Δευτέρα 27 Απριλίου 2026
Οι χριστιανοί στον δημόσιο χώρο
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025
Η χριστιανική θεώρηση του κράτους και της πολιτικής
α) Κράτος και πολιτική στην ανθρώπινη ιστορία
Η προσπάθεια του ανθρώπου για ανάπτυξη και οργάνωση της κοινωνίας αποσκοπούσε στη δημιουργία καλύτερων όρων για την επιβίωσή του. Το κράτος απέκτησε κάποιες εξουσίες, που η άσκησή τους σκοπό έχει την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας προς το συμφέρον των πολιτών της. Το σύνολο των ιδεών και των ενεργειών, που σχετίζονται με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας από το κράτος, αποτελεί αυτό που ονομάζουμε πολιτική. Η εξουσία που ασκείται από το κράτος οφείλει να κινείται με βάση κάποιους κανόνες δεοντολογίας. Πρέπει να σέβεται την ελεύθερη βούληση των μελών της κοινωνίας και να ασκείται με βάση τους νόμους και τους θεσμούς που η ίδια η κοινωνία έχει αποδεχθεί. Σε διαφορετική περίπτωση η εξουσία μετατρέπεται σε τυραννία.
Μολονότι η διάκριση ανάμεσα σε νόμιμη εξουσία και τυραννία υπήρχε πάντα στην ιστορία, στη νεότερη ιστορία η έννοια του κράτους δικαίου και των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, που χαρακτηρίζουν ένα δημοκρατικό κράτος, δημιουργήθηκε μετά το Διαφωτισμό (18ος αιώνας). Όταν καταλύεται το κράτος του νόμου και του δικαίου, τότε το κράτος και η άσκηση της εξουσίας έχουν χαρακτήρα απολυταρχικό και ολοκληρωτικό. Το απολυταρχικό κράτος, ως υπέρτατη και ανεξέλεγκτη αρχή, επεμβαίνει στην προσωπική ζωή και συνείδηση των πολιτών, χωρίς να αφήνει σ’ αυτούς περιθώρια ελεύθερης επιλογής.
Ο σύγχρονος πολίτης μπορεί και πρέπει να αντιστέκεται στον ολοκληρωτισμό με το να μαθαίνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, να απαιτεί και να εφαρμόζει την ισονομία και να αγωνίζεται συνειδητά για μια ευνομούμενη και δημοκρατική πολιτεία αντιστεκόμενος σε κάθε μορφή τυραννίας. Αυτό μπορεί να γίνει με την πολιτική συνειδητοποίηση και το ενδιαφέρον όλων των πολιτών για τα κοινά, καθώς και με τον αγώνα για τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων, όταν αυτά δεν αντιστρατεύονται το ευρύτερο συμφέρον της κοινωνίας.
β) Ορθόδοξος χριστιανός και κρατική εξουσία
Η Ορθόδοξη Εκκλησία από την αρχή της ύπαρξής της βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εχθρική κρατική εξουσία και αναγκάστηκε να πάρει μια συγκεκριμένη θέση, που εμπνεόταν από τη στάση του Χριστού, ο οποίος όταν ρωτήθηκε αν πρέπει οι Ιουδαίοι να πληρώνουν φόρο στον αυτοκράτορα, απάντησε: «δώστε στον αυτοκράτορα ό,τι ανήκει στον αυτοκράτορα, και στο Θεό ό,τι ανήκει στο Θεό» (Ματθ. 22, 21). Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία αντιλαμβάνεται την πολιτική και την οργανωμένη κοινωνία, το κράτος, ως δώρο του Θεού στον άνθρωπο με στόχο να οργανώσει τη ζωή του και τη ζωή της κοινωνίας και να βελτιώσει τις συνθήκες της. Μια κρατική εξουσία που θα προσπαθεί για μια ειρηνική και πολιτισμένη κοινωνία, που θα σέβεται τις ελευθερίες των πολιτών της και θα έχει επίγνωση των ορίων της, κινείται μέσα στα πλαίσια του ιδανικού που η Εκκλησία θέλει να πραγματοποιήσει, της Βασιλείας του Θεού. Όταν, όμως, η κρατική εξουσία υπερβαίνει τα όριά της, απολυτοποιεί τον εαυτό της και απαιτεί από το χριστιανό να πράξει αντίθετα από τη διδασκαλία του Χριστού, χωρίς σεβασμό προς τον άνθρωπο, χωρίς αγάπη και ελευθερία, τότε ο χριστιανός δεν την υπακούει. Σ’ αυτήν την περίπτωση η εξουσία μετατρέπεται σε είδωλο (όπως στην αρχαία Ρώμη) και ο χριστιανός έχει επίγνωση ότι δεν έχει πολλά περιθώρια επιλογών, καθώς γνωρίζει ότι «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πρ. Απ. 5, 29).
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμη ότι η Εκκλησία δεν επιδιώκει και δεν περιμένει απλά την καλυτέρευση του κόσμου, αλλά τη μεταμόρφωσή του. Η τέλεια πολιτεία θα είναι η Βασιλεία του Θεού και στόχος του χριστιανού η προετοιμασία της. Στην προοπτική της προετοιμασίας της Βασιλείας του Θεού η εξουσία πρέπει:
• να έχει τα χαρακτηριστικά διακονίας (υπηρεσίας) του λαού και να θυσιάζεται γι’ αυτόν
• να κατευθύνει όχι στον εαυτό της αλλά στο Θεό
• να σέβεται τις συνειδησιακές επιλογές του λαού
• να υπερασπίζεται τον αδύνατο, τον καταπιεσμένο και τον διωκόμενο, συμβάλλοντας στην κοινωνική ευημερία και ισορροπία
Λειτουργία των κομμάτων και Εκκλησία.
Στη σύγχρονη κοινοβουλευτική δημοκρατία είναι απαραίτητος ο θεσμός των κομμάτων. Είναι συστατικό στοιχείο της δημοκρατίας, που επιβεβαιώνει τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής των πολιτών. Η Εκκλησία ως ενοποιό στοιχείο σε μια κοινωνία αποδέχεται την ύπαρξη κομμάτων χωρίς να ταυτίζεται με ένα από αυτά, επειδή δεν πρέπει να δημιουργούνται αντιθέσεις και αντιπαλότητες μεταξύ των πιστών που ανήκουν σε διάφορα κόμματα. Είναι βέβαιο, ότι η Εκκλησία έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις συνειδήσεις και δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να αδιαφορεί για την πολιτική προκειμένου να εκπληρώσει το σκοπό της (τον εξαγιασμό του κόσμου και την προετοιμασία της Βασιλείας του Θεού), ούτε να δημιουργεί με τη στάση της ρήξη στο σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Οφείλει να επιδοκιμάζει την υπεύθυνη ανάμειξη στα κοινά και την υγιή πολιτικοποίηση και να εκδηλώνει την έντονη αντίθεσή της σε κάθε παρέκκλιση από τους προσδιορισμένους στόχους της. Κι αυτό γιατί έργο της Εκκλησίας είναι η ανακαίνιση και μεταμόρφωση όλου του κόσμου, επομένως και της πολιτικής.
ΚΕΙΜΕΝΑ
1. «Ἀγαγόντες αὐτούς (τους αποστόλους) ἔστησαν ἐν τῷ συνεδρίῳ. Καί ἐπηρώτησεν αὐτούς ὁ ἀρχιερεύς λέγων· οὐ παραγγελίᾳ παρηγγείλαμεν ἡμῖν μή διδάσκειν ἐπί τῷ ὀνόματι τούτῳ; καί ἰδού πεπληρώκατε τήν Ἱε ρουσαλήμ τῆς διδαχῆς ὑμῶν,καί βούλεσθε ἐπαγαγεῖν ἐφ’ ἡμᾶς τό αἷμα τοῦ ἀνθρώπου τούτου. Ἀποκριθείς ὁ Πέτρος καί οἱ ἀπόστολοι εἶπον· πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις». (Πρ. Απ. 5, 27-29).
Τους έφεραν λοιπόν (τους αποστόλους) και τους έβαλαν να σταθούν μπροστά στο συνέδριο. Ο αρχιερέας τους ρώτησε: «Δε σας διατάξαμε να μη διδάσκετε για τον άνθρωπο αυτόν; Εσείς γεμίσατε την Ιερουσαλήμ με τη διδασκαλία σας, και θέλετε να ρίξετε πάνω μας το κρίμα για το θάνατο αυτού του ανθρώπου!». Ο Πέτρος, όμως, και οι άλλοι απόστολοι είπαν: «Πιο πολύ πρέπει να υπακούμε στο Θεό παρά στους ανθρώπους...»
2. «Έπαρχε, μπορεί κατά τα άλλα να είμαστε διαλλακτικοί και πιο ταπεινοί από οποιονδήποτε άλλον, επειδή αυτό μας ορίζει η εντολή (του Χριστού)· και να μη σηκώνουμε τα μάτια από ταπείνωση όχι μόνο μπροστά σε τέτοια ισχυρή εξουσία αλλά ούτε και σε οποιονδήποτε τυχαίον άνθρωπο. Όταν, όμως, διακινδυνεύεται και τίθεται ως θέμα ο ίδιος ο Θεός, τότε περιφρονούμε τα υπόλοιπα και κοιτάμε μόνο αυτό. Και φωτιά, ξίφος ή θηρία ή νύχια που σκίζουν τις σάρκες μάς είναι μάλλον διασκέδαση παρά φόβος. Γι’ αυτό βρίσε, απείλησέ μας, κάνε ό,τι θέλεις κι ό,τι επιτρέπει η εξουσία σου. Ας τ’ ακούσει, όμως, κι ο βασιλιάς ότι δεν πρόκειται ούτε να μας υποχρεώσεις ούτε να μας πείσεις να συγκατατεθούμε στην ασέβεια, ακόμη κι αν απειλείς χειρότερα». Απάντηση του Μεγάλου Βασιλείου στον έπαρχο Μόδεστο, όταν ο τελευταίος του ζήτησε να ασπαστεί το κρατικό θρησκευτικό δόγμα που ήταν η αίρεση του Αρειανισμού. (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγοι 43, 50, P.G. 36, 557C).
3. «Οι Χριστιανοί ευεργετούν τις πατρίδες τους περισσότερο απ’ ό,τι οι υπόλοιποι άνθρωποι, επειδή διαπαιδαγωγούν τους πολίτες και τους δι δάσκουν να σέβονται τον προστάτη της πόλης Θεό, μεταφέροντας σε μια θεία και ουράνια πόλη όσους ζουν σωστά στις μικρές πολιτείες». (Ωριγένους, Κατά Κέλσου, Η΄ 74, ΒΕΠΕΣ 10, σ. 230, 23).
Χριστιανισμός και Θρησκεύματα σελ. 167- 172
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2025
Ο ρόλος του πιστού ως πολίτη και της θρησκείας στον δημόσιο χώρο
Η Εκκλησία στον δημόσιο χώρο
Είναι γνωστό ότι η Εκκλησία ως κοινότητα αντλεί την ταυτότητά της από την ερχόμενη Βασιλεία.
Πρόκειται για μια πρόταση που αναδεικνύει δύο εξέχοντα γνωρίσματα της προσωπικής και συλ-
λογικής εκκλησιαστικής υπάρξεως. Σύμφωνα με ένα αρχαίο λατινικό ρητό «ένας χριστιανός ση-
μαίνει κανένας χριστιανός». Το ρητό αυτό επιθυμεί να υποδηλώσει τον κοινωνιακό-σωματειακό
χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης, η οποία στέκεται στον αντίποδα κάθε ατομοκεντρικής, εγωι-
στικής και συχνά ψυχοπαθολογικής ιδιωτικοποίησης της θρησκευτικότητας. Η Εκκλησία αποτελεί
έναν οργανισμό που θεμελιώνεται στο μοντέλο της κενωτικής και θυσιαστικής ζωής του Ιδρυτή
και Κυρίου της Ιησού Χριστού και αποτελεί Εκκλησία στον βαθμό που συγκροτείται ως κοινότητα
προσώπων στο κοινό ευχαριστιακό δείπνο, όπου υπερβαίνονται κάθε είδους αποκλεισμοί που
βασίζονται σε φυλετικά, κοινωνικά κ.ά. κριτήρια. Επομένως η Εκκλησία όχι μόνο δεν μπορεί να
αντιτίθεται στον δημόσιο χώρο, φοβούμενη τάχατες την ισότιμη αναμέτρηση με τις όποιες άλλες
κοσμοθεωρίες, αλλά αντίθετα σε ορισμένο βαθμό λειτουργεί στον πυρήνα της με τη λογική του
δημοσίου χώρου, καθώς κάθε μέλος της διαθέτει παρρησία απέναντι στους ισότιμους αδελφούς
του αλλά και έναντι του Θεού και το μοναδικό κριτήριο για την ύπαρξή της είναι η αμοιβαιότητα,
η αγάπη, η συγχωρητικότητα και η ελευθερία μεταξύ τους».
Ιγνάτιος, Μητροπολίτης Δημητριάδος, Θρησκευτικότητα και θρησκευτικά σύμβολα στον δημόσιο χώρο, Εισήγηση στο Συνέδριο "Εκκλησία και Αριστερά", Θεσσαλονίκη, 22-23/1/2013
[78]
Θρησκεία και Πολιτική
«Κάθε θρησκεία λοιπόν στην προσπάθειά της να υπηρετήσει τις αξίες που κηρύττει μπορεί να εκ-
φράζεται και πολιτικά, αν και όχι αναγκαίως μέσω πολιτικού σχήματος. Η πολιτική όμως σε καμία
περίπτωση δεν επιτρέπεται να αγνοεί την ύπαρξη και τη δυναμική της θρησκείας, ούτε ασφαλώς
και να την υποτάσσει».
Κονιδάρης, Ι., «Θρησκεία και πολιτική». Εφημερίδα το Βήμα, 01/02/1998
Θρησκείες και Διεθνής Πολιτική
«Η ρήση του σπουδαίου Ελβετού καθολικού ιερέα, θεολόγου και συγγραφέα Hans Küng, βασικού
εκφραστή του πώς η οικουμενική θεολογία μπορεί να μετασχηματιστεί σε θεολογία των θρησκει-
ών, ότι δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη μεταξύ των εθνών χωρίς ειρήνη μεταξύ των θρησκειών και
ότι συνακόλουθα δεν μπορεί να υπάρξει ειρήνη μεταξύ των θρησκειών χωρίς το διάλογο μετα-
ξύ των θρησκειών, δεν σηματοδοτεί μόνο τις βαθύτερες οντολογικές εντάσεις της σχέσης πολι-
τικής και θρησκείας, αλλά προτάσσει πια ευθαρσώς τη σημασία του διαθρησκειακού διαλόγου
(interreligious dialogue) στην ήπια παγίωση της διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης, χωρίς δηλαδή
ηγεμονικούς πολέμους, με άξονα ένα κοινό παγκόσμιο ήθος.
Ο διαθρησκειακός διάλογος ως εργαλείο της διεθνούς πολιτικής αναδεικνύει αν μη τι άλλο τη
σημασία της θρησκευτικής διπλωματίας (religious diplomacy) στις διεθνείς σχέσεις, ή το ρόλο που
μπορεί να παίξει η ίδια η θρησκευτική κοινότητα όχι ως πηγή έντασης και σύγκρουσης, όπως στην
περίπτωση του ακραίου και ριζοσπαστικού θρησκευτικού φονταμενταλισμού, αλλά ως πηγή συ-
νεργασίας, ειρήνης και ασφάλειας σε παγκόσμια κλίμακα, ικανοποιώντας έτσι τη βασική συνθήκη
μετατροπής της οικουμενικής θεολογίας σε θεολογία των θρησκειών. Αυτό συνεπάγεται εξ ορι-
σμού τη γενναία αναθεώρηση της σχέσης θρησκείας και διεθνούς πολιτικής και την ενίσχυση σε
διακρατικό και διεθνικό επίπεδο των ήδη υπαρχουσών θεσμικών καναλιών επικοινωνίας ανάμεσα
τουλάχιστον στις παγκόσμιες θρησκείες».
Μακρής, Σ., Θρησκεία και Διεθνής Πολιτική [Κεφάλαιο Συγγράμματος]. Στο Βασιλειάδης, Ν., Μπουτσιούκη,
Σ., Πολιτιστική διπλωματία, Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, Αθήνα, 2015, σελ. 179-180.