των τοιχογραφιών της Περίβλεπτου στο Μυστρά. Το 1932, με βοηθούς το Γιάννη Τσαρούχη και το Νίκο Εγγονόπουλο, ζωγράφισε με την τεχνική της νωπογραφίας τις τοιχογραφίες του σπιτιού του, που σήμερα βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη, και το 1933 πήρε το δίπλωμά του από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Συμμετείχε σε Πανελλήνιες Καλλιτεχνικές Εκθέσεις (1938, 1948, 1957), στην Μπιενάλε της Βενετίας του 1934 και στη Β΄ Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας (1957). Στα 1937 – 1939 φιλοτέχνησε κατά τη βυζαντινή τεχνοτροπία τις τοιχογραφίες του Δημαρχείου της Αθήνας. Το 1960 τιμήθηκε με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για το δίτομο βιβλίο του Έκφρασις, ήγουν ιστόρησις της παντίμου ορθοδόξου αγιογραφίας, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις “Αστήρ”, καθώς και με τον Ταξιάρχη του Φοίνικος, ενώ το 1965 έλαβε το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών της Ακαδημίας Αθηνών. Αγιογράφησε πολλές εκκλησίες, μεταξύ των οποίων και την Καπνικαρέα στην Αθήνα (1942 – 1953), ιστόρησε μεγάλο αριθμό φορητών εικόνων, ενώ ασχολήθηκε επίσης με την εικονογράφηση και τη συγγραφή βιβλίων. Αναδρομικές παρουσιάσεις του έργου του διοργανώθηκαν από την Εθνική Πινακοθήκη (1978), το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων (1983) και το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης (1986).

Έχοντας ως γνώμονα των καλλιτεχνικών του αναζητήσεων τη βυζαντινή και τη λαϊκή ζωγραφική, αλλά και μελετώντας δημιουργίες παλαιότερων περιόδων, όπως τα πορτρέτα του Φαγιούμ, αναδείχτηκε με το έργο του σε βασικό υποστηρικτή του αιτήματος της αυθεντικότητας της ελληνικής έκφρασης, ενώ καθοριστική κρίνεται η συμβολή του στη διαμόρφωση της νεότερης εκκλησιαστικής ζωγραφικής.

Έργα του εδώ (Εθνική Πινακοθήκη)

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

«Η δημιουργία του Αδάμ» - Καπέλα Σιξτίνα - Μικελάντζελο


Πηγή - Περισσότερα: ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΠΕΛΑ ΣΙΞΤΙΝΑ - ΜΙΚΕΛΑΝΤΖΕΛΟ:
http://texni-zoi.blogspot.gr/2013/04/blog-post.html

"Τελικά, το έργο του Μιχαήλ Αγγέλου στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα συνδυάζει πολλούς κόσμους!! Την τέχνη, την πίστη, τον χριστιανισμό, τον νεοπλατωνισμό, αλλά και την επιστήμη!!! Πώς θα μπορούσε αυτός ο πλούτος να μη προκαλεί τον θαυμασμό μας;!!!!"
Μαρία Ζωγράφου Ουζούνογλου


"Η δημιουργία του Αδάμ"

...Πάμε τώρα στο κεντρικό τρίπτυχο και στην διασημότερη σκηνή από όλες που είναι

«Η δημιουργία του Αδάμ» : Κεντρικές μορφές ο Θεός και ο Αδάμ. Ο Αδάμ ξαπλωμένος, μόλις που έχει δημιουργηθεί, μοιάζει σαν μια αδρανή μορφή, χωρίς καμιά δυνατότητα δύναμης στην κίνηση του. Η στάση του μοιάζει κάπως σαν τον μεθυσμένο Νώε που είδαμε παραπάνω.
Επίσης παρατηρούμε πως αν και πρωτόπλαστος και όχι γεννημένος από μάνα- άνθρωπο, ο Αδάμ έχει ομφαλό στη κοιλιά του!! Κάποια εξήγηση θα έχει. Ο Θεός από την άλλη, είναι μεγάλης ηλικίας αλλά πολύ δυνατός που όμως στηρίζεται στις μορφές των αγγέλων. Είναι πολύ σπάνιο εκείνη την εποχή να απεικονίζουν τον Θεό τόσο ηλικιωμένο. Το πιο πιθανό είναι ο Μιχαήλ Άγγελος να έχει επηρεαστεί από τις αρχαίες παραστάσεις των ελληνικών Θεών, όπως για παράδειγμα του Δία και του Ποσειδώνα. Το χέρι του Θεού συναντά εκείνο του Ανθρώπου μέσα από μια υπέροχη χειρονομία όπου του δίνει ζωή και ενέργεια χωρίς καν να χρειαστεί να τον ακουμπήσει. Αυτή η σκηνή είναι η μοναδική που δείχνει τη σχέση αγάπης μεταξύ Θεού και Ανθρώπου. Μοιάζει μέσα από την κίνηση και το βλέμμα και των δυο να αναζητά ο ένας την ύπαρξη του άλλου.


Ο Μικελάντζελο τους απεικονίζει να έχουν το ίδιο μέγεθος. Δεν κάνει έναν Αδάμ μικρότερο του Θεού.Τα χαρακτηριστικά του Αδάμ δεν είναι μόνον αρσενικά. Έχει και θηλυκά: Η στάση του κορμιού του, η γλυκύτητα στο πρόσωπο του, το τρυφερό του δέρμα αλλά και τα πολύ μικρά γεννητικά του όργανα. Όλα υποδηλώνουν έναν άνθρωπο ανδρόγυνο! Δηλ το αρσενικό στοιχείο με το θηλυκό σε αρμονία έχουν αποτέλεσμα τον τέλειο άνθρωπο. Όπως έτσι παρουσίασε και τον Θεό ο Μιχαήλ Άγγελος όταν διαχώριζε το φως από το σκοτάδι. Με δύο φύσεις. Άρα κατ εικόνα και ομοίωση Θεού αποδίδεται ο τέλειος άνθρωπος κατά τον καλλιτέχνη για άλλη μια φορά. Έτσι, στην ουσία η Εύα υπάρχει ήδη μέσα στον Αδάμ.

Ο Θεός με το άλλο του χέρι αγγίζει ένα παιδί στην καρωτίδα του. Εδώ, βλέπουμε την έντονη αντίδραση του παιδιού. Αυτή μπορεί και να υποδηλώνει ότι σε αυτό βρίσκεται η ψυχή του Αδάμ. Κάτι που ενισχύει αυτή τη σκέψη είναι πως και το παιδί έχει την ίδια στάση με τον Αδάμ. Δίπλα στον Θεό, βλέπουμε μια γυναίκα η οποία κοιτά τον Αδάμ. Μπορεί να είναι η ψυχή της Εύας (όπως πριν με το παιδί) ή σύμφωνα με την νεοπλατωνική θεωρία να είναι η σοφία. Αυτή η σκέψη- θέση βασίζεται και πάλι στην Ιουδαϊκή παράδοση και πιο συγκεκριμένα στην παράδοση της Καμπάλα όπου, ο Θεός δημιουργεί τον Άνθρωπο με σοφία. Είτε έτσι είτε αλλιώς, ένα είναι σίγουρο. Η θέση που την τοποθετεί ο Μικελάντζελο είναι μεγίστης σημασίας. Αυτή η γυναίκα είναι δίπλα στον Θεό που με έναν τρόπο την αγκαλιάζει. Όπως σημαντική είναι και η θέση και σύνδεση της με το παιδί δίπλα που θα μπορούσε να ήταν ο Χριστός. Σε αυτή την περίπτωση, η ύπαρξη του μας θυμίζει την αποστολή του που είναι η σωτηρία των ανθρώπων. Άρα και η γυναίκα δίπλα του θα μπορούσε εκτός από την ψυχή της Εύας να είναι και η Παναγία, η νέα Εύα.
Άρα, τι θέλει να μας δείξει ο Μιχαήλ Άγγελος σε αυτή τη σκηνή; Πολλά. Πρώτα από όλα, την τεράστια αγάπη του Θεού για το δημιούργημα του: Τον Άνθρωπο. Έπειτα την διάνοια του που από τη πρώτη κιόλας στιγμή που δημιουργεί τον άνθρωπο, ξέρει ότι αυτός θα φύγει από την αγκαλιά του και θα υποφέρει. Έτσι, του δημιουργεί παράλληλα ένα τρόπο, ένα σχέδιο σωτηρίας του. Άρα, ο Θεός εδώ φανερώνεται από τον Μιχαήλ Άγγελο σαν Πανάγαθος και Πάνσοφος!!
Και τώρα το ακόμα πιο ενδιαφέρον!!! Πώς μας δείχνει αυτή τη διάνοια του Θεού ο Μικελάντζελο ; Το κάνει, δίνοντας στον μανδύα του Θεού το σχήμα του εγκεφάλου!!! Ας δούμε τις εικόνες παρακάτω για να καταλάβουμε πολύ καλύτερα τα μυστικά της εικόνας!



Ξέρουμε πως είχε παρακολουθήσει ανατομία. Αναφερθήκαμε στην βιογραφία του σχετικά. Και αυτή του τη γνώση την χρησιμοποιεί εδώ συμβολικά!! Αυτό, το ανακάλυψε ένας γιατρός, o Φρανκ Meshberger (δημοσίευσε το άρθρο στο Journal of the American Medical Association, μόλις το 1990!



http://nzals.blogspot.gr/2013/10/blog-post_5554.html?spref=bl

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

25. Η Εκκλησιαστική τέχνη στη Δύση

Η εισαγωγική παρουσίαση του μαθήματος
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C117/510/3331,13439/extras/html/kef4_en25_eisagogiki_parousiasi_popup.htm
 Η Ναοδομία στη Δύση μέσα από εικόνες

21. Εκκλησιαστική τέχνη Β': Yμνολογία

Η εισαγωγική παρουσίαση του μαθήματος
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C117/510/3330,13435/extras/html/kef3_en21_eisagogiki_parousiasi_popup.htm
 Συλλογή εικόνων: Ποιητές Κανόνων

20. Εκκλησιαστική τέχνη Α': Ναοδομία και αγιογραφία

Η εισαγωγική παρουσίαση του μαθήματος
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-C117/510/3330,13434/extras/html/kef3_en20_eisagogiki_parousiasi_popup.htm
  Απολυτίκιο Αγίων Σέργιου και Βάκχου

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Αντρέι Ρουμπλιώφ

Παναγιώτης Δρακόπουλος από τη Μυριόβιβλο


Η ρωσική εικονογραφία θεωρείται η σπουδαιότερη εικαστική έκφραση της Ορθοδοξίας μαζί με τη Βυζαντινή.

Στην πρώτη περίοδό της, κατά τους 11ο και 12ο αι., ήταν άμεσα επηρεασμένη από τη Βυζαντινή, και πολλοί από τους αγιογράφους ήταν Έλληνες. Το περιφημότερο έργο αυτής της περιόδου είναι η Παναγία του Βλαδιμήρ, η οποία θεωρείται εφέστια εικόνα της Ρωσίας.


Η εποχή

Ακολούθησε η περίοδος του «Ταταρικού ζυγού», όπου η Ρωσία, με πρωτεύουσα τότε το Κίεβο, είχε κατακτηθεί από τους Τάταρους της λεγόμενης Χρυσής Ορδής. Οι Τάταροι, λεηλάτησαν και έκαψαν παλάτια, αρχοντικά, μοναστήρια κι εκκλησιές. Φορητές εικόνες, τοιχογραφίες, κεντήματα, μικροτεχνήματα κλπ καταστράφηκαν. Ακολούθησε αγώνας των Ρώσων για την ελευθερία τους, αγώνας που προκαλούσε νέες βαρβαρικές επιδρομές.

Αλλά οι Τάταροι έβρισκαν συχνά βοήθεια από Ρώσους ηγεμονίσκους που απεχθάνονταν την αποκατάσταση ενιαίου κράτους. Εκείνη την περίοδο, που τόσο σωστά απεικονίζει ο Ταρκόφσκυ στην ταινία του «Αντρέι Ρουμπλιώφ», η τέχνη είχε ξεπέσει, όπως κι όλος ο πολιτισμός. Προσοχή όμως: τα όσα αφορούν στον ίδιο τον Ρουμπλιώφ είναι μυθιστορηματικά. Ο Ρουμπλιώφ του Ταρκόφσκυ δεν είναι βιογραφία, παρά τον τίτλο της ταινίας.

Την ταραγμένη και σκοτεινή περίοδο εκείνη, έλαμψε το άστρο του Σεργίου, ηγουμένου της Μονής Αγίας Τριάδος του Ραντονέζ. Ο Σέργιος (περίπου 1314-1392) ήταν ο ηγέτης του ησυχασμού στη Ρωσία, ακολουθώντας πλήρως τη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

Την ίδια περίοδο, αψηφώντας το ζόφο και την ανασφάλεια, ήλθε στη Ρωσία ο Έλληνας μοναχός αγιογράφος Θεοφάνης. Ο Θεοφάνης, αποκαλούμενος Ο Γραικός ή ο Έλληνας, ήταν σπουδαίος αγιογράφος. Εικονογράφησε ναούς και στην ίδια την ακμάζουσα τότε Κωνσταντινούπολη. Αδιαφορώντας για τις επιδρομές, πήγε σε πολλές πόλεις της Ρωσίας αγιογραφώντας και εκπαιδεύοντας πλήθος μαθητών επί 30 ολόκληρα χρόνια. Ανάμεσά τους και ο Αντρέι Ρουμπλιώφ.


Βιογραφικά

Πληροφορίες για τον βίο και το έργο του Αντρέι Ρουμπλιώφ σώζονται μόνο σε μεταγενέστερα χρονικά, και δεν είμαστε βέβαιοι για την ακρίβεια των πληροφοριών που δίνουν. Πάντως, υποστηρίζουν ότι σε πολύ νεανική ηλικία ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο, στη μονή της Αγίας Τριάδος, ως υποτακτικός του τότε ηγουμένου Σεργίου, εν συνεχεία οσίου (εκοιμήθη το 1392). Ο Σέργιος έδωσε το όνομα του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέα στον νεαρό μοναχό –άρα το κατά κόσμον όνομα του Ρουμπλιώφ δεν μας είναι γνωστό.

Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ πιθανολογείται ότι γεννήθηκε περί το 1360. Λέγεται ότι ήταν ένας πολύ ντροπαλός και σιωπηλός άνθρωπος, εξαιρετικά ταπεινόφρων. Την πρώτη επίσημη αναφορά του ονόματός του συναντάμε σ’ένα έγγραφο του 1405, στο οποίο δηλώνεται ότι την εικονογράφηση του Καθεδρικού ναού της Μόσχας στο Κρεμλίνο ανέλαβε ο Θεοφάνης ο Έλληνας μαζί με τον μαίστορα Πρόχορο και τον μοναχό Αντρέι Ρουμπλιώφ.

Το ταλέντο του Ρουμπλιώφ έγινε γρήγορα γνωστό και προσελήφθη στην αυλή του Ηγεμόνα της Μόσχας ή το πιθανώτερο δεν προσελήφθη επ' αμοιβή αλλά του ανετέθησαν έργα. Στα τέλη του 14ου αι. αγιογράφησε μέρος από τον Καθεδρικό του Ζβενιγκόροντ, κοντά στη Μόσχα, και το 1400 φαίνεται πως ανέλαβε να εικονογραφήσει τον Καθεδρικό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο. Το 1408, μαζί με τον συνεργάτη του Δανιήλ, λέγεται ότι εικονογράφησε το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Βλαδιμήρ.

O Αντρέι Ρουμπλιώφ δεν φαίνεται να απεχώρησε ποτέ ή να εγκατέλειψε τη μονή της μετανοίας του, δηλαδή τη μονή του Αγίου Σεργίου. Εκεί αγιογράφησε το Καθολικό. Σύμφωνα με την παράδοση, αγιογράφησε την Αγία Τριάδα προς τιμήν του γέροντά του οσίου Σεργίου, μεταξύ 1411 και 1422.

Φαίνεται ότι ενώ ακόμη εικονογραφούσε τη μονή Ανδρόνικωφ, το 1430, ο Ρουμπλιώφ απέθανε σε ηλικία 70 περίπου ετών. Η σορός του εναποτέθηκε σε κρύπτη στο μοναστήρι. Η ρωσική Εκκλησία τον ανεκήρυξε άγιο το 1989 και η μνήμη του τιμάται στις 17 Ιουλίου (με το παλαιό ημερολόγιο).

Κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης οι τοιχογραφίες στη μονή Ανδρόνικωφ και σε άλλα μοναστήρια καταστράφηκαν, με το επιχείρημα ότι το νέο κράτος δεν θέλει Εκκλησία. Οι καταστροφές αυτές πρέπει να θεωρούνται από τις μεγαλύτερες συμφορές του πολιτισμού.

Η ίδια η Λαύρα της Αγίας Τριάδος έγινε με διάταγμα του Λένιν Μουσείο του Λαού, και πολλά έργα καταστράφηκαν, πολλά όμως γλύτωσαν χάρις στην κουλτούρα του πρώτου Σοβιετικού Διευθυντή του ...Μουσείου. Η μονή Ανδρόνικωφ είχε χειρότερη μοίρα: έγινε στρατόπεδο συγκέντρωσης, κι όταν αυτά άρχισαν να περιορίζονται, έγινε κατοικίες των εργατών κοντινού εργοστασίου. Μόλις το 1960 η μονή αποκαταστάθηκε κάπως και λειτουργεί έκτοτε ως Μουσείο Χριστιανικής Τέχνης.


Αισθητικές αποτιμήσεις

Ο Αντρέι Ρουμπλιώφ υπήρξε επιφανής Ρώσος αγιογράφος, ένας από τους μεγαλύτερους του κόσμου.Το έργο για το οποίο αναγνωρίζεται ως ένας των κορυφαίων αγιογράφων της Ορθοδοξίας, είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδος, η οποία αποτελεί και το αριστούργημα της ρωσικής εικονογραφικής τέχνης. Η εικόνα της Αγίας Τριάδος διακρίνεται για την σύνθεση, τον ρυθμό, τον φωτισμό, την αρμονία την καθαρότητα και την απλότητα.

Είναι πάντως δύσκολο να διατυπώσουμε αισθητικές κρίσεις με βεβαιότητα, δεδομένου ότι τα σωζόμενα και αποδιδόμενα σε αυτόν έργα, πλήν της Αγίας Τριάδος είναι αμφίβολα. Ας ληφθεί υπ όψιν, επίσης, ότι τα σωζόμενα έργα του έχουν επιχρωματιστεί από μεταγενέστερους, διότι τα υλικά εικονογράφησης στα χρόνια του Ρουμπλιώφ, στη Ρωσία, δεν είχαν αντοχή στο χρόνο.

Οι επιδράσεις του Θεοφάνη του Έλληνα πάνω στον Ρουμπλιώφ θα πρέπει να θεωρούνται αυτονόητες, αφού όλες οι πηγές τον συνδέουν με τον δάσκαλό του Θεοφάνη. Αλλά από όσα σώζονται, έστω αλλοιωμένα, είναι φανερό ότι ο Ρουμπλιώφ πήγε πολύ πιό πέρα από τον δάσκαλό του. Αυτό φαίνεται παραβάλλοντας τα έργα των δύο: ο Θεοφάνης έχει έναν δυνατό εξπρεσιονισμό, πολύ κοντινό στον άνθρωπο του αιώνα μας, όπως βλέπουμε στην εικόνα της Παναγίας, ενώ ο Ρουμπλιώφ ρίχνει όλο του το βάρος στην πνευματικότητα του προσώπου, όπως βλέπουμε στην εικόνα του Χριστού ή ακόμη και του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ακόμη πιό έντονη είναι η διαφορά, ανάμεσα στην Αγία Τριάδα του Θεοφάνη και σε αυτήν του Ρουμπλιώφ.

Όπως γράφει σ΄ένα δοκίμιό του ο π. Σταμάτης Σκλήρης, «αρκεί ν’αντιπαραβάλουμε τη φωτοσκίαση των ενδυμάτων του Θεοφάνη αφ ενός και του Ρουμπλιώφ αφ’ετέρου προς τη φωτοσκίαση των τοιχογραφιών της Μονής της Χώρας Κωνσταντινουπόλεως, για να συμπεράνουμε ότι ο Ρουμπλιώφ στάθηκε πιό βυζαντινός από τον δάσκαλό του. Δεν πρόκειται όμως μόνο για μια τέτοια λεπτομέρεια, αλλά για όλα τα στοιχεία που συγκροτούν το μνημειώδες και μοναδικό έργο του. Όχι μόνο στις φορητές εικόνες, όπως αυτές του Χριστού και των Αρχαγγέλων της Δεήσεως, αλλά και στις τοιχογραφίες, ο Ρουμπλιώφ φωτίζει τα πρόσωπα με τον τρόπο της βυζαντινής πλαστικότητας, σε αντίθεση προς τον έντονο εξπρεσιονισμό των τοιχογραφιών του Θεοφάνη.»

Η ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να μη σημειώσει, πάντως, ότι τα ίδια περίπου χρόνια και εδώ στην Ελλάδα σημειώθηκε τομή στην αγιογραφική τέχνη, με την εμφάνιση του κυρ Μανουήλ Πανσέληνου. Βεβαίως, ο Ρουμπλιώφ δεν ήξερε το έργο του Πανσέληνου. Αλλά ίσως δεν είναι τυχαίο ότι τα χρόνια εκείνα, χρόνια των Παλαιολόγων, ο εικαστικός μυστικισμός αναζήτησε νέους δρόμους για να εκφράσει το θείο.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Η Προσκύνηση των Μάγων στην τέχνη

Από το ιστολόγιο Θεολόγος.gr

Η Προσκύνηση των Μάγων είναι ένα από τα θρησκευτικά θέματα που ενέπνευσε πολλούς ζωγράφους. Οι τρεις μάγοι, σύμφωνα με την εικονογραφία, παρουσιάζονται κατά τη Γέννηση του Κυρίου στο Σπήλαιο. Αυτή η απεικόνιση όμως είναι ένας συμβολισμός που φανερώνει τη στροφή των Εθνικών και των Ιουδαίων προς τον Χριστό. Η προσκύνηση αυτή των μάγων πρέπει να συνέβη μετά την Υπαπαντή του Κυρίου (είσοδος στον Ναό, σαράντα ημέρες μετά τη γέννησή Του)



Η Προσκύνηση των Μάγων

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Η πιο σπάνια εικόνα του Χριστού ένοπλου

Η πιο σπάνια εικόνα του Χριστού βρίσκεται στο Κοσσυφοπέδιο

Αν δεν είναι η μοναδική, είναι μια από τις σπανιότερες απεικονίσεις του Ιησού.

Πρόκειται για μια αγιογραφία σε ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια του Κοσσυφοπεδίου, που απεικονίζει τον Ιησού Χριστό να κρατά ένα σπαθί. Η τοιχογραφία βρίσκεται στο καθολικό της Ι. Μονής της Αναλήψεως του Κυρίου ( Visoki Dečani) στο Κόσσοβο και χρονολογείται από τον 14ο αιώνα.

Σε αυτήν ο Χριστός απεικονίζεται, να κρατά ένα μεγάλο ξίφος. Eνας από τους κληρικούς που ζουν εκεί, δήλωσε πως το ξίφος που κρατά ο Χριστός στην τοιχογραφία, δεν είναι πολεμικό αλλά πνευματικό.

Στην επιγραφή που υπάρχει στην αριστερή πλευρά, βλέποντας την εικόνα, αναγράφεται ότι πρόκειται για πνευματικό ξίφος το οποίο «κόβει» την αμαρτία από τον άνθρωπο. Το μοναστήρι χτίστηκε από το Σέρβο βασιλιά Στέφανο του Dečani (Stephen Uroš III Dečanski of Serbia) κατά τη χρονική περίοδο το 1327-1335, και είναι αφιερωμένο στην Ανάληψη του Κυρίου.
Τα καλά διατηρημένα fresco, το πέτρινο τέμπλο του 14ου αιώνα, ο θρόνος του ηγούμενου και η σαρκοφάγος του ιδρυτή του βασιλιά Stefan, προκαλούν το ενδιαφέρον των επισκεπτών. Το μοναστήρι ορίστηκε ως Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από την UNESCO και προστατεύεται από το σερβικό κράτος.
Πηγή

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Πως θα αναγνωρίζετε διάσημους ζωγράφους από τα έργα τους

Η ιστορία της τέχνης δεν ήταν ποτέ τόσο εύκολη! Ένας χρήστης του Reddit, ο DontTacoBoutIt, δημοσίευσε μια σειρά από διάσημα έργα ζωγραφικής και ταυτόχρονα έδωσε σύντομες αλλά ξεκαρδιστικά ακριβείς εξηγήσεις για το πώς να αναγνωρίζετε τους δημιουργούς τους.

Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, τα έργα του Ντα Βίντσι μπορείτε να τα αναγνωρίσετε από τη μπλε ομίχλη και τα τοπία που θυμίζουν «Άρχοντα των δαχτυλιδιών» ενώ τα έργα του Rubens από

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Η μεγαλύτερη εικονική πινακοθήκη

Μέσα από το χώρο αυτής της πινακοθήκης μπορείτε να εντοπίσετε οποιοδήποτε έργο καλλιτέχνη θέλετε και να το αξιοποιήσετε στην τάξη. Πατώντας σε κάθε πίνακα εμφανίζονται όλα τα έργα του ζωγράφου ώστε να έχετε μία συνολική εκτίμηση του έργου του στο χρόνο.



Η Θεολογία του Τέμπλου

Από τον Προσκυνητή

Τί εἶναι τέμπλο – ὁρισμός
Τὸ τέμπλο ἢ ἀλλιῶς φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου ἢ μέγα εἰκονοστάσι ἢ ἁπλά εἰκονοστάσιο εἶναι ἕνα βυζαντινῆς καταγωγῆς ἀρχιτεκτονικὸ μοτίβο, τὸ ὁποῖο εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν. Πρόκειται γιὰ τὸν τοῖχο ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὸ Ἅγιο Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ βρίσκονται σήμερα οἱ Δεσποτικὲς καὶ ἄλλες ἱερὲς εἰκόνες.
Ἔτσι ὀνομάζεται στοὺς ὀρθοδόξους ἱεροὺς ναοὺς μία ξύλινη ἢ μαρμάρινη κατασκευή, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν κυρίως ναὸ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Τὸ Ἱερὸ Βῆμα, χῶρος «ἄβατος» καὶ πολὺ ἱερός, φράσσεται καὶ προστατεύεται ἀρχικὰ μὲ τὴν κατασκευὴ αὐτή, ἕνα χαμηλὸ δηλαδὴ κιγκλίδωμα, τὸ ὁποῖο προοδευτικὰ ὑψώνεται καὶ εἶναι γνωστὸ ὡς φράγμα Πρεσβυτερίου, Τέμπλο ἢ καὶ Εἰκονοστάσι (ἀργότερα)… Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ δύναται νὰ παραλληλισθεῖ μὲ ἀνάλογα κιγκλιδώματα σὲ ταφικὰ μνημεῖα -καὶ ἰδιαίτερα στοὺς τάφους μαρτύρων- τὰ ὁποῖα εἶχαν ὡς κύριο σκοπὸ ἀφενὸς τὴ διαφύλαξη τῆς ἱερότητος τοῦ χώρου τῶν Μαρτυρίων-Ναῶν, καὶ ἀφετέρου τὴν τοποθέτηση προσκυνηματικῶν ἱερῶν Εἰκόνων (πρβλ. καὶ τὸν ὅρο «Εἰκονοστάσιον», ὁ ὁποῖος βέβαια ἐπικρατεῖ ἀργότερα, 11ος αἰ.).

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Έργα τέχνης εμπνευσμένα από τη Παναγία

Από το ιστολόγιο της Ξανθής

El Greco

Madonna and Child with Saints, 
Pinacoteca, Vatican Museums, Vatican State


Μadonna and Child Enthroned, Crivelli Carlo (1435-1493) 

Το πρόσωπο της Παναγίας έχει εμπνεύσει μεγάλους καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο. Η Art Resource αποτελεί μία αστείρευτη εικαστική πηγή με έργα από μουσεία από όλο τον κόσμο (πάνω από ένα εκατομμύρια έργα). Περιηγηθείτε μόνοι σας και επιλέξτε τα έργα που μπορείτε να αξιοποιήσετε ή αφήστε τους μαθητές σας να το κάνουν!
Coronation of the Virgin, 1335 - 1340. Maso de Banco
Museum of Fine Arts (Szepmuveszeti Muzeum), Budapest

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Playing with Fire

                                                            Για την ανάρτηση ευχαριστώ την φίλη Σουλτάνα Γκαργκάνα!!!!

Το νέο ντοκιμαντέρ της Αννέτας Παπαθανασίου

"Να είσαι γυναίκα ηθοποιός στο Αφγανιστάν είναι μία επικίνδυνη επιλογή ζωής, αλλά πιστεύουμε ότι οι Γυναίκες και η Τέχνη μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο".

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω

.....Σ’ αυτήν όμως την περίσταση, δεν ήταν η αμφιβολία που τους έφερνε, παρά μόνο η πονηριά, και η δόλια ελπίδα πως ο πονόψυχος Ιησούς δε θα ήθελε να καταδικάσει τη γυναίκα, και έτσι θα τον έπιαναν ως αιρετικό που δε σέβεται το νόμο του Μωυσή.
Μα ο Ιησούς δεν αποκρίθηκε, ούτε την κοίταξε. Σκυμμένος, έγραφε κάτι με το δάχτυλο στο χώμα.
Οι Φαρισαίοι τον κοίταζαν και ανυπομονούσαν και πάλι, επιμένοντες, τον ξαναρώτησαν.
Τότε, σήκωσε ο Ιησούς το κεφάλι και τους αποκρίθηκε:
-Ο αναμάρτητος από σας ας της ρίξει πρώτος την πέτρα.
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ «Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ»
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ


Τιντορέτο (1518-1594): “Ο Χριστός και η μοιχαλίδα”
από το http://picasaweb.google.com/revswain/Tintoretto#
Στον πίνακα του Τιντορέτο, η γυναίκα στέκει απομονωμένη μπροστά από τον σωτήρα της, ο οποίος είναι ο μόνος που την κοιτάζει: και “ενώ ο Κύριός μας έδειχνε με το δάχτυλο τα γράμματα που έγραψε ο ίδιος στο έδαφος, οι γραμματείς και οι φαρισαίοι έφυγαν ο ένας μετά τον άλλον, μένοντας κρυμμένοι πίσω από τις κολόνες”.
Ο Τιντορέτο τοποθετεί το βιβλικό επεισόδιο στη Βενετία της εποχής του. Οι χιτώνες και οι μανδύες έχουν γίνει πιο σύγχρονοι, με τη χρήση και ορισμένων στοιχείων ανατολίτικης προέλευσης. Οι στρατιώτες δεξιά φορούν σύγχρονες πανοπλίες, ενώ τόσο το χτένισμα όσο και το φόρεμα της μοιχαλίδας μοιάζουν τόσο σύγχρονα, ώστε έχει διατυπωθεί η άποψη ότι μπορεί να πρόκειται και για πραγματικό μοντέλο.
από το βιβλίο “ΜΕΓΑΛΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ – ΤΙΝΤΟΡΕΤΟ”
Εκδόσεις Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Πηγή
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...