Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Ευχαριστία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Ευχαριστία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Θεία Ευχαριστία: Η ταυτότητα της Εκκλησίας


Η Θεία Ευχαριστία αποτελεί την καρδιά και το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής, καθώς σε αυτήν ανακεφαλαιώνεται ολόκληρη η πίστη, η λατρεία και η βαθύτερη ταυτότητα της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, η Εκκλησία φανερώνεται και σημαίνεται κατεξοχήν μέσα από τα Μυστήριά της, με επίκεντρο την Ευχαριστία, η οποία συνιστά την εν τόπω και εν χρόνω πραγμάτωσή της και τον τρόπο με τον οποίο σώζεται ο άνθρωπος.
Η ταυτότητα αυτή της Εκκλησίας ως ευχαριστιακής κοινότητας εκδηλώνεται στα εξής επίπεδα:
Ενότητα στο Σώμα του Χριστού: Μέσω της συμμετοχής στο κοινό ποτήριο, οι πιστοί παύουν να λειτουργούν ως μεμονωμένα άτομα και ενσωματώνονται στο «Σώμα του Χριστού», καθιστάμενοι «σύσσωμοι και σύναιμοι». Αυτή η χαρισματική ενότητα υπερβαίνει κάθε κοινωνικό, φυλετικό ή εθνικό φραγμό, μεταμορφώνοντας τη σύναξη σε μια κοινωνία προσώπων που εικονίζει την αγαπητική αλληλοπεριχώρηση της Αγίας Τριάδας.
Πρόγευση της Βασιλείας του Θεού: Η Θεία Ευχαριστία δεν αποτελεί μια απλή ιστορική ανάμνηση, αλλά μια βιωματική αποκάλυψη της μελλοντικής καταστάσεως των πραγμάτων. Κατά την τέλεσή της, ο χρόνος σταματά και το παρελθόν του Μυστικού Δείπνου συναντά το αιώνιο παρόν της Βασιλείας, καθιστώντας τους πιστούς «κοινωνούς του ερχόμενου κόσμου».
Το Μυστήριο των Μυστηρίων: Ως ο κεντρικός πυρήνας της λατρείας, η Θεία Ευχαριστία προσδίδει «εκκλησιαστικότητα» σε όλες τις υπόλοιπες αγιαστικές πράξεις, οι οποίες στην αρχαία Εκκλησία τελούνταν εντός της Θείας Λειτουργίας. Η μεταβολή των τιμίων δώρων σε Σώμα και Αίμα Χριστού πραγματοποιείται με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο συγκροτεί ολόκληρο τον θεσμό της Εκκλησίας και οδηγεί τον άνθρωπο στον αγιασμό και τη θέωση.
Λογική Λατρεία και Συμμετοχή: Η ταυτότητα της Εκκλησίας είναι συλλογική και συμμετοχική, καθώς ο πιστός δεν είναι απλός θεατής, αλλά «συλλειτουργός» που προσφέρει τον μόχθο του (άρτο και οίνο) για να αγιαστεί αντιπροσωπευτικά ολόκληρη η κτίση.
Τελικά, η ευχαριστιακή ταυτότητα της Εκκλησίας ολοκληρώνεται με τη «λειτουργία μετά τη Λειτουργία». Ο πιστός, έχοντας μεταλάβει το «φάρμακο της αθανασίας», οφείλει να συνεχίσει τη μαρτυρία της αγάπης και της ενότητας στον καθημερινό κόσμο, προσφέροντας τον εαυτό του προς όλους με χριστοειδή τρόπο

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Ίδρυση και ιστορική εξέλιξη της Θείας Ευχαριστίας

α) Η Θεία Ευχαριστία και ο Μυστικός Δείπνος

Εγώ αυτό παρέλαβα από τον ίδιο τον Κύριο, κι αυτό σας παρέδωσα: ο Κύριος Ιησούς, τη νύχτα που ήταν να παραδοθεί στους σταυρωτές του, πήρε ψωμί και, αφού έκανε ευχαριστήρια προσευχή, το τεμάχισε και είπε: «Λάβετε και φάγετε- αυτό είναι το σώμα μου, που τεμαχίζεται για χάρη σας. Αυτό να κάνετε στην ανάμνησή μου». Παρόμοια, όταν τελείωσε το δείπνο, πήρε το ποτήρι και είπε: «Αυτό το ποτήριο είναι η νέα διαθήκη που επικυρώνεται με το αίμα μου. Όποτε πίνετε από αυτό το ποτήριο, να το κάνετε στην ανάμνησή μου. Γιατί ωσότου να έρθει ο Κύριος, πάντοτε, όποτε τρώτε αυτό το ψωμί και πίνετε αυτό το ποτήριο, διακηρύττετε το θάνατο του Κυρίου. (Α'Κορ. 11, 23-26).

Η Θεία Ευχαριστία είναι το κέντρο της χριστιανικής λατρείας. Όλες οι ακολουθίες, οι τελετές και τα μυστήρια προετοιμάζουν τους πιστούς για τη συμμετοχή τους στη Θεία Ευχαριστία αλλά και συνδέονται μ' αυτήν κατά τρόπο οργανικό (άμεσο).

Ο ίδιος ο Κύριος συνέστησε τη Θεία Ευχαριστία κατά το Μυστικό Δείπνο, λίγο πριν συλληφθεί και σταυρωθεί. Τα τρία πρώτα Ευαγγέλια αλλά και ο Απόστολος Παύλος μάς δίνουν την περιγραφή αυτής της πρώτης Θείας Ευχαριστίας. Ο Χριστός και οι μαθητές του ακολούθησαν όλες τις προβλεπόμενες λεπτομέρειες του εβραϊκού πασχαλινού δείπνου (προσευχές και ψαλμούς). Μέσα στην όλη τελετή, ο Κύριος παρέδωσε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, προσφέροντας το Σώμα του και το Αίμα του και παραγγέλνοντας στους μαθητές του να κάμουν το ίδιο, «για να τον θυμούνται», «ωσότου να έρθει και πάλι κατά τη Δευτέρα Παρουσία».

Όλη η δράση και η διδασκαλία του Κυρίου ήταν μια προετοιμασία για την ιερή εκείνη στιγμή κατά το Μυστικό Δείπνο. Η τέλεση της πρώτης Θείας Ευχαριστίας από τον Κύριο σηματοδοτεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και την αρχή μιας καινούριας. Το ιουδαϊκό Πάσχα αποτελεί, πλέον, παρελθόν όπως και ολόκληρος ο παλιός κόσμος του μωσαϊκού νόμου. Ο Χριστός εγκαινιάζει το νέο και αληθινό Πάσχα. Από τη στιγμή εκείνη, σε κάθε Θεία Λειτουργία η Εκκλησία βιώνει (μέσα από την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος) την παρουσία του Χριστού, σύμφωνα με τη δική του υπόσχεση: «Θα είμαι μαζί σας πάντα ως τη συντέλεια του κόσμου» (Ματθ. 28, 20).

β) Η Θεία Ευχαριστία κατά την αποστολική και μεταποστολική εποχή

Η περιγραφή της πρώτης Θείας Ευχαριστίας είναι ταυτόχρονα περιγραφή της Θείας Ευχαριστίας κατά τους αποστολικούς χρόνους. Οι απόστολοι, μαζί με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, παρέδιδαν και τον τρόπο τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας, που ήταν μια επανάληψη των πράξεων του Κυρίου κατά το τελευταίο εκείνο Δείπνο: προσευχή- ψαλμωδία- διδασκαλία- τέλεση της Ευχαριστίας (ευλογία, δηλαδή, του άρτου και του οίνου και κοινωνία όλων των παριστάμενων πιστών). Διαμορφώθηκε, έτσι, μια άγραφη παράδοση η οποία παρέμεινε ζωντανή σ' όλη την αποστολική και μεταποστολική εποχή.

Κατά την αποστολική εποχή, πριν από τη Θεία Ευχαριστία γινόταν το δείπνο της αγάπης (κατά τις βραδινές ώρες). Ήταν μια μίμηση του Μυστικού Δείπνου που προηγήθηκε της Θείας Ευχαριστίας. Κατά το 2ο μ.Χ. αιώνα, η Θεία Ευχαριστία διαχωρίστηκε από το δείπνο της αγάπης. Τελείται, πλέον, τις πρωινές ώρες πάνω στους τάφους των μαρτύρων (διανύουμε ήδη την περίοδο των διωγμών). Διαβαζόταν κατ' αρχάς μια επιστολή των αποστόλων και ακολουθούσε ο ασπασμός της ειρήνης, η ευλογία των πιστών, μια ευχή ευχαριστίας και τα λόγια του Χριστού κατά το Μυστικό Δείπνο. Αμέσως μετά γινόταν η επίκληση του Αγίου Πνεύματος, για να καθαγιάσει τον άρτο και τον οίνο και να τον μεταβάλει σε Σώμα και Αίμα του Χριστού. Η Θεία Ευχαριστία τελείωνε με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού από τους πιστούς.

γ) Η σύνθεση των ευχών και η διαμόρφωση των πρώτων Λειτουργιών

Όπως μας πληροφορεί ένας χριστιανός συγγραφέας του 2ου αιώνα, ο Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυρας, δεν υπήρχε σταθερό κείμενο για τις ευχές της Θείας Ευχαριστίας. Το περιεχόμενο των ευχών προερχόταν από την ελεύθερη έμπνευση του λειτουργού, ο οποίος προσευχόταν περισσότερο ή λιγότερο ανάλογα με τις δυνάμεις του. Ήταν φυσική, επομένως, η δημιουργία προφορικών τοπικών παραδόσεων για τις ευχές της Θείας Ευχαριστίας. Μετά το τέλος των διωγμών τον 4ο αιώνα, οι διάφορες προφορικές παραδόσεις καταγράφηκαν και, έτσι, δημιουργήθηκαν τα πρώτα κείμενα Λειτουργιών, στα οποία αναγράφονται τιμητικά ως συγγραφείς κάποιοι απόστολοι ή μαθητές τους (Λειτουργία Αγίου Ιακώβου, Αγίου Μάρκου, Κλήμεντος Ρώμης κ.ά.).

"Κατά την ημέρα που αποκαλείται «μέρα του ήλιου», συγκεντρώνονται σ' ένα συγκεκριμένο τόπο όλοι όσοι κατοικούν στις πόλεις ή τους αγρούς. (Κατά τη σύναξη αυτή) διαβάζονται τα απομνημονεύματα των αποστόλων ή τα συγγράμματα των προφητών μέχρι να συγκεντρωθούν όλοι. Έπειτα, αφού τελειώσει η ανάγνωση, αυτός που προΐσταται της σύναξης συμβουλεύει και προτρέπει να μιμηθούν όλα τα καλά (που άκουσαν). Έπειτα σηκωνόμαστε όλοι και αναπέμπουμε ευχές και, όπως ήδη είπαμε, αφού σταματήσουμε τις προσευχές προσφέρεται ψωμί, κρασί και νερό. Παρομοίως, αυτός που προΐσταται αναπέμπει ευχές και ευχαριστίες με όση δύναμη έχει και ο λαός επευφημεί λέγοντας το «Αμήν». Ακολούθως δίνεται στον καθένα από τους παριστάμενους η Θεία Μετάληψη και οι διάκονοι τη μεταφέρουν σ' αυτούς που δεν ήταν παρόντες."

Τον 4ο αιώνα, όμως, η Εκκλησία αντιμετώπισε φοβερές αιρέσεις. Οι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, οι οποίοι καταπολέμησαν τους αιρετικούς με τις Οικουμενικές Συνόδους και τα συγγράμματά τους, έγραψαν και ευχές για τη Θεία Ευχαριστία και, έτσι, διαμορφώθηκαν καινούργιες Λειτουργίες με το όνομά τους (Λειτουργία Μ. Βασιλείου, Αγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Αγ. Επιφανίου Κύπρου κ.ά.).Τα κείμενα αυτά εξελίχθηκαν δια μέσου των αιώνων και δέχτηκαν προσθήκες ή αφαιρέσεις φθάνοντας μέχρι σήμερα. Ο πυρήνας τους, όμως, παραμένει ο ίδιος έτσι όπως διαμορφώθηκε κατά τον 4ο και 5ο αιώνα. 

Η Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου είναι αυτή που τελείται πιο συχνά κατά τη διάρκεια του έτους. Πρόκειται για ένα από τα σπουδαιότερα λειτουργικά κείμενα της Εκκλησίας. Ο Αγ. Ιωάννης χρησιμοποίησε παλιές λειτουργικές ευχές, έγραψε, όμως, ορισμένες εξ αρχής. Η Λειτουργία δέχτηκε κάποιες μεταγενέστερες προσθήκες (όχι στο περιεχόμενο των ευχών) και έτσι έλαβε τη σημερινή της μορφή.

ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

1. Ποια είναι η σημασία της σύστασης του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας από το Χριστό;
2. Να επισημάνετε τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ της Θείας Ευχαριστίας των πρώτων αιώνων και της σημερινής της μορφής.
3. Ποιες σκέψεις σας δημιουργεί ο σύνδεσμος της Θείας Ευχαριστίας με το δείπνο της αγάπης;
4. Το νήμα της πίστης και παράδοσής μας ξεκινά από τον Κύριο, περνάει από τους αποστόλους και καταλήγει στην Εκκλησία. Ισχύει αυτό και για τη Θεία Ευχαριστία και γιατί;

Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία ( Παλιό Βιβλίο Θρησκευτικών Α Λυκείου)

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Η Θεία Εὐχαριστία το «είναι» της Εκκλησίας


Συνοπτική μελέτη με βάση την πατερική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας

«Ἐγώ γάρ παρέλαβον ἀπό τοῦ Κυρίου ὃ καί παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε καί εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ὡσαύτως καί τό ποτήριον μετά τό δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τό ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν. ὁσάκις γάρ ἂν ἐσθίητε τόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνητε , τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε , ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ».

(Α’ Κορ. 11, 23-26).



Α. Τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς κέντρο τῆς χριστιανικῆς λατρείας .

Ἀπό τά ἀρχαιότερα ἤδη κείμενα τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας μαρτυρεῖται ὅτι κέντρο τῆς χριστιανικῆς λατρείας ἦταν ἀνέκαθεν τό θεοσύστατο μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, πού ἀποτελεῖ τόν βασικό καί ἀμετάθετο πυρήνα τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος. Σύμφωνα μάλιστα μέ τόν ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη, καμία τελετή δέν εἶναι δυνατόν νά πραγματοποιηθεῖ χωρίς τή θεία Εὐχαριστία (1), πού ἀποτελεί τήν κορύφωση καί ἐξασφαλίζει τήν τελείωση ἤ καί τήν πληρότητα τῶν ἄλλων μυστηρίων (2). Ὁ ἴδιος μάλιστα ἱερός συγγραφέας χαρακτηρίζει τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ὡς «τελετῶν τελετή» (3). Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ ἄλλες ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες καί τά ἱερά μυστήρια τελοῦνται, προκειμένου νά προετοιμάσουν τούς πιστούς γιά τή μετοχή τους στό Μυστήριο τῶν μυστηρίων, ἤτοι στή θεία Εὐχαριστία καί συνδέονται μέ αὐτήν κατά τρόπο ἄμεσο καί ὀντολογικό.

Βεβαίως, ἡ ἀντίληψη περί τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὡς κέντρου ὅλων τῶν ἱερῶν μυστηρίων, μαρτυρεῖται ἐπίσης σαφῶς καί κατά τή νεώτερη πατερική παράδοση, κυρίως δέ ἀπό δύο μεγάλους καί σπουδαίους ἑρμηνευτές τῆς λειτουργικῆς πράξεως, ὅπως οἱ ἅγιοι Νικόλαος Καβάσιλας καί Συμεών Θεσσαλονίκης. Πράγματι, γιά τόν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας ἀποτελεῖ ὄχι μόνο πηγή τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειτουργημάτων, ἀλλά καί τό κέντρο τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἀφοῦ μέσῳ τῆς θείας Εὐχαριστίας ὁ ἄνθρωπος φθάνει στήν ἐπιζητούμενη μακαριότητα: «Τοῦτο τῆς ζωῆς τό πέρας, οὗ γενομένοις οὐδενός ἤδη δεήσει πρός τήν ζητουμένην εὐδαιμονίαν»(4). Ἐπισημαίνει δέ ὅτι τό ἱερό θυσιαστήριο «πάσης ἐστίν ἀρχή τελετῆς» (5) καί ἀποτελεῖ τήν «κρηπίδα» καί «ρίζα» (6) τῆς Ἐκκλησίας καθώς καί τό «κεφάλαιον τῶν ἀγαθῶν» (7). Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δέν διστάζει νά ὁμολογήσει τό δέος του ὅταν ἀναφέρεται στή θεία Εὐχαριστία, τήν ὁποία θεωρεῖ ὡς «μόνη πασῶν τελετῶν τελετή» (8) . Ἐξαίροντας μάλιστα τή σπουδαιότητα τοῦ μυστηρίου ἐπισημαίνει ὅτι, ἡ θεία Εὐχαριστία ἀποτελεῖ «ἕνωσις Θεοῦ μεθ’ἡμῶν, θέωσις ἡμῶν, ἁγιασμός, χάριτος πλήρωμα, ἔλλαμψις, ἀποτροπή παντός ἑναντίου. Χορηγία παντός ἀγαθοῦ» και χαρακτηρίζει τό μυστήριο ὡς: «μυστήριο μυστηρίων, καί ἁγίων ἁγιασμός, καί ὅντως ἁγίων ἅγιον, καί τελετῶν ἁπασῶν τελετή, καί τελετάρχης τε καί τελεστική» (9).

Στό πλαίσιο αὐτό ἀξίζει νά ἀναφερθεῖ ὅτι μέ τόν ὄρο «μυστήρια» ὀνομάζονται οἱ θεοσύστατες ἐκεῖνες τελετές, πού ἀποτελοῦν τά αἰσθητά σημεῖα τῆς θείας Χάριτος καί εἶναι ἀπαραίτητες γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου (10). Καλοῦνται «θεοσύστατες», διότι συστάθηκαν εἴτε ἄμεσα ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο καί Ἱδρυτή τῆς Ἐκκλησίας Ἰησοῦ Χριστό κατά τήν Ἐνανθρώπισή Του (ὅπως λ.χ. τό Βάπτισμα καί ἡ θεία Εὐχαριστία), εἴτε ἔμμεσα διά τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι βασιζόμενοι στούς λόγους καί στίς πράξεις τοῦ Διδασκάλου τους καθώς καί στόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὁδηγήθηκαν στήν πλήρη καί τελεία κατανόηση ἤ καί ἀποκάλυψη αὐτῶν (11).

Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι, ἐφόσον τά μυστήρια συστάθηκαν ἤ καί ὁρίσθηκαν ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό, ὡς αἰσθητά ἤ καί κτιστά μέσα χορηγήσεως τῆς θείας Χάριτος, τότε ἡ χρήση τους ἤ καί ἡ τέλεσή τους εἶναι ὄχι μόνο ὀντολογικά ἀναγκαῖα, ἀλλά καί σωτηριολογικά ἀπαραίτητη. Σύμφωνα δέ μέ τόν μέγα μυστικό θεολόγο τῆς λειτουργικο-πνευματικῆς ζωῆς Νικόλαο Καβάσιλα, ὁ Χριστός, μέ τήν ἔλευσή Του στόν κόσμο ἄνοιξε τήν πύλη τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μέ τούς ἀνθρώπους καί κατά τήν ἀνάληψή Του στόν Θεό Πατέρα δέν θέλησε νά τήν κλείσει καί μέσῳ τῶν ἱερῶν μυστηρίων ἔρχεται καί πάλι ἀπό τόν Πατέρα στούς ἀνθρώπους: «Ταύτην τήν ὁδόν ὁ Κύριος ἔτεμεν εἰς ἡμᾶς ἐρχόμενος, καί ταύτην ἀνέωξε τήν πύλην, εἰσελθών εἰς τόν κόσμον, καί εἰς τόν Πατέρα ἀνελθών, οὐκ ἠνέσχετο κλεῖσαι, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνου διά ταύτης ἐπιδημεῖ τοῖς ἀνθρωποις» (12). Συνεπῶς, τά «θεῖα καί υπερφυῆ χαρίσματα», ὅπως ἀποκαλεῖ τά ἱερά μυστήρια ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης (13), ἀποτελοῦν θυρίδες, μέσα ἀπό τίς ὁποῖες κατέρχεται ὁ Χριστός, ὡς Ἥ λι ος τῆς Δικαιοσύνης καί φωτίζει τόν σκοτεινό τοῦτο κόσμο (14). Παρέχονται δέ, προφέρονται καί τελοῦνται μόνο στήν Ἐκκλησία (15) καί διά τῆς Ἐκκλησίας, γεγονός πού σημαίνει ὅτι «ἐκεῖ ὅπου τελοῦνται τά μυστήρια ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἐκκλησία» (16) καί δεικνύουν τ ή φανέρωση τῆς καινῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Β. Ἡ Ἐκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ .

Εἶναι βεβαίως γνωστό ὅτι, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἀπέφυγε, γιά εὐνόητους λόγους, νά διατυπώσει ἤ καί νά ἐκφράσει ἕναν πλήρη καί αὐθεντικό λογικό ἤ καί δογματικό ὁρισμό τοῦ ὀνόματος τῆς Ἐκκλησίας (17), ἀφοῦ κατά τόν ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν Παῦλο, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὄχι μόνο «μυστήριον» (18), ἀλλά ἀποτελεῖ καί «πλοῦτο ἀνεξιχνίαστο» (19). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, δέν δύναται νά γίνει λογικά κατανοητή ἀπό τόν πεπερασμένο ἀνθρώπινο νοῦ, παρά μόνο μέ τή χάρη καί τόν φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος(20), ἀφοῦ τό μυστήριο δέν κατανοεῖται, ἀλλά βιώνεται μέσῳ τῆς πίστεως. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος, στήν ἑρμηνεία τῆς Α’ πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς λέγει: «Ἄρα μυστήριον τοῦτο μάλιστα ἐστιν, ὅ πανταχοῦ μέν κηρύττεται, οὐ γνωρίζεται δε παρά τῶν οὐκ ὀρθήν ἐχόντων γνώμην∙ ἐκκαλύπτεται δε οὐκ ἀπό σοφίας, ἀλλ’ ἀπό Πνεύματος ἁγίου, καθόσον ἡμῖν δέξασθαι δυνατόν» (21).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐπιχείρησε ἤδη ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή, μέ σκοπό νά γίνει λογικά προσεγγίσιμη ἡ νέα ἐν Χριστῷ πραγματικότητα, νά ἐκφράσει ἤ καί νά ἑρμηνεύσει, κυρίως μέσῳ τῆς χρήσεως εἰκόνων, συμβόλων, ἁγιογραφικῶν παραστάσεων ἤ καί μεταφορικῶν περιγραφῶν, τό ἀνερμήνευτο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, μέ ἔννοιες ὅπως: σῶμα Χριστοῦ, λαός Θεοῦ, ἄμπελος, κοινωνία πιστῶν, κιβωτός, ποίμνιο λογικῶν προβάτων, νύμφη κλπ. (22). Ὥστόσο, ὁ ὁρισμός πού χρησιμοποιήθηκε περισσότερο γιά νά ἀποδώσει ἀκριβέστερα τό μυστηριακό χαρακτήρα καί τό σωτηριολογικό περιεχόμενο τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς (23) τόσο ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο καί τούς μεγάλους θεοφόρους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καί ἀπό τούς ὀρθοδόξους θεολόγους εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (24).

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ Ὀρθόδοξη Θεολογία ἐκφράζει τήν ἄρρηκτη σχέση καί τήν ὀντολογική ἑνότητα μεταξύ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς ἀνθρωπότητας τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ κατά τήν ὁμόφωνη ἀποστολική καί πατερική παράδοση, ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη προσλήφθηκε στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ καί γι’ αὐτό λειτουργεῖ ὡς προέκταση τοῦ «σώματος Χριστοῦ» μέ τή μυστική ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ μακραίωνου ἱστορικού βίου της (25). Ἔτσι, στό ἕνα καί μοναδικό αὐτό αἰώνιο ἱστορικό σῶμα, «ὅ ἐστίν ἡ Εκκλησία» (26), πού κεφαλή ἔχει τόν ἴδιο τόν Χριστό (27), ἑνώνονται ὡς μέλη ὅλοι οἱ ἐπί γῆς βαπτισμένοι πιστοί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νά βιώσουν τή νέα σχέση μέ τόν Θεό, μέ τόν συνάνθρωπο καί τό περιβάλλον: «ἕν σῶμα γινόμεθα καί μέλη φησίν, ἐκ τῆς σαρκός αὐτοῦ, καί ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (28).

Βεβαίως, ἡ διαχρονική αὐτή ἐκκλησιολογική αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τήν ὀντολογική σχέση καί ἑνότητα Χριστοῦ καί Ἐκκλησίας ἐκφράσθηκε, προβλήθηκε καί καλύφθηκε ρητά καί μέ πλήρη σαφήνεια στήν Ἐγκύκλιο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης (Ἰούνιος 2016) (29). Πράγματι, ὅπως ἐπισημαίνεται στίς πρώτες παραγράφους τῆς Ἐγκυκλίου τῆς Συνόδου, ἡ Όρθόδοξη Ἐκκλησία, ὡς ἡ Ἐκκλησία τῶν Συνόδων, πιστή στήν ὁ μόφωνη ἀ ποστολική παράδοση καί μυστηριακή ἐ μπειρία, ἀφ’ἑνός μέν ταυτίζεται ὀντολογικά μέ τή μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία, ἤτοι μέ τό αἰώνιο ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀφ’ἑτέρου δε, ὡς σῶμα Χριστοῦ καί ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀποτελεῖ πρόγευση και βίωση τ ῶ ν Ἐ σχάτων ἐ ν τ ῇ θεί ᾳ Ε ὐ χαριστί ᾳ καί ἀ ποκάλυψη τ ῆ ς δόξας τ ῶ ν μελλόντων.

Πράγματι, ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» βασίζεται σέ ὁλόκληρο τό μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας καί συνδέεται ἄμεσα μέ τό γεγονός τῆς θείας Ἐνανθρωπίσεως. Σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, ὁ Χριστός, κατά τήν Ἐνανθρώπησή Του ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου, «Οὐρανοῦ σῶμα οὐκ ἀνέλαβε, Ἐκκλησίας δε σάρκα ἀνέλαβεν» (30), ἐνῶ κατά τόν Μ. Ἀθανάσιο, ἡ ἀνθρωπίνη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι «πᾶσα ἡ Ἐκκλησία» (31). Συνδέεται δε ἄμεσα ἐπίσης καί μέ τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, πού σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο Λυῶνος: «ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνῶμη τῇ εὐχαριστίᾳ, καί ἡ εὐχαριστία …βεβαιοῖ τήν γνώμην… Προσφέρομεν δέ αὐτῷ τά ἴδια, ἐμμελῶς κοινωνίαν καί ἕνωσιν ἀπαγγέλοντες, καί ὁμολογοῦντες σαρκός καί πνεύματος ἕγερσιν. Ὡς γάρ ἀπό γῆς ἄρτος προσλαμβανόμενος τήν ἔκκλησιν τοῦ Θεοῦ, οὐκέτι κοινός ἄρτος ἐστίν, ἀλλ’εὐχαριστία, ἐκ δύο πραγμάτων συνεστηκυῖα, ἐπιγείου τε καί οὐρανίου∙ οὔτω καί τά σώματα ἡμῶν μεταλαμβάνοντα τῆς εὐχαριστίας, μηκέτι εἶναι φθαρτά, τήν ἐλπίδα τῆς εἰς αἰῶνας ἀναστάσεως ἔχοντα» (32).

Βεβαίως, ἡ ὀντολογική αὐτή ἕνωση μεταξύ σώματος καί κεφαλῆς δέν στηρίζεται σέ κοινωνικά, ἱστορικά ἤ καί ἠθικά κριτήρια, ἀλλά ἀποτελεί καρπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πού «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας»(33) καί διά τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καθιστᾶ τήν Ἐκκλησία, ὄχι ἁπλά μόνο ὀργανισμό ἀληθείας καί ἀγάπης, πού κάθε ἄνθρωπος ἀποτελεῖ εἰκόνα Θεοῦ καί καλεῖται σέ κοινωνία (34), ἀλλά κατεξοχήν «οἶκον πνευματικόν», «ἱεράτευμα ἅγιον», ὅπου προσφέρονται «πνευματικάς θυσίας εὐπροσδέκτους τῷ Θεῷ» (35). Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος, στήν ἀντιγνωστική θεολογία του(36), κατά τήν ὁποία ἀναπτύσσει τόν ρόλο τῆς συνεργίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή διηνεκῆ φανέρωση τοῦ Χριστοῦ και στή συνέχεια τῆς μυστηριακῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας «ἄχρις οὖ ἄν ἔλθῃ» (37) διακηρύττει: «Ὅπου εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ εἶναι καί τό ἅγιο Πνεῦμα, καί ὅπου εἶναι τό ἅγιο Πνεῦμα, ἐκεῖ εἶναι ἡ Ἐκκλησία καί κάθε χάρις» ( Ubi enim Ecclesia , ibi et Spiritus Dei ; et ubi Spiritus Dei , illic Ecclesia et omnis gratia ) (38).

Γ. Ἡ θεία Εὐχαριστία τό κατεξοχήν μυστήριο τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ θεία Εὐχαριστία, ὡς κέντρο ὅλων τῶν μυστηρίων, εἶναι τό κατεξοχήν «μυστήριο τοῦ Χριστοῦ» (39). Ἀποτελεῖ ὅμως καί τό κατεξοχήν μυστήριο ἑνώσεως τῶν πιστῶν, ἀφοῦ ἡ ἑνότητα τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος εἶναι δυνατή ἀποκλειστικά καί μόνο στό ἕνα καί μοναδικό αἰώνιο ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστού, ἤτοι στό δημιουργικῶς προσληφθέν, ἁγιασθέν, θεωθέν, σταυρωθέν, ἀναστάν, ἀναληφθέν στούς οὐρανούς καί καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός σῶμα τοῦ Χριστοῦ (40) . Στό πλαίσιο αὐτό, ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος συνδέει τ ή θεία Εὐχαριστία τόσο μέ τό Μυστικό δεῖπνο, ὅσο καί μέ τή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ: «Πάρεστιν ὁ Χριστός, καί νῦν ἐκεῖνος ὁ τήν τράπεζαν διακοσμήσας ἐκείνην, οὖτος καί ταύτην διακοσμεῖ νῦν. Οὐδέ γάρ ἄνθρωπος ἐστι ὁ ποιῶν τά προκείμενα γενέσθαι σῶμα καί αἵμα Χριστοῦ, ἀλλ’αὐτός ὁ σταυρωθεῖς ὑπέρ ἡμῶν Χριστός»(41), ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός συνέστησε τή θεία Εὐχαριστία κατά τό Μυστικό δεῖπνο, «τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδετο» (42), ἤτοι λίγο πρίν συλληφθεῖ καί σταυρωθεῖ.

Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι, ὅλη ἡ δράση τῆς ἔνσαρκης παρουσίας τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἦταν μία προετοιμασία γιά τήν ἱερή ἐκεῖνη στιγμή, πού συντελέσθηκε κατά τό Μυστικό δεῖπνο, ἤτοι τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς πρώτης θείας Εὐχαριστίας, κατά τήν ὁποία ὁ Χριστός προσέφερε τό σῶμα καί τό αἵμα Του πρίν ἀπό τή θυσία Του στό Γολγοθά (43) καί ἔδωσε ἐντολή στούς μαθητές Του νά κάνουν καί αὐτοί τό ἴδιο γιά νά συνεχίζεται στήν Ἐκκλησία Του, διά μέσου τῶν αἰώνων, «ἄχρις ο ὗ ἄν ἔλθῃ» στή δεύτερη ἔνδοξη παρουσία Του. Ὡστόσο, διάφοροι προβληματισμοί καί ἀμφισβητήσεις ἀναπτύχθηκαν στό διάβα τῆς ἱστορίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ στή σχέση πού ὑπάρχει μεταξύ τῆς πρώτης Εὐχαριστίας, πού τελέσθηκε ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ Χριστό κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ δείπνου καί τῆς θείας Εὐχαριστίας πού τελεῖται στούς ναούς τῶν Ἐκκλησιῶν, ἀφοῦ ὁ Χριστός τέλεσε τή θυσία Του «ἐφάπαξ» (44) καί συνεπῶς ἡ θυσία Του δέν ἐπαναλαμβάνεται.

Πράγματι, οἱ προβληματισμοί αὐτοί ἀντιμετωπίσθηκαν καί ἀποκρούσθηκαν, μέ ἐντυπωσιακό μάλιστα τρόπο, ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό τίς θεόπνευστες εὐχαριστιολογικές ἀναλύσεις τους, οἱ ὁποῖες καί βασίσθηκαν στήν εὐχαριστιακή ἐμπειρία, πράξη καί θεολογία τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ κατεξοχήν «διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας» (45) καί τῆς θείας Εὐχαριστίας ( ma î tre ) (46) Ἰωάννης Χρυσόστομος τόνισε ὅτι, γιά τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου στήν Ἐκκλησία, μολονότι χρησιμοποιοῦνται τά χέρια, τό πνεῦμα καί ἡ γλῶσσα τοῦ ἱερέα (47), ἐντούτοις, τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας πραγματώνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, ἤτοι ἀπό τό τρίτο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τό ἅγιο Πνεῦμα, ὕστερα ἀπό τήν Ἐπίκληση τοῦ ἱερέα (48) στέλλεται ἀπό τόν Πατέρα διά τοῦ Υἱοῦ, ἐπεμβαίνει καί μεταβάλλει τά τίμια δῶρα, τόν ἄρτο καί τόν ο ἶ νο σέ σῶμα καί α ἷ μα Χριστοῦ: «κατάπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα. Καί ποίησον τόν μέν ἄρτον τοῦτον τίμιον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ἀμήν· τό δέ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ τίμιον αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ἀμήν· μεταβαλών τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίῳ. Ἀμήν, ἀμήν, ἀμήν» (49), ὥστε νά προσαχθοῦν στό αἰώνιο καί οὐράνιο θυσιαστήριο, γιά νά γίνουν δεκτά ἀπό τόν «μέγα Ἀρχιερέα» (50) τῆς οὐράνιας θείας Λειτουργίας καί νά ἑνωθοῦν μέ τό αἰώνιο ἀναληφθέν σῶμα Του, χωρίς ὅμως αὐτά νά ἀπομακρυνθοῦν τοπικά ἀπό τήν ἁγία Τράπεζα.

Ἔτσι, ἡ θεία Εὐχαριστία δέν ἀποτελεῖ ἕνα τύπο ἤ μία εἰκόνα (51), οὔτε βεβαίως μία ἐξωτερική ἀναπαράσταση, μία ἁπλή ἀνάμνηση ἤ καί μυστηριακή ὑπενθύμιση τοῦ τελευταίου δείπνου τοῦ Χριστοῦ μέ τούς μαθητές Του, ἀλλά συνέχεια καί μετοχή στή μία καί μοναδική ἱλαστήρια θυσία τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ τά καθαγιασμένα, ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα, τίμια δῶρα, ἤτοι ὁ ἄρτος καί ὁ ο ἶ νος τῆς Εὐχαριστίας εἶναι ἀληθινά, ρεαλιστικά καί πραγματικά τό τεθεωμένο σῶμα καί α ἷ μ α τοῦ Χριστοῦ : «Οὐκ ἔστι τύπος ὁ ἄρτος καί ὁ ο ἶ νος τοῦ σώματος καί τοῦ Χριστοῦ (μή γένοιτο), ἀλλ΄ αὐτό τό σῶμα τοῦ Κυρίου τεθεωμένον αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰπόντος∙ Τοῦτο μού ἐστι, οὐ τύπος τοῦ σώματος, ἀλλά το σῶμα∙ καί οὐ τύπος τοῦ αἵματος. ἀλλά τό α ἷ μ α» (52).

Συνεπῶς, πρόκειται γιά τήν ἴδια πάντοτε εὐχαριστία, πού σέ τίποτε δέν διαφέρει ἀπό τήν πρώτη πού τελέσθηκε κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστικοῦ δείπνου, ἀφοῦ ὁ πραγματικός ἱερουργός κάθε εὐχαριστίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός: «ὁ τότε ταῦτα ποιήσας ἐν ἐκείνῳ τῷ δεῖπνῳ οὖτος καί νῦν αὐτός ἐργάζεται. ἡμεῖς ὑπηρετῶν τάξιν ἔχομεν∙ ὁ δέ ἁγιάζων αύτά καί μετασκευάζων αὐτός» (53). Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ βεβαιότητα καί ἡ ἀλήθεια τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ σῶμα καί α ἷ μ α Χριστοῦ βιώνεται σαφῶς μέσῳ τῆς μετοχῆς στό μυστήριο, ἤτοι μέσῳ τῆς πίστεως καί κατά τρόπο πνευματικό καί ὄχι μέσῳ τῶν αἰσθήσεων, ἀφοῦ ὁ ἀναληφθείς στούς οὐρανούς Χριστός εἶναι Ἐκεῖνος πού, οἰκονομικῶς καί συγκαταβαίνων τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἐνεργεῖ τό εὐχαριστιακό μυστήριο μέ ἄρτο καί ο ἶ νο «ἵνα μή ἀποστρέφωνται οἱ πολλοί τόν ἀρραβώνα τῆς αἰωνίου ζωῆς καί δυσχεραίνωσι σάρκα καί α ἷ μ α βλέποντες» (54).

Μέ τόν τρόπο αὐτό ἀποδεικνύεται πώς ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἀποτελεῖ μυστηριακή μετοχή στή μία καί μοναδική ἱλαστήρια θυσία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τά ἐπί μέρους μέλη (55)ἑνώνονται μεταξύ τους καί μέ τόν Θεάνθρωπο Χριστό καί συγκροτοῦν τό ἕνα σῶμα (56). Ἔτσι, ἐκπληρώνεται ὁ σκοπός, ἡ ἀποστολή καί ἡ τελείωση τῆς Ἐκκλησίας πού εἶναι τό «συνέρχεσθαι ἐν Ἐκκλησίᾳ» (57), ἤτοι ἡ ὀντολογική πραγμάτωσή της ὡς σώματος Χριστοῦ, ἡ ἐν Χριστῷ κοινωνία. Ἄλλωστε, ὁ ὄρος «ἐκκλησία» προέρχεται ἐτυμολογικά ἀπό τό ρῆμα ἐκκαλέω-ῶ καί σημαίνει τή συνέλευση τοῦ λαοῦ, ἤτοι τή σύναξη τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ (58), πού πιστεύει στόν ἐνσαρκωμένο, «Πνεύματος ἁγίου δυνάμει ἐν τῇ τῆς Παρθένου μήτρᾳ διαπλασθέντα» (59) Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀποδέχεται Αὐτόν ὡς τέλειο Θεό καί ὡς τό Δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἔλαβε «δούλου μορφήν» (60) καί ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος.

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Χριστός, ὁ αἰώνιος «μέγας Ἀρχιερέας» τῆς ἀνθρωπότητας, εἰσῆλθε μία γιά πάντα στά ἅγια τῶν ἁγίων ὄχι γιά νά προσφέρει θυσίες, ἀλλά γιά νά θυσιάσει τόν ἴδιο τόν ἑαυτό Του, προσφέροντας στόν ἄνθρωπο τό δικό Του α ἷ μ α (61). Μέ τή θυσία Του αὐτή «ἐκτρέφει καί θάλπει» (62) ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί μέ τόν τρόπο αὐτό κατανοεῖται καί ὁ διπλός σκοπός τῆς Ἐνανθρωπίσεώς Του, ἤτοι νά θυσιασθεῖ ἀφ’ ἑνός μέν «ἱνα ἁγιάσῃ διά τοῦ ἰδίου αἵματος τόν λαόν» (63), ἀφ’ ἑτέρου δέ «ἵνα καί τά τέκνα τοῦ Θεοῦ τά διεσκορπισμένα συνεγάγῃ εἰς ἕν» (64).

Δ. Προϋποθέσεις τελέσεως τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, πρίν ἀναληφθεῖ ἐν δόξῃ στούς οὐρανούς καί ἀποκατασταθεῖ στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὅπου καί ἐξῆλθε (65), εἶχε διαβεβαιώσει τούς μαθητές καί Ἀποστόλους Του γιά τή διηνεκῆ παρουσία Του ἕως τῆς συντελείας τοῦ κόσμου (66). Στό πλαίσιο αὐτό, ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτεται στό μυστηρίο τῆς θείας Εὐχαριστίας καί προϋποθέτει τή συγκέντρωση ἤ τή φυσική παρουσία ἑνός ἀριθμοῦ μελῶν τοῦ σώματος, ἀφοῦ σύμφωνα μέ τόν λόγο Του: «οὖ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (67). Βεβαίως, αὐτό πού ἔχει σημασία, δέν εἶναι τό ποσοτικό κριτήριο, ἤτοι ἄν ὁ ἀριθμός τῶν μελῶν εἶναι μικρός, μεγάλος ἤ ἐλάχιστος, ἀλλά τό καθ’ἑαυτό γεγονός τῆς συνάξεως εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τό κέντρο καί τήν οὐσία τῆς λειτουργικῆς συνάξεως, διότι ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κατεξοχήν μυστήριο τῆς συνάξεως τῶν πιστῶν μέ τόν ἐπίσκοπο ἤ τόν πρεσβύτερο καί τῆς ἀπό κοινοῦ ἀναφορᾶς τους στόν Θεό (68).

Ἔτσι, γιά τήν τέλεση τῆς «φρικωδεστάτης τελετῆς» (69), ἤτοι τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, εἶναι ἀσφαλῶς ἀπαραίτητη ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου, εἰς τόπον και τύπον Χριστοῦ (70), ἀφοῦ «μηδείς χωρίς τοῦ ἐπισκόπου τι πρασσέτω τῶν ἀνηκόντων εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (71) καί τίποτε δέν γίνεται δίχως τή δική του γνώμη: «μηδέν δε ποιείτω τό σύνολον ἄνευ τοῦ ἐπισκόπου, μηδέ τινι διδότω τι ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης» (72) ἤ τοῦ πρεσβυτέρου, οἱ ὁποῖοι συνεχίζουν τό ἔργο τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἀποστόλων μέσῳ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς, ἤτοι τῆς ἀδιάκοπης καί συνεχοῦς διαδοχῆς τῆς μυστηριακῆς ἱερωσύνης, τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καί τῆς πίστεως (73). Πράγματι, τόσο ὁ ἐπίσκοπος, πού εἶναι «εἰκών Ἰησοῦ» (74) καί κατά χάριν εἶναι «ὡς ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς αὐτός ὁ Χριστός» (75), ὅσο καί ὁ πρεσβύτερος, μέ τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, ἔχουν λάβει τή χάρη νά τελοῦν τά ἱερά μυστήρια καί νά ποιμαίνουν τό «ἱερατικόν πλήρωμα» (76), ἤτοι τόν πιστό λαό τοῦ Χριστοῦ, ὄντες «ὑπηρέτες Χριστοῦ καί οἰκονόμοι μυστηρίων Θεοῦ» (77).

Στό πλαίσιο αὐτό, ἀξίζει ἐπιπλέον νά ἐπισημανθεῖ ὅτι, τό ἀξίωμα τῆς ἱερωσύνης, καίτοι ἀσκεῖται στή γῆ, ἀνήκει στήν « τάξη τῶν ἐπουρανίων » (78), διότι δέν τήν καθίδρυσε « οὐκ γάρ ἄνθρωπος, οὐκ ἄγγελος, οὐκ ἀρχάγγελος, οὐκ ἄλλη τις κτιστή δύναμις, ἀλλά αὐτός ὁ Παράκλητος ταύτη διετάξατο τήν ἀκολουθίαν, καί ἔτι μένοντας ἐν σαρκί τῇ τῶν ἀγγέλων ἔπεισε φαντάζεσθαι διακονίαν» (79). Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, τό λειτουργικό ἔργο, καίτοι ἀνήκει στήν τάξη τῶν ἐπουρανίων, ὁ Θεός δέν τό ἐμπιστεύθηκε στούς ἀγγέλους, ἀλλά στούς θνητούς ἱερεῖς ἀνθρώπους: «καί ἐξουσίαν ἔλαβον ἥν οὔτε ἀγγέλοις, οὔτε ἀρχαγγέλοις ἔδωκεν ὁ Θεός» (80) καί γι’ αὐτό ὀφείλουν οἱ λαϊκοί, σύμφωνα μέ τόν ἱερό Χρυσόστομο, νά τούς ἀπονέμουν τή δέουσα τιμή: «Ἅ γάρ ἐγκεχείρισται ὁ ἱερεύς, Θεοῦ μόνο ἐστι δωρεῖσθαι … Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος ἐργάσθαι τι δύναται εἰς τά δεδομένα παρά Θεοῦ∙ ἀλλά Πατήρ καί Υἱός καί ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ∙ ὁ δέ ἱερεύς τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλῶτταν, καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χεῖρα . Καί γάρ οὐδέ δίκαιον ἦν διά τήν ἑτέρου κακίαν εἰς τά σύμβολα τῆς σωτηρίας ἡμῶν τους πίστει προσιόντας παραβλάπτεσθαι. Ταῦτα οὐν ἅπαντα εἰδότες, καί τόν Θεόν φοβόμεθα καί τούς ἱερέας αὐτοῦ ἐντίμως ἔχωμεν, πᾶσαν αὐτοῖς ἀπονέμοντες τιμήν» (81).

Βεβαίως, οἱ ἱερεῖς, ἔχοντες βαθιά συνείδηση τῆς χαρισματικῆς ἐξουσίας πού φέρουν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνώτερη ἀπό ὁποιαδήποτε κοσμική ἐξουσία (82), ὀφείλουν νά ζοῦν μέ ἀγγελική καθαρότητα, προκειμένου νά διακονοῦν τό ἱερό αὐτό ἔργο καί νά τελοῦν ἀξίως τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ ιερέας, πρίν ἱερουργήσει τό μέγα μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, θά πρέπει μόνος του, ἀπό τό προηγούμενο ἑσπέρας, νά προετοιμάζεται πνευματικά καί σωματικά. Ὀφείλει νά φροντίζει νά ἀπαλλάσσεται ἀπό αἰσθήματα πού διώχνουν τήν ἀγάπη, νά καθαρίζει τήν καρδιά του ἀπό πονηρούς λογισμούς, νά νηστεύει ἀπό τροφές καί νά προσεύχεται ἀδιαλείπτως ἕως καί τήν ὥρα τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου: «Μέλλων ὁ ἱερεύς τήν θείαν ἐπιτελεῖν Μυσταγωγίαν, ὀφείλει προηγουμένως μέν κατηλλαγμένος εἶναι μετά πάντων καί μή ἔχειν τι κατά τινος· καί καρδίαν δέ, ὅση δύναμις, ἀπό πονηρῶν τηρῆσαι λογισμῶν, ἐγκρατεύεσθαί τε μικρόν ἀφ’ ἑσπέρας καί ἐγρηγορηκῶς διάγειν μέχρι τοῦ τῆς Ἱερουργίας καιροῦ» (83).

Ἀσφαλῶς, δέν ὑφίσταται κάποιος διαχωρισμός μεταξύ κλήρου καί λαοῦ. Οἱ κληρικοί δέν διαφέρουν ἐξουσιαστικά ἀπό τό λαό, παρά μόνο λειτουργικά, ἀφοῦ κληρικοί καί λαϊκοί, ποιμένες καί ποιμαινόμενοι εἶναι «ἀλλήλων μέλη» (84), ὁμότιμα μεταξύ τους, σύνδουλοι Θεοῦ (85) καί συναπαρτίζουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τό ἕνα καί μοναδικό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο μυστικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, «ὅ ἐστίν ἡ Ἐκκλησία»: «πρόβατα καί ποιμένες πρός τήν ἀνθρωπίνην εἰσί διαίρεσιν πρός δε τόν Χριστόν πάντες πρόβατα. Καί γάρ οἱ ποιμαίνοντες καί οἱ ποιμαινόμενοι ὑφ’ἑνός τοῦ ἄνω ποιμένος ποιμαίνοντα ι» (86). Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, κληρικοί καί λαϊκοί συναποτελοῦν συγχρόνως παιδιά καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ καί μετέχουν ἀπό κοινοῦ στήν ἁγιαστική χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ «πάντες εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν» (87), διότι αὐτός πού ἁγιάζει δέν εἶναι ὁ ἱερέας πού τελεῖ τό μυστήριο, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «ὅ τε γάρ ἁγιάζων καί οἱ ἁγιαζόμενοι ἐξ ἑνός πάντες· δι’ ἣν αἰτίαν οὐκ ἐπαισχύνεται ἀδελφούς αὐτούς καλεῖν λέγων· ἀπαγγελῶ τό ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε, καί πάλιν· ἐγώ ἔσομαι πεποιθὼς ἐπ’ αὐτῷ, καί πάλιν˙ ἰδοὺ ἐγώ καί τά παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ θεός. ἐπεί οὖν τά παιδία κεκοινώνηκεν αἵματος καὶ σαρκός, καί αὐτός παραπλησίως μετέσχεν τῶν αὐτῶν, ἵνα διά τοῦ θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου τοῦτ’ ἔστιν τόν διάβολον, καί ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διά παντός τοῦ ζ ῆ ν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (88). Συνεπῶς, κλήρος καί λαός, πού συναποτελοῦν παιδιά καί ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ, κοινωνοῦν τοῦ ἀχράντου σώματος καί τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί μέ τόν εὐχαριστιακό αὐτό τρόπο συνθέτουν τό ἑνιαῖο καί ἀδιαίρετο σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ θεία Εὐχαριστία τελεῖται γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἤτοι γιά ὁλόκληρο τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί γι’ αὐτό ἡ παρουσία τοῦ ἐπισκόπου ἤ τοῦ πρεσβυτέρου εἶναι ἀναγκαῖα, ἀφοῦ ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἐπικεφαλής τοῦ λαοῦ, προέρχεται ἀπό τό λαό, ἀνήκει στό λαό, προσεύχεται γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ καί τίς δικές του, ἑνώνει τό λαό καί ἐκπροσωπεῖ τό λαό στό Θεό. Εἶναι λοιπόν εὐνόητο ὅτι ὁ ρόλος τοῦ ἐπισκόπου ἤ τοῦ πρεσβυτέρου συνιστᾶ ἔκφραση τῆς προσπάθειας τοῦ ἀνθρώπου νά γεφυρωθεῖ τό χάσμα ἀνάμεσα στό κτιστό καί τό ἄκτιστο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή του (89). Ἀναγκαῖα ὅμως εἶναι ἐπίσης καί ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ κατεξοχήν ἔργο τοῦ λαοῦ ( λαός= λεῖτον ἤ λήϊτον + ἔργο ). E ἰδικά στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ συμμετοχή στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας δέν ἀποτελεῖ μία ἁπλή ἀτομική θεώρηση, ἀλλά σημεῖο κοινωνίας μεταξύ τῶν πιστῶν πού ἀπαιτεῖ βεβαίως φυσική παρουσία καί προσωπική μετοχή.

Ὑπό τό πρίσμα αὐτό, ὅλες οἱ εὐχές, οἱ αἰτήσεις καί οἱ δεήσεις πού ὁ ἱερέας ἀναγινώσκει καί ψάλλει εἶναι σέ πρώτο πληθυντικό πρόσωπο ( Πάτερ ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν, Σέ ὑμνοῦμεν, Σέ εὐλογοῦμεν, Σοί εὐχαριστοῦμεν Κύριε κ.ἄ. ), ἐνῶ κατά τήν διάρκεια τῆς θείας Λειτουργίας πραγματώνεται ἕνας ὑπέροχος ὑμνολογικός διάλογος μεταξύ τοῦ ἱερέα καί τοῦ λαοῦ. Πράγματι, ὁ λαός ἀπαντᾶ τό «Ἀμήν» στίς ἐκφωνήσεις τοῦ ἱερέα, τό «Κύριε, ἐλέησον» στά εἰρηνικά, τό «Παράσχου Κύριε» στίς αἰτήσεις, τό «καί μετά τοῦ πνεύματός σου» στίς εὐλογίες, τό «ἔχομεν πρός τόν Κύριον» στήν προτροπή «ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας», τό «Ἀληθῶς Ἀνέστη» στό «Χριστός Ἀνέστη» κ.ἄ. Συνεπῶς, ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ἕνας διάλογος ἀγάπης καί εἰρήνης μεταξύ τοῦ ἱερέα καί τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθορισμένους ρόλους καί ἡ θυσία πού πραγματώνεται προσφέρεται γιά ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Ε. Εἶναι δυνατή ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας μόνο ἀπό τόν ἱερέα;

Στό σημεῖο ὅμως αὐτό τίθεται τό ερώτημα… Τί συμβαίνει στίς περιπτώσεις πού ἡ παρουσία τοῦ λαοῦ καθίσταται ἀδύνατη; Εἶναι δυνατή ἡ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας μόνο ἀπό τόν ἱερέα;

Ἡ θεία Λειτουργία ἀποτελεῖ ἔργο τοῦ λαοῦ καί συνεπῶς τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἀδύνατον νά τελεσθεῖ δίχως τήν παρουσία πιστῶν. Ὡστόσο, δύναται νά τελεσθεῖ μέ τόν ἐλάχιστο ἀριθμό πιστῶν, ἤτοι μέ τήν φυσική παρουσία ἑνός καί μόνο λαϊκοῦ μέλους, ἀφοῦ σέ κάθε εὐχαριστιακή σύναξη, σέ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας δέν παρίστανται μόνο ἕνα ἐπί μέρους τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ πιστῶν, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία, ἤτοι ὁλόκληρο τό σῶμα Χριστοῦ (90), ὅ ἔστιν ἡ Ἐκκλησία.

Ἄλλωστε, σέ κάθε θεία Λειτουργία, ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται ὄχι μόνο γιά τούς παρόντες στήν εὐχαριστιακή σύναξη, ἀλλά καί γιά ὅσους δέν δύνανται νά παραστοῦν, ἀκόμη δέ καί γι’ αὐτούς πού δείχνουν ἐχθρική στάση ἀπέναντί της: «… Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ περιεστῶτος λαοῦ καί τῶν δι΄εὐλόγους αἰτίας ἀπολειφθέντων καί ἐλέησον αὐτοὺς καί ἡμᾶς, κατά τό πλῆθος τοῦ ἐλέους σου. Τά ταμεῖα αὐτῶν ἔμπλησον παντός ἀγαθοῦ… Τάς συζυγίας αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ καί ὁμονοία διατήρησον. Τό γῆρας περικράτησον, τούς ὀλιγοψύχους παραμυθῆσαι. Τούς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ τούς ὀχλομένους ὑπό πνευμάτων ἀκαθάρτων ἐλευθέρωσον. Τοῖς πλέουσι σύμπλευσον. Τοῖς ὀδοιποροῦσι συνόδευσον. Χηρῶν πρόστηθι. Ὀρφανῶν ὑπεράσπισον. Αἰχμαλώτους ρῦσαι. Νοσοῦντας ἴασαι. Τῶν ἐν βήμασι καί μετάλλοις καί ἐξορίαις καί πικραῖς δουλείαις καί πάσῃ θλίψει καὶ ἀνάγκῃ καί περιστάσει ὄντων μνημόνευσον, ὁ Θεός, καί πάντων τῶν δεομένων τῆς μεγάλης σου εὐσπλαχνίας. Καί τῶν ἀγαπώντων ἡμᾶς καί τῶν μισούντων καί τῶν ἐντειλαμένων ἡμῖν τοῖς ἀναξίοις εὔχεσθαι ὑπέρ αὐτῶν. Καί παντός τοῦ λαοῦ σου μνήσθητι Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν καί ἐπί πάντας ἔκχεον τό πλούσιόν σου ἔλεος, πᾶσι παρέχων τά πρός σωτηρίαν αἰτήματα. Ἀμήν» (91).

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, στή θεία Λειτουργία, ὁ ἐπίσκοπος ἤ ὁ πρεσβύτερος πού προέρχεται ἀπό τό λαό καί ἐκπροσωπεῖ τό λαό στό Θεό ἐνσαρκώνει τό ποίμνιο, ἐνῶ ὁ πιστός φέρει τόν ρόλο τοῦ μάρτυρα ἤ καί τοῦ ἐγγυητή τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Γιά νά γίνει ὅμως καλύτερα κατανοητή ἡ ἔννοια τοῦ ἑνός «μάρτυρα», θά χρειασθεῖ νά ἀνατρέξουμε στήν μυστηριακή πρακτική τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, κυρίως τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων, καί νά παρατηρήσουμε τό τυπικό τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, τό ὁποῖο ἦταν ἀδιαχώριστο τόσο ἀπό τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅσο καί ἀπό τό μυστήριο τοῦ Χρίσματος (92).

Πιό συγκεκριμένα, σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Ἰουστίνου τοῦ Φιλοσόφου (Β΄ αἰ.), μετά τό πέρας τοῦ μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος, οἱ νεοφώτιστοι ὁδηγοῦνταν στούς ἀδελφούς, ὅπου ἦταν συναθροισμένοι («συνηγμένοι εἰσί» ) στόν χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς λατρείας καί ἐκεῖ λάμβαναν τό Χρίσμα. Στή συνέχεια, ἀφοῦ ἀπηύθυναν κοινές εὐχές τόσο ὑπέρ τοῦ νεοφωτίστου, ὅσο καί ὑπέρ τῶν «ἄλλων πανταχοῦ πάντων εὐτόνως» ἀκολουθοῦσε ἀπό τόν επίσκοπο ἡ προσφορά τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου γιά τήν τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας: «Ἡμεῖς δε μετά τοῦ οὕτως λοῦσαι τόν πεπεισμένον καί συγκατατεθειμένον ἐπί τούς λεγομένους ἀδελφούς ἄγομεν, ἔνθα συνηγμένοι εἰσί, κοινάς εὐχάς ποιησόμενοι, ὑπέρ τε ἑαυτῶν καί τοῦ φωτισθέντος καί ἄλλων πανταχοῦ πάντων εὐτόνως, ὅπως καταξιωθῶμεν τά ἀληθῆ μαθόντες καί δι’ἔργων ἀγαθοί πολιτευταί καί φύλακες τῶν ἐντεταλμένων εὑρεθῆναι, ὅπως τήν αἰώνιον σωτηρίαν σωθῶμεν. Ἀλλήλους φιλήματι ἀσπαζόμεθα παυσάμενοι τῶν εὐχῶν. Ἔπειτα προσφέρεται τῷ προεστῶτι τῶν ἀδελφῶν ἄρτος καί ποτήριον ὕδατος καί κράματος καί οὗτος λαβών αἶνον καί δόξαν τῷ Πατρί τῶν ὅλων διά τοῦ ὀνόματος τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου ἀναπέμπει καί εὐχαριστίαν ὑπέρ τοῦ κατηξιῶσθαι τούτων παρ’αὐτοῦ ἐπί πολύ ποιεῖται∙ οὗ συντελέσαντος τάς εὐχάς καί τήν εὐχαριστίαν πᾶς ὁ παρών λαός ἐπευφημεῖ λέγων, ἀμήν. Τό δέ ἀμήν τῇ Ἐβραΐδι φωνῇ τό γένοιτο σημαίνει. Εὐχαριστήσαντος δέ τοῦ προεστῶτος καί ἐπευφημήσαντος παντός τοῦ λαοῦ οἱ καλούμενοι παρ’ἡμῖν διάκονοι διδόασιν ἐκάστῳ τῶν παρόντων μεταλαβεῖν ἀπό τοῦ εὐχαριστηθέντος ἄρτου καί οἴνου καί ὕδατος καί τοῖς οὐ παροῦσιν ἀποφέρουσι» (93).

Ἀπό τήν μαρτυρία αὐτή συνάγεται ὅτι τό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος τελοῦνταν σέ ἀνεξάρτητο ἤ καί εἰδικό διακεκριμένο χῶρο, ἤτοι σέ βαπτιστήριο, τό ὁποῖο βρισκόταν ἀπομονωμένο ἤ καί ἐκτός τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως. Πράγματι, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ στό Βάπτισμα τῶν ἐνηλίκων ἔχει ἐπισημανθεῖ ὅτι, βασική προϋπόθεση γιά τήν τέλεσή του ἦταν ἡ βύθιση στό νερό ὁλοκλήρου τοῦ σώματος ἐντελῶς γυμνοῦ (94), ἀφοῦ τό Βάπτισμα εἶναι, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, «λοχεία», ἤτοι θαυμαστή γέννησις (95), γεγονός πού εὔλογα ἐπέβαλε τήν ὕπαρξη βαπτιστηρίου ἤ καί κολυμβήθρας σέ χῶρο ἀνεξάρτητο ἤ καί ἀπομονωμένο. Στόν εἰδικό αὐτό χῶρο, ἡ Βάπτιση τελοῦνταν ἀπό τόν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος καθαγίαζε τό ὕδωρ μέ τίς ἱερές ἐπικλήσεις, ρίπτοντας σταυροειδῶς τό ἅγιο Μύρο, παρουσίᾳ τοῦ ἀναδόχου καί τριῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦσαν τόν ἐνήλικα στήν κολυμβήθρα καί στά χέρια τοῦ ἐπισκόπου, πού τόν βάπτιζε εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Μετά τό πέρας τοῦ μυστηρίου, οἱ ἱερεῖς παρέδιδαν τόν νεοφώτιστο στόν ἀνάδοχο, πού εἴχε τόν ρόλο τοῦ μυημένου καθοδηγητή τῆς προσαγωγής καί μάρτυρα τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου ( 96). Ἔπειτα, ἀφοῦ οἱ ἱερεῖς καί ὁ ἀνάδοχος ἐνέδυαν τόν νεοφώτιστο, τόν οδηγοῦσαν στό χῶρο τῆς εὐχαριστιακῆς συνάξεως, ὅπου ἦταν συναθροισμένος ὁ λαός καί τούς ἀνέμενε, «ὥστε νά συνεργήσουν καί νά συνεορτάσουν γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνδρός καί νά εὐχαριστήσουν τή θεία ἀγαθότητα» (97).

Εἶναι λοιπόν προφανές ὅτι ἡ παρουσία ἑνός καί μόνο πιστοῦ εἶναι ἀρκετή γιά τήν πραγμάτωση τοῦ μυστηρίου. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ φυσική παρουσία ἑνός βαπτισμένου μέλους κάνει δυνατή τήν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας καί βεβαιώνει τό ὕψιστο γεγονός τῆς πραγματικῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλωστε, σέ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας πραγματοποιεῖται ἡ σύναξη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας («τ ῆς ἀπό περάτων ἕως περάτων τῆς οἰκουμένης»), συμπεριλαμβάνεται ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα καί ἡ κτίση («ὑπέρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου»), ὁ άνθρωπος γεύεται τήν αἰωνιότητα («ε ὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν πάντοτε ν ῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων»), ὑπερβαίνεται ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος («Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει»… «Σήμερον ὁ Δεσπότης τό βάπτισμα λαμβάνει»… « Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας »… « Σήμερον πᾶσα κτίσις ἀγάλλεται καί χαίρει, ὅτι Χριστός ἀνέστη …» ), ἱσορροπεῖται ἡ πίστη πρός τόν ἄναρχο Θεό μέ τήν ἀγάπη γιά τόν συνάνθρωπο (« ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ἵνα ἐν ὀμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν» ) καί ἐκμηδενίζονται οἱ παροῦσες κοσμικές περιστάσεις («πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώμεθα μέριμναν »). Σέ κάθε τέλεση τῆς θείας Λειτουργίας πραγματώνεται τό μέγα μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὅπου ὁ ἄρτος καί ὁ ο ἶ νος μεταβάλλονται ἀληθινά σέ σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ, γεγονός πού ἀποτελεῖ τήν ὕψιστη ἱερή πράξη θυσιαστικῆς ἀγάπης καί προσφορᾶς, στήν ὁποία ὁ ἴδιος ὁ Χριστός εἶναι «ὁ προσφέρων καί προσφερόμενος καί προσδεχόμενος καί διαδιδόμενος».

Συνεπῶς, ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν κατεξοχήν «κοινωνία θεώσεως» (98), ἤτοι μία πλήρη, καθολική, ἐλεύθερη καί ἐσχατολογική κοινωνία πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό. Ἀποτελεῖ ὅμως καί τόν κατεξοχήν τόπο καί τρόπο τῆς μυστηριακῆς ἐμπειρικῆς βιώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί σωτηρίας, ἀφοῦ ὡς «σῶμα τοῦ σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου»(99), ἡ Ἐκκλησία τελειώνεται ὅταν συνέρχεται γιά νά πραγματώσει τό μέγα μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας πού ἀποτελεῖ τόσο τό αἰώνιο καί ἀδιάσειστο θεμέλιό της, ὅσο τήν οὐσία καί τό «εἶναι» της. Ἔτσι, δέν δύναται νά ὑπάρξει Ἐκκλησία δίχως τή θεία Εὐχαριστία, ἀλλά οὔτε καί θεία Εὐχαριστία ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ὅσοι κοινωνοῦν ἐλεύθερα καί συνειδητά τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἑνώνονται μυστικά μέ τόν Χριστό, γίνονται «σύσσωμοι καί σύναιμοι Αὐτοῦ», «Χριστοφόροι» (100) τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί «θείας φύσεως κοινωνοί» (101). 


Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

Η συγκρότηση του ευχαριστιακού Σώματος

Πηγή

Με τον π. Δημήτριο Μπαθρέλλο, θεολόγο και επισκέπτη καθηγητή Ινστιτούτου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών στο Κέμπριτζ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Κεντρικό στην λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι το ευχαριστιακό Σώμα, το Σώμα δηλαδή των πιστών που με κοινή πίστη και με μόνη προοπτική την μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, συνέρχονται και συνεκκλησιάζονται σε έναν τόπο, ο οποίος είναι το κέντρο του Σώματός αυτού.

Η ύπαρξη αυτού του Σώματος, το οποίο έχοντας κοινή κατεύθυνση συγκοινωνεί, είναι εμφανής ήδη από το Ευαγγέλιο και τον Μυστικό Δείπνο, όπου ο ίδιος ο Κύριός μας, μας παραδίδει το Αίμα του και το Σώμα Του προς την σωτηρία του ανθρώπου: «Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν».

 

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Το κοινό ποτήριο: “Η καρδιά της ενότητας της Εκκλησίας”

Πηγή

 Η Εκκλησία πορεύεται μέσα στους αιώνες – Παρά τις πληγές, παραμένει ζωντανή με τον Σεβ. Μητροπολίτη Προικοννήσου κκ. Ιωσήφ

Μέσα από ιστορικά παραδείγματα και ποιμαντική ευαισθησία, παρουσιάζεται η αλήθεια ότι η Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο οικοδόμημα. Είναι σώμα Χριστού.
Παρά τα σκάνδαλα, τα διοικητικά προβλήματα και τις πλεκτάνες, ο Χριστός την κρατά όρθια.
Κεντρικό σημείο της ενότητας; Η Θεία Ευχαριστία.


Το κοινό ποτήριο: “Η καρδιά της ενότητας της Εκκλησίας” – Σεβ. Μητρ. Προικοννήσου κκ. Ιωσήφ

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2025

Λειτουργικά Σκεύη ( Τελετουργική χρήση και συμβολισμοί ιερών σκευών Αγίας Τραπέζης και Προθέσεως)

 Τελετουργική χρήση και συμβολισμοί ιερών σκευών Αγίας Τραπέζης και Προθέσεως

 
Για την τέλεση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας και της Προσκομιδής, που προηγείται, απαιτούνται συγκεκριμένα λειτουργικά σκεύη, τα οποία κατασκευάζονται από μέταλλα ή άλλο υλικό και δεν επιτρέπεται η χρήση τους για σκοπό εκτός της Θείας Λατρείας.


Το Άγιο Ποτήριο

 Μαρτυρείται στο μυστικό δείπνο «Καὶ λαβών (ο Ιησούς) τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς» (Ματθ. 26,27∙ Μάρκ. 14,23∙ Λουκ. 22,20∙Α’ Κορ. 11,25). Κατά την προετοιμασία της Προσκομιδής ο Ιερέας ρίπτει στο Ποτήριο τον οίνο και το ύδωρ, για να γίνει ο καθαγιασμός της Αγίας Αναφοράς την ώρα της Επίκλησης. Μετά τον μελισμό του αγίου άρτου και κατά την ένωση των Τιμίων Δώρων, ρίπτεται η μερίδα που γράφει ΙΣ, από τον αμνό.
Μετά την Θεία Κοινωνία των λειτουργών ρίπτονται και τα υπόλοιπα μέρη του άρτου καθώς και οι μερίδες. Ιστορικά έχουμε Ποτήρια από γυαλί, ξύλο, χρυσό και ασήμι, άλλοτε απλά και άλλοτε με λαμπρές διακοσμήσεις και επιγραφές ευχαριστιακού περιεχομένου. Το Άγιο Ποτήριο έχει υψηλή συνήθως βάση, δεν καθαγιάζεται με ξεχωριστή ευχή, ούτε πλένεται μετά τη Θεία Κοινωνία.

 Ο δίσκος ή δισκάριο

Δίσκοι για την τοποθέτηση των άρτων της Θείας Ευχαριστίας υπήρχαν από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Ο κυκλικός όμως δίσκος καθιερώθηκε από τον Γερμανό Κων/πόλεως τον 9ο
αιώνα (PG 98,397B). Ο σκοπός του δίσκου, άλλοτε με βάση και άλλοτε χωρίς, είναι πρακτικός, να κρατά δηλαδή τον αμνό και τις μερίδες και να εισοδεύεται από την Πρόθεση στην Αγία Τράπεζα, κατά τη Μεγάλη Είσοδο. Με την ανάπτυξη των χριστολογικών και θεομητορικών συμβολισμών της Προσκομιδής του 9ου αιώνα ο δίσκος ερμηνεύτηκε και συμβολικά ως η γη, ο κόσμος, ο ουρανός, η νεκρική κλίνη του Κυρίου ή η φάτνη της Βηθλεέμ.

Η λαβίδα


Η λέξη «λαβίς» (=τσιμπίδα) είναι γνωστή από την Παλαιά Διαθήκη. Ένα από τα Σεραφείμ έλαβε
άνθρακα πυρός από το θυσιαστήριο και τον προσέφερε στον Ησαΐα για την άφεση των αμαρτιών
του και την αρχή της προφητικής του κλίσης (Ησ. 6,6-7). Οι χριστιανοί, μέχρι τον 7ο ή τον 11ο αι., κοινωνούσαν ξεχωριστά τον άρτο με λαβίδα ή «ταῖς τῶν δακτύλων λαβαῖς». Έκτοτε και για πρακτικούς λόγους (κοινωνία νηπίων, ασθενών, βεβήλωση των αγίων από αιρετικούς και δεισιδαίμονες)  επικράτησε το κοχλιάριο (=κουταλάκι) που ονομάσθηκε λαβίδα από τον συμβολισμό της Θείας Κοινωνίας ως του θείου άνθρακα, που καταφλέγει την αμαρτία (Ιωάννης Δαμασκηνός, PG 94,114B). Οι πιστοί πλέον κοινωνούν σώμα και αίμα, και τα δύο είδη μαζί.

Ο αστερίσκος

Μαρτυρείται από τον 11ο αιώνα και επινοήθηκε προκειμένου να συγκρατεί τα καλύμματα, τα οποία δεν πρέπει να έρχονται σε επαφή με τον αμνό και τις μερίδες. Ο Ιερέας, τοποθετώντας τον αστερίσκο επί του δισκαρίου, λέγει «Τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν» (Ψαλμ. 32,6), διότι το δισκάριο, κατά μία ερμηνεία, συμβολίζει τον ουρανό. Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αντί του ως άνω ψαλμικού χωρίου επιλέγει το «καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ἐλθών, ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον» (Ματθ. 2,10). Αυτό απηχεί μεταγενέστερο συμβολισμό του δισκαρίου, ως φάτνης πάνω από την οποία στάθηκε το άστρο της Βηθλεέμ.



Η λόγχη

Κατά τη σταύρωση του Κυρίου «εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ» (Ιω. 19,34). Αντί, λοιπόν, της λόγχης, που κέντησε τον Χριστό στον
σταυρό «ἐστί καὶ αὐτὴ ἡ λόγχη τῆς Προσκομιδῆς» (Γερμανός Κωνσταντινουπόλεως, PG 98,397C).
Με το μεταλλικό αυτό σκεύος, μαχαίρι σε σχήμα λόγχης, σφραγίζεται και κόβεται ο αμνός από το πρόσφορο. Χαράσσεται επίσης βαθειά η ψίχα του αμνού και κεντάται ο αμνός στο μέρος της
σφραγίδας.


Ο σπόγγος και η μούσα


Πρόκειται για σφουγγάρι σε σφαιρικό σχήμα για τον καθαρισμό του Ποτηρίου και την απορρόφηση της υγρασίας μετά τη Θεία Κοινωνία. Ο σπόγγος παραπέμπει στη σταύρωση του Κυρίου, κατά την οποία ποτίσθηκε με ξύδι όταν είπε το «Διψῶ» (Ματθ. 27,48∙ Μάρκ. 15,16). Από σφουγγάρι πεπλατυσμένο είναι και η μούσα, εκ του ρήματος «μάσσω» (=μαζεύω, σπογγίζω). Με αυτήν ο Ιερέας μεταφέρει τις μερίδες στο Άγιο Ποτήριο, καθαρίζει το δισκάριο και μαζεύει τους μαργαρίτες από το ειλητό.



Ο αέρας ή ο ανώτατος πέπλος

Ο αέρας είναι το πιο μεγάλο από τα καλύμματα, με το οποίο ο Ιερέας καλύπτει τα Τίμια Δώρα στην Πρόθεση, αλλά και μετά την απόθεσή τους στην Αγία Τράπεζα. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης ονομάζει τον αέρα και «ἀνώτατο πέπλο» (PG 99,168A). Στο «στῶμεν καλῶς» παλαιότερα και σήμερα την ώρα της απαγγελίας του Συμβόλου της Πίστεως ο Ιερέας ανασείει παρατεταμένα τον αέρα πάνω από τα Τίμια Δώρα. Η πράξη αυτή παραπέμπει στον αρχαίο ριπισμό (=αερισμό) των Δώρων, προκειμένου να απομακρύνονται τα ιπτάμενα έντομα. Ο αέρας στη λειτουργική μας παράδοση ταυτίσθηκε με το καταπέτασμα, που στην Παλαιά Διαθήκη ήταν το κάλυμμα «τῆς θύρας τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου» ( Έξ. 37,5∙39,19. Αριθ. 4,31). Συμβολίζει ακόμη τον λίθο, με τον οποίο σφραγίσθηκε ο τάφος του Ιησού (Γερμανού Κωνσταντινουπόλεως, PG 98,424B). Κατά ανάλογο τρόπο και ο Ιερέας σκεπάζει με τον αέρα τα άγια. Σε μεταγενέστερα χρόνια και συγκεκριμένα από τον 16ο αιώνα η κίνηση του αέρα ερμηνεύθηκε ως το γεγονός του σεισμού, κατά τη σταύρωση του Κυρίου.

Δισκοκάλυμμα-Ποτηροκάλυμμα


Τα Τίμια Δώρα, αφού ετοιμασθούν στην Προσκομιδή, καλύπτονται με ισομεγέθη καλύμματα, τα
οποία και θυμιάζονται. Έχουν σχήμα σταυρού και χρώμα που ταιριάζει στην εκάστοτε περίοδο του
λειτουργικού έτους. Τα Δώρα καλύπτονται για λόγους πρακτικούς, αλλά και για λόγους ευλάβειας,
αφού συμβολίζουν είτε τα νεκρικά οθόνια του Κυρίου, είτε τα σπάργανα της βρεφικής του ηλικίας.


Ο Επιτάφιος
Ο αέρας, με τον οποίο ήταν τυλιγμένο το Ευαγγέλιο κατά τη λιτάνευση στα απόστιχα του Εσπερινού της Μεγάλης Παρασκευής, εξελίχθηκε στον γνωστό Επιτάφιο με ζωγραφισμένο (κεντημένο) τον νεκρό
Χριστό, για τις ανάγκες της Ακολουθίας του επιτάφιου θρήνου της Μεγάλης Παρασκευής. Στις μέρες μας Επιτάφιος εννοείται και το έπιπλο με κιβώριο κατά μίμηση της Αγίας Τράπεζας ή του κουβουκλίου του Παναγίου Τάφου. Ο Επιτάφιος στολίζεται το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης και ερμηνεύθηκε ως τάφος του Κυρίου. Ο τάφος είναι η Αγία Τράπεζα, όπου και εναποτίθεται το ύφασμα Επιτάφιος μετά την νεκρική πομπή το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής και στο τέλος του Όρθρου. 

Το ζέον


Πρόκειται για το μεταλλικό σκεύος, στο οποίο θερμαίνεται το νερό, το οποίο και μεταφέρεται για να προστεθεί στο Άγιο Ποτήριο πριν από τη θεία μετάληψη των λειτουργών Ιερέων. Ζέον ονομάζεται και το ίδιο το θερμό νερό, σε ανάμνηση του ύδατος που βγήκε από την πλευρά του Ιησού, μετά τον λογχισμό της. Είναι μια παράδοση του βυζαντινού λειτουργικού τύπου, μαρτυρούμενη από τον 11ο αιώνα. Δεν αποκλείεται να σχετίζεται με τα έθιμα της τράπεζας (ανάμειξη οίνου με ζεστό νερό) ή να εντάχθηκε στη Θεία Λειτουργία για πρακτικούς λόγους (πάγωμα του Ποτηρίου σε ψυχρές περιοχές ή εποχές). Ο συμβολισμός του ζέοντος συνδέεται με το ζωοποιό και άφθαρτο σώμα του Κυρίου, την ζέση του Αγίου Πνεύματος και της χριστιανικής πίστης. Η μετάληψη δε από την θηλή του Ποτηρίου θυμίζει την μετάληψη από την ζωοποιό πλευρά του Κυρίου (Συμεών Θεσσαλονίκης, PG 55,741D). 

 

Ο Τίμιος Σταυρός
Στη λειτουργική μας παράδοση γνωρίζουμε διάφορους τύπους σταυρών, ανάλογα με την πρακτική και λειτουργική τους σημασία: 

α)σταυρός αγιασμού, ξύλινος με βάση και αργυρό περίκλειστο πλαίσιο
για την τέλεση των αγιασμών και την λιτάνευση στην Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης και κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
β) Σταυρός ευλογίας χωρίς βάση, μεταλλικός. Τοποθετείται στην Αγία Τράπεζα και με αυτόν δίνονται οι ευλογίες από τον Αρχιερέα.

 γ) Σταυρός των λιτανειών. Είναι μεταλλικός και στηρίζεται σε κοντό, για να κρατείται στις λιτανείες. Από την μια πλευρά φέρει τη σταύρωση και από την άλλη την ανάσταση του Κυρίου. Συμβολίζει τη νίκη του Χριστού κατά του θανάτου και η θέση του βρίσκεται πίσω από την Αγία Τράπεζα.

 δ)Ο «ἐσταυρωμένος». Πρόκειται για συνδυασμό του σταυρού των «λυπηρῶν» του τέμπλου και του σταυρού των λιτανειών. Η πιο γνωστή λειτουργική του χρήση είναι αυτή της λιτάνευσής του και η τοποθέτησή του στο κέντρο του ναού το βράδυ της Μ. Πέμπτης, μετά το 15ο αντίφωνο «σήμερον κρεμᾶται…» του Όρθρου της Μ. Παρασκευής.

Το αρτοφόριο
Είναι ξύλινο ή μεταλλικό σκεύος, στο οποίο φυλάσσεται καθ’ όλο το έτος ο άρτος της Μεγάλης Πέμπτης, που οι Ιερείς ξηραίνουν για τις ανάγκες μετάληψης εκτός Θείας Λειτουργίας των ασθενών και των μελλοθανάτων. Συνήθως έχει το σχήμα ναΐσκου. Το βρίσκουμε και σε σχήμα περιστεράς, να κρέμεται μάλιστα από το κιβώριο της Αγίας Τράπεζας. Γι’ αυτό και καλείται περιστέριον ή περιστερά. Φυλασσόταν στο άγιο βήμα σε ειδικό ερμάριο. Στα νεότερα χρόνια, από δυτική επίδραση, το αρτοφόριο τοποθετείται στην Αγία Τράπεζα, σε μέγεθος πολύ μεγαλύτερο μάλιστα του συνήθους. Σε αρτοφόριο μικρό φυλάσσεται και ο άρτος της Προηγιασμένης κατά την περίοδο
της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

 

 

 

Τελετουργική χρήση και συμβολισμοί άλλων λειτουργικών σκευών

 


Κολυμβήθρα

Η κολυμβήθρα είναι λέξη παλαιότατη και σημαίνει τον τόπο για κολύμβηση (Ιω. 5,1-2). Στην εκκλησιαστική – λειτουργική γλώσσα κολυμβήθρα ονομάζεται το σκεύος προς βάπτιση, προς ολόσωμη δηλαδή κατάδυση και ανάδυση του σώματος. Η κολυμβήθρα, μαρμάρινη ή μεταλλική, είναι γνωστή από την περίοδο επικράτησης του νηπιοβαπτισμού (μετά τον 4ο αιώνα), καθόσον αντικατέστησε τα αρχαία βαπτιστήρια, τα οποία ήταν κατάλληλα δομημένα και ρυθμισμένα για την βάπτιση των ενηλίκων. Στα κείμενα των Πατέρων η κολυμβήθρα χαρακτηρίζεται ως «μητέρα τῆς υἱοθεσίας» (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, PG 3,396C) και «πνευματική μητέρα» (Συμεών Θεσσαλονίκης,
PG 155,229A). Εικονίζει επίσης τον Ιορδάνη ποταμό, όπου βαπτίσθηκε ο Χριστός καθώς και την
κολυμβήθρα του Σιλωάμ, όπου γινόταν η θεραπεία των λουομένων 

 

Λεκάνη του Αγιασμού


Το δοχείο αυτό είναι μεταλλικό, με βάση ή χωρίς βάση, και χρησιμοποιείται για την τέλεση της Ακολουθίας του Αγιασμού. Σύμφωνα με το τυπικό, ο σταυρός αγιασμού εμβαπτίζεται (=βυθίζεται όρθιος), προκειμένου να αγιασθεί το ύδωρ και μέσω αυτού στη συνέχεια οι πιστοί. Για τον αγιασμό του ύδατος αναγιγνώσκεται σχετική καθαγιαστική ευχή. 


Το χερνιβόξεστο

Είναι η λεκάνη και υδροχόη, που χρησιμοποιείται για τη νίψη των χειρών των λειτουργών. Χερνιψία προβλέπεται μετά την Προσκομιδή, μετά τη Θεία Κοινωνία και στη Μεγάλη Είσοδο κατά τον χερουβικό ύμνο, όταν λειτουργεί ο Αρχιερέας.


 

 

 

 

 

 

Το μυροδοχείο



Είναι δοχείο αργυρό ή χρυσό στο οποίο φυλάσσεται το άγιο μύρο.Το ευώδες αυτό υλικό κατασκευάζεται – καθαγιάζεται κάθε δέκα χρόνια,την Μεγάλη Πέμπτη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, και χρησιμοποιείταιγια την χρίση των νεοφωτίστων κατά το μυστήριο του Χρίσματος, όπου
γίνεται μετάδοση των χαρισμάτων του Παναγίου Πνεύματος με τη φράση «σφραγίς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Με μύρο χρίεται επίσης και ο ναός κατά την τάξη των εγκαινίων.



Οι δίσκοι

Κατασκευάζονται από μέταλλο, σε διάφορα μεγέθη, για τις ανάγκες της ύψωσης και διανομής του αντιδώρου, αλλά και τη συγκέντρωση της λογίας, των χρημάτων δηλαδή που οι πιστοί προσφέρουν προς το τέλος της Θείας Λειτουργίας, για την άσκηση του φιλανθρωπικού έργου της Εκκλησίας.


 

 

Τα εξαπτέρυγα


Αποτελούν εξέλιξη των αρχαίων ριπιδίων, με τα οποία οι Διάκονοι ρίπιζαν τα Τίμια Δώρα για την εκδίωξη των εντόμων. Τα αρχαία ριπίδια κατασκευάζονταν από φτερά παγωνιού, ενώ τα εξαπτέρυγα είναι μεταλλικά σε μορφή ακτινωτών δίσκων. Εικονίζουν από τις δύο πλευρές, σε ανάγλυφη μορφή, τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ και τοποθετούνται σε κοντάρια, προκειμένου να προπορεύονται με τον Τίμιο Σταυρό και τις λαμπάδες στις λιτανείες και κατά την Μεγάλη Είσοδο.



Τα λάβαρα

Στην αρχαιότητα κατά τις εκστρατείες και τις μεταναστεύσεις, αλλά και άλλες τελετές, υπήρχε η συνήθεια να ανυψώνονται θρησκευτικά εμβλήματα, στηριγμένα σε κοντάρι ή δόρυ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έμβλημα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με το μονόγραμμα του Χριστού. Συνέχεια αυτών των συνηθειών είναι τα χριστιανικά λάβαρα,είδος σημαιών από χρυσοκέντητο βελούδο ή μουσαμά ή και μέταλλο ακόμη, κατάλληλα για τις εκτός του ναού λιτανείες. Στις λιτανείες του Πάσχα π.χ. χρησιμοποιούνται αυτού του είδους τα λάβαρα, με την εικόνα της Ανάστασης επάνω. Σε άλλες δεσποτικές εορτές και μνήμες αγίων έχουμε λάβαρα με εγχάρακτες, κεντητές ή ζωγραφιστές αμφιπρόσωπες παραστάσεις αγίων εορταζόντων και πολιούχων. 

Τα θυμιατήρια


Πρόκειται για τα σκεύη με τα οποία γίνεται η θυμίαση των ιερών εικόνων, ιερών αντικειμένων και του λαού του Θεού. Για την προσφορά θυμιάματος στον Θεό γίνεται λόγος και στην Αγία Γραφή (Μαλαχ. 1,11∙Λουκ.1,9∙Αποκ.5,8 κ.ά.), αλλά το έθος αυτό είναι γνωστό και στην ειδωλολατρική αρχαιότητα. Υπήρχαν μάλιστα τόσο φορητά όσο και ακίνητα θυμιατήρια στην αρχαία Εκκλησία. Σε χρήση έμειναν μόνο τα φορητά, αυτά με τις αλυσίδες και αυτά χωρίς αλυσίδες (τα κατζία) για τη θυμίαση στις Ακολουθίες των Ωρών, στους πολυελέους κ.λπ. Το θυμίαμα αγιάζει τον χώρο, φανερώνει την ευωδία και την χάρη του Παναγίου Πνεύματος, τιμά τις εικόνες και τα πρόσωπα των πιστών και συμβολίζει την προσευχή κατά το «κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου»(Ψαλμ. 140,2).


Η κιβωτός
Έχει σχήμα ναΐσκου, είναι μεταλλικό σκεύος και τίθεται εντός αυτού το θυμίαμα. Ο Διάκονος, κατά τη θυμίαση, το φέρει στον αριστερό του ώμο, προκειμένου, κατά τις λιτανείες και τις μακρές
θυμιάσεις, να παίρνει από εκεί και να τοποθετεί στο θυμιατήριο το θυμίαμα, που κάθε φορά χρειάζεται.


 

 

 

 

Τα κηροπήγια


Πρόκειται για μεταλλικές βάσεις που χρησιμεύουν για τη στήριξη λαμπάδων. Στην Αγία Τράπεζα π.χ. βρίσκονται δύο λαμπάδες και στην Πρόθεση μία, χάρη φωτισμού, αλλά και ευλάβειας. Κηροπήγια θεωρούνται και τα μανουάλια, που βρίσκονται μπροστά στα προσκυνητάρια ή τις εικόνες προ του τέμπλου, για το άναμμα των κηρίων. Κατά τις Εισόδους, μικρή και μεγάλη, προπορεύονται κηροπήγια, μικρά μανουάλια μιας λαμπάδας, τα λεγόμενα εισοδικά.


Το δισκέλιο
Είναι φορητό, πτυσσόμενο αναλόγιο, στο οποίο τοποθετείται το ιερό Ευαγγέλιο, αλλά και ο Απόστολος, κατά την ανάγνωση των σχετικών περικοπών στις διάφορες ακολουθίες. Σε δισκέλιο - αναλόγιο τοποθετούνται για προσκύνηση οι εικόνες, καθώς επίσης και ο δίσκος με τον Τίμιο Σταυρό και τα άνθη, κατά τις εορτές της Σταυροπροσκύνησης και της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. 

Ο αετός 
Σε στρογγυλό κομμάτι υφάσματος απεικονίζεται μία πόλη που διαρρέεται από τρεις ποταμούς. Πάνω από την πόλη εικονίζεται αετός με ανοιχτά φτερά. Το ύφασμα αυτό με τον αετό χρησιμοποιείται στη χειροτονία του Επισκόπου. Ο χειροτονούμενος πατά το συγκεκριμένο ύφασμα κατά την στιγμή, που, την ώρα της χειροτονίας του, απαγγέλει το Σύμβολο της Πίστεως και δίνει τη σχετική ομολογία ενώπιον της Ιεράς Συνόδου και της Εκκλησίας. Η πόλη σημαίνει τον Επίσκοπο ή τον νέο Επίσκοπο, οι ποταμοί την κατάρτισή του και ο αετός την χάρη του Αγίου Πνεύματος, αλλά και τον ίδιο τον Αρχιερέα, ο οποίος θα πρέπει να έχει στραμμένο το νου του προς τα θεία.


Τα σήμαντρα και οι κώδωνες
Με το κτύπημα αυτών των μεταλλικών αντικειμένων, μικρών ή μεγαλυτέρων, καλούνται οι πιστοί να προσέλθουν στη Θεία Λειτουργία ή σε άλλες Ακολουθίες. Κατά τους πρώτους χρόνους και κυρίως την περίοδο των διωγμών, το λαό καλούσαν οι λεγόμενοι κράκτες. Στη συνέχεια επινοήθηκαν τα σήμαντρα, ξύλινα ή σιδερένια, από τον Άγιο Παχώμιο. Από τον 6ο αιώνα στη Δύση και από τον 9ο στην Ανατολή μαρτυρούνται οι καμπάνες πρωτοεμφανιζόμενες στην Καμπανία της Ιταλίας.

Εκτροπή από την παράδοση-Εκσυγχρονισμός

 
Κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένας δήθεν εκσυγχρονισμός, ουσιαστικά εκτροπή από την παράδοση, και στο θέμα της κατασκευής των ιερών σκευών. Τα ηλεκτρονικά συστήματα, π.χ. στις καμπάνες, είναι κακόηχα, απρόσωπα και αντιπαραδοσιακά, που υπενθυμίζουν κωδωνοκρουσίες συναγερμού. Ακαλαίσθητα πολλές φορές είναι τα σκεύη μανουαλίου, οι δίσκοι του αντιδώρου, οι
σταυροί αγιασμού που κατασκευάζονται από βικελίτη, με άθλια επένδυση. Τα δισκάρια και τα Ποτήρια δεν είναι καθόλου πρακτικά, καθόσον τα πρώτα είναι με μεγάλη βάση τις περισσότερες φορές και τα δεύτερα έχουν μικρότατο κάλυκα. Πέρα από αυτά, είναι διακοσμημένα με σμάλτο, χωρίς καμία αισθητική. Οι λόγχες πολλές φορές δεν κόβουν και οι λαβίδες δυσκολεύουν τη θεία μετάληψη. Προς την εξέλιξη αυτή συνέβαλαν η εκβιομηχάνιση των ιερών σκευών, οι οικονομικοί λόγοι, κυρίως όμως η έλλειψη παραδοσιακών κριτηρίων και η μη μελέτη των παλαιών προτύπων. 

 Δεν είναι νοητό η λαβίδα να στολίζεται με καλής ή κακής ώρας σμάλτα ή να είναι αβαθής, δηλαδή ακατάλληλη για τη μετάδοση του τιμίου αίματος. Δεν μπορεί η λόγχη να μην είναι μαχαίρι σε σχήμα λόγχης, αλλά ένα άχρηστο μεταλλικό έλασμα. Δεν μπορεί το δισκάριο να κοσμείται με γλυφές ή σμάλτα, που να δυσκολεύουν την πλήρη και ασφαλή απόμαξή του ή να είναι τόσο μικρό, που να μην χωρούν ο άγιος άρτος και οι μερίδες.
Δεν νοείται κολυμβήθρα που να είναι αβαθής, τόσο ώστε να μην επιτρέπει την πλήρη κατάδυση του βαπτιζομένου στο νερό. Δεν μπορεί η λεκάνη του αγιασμού να είναι ομοίως αβαθής, τόσο ώστε να μην εξασφαλίζει την κατάδυση του σταυρού του αγιασμού ορθίου, κατά τη σαφή τυπική διάταξη («ὄρθιον αὐτὸν τὸν σταυρόν κατάγων και ἀνάγων») κατά μίμηση του βαπτίσματος του Κυρίου. Δεν νοείται δίσκος αντιδώρου, που να μην μπορεί να υψωθεί κατά το «Εξαιρέτως...», γιατί συνοδεύεται από μια κακόγουστη υψηλή βάση σαν να ήταν μανουάλιο.
Ιωάννου Μ. Φουντούλη, «Θεία Λατρεία και τέχνη. Σχέσεις Λατρείας και τεχνών στον Ορθόδοξο
Ναό», στο Ορθοδοξία, περίοδος Β’, έτος Γ’, τεύχος Β’, Απρίλιος-Ιούνιος 1996

 Πηγή: Παναγιώτης Σκαλτσής, Παύλος Σεραφείμ, π. Θεμιστοκλής Χριστοδούλου,Στοιχεία Λειτουργικής και Τελετουργικής ,Α´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ: 23-

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Η Θεία Ευχαριστία (Β΄ μέρος της Θείας Λειτουργίας)

Μετά την αποχώρηση των κατηχουμένων, παρέμεναν στον Ναό οι πιστοί για την επιτέλεση του κεντρικού τμήματος της Θείας Λειτουργίας και τη συμμετοχή τους στη Θεία Μετάληψη. Το κεντρικό αυτό τμήμα έχει σαν πυρήνα του την πράξη του Κυρίου στον Μυστικό Δείπνο. Βασικό στοιχείο της πράξης αυτής ήταν, ότι ο Κύριος «ευχαρίστησε» τον Θεό-Πατέρα για τον προσφερόμενο άρτο και οίνο. Η «ευχαριστία» του Χριστού υπήρξε μια μικρή προσευχή ευλογίας του άρτου και του οίνου, μια προσευχή καθαγιασμού τους σε Σώμα και Αίμα Του. Για την ανάμνηση αυτής της προσευχής του Χριστού κατά τον Μυστικό Δεί-
πνο, αποκαλούμε ως «Θεία Ευχαριστία» το δεύτερο και κεντρικό τμήμα της Θείας Λειτουργίας.

 

 Η Λειτουργία των Πιστών

 

i. Η Μεγάλη Είσοδος
Η ακολουθία της Προσκομιδής εμφανίστηκε στη Θεία Λειτουργία μετά τον 8ο αιώνα. Τότε,ακριβώς, εμφανίστηκε και η ανάγκη να μεταφερθούν τα Τίμια Δώρα από τον χώρο της προετοιμασίας τους (την Πρόθεση) στην Αγία Τράπεζα. Επειδη μεταφορά αυτή γίνεται με λαμπρότητα και επειδή σχετίζεται
με τα Τίμια Δώρα, ονομάστηκε Μεγάλη Είσοδος», ώστε να διακρίνεται από τη «Μικρή».
Λίγο πριν πραγματοποιηθεί η Μεγάλη Είσοδος, ο ιερέας απευθύνει στον Θεό μία ευχή που ονομάζεται «ευχή του Χερουβικού ύμνου», ενώ την ίδια στιγμή οι ψάλτες αποδίδουν τον ίδιο ύμνο μελωδικά. Ο ύμνος ονομάστηκε έτσι, διότι αναφέρεται στο αγγελικό τάγμα των Χερουβίμ, τους συνοδούς αγγέλους του Κυρίου. Επειδή, λοιπόν, πρόκειται να μεταφερθούν τα Τίμια Δώρα με λαμπρή πομπή στην Αγία Τράπεζα, διακηρύσσουμε μέσα από τον ύμνο αυτό, ότι κι εμείς οι άνθρωποι καλούμαστε να μιμηθούμε τους αγγέλους και με καθαρότητα ψυχής να συνοδεύσουμε τα Τίμια Δώρα, το μελλοντικό Σώμα και Αίμα του Κυρίου, στην Αγία Τράπεζα.


ii. Τα πληρωτικά και οι αιτήσεις
Τα πληρωτικά είναι μικρά αιτήματα προς τον Θεό, τα οποία συμπληρώνουν τα αιτήματα της εκτενούς ικεσίας (πριν τη Μεγάλη Είσοδο), γι᾽ αυτό και ονομάζονται «πληρωτικά» (συμπληρωματικά). Τα πληρωτικά και οι αιτήσεις που τα συνοδεύουν έχουν κι αυτά, όπως η εκτενής ικεσία, οικουμενικό χαρακτήρα, δηλαδή, αναφέρονται σε όλες τις τάξεις των ανθρώπων. Ορισμένα από τα αιτήματα έχουν χαρακτήρα περισσότερο προσωπικό και αναφέρονται κυρίως στην πνευματική ζωή των πιστών.


iii. Ο ασπασμός της ειρήνης
Πρόκειται για μία από τις αρχαιότερες πράξεις της Θείας Λειτουργίας: οι πιστοί, πριν συμμετάσχουν στο κεντρικό τμήμα της Θείας Ευχαριστίας και πριν μεταλάβουν, συγχωρούσαν ο ένας τον άλλο και επισφράγιζαν αυτή την αλληλοσυγχώρηση με τον ασπασμό του ενός προς τον άλλο. Η όλη πράξη στηριζόταν στη διδασκαλία του Χριστού, σύμφωνα με την οποία, δεν μπορεί ο άνθρωπος να προσφέρει δοξολογία προς τον Θεό, εάν πρώτα δεν έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τον συνάνθρωπό του. Ο ασπασμός της ειρήνης, εδώ και αρκετούς αιώνες, όμως, δεν ισχύει ως ένδειξη αλληλοσυγχώρησης μεταξύ των πιστών που παρευρίσκονται στη Θεία Λειτουργία, παρά μόνο μεταξύ των ιερέων όταν συλλειτουργούν, δηλαδή, όταν λειτουργούν ιερείς περισσότεροι του ενός.

 iv. Το Σύμβολο της Πίστεως
Το Σύμβολο της Πίστεως είναι μία σύνοψη των αληθειών της πίστης μας. Αρχικά, το Σύμβολο της Πίστεως προβλεπόταν στο Βάπτισμα. Από το Βάπτισμα μεταφέρθηκε στη Θεία Λειτουργία κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Η ένταξη του Συμβόλου της Πίστεως στη Θεία Ευχαριστία δηλώνει την ενότητα της πίστης που πρέπει να έχουμε όσοι μετέχουμε σε αυτή. Ομολογώντας όλοι την ίδια πίστη, ενισχύουμε τους δεσμούς μας ως μέλη της Εκκλησίας και δημιουργούμε την απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινή Θεία Μετάληψη

 v. Η Αγία Αναφορά
Η Αγία Αναφορά είναι το ουσιαστικότερο τμήμα της Θείας Λειτουργίας. Ονομάζεται έτσι,γιατί στο τμήμα αυτό, η θυσία που προσφέρουμε «αναφέρεται» στον Θεό (απευθύνεται προς Αυτόν). Τα Τίμια Δώρα «αναφέρονται» στο ουράνιο θυσιαστήριο. Το τμήμα της Αγίας Αναφοράς ξεκινά μετά το Σύμβολο της Πίστεως και, μάλιστα, αμέσως μετά από έναν διάλογο του ιερέα με τον λαό. Το τμήμα περιλαμβάνει μία ευχή ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Θεό, η οποία διακόπτεται από τον λεγόμενο «Επινίκιο ύμνο» («Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ...»). Η ευχή αυτή καταλήγει στην ανάμνηση των ευεργεσιών του Θεού προς τον άνθρωπο, μνημονεύοντας τις πράξεις του Χριστού στον Μυστικό Δείπνο και όσα ακολούθησαν για τη σωτηρία του ανθρώπου. Στο σημείο αυτό κορυφώνεται η Θεία Ευχαριστία, όταν ο ιερέας επικαλείται την έλευση του Αγίου Πνεύματος (επίκληση) για να καθαγιάσει τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού. Ακολουθούν τα λεγόμενα Δίπτυχα, δηλαδή το μνημόσυνο και η δέηση για όλη την Εκκλησία, που είτε βρίσκεται στη γη (στρατευομένη/ζωντανοί) είτε στον ουρανό (θριαμβεύουσα/κεκοιμημένοι).

 vi. Η προετοιμασία για τη Θεία Κοινωνία
Το τμήμα της Θείας Ευχαριστίας, κατά το οποίο οι πιστοί προετοιμάζονται για τη Θεία Κοινωνία, περιλαμβάνει διάφορα αιτήματα προς τον Θεό, μία ευχή προετοιμασίας και την απαγγελία της Κυριακής προσευχής («Πάτερ ημών...»). Όλα αυτά δημιουργούν το κατάλληλο κλίμα για την ιερή στιγμή της Θείας Κοινωνίας, που αποτελεί τον σκοπό της Θείας Ευχαριστίας.Η συμμετοχή του πιστού στη Θεία Κοινωνία προϋποθέτει την καθαρότητα της καρδιάς του και την απόφασή του για μια ζωή πνευματικού αγώνα. Η προετοιμασία αυτή ολοκληρώνεται με την ευχή της κεφαλοκλισίας (λέγεται από τον ιερέα κατά την ώρα που οι πιστοί κλίνουν το κεφάλι τους σε ένδειξη ευλάβειας), με την οποία παρακαλούμε τον Θεό να δώσει στον καθένα- ανάλογα με τις ανάγκες του- τις ποικίλες δωρεές που απορρέουν από τη Θεία Κοινωνία.

 vii. Η Θεία Κοινωνία
Η μετάληψη του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου από τους πιστούς γίνεται με την πρόσκληση του ιερέα «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Ο ιερέας μεταλαμβάνει τους πιστούς, αναφέροντας ότι αυτό γίνεται «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».
Αυτό σημαίνει, ότι με τη Θεία Μετάληψη, οι πιστοί προσκαλούνται να αγωνιστούν εναντίον της αμαρτίας, έχοντας ως εφόδιο και όπλο το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου και να ενωθούν με τον Χριστό, όπως θα βρίσκονται ενωμένοι μαζί του στην αιωνιότητα.


viii. Η απόλυση
Η απόλυση είναι το τελευταίο τμήμα της Θείας Λειτουργίας. Γίνεται με μία προτροπή από τον ιερέα προς τον λαό: «Εν ειρήνη προέλθωμεν» (ας φύγουμε ειρηνικά). Πριν την τελική ευλογία του λαού από τον ιερέα (απόλυση), αναπέμπεται η λεγόμενη οπισθάμβωνος ευχή· λέγεται έτσι διότι διαβαζόταν πίσω από τον άμβωνα. Αυτή είναι η παλαιότερη ευχή της απόλυσης της Θείας Λειτουργίας και ανακεφαλαιώνει τα αιτήματα όλων των προσευχών της.

Ο συμβολισμός της ακολουθίας των πιστών
Το δεύτερο τμήμα της Θείας Λειτουργίας (η ακολουθία των πιστών) αποτελεί την κορύφωση του Μυστηρίου που παρέδωσε ο Χριστός στους Μαθητές Του κατά τον Μυστικό Δείπνο. Ο βαθύτερος συμβολισμός του είναι ότι αποτελεί τη μοναδική και ανεπανάληπτη πράξη με την οποία προσφέρεται στον άνθρωπο η σωτηρία και η ένωσή του με τον Θεό. Καμιά άλλη τελετουργία στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας δεν προσφέρει αυτές τις δωρεές. Ο χριστιανός αναδεικνύεται ως γνήσιος, μόνο εφόσον βρίσκεται ενωμένος με τον Χριστό μυστηριακά, δηλαδή, μόνο εφόσον μεταλαμβάνει το Σώμα και το Αίμα Του. Έτσι, η σωτηρία του ανθρώπου δεν είναι μια απλή ιδεολογία ή θεωρία, αλλά μία ιδιαίτερη και πολυσήμαντη πράξη, μία έμπρακτη μετοχή, στην οποία προσκαλούνται όλα τα μέλη της Εκκλησίας.

 Ενδεικτικές Δραστηριότητες


1η Δραστηριότητα
Καταιγισμός ιδεών με τη φράση «Θεία Ευχαριστία».


2η Δραστηριότητα
Συλλογικός ρόλος: «Προετοιμάζοντας την τέλεση της Θείας Λειτουργίας». Ποιοι συμμετέχουν; Με ποιον τρόπο; Ποιο είναι το έργο καθενός κατά την προετοιμασία της;


3η Δραστηριότητα
Παγωμένη εικόνα: «Στιγμιότυπα από τη Θεία Λειτουργία». Χωριζόμαστε σε ομάδες και κάθε μια αναλαμβάνει να παραστήσει σε παγωμένη εικόνα, ένα στιγμιότυπο που μας έκανε εντύπωση από τη Θεία Λειτουργία. Προσέχουμε τις λεπτομέρειες της εικόνας και τις εκφράσεις των προσώπων που συμμετέχουν.


4η Δραστηριότητα
Η σημασία και ο συμβολισμός του αντιδώρου. Γιατί ονομάζεται έτσι; Πότε προσφέρεται; Γιατί προσφέρεται; Ποια σημασία έχει για τον χριστιανό; Τί συμβολίζει η διανομή του σε όλους τους πιστούς;


5η Δραστηριότητα
Διαβάζουμε το λειτουργικό κείμενο που ακολουθεί. Σε ποια γεγονότα αναφέρεται;

«Μαζί με αυτές τις άγιες δυνάμεις, και εμείς Δέσποτα φιλάνθρωπε λέμε μεγαλόφωνα·Άγιος είσαι και πανάγιος, εσύ και ο μονογενής Υιός σου και το Άγιο Πνεύμα σου·Άγιος είσαι και πανάγιος και μεγαλόπρεπη είναι η δόξα σου· εσύ, που τόσο αγάπησες τον κόσμο σου, ώστε να δώσεις τον μονογενή σου Υιό, για να μη χαθεί κανένας που πιστεύει σ᾽ αυτόν, αλλά να έχει αιώνια ζωή. Εκείνος, όταν ήλθε και έκανε όλα όσα είχες οικονομήσει για εμάς, τη νύκτα που παραδινότανε, μάλλον δε ο ίδιος παράδινε τον εαυτό του για τη ζωή του κόσμου, πήρε ψωμί στα άγια και αμόλυντα και αναμάρτητα χέρια του, ευχαρίστησε, το ευλόγησε, το αγίασε, το έκοψε και το έδωσε στους αγίους μαθητές του και αποστόλους και είπε..». Β΄ τμήμα της ευχής της Αναφοράς.

 6η Δραστηριότητα
Διαβάζουμε τα δύο λειτουργικά κείμενα που ακολουθούν και απαντούμε: Γιατί αναφέρεται η
θυσία που προσφέρουμε στον Κύριο ως «αναίμακτη», παρότι προετοιμάζεται η μεταβολή του
ψωμιού και του κρασιού σε Σώμα και Αίμα Χριστού; Τι ζητούμε από το Άγιο Πνεύμα;

 «Σε ευχαριστούμε, Κύριε ο Θεός, που εξουσιάζεις τις ουράνιες δυνάμεις, γιατί μάς αξίωσες να σταθούμε και τώρα μπροστά στο άγιο θυσιαστήριό σου και να παρακαλέσουμε ταπεινά την ευσπλαχνία σου για τα δικά μας αμαρτήματα και για του λαού τα αγνοήματα. Δέξου, Θεέ, τη δέησή μας· κάνε μας να γίνουμε άξιοι για να σου προσφέρουμε δεήσεις, θερμές προσευχές και αναίμακτες θυσίες για όλο τον λαό σου· και κάνε μας ικανούς, εμάς που μάς έβαλες σε τούτη εδώ την υπηρεσία σου με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ακατάκριτα και ανεμπόδιστα, με καθαρή τη μαρτυρία της συνείδησής μας, να ζητούμε τη βοήθειά σου σε κάθε καιρό και τόπο, για να μάς ακούς και να μάς λυπάσαι μέσα στη μεγάλη καλοσύνη σου. Γιατί σε εσένα πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες». 

Α´ ευχή των πιστών (Β´ μέρος της Θείας Λειτουργίας).


«Σου προσφέρουμε ακόμα αυτή τη λογική και αναίμακτη λατρεία και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε· στείλε το Άγιο Πνεύμα σου επάνω σε εμάς και επάνω σ᾽ αυτά τα δώρα. Και κάμε αυτόν τον άρτο τίμιο σώμα του Χριστού σου. Αμήν. Και αυτόν τον οίνο, που είναι μέσα σε τούτο το ποτήριο, τίμιον αίμα του Χριστού σου. Αμήν. Και κάνε τούτη τη μεταβολή με το Άγιό σου Πνεύμα. Αμήν. Αμήν. Αμήν. Ώστε σε εκείνους που μεταλαμβάνουν να γίνουν για να γαληνεύσει η ψυχή τους, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους, για να λάβουν τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, για να πάρουν θέση στη βασιλεία των ουρανών, για να έχουν παρρησία ενώπιόν σου και όχι για να αμαρτήσουν και να κατακριθούν. Ακόμα σού προσφέρουμε τη λογική αυτή εδώ λατρεία για εκείνους που αναπαύθηκαν με πίστη, προπάτορες, πατέρες, πατριάρχες, προφήτες, αποστόλους, κήρυκες, ευαγγελιστές, μάρτυρες, ομολογητές, ασκητές, και για κάθε δίκαιο άνθρωπο που τελειώθηκε με πίστη. Ξεχωριστά για την
παναγία, άχραντη, υπερευλογημένη, ένδοξη κυρία μας Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία». 

Ευχή επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος (Β´ μέρος της Θείας Λειτουργίας).

 7η Δραστηριότητα
Χτίζοντας γέφυρες: Βρίσκουμε στο διαδίκτυο στιγμιότυπα της Θείας Ευχαριστίας από άλλους
ορθόδοξους λαούς και τα αντιπαραβάλλουμε με στιγμιότυπα από την Ελλάδα. Υπάρχουν διαφορές; Τις καταγράφουμε και τις ανακοινώνουμε στην τάξη.

8η Δραστηριότητα
Σε συνεννόηση με τον ιερέα της Ενορίας μας, οργανώνουμε μια Θεία Λειτουργία, όπου ο ιερέας θα μας εξηγεί κάθε μέρος της, τον συμβολισμό του, τις ευχές που το συνοδεύουν και τα ιερά σκεύη που χρησιμοποιεί κατά τη διάρκειά του.

9η Δραστηριότητα
Προβάλλουμε το video: «Το Δώρο του Θεού», με θέμα τη Θεία Λειτουργία

10η Δραστηριότητα
Βλέπουμε στιγμιότυπα από τη Μεγάλη Είσοδο σε έναν Ιερό Ναό

11η Δραστηριότητα
Artful Thinking [«αντιλαμβάνομαι, γνωρίζω, φροντίζω»] «Η Κοινωνία των Αποστόλων», Τοιχογραφία από την Καπνικαρέα. Παρατηρούμε την τοιχογραφία σε ομάδες και συζητούμε: 

Ποια πρόσωπα εικονίζονται σε αυτή; Τί κάνουν; Πώς στέκονται; Τί δηλώνουν οι στάσεις των σωμάτων τους; 

Φανταζόμαστε πως είμαστε ένας από τους Αποστόλους. Πώς  αισθανόμαστε;Ποιο γεγονός από όσα συμβαίνουν μας κινεί περισσότερο το ενδιαφέρον; Γιατί; Από ποιο πρόσωπο από τα εικονιζόμενα, θα θέλαμε να πάρουμε πληροφορίες για το γεγονός και τί θα το ρωτούσαμε; Μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας με τις άλλες ομάδες.

Πηγή: Γεώργιος Φίλιας, Δημήτριος Χοϊλούς, Κωνσταντίνος Πρέντος,Λειτουργική Ζωή της Εκκλησίας Β´ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ,σελ 31- 39


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...