Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριαδικό Δόγμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τριαδικό Δόγμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Εντολές και Δόγματα . Συνταγές σκλαβιάς ή δρόμοι ελευθερίας;

Δόγματα, φόρμουλες ζωής 

Αντίθετα προς τις κοινωνίες που οργανώνουν τα διάφορα “πρέπει” σε κώδικα, σε σύστημα ηθικής, σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι να προσφέρει ένα σύστημα ηθικής, δηλαδή λεπτομερείς καταλόγους καλών και κακών πράξεων ή κανόνες καλής συμπεριφοράς. Αυτό που προσφέρει είναι η δυνατότητα μιας νέας ζωής, που προκύπτει, όπως είπαμε παραπάνω, από τη δημιουργία σχέσης με το Θεό. Όπως θα δούμε ειδικότερα σε επόμενα μαθήματα, η Εκκλησία προτείνει στον άνθρωπο τον τρόπο ζωής της, για να αποφασίσει ο ίδιος ελεύθερα αν θα τον επιλέξει. Τον τρόπο ζωής της η Εκκλησία τον έχει καταγράψει σε σύντομες διατυπώσεις που ονομάζονται δόγματα. Ο πολύς κόσμος έχει την εντύπωση πως δόγμα είναι ένα αφηρημένο, εγκεφαλικό κι άσχετο προς την καθημερινή ζωή αξίωμα, που ο άνθρωπος πρέπει να το δεχτεί σαν ιδεολογία. Στην παράδοση της Εκκλησίας, όμως, δόγμα είναι η καταγραφή αληθειών που της έχουν αποκαλυφθεί και, ταυτόχρονα, η συμπύκνωση ενός τρόπου ζωής. Οι δογματικοί ορισμοί, δηλαδή, είναι καταγραφή της αποκεκαλυμμένης αλήθειας, την οποία η Εκκλησία ήδη τη ζει και προ της καταγραφής της. Όταν η Εκκλησία αποφαίνεται δογματικώς, μαρτυρεί
γι’ αυτό που τη δομεί και τη ζωοποιεί.


Τι σημαίνει π.χ. για τον άνθρωπο το Τριαδικό δόγμα; Αν είναι κάτι που ο πιστός καλείται να το δεχτεί απλώς λεκτικά ή εγκεφαλικά, τότε δεν φαίνεται ότι θα άλλαζε κάτι στη ζωή του ανθρώπου, αν τη θέση αυτού του δόγματος την έπαιρνε λ.χ. η αποδοχή ενός μονοπρόσωπου θεού. Αν δούμε, όμως, το δόγμα ως διατύπωση της εκκλησιαστικής εμπειρίας και ως μοντέλο τρόπου ζωής, θα βλέπαμε το εξής:
  Ο Θεός του Χριστιανισμού είναι Τριάδα, τρία Πρόσωπα ισότιμα μεταξύ τους, και το καθένα μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Ο Θεός του Χριστιανισμού δεν είναι μια μοναχική ύπαρξη· είναι μια αγαπητική συντροφιά αδιάκοπη και άφθαρτη. Καλώντας, λοιπόν, η Εκκλησία τον άνθρωπο να δημιουργήσει σχέση με το Θεό, τον καλεί να γίνει κοινωνός του τρόπου ζωής του Θεού. Να βιώσει, δηλαδή, ως καθημερινό τρόπο ζωής την αγάπη, την ισότητα, τη μοναδικότητα του καθενός και τη συνύπαρξη όλων. Ο Χριστιανός που σοβαρολογεί για την πίστη του σε Θεό Τριαδικό, δεν μπορεί να εγκολπωθεί ούτε τον ατομικισμό, ούτε και τη μαζοποίηση του ανθρώπου, των κοινωνιών και των πολιτευμάτων του.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοούνται και οι εντολές του Θεού που βρίσκονται στην Αγία Γραφή, καθώς και οι διάφοροι κανόνες της Εκκλησίας. Για να προσεγγίσουμε τη φυσιογνωμία και τη
λειτουργία τους δε θα πρέπει να χρησιμοποιούμε δικανική* ορολογία, αλλά μάλλον ιατρική. Οι εντολές, δηλαδή, δεν είναι ποινικοί νόμοι που αν παραβιαστούν θα επιβληθεί κάποια ποινή από κάποιον θεό δικαστή, αλλά μάλλον ιατρικές οδηγίες, όπως π.χ. η οδηγία ότι ο οργανισμός του ανθρώπου χρειάζεται νερό. Από κει και πέρα αρχίζει η προσωπική ευθύνη του καθενός. Αν κάποιος δεν προστρέξει στην πηγή, τα αποθέματα νερού στο σώμα του θα εξαντληθούν και θα πάθει αφυδάτωση.
Η παραμέληση, δηλαδή, της ιατρικής αυτής οδηγίας οδηγεί σε κάποιο κακό, το κακό αυτό όμως είναι η συνέπεια μιας προσωπικής επιλογής - όχι ποινή την οποία επιβάλλει ο γιατρός ούτε, βεβαίως, η ίδια η πηγή!
Όλες οι εντολές, δηλαδή, αφορούν την ύπαρξη του ανθρώπου και τους τρόπους σύνδεσής της με την πηγή της ζωής, δηλαδή το Θεό. Όσον αφορά τους περιορισμούς που φαίνεται να εμπεριέχουν, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν και με τους περιορισμούς που οι αθλητές θέτουν στη ζωή τους προκειμένου να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση. Στην ουσία, δηλαδή, πρόκειται για ασφαλιστικές δικλείδες, που εξασφαλίζουν στον άνθρωπο την ελευθερία από τις δυ-
νάμεις της φθοράς, του ατομικισμού και του θανάτου που καραδοκούν να τον δουλώσουν.

Πνευματικός άνθρωπος

Στην παράδοση της Εκκλησίας, εκείνος που αγωνίζεται σ’ αυτήν την κατεύθυνση ονομάζεται Πνευματικός άνθρωπος. Ο όρος αυτός έχει παρεξηγηθεί. Συνήθως νομίζεται ότι πνευματικός είναι εκείνος που ασχολείται με μη υλικά ζητήματα ή που έχει κατορθώσει να ζει σαν να μην έχει σώμα. Εδώ όμως υποκρύπτεται μια πολύ επικίνδυνη άποψη, ότι το σώμα είναι κάτι κακό κι αμαρτωλό, φυλακή του πνεύματος. Το ότι η άποψη αυτή δεν είναι αληθινά χριστιανική, θα φανεί σε ένα από τα επόμενα μαθήματα. Εδώ θα επισημάνουμε μόνο το εκκλησιαστικό νόημα του όρου Πνευματικός. Ο όρος, λοιπόν, αυτός, στο εκκλησιαστικό λεξιλόγιο, δεν προέρχεται από το ανθρώπινο πνεύμα, αλλά από το Άγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Πνευματικός, δηλαδή, δεν είναι εκείνος που δίνει έμφαση μόνο στο “μισό” εαυτό του (το πνεύμα) και καταφρονεί τον άλλο “μισό” (το σώμα), αλλά εκείνος του οποίου ολόκληρη η ύπαρξη (ψυχή και σώμα, σκέψη και βούληση, επιθυμία και πράξη) διαποτίζεται από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και απ’ αυτό ενισχύεται στον αγώνα του. Όπως σε κάθε τι στην Εκκλησία, έτσι κι εδώ ο Θεός δε δρα αυθαίρετα, ερήμην του ανθρώπου: από τον
άνθρωπο εξαρτάται το άνοιγμα της ύπαρξής του στη δράση του Αγίου Πνεύματος, όπως το άνοιγμα των ρουθουνιών μας στον ατμοσφαιρικό αέρα, προκειμένου αυτός να μπει και να δράσει στα πνευμόνια μας.
Αυτό επιτυγχάνεται με τα Μυστήρια.
Τα Μυστήρια της Εκκλησίας είναι δρόμοι βίωσης της παρουσίας του Θεού εδώ και τώρα, και πρόγευση της οριστικής παρουσίας του και της ανακαίνισης του σύμπαντος που θα πραγματοποιηθεί στα Έσχατα. Με τη συμμετοχή στα Μυστήρια η συνάντηση του ανθρώπου και της κτίσης με τον Θεό είναι πραγματική κι όχι συμβολική ή συναισθηματική.
Π.χ. στη θεία Ευχαριστία ο άνθρωπος έχει αληθινά τη δυνατότητα να φάει και να πιει την αναστημένη σάρκα και το αίμα του Χριστού. Κάθε άνθρωπος ενώνεται με τον Χριστό, αλλά και με όλους τους ανθρώπους που τρέφονται μ’ αυτό το κοινό φάρμακο, τη θεία Κοινωνία, που είναι φάρμακο αθανασίας. Έτσι, ο άνθρωπος
● αφενός εμβολιάζεται με το φάρμακο που θα νικήσει τη φθορά και δε θα επιτρέψει στον θάνατο να είναι αυτός η τελική κατάληξη του ανθρώπου, και
● αφετέρου βιώνει ένα νέο τρόπο ζωής, κοινωνικό με την ουσιαστική έννοια της λέξης. Το κορυφαίο αυτό μυστήριο αποτελεί ένα κοινό τραπέζι, ένα συντροφικό γεύμα. Η άλλη ονομασία του, θεία Κοινω-
νία, δείχνει πως πρόκειται για υπόδειγμα ενός ήθους συνύπαρξης των ανθρώπων, πέρα από φύλο, φυλή, κοινωνική τάξη, ηλικία.

1. (Απαντήστε βάσει του κειμένου του Μάρκου του ερημίτη). Αν δεν υπήρχε ο Σταυρός (δηλαδή το όλο έργο του Χριστού), τι νόημα θα είχαν οι εντολές;
2. Βρείτε το νόημα του όρου “δογματισμός”, όπως τον χρησιμοποιούμε καθημερινά. Βρίσκετε να έχει σχέση με αυτό που ονομάζει “δόγματα” η Εκκλησία;

1. Ψυχικός δέ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τά τοῦ Θεοῦ· μωρία γάρ αὐτῷ ἐστί, καί οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται.
Παύλος (ἐπιστολή Α΄ Κορ. 2, 14).

Όποιος ... δεν έχει το Πνεύμα, δεν παραδέχεται τα δώρα που φανερώνει το Πνεύμα του Θεού, αφού για εκείνον όλα αυτά είναι μωρία. Και δεν μπορεί να καταλάβει, γιατί αυτά τα πράγματα κατανοούνται μόνο με τη βοήθεια του Πνεύματος

2. “Και οι εντολές ακόμα, δεν ξεριζώνουν την αμαρτία - αυτό έχει κατορθωθεί μόνο με τον Σταυρό - αλλά διαφυλάσσουν τους όρους της ελευθερίας που μας δόθηκε”.
Μάρκος Ερημίτης, PG 65,992

Θέματα Χριστιανικής Ηθικής
Μάριος Π. Μπέγζος Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου σελ: 19-24

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Ηθική και χριστιανικό δόγμα

Ο ηθικός προβληματισμός, μια πανανθρώπινη πραγματικότητα Αδιάκοπα στη ζωή του ο άνθρωπος χρειάζεται να διαμορφώνει άποψη, να λαμβάνει αποφάσεις και να ενεργεί. Αντιμετωπίζει διλήμματα, κρίνει και αξιολογεί. Και γι’ αυτό βρίσκεται συνεχώς μπροστά στο ερώτημα «τι είναι σωστό και τι λάθος», «τι είναι καλό και τι κακό», δηλαδή τι είναι ηθικό και τι όχι. Το ερώτημα αυτό αποτελεί τον ηθικό προβληματισμό και αποτελεί χαρακτηριστικό, το οποίο διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα αντικείμενα και από την άλογη φύση, η οποία ζει βάσει αυτοματισμών και ενστίκτων. Φυσικά, στο
ερώτημα τι είναι ηθικό και τι όχι δίνονται πλήθος διαφορετικές απαντήσεις, καθεμία από τις οποίες ορίζει κάποια ηθική. Αλλά πάντως ο ηθικός προβληματισμός είναι πανανθρώπινο χαρακτηριστικό. Εκδηλώνεται σε όλους τους ανθρώπους και όλες τις κοινωνίες, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης.


Η ηθική του χριστιανού  

Ο τρόπος ζωής είναι κορυφαίο ζήτημα για τα μέλη της Εκκλησίας. Ο Χριστός έχει διαβεβαιώσει: «Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει “Κύριε, Κύριε”, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατρός μου» . Ο τρόπος ζωής του Χριστιανού, λοιπόν, υπαγορεύεται από την ίδια του την ταυτότητα: από το ότι είναι Χριστιανός, από το ότι έχει τη συγκεκριμένη πίστη, από το ότι αποδέχεται
αυτά που του προσφέρει και του ζητά ο Θεός. Οι αλήθειες τις οποίες έχει αποκαλύψει ο Θεός (π.χ.
ότι ο Θεός είναι Τριάδα και ότι ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος) αποτυπώνονται με ποικίλους τρόπους στην Αγία Γραφή και στα δόγματα της Εκκλησίας, όσο αυτό είναι δυνατό στην ανθρώπινη γλώσσα. Τις αλήθειες αυτές καλείται να αποδεχτεί ο άνθρωπος, να τις εκφράσει κατά τη λατρεία και να τις ζήσει στην καθημερινή του ζωή. Τα δόγματα, δηλαδή, δεν είναι ιδεολογικές αρχές ή αξιώματα, τα οποία αρκεί ο άνθρωπος να δηλώσει ότι τα δέχεται εγκεφαλικά. Τι σημασία έχει, αν κάποιος παραδέχεται ότι υπάρχει Θεός, αλλά αυτή η πίστη δεν οδηγεί σε έμπρακτη ζωή; Και τα δαιμόνια το παραδέχονται αυτό (μας λέει στην επιστολή του ο απόστολος Ιάκωβος), αλλά δεν εμπνέονται από αυτό· αντιθέτως, τρέμουν. Γι’ αυτό, καταλήγει ο Ιάκωβος, «η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή» .
Ο πιστός λοιπόν καλείται να ζει, να αποφασίζει και να πράττει βάσει του τρόπου ζωής τον οποίον φανερώνουν τα δόγματα της πίστης του. Αυτό μάλιστα θα μπορούσαμε να το πούμε και αντίστροφα: Ο τρόπος ζωής των Χριστιανών οφείλει να είναι τέτοιος, ώστε από αυτόν να φανερώνεται ποιο είναι το περιεχόμενο της πίστης του, η δογματική του. «Έτσι θα σας ξεχωρίζουν όλοι πως είστε μαθητές μου», είχε πει ο Χριστός, «αν έχετε αγάπη ο ένας για τον άλλο» . Και ο απόστολος Ιάκωβος προκαλεί: «Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου»! Ας δούμε, λοιπόν, πώς η Αγία Γραφή και τα δόγματα της Εκκλησίας αποτελούν όχι θεωρητικά κείμενα, αλλά αποτύπωση ενός τρόπου ύπαρξης και προσκλήσεις στην ηθική.

 Το Χριστολογικό δόγμα
Η ενανθρώπηση του Υιού φανερώνει τη σφοδρή αγάπη του Θεού προς τη δημιουργία του. «Τόσο
πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο», λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «ώστε παρέδωσε στο θάνατο το μονο-
γενή του Υιό» . Ο Υιός προσέλαβε πλήρη ανθρώπινη φύση, πράγμα που σημαίνει πόσο σημαντικό
είναι το ανθρώπινο σώμα, η ύλη, η ανθρώπινη δραστηριότητα κλπ. Η σταύρωσή του δείχνει τις διαστάσεις της θυσιαστικής αγάπης, και η ανάστασή του σημαίνει τη θανάτωση του θανάτου, δηλαδή
όλων των δυνάμεων οι οποίες υποδουλώνουν και φθείρουν την κτίση. Θάνατος είναι η βιολογική
αποσύνθεση του ανθρώπου, θάνατος είναι και η μισανθρωπία (μίσος, εκμετάλλευση, αδικία, αποξέ-νωση) η οποία «θανατώνει» κάποιους ανθρώπους και τους σπρώχνει στο περιθώριο της ζωής. Θάνατος είναι και η λεηλασία του φυσικού κόσμου.


Το Τριαδολογικό δόγμα
O Θεός της Εκκλησίας είναι Τριάδα: τρία Πρόσωπα (Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα), τα οποία  ουδέποτε συγχέονται, ουδέποτε χωρίζονται, ουδέποτε το καθένα απ’ αυτά χάνει την ιδιαιτερότητά του. Μπορούμε να πούμε ότι ο Θεός δεν είναι μία μοναχική ύπαρξη, αλλά μια συντροφιά τριών Προσώπων ισότιμων μεταξύ τους, καθένα από τα οποία ανοίγεται αγαπητικά προς τα άλλα δύο. Ο τρόπος ύπαρξης του Θεού είναι η αγάπη. Καλώντας, λοιπόν, η Εκκλησία τον άνθρωπο να αποδεχτεί αυτόν τον Θεό, τον καλεί να γίνει κοινωνός του τρόπου ύπαρξης του Θεού του. Το τριαδικό δόγμα υποδεικνύει, δηλαδή, και ζητά από τους ανθρώπους να ζήσουν με δύο βασικούς άξονες:
1) Να συνυπάρχουν αρμονικά, χωρίς ατομικισμό, ο οποίος σπάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, και  ταυτόχρονα
2) η συνύπαρξη αυτή να μην καταλήγει σε μία απρόσωπη μάζα, η οποία απορροφά κι εξαφανίζει τα Πρόσωπα. Κάθε άνθρωπος παραμένει μοναδική, ανεπανάληπτη και αναντικατάστατη ύπαρξη, όταν βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες, μοναδικές υπάρξεις.
Αυτοί οι δύο άξονες χρειάζεται να υπάρχουν ταυτόχρονα. Αν ο ένας από τους δύο αγνοηθεί, τότε ο τρόπος ζωής των ανθρώπων και των ανθρώπινων κοινωνιών θα ολισθήσει είτε στην ατομοκρατία είτε στη μαζοποίηση .


Η εσχατολογία
Ο όρος «έσχατα» σημαίνει «τα τελευταία, το τέρμα». Η Εκκλησία έχει συγκεκριμένη πίστη για τα
έσχατα, δηλαδή έχει εσχατολογία. Πιστεύει ότι η ιστορία δεν προχωρά κυκλικά, δεν είναι μια αιώνια
επανάληψη. Αντίθετα, οδεύει προς ένα αίσιο τέρμα, το οποίο κατά τη Βίβλο είναι η Βασιλεία του Θεού. Είναι τέρμα, όχι υπό την έννοια ότι ο κόσμος (το σύμπαν) θα πάψει να υπάρχει, αλλά υπό την έννοια της τελικής και αιώνιας φάσης. Ο κόσμος θα ανακαινιστεί, δηλαδή θα ελευθερωθεί από το κακό, τη φθορά και τον θάνατο για πάντα. Την ανακαίνιση αυτή την ενεργεί ο Θεός. Η Βασιλεία έχει εγκαινιαστεί με την ενανθρώπηση και την ανάσταση του Χριστού, αλλά προσδοκάται η ολοκλήρωσή της. Η ανάσταση όλων (την οποία δηλώνουμε, στο Σύμβολο της Πίστεως, ότι προσδοκούμε) είναι κάτι που χαρίζεται από τον Θεό· δεν παράγεται από την ανθρώπινη φύση, η οποία από μόνη της (δηλαδή αν την νοήσουμε χωρίς τον Θεό) τείνει στον θάνατο και τον εκμηδενισμό της. Η προσδοκία της Βασιλείας δεν σημαίνει για τον Χριστιανό παθητική αναμονή. Σημαίνει πηγή έμπνευσης για την καθημερινότητα. Με τις επιλογές του και τις πράξεις του ο πιστός καλείται να φέρει το φως των εσχάτων στο σήμερα. Η Βασιλεία νοείται ως η κοινωνία Θεού και ανθρώπου, ως ανακαίνιση των πάντων, ως εξάλειψη του δακρύου και του πόνου. Μέσα στην ιστορία, λοιπόν, οι Χριστιανοί καλούνται σε στάση ζωής κατά των ποικιλόμορφων δυνάμεων του θανάτου, οι οποίες εξαθλιώνουν τον άνθρωπο και αντιστρατεύονται το έργο του Θεού.

Η θεία Ευχαριστία
Δεν είναι τυχαίο ότι η θεία Ευχαριστία ονομάζεται και θεία Κοινωνία: κοινωνία των ανθρώπων
με τον Θεό, κοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους. «Όπως ο άρτος είναι ένας, έτσι κι εμείς αποτελούμε ένα σώμα, αν και είμαστε πολλοί». Είναι το μόνο κυριολεκτικά κοινό γεύμα πάνω στη γη, στο οποίο παύουν να υπάρχουν όλες οι διαιρέσεις και οι διχασμοί. Και είναι στενά συνδεδεμένη με την εσχατολογία, διότι η Ευχαριστία αποτελεί εικόνα της αγαπητικής Βασιλείας που προσδοκούμε. Δεν υπάρχει διαφορετική Ευχαριστία για άντρες και γυναίκες, για καθεμία εθνότητα ιδιαίτερα ή για κάθε ανθρώπινη φυλή ξεχωριστά! Κι όλοι λαμβάνουν την ίδια «τροφή» και την ίδια «ποσότητα».
Η θεία Ευχαριστία αποτελεί πρότυπο για ολόκληρη τη ζωή των Χριστιανών. Όπως μας λένε εκκλησιαστικά κείμενα ήδη του 2ου αιώνα, αφού οι πιστοί συμμετέχουν από κοινού στα άγια,
πόσο μάλλον πρέπει να μοιράζονται τα φθαρτά αγαθά . Και βέβαια αυτό δεν περιορίζεται στα
υλικά πράγματα. Αφορά την ανθρώπινη συνύπαρξη σε κάθε της διάσταση. Η Ευχαριστία είναι
το υπόδειγμα μιας κοινωνίας, όπου καθένας συμμετέχει ως ιδιαίτερο πρόσωπο, και ταυτόχρονα όλοι αποκτούν «μία καρδιά και μία ψυχή». 

 Βήματα μάθησης και έκφρασης

 
Βήμα Πρώτο:
Ας αναρωτηθούμε τι είναι σωστό και τι λάθος, σε μία πραγματικά δύσκολη περίπτωση. Ας προσπαθήσουμε να εισχωρήσουμε στις σκέψεις ενός άνδρα που μπαίνει σε ένα ηθικό δίλημμα, το οποίο αφορά την «τιμή» της ζωής.
Μία γυναίκα, σε μια πόλη της Ευρώπης, υποφέρει από καρκίνο και πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή.
Υπάρχει όμως ένα βαρύ φάρμακο, που ίσως μπορεί να τη σώσει. Πρόκειται για ένα φάρμακο το οποίο περιέχει ράδιο, και το οποίο το ανακάλυψε πρόσφατα ένας φαρμακοποιός της ίδιας πόλης. Ο φαρμακοποιός χρεώνει το φάρμακο 2.000 €, δέκα φορές ακριβότερα απ’ ό, τι κοστολογούνται τα ανάλογα φάρμακα.

Ο σύζυγος της άρρωστης γυναίκας αναζήτησε από συγγενείς και φίλους να δανειστεί τα χρήματα
και συγκέντρωσε 1.000€. Εξήγησε στον φαρμακοποιό ότι η γυναίκα του πεθαίνει και του ζήτησε να του κάνει έκπτωση ή έστω μία προσωρινή πίστωση… Ο φαρμακοποιός τού αρνήθηκε.
Ο άντρας απεγνωσμένος, πια, διέρρηξε το φαρμακείο για να κλέψει το φάρμακο χάριν της γυναίκας του10.
Αφού μάθουμε για τον ηθικό προβληματισμό, ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε δύο ερω-
τήσεις:
• Ήταν σωστό που αρνήθηκε ο φαρμακοποιός τις προτάσεις του άντρα; Γιατί;
• Ήταν σωστό που ο άντρας διέρρηξε το φαρμακείο; Γιατί;
Αφού διαβάσουμε για την ηθική του χριστιανού και έχοντας στον νου το αγιογραφικό χωρίο
«Δείξε μου την πίστη σου από τα έργα σου» (Ιακ. 2:18), ας συζητήσουμε:
• Τι θα έκανε κάποιος χριστιανός στη θέση του άντρα με το ηθικό δίλημμα; 

 Ας διακρίνουμε πώς η Αγία Γραφή και τα δόγματα της Εκκλησίας αποτυπώνουν τρόπους
ζωής και αποτελούν προσκλήσεις στην ηθική.
Ας διαβάσουμε για το Χριστολογικό Δόγμα και ας καταλήξουμε, τι σημαίνει για τον άνθρωπο
η ενανθρώπηση και η σταυρική θυσία του Υιού του Θεού;


 Παρατηρούμε στην εικόνα αυτή τις διαφορετικές εκφράσεις του Χριστού στο δεξί και αριστερό τμήμα της εικόνας του Χριστού. Ο Χριστός προσφέρεται σε όλους ανεξαίρετα ως αγάπη. Αλλά δείτε πώς εκλαμβάνει την αγάπη αυτή, αν δει κάποιος μόνο το αριστερό βλέμμα του Χριστού και πώς αν δει μόνο το δεξί.

 Σκεφτόμαστε πότε εκλαμβάνει ο πιστός τον Χριστό ως χαρά.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Βήμα Τρίτο:
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία την Αγία Τριάδα την εικονίζει η σκηνή της φιλοξενίας του Αβραάμ προς τρεις ξένους (Γεν 18:1).


 Παρατηρούμε την εικόνα 13 , και απαντούμε σε δύο ερωτήσεις:
• Γιατί οι τρεις άγγελοι είναι όμοιοι;
• Γιατί οι τρεις άγγελοι παρουσιάζουν διαφορές στην ενδυμασία και τη στάση του σώματος;
Διαβάζουμε από την υμνολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δύο τροπάρια, τα οποία δίνουν νόημα στην εικόνα και τη διήγηση της φιλοξενίας του Αβραάμ:
Στο μεσονυκτικό του Σαββάτου πριν την Κυριακή του Θωμά, η Εκκλησία ψάλλει:

Συ πάλαι σαφώς τω Αβραάμ, ως ώφθης τρισυπόστατος, μοναδικός τε φύσει θεότητος, θεολογίας το
ακραιφνέστατον, τυπικώς ενέφηνας, Kαι πιστώς υμνούμέν σε, τον μονάρχην Θεόν, και τρισήλιον.
Την Κυριακή του Παραλύτου, στον κανόνα του Μεσονύκτιου (Ωδή ζ΄) η Εκκλησία ψάλλει:
Εφάνη τω Αβραάμ, Θεός τρισυπόστατος, εν τη δρυϊ πάλαι τη Μαμβρή, τής φιλοξενίας μισθόν, τον
Ισαάκ αντιδούς δι’ έλεον, όνπερ νυν δοξάζομεν, ως Θεόν τών Πατέρων ημών.
Ποιες λέξεις στα τροπάρια αυτά αναφέρονται στους τρεις ξένους οι οποίοι φιλοξενούνται από
τον Αβραάμ και τη Σάρα;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αφού διαβάσουμε για το Τριαδολογικό Δόγμα, ας συζητήσουμε για το πώς στην Εκκλησία οι άνθρωποι συνυπάρχουν και, παράλληλα, κάθε άνθρωπος παραμένει μοναδική και αναντικατάστατη ύπαρξη, πάντα σε κοινωνία με τις άλλες μοναδικές υπάρξεις, και ποτέ εγωκεντρικά.
Στη συζήτηση αυτή θα μας βοηθήσει να έχουμε στο νου μας το αγιογραφικό χωρίο, «Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή» (Πράξ. 4:32)
• να παρατηρήσουμε στην παρακάτω εικόνα ποιος είναι αυτός που συντελεί στην κοινωνία των ανθρώπων με τον Θεό, και στην κοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους. 


 

Βήμα Τέταρτο:
Αφού κατανοήσουμε γιατί η θεία Ευχαριστία ονομάζεται και θεία Κοινωνία, ας επιχειρήσουμε
να αντιληφθούμε τις ευκαιρίες που έχει ο πιστός να γευτεί στο σήμερα το φως των εσχάτων,
την τέλεια κοινωνία, έχοντας στο νου μας
• όσα ο αββάς Μακάριος λέει με τον δικό του, παραβολικό, τρόπο για την ακοινωνησία μεταξύ των ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπων και Θεού, η οποία συνιστά τη ζωή των «κολασμένων», και
• όσα φαίνονται για τις σχέσεις των ανθρώπων στο ζωγραφικό έργο του Γιάννη Γαΐτη:


Μια μέρα, ο Αββάς Μακάριος, καθώς βαδίζει στην έρημο, χτυπάει με το μπαστούνι του το πεταμένο
κρανίο ενός αιρεσιάρχη. Αμέσως ακολούθησε ο εξής διάλογος:
ΜΑΚΑΡΙΟΣ: Ποιος είσαι εσύ;
ΚΡΑΝΙO: Ήμουν ιερέας των ειδώλων και εκείνων, που έμειναν ειδωλολάτρες σ’ αυτό τον τόπο. Εσύ
είσαι ο Μακάριος, ο πνευματοφόρος. Όταν σπλαχνίζεσαι τους κολασμένους και προσεύχεσαι γι’ αυτούς, αυτοί ανακουφίζονται.
ΜΑΚΑΡΙΟΣ: Ποια ανακούφιση αισθάνεσθε; πώς είναι η κόλαση; ποια είναι η κατάσταση εκεί;
ΚΡΑΝΙΟ: Δεν μπορούμε να βλέπουμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου, γιατί είμαστε δεμένοι πλάτη
με πλάτη, και δεν μπορεί κανένας να αντικρίσει τα πρόσωπα των άλλων. Όταν όμως προσεύχεσαι, λασκάρουν τα σκοινιά και μπορούμε να κοιταχτούμε πρόσωπο προς πρόσωπο. Αυτή είναι η ανακούφιση!

 Με βάση όσα μάθαμε για τη ζωή του χριστιανού, ας γράψουμε σε τρεις φράσεις τι σημαίνει
πρακτικά να έχει κάποιος την προσδοκία της Βασιλείας του Θεού ως πηγή έμπνευσης για την
καθημερινότητά του:

Πηγή : Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου, Μάριος Κουκουνάρας Λιάγκης, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής και Ποιμαντικής Θεολογίας, ΤΕΥΧΟΣ Α΄ ΘΕΜΑΤΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΗΘΙΚΗΣ Γ΄ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ, σελ:9-16

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2025

“Η πίστη στον Τριαδικό Θεό είναι τρόπος ζωής, όχι ιδεολογία, ούτε φιλοσοφία”

Η επόμενη μέρα μετά τη μεγάλη γιορτή της Πεντηκοστής, η Δευτέρα του Κατακλυσμού, όπως ονομάστηκε, είναι αφιερωμένη στο άγιο και ζωοποιό Πνεύμα, ως το κύριο πρόσωπο της γιορτής της Πεντηκοστής.

Την ίδια μέρα, όμως, γιορτάζουμε την Αγία Τριάδα, γιατί το άγιο Πνεύμα μάς υπέδειξε «το μυστήριο της αγίας και ομοουσίου και συναϊδίου κα αδιαιρέτου και ασυγχύτου Τριάδος».

Πάνω σ’ αυτό το δόγμα της Αγίας Τριάδος, που είναι ο Θεός μας, στηρίζεται η πίστη μας, που είναι η πίστη των Πατέρων, των Αγίων, της Εκκλησίας μας. Η διατήρηση της πίστης αυτής, που συνεπάγεται προσπάθεια, αγώνα και κάποτε μαρτύριο, δεν έχει στόχο να διατηρήσουμε την αλήθεια του Θεού, ως να είμαστε δικηγόροι Του, αλλά να διασφαλιστεί η σωστή ζωή του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να ζήσει τη ζωή του Θεού και να θεωθεί.

Το «μυστήριο της Αγίας Τριάδος» ασφαλώς υπερβαίνει το λογικό μας, εφόσον αντίκειται σ’ αυτό. Η «κατανόησή» του ως μυστηρίου βρίσκεται στο βίωμά του. Όσο ζούμε την κοινωνία των προσώπων, την ενότητα, την αγάπη και την ισότητα με τους συνανθρώπους μας, τόσο καταλαβαίνουμε τι σημαίνει ο Θεός μας να είναι Τριαδικός κι όχι μονάδα. Όσο βιώνουμε τη μοναδικότητα του προσώπου μας, και του προσώπου του κάθε ανθρώπου τόσο κατανοούμε την ομορφιά του Θεού μας να είναι Πατέρας, Υιός και άγιο Πνεύμα, «Τριάδα ομοούσιος και αχώριστος», κι όχι ένα πρόσωπο χωρίς σχέση.

Στον κόσμο του συμφέροντος, της ιδιοτέλειας και της αντιπαλότητας, όπου ο άνθρωπος νιώθει μόνος και αβοήθητος, υπάρχει κρυμμένο το «μυστήριο της Αγίας Τριάδος». Υπάρχει δηλαδή ένας άλλος κόσμος, όπου βρίσκουμε την αγάπη, την κατανόηση, την αλληλοβοήθεια. Κυριαρχεί για κάποιους ο Τριαδικός Θεός ως η ζωή της ζωής τους, ακόμα κι ας μην το συνειδητοποιούν. Γιατί η αγάπη, το δόσιμο, η συμπόρευση, δεν είναι το τι λέμε αλλά το τι ζούμε. Η πίστη στον Τριαδικό Θεό είναι τρόπος ζωής, όχι ιδεολογία, ούτε φιλοσοφία ούτε, βέβαια, αιτία καύχησης και διεκδίκησης αντιμισθίας.

Το «μυστήριο της Αγίας Τριάδος», ο τρόπος ζωής του Τριαδικού Θεού, αποκαλύπτεται κάποτε εκεί που δεν περιμένουμε. Πάντα, όμως, στην ταπεινή καρδιά που μετανοεί, που συμπονεί, που συγχωρεί, που καλύπτει αδυναμίες και αμαρτίες των άλλων. Ποτέ στους σκληρούς, στους αυτάρκεις, στους εγωιστές. Η αποκάλυψη γίνεται μυστικά και δυναμικά από το Πνεύμα το άγιο που «όπου θέλει πνει». Τότε, καταλαβαίνεις τι σημαίνει υπέρβαση θανάτου, ενότητα με όλο τον κόσμο, αφοβία των δυσκολιών. Κατανοείς την ομορφιά της ζωής, του προσώπου, της σχέσης, του έρωτα, της φιλίας. Αντιλαμβάνεσαι πως ο Τριαδικός Θεός είναι κοντά μας, μέσα μας, ως αγάπη, ως οικείος, ως φίλος και εραστής.

Μπροστά στο «μυστήριο της Αγίας Τριάδος» ανακαλύπτεις το νέο κόσμο τού Θεού που στηρίζεται στη θυσία του Χριστού και στην Ανάστασή Του. Τότε, αναπόφευκτα, βρίσκεσαι μπροστά στην πρόσκληση να το ζήσεις ως ανάγκη κι ως ευκαιρία κι ως δυνατότητα αιώνια.

Πρώτη δημοσίευση: isagiastriados.com

Πηγή 


Η Τριαδικότητα του Θεού μας. Με κατανοητή διατύπωση

Η Ορθόδοξη Εκκλησία, συναΐδιος

«Δεύτε λαοί την τρισυπόστατον Θεότητα προσκυνήσωμεν,

Υιόν εν τω Πατρί, συν αγίω Πνεύματι»,

Ιερός Δαμασκηνός.

Εισαγωγικά. Η Τριαδικότητα του Θεού μας, διδάσκεται και ακούγεται από την Εκκλησία μας ως «Τριαδικό Δόγμα», ακατανόητο σε πολλούς από τους πιστούς Χριστιανούς μας. Εν τούτοις, είναι το βασικότερο μάθημα που οφείλουμε όλοι να το γνωρίζουμε, γιατί αποτελεί τη βάση της πίστεώς μας. Για τούτο το λόγο θα αποτολμήσουμε μια απλή και κατανοητή ανάλυση περί αυτού, για να γνωρίζουμε τι περιλαμβάνει και ποια σχέση έχει με τη ζωή μας. Άλλωστε, όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Χριστός, με εντολή του Θεού-Πατρός, Θεός–Υιός υπάρχων και εκείνος, όλα τα θεία μυστήρια της πίστεως, πρέπει να προσφέρονται απλά, στους απλούς και ταπεινούς πιστούς. Ανέφερε τότε ο Θεός-Υιός προς τον Θεό-Πατέρα, πώς δίδασκε τα θεία μυστήρια: «εξομολογούμαι σοι, πάτερ, κύριε του ουρανού και της γής, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις», Ματθ.ια΄25. Αυτό τον τρόπο διδασκαλίας εφάρμοσε και ο Χριστός επί της γης. Όσοι κατέχουμε θεολογική σκέψη, οφείλουμε να την προσφέρουμε με τον πιο απλούστερο τρόπο. Θα είναι τότε, ένα μάθημα εκ βαθέων, για να μη νομίζεται από μερικούς, αρνητές της πίστεως, ότι το «Τριαδικό Δόγμα», είναι για θεολογούντες και μόνο. Ακόμα και ότι οι Χριστιανοί πιστεύουμε δογματικά και στα τυφλά, τάχατες χωρίς έρευνα. Προς ενίσχυση απλών πιστών, θα ακολουθήσουμε αναλυτική μέθοδο γραφής.

Τριαδικό Δόγμα. Όσο για την Τριαδικότητα του Θεού, γνωρίζουμε ότι αυτή συγκροτείται από τρία Πρόσωπα. Τον Θεό-Πατέρα, τον Θεό-Υιό και το Θεό-Άγιο Πνεύμα, ενωμένα και τα τρία σε ένα. Εκ τούτου μάλιστα και τα τρία Πρόσωπα παίρνουν την ενιαία ονομασία, ως «Αγία Τριάδα». Η «Αγία Τριάδα», δηλαδή και τα τρία Πρόσωπα μαζί, συνυπάρχουν αρχήθεν και ενεργούν από κοινού χωρίς να συγχέονται (να μπερδεύονται) ούτε να διαιρούνται (να χωρίζονται). Είναι μία Τριάδα ως Μονάδα. Δηλαδή: «Υιόν εν τω Πατρί, συν αγίω Πνεύματι». Εν τούτοις, παρατηρούμε ότι και τα τρία Πρόσωπα διατηρούν το καθένα, την ιδιαιτερότητα της έκφρασης και της αποστολής τους. Πάντοτε βεβαίως, μέσα στο κοινό πνεύμα της Τριαδικότητας, ως .ένα ενιαίο Πρόσωπο. Τούτο είναι ένα ελεγχόμενο ως αναζητούμενο μυστήριο. Η Εκκλησία μας προσδιόρισε και διατύπωσε και το προσωπικό έργο του καθενός, αλλά με τη συμμετοχή και των τριών, όπως θα εξηγήσουμε στη συνέχεια.

Πρέπει να γνωρίζουμε επιπλέον, τι σημαίνει η λέξη «Δόγμα» και «Δογματική διδασκαλία», για να προχωρήσουμε στην εξέταση της σχέσης και του έργου της «Τριαδικότητας» ή του λεγομένου «Τριαδικού Δόγματος», ως του ενιαίου Θεού, ήτοι της «Αγίας Τριάδας». Η λέξη «Δόγμα», εννοεί τη γνώμη ή το φρόνημα που κατέχει και διατυπώνει ένα άτομο που βρίσκεται σε κάποια εξουσία. Ακούμε πολλές φορές ότι μεγάλοι ηγέτες διατυπώνουν δόγματα, ως απόψεις και προσωπικές γνώμες, που εκφράζουν το προσωπικό τους ιδεολογικό στίγμα. Το «Δόγμα» στα γράμματα γενικώς, αποτελεί την θεμελιώδη αρχή του φιλοσοφικού και θεολογικού συστήματος, ως αληθινή και αναμφισβήτητη αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση το Χριστιανικό «Δόγμα», είναι οι διδασκαλίες σε θέματα πίστεως, όπως αποκαλύφτηκαν και που γίνονται γενικώς παραδεκτές. Αυτές οι Δογματικές διδασκαλίες, όπως αποκαλύφτηκαν και διδάχτηκαν, δεν αλλοιώνονται, δεν αλλάζουν και είναι απολύτως αποδεκτές. Σχετικές είναι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, που για κατανόηση απαιτούν ιδιαιτέρα ερμηνεία.

Η Μορφή. Σημειώνουμε εδώ, ότι το κάθε Πρόσωπο, αλλά και τα τρία Πρόσωπα μαζί, εκλαμβάνονται με την πνευματική τους μορφή και διάσταση. Δεν έχουν καμιά υλική σχέση και υπόσταση. Τούτο, αποκάλυψε ο Χριστός προσωπικά στο διάλογο με την Σαμαρείτιδα. Διευκρίνισε τούτο, επειδή, άλλοι λαοί προσκυνούσαν το Θεό εις τα Όρη και άλλοι σε χειροποίητους Ναούς στα Ιεροσόλυμα. Διακήρυξε τότε: «Πνεύμα ο Θεός, και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν», Ιωάν.δ΄24. Κατά συνέπεια μιλάμε για έναν Θεό μοναδικό και απόλυτα πνευματικό. Για τούτο άλλωστε αποκάλυψε προσωπικά και ο ίδιος ο Θεός-Πατέρας, όταν ρωτήθηκε από το Μωϋσή, για λογαριασμό του λαού που ήθελε να μάθει, «τι όνομα αυτώ». Έλαβε την απάντηση, «Εγώ ειμί ο ών», ο υπάρχων, Εξόδ.γ΄13-14. Αποκάλυψε μάλιστα ο Θεός και την προσωπική του ταυτότητα. Βεβαίωσε, ότι: «ούκ έστιν ως εγώ άλλος εν πάση τη γη», Εξόδ.θ΄14. Επιπλέον δε, διακήρυξε και την μοναδικότητά του ο Θεός-Πατέρας: «Κύριος ο Θεός ημών Κύριος είς εστι», Μαρ.ιβ΄29.

Αυτός είναι ο «Τριαδικός Θεός» μας, ως ενιαία «Αγία Τριάδα», με την πνευματική μορφή του. Αυτόν οφείλουμε να προσκυνούμε.

Ενασχόληση. Όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης τούτης της γραφής, το μάθημα για την Τριαδικότητα του Θεού μας, ως βασικό για να τον γνωρίσουμε μαζί με την γνησιότητα της πίστεώς μας, έχει άμεση σχέση με την εξέλιξη της πνευματικής ζωής μας. Όσο περισσότερο καλλιεργούμαστε πνευματικά, τόσο πιο πολύ εύκολα γνωρίζουμε τον Τριαδικό Θεό μας και γινόμαστε πιστοί με πλήρη γνώση αυτής. Πλέον τούτου, μας δίδεται και υπόδειγμα πως να βρισκόμαστε σε συνεχή απασχόληση μαζί με το Θεό, κατά τις εντολές του Τριαδικού Θεού. Αποκάλυψε ο Χριστός: «ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι», Ιωάν.ε΄17. Ο Θεός-Πατέρας, δεν εργάστηκε μόνο να δημιουργήσει τον κόσμο, αλλά διαρκώς εργάζεται, κυβερνά και συντηρεί τούτον. Ο δε Θεός-Υιός, εργάζεται ομοίως συνέχεια για τη σωτηρία των ανθρώπων. Έδωσε υπόδειγμα και σε εμάς για ένα διαρκές πνευματικό έργο πνευματικής καλλιέργειας για τον εαυτό μας. Αυτό είναι το έργο μας. Έχουμε μαζί μας, επιπλέον, τους πλέον δυνατούς συμπαραστάτες. Θεόν-Πατέρα, Θεόν-Υιόν και Θεόν-Άγιο-Πνεύμα. Χρειαζόμαστε να γνωρίζουμε όμως, και μερικές λεπτομέρειες από τις ιδιαιτερότητες της έκφρασης και της αποστολής του κάθε Προσώπου της «Αγίας Τριάδας». Τα όσα έχουν αποκαλυφθεί από τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, μας δίνουν πολλά ενδιαφέροντα. Όπως επιτυχώς ερμηνεύονται και από του αγίους Πατέρες της Εκκλησίας μας, πλουτίζεται το οπλοστάσιό μας από σπουδαίες και αλάθευτες γνώσεις.

Το Συναΐδιο. Έχουμε ίσως ακούσει κάποιους χαρακτηρισμούς του Τριαδικού Θεού όπως, «αχρόνως», «συναΐδιον», «σύγχρονον». Όλα θα ερμηνευτούν στη συνέχεια, ως και σε ειδικό γλωσσάριο. Ο ιερός Δαμασκηνός, Υμνογράφος και πατήρ της Δογματικής Θεολογίας, μας πληροφορεί, ακόμα και υμνολογικά, αλλά και φανερώνει την ουσία, το έργο ως αποστολή και τη θέση που έχει το κάθε Πρόσωπο της «Αγίας Τριάδας». Δικαιολογεί μάλιστα και το ότι προσκυνούμε μόνο την ενιαία «Αγία Τριάδα», όπως συγκροτείται σε ένα Πρόσωπο.

Λέγει για το Πρόσωπο του Θεού-Πατρός, ως Γενάρχη της «Αγίας Τριάδας»: «Πατήρ γάρ αχρόνως εγέννησεν Υιόν συναΐδιον και σύγχρονον, και Πνεύμα Άγιον ήν εν τω Πατρί συν Υιώ δοξαζόμενον·». Τι σημαίνουν όλα αυτά; Αναλύονται: Ο Θεός-Πατέρας, είναι αΐδιος. Δηλαδή, όχι αιώνιος με αρχή χωρίς τέλος, αλλά χωρίς αρχή και χωρίς τέλος μέσα στο χρόνο. Είναι ο άχρονος, ως αγενεαλόγητος και αδημιούργητος. Το αιώνιος έχει μεν αρχή, αλλά δεν έχει τέλος. Συμπορεύεται επομένως ο Θεός-Πατέρας με τον Θεόν-Υιό, ως προερχόμενο από τον Πατέρα, και που και αυτός είναι συναΐδιος από πλευράς χρόνου, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος. Ταυτόχρονα, είναι και σύνθρονος ως προς τη θέση του με τον Θεό-Πατέρα. Συγχρόνως και το τρίτο Πρόσωπο, το Άγιο Πνεύμα, είναι αΐδιο και αυτό, μαζί με το Θεό-Πατέρα, αλλά και σύγχρονο, ως συνδοξαζόμενο μέσα στον κόσμο με τον Θεό-Υιό.

Έτσι συγκροτείται η «Αγία Τριάδα» στην ολότητά της.

Η «Αγία Τριάδα», ως Μονάδα σε ένα Πρόσωπο, έχει και τα ιδιαίτερα και ειδικά προσόντα της. Συγκροτείται, ως «μία δύναμις, μία ουσία, μία θεότις ήν προσκυνούντες πάντες λέγομεν». Προσδιορίζει στη συνέχεια ο ιερός Πατήρ Δαμασκηνός και το ιδιαίτερο έργο του κάθε Προσώπου, πάντοτε εντός της ενιαίας «Αγίας Τριάδας». Αυτά εννοεί το «πάντες λέγομεν». Τι λέγομεν όμως; Ακολουθεί ειδική ανάλυση. Η ενιαία «Αγία Τριάδα», προσδιορίζεται ως «μία δύναμις», που σηματοδοτεί την ενιαία «Παντοδυναμία» της. Όπως: «ό επήγγελται δυνατός εστι και ποιείσαι». Όσα υπόσχεται ο Θεός δηλαδή, είναι δυνατός και έχει την ικανότητα να τα πραγματοποιήσει, ξεπερνώντας όλες τις αιτίες και τις δυσκολίες. Προσδιορίζεται ακόμη και ως «μία ουσία». Όταν αποκαλύπτεται με το ότι «Ο Θεός αγάπη εστί», ορίζεται επακριβώς και η «μία ουσία» της «Αγίας Τριάδας». Η ουσία αυτής, είναι το πλήρωμα της αγάπης. Όσο για το «μία θεότις», σας παραπέμπω στον προσωπικό αποκαλυπτικό λόγο του Θεού-Πατρός. «Άκουε, Ισραήλ, Κύριος ο Θεός ημών Κύριος είς εστι», Μαρ.ιβ΄29. Επιπλέον: «ούκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού», Εξ.κ΄3.

Αυτά είναι τα συνολικά στοιχεία που προσδιορίζουν την «Αγία Τριάδα».

Έργο και Αποστολή. Εκτός από τα γενικά στοιχεία που προσδιορίζουν το έργο και την αποστολή της ολότητας της Τριαδικότητας του Θεού, ως «Αγίας Τριάδας» δηλαδή, υπάρχει και το προσωπικό έργο και η αποστολή του καθενός Προσώπου χωριστά στο Σύμπαν. Ο ιερός Πατήρ, ο Υμνογράφος Ιωάννης Δαμασκηνός, μας τα παρουσιάζει μα σαφήνεια και απλότητα.

Παρακολουθούμε το έργο του καθενός:


  1. Ο Θεός-Πατέρας, με την Αγγελική προσφώνηση «Άγιος ο Θεός», θα μας αποκαλύψει όλο το έργο του. Περιγράφεται ως «Τρισυπόστατη Μονάδα» που φανερώνεται με ενέργειες και έργα στον κόσμο και την ιστορία, λόγω της απουσίας χώρου και χρόνου. Είναι ο Θεός-Πατέρας «ο τα πάντα δημιουργήσας δι’ Υιού, συνεργεία του Αγίου Πνεύματος». Εδώ διαπιστώνουμε ότι δημιούσγησε τα πάντα με την ομότροπη συμμετοχή και συνεργασία και των δύο άλλων Προσώπων. Έτσι εκφράζεται η «Τρισυπόστατη Μονάδα». Πέραν τούτων, συνεχίζει ο Θεός-Πατέρας να συντηρεί και να κυβερνάει τον κόσμο. Είναι ο Θεός-Πατήρ, εκ του οποίου απορρέουν και εκπέμπονται τα πάντα.
  2. Ο Θεός-Υιός, με την Αγγελική προσφώνηση «Άγιος Ισχυρός», δίνει τον προσδιορισμό ολόκληρου του δυναμικού έργου του Κυρίου Ιησού Χριστού, ως Θεανθρώπου. Είναι το δεύτερο Πρόσωπο της «Αγίας Τριάδας», «δι’ ού τον Πατέρα εγνώκαμεν, και το Πνεύμα το Άγιον επεδήμησεν εν κόσμω». Για τούτο, εκφράζει και ορίζει την όλη αποκαλυπτική βούληση του Θεού-Πατρός, για λογαριασμό της «Αγίας Τριάδας», και όχι μόνο. Κατά την υπόσχεσή του, «ερωτήσω τον πατέρα και άλλον παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’ υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας», Ιωάν.ιδ΄16. Προς τούτο, και «το Πνεύμα το Άγιον επεδήμησεν εν κόσμω». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μένει και προσφέρει Χάριν και Έλεος Θεού, σε όλο τον κόσμο, μαζί μετά του Θεού-Υιού.
  3. Όσο για το τρίτο Πρόσωπο της «Αγίας Τριάδας», προσφωνείται και αυτό υπό των Αγγέλων, «Άγιος Αθάνατος», ως «το Παράκλητον Πνεύμα, το εκ Πατρός εκπορευόμενον και εν Υιώ αναπαυόμενον». Το «Άγιος Αθάνατος», ενέχει και την έννοια της αϊδίου (χωρίς αρχή και τέλος) εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του «Θεού-Πατρός», Θεός και το ίδιο, προς το οποίο προσευχόμαστε και το επικαλούμαστε. Όπως, «Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το πνεύμα της αληθείας». Λέγεται και «Παράκλητον Πνεύμα», ότι είναι ο παρηγορητής, ως διδάσκαλος της αληθείας προς τον άνθρωπο, αυτόν που αγωνίζεται κατά της αμαρτίας. Όσο για το «εν Υιώ αναπαυόμενον», ενέχει την έννοια ότι και τα δύο αυτά Πρόσωπα, ο Θεός-Υιός και ο Θεός-Άγιο Πνεύμα, είναι αμφότερα οι δύο Παράκλητοι, ως παρηγορητές των ανθρώπων.

Η Εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, όπως μας παραδόθηκε από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, έχει και αυτή συναΐδιο (χωρίς αρχή και τέλος) προέλευση, μαζί με την Τριαδικότητα του Θεού. Είναι συναΐδιος με τον Άγιο Τριαδικό Θεό, επειδή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αγαπητική σχέση των τριών Προσώπων της Τριαδικής Θεότητος. Αυτή η αγαπητική σχέση είναι και η αιτία ύπαρξης της Εκκλησίας. Με αυτά τα δεδομένα συγκροτείται η Εκκλησία. Όσο η αγάπη διαχέεται και εμπνέεται μεταξύ των πιστών και της «Αγίας Τριάδας», τόσο περισσότερο δυναμώνει η Εκκλησία, ως θείο καθίδρυμα. Κατανοούμε, επομένως, ποιας Εκκλησίας είμαστε μέλη. Είναι ιδιαίτερη τιμή για μας το ότι ανήκουμε στην Εκκλησία. Ακόμα διαπιστώνουμε και το μέγεθος του σφάλματος εκείνων που στρέφονται εναντίον της και πολεμούν την Εκκλησία. Μας παραδόθηκε από τον Ιησού Χριστό, ως η συναΐδιος της «Αγίας Τριάδας». Για τούτο ο Κύριος Ιησούς Χριστός αποφάνθηκε ότι όσο και αν πολεμιέται η Εκκλησία μας, οι ρίζες της έχουν Αΐδιο προέλευση, ώστε «και πύλαι άδου ου κατσχύσουσιν αυτής», Ματθ.ιστ΄18. Μην πλανάσθε πολέμιοι της Εκκλησίας. «σκληρόν, προς κέντρα λακτίζειν». Αΐδιο καθίδρυμα δεν πολεμιέται ούτε γκρεμίζεται. Γκρεμίζονται και καταστρέφονται μόνο όσα έργα έχουν ανθρώπινη ιδρυτική και κατασκευαστική προέλευση.

Κατάληξη. Είναι γεγονός ότι το θέμα της Τριαδικότητας του Θεού μας, ενέχει τις κατανοητές δυσκολίες του. Εν τούτοις έγινε προσπάθεια να απλοποιηθούν κάποιες έννοιες, ώστε να γίνουν γνωστές και σε κείνους τους πιστούς που δεν σχετίζονται με Θεολογικές ιδιαιτερότητες. Τα βαθιά νοήματα και τα δυσνόητα ανθρωπίνως, επαφίενται στους ειδήμονες. Δικαιούμαι όμως να φρονώ, ότι με τούτη τη γραφή μου έδωσα κάποιες δύσκολες έννοιες με τον απλούστερο και κατανοητό τρόπο. Ας κρατήσει ο κάθε αναγνώστης όσα μπορεί να κατανοήσει. Θα του είναι ωφέλιμα. Θα έχει τη χαρά της γνώσης του ουρανού, έστω αμυδρώς.

Ιδιαιτέρως, έγινε φροντίδα να δοθούν συνοπτικά και δι’ ολίγων και οι ερμηνείες των ιδιαιτεροτήτων της Τριαδικότητας του Θεού μας. Σήμερα, με τούτη τη γραφή, ανοίξαμε τα ουράνια σκηνώματα, μαζί με τον Απόστολο των Εθνών, τον Παύλο. Είναι αυτά, που μόνο η γνήσια και βεβαία πίστη μας μπορεί να ανιχνεύει. Πρόκειται γι’ αυτή την πίστη, για την οποία βεβαιώθηκε αποκαλυπτικά, ότι είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων», Εβρ.ια΄1. Με τα μάτια της πίστεώς μας πορευόμενοι, κατανοούμε τα πάντα.

Ακολουθούν, συνοπτικά ερμηνευόμενες, όσες έννοιες σχετίζονται με το θέμα της Τριαδικότητας του Θεού μας, για ευχερέστερη κατανόηση.

Συνοπτικά ερμηνευτικά:


  1. Όταν λέμε: «Τριαδικότητα του Θεού μας», εννοούμε τα τρία θεία Πρόσωπα με τις ιδιαιτερότητες του καθενός. Τον Θεό-Πατέρα, τον Θεό-Υιό και τον Θεό-Άγιο Πνεύμα.
  2. Όταν λέμε: «Τριαδικό Δόγμα», εννοούμε το συνολικό αποκαλυπτικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του Τριαδικού Θεού, που δι’ αυτής προσδιορίζεται και η πίστη μας. Το «Δόγμα» δεν αλλάζει και είναι απόλυτα αποδεκτό.
  3. Όταν λέμε: Ενιαία «Αγία Τριάδα», εννοούμε και τα τρία Πρόσωπα ως «Μονάδα», όπως συγκροτούνται. Ενεργούν όλα μαζί και το καθένα χωριστά, πάντοτε εντός της ενιαίας Τριαδικότητας του Θεού.
  4. Όταν λέμε: «Αΐδιος», εννοούμε ότι ο Θεός-Πατέρας, ως Γενάρχης της Τριαδικότητας, δεν έχει αρχή και δεν έχει τέλος μέσα στο χρόνο. Διαφέρει από το «Αιώνιος», εφ’ όσον ο αιώνας έχει αρχή χωρίς τέλος.
  5. Όταν λέμε: «Συναΐδιος», εννοούμε ότι και τα δύο άλλα Πρόσωπα της «Αγίας Τριάδας», Υιός και άγιο Πνεύμα, μετέχουν της «Αΐδιας» προέλευσης του Θεού-Πατρός.
  6. Όταν λέμε: «αχρόνως», εννοούμε ότι ο Τριαδικός Θεός και ως «Αγία Τριάδα», δεν γεννήθηκε μέσα στο χρόνο και είναι αγενεαλόγητος. Χωρίς γενιά.
  7. . Όταν λέμε: «σύγχρονον», εννοούμε τον Θεό-Υιό ως ταυτισμένο με τον «αχρόνως» Θεόν-Πατέρα, σε όλα όσα πρέπουν.
  8. Όταν λέμε: «άναρχος και ατελεύτητος», εννοούμε ότι ο Τριαδικός Θεός είναι το ίδιο με το «Αΐδιος», χωρίς αρχή και χωρίς τέλος
  9. Όταν λέμε: «μία δύναμις», εννοούμε ότι σηματοδοτείται η ενιαία «Παντοδυναμία» του Τριαδικού Θεού. Του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.
  10. Όταν λέμε: «μία ουσία», εννοούμε ότι ως προς την ουσία του ο Τριαδικός Θεός αποκαλύπτεται με την αγάπη. «Ο Θεός αγάπη εστί». Έτσι ορίζεται και η «μία ουσία» της «Αγίας Τριάδας». Η ουσία του Θεού είναι πλήρωμα αγάπης.
  11. Όταν λέμε: «μία θεότις», εννοούμε τα όσα αποκάλυψε ο Θεός στον Ισραηλιτικό λαό «Κύριος ο Θεός ημών Κύριος είς εστι». Ακόμα: «ούκ έσονταί σοι θεοί έτεροι πλην εμού», Εξ.κ΄3.
  12. Ο ιερός Δαμασκηνός, είναι ο Δογματικός Πατέρας και ο Υμνογράφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.

Δικαιούμαι για το τέλος, να επικαλεσθώ ευχή του Αποστόλου των Εθνών.

«Παρακαλώ δε υμάς, αδελφοί, ανέχεσθε του λόγου της παρακλήσεως·

και γάρ δια βραχέων επέστειλα υμίν».

Απόστολος Παύλος.

Πηγή 


Η Τριαδική αγάπη ως πρότυπο της ανθρώπινης αγάπης

Είναι καιρός να στραφούμε από το διαπροσωπικό παράδειγμα της αμοιβαίας αγάπης στις ενδοπροσωπικές αναλογίες με τις οποίες παρομοιάζεται η Τριάς∙ όχι πλέον με περισσότερα του ενός πρόσωπα, αλλά με την σύνθετη εσώτερη αυτοσυνειδησία ενός και μόνου προσώπου. Μακράν η πιο γνωστή περίπτωση τέτοιων ενδοπροσωπικών αναλογιών είναι αυτή που διετύπωσε ο Ιερός Αυγουστίνος. Στο έργο του Περί Τριάδος, αφού προτάξει την «Τριάδα της αγάπης», για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει, προχωρεί και αναπτύσσει δύο «ψυχολογικές Τριάδες». Παρομοιάζει τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα πρώτα με τον νου, την αυτογνωσία και τον έρωτα[16] και κατόπιν με την μνήμη, την νόηση και τη βούληση[17]. Ας παρατηρήσουμε απλώς ότι, όπως στην διαπροσωπική αναλογία «ερών, ερώμενος, έρως», έτσι και στην πρώτη «ψυχολογική τριάδα» εδραιώνεται κάποιος ιδιαίτερος συσχετισμός μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της αγάπης.

 Συχνά θεωρείται ότι τέτοιες ενδοπροσωπικές αναλογίες απαντώνται κυρίως στη Λατινική Δύση παρά στην Ελληνική Ανατολή. Πράγματι όμως ανευρίσκονται και στην Ελληνική Ανατολή. Από πολύ νωρίς συνηθίζετο μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών συγγραφέων να παρομοιάζουν τον Πατέρα και τον Υιό αντιστοίχως στις ιδιότητες του νου και του λόγου. Όπως, προς το τέλος του δευτέρου αιώνος και στις αρχές του τρίτου, ο άγιος Ειρηναίος της Λυών[18], ο Κλήμης Αλεξανδρέας[19] και ο Ωριγένης[20]. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος επεκτείνει την αναλογία, περιλαμβάνων και το Άγιο Πνεύμα: οι τρεις υποστάσεις της Θεότητος παρομοιώνονται με τα τρία στοιχεία που ενυπάρχουν στον άνθρωπο: «ὡς νῷ τῷ ἐν ἡμῑν καί λόγῳ καί πνεύματι» Ο Γρηγόριος είναι αρκετά διστακτικός έναντι αυτής της αναλογίας: «ὅσον εἰκάσαι τοῖς αἰσθητοῖς τά νοητά καί τοῖς μικροῖς τά μέγιστα, ἐπειδή (όταν πρόκειται για τον Θεό) μηδεμία εἰκών φθάνει πρός την ἀλήθειαν»[21]. Αλλά και ο Ιερός Αυγουστίνος είναι προσεκτικός με τις δύο «ψυχολογικές τριάδες» του. Η αποφατική συστολή σε καμία περίπτωση δεν είναι μονοπώλιο της Χριστιανικής Ανατολής!

Είναι αληθές, ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ Γρηγορίου Ναζιανζηνού και Ιερού Αυγουστίνου. Πρώτον, παρομοιάζοντας τον Υιό με τον λόγο του ανθρώπου και το Άγιο Πνεύμα με το πνεύμα του ανθρώπου, ο Γρηγόριος είναι κοντά στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης (αν και η παρομοίωση του Θεού Πατρός με τον νουν έχει άρωμα Πλατωνισμού μάλλον παρά Αγίας Γραφής).  Οι ψυχολογικές τριάδες του Αυγουστίνου, αντιθέτως, εδράζονται λιγότερο στην Γραφή. Δεύτερον, η σύνδεση μεταξύ Αγίου Πνεύματος και Αγάπης, πού τονίζει ο Αυγουστίνος, δεν απαντάται στον Γρηγόριο. Τρίτον, ο Γρηγόριος δεν αναπτύσσει την ενδοπροσωπική του αναλογία με τον πολύ λεπτομερή τρόπο που το κάνει ο Αυγουστίνος. Για τον Γρηγόριο, είναι μία απεικόνιση που κάνει εν παρόδω, όχι το θεμέλιο στο οποίο συστηματικά εποικοδομεί. Ωστόσο, παρά τις διαφορές, η ίδια βασική αρχή  επιβεβαιώνεται και από τον Γρηγόριο και από τον Αυγουστίνο: υπάρχει ένας συσχετισμός, μία γνήσια ανταπόκριση μεταξύ της δομής του ανθρωπίνου προσώπου και της Τριάδος.

Η χρησιμοποίηση από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο μιας ενδοπροσωπικής Τριαδικής αναλογίας, βασισμένης στην ανθρώπινη ψυχή, κάθε άλλο παρά μοναδική είναι στην Ελληνική Πατερική παράδοση. Παρόμοιες αναλογίες θα βρούμε και στον Γρηγόριο Νύσσης[22], τον Θεοδώρητο Κύρου[23], τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό[24] και σε ένα κείμενο που αποδίδεται στον άγιο Αναστάσιο τον Σιναΐτη[25]. Προχωρώντας στην Μέση Βυζαντινή περίοδο, βλέπουμε ότι κατά τον ενδέκατο αιώνα, ο Νικήτας Στηθάτος, μαθητής και βιογράφος του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, αναπτύσσει κατά παρόμοιο τρόπο έναν παραλληλισμό μεταξύ της Τριάδος και του ανθρωπίνου προσώπου. Εκεί όπου ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλά για νουν, λόγο και πνεύμα, ο Νικήτας μιλά για νουν, λόγο και ψυχή:

«Ταύτης οὖν τῆς τρισυποστάτου καί ἑνιαίας φύσεως εἰκόνα μοι βλέπε, κατά τό νοούμενον, τόν πλασθέντα ὑπ’ αὐτῆς ἄνθρωπον … Τρισυπόστατον τό θεῖον έν Πατρί, και Υἱῷ, καί ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνούμενον, τρισίν ἐπιθεωρεῖται μερισμοῖς καί ἡ παρ’ αὐτοῦ πλασθεῖσα εἰκών ὁ ἄνθρωπος, ψυχῇ, νοΐ και λόγῳ … ἅ οὖν Θεῷ κατά φύσιν συναΐδιά τε καί ὁμοούσια, ταῦτα καί τῇ εἰκόνι αὐτοῦ  κατά φύσιν συμφυῆ τε, καί ὁμοούσια, ἐξ ὧν τό κατ’ εἰκόνα ἡμῖν ὁρᾶται»[26].

 Από αυτό προκύπτει ότι κάθε τι που επιβεβαιώθηκε προηγουμένως για το Θεό ως Τριάδα ισχύει, στο βαθμό που είναι εφικτό εντός της κτιστής τάξεως, και για μας τους ανθρώπους. Ο Θεός είναι ον σχεσιακό, όν σχεσιακό είναι και ο άνθρωπος. Ως πρόσωπα είμαστε ό,τι είμαστε μόνον εν σχέσει προς άλλα πρόσωπα. Ο Θεός δεν είναι αυτό-αγάπη, αλλά αμοιβαία αγάπη: το ίδιο ισχύει για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει αληθές πρόσωπο παρά μόνον αν υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα – ή ακόμη καλύτερα τρία – εν κοινωνία μεταξύ τους. Ο Θεός είναι ανταλλαγή, αυτοπροσφορά, αλληλεγγύη∙ το ίδιο και ο άνθρωπος, που είναι κατ’ εικόνα Θεού. Αυτό, λοιπόν, υπονοεί, σε πρακτικό και προσωπικό επίπεδο, το Τριαδικό Δόγμα: Σε χρειάζομαι, για να είμαι ο εαυτός μου.

 

Αναπτύσσοντας το σημείο αυτό, μπορούμε παρομοίως να επιβεβαιώσουμε ότι η Τριαδική πίστις δεν είναι απλώς θεωρία περί του βάθους της Θείας υπάρξεως∙ αλλά καταφάσκει στις ύψιστες δυνατότητες της ανθρωπίνης υποστάσεώς μας. Η Τριάς αποτελεί το ασύγκριτο και υπέρτατο παράδειγμα διαπροσωπικών σχέσεων.


  • Ο εαυτός μας ή κοινωνεί με τους άλλους ή αλλιώς δεν είναι τίποτε.
  • Είμαι άνθρωπος σημαίνει ότι βρίσκομαι σε διάλογο με τους ανθρώπους.
  • Ο αυθεντικός άνθρωπος δεν είναι εγωκεντρικός, αλλά εξωστρεφής.
  • Αν δεν αγαπώμαι από τους άλλους και αν με τη σειρά μου δεν αγαπώ τους άλλους, παραμένω ακατάληπτος για τον ίδιο μου τον εαυτό. Η ταυτότητά μου ως προσώπου αποστερείται του αληθινού της νοήματος.
  • Πραγματώνω τον εαυτό μου ως πρόσωπο μάλλον παρά ως άτομο, μόνον όταν επικοινωνώ με τους άλλους, κοιτάζοντάς τους στα μάτια και επιτρέποντάς τους να με κοιτάξουν κι εκείνοι στα μάτια.
  • Το ένα πρόσωπο μπορεί να υπάρξει μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα να υπάρξει κάθε πρόσωπο, μόνον όταν μετέχουν όλοι του κόσμου. Είμαι άνθρωπος σημαίνει μοιράζομαι.

Και αυτό το εκφράζει, με απλά αλλά δυνατά λόγια, ο Μέγας Βασίλειος: «Τίς οὐκ οἶδε ὅτι ἥμερον καί κοινωνικόν ζῷον ὁ ἄνθρωπος καί οὐχί μοναστικόν, οὐδέ ἄγριον; Οὐδέν γάρ οὕτως ἴδιον τῆς φύσεως ἡμῶν ὡς τό κοινωνεῖν ἀλλήλοις καί χρήζειν ἀλλήλων καί ἀγαπᾶν τό ὁμόφυλον»[15]. Ο λόγος αυτός του Μεγάλου Βασιλείου αληθεύει, ακριβώς επειδή ο Θεός είναι Τριάς.

Πλασμένος κατ’ εικόνα της Τριάδος, ο άνθρωπος είναι αυτός που έχει αδελφούς και αδελφές, αυτός που δεν λέει «εγώ» αλλά «εμείς». Είναι ασφαλώς σημαντικό ότι στην Κυριακή Προσευχή όλα είναι στον πληθυντικό και όχι στον ενικό. Λέμε «ἡμᾶς» και όχι «ἐμένα»: Τόν ἄρτον ἡμῶν τον ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον και ἀφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν∙ καί μή εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ…

Το ίδιο ισχύει, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, και στη Θεία Λειτουργία: Η χαρακτηριστική Λειτουργική λέξη είναι το «ἡμεῖς», όχι το «ἐγώ». Ιδιαιτέρως κατά την κορυφαία στιγμή, κατά την Ἐπίκλησιν, ο λειτουργός –καθώς επικαλείται το Άγιο Πνεύμα, ώστε να κατέλθει και να μεταβάλλει τα Τίμια Δώρα – χρησιμοποιεί εμφατικά τον Πληθυντικό: «προσφέρομεν, παρακαλοῦμεν, δεόμεθα, ἱκετεύομεν: Κατάπεμψον τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς» καί ὄχι «ἐπ’ ἐμέ»…

Στο σημείο αυτό μπορούμε επίσης να επιβεβαιώσουμε ότι η πίστις εις την Αγία Τριάδα  σχετίζεται απολύτως με την κοινωνική και πολιτική μας ζωή. Όπως διεκήρυττε ο Nikolai Fyodorof, “το κοινωνικό μας πρόγραμμα είναι η Τριάς”. Κάθε συλλογικότητα- η οικογένεια, η ενορία, η μητρόπολη, το σχολείο ή το πανεπιστήμιο –καλείται να γίνει, καθένα με τον δικό του τρόπο, μία ζωντανή εικόνα της Τριάδος.  Η πίστις στον Τριαδικό Θεό, στον Θεό των διαπροσωπικών σχέσεων, της κοινωνούμενης αγάπης, μας υποχρεώνει να αγωνιζόμαστε σε κάθε επίπεδο κατά της καταπίεσης, της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Στον αγώνα μας για κοινωνική δικαιοσύνη, ενεργούμε με συγκεκριμένο τρόπο: εις το όνομα της Τριάδος.

Αν, όμως, τέτοιο είναι το νόημα της Τριάδος, τότε προφανώς δεν πρόκειται για απλή αφηρημένη θεωρία, που ενδιαφέρει μόνον τους ακαδημαϊκούς θεολόγους, αλλά έχει εκπληκτικές, επαναστατικές θα έλεγα, συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίον σκεπτόμαστε και ενεργούμε στην καθημερινή ζωή μας. Και σηματοδοτεί μια τεράστια και ζείδωρη διαφορά στον τρόπο με τον οποίον βιώνουμε τον εαυτό μας ως πρόσωπο.

 

[16] De Trinitate IX, 4 (iv)

[17] De Trinitate, X, 17 (xi)

[18] Κατά των αιρέσεων, 2,28,5.

[19] Στρωματείς, 4:25

[20] Εις το Κατά Ιωάννην, 1:38.

[21] Λόγος 23:11 (PG 35: 1161C- 1164A).

[22] Κατηχητικός Λόγος 1-2. Το κείμενο αυτό καθώς και τα τρία που ακολουθούν αμέσως μετά, αναλύονται από τον Robert  E. Sinkewicz στην έκδοσή του, Γρηγορίου Παλαμά, Εκατόν Πενήντα Κεφάλαια (Studies and Texts 85; Pontifical Institute of Mediaeval Studies, Toronto 1988), σελ. 22-24.

[23] Ερωτήσεις εις την Γένεσιν 20 (1:28) (PG: 80: 108 A-B).

[24] Περί Ορθοδόξου Πίστεως 6-7.

[25] Εις την Εξαήμερον 6 (PG 89 913A-932A)  (μόνον στα Λατινικά).

[26] Κεφάλαια 3:5 και 7 (PG 120: 956 A-D). Ο Sinkewicz δεν αναφέρει το κείμενο αυτό.

Πηγή 

Αγία Τριάδα και ανθρώπινο πρόσωπο: Οι αναλογίες μεταξύ τους

Οι ενδοπροσωπικές αναλογίες της Τριάδος υπογραμμίζονται ιδιαιτέρως από τους τρεις Ησυχαστές του 14ου αιώνος, τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, τον άγιο Θεόληπτο Φιλαδελφείας και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά[27]. Ο πρώτος εξ αυτών, ο Γρηγόριος Σιναΐτης επιστρέφει στο ίδιο σχήμα που χρησιμοποιεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, δηλαδή νους, λόγος, πνεύμα:

«Στον άνθρωπο υπάρχει νους, λόγος και πνεύμα. Και δεν υπάρχει νους χωρίς λόγο, ούτε λόγος χωρίς πνεύμα∙ και το ένα είναι μέσα στο άλλο, και καθένα χωριστά, γιατί ο νους εκφράζεται με τον λόγο, και ο λόγος φανερώνεται με το πνεύμα. Με τον τρόπο αυτό, ο άνθρωπος παρέχει αμυδρή εικόνα της ανώνυμης και αρχέτυπης Τριάδος, και φανερώνει και με αυτό το κατ’ εικόνα»[28] .

endopros2

Έτσι, διά των τριών αυτών δυνάμεων του ανθρώπου, του νοός, του λόγου και του πνεύματος, προσφέρουμε στην Αγία Τριάδα αυτό που ο Γρηγόριος Σιναΐτης ονομάζει «Τριαδική λειτουργία»[29]

Η δεύτερη από τις μαρτυρίες μας του 14ου αιώνα ανήκει στον Θεόληπτο, και αποκλίνει κατά πολύ σημαντικό τρόπο από το ενδοπροσωπικό τριαδικό σχήμα που μέχρι τότε επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων συγγραφέων. Καθώς ομιλεί με όρους νοός, λόγου και πνεύματος – το σχήμα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου- επιπλέον συνδέει το τρίτο στοιχείο, το πνεύμα με την αγάπη (τον έρωτα).

«Η προσευχή, λοιπόν, ανακαλώντας τις δυνάμεις της ψυχής από τον διασκορπισμό που προκαλούν σ’ αυτές τα πάθη, τις συνδέει μεταξύ τους∙ και συνδέοντας τότε μαζί της την τριμερή ψυχή, τη συμφιλιώνει με τον ένα τρισυπόστατο Θεό … Έτσι και η καθαρή προσευχή, συναπτόμενη με το νου, το λόγο και το πνεύμα, με τον λόγο επικαλείται το θείο όνομα, με το νου ατενίζει σταθερά τον παρακαλούμενο Θεό, ενώ με το πνεύμα εκδηλώνει την κατάνυξη, την ταπείνωση και την αγάπη. Και έτσι εξευμενίζει την άναρχη Τριάδα, τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό»[30].

Ο τρόπος με τον οποίον ο Θεόληπτος εδραιώνει σύνδεσμο μεταξύ του Αγίου Πνεύματος και της ιδιότητος της αγάπης εγείρει το ερώτημα: γνώριζε την πραγματεία του Ιερού Αυγουστίνου Περί Τριάδος; Είναι ασφαλώς πιθανό, διότι το έργο του Αυγουστίνου είχε μεταφραστεί στα Ελληνικά περί τα τέλη του 13ου αιώνα από τον Μάξιμο Πλανούδη[31].

Την Τριαδική διδασκαλία του Θεολήπτου ακολούθησε πιστά ο μαθητής του άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, προστάτης της πόλεως στην οποίαν συναντώμεθα[32]. Όπως και ο Θεόληπτος, ο Παλαμάς συσχετίζει τον Πατέρα με τον ανθρώπινον νουν, τον Υιόν με τον Λόγον και το Πνεύμα με την ανθρώπινη αγάπη, τον έρωτα. Με λόγους που θυμίζουν την άποψη του Αυγουστίνου για το Πνεύμα ως «δεσμόν αγάπης» μεταξύ Πατρός και Υιού, ο Παλαμάς αναφέρεται στο τρίτο Πρόσωπο της Τριάδος ως «οἷόν τις ἔρως ἐστίν ἀπόρρητος τοῦ Γεννήτορος πρός αὐτόν τόν ἀπορρήτως γεννηθέντα Λόγον∙ ᾧ καί αὐτός ὁ τοῦ Πατρός ἐπέραστος Λόγος καί Υἱός χρῆται πρός τόν Γεννήτορα». Αναπτύσσοντας το σημείο, ο Παλαμάς δηλώνει: «Αυτή η προαιώνια χαρά του Πατέρα και του Υιού είναι το άγιο Πνεύμα, επειδή είναι και των δύο κατά τη χρήση». Φοβούμενος όμως μήπως κατηγορηθεί ότι υπερασπίζεται το Filioque, ο Παλαμάς αμέσως προσθέτει ότι «η υποστατική Του προέλευσις εκπορεύεται μόνον από τον Πατέρα»[33]. Ο Αυγουστίνος, όμως, θα ήταν σύμφωνος με το σημείο αυτό, όπως έχουμε ήδη δει.


[Συνεχίζεται]

[27] Βλ. Sinkewicz, όπ. παραπ. σελ. 16-34. Για τον Παλαμά, συμβουλευθείτε επίσης M.E. Hursey, “The Palamite Trinitarian Models”, St Vladimir Theological Quarterly 16:2 (1972), σελ. 83-89∙ Jacques Lison, L’ Esprit pandu : la pneumatologie de Grégoire Palamas (Paris 1994) σελ. 87-89 και την λεπτομερή μελέτη υπό Γιάννη Δημητρακοπούλου, Αυγουστίνος και Γρηγόριος Παλαμάς: τα προβλήματα των Αριστοτελικών κατηγοριών και της Τριαδικής Ψυχοθεολογίας (Αθήναι 1997).

[28] Κεφάλαια,  31

[29] Κεφάλαια, 43.

[30] Λόγος περί εσωτερικής εν Χριστώ εργασίας, και μοναχικής ζωής, Φιλοκαλία Δ’.

[31] Η Ελληνική Μετάφραση του Πλανούδη, μαζί με το αρχικό Λατινικό κείμενο έχουν εκδοθεί από τους  Μ. Παπαθωμόπουλο, Ι. Τσαβαρή και G. Rigotti (Ακαδημία Αθηνών, Βιβλιοθήκη Α. Μανούση 3, τόμ. 1-2, Αθήνα 1995).

[32] Περί των επιρροών του Θεολήπτου επί του Παλαμά, βλ. J. Meyendorff, Gregoire Palamas: Défense des Saints Hésychastes, Spicilegium Sacrum Lovaniense 30-31 (Louvain 1959), σελ. xxxix-xI.

[33] Εκατόν Πενήντα φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαια, 36. Ο Βλαδίμηρος Λόσκυ παραβλέπει το κείμενο αυτό του Παλαμά όταν επιβεβαιώνει κατά γενικόν τρόπον: «Το Πνεύμα ποτέ δεν μπορεί να παρομοιασθεί με την αμοιβαία αγάπη Πατρός και Υιού» (Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, σελ. 81).

Πηγή 


Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Η δογματική διδασκαλία Φύσεως και Υποστάσεως

Πηγή

 Με τον π. Δημήτριο Μπαθρέλλο, θεολόγο και επισκέπτη καθηγητή Ινστιτούτου Ορθόδοξων Χριστιανικών Σπουδών στο Κέμπριτζ του Ηνωμένου Βασιλείου.

Στην ιστορία της Εκκλησίας μας, πολλές είναι οι έννοιες που χρειάστηκαν καιρό και μεγάλους Πατέρες, για να διαμορφωθούν πλήρως και να εκφράσουν τη θεία αλήθεια. Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν πάντοτε η αποφυγή παρανοήσεων που μπορούσαν με τη σειρά τους να φτάσουν μέχρι και την αίρεση. Βασικές έννοιες μεταξύ αυτών είναι και οι έννοιες της «Φύσεως» και της «Υποστάσεως», με τις οποίες αναφερόμαστε στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας: τον Θεό Πατέρα, τον Θεό Λόγο, που σαρκώθηκε, δίδαξε, έπαθε και αναστήθηκε και το Πνεύμα το Άγιο. Αυτές οι δύο έννοιες συχνά χρησιμοποιούνται λανθασμένα ακόμα και από καλοπροαίρετους Χριστιανούς, οι οποίοι όμως δυστυχώς μπορεί να έχουν συγκεχυμένη αντίληψη για αυτές.

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Η Τριαδικότητα του Θεού

Πηγή

Η νέα σειρά «Μαθαίνοντας την Πίστη μας» προσκαλεί κάθε καλόπιστο άνθρωπο να εμβαθύνει στον θησαυρό της Ορθόδοξης Παραδόσεως. Με απλό και θεμελιωμένο θεολογικό λόγο, φανερώνονται τα βασικά δόγματα της πίστεώς μας, με στόχο όχι μόνο την κατανόηση, αλλά και τη βίωσή τους στην καθημερινή ζωή. Κάθε επεισόδιο αποτελεί ένα σταθερό βήμα προς τη γνώση της αλήθειας, με σεβασμό στην Ιερά Παράδοση και αναφορά στους Αγίους Πατέρες.

Στο πρώτο επεισόδιο παρουσιάζεται το κεντρικό δόγμα της πίστεως: η Αγία Τριάδα. Αναλύεται η μία Ουσία και οι τρεις Υποστάσεις του Θεού, με αναφορές στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά και σε παραδείγματα από την εμπειρία των Αγίων, όπως ο Άγιος Σπυρίδων και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Μέσα από τη διδασκαλία αυτή αποκαλύπτεται το μεγαλείο του Θεού και η ανάγκη ταπεινής πίστεως.

Με τον Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρο, Ιεροκήρυκα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών

 

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Δόγματα - Τρόπος ζωής

Αντίθετα προς τις κοινωνίες που οργανώνουν τα διάφορα "πρέπει" σε κώδικα, σε σύστημα ηθικής, σκοπός της Εκκλησίας δεν είναι να προσφέρει ένα σύστημα ηθικής, δηλαδή λεπτομερείς καταλόγους καλών και κακών πράξεων ή κανόνες καλής συμπεριφοράς. Αυτό που προσφέρει είναι η δυνατότητα μιας νέας ζωής, που προκύπτει [...] από τη δημιουργία σχέσης με το Θεό. [...] Η Εκκλησία προτείνει στον άνθρωπο τον τρόπο ζωής της, για να αποφασίσει ο ίδιος ελεύθερα αν θα τον επιλέξει. Τον τρόπο ζωής της η Εκκλησία τον έχει καταγράψει σε σύντομες διατυπώσεις που ονομάζονται δόγματα. Ο πολύς κόσμος έχει την εντύπωση πως δόγμα είναι ένα αφηρημένο, εγκεφαλικό κι άσχετο προς την καθημερινή ζωή αξίωμα, που ο άνθρωπος πρέπει να το δεχτεί σαν ιδεολογία. Στην παράδοση της Εκκλησίας, όμως, δόγμα είναι η καταγραφή αληθειών που της έχουν αποκαλυφθεί και, ταυτόχρονα, η συμπύκνωση ενός τρόπου ζωής. 

Τι σημαίνει π.χ. για τον άνθρωπο το Τριαδικό δόγμα; Αν είναι κάτι που ο πιστός καλείται να το δεχτεί απλώς λεκτικά ή εγκεφαλικά, τότε δεν φαίνεται ότι θα άλλαζε κάτι στη ζωή του ανθρώπου, αν τη θέση αυτού του δόγματος την έπαιρνε λ.χ. η αποδοχή ενός μονοπρόσωπου θεού. Αν δούμε, όμως, το δόγμα ως διατύπωση της εκκλησιαστικής εμπειρίας και ως μοντέλο τρόπου ζωής, θα βλέπαμε το εξής: Ο Θεός του Χριστιανισμού είναι Τριάδα, τρία Πρόσωπα ισότιμα μεταξύ τους, και το καθένα μοναδικό κι ανεπανάληπτο. Ο Θεός του Χριστιανισμού δεν είναι μια μοναχική ύπαρξη είναι μια αγαπητική συντροφιά αδιάκοπη και άφθαρτη. Καλώντας, λοιπόν, η Εκκλησία τον άνθρωπο να δημιουργήσει σχέση με το Θεό, τον καλεί να γίνει κοινωνός του τρόπου ζωής του Θεού. Να βιώσει, δηλαδή, ως καθημερινό τρόπο ζωής την αγάπη, την ισότητα, τη μοναδικότητα του καθενός και τη συνύπαρξη όλων. Ο Χριστιανός που σοβαρολογεί για την πίστη του σε Θεό Τριαδικό, δεν μπορεί να εγκολπωθεί ούτε τον ατομικισμό, ούτε και τη μαζοποίηση του ανθρώπου, των κοινωνιών και των πολιτευμάτων του. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοούνται και οι εντολές του Θεού που βρίσκονται στην Αγία Γραφή, καθώς και οι διάφοροι κανόνες της Εκκλησίας. Για να προσεγγίσουμε τη φυσιογνωμία και τη λειτουργία τους δε θα πρέπει να χρησιμοποιούμε δικανική ορολογία, αλλά μάλλον ιατρική. Οι εντολές, δηλαδή, δεν είναι ποινικοί νόμοι που αν παραβιαστούν θα επιβληθεί κάποια ποινή από κάποιον θεό δικαστή, αλλά μάλλον ιατρικές οδηγίες, όπως π.χ. η οδηγία ότι ο οργανισμός του ανθρώπου χρειάζεται νερό. Από κει και πέρα αρχίζει η προσωπική ευθύνη του καθενός. Αν κά ποιος δεν προστρέξει στην πηγή, τα αποθέματα νερού στο σώμα του θα εξαντληθούν και θα πάθει αφυδάτωση. Η παραμέληση, δηλαδή, της ιατρικής αυτής οδηγίας οδηγεί σε κάποιο κακό, το κακό αυτό όμως είναι η συνέπεια μιας προσωπικής επιλογής - όχι ποινή την οποία επιβάλλει ο γιατρός ούτε, βεβαίως, η ίδια η πηγή! Όλες οι εντολές, δηλαδή, αφορούν την ύπαρξη του ανθρώπου και τους τρόπους σύνδεσής της με την πηγή της ζωής, δηλαδή το Θεό. Όσον αφορά τους περιορισμούς που φαίνεται να εμπεριέχουν, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν και με τους περιορισμούς που οι αθλητές θέτουν στη ζωή τους προκειμένου να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση. Στην ουσία, δηλαδή, πρόκειται για ασφαλιστικές δικλείδες, που εξασφαλίζουν στον άνθρωπο την ελευθερία από τις δυνάμεις της φθοράς, του ατομικισμού και του θανάτου που καραδοκούν να τον δουλώσουν. 

Σχολικό βιβλίο Θρησκευτικών Γ΄ Λυκείου, ΔΕ 2, σ. 18-20.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

"Εντολές και δόγματα: συνταγές σκλαβιάς ή δρόμοι ελευθερίας" - Μια πρόταση από την Θεώνη Μπούρα

Αναρτώ μια διδακτική πρόταση της φίλης Θεώνης Μπούρα για τη Γ Λυκείου!

Προτείνω το βίντεο που ακολουθεί για διδακτική χρήση είτε στα Θρησκευτικά Β Γυμνασίου. "Παραβολή τελικής κρίσης" είτε στα Θρησκευτικά Γ Λυκείου Ενότητα 2η "Εντολές και δόγματα: συνταγές σκλαβιάς ή δρόμοι ελευθερίας".

Στη Γ Λυκείου αφού προβληθεί η ταινία μπορούν να δοθούν ερωτήσεις σε κάρτες ανά ομάδα (ομαδοσυνεργατική μέθοδος διδασκαλίας) και στη συνέχεια οι ομάδες να παρουσιάσουν το κείμενο που έγραψαν στην ολομέλεια (όλη την τάξη).

Η ολομέλεια κάνει μία δική της ερώτηση σε κάθε ομάδα και απαντά η ομάδα προφορικά.

Έτσι κάθε ομάδα απαντά σε ερωτήματα του δασκάλου αλλά και των συμμαθητών.

Παραθέτω ενδεικτικά κάποιες ερωτήσεις:

1α.Με βάση την ταινία ποιο πρόσωπο είχε θεωρητική πίστη κ ποιο πρόσωπο ζούσε χριστιανικά;

1β.Εσείς τι θα ορίζατε ως δόγμα;Μήπως τη θεωρητική πίστη ή τη βίωση της πίστης;

2α.Τι προετοιμασία είχε κάνει η γυναίκα να δεχτεί το Χριστό κ ποια εμπόδια είχε τελικά;

2β.Γιατί το παιδί μπόρεσε να συναντήσει το Χριστό και τι αγαθά του προσέφερε;

3α. Με βάση την ταινία νομίζετε ότι θέλει ιδιαίτερη προετοιμασία η βίωση της αγάπης;

3β.Πώς βιώνεται τελικά η αγάπη;Προτεραιότητα έχουν οι επιθυμίες του δότη ή οι ανάγκες του δέκτη;

Συζητείστε στην ομάδα σας κ καταγράψτε τα συμπεράσματά σας

Θεώνη Μπούρα

         

Ο Τριαδικός Θεός: Το ακατάληπτον του Τριαδικού Θεού

Το «ακατάληπτον του Θεού» αντιπαραβάλλεται ισχυρά με την «γνώση του Θεού». Οι δύο αυτές έννοιες αλληλοαποκλείονται εκ του περιεχομένου τους, ενώ ως αντικείμενα της λογικής εξέτασης του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης λογικής, παρουσιάζουν τόσο ισχυρή αντίθεση που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι, αν ο άνθρωπος περιπέσει σε μια τέτοια μελέτη ή ενασχόληση, το αποτέλεσμα θα είναι μια πλήρης πνευματική σύγχυση [1].

Ωστόσο στην Ορθόδοξη Θεολογία και στην πρακτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι έννοιες αυτές βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση [2]. Ουσιαστικά αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο ακατάληπτο του Θεού και στην γνώση του Θεού, κρύβει μια δυναμική διαλεκτικού τρόπου, που όχι μόνο δεν παράγει πνευματική σύγχυση, αλλά οδηγεί τον ανθρώπινο νου στην υπέρβαση του θεολογικού αγνωστικισμού. Παράλληλα, ο ανθρώπινος λόγος αποκτά την γνώση των δυνατοτήτων του σε σχέση με την φύση του Θεού και της διαλεκτικής επιδράσεως ανάμεσα στον άκτιστο Θεό και τον κτιστό άνθρωπο. Στην πραγματικότητα, αυτή η διαλεκτική, βοηθά τον άνθρωπο να βρει την πληρότητα της γνώσεως του Θεού μέσα από την κατανόηση της διαφοράς κτιστού και ακτίστου, που νοηματοδοτεί διαρκώς το ακατάληπτον της θείας ουσίας [3].


Σε όλη την ιστορία της Ορθόδοξης Θεολογίας, αποτελεί μαρτυρημένη βεβαιότητα η παραδοχή της μη δυνατότητας καταλήψεως της θείας ουσίας [4]. Πρέπει ωστόσο, να καταστεί σαφές ότι το ακατάληπτον της θείας ουσίας, δεν αποτελεί ένα αρνητικό ιδίωμα του Θεού. Αντίθετα, είναι το μόνο ασφαλές ιδίωμα, από την άποψη της ανθρώπινης δυνατότητας, που αποδίδεται από τον άνθρωπο στο Θεό. Αν το ακατάληπτον του Θεού αποτελούσε αρνητικού περιεχομένου ιδίωμα, τότε θα ήταν δυνατόν να αναπληρωθεί με ένα άλλο θετικό ιδίωμα στον απόλυτό του βαθμό. Στην περίπτωση αυτή όμως θα είχαμε αναζήτηση της θεολογικής αλήθειας σε μια βάση μεταβαλλόμενων ιδιωμάτων του Θεού, κάτι που δεν μπορεί να ευσταθεί διότι ο Θεός είναι άτρεπτος και δεν μεταβάλλεται [5].

Ουσιαστικά, το ακατάληπτον αποδίδεται σε δύο αρχές. Πρώτον στην αδυναμία του ανθρώπινου λογικού να κατανοήσει την θεία ουσία και δεύτερον στην ανθρώπινη αδυναμία να αποκαταστήσει με τα μέτρα των ανθρώπινων δυνατοτήτων την πραγματική επαφή με τον Θεό. Στην βάση αυτή δεν τίθεται κανένα θέμα αντιβολής της ανθρώπινης λογικής και του ακατάληπτου της θεότητας σε με σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Το ακατάληπτον εξ’ ορισμού και εξ’ αντικειμένου ενέχει καθ’ εαυτό υποκρύπτουσα απόσταση. Τούτο σημαίνει πως ανάμεσα στην ανθρώπινη λογική και στην θεία ουσία ενυπάρχει βαθειά ειδολογική διαφορά. Έτσι, ο ανθρώπινος νους αντιλαμβανόμενος το ακατάληπτο «αντικείμενο» της θείας ουσίας, αδυνατεί να αντιμετωπίσει το θείο ως αντικείμενο λογικής έρευνας [6].

Η ανθρώπινη λογική έπραξε πολλές φορές το λάθος να προσδιορίσει το ακατάληπτο του Θεού στην βάση του λογικού ερωτήματος για το αν υπάρχει Θεός ή όχι. Ωστόσο ο προσδιορισμός της κατανόησης του ακαταλήπου σε μια τέτοια βάση ύπαρξης ή ανυπαρξίας του Θεού, είναι παντελώς εσφαλμένος. Το ακατάληπτον έχει ως αίτιο και ύπαρξη το μυστηριώδες και ασύλληπτον της ουσίας του όντος αληθινού Θεού. Το αίτιο, δηλαδή, της υπάρξεως του ακαταλήπτου συμπίπτει με την απόλυτη βεβαιότητα της υπάρξεως του Θεού, η οποία αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αλήθεια στην ανθρώπινη λογική του πιστεύοντος και ερευνούντος το θείο, ανθρώπου [7].


Ο ανθρώπινος προβληματισμός περί της γνώσεως του Θεού κινείται πέρα από την ιδιάζουσα σχέση: Ουσία Θεού – ακατάληπτον – λογικόν ανθρώπου, στην ιδιάζουσα σχέση: Δημιουργού εξ’ αγάπης και δημιουργήματος εν ελευθερία. Σε αυτό το σχήμα ο προσδιορισμός της σχέσεως είναι επαρκής. Η ποιότητα αυτής της σχέσης διασφαλίζεται όχι μέσω της εννοιολογικής ταυτότητας ή της δυνατότητας προσδιορισμού και γνώσεως της φύσεως και της ουσίας του Δημιουργού από το δημιούργημα, αλλά δια της υποταγής και της ταπείνωσης του δημιουργήματος στον Δημιουργό. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο η γνώση καθίσταται θεία δωρεά και έλλαμψις θείας ενέργειας του Λόγου εν Αγίω Πνεύματι [8].

Στην Αγία Γραφή δηλώνεται με παράδοξο τρόπο η σχέση Αγάπης – Ελευθερίας σε μια δυναμική εξάρτησης, που πηγάζει αφενός μεν από την αίσθηση της πραγματικότητας της Θείας Χάριτος του όντος Θεού και αφετέρου, εκ της υπακοής που επιδεικνύει βιωματικά ο άνθρωπος προς το Δημιουργό του. Πρέπει να επισημανθεί ότι, η Θεία Χάρις έχει ακραιφνώς μυστηριακό χαρακτήρα τόσο στην πρωταρχική πηγή της, όσο και στην εκκλησιολογική της έκφραση. Ουσιαστικά, δηλαδή, παραμένει ακατάληπτη ως προς την πηγή και την έκφρασή της, αλλά καθίσταται αντιληπτή και σωτηριώδης ως προς το αποτέλεσμα αυτής, το οποίο αποδέχεται και βιώνει ο ελεύθερα υπακούων άνθρωπος [9].

Εκ των δεδομένων αυτών, γίνεται αντιληπτό ότι η προσπάθεια του ανθρώπινου νου να διερευνήσει τα αίτια της ακαταληψίας της ουσίας του Θεού, ουσιαστικά προσκρούει στην ειδοποιό διαφορά και στο ανεξιχνίαστο βάθος, της σχέσεως Δημιουργού και δημιουργήματος, Θεού και ανθρώπου, κτιστού και ακτίστου. Όταν ο ανθρώπινος νους στηρίζεται στην σχέση αγάπης, χάριτος, ελευθερίας και υπακοής μπορεί βιωματικά να οδηγήσει τον άνθρωπο στη γνώση του Θεού, μέσα από μία ζωντανή και δυναμική σχέση που αποκαλύπτει την αιτία του μυστηρίου της ζωής κατ’ εξοχήν [10] δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος, που εκ του Πατρός δια του Υιού εγχέεται [11].

Η μονομερής απομόνωση της ανθρώπινης λογικής στην ανίχνευση του κυρίως αιτίου, που καθιστά τον Θεό ακατάληπτο στην βάση της ουσιαστικής σαφώς διαφοράς μεταξύ του αιώνιου και άπειρου Θεού και του πεπερασμένου και χρονικού ανθρώπου, είναι διαδικασία λόγου χωρίς ασφαλές αποτέλεσμα. Πολλές φορές, στη Συστηματική Θεολογία, επιχειρήθηκε ο προσδιορισμός της ακαταληψίας του Θεού στη βάση αυτής της χρονικότητας. Το αποτέλεσμα αυτής της συλλογιστικής είναι άρτιο και επαρκές για τον φιλοσοφικό στοχασμό, όχι όμως για τον περί Θεού λόγο, έτσι όπως αυτός διατυπώνεται στην θεώρηση και την βιωματικότητα της Εκκλησίας [12]. Η απομόνωση του ανθρώπινου νου, μόνο σε πρακτικά σχήματα όπως αιώνιος, χρονικός ή άπειρος, πεπερασμένος, χωρίς την προέκταση ουσίας της ελευθερίας, της αγάπης, της υπακοής, των μυστηρίων και εν γένει της βιωματικότητας εν Εκκλησία, δεν μπορεί να αποδώσει ουσιαστικό αποτέλεσμα στην περί Θεού γνώση, ενώ παράλληλα δημιουργεί μόνο μια φιλοσοφική θεώρηση περί της θείας ουσίας [13].


 

Παραπομπές:

1. Ν. Ξεξάκη, Ορθόδοξος Δογματική, Η Θεολογία του Ομοουσίου , τ. Β’, Έννοια, Αθήνα 2006, σελ. 68-69.
2. Δ. Τσάμη, Η διαλεκτική φύσις της διδασκαλίας Γρηγορίου του Θεολόγου, Θεσ/νίκη 1968, σελ. 98 και 111.
3. Μαξίμου Ομολογητού, Περί Θεολογίας και της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, Προς Θαλάσσιον, Κεφ. ΣΤ’, εκατοντάς πρώτη, Β’ 55, και Περί Θεολογίας κεφαλαίων, εκατοντάς Τετάρτη, Β’ 121. Πρβλ. και Ν. Τατάκη, Θέματα χριστιανικής και βυζαντινής φιλοσοφίας, Αθήναι 1952, σελ. 82 και εξ..
4. Χ. Ανδρούτσου, Δογματική, Αθήναι 1901, σελ. 34 και εξ., Ιω. Καρμίρη, Σύνοψις της Δογματικής Διδασκαλίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1957, σελ. 15 και εξ., Π. Τρεμπέλα, Δογματική, Τόμος Ι, Αθήναι 1959, σελ. 203-204.
5. Νικ. Νησιώτη, Προλεγόμενα εις την Θεολογικήν Γνωσιολογίαν, Το ακατάληπτον του θεού και η δυνατότης γνώσεως Αυτού, Μήνυμα 41986, σελ.18.
6. Μ. Βασιλείου, Κατ’ Ευνομίου, Λόγος Α’ 14, SC 299, 22240-22447 , (ΒΕΠΕΣ 52,17520-26) : Ο Μέγας Βασίλειος προτρέπει την αποφυγή της πολυπραγμοσύνης περί του ακαταλήπτου με την λογική «της κατά την ουσίαν πολυπραγμοσύνης ως ανεφίκτου». Πρβλ. και Συμεών Νέου Θεολόγου, Βίβλος των Θεολογικών, Λόγος Β’, SC 122, 148257-150269: «Παρίστησι δε πάσα θεία Γραφή δια πασών των περί Θεού λεγομένων εννοιών τε και λέξεων ότι έστιν, ουχ οίος δε εστι, προσμαρτυρούσα μόνον αυτώ το αεί είναι και το ο ων, Θεός ο αεί ων, τρισυπόσταστος, παντοδύναμος, παντοκράτωρ, παντεπόπτης, κτίστης και δημιουργός των απάντων, ανενδεής, υπερφυής, τοσούτον πάρ’ ημών γινωσκόμενος όσον τις πέλαγος αόριστον υδάτων θαλάσσης, εν νυκτί παρά τον αιγιαλόν ιστάμενος και λαμπάδα φαίνουσα κρατών, καθορά. Τού γαρ όλου των απείρων εκείνων θαλασσών πόσον οίει οράν των τοιούτον; Πάντως μικρόν ή ουδέν. Πλήν όμως ακριβώς βλέπει το ύδωρ οποίον και απλανώς, ει και μη εφικνείται ειπείν ποταπών…». Στον ίδιο πατέρα συναντούμε στο ίδιο έργο και ειδικότερα στο Λόγον Α΄, 10279-81: «άφθεγκτα γάρ πάντη και άρρητα και ακατανόητα τα της θείας και υπερουσίου φύσεως και ανθρωπίνω νοϊ ακατάληπτα». Περί του θεμάτος βλ. σχετ. και : Ν. Νησίωτου, Προλεγόμενα εις την θεολογικήν γνωσιολογίαν , Μήνυμα, Αθήναι 1986, σελ. 18-29, Δ. Τσάμη, Εισαγωγή στη σκέψη των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, Θεσ/νίκη 41992, σελ. 294-297, Νίκου Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β’, Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντίπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη , Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2003, σελ. 114-116, Γ. Μαρτζέλου, Ουσία και ενέργειαι του Θεού κατά το Μέγα Βασίλειο, Συμβολή εις την ιστορικοδογματικήν διερεύνησι της περί ουσίας και ενεργειών του Θεού διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2005, σελ. 39-52.
7. Νικ. Νησιώτη, Προλεγόμενα εις την Θεολογικήν Γνωσιολογίαν, Το ακατάληπτον του θεού και η δυνατότης γνώσεως Αυτού, Μήνυμα 41986, σελ.189.
8. Γρηγορίου Νύσσης, Περί Παρθενίας VII, 10, εκδ. Jaeger, σελ. 289.
9. Ευ. Θεοδώρου, Κριτική εισαγωγή εις το ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και γνώσεως, Αθήναι 1955, όπου και αναλύεται η το μείζον θέμα της σχέσεως πίστης και ανθρώπινης λογικής.
10. Στ. Παπαδοπούλου, Συνάντησις Ορθοδόξου και Σχολαστικής Θεολογίας (Εν τω προσώπω Καλλίστου Αγγελικούδη και Θωμά Ακινάτου), Ανάλεκτα Βλατάδων, Πατριαρχικόν Ίδρυμα πατερικών Μελετών, Θεσ/νίκη 1972, σελ. 85-87.
11. Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία 14, Εις το κατά Ιωάννην, 1, PG 59,92: «Ουχ ο Θεός, αλλ’ η χάρις εκχείται.». Πρβλ. και Αν. Θεοδώρου, Η ουσία της Ορθοδοξίας, Αθήναι 1961, σελ. 249-250.
12. Μ. Βασιλείου, Εις Ψαλμόνν 14, PG 29, 256BC. Πρβλ. και Π. Χρήστου, Η έννοια της διπλής γνώσεως κατά τον Γρηγόριον Παλαμάν, Θεσ/νκη 1963, σελ. 6.
13. Γρηγορίου Θεολόγου, Περί του βίου Μωυσέως, PG 44, 329Β.

Πηγή 


Θεός απρόσιτος (Β΄)

Με το θέμα μας συμπλέκεται το ερώτημα, γιατί η Γρα­φή ομιλεί έτσι, γιατί η αποκάλυψη του Θεού πρέπει να δίδεται έτσι. Η απάντηση των Πατέρων, που πολλές φορές τη συναντήσαμε και στα όσα είπαμε να υποκρύπτεται, είναι, διότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να σκεφθεί αλλιώς. Όπως ομιλούμε στα νήπια, έτσι ο Θεός μάς ομιλεί στη Γραφή για τον εαυτό του, λέει ο Ωριγέ­νης. Και κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας οι Γραφές, που ομιλούν περί του Θεού, «ώσπερ τινας νηπίους παιδαγωγούσαι τους εντυγχάνοντας, ανθρωπινότερον περί αυτού διαλέγονται, χείρας αυτώ και πόδας και οφθαλμούς και φωνάς και λόγους και στόματα και πρόσωπον και μυρία άλλα τοιαύτα περιάπτουσαι». Και πράγματι ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό είναι κατά κυριολεξίαν νήπιος (από το νη και έπος), δεν έχει έπος, λόγο, δεν μπορεί να μιλήσει. Γι’ αυτό και χρειάζεται για να εκφράσει το θείο εικόνες και σύμβολα. Γι’ αυτό, λέει ο συγ­γραφέας των Αρεοπαγιτικών συγγραφών, απιστούμε οι πολλοί στα λόγια των θείων μυστηρίων, διότι τα βλέ­πουμε μόνον διά μέσου των προσκολλημένων σ’ αυτά αισθητών συμβόλων. Πώς είναι δυνατόν ο Θεός να είναι αυτά όλα που βλέπουμε στην Παλαιά Διαθήκη; Πώς είναι δυνατόν να έχει ο Θεός χέρια και πόδια; Πρέπει να τα ξεντύσει κανείς τα σύμβολα και να τα δει όπως έχουν, γυμνά και καθαρά. Και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός φρονεί ότι όλα όσα λέγονται περί Θεού σαν να είχε σώμα, λέγονται συμβολικώς και έχουν ένα υψηλότερο νόημα.

 

Αυτά δεν ισχύουν μόνον για τις παραστάσεις περί Θεού. Επεκτείνονται και σε ένα μεγάλο αριθμό βι­βλικών διηγήσεων. Ανέφερα μερικές προηγουμένως. Για πολλές όμως από τις διηγήσεις πιστεύουν οι Πα­τέρες ότι η Γραφή χρησιμοποιεί ομοίως συμβολική γλώσσα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, για τον αστέρα που φάνηκε την ημέρα της γεννήσεως και οδήγησε τους Μάγους, λέει: αυτό το αστέρι δεν ήταν ένα από τα πολλά αστέρια· μάλλον δε ούτε καν αστέρι, όπως μου φαίνεται, αλλά κάποια δύναμη αόρατη που μετασχηματίσθηκε σ’ αυτήν την όψη. Τα αστέρια πώς μπο­ρεί να προχωρούν; Όταν κοιμόντουσαν οι Μάγοι, κοι­μόταν το αστέρι; Όταν προχωρούσαν, προχωρούσε το αστέρι; Όταν είχε συννεφιά, δεν έβλεπαν το αστέρι; Όταν στάθηκε πάνω από το μέρος που ήταν το παιδίον, πώς το είδαν και το κατάλαβαν; Συνεπώς πρέπει να είναι κάποια άλλη αόρατη δύναμη, ένας άγγελος, λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, που τους οδή­γησε και τους φώτισε να πάνε εκεί. Με αυτά βέβαια ο ιερός πατήρ απογοητεύει μερικούς ευσεβείς διαπρε­πείς επιστήμονες, που προσπαθούν να μας ορίσουν τι ήταν αυτό το αστέρι, και λένε ότι υπήρχε σύνοδος τριών αστέρων κ.λπ. Με αυτά όλα, όσο και να είναι φι­λότιμες οι προσπάθειες, άθελά τους, με τον ζήλο τους, μετατρέπουν αυτό το περιστατικό σε ένα απλό φυσικό φαινόμενο· ακόμη και αν αυτό το εξηγήσουμε φυσικώς, ένας άπιστος δεν πρόκειται να πιστέψει, παρ’ όλη την προσπάθειά τους, τη στιγμή που μένει ένα πλήθος άλλων που δεν μπορούν να εξηγηθούν με τη φυσική.

Τη συμβολική γλώσσα βλέπουν οι Πατέρες και στις τε­λετές της Εκκλησίας. Με την κάθαρση π.χ. στο ύδωρ του βαπτίσματος εξεικονίζεται «εν συμβόλοις» η πνευ­ματική αποκάθαρση, κατά τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Γι’ αυτό βαπτίζουμε το παιδί στο νερό, γι’ αυτό βαπτιζόμαστε στο νερό, επειδή αυτό είναι σύμβολο της πνευ­ματικής καθάρσεως. Και ο Απόστολος Παύλος το ονο­μάζει «λουτρόν παλιγγενεσίας»: βυθιζόμενοι στο ύδωρ συμμετέχουμε στον θάνατο του Χριστού, εξερχόμενοι συμμετέχουμε στην ανάστασή του, ξαναγεννημένοι σε μια καινούργια ζωή.

Εδώ επιτρέψτε μου να ρωτήσω: δεν είναι όσα ελέχθησαν μια απάντηση σε όλους εκείνους που βλέπουν μύθους στη Γραφή; Αυτοί βλέπουν μύθους, και τους απορρίπτουν. Οι Πατέρες βλέπουν σύμβολα, εικόνες, ανθρωποπαθείς, ανθρωποκεντρικές και ανθρωπομορφικές εκφράσεις και τις ερμηνεύουν.

Βεβαίως δεν ερμηνεύονται όλες οι διηγήσεις της Γραφής με αυτόν τον τρόπο. Για τους Πατέρες η βά­ση κάθε ερμηνείας είναι η πίστη. Πολλές φορές η ερμηνεία ευρίσκεται έξω από τις δυνατότητές μας. Οι Πατέρες εγνώριζαν τα όρια των ανθρωπίνων δυνατο­τήτων. Έτσι γράφει ο Χρυσόστομος: «Το πώς ορώσιν οι Προφήται ταύτα, άπερ ορώσιν, ουχ ημέτερον ειπείν, ου γαρ δυνατόν ερμηνευθήναι λόγω τον τρόπον της όψεως». Λογικά δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, ξέ­ρουμε όμως ότι έβλεπαν αυτό που έβλεπαν, με τον τρόπο που το έβλεπαν (την συγκατάβαση που είπαμε κ.λπ.), αλλά το πώς, δεν μπορούμε να το ξέρουμε. Αυτή είναι η ερμηνεία των Πατέρων, εκείνων που γνώ­ριζαν να σταματούν τη σκέψη τους μπροστά στην πύ­λη του μυστηρίου και να μην υποκαθιστούν τον Θεό με υποκατάστατα, με είδωλα του Θεού. Όπου η χριστια­νική παράδοση απομακρύνθηκε από τον τρόπο σκέψεως των Πατέρων, μεταβλήθηκε σε ένα είδος θρησκευτικής φιλοσοφίας (και εννοώ συγκεκριμένα τη Δύ­ση), ή μιας ευσεβούς φιλολογίας, ενώ με αυτόν τον τρόπο της πατερικής σκέψεως θα μπορούσε η ανθρώπινη σκέψη, η θεολογία η χριστιανική, να φυλαχθεί από πολλά ατοπήματα. Η σκέψη των Πατέρων εισήγαγε μια νέα διάσταση στην ανθρώπινη σκέψη, μια διά­σταση που προσδιορίζεται από τα όσα είπαμε για το πώς βλέπουν οι Πατέρες την γνώση του Θεού. Αυτό είναι το μήνυμα των Πατέρων ανά τους αιώνες, ένα μήνυμα που δεν είναι αυτόνομο, αλλά είναι το μήνυμα της Γραφής ερμηνευμένο και υπομνηματισμένο. Γιατί και τη Γραφή πρέπει να ξέρουμε να τη διαβάζουμε, αν θέλουμε να βρούμε απάντηση στα προβλήματά μας. Δίνει απάντηση στα προβλήματά μας, αλλά πρέπει να ξέρουμε να τη διαβάζουμε. Στη Γραφή βρίσκεται ο Λό­γος του Θεού, που απεκαλύφθη στον άνθρωπο, με τρό­πο που να είναι προσιτός στο λόγο του ανθρώπου.

Για να γίνει προσιτός στο ανθρώπινο λογικό ο Θεός μέσω της Γραφής, χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο λόγο, τις ανθρώπινες εκφράσεις. Αν θέλουμε να μιλήσουμε σε κάποιον, θα πρέπει να γνωρίζουμε τη γλώσσα του. Η απόσταση μεταξύ ημών και του Θεού είναι άπειρη. Ο Θεός είναι άκτιστος, τελείως απρόσιτος, δεν υπάρχει ουδεμία δυνατότητα επαφής με τις δικές μας δυνάμεις. Έτσι ο Θεός μάς μιλάει με τη γλώσσα μας, μιλάει με τις ανθρώπινες εκφράσεις. Αυτό πρέπει να γνωρίζουμε, όταν διαβάζουμε την Γραφή. Έτσι μόνον μπορούμε να γνωρίσουμε τον Θεό και αυτό πρέπει να μάθουν και όλοι όσοι φεύγουν από τη Γραφή, επειδή τη θεωρούν κατώτερη του λόγου των, της λογικής των, σκανδαλιζόμενοι από τον τρόπο που ομιλεί. Ο σκανδαλισμός αυτός των «σοφών» και των «συνετών» δείχνει το επί­πεδο της θρησκευτικής τους μορφώσεως και της πνευ­ματικής τους καλλιέργειας.

Πρέπει να το παραδεχθούμε: το επίπεδο αυτό, παγκοσμίως, αλλά ας μείνουμε στη χώρα μας, είναι πολύ χαμηλό, είναι σε απελπιστική στάθμη. Δεν ξέρω αν όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται χειρότερη η κατάσταση. Για πολλούς ναι. Δεν θέλω να γενικεύσω. Υπάρχουν και οι εκλεκτοί που ξεχωρίζουν και ίσως αυτοί οι εκλεκτοί έχουν βαθύτερη γνώση από τις προηγούμενες γενιές. Αλλά η πλειονότης όσο πηγαίνει και υποβαθμίζεται. Ενώ μιλάμε για ανάπτυξη, είμαστε σ’ αυτό το θέμα υπανάπτυκτοι. Ενώ καταβάλλουμε τόσες προσπάθειες για την ανάπτυξη, το φράγμα της θρησκευτικής υπανάπτυ­ξης δεν επιχειρούμε να το σπάσουμε. Η οικονομική ανάπτυξη είναι η θεότητά μας, η υπαρξιακή αγωνία όμως δεν ικανοποιείται με τα ξυλοκέρατα του ασώτου υιού του Ευαγγελίου. Το πως θα καταξιώνουμε την ύπαρ­ξή μας στον 21ο  αιώνα, θα το μάθουμε μόνο στη Γραφή. Μόνο αν μάθουμε να μελετάμε τη Γραφή και αν μάθου­με να εμβαθύνουμε στη Γραφή και να την καταλαβαίνουμε, τότε μόνον θα μπορέσουμε να αναπτυχθούμε πνευματικά, θρησκευτικά, εκκλησιαστικά και χριστιανι­κά. Και δάσκαλοί μας σ’ αυτό είναι οι Πατέρες, μερικά δείγματα από τα οποία πήρα και σας μετέδωσα.

Ως τώρα προσπαθήσαμε να καταδείξουμε ότι ο Θε­ός είναι το αντικείμενο της απόλυτης αγνωσίας του ανθρώπου. Η γνώση όμως από τον άνθρωπο αυτής της απόλυτης αγνωσίας, το να αισθάνεται δηλαδή κα­νείς το αχώρητο, το απρόσιτο, το άρρητο του Θεού και το να ομιλεί περί του αρρήτου του Θεού και του απροσίτου και του αχωρήτου, αυτή είναι η μόνη δυνατή γνώση σχετικά με την ουσία του Θεού και ο μόνος δυνατός τρόπος αισθήσεως του Θεού και ομιλίας πε­ρί αυτού. Ακόμη περισσότερο, αυτό είναι μία πείρα, μία εμπειρία, στην οποία καταλήγει κανείς, όταν όλοι οι άλλοι δρόμοι που με την νόησή του άνοιξε για να φθάσει στον Θεό, έχουν αποδειχθεί αδιέξοδοι. Έτσι ο Θεός παύει πλέον να είναι νοητικό ή συναισθηματικό ή οτιδήποτε άλλο αντικείμενο, και γίνεται βίωμα: όπως  έλεγαν οι Πατέρες, «πάσχειν τα θεία». Ο δρόμος της γνώσεως δεν είναι ο νοητικός, αλλά ο βιωματικός. Ο Θεός δεν είναι το αντικείμενο της γνώσεως, αλλά το υποκείμενό της. Και η σχέση του ανθρώπου με Αυτόν, δεν είναι σχέση γνώσεως, αλλά ενώσεως, δηλαδή, όπως λένε οι Πατέρες και η Εκκλησία μας, «θεώσεως». Έτσι φθάνουμε στην καρδιά της ορθόδοξης θεολο­γίας, κατά την οποία ο άνθρωπος πλάσθηκε από το Δημιουργό του για να μετάσχει στη θεία φύση και να γίνει θεός, θεός όχι κατά φύσιν και κατ’ ουσίαν, εφόσον η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη και άγνωστη, αλλά θεός κατά χάριν, ενούμενος μαζί του, δηλαδή θεούμενος.

Εδώ ανακύπτει ένα πιθανό ερώτημα: αφού η ουσία και η φύση του Θεού είναι απρόσιτη στον άνθρωπο, με τί ενώνεται ο θεούμενος άνθρωπος; Θέωση σημαίνει ένωση με το Θεό. Αφού η ουσία είναι απρόσιτη, πώς ενώνεται ο άνθρωπος με τον Θεό;

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, θα πρέπει να κάνουμε μία διάκριση. Αν και η ουσία του Θεού μέ­νει άγνωστη και απρόσιτη στον άνθρωπο, όμως ο Θε­ός αποκαλύπτεται και γνωρίζεται και γίνεται προσιτός μέσω των ενεργειών του. Επειδή αφ’ ενός ο Θεός είναι  για τον άνθρωπο απρόσιτος κατά την ουσία· και επειδή  αφ’ ετέρου η θέωση του ανθρώπου πρέπει να νοηθεί ως μετοχή στη θεία φύση, γι’ αυτό πρέπει να κάνουμε  διάκριση ανάμεσα στην ασύλληπτη, απρόσιτη, άκτιστη θεία ουσία, και στις προσιτές, αλλά επίσης άκτιστες, αλλά και αχώριστες από τη θεία ουσία, ενέργειες, με τις οποίες αποκαλύπτεται και γνωρίζεται ο Θεός. Τέ­τοια ενέργεια είναι π.χ. η θεία χάρις. Λέγεται θεία χάρις, γιατί χαρίζεται στους ανθρώπους και τους οδηγεί στη σωτηρία, ανάλογα με τη δεκτικότητά τους. Χαρίζει ο Θεός, αλλά πρέπει και εμείς να δεχθούμε τη δωρεά. Ο Θεός δεν μεροληπτεί, δίνει τη χάρη του σε όλους. Λέγει η Γραφή: «Τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονη­ρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους» (Ματθ. 5, 45). Η χάρη είναι άκτιστη δωρεά του Θεού. Δεχόμενος κανείς τη χάρη του Θεού, διαποτίζεται από αυτήν. Δεχόμενος ο άνθρωπος τη θεία χάρη, ενώνεται με τον Θεό, θεούται. Αυτή είναι η θέωση. Το ίδιο είναι η δόξα του Θεού, μια άλλη άκτιστη ενέργεια του Θεού. Θέωση θα πει να βλέπεις τη δόξα του Θεού. Αυτό είναι ο παράδεισος. Και η κόλαση είναι αντίστοιχα να μην μπορείς να δεις τη δόξα του Θεού. Η κόλαση και ο παράδεισος είναι η θέα ή η μη θέα της δόξης του Θεού. Η θέα της δόξας του Θεού είναι η άπειρη μακαριότητα του ανθρώπου. Γιατί ο Θεός είναι μεν το τελείως απρόσιτο ον, αλλά η άκτιστη ενέργεια του Θεού καθιστά προσιτή τη δόξα του. Βλέποντας τη δόξα του Θεού, ενούται ο άνθρωπος με την άκτιστη αυτή ενέργεια του Θεού, που είναι για μάς το ανώτερο που μπορούμε να συλλάβουμε για τον Θεό, είναι ο ίδιος ο Θεός· το να δούμε τη δόξα του Θεού, αυτή είναι η μακαριότης μας, αυτός είναι ο παράδεισος, αυτή είναι η θέωση. Το να μη μπορεί να δει κανείς τη δόξα του Θεού, αυτό είναι το μεγαλύτερο βάσανο, αυτό είναι η κόλαση.

             Κριτήριο για τη θέα της δόξας του Θεού είναι η αγά­πη. Θυμηθείτε την παραβολή της μελλούσης κρίσεως. Ο Κριτής θα κρίνει με το κριτήριο της αγάπης. «Ο Θεός αγάπη εστίν», όπως γράφει ο Ευαγγελιστής Ιω­άννης (Α’ Ιω. 4, 8.10). Ο Θεός είναι αγάπη· δε λέμε έχει αγάπη, αλλά είναι αγάπη. Αφού είναι αγάπη, θα κρίνει με το μέτρο αυτό τους ανθρώπους. Εσείς οι εκ δεξιών μου, δείξατε αγάπη, μπορείτε να με δείτε: «Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομή­σατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου» (Ματθ. 25, 34). Οι άλλοι πάλι θα δουν το Θεό, αλλά αν δεν έχουν αγάπη, η αγάπη του Θεού θα τους καίει. Και για τους μεν θα είναι φως που θα φωτίζει, για τους δε «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12, 29). Ο Θεός, λένε οι Πατέρες, τιμωρεί τους αμαρτωλούς, χρησιμο­ποιώντας ως μαστίγιο την αγάπη του. Εμείς ανάλογα με τη στάση μας απέναντι στο Θεό θα απολαύσουμε τον παράδεισο, ή θα υποστούμε την κόλαση. Η ανταπόκριση ή μη στην αγάπη του Θεού είναι αυτή που κολά­ζει ή σώζει τον άνθρωπο.

Η προσέγγιση αυτή, για την οποία μίλησα, στις άκτι­στες ενέργειες του Θεού, είναι η μόνη δυνατή προ­σέγγιση του Θεού που μπορεί να πραγματοποιήσει ο άνθρωπος.

Με όσα είπαμε, έγινε κατανοητό, ότι λέγοντας αγνωσία οι Πατέρες δεν εννοούν τον αγνωστικισμό. Ο αγνωστικιστής αναφέρεται σ’ αυτή την ύπαρξη του Θεού. Φρονεί ότι, το αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός, είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε. Για την Ορθοδοξία όμως η αγνωσία είναι η υψίστη μορφή της γνώσεως του Θεού, μιας γνώσεως που οδηγεί από την αλογία στην δοξολογία. Πολύ ωραία ψάλλει ένας ύμνος: «Αφού δεν μπορούμε να βρούμε λόγια να σημάνουμε την ασύλληπτο στο νου τριφεγγή σου θεότητα, φιλάν­θρωπε Δέσποτα, σε υμνούμε και τη δύναμή σου δοξά­ζουμε». Και ένας ύμνος των Χριστουγέννων: «Μυστή­ριον ξένον, ορώ, και παράδοξον! Ουρανόν, το σπήλαιον· θρόνον χερουβικόν, την Παρθένον· την φάτνην, χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος, Χριστός ο Θεός· ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν».

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι το δοξολογικό τέ­λος και η δοξολογική αρχή στους ύμνους είναι κύριο χαρακτηριστικό της ορθοδόξου θεολογίας που εκφράζεται στην ορθόδοξη υμνολογία, γιατί η υμνο­λογία είναι η πεμπτουσία της θεολογίας. Η Οκτώηχος του Ιωάννου του Δαμασκηνού περιέχει όλη τη σύνοψη της θεολογίας. Όχι μόνον σύνοψη αλλά και ανάπτυξη, έκθεση της θεολογίας.

Ορθοδοξία δεν είναι μόνον η ορθή δόξα περί του Θεού, η ορθή πίστη, αλλά είναι και η ορθή δόξα προς τον Θεό, η ορθή δοξολογία. Η ορθή δόξα του Θεού, η δοξολογία δηλαδή του Θεού, γίνεται στο πλαίσιο της ορθής δόξας περί του Θεού, είναι αχώριστη από την ορθή πίστη, το ορθό δόγμα. Και η δόξα ως πίστη και δι­δασκαλία είναι αχώριστη από τη δόξα ως αίνον και δο­ξολογία.

Όλη η ορθόδοξη θεολογία ως λόγος περί του Θεού και ειδικότερα η θεολογία των Πάτερων της Εκκλη­σίας καταλήγει διά μέσου του αποφατισμού ακριβώς στην δοξολογία του Θεού.

Η περιήγηση στο περιβόλι της ορθοδόξου θεολογίας με ξεναγούς τους θεοφόρους Πατέρες μάς έδειξε το απρόσιτο του Θεού. Όμως αυτός ο απρόσιτος Θεός είναι ο πατέρας μας, ο πλάστης και δημιουργός μας, είναι αγάπη, είναι η αγάπη· και η αγάπη του δεν θέλησε να αφήσει εαυτόν «αμάρτυρον» κατά την Γραφή (Πράξ. 14,17). «Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ. 4,4) έγινε προσιτός και απεκάλυψε τον εαυτό του στο πρό­σωπο του Υιού και Λόγου του· «και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού» (Ιω. 1, 14). «Σώσαι θέλων τον κόσμον, ο των όλων κοσμήτωρ, προς τούτον αυτεπάγγελτος ήλθε· και ποιμήν υπάρχων ως Θεός, δι’ ημάς έφάνη καθ’ ημάς άνθρωπος· ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας, ακούει παρά πάντων ούτως: Αλληλούια» (Ακάθιστος Ύμνος, Σ), «αινείτε τον Θεόν!»

(Γεωργίου Αντ. Γαλίτη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, «Αποκάλυψη και Εκκλησία», εκδ. Ι. Μητροπόλεως Ηλείας, Πύργος 2006, σ.7-23)

Πηγή 

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...