Δευτέρα 20 Απριλίου 2026
Η δημιουργία του ανθρώπου
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026
Η Πτώση των Πρωτοπλάστων
Το φίδι (σύμβολο του διαβόλου) παρουσίασε τον Θεό ως «ανταγωνιστή» και «αστυνόμο» που φοβάται την εξέλιξη του ανθρώπου. Υποσχέθηκε στους πρωτοπλάστους ότι αν φάνε τον καρπό, «θα γίνουν σαν θεοί» στηριζόμενοι αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις. Αυτό οδήγησε τον άνθρωπο να κατασκευάσει μια ψεύτικη εικόνα για τον Θεό, βλέποντάς Τον ως τιμωρό αντί για στοργικό Πατέρα.Η αμαρτία στην Ορθόδοξη παράδοση ορίζεται ως «αστοχία», δηλαδή η αποτυχία του ανθρώπου να παραμείνει συνδεδεμένος με την πηγή της Ζωής.Ο Αδάμ και η Εύα επέλεξαν να ζήσουν «χωρίς» τον Θεό, πιστεύοντας ότι η ευτυχία βρίσκεται στην αυτοθεοποίηση. Αυτή η ελεύθερη επιλογή διέκοψε τη ροή της θείας χάριτος, οδηγώντας στον πνευματικό θάνατο.
Μόλις δοκίμασαν τον καρπό, «άνοιξαν τα μάτια τους» και κατάλαβαν ότι ήταν γυμνοί. Η γυμνότητα αυτή συμβολίζει την απώλεια της θείας χάριτος, την ανασφάλεια και την ενοχή.Στο άκουσμα των βημάτων του Θεού, αντί να ζητήσουν συγχώρηση, προσπάθησαν να κρυφτούν. Το ερώτημα του Θεού «Αδάμ, πού είσαι;» δεν ήταν ερώτημα γνώσης, αλλά μια πρόσκληση σε μετάνοια, ώστε ο άνθρωπος να συνειδητοποιήσει την εσωτερική του κατάντια.Ο Αδάμ κατηγόρησε τη γυναίκα (και έμμεσα τον Θεό που του την έδωσε) και η Εύα κατηγόρησε το φίδι. Αυτή η στάση δείχνει τη διάσπαση των σχέσεων και την άνοδο του εγωισμού.
Η πτώση δεν έπληξε μόνο το άτομο, αλλά ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και την κτίση.Θάνατος: Ο θάνατος (πνευματικός και σωματικός) εισήλθε ως συνέπεια της αποκοπής από τη Ζωή και όχι ως τιμωρία. Η ισότητα των φύλων μετατράπηκε σε σχέση κυριαρχίας, η τεκνογονία συνδέθηκε με τον πόνο και η εργασία με τον μόχθο και τον ιδρώτα.Η φύση έπαψε να είναι φιλική και άρχισε να «στενάζει» μαζί με τον άνθρωπο.
Ο Θεός έντυσε τους ανθρώπους με «δερμάτινους χιτώνες», οι οποίοι συμβολίζουν τη θνητότητα αλλά και την κηδεμονία Του, ώστε να μπορέσουν να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες φθοράς.Η εκδίωξη από την Εδέμ περιγράφεται ως μια πράξη φιλανθρωπίας, ώστε να μην παραμείνει το κακό αθάνατο. Η υπόσχεση ότι το «σπέρμα της γυναίκας» θα νικήσει το φίδι (Γεν 3,15) αποτελεί την πρώτη χαρμόσυνη είδηση ότι ο Μεσσίας (ο Χριστός) θα ανακαινίσει την «πεσμένη εικόνα» και θα επαναφέρει τον άνθρωπο στον Παράδεισο
Τι ρόλο παίζει η ελευθερία στην επίτευξη του «καθ' ομοίωσιν»;
Ενώ το «κατ' εικόνα» (το λογικό και το αυτεξούσιο) είναι ένα δώρο που δόθηκε στον άνθρωπο από την κτίση του, το «καθ' ομοίωσιν» δεν είναι δεδομένο αλλά κατορθώνεται.
Συμπερασματικά, η ελευθερία είναι το «εργαλείο» με το οποίο ο άνθρωπος μεταμορφώνει τη στατική «εικόνα» που του δωρήθηκε σε δυναμική «ομοίωση», καθιστώντας τον συνδημιουργό της δικής του σωτηρίας
Η δημιουργία του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν»
Το «κατ' εικόνα» αναφέρεται στα πνευματικά εκείνα χαρίσματα που δωρήθηκαν στον άνθρωπο από τη στιγμή της δημιουργίας του και τον διαφοροποιούν από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο.
Το «καθ' ομοίωσιν» (Ο προορισμός του ανθρώπου)
Ενώ το «κατ' εικόνα» είναι ένα δώρο που κατέχει ο άνθρωπος από την αρχή, το «καθ' ομοίωσιν» είναι ο τελικός στόχος και η πνευματική πορεία της ζωής του.
Η Σχέση των δύο εννοιών και ο ρόλος του Χριστού
Συνοπτικά, το «κατ' εικόνα» δηλώνει τη φύση και τις δυνατότητες του ανθρώπου, ενώ το «καθ' ομοίωσιν» δηλώνει την κλήση του να υπερβεί τη θνητότητά του και να γίνει μέτοχος της θείας ζωής
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026
«Ποιήσωμεν άνθρωπον ...»
1. «Πλάσας γάρ τόν ἄνθρωπον, χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς καί εἰκόνι τῇ σῇ, ὁ Θεός, τιμήσας, τέθηκας αὐτόν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἀθανασίαν ζωῆς και ἀπόλαυσιν αἰωνίων ἀγαθών ἐν τῇ τηρήσει τῶν ἐντολῶν σου ἐπαγγειλάμενος αὐτῷ».
(Λειτουργία Μ. Βασιλείου, Ευχή της Αναφοράς)
1. Διότι, αφού έπλασες, Θεέ, τον άνθρωπο και αφού έλαβες χώμα από τη γη και τον τίμησες δίνοντας του την εικόνα σου, τον τοποθέτησες στον παράδεισο της ευτυχίας, του υποσχέθηκες αθανασία ζωής και απόλαυση αιωνίων αγαθών, εφόσον θα τηρούσε τις εντολές σου.
2. «Δέσποτα Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ τῇ εἰκόνι σου τιμήσας τόν ἄνθρωπον, ἐκ ψυχῆς λογικῆς και σώματος εὐπρεποῦς κατασκευάσας αὐτόν, ὡς ἄν τό σῶμα ἐξυπηρετῆσαι τῇ λογική ψυχῇ ...».
(Ευχή από την ακολουθία του μυστηρίου του Βαπτίσματος)
2. Δέσποτα Κύριε ο Θεός μας, εσύ που τίμησες τον άνθρωπο (δίνοντάς του) την εικόνα σου, εσύ που τον έπλασες (δίνοντάς του) λογική ψυχή και αρμονικό σώμα, με σκοπό το σώμα να εξυπηρετήσει τη λογική ψυχή...
3. «Ὁ Θεός. ὁ ἄχραντος, και πάσης, κτίσεως δημιουργός, ὁ την πλευράν τοῦ προπάτορος Ἀδάμ διά τήν σήν φιλανθρωπίαν εἰς γυναῖκα μεταμορφώσας, και εὐλογήσας αὐτούς, καί εἰπών «Αὐξάνεσθε και πληθύνεσθε, καί κατακυριεύσατε τῆς γῆς …»
(Ευχή από την ακολουθία του μυστηρίου του Γάμου)
3. Θεέ άχραντε, δημιουργέ όλης της κτίσης εσύ που, από αγάπη για τον άνθρωπο, μεταμόρφωσες σε γυναίκα την πλευρά του προπάτορα Αδάμ, εσύ που τους ευλόγησες και τους είπες: «Να αυξάνεστε και να πληθύνεστε και να κυριεύσετε όλη τη γη ...».
Στα παραπάνω κείμενα, διατυπώνεται μια μεγάλη αλήθεια: ότι ο άνθρωπος πλάστηκε σύμφωνα με την εικόνα του Θεού και με προοπτική να μείνει αθάνατος. Η δημιουργία του ανθρώπου «κατ’ εἰκόνα» του Θεού αποτελεί την τιμητική διάκριση του ανθρώπου σε σχέση με την υπόλοιπη δημιουργία.
Το στοιχείο της εικόνας του Θεού στον άνθρωπο είναι το λογικό και η ελεύθερη βούληση. Ο Θεός, επιπλέον, έδωσε στους πρωτόπλαστους τη δυνατότητα να τον πλησιάσουν ακόμα περισσότερο, δηλαδή να του μοιάσουν. Γι’ αυτό η Παλαιά Διαθήκη τονίζει ότι ο άνθρωπος πλάστηκε όχι μόνο «κατ’ εἰκόνα» αλλά και «καθ’ ὁμοίωσιν» του Θεού. Την «ομοίωση» μετο Θεό θα επιτύγχανε ο άνθρωπος με τη σωστή χρήση της ελεύθερης βούλησης. Όπως τονίζει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «το κατ’ εικόνα το έχουμε από τη κτίση μας, ενώ το καθ’ ομοίωση το κατορθώνουμε με την προαίρεσή μας».
β) Ο σκοπός της δημιουργίας του ανθρώπου και ο βαθύτερος σύνδεσμος του Θεού με τον άνθρωπο
Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο μ’ έναν ιδιαίτερο σκοπό; να φθάσει σε βαθύτερη κοινωνία μαζί του. Κανένα άλλο δημιούργημα δεν πλάστηκε με παρόμοια δυνατότητα και προοπτική. Γι’ αυτό και η διαδικασία της δημιουργίας του ανθρώπου είναι διαφορετική από τη διαδικασία δημιουργίας των υπόλοιπων κτισμάτων του Θεού.
Σύμφωνα με τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης, ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο από χώμα και του έδωσε «πνοή ζωής». Άρα, η ανθρώπινη φύση μετέχει και στον υλικό αλλά και στον πνευματικό κόσμο. Είναι «χοϊκή» αλλά και «ουράνια». Επομένως, η τάση του ανθρώπου να επικοινωνήσει βαθύτερα με το δημιουργό του, είναι φυσιολογική και πηγαία. Αυτή η τάση, αλλά και η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το συνάνθρωπό του, καθορίζει και την ιδιαιτερότητά του ανθρώπου και τη διαφορά του από την υπόλοιπη δημιουργία.
γ) Η δοξολογία του Θεού στη λατρεία
Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει τη θεϊκή του προέλευση και τις ευεργεσίες του Θεού, η ψυχή του γεμίζει από ευγνωμοσύνη και ευτυχία και θέλει να υμνήσει το Θεό. Η δοξολογία του Θεού μπορεί να πραγματοποιηθεί στην κάθε στιγμή της ανθρώπινης ζωής. Η μεγαλύτερη, όμως, ευκαιρία δίνεται μέσα από τα μυστήρια και τις ακολουθίες, δηλαδή με τη λατρεία της Εκκλησίας.
Με τους ύμνους και τις ευχές της λατρείας, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να βιώσει το βαθύ σύνδεσμο της ψυχής του με το Θεό. Με τη μετοχή του στα μυστήρια και την προσευχή, μπορεί να οδηγηθεί στην εμπειρία της ένωσης με το Θεό, δηλαδή στη θέωση. Έτσι, ο άνθρωπος λαμβάνει τη «σφραγίδα» του χριστιανού κατά το Βάπτισμα και το Χρίσμα, ενώνεται με το Θεό με τη Θεία Ευχαριστία, δέχεται τη συγχώρηση των αμαρτιών του κατά το μυστήριο της Μετάνοιας, ενώνεται με το άλλο φύλο με το μυστήριο του Γάμου. Με τα μυστήρια ο Θεός συναντά τον άνθρωπο σε κάθε περίσταση του επίγειου βίου του, από τη γέννηση μέχρι το θάνατό του, εισέρχεται στη ζωή του και την αγιάζει. Και ο άνθρωπος τον ευχαριστεί και τον δοξολογεί.
1. Τι είναι «κατ’ εικόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν»; Ποιες υποχρεώσεις δημιουργεί στον πιστό;
2. Να σχολιάσετε το πρώτο κείμενο.
3. Με ποιους τρόπους μπορεί ο άνθρωπος να δοξολογήσει το Θεό;
4. Πώς επιτυγχάνεται η θέωση του ανθρώπου μέσα από τη συμμετοχή του στη λατρεία;
Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία ( Παλιό βιβλίο Θρησκευτικών Α Λυκείου)
Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025
Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025
«Κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν»
Με τον Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρο, ιεροκήρυκα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
Στο παρόν επεισόδιο αναδεικνύεται το μυστήριο της υλικής δημιουργίας του Θεού, η αλήθεια ότι ο Τριαδικός Θεός έφερε τα πάντα ἐκ τοῦ μη ὄντος, όχι από προϋπάρχουσα ύλη, αλλά από την απειρία της αγάπης Του. Μέσα από την αφήγηση της Γενέσεως και τα πατερικά σχόλια του Μεγάλου Βασιλείου, φωτίζεται η διάκριση του ορατού και του αοράτου κόσμου και αποκαλύπτεται η κορωνίδα της δημιουργίας — ο άνθρωπος, πλασμένος «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεού.
Η πίστη και η επιστήμη συναντώνται σε ένα σημείο θαυμασμού και απορίας: το μυστήριο της αρχής, εκεί όπου ο άνθρωπος στέκεται ενώπιον του Θεού που δημιουργεί «ἐν σοφίᾳ». Η θεωρία της μεγάλης εκρήξεως, όπως την ονομάζει η σύγχρονη επιστήμη, προσεγγίζεται μέσα από την ορθόδοξη θεολογική ματιά ως ἔκρηξη ἀγάπης, ως εκδήλωση της θείας βούλησης που έφερε το είναι μέσα από το μηδέν.
Μέσα σε αυτή τη δημιουργία, ο άνθρωπος κατέχει μια θέση μοναδική· σώμα και ψυχή, ύλη και πνεύμα, είναι το μόνο δημιούργημα που μπορεί να μετέχει των θείων ενεργειών και να βαδίζει προς τη θέωση. Ο προορισμός του δεν περιορίζεται στο κατ’ εἰκόνα, αλλά καλεί σε μια πορεία ἀπὸ τὸ κατ’ εἰκόνα εἰς τὸ καθ’ ὁμοίωσιν, σε μια συνεχή μεταμόρφωση της ύπαρξης μέσα στη μετάνοια, τη χάρη και τη θεία κοινωνία.
Έτσι, η δημιουργία παύει να είναι απλώς ένα γεγονός του παρελθόντος· γίνεται μυστήριο παρόν, μέσα στο οποίο ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον Θεό ως Δημιουργό, Πατέρα και Σωτήρα
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025
Ερμηνεία του κειμένου: η δημιουργία του ανθρώπου
Για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου υπάρχουν δυο διηγήσεις που αλληλοσυμπληρώνονται. Η μία (Γέν. 1, 26-30) δείχνει τον άνθρωπο να δημιουργείται την έκτη ημέρα από το Θεό, ο οποίος διαλέγεται σε πληθυντικό αριθμό: «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν». Κατά την ερμηνεία που έδωσε η Εκκλησία το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται στα πνευματικά εκείνα στοιχεία που καθορί ζουν και την έννοια του προσώπου: είναι το λογικό και η ελεύθερη βούληση (το αυτεξούσιο). Το «καθ’ ομοίωσιν» αναφέρεται στο βασικό στόχο που είναι η ομοίωση και ένωση με το Θεό, η θέωση. Στη χρήση του πληθυντικού αριθμού η θεολογία της Εκκλησίας διέγνωσε έναν πρώτο υπαινιγμό για την τριαδικότητα του Θεού, που θα φανερωθεί αργότερα από τον Ιησού Χριστό.
Στην άλλη αναλυτικότερη διήγηση (2, 4-25) βγαίνουν περισσότερα συμπεράσματα:
1. Ο Θεός σε μια πασίγνωστη αλληγορία πλάθει τον άνθρωπο (στ. 7) από χώμα, φυσάει στο πρόσωπό του και έτσι ο άνθρωπος γίνεται ζωντανό ον. Στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρονται οι λέξεις «ψυχή ζῶσα». Η λέξη «ψυχή» αντιστοιχεί γενικά στην έννοια «ζωή». Ο συμβολισμός εί ναι ολοφάνερος από την παραδοχή ότι ο Θεός είναι ασώματος. Συνεπώς το «χώμα» σημαίνει συμβολικά ότι ο άνθρωπος είναι υλικός, η υπόστασή του η υλική έχει προέλευση τη γη, ενώ η λέξη «ψυχή» χαρακτηρίζει γενικά τη ζωή. Η ιδιαιτερότητα λοιπόν του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζωντανά όντα βρίσκεται στο «ἐνεφύσησεν», δηλ. την ιδιαίτερη σχέση με το Θεό, που συγκροτεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Η μετάδοση ενός πνευματικού στοιχείου δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή διαφο ρετικά από τους ανθρώπους της εποχής που γράφτηκε η Γένεση, ενώ το «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς» είναι και σαφές. Δηλώνει τη μετάδοση του πνευματικού στοιχείου, της πνοής, και την πνευματική συγγένεια του ανθρώπου με το Θεό.
2. Στους στ. 8-14 ο Θεός τοποθετεί τον άνθρωπο σε έναν κήπο (τον παράδεισο), που τον διασχίζουν τέσσερις ποταμοί: ο Τίγρης, ο Ευφράτης, ο Γηών (Νείλος) και ο Φισών (ο Γάγγης ο Ινδικός κατά τον I. Δαμασκηνό). Οι ποταμοί αυτοί από γεωγραφική άποψη δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Πρόκειται επομένως για κήπο που δεν εντοπίζεται σε κάποιο περιορισμένο τόπο, αλλά είναι όλη η γη που γίνεται κήπος με την αγάπη του Θεού.
3. Στο στ. 15. ο άνθρωπος καλείται να εργαστεί και να φυλάξει τη γη όπου ζει και να διατηρήσει τη σχέση του με το Θεό. Έτσι εγκαινιάζεται η προστασία και η αγάπη που πρέπει να δείξει ο άνθρωπος στο περιβάλλον και ευλογείται η ανθρώπινη εργασία.
4. Στους στ. 16 και ο Θεός δίνει εντολή στον άνθρωπο να μη φάει από τον καρπό «της γνώσης του καλού και του κακού» και τον προειδοποιεί ότι σε αντίθετη περίπτωση θα πεθάνει. Πρόκειται για μια δοκιμασία, με την οποία ο άνθρωπος θα δείξει αν επιδιώκει τη θέωση μέσα από τη χάρη του Θεού ή την εγωιστική αυτοθέωση. Ο θάνατος, φυσικός και πνευματικός, είναι η συνέπεια του χωρισμού του ανθρώπου από την πηγή της ζωής, το Θεό.
5. Στο στ. 18 ο Θεός διαπιστώνει ότι ο άνθρωπος χρειάζεται βοηθό και έτσι δημιουργεί τα ζώα (στ. 19-20) και τα οδηγεί σ’ αυτόν, για να τους δώσει όνομα. Η ονοματοδοσία των ζώων δείχνει την ανωτερότητα του ανθρώπου και την ευθύνη που έχει να προστατεύει τα ζώα. Πράγματι, ήταν έθιμο την εποχή εκείνη όποιος έδινε όνομα σε κάποιον να δείχνει την εξουσία του και ταυτόχρονα την προστασία του απέναντί του. Ο άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος του κόσμου, όχι για να τον καταδυναστεύει, αλλά για να τον προστατεύει και να τον χρησιμοποιεί στοργικά και υπεύθυνα.
6. Η διήγηση της δημιουργίας της γυναίκας (στ. 21-24) σημαίνει πολλά. Ο Θεός δημιουργεί τη γυναίκα ως βοηθό. Ο ρόλος της ως βοηθού διευκρινίζεται από τη βαθύτερη έννοια της βοήθειας. Αν επρόκειτο για υλική βοήθεια, αυτή θα μπορούσαν να την προσφέρουν και τα ζώα (και οι νομάδες Εβραίοι το γνώριζαν). Συνεπώς, η βοήθεια αναφέρεται στον ουσιαστικότερο στόχο του ανθρώπου, που είναι η «ομοίωσις» (θέωση). Πρόκειται για βοήθεια στη ζωή και την ένωσή του με το Θεό (μετοχή στις άκτιστες ενέργειες). Και οι δύο άνθρωποι θα αλληλοβοηθούνται για να επιτύχουν το «καθ’ ομοίωσιν».
7. Η γυναίκα δημιουργείται από το ίδιο υλικό με τον άνδρα, από την πλευρά του. Αυτό για την ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής εκείνης, αλλά και μέχρι σήμερα, έχει μεγάλη σημασία: η γυναίκα εμφανίζεται ισότιμη με τον άνδρα. Η δημιουργία της δείχνει ότι χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης είναι το ότι τα δύο φύλα αλληλοσυμπληρώνονται, διαφορετικά ο άνθρωπος είναι ελλιπής. Ο Τριαδικός Θεός ως αγάπη και κοινωνία προσώπων δημιουργεί και μια κοινωνία ανθρώπινων προσώπων. Τέλος, από αυτήν την κοινωνία θα προέλθουν όλοι οι άνθρωποι. Συνεπώς η διήγηση διδάσκει και την ουσιαστική ενότητα όλων των ανθρώπινων φυλών, που πρέπει με τη σειρά τους να χαρακτηρίζονται από ισοτιμία και συνεργασία.
8. Στο στ. 24 ο Αδάμ χαρακτηρίζει τη γυναίκα σάρκα από τη σάρκα του, εξαιτίας της οποίας ο άνθρωπος θα εγκαταλείψει τον πατέρα και τη μητέρα του. Είναι σαφές ότι εδώ δηλώνεται η έλξη των δύο φύλων που ξεπερνάει σε ένταση τις συγγενικές σχέσεις και θεσμοθετείται και καθαγιάζεται το μυστήριο του γάμου ως αποτέλεσμα της αγαπητικής σχέσης των δύο φύλων.
9. Τέλος κατά το στ. 25 ο άνδρας και η γυναίκα ήταν γυμνοί και δεν ντρέπονταν. Αυτό εκφράζει την αθωότητα, την ασφάλεια και την έλλειψη ενοχής του ανθρώπου, λόγω της ουσιαστικής σχέσης του με το Θεό και το συνάνθρωπό του
Χριστιανισμός και Θρησκεύματα σελ 94-97
Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025
«Κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν»
[...] Για τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου υπάρχουν δυο διηγήσεις που αλληλοσυ μπληρώνονται. Η μία (Γεν 1,26-30) δείχνει τον άνθρωπο να δημιουργείται την έκτη ημέρα από το Θεό, ο οποίος διαλέγεται σε πληθυντικό αριθμό: «ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν». Κατά την ερμηνεία που έδωσε η Εκκλησία το «κατ’ εικόνα» αναφέρεται στα πνευματικά εκείνα στοιχεία που καθορίζουν και την έννοια του προσώπου: είναι το λογικό και η ελεύθερη βούληση (το αυτεξούσιο). Το «καθ' ομοίωσιν» αναφέρεται στο βασικό στόχο που είναι η ομοίωση και ένωση με το Θεό, η θέωση. Στη χρήση του πληθυντικού αριθμού η θεολογία της Εκκλησίας διέγνωσε έναν πρώτο υπαινιγμό για την τριαδικότητα του Θεού, που θα φανερωθεί αργότερα από τον Ιησού Χριστό. Στην άλλη αναλυτικότερη διήγηση (Γεν 2,4-25) [...] βγαίνουν πε ρισσότερα συμπεράσματα: 1. Ο Θεός σε μια πασίγνωστη αλληγορία πλάθει τον άνθρωπο (στ. 7) από χώμα, φυσάει στο πρό σωπό του και έτσι ο άνθρωπος γίνεται ζωντανό όν. Στο πρωτότυπο κείμενο αναφέρονται οι λέξεις «ψυχή ζῶσα». Η λέξη «ψυχή» αντιστοιχεί γενικά στην έννοια «ζωή». Ο συμβολισμός είναι ολοφάνερος από την παραδοχή ότι ο Θεός είναι ασώματος. Συνεπώς το «χώμα» σημαίνει συμβολικά ότι ο άνθρωπος είναι υλικός, η υπόστασή του η υλική έχει προέλευση τη γη, ενώ η λέξη «ψυχή» χαρα κτηρίζει γενικά τη ζωή. Η ιδιαιτερότητα λοιπόν του ανθρώπου σε σχέση με τα άλλα ζωντανά όντα βρίσκεται στο «ἐνεφύσησεν», δηλ. την ιδιαίτερη σχέση με το Θεό, που συγκροτεί την ανθρώπινη ύπαρξη. Η μετάδοση ενός πνευματικού στοιχείου δεν μπορούσε να γίνει κατανοητή διαφορετικά από τους ανθρώπους της εποχής που γράφτηκε η Γένεση, ενώ το «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς» είναι και σαφές. Δηλώνει τη μετάδοση του πνευματικού στοιχείου της πνοής, και την πνευματική συγγένεια του ανθρώπου με το Θεό.
Σχολικό βιβλίο Θρησκευτικών Β΄ Λυκείου, ΔΕ 10, σ. 94-95.
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025
Η ανθρώπινη φύση και η θεολογία του κατ’ εικόνα. Μια διαλεκτική σχέση;
Αν μια κύρια διαφορά, για παράδειγμα, μεταξύ της χριστιανικής και της αρχαιοελληνικής ανθρωπολογίας ήταν η φύση και ο χαρακτήρας της ψυχής, η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας δια μέσου των σχετικών επιστημών (βιολογία, νευροεπιστήμες, ψυχολογία κ.ά.), είναι η ολοκληρωτική απόρριψη της ύπαρξης της ψυχής ή της συνείδησης, ως διακριτού ανθρωπολογικού παράγοντα από τη βιολογία του ανθρώπου, ικανού για μεταθανάτια επιβίωση. Η ανθρωπολογική αυτή θεώρηση συνιστά την κατάληξη μιας μακράς πορείας του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος στην αντιμετώπιση της φύσης γενικότερα.
Πράγματι, για το αρχαιοελληνικό πνεύμα η φύση δεν αποτελεί απλό υπόβαθρο του ανθρώπου, αλλά προβολή της θείας παρουσίας, μέσα από την πολυπλοκότητα, την αρμονία, την ομορφιά και τη λογικότητά της. Δια της φύσεως επικοινωνούν οι θεοί με τους ανθρώπους. Επομένως, αποτελεί χώρο υπερβατικής παρουσίας. Τα φυσικά φαινόμενα (βλάστηση, κεραυνός κ.ά.), είναι τρόποι έκφρασης θεοτήτων και η σύμφωνη με τη φύση ανθρώπινη ζωή και δράση, επιβραβεύεται από τους θεούς. Για την πλατωνική, αριστοτελική, στωική και άλλες φιλοσοφικές παραδόσεις, ο κόσμος συνιστά μια ενότητα και αρμονία, που είτε αντανακλά τις Ιδέες, είτε κρύβει μέσα του την ολοκλήρωσή του (εντελέχεια), είτε οργανώνεται από τον λόγο. Όλα αυτά εκφράζονται από την έννοια της φύσεως. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης διακρίνει τη φύση από την τέχνη, μια διάκριση που πέρασε στη σχολαστική θεολογία και επηρέασε, μέχρι την Αναγέννηση, τη δυτική κουλτούρα.
Αν μια κύρια διαφορά, για παράδειγμα, μεταξύ της χριστιανικής και της αρχαιοελληνικής ανθρωπολογίας ήταν η φύση και ο χαρακτήρας της ψυχής, η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας δια μέσου των σχετικών επιστημών (βιολογία, νευροεπιστήμες, ψυχολογία κ.ά.), είναι η ολοκληρωτική απόρριψη της ύπαρξης της ψυχής ή της συνείδησης, ως διακριτού ανθρωπολογικού παράγοντα από τη βιολογία του ανθρώπου, ικανού για μεταθανάτια επιβίωση. Η ανθρωπολογική αυτή θεώρηση συνιστά την κατάληξη μιας μακράς πορείας του δυτικοευρωπαϊκού πνεύματος στην αντιμετώπιση της φύσης γενικότερα.
Στον χριστιανικό κόσμο η ριζική διάκριση κτιστού και ακτίστου, ενώ συνιστά αγεφύρωτη οντολογική διαφορά, δεν απομακρύνει τον Θεό από τον κόσμο, ούτε απομειώνει τη σημασία του. Προϊόν της δημιουργικής ενέργειας του Θεού, ο κόσμος και ο άνθρωπος αντιμετωπίζουν τη φύση τους ως διαλογική πρόταση προόδου στη συνάντηση με τον Θεό, τη θέωση. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια λεπτή διαφοροποίηση. Το γεγονός της πτώσης, καταλυτικό για τη βιβλική και πατερική σκέψη αμαυρώνει το σύνολο της φυσικής πραγματικότητας και καθιστά τη φύση πεδίο δράσης των δαιμονικών δυνάμεων σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο. Δεν αλλοιώνει, όμως, την οντολογική της σύσταση, ούτε μεταβάλλει το βαθύτερο είναι της. Γι’ αυτό και η αποκατάσταση της σχέσης Θεού-ανθρώπου στο πρόσωπο του Χριστού, ανακαινίζει ταυτόχρονα ολόκληρη τη δημιουργία.
Από τις απαρχές της νεωτερικότητας, με την Αναγέννηση και τον Προτεσταντισμό, ξεκινά η αντίθετη θεώρηση των πραγμάτων. Με μια πορεία, που έχει διεξοδικά αναλυθεί από τους Charles Taylor και Jurgen Habermas, η απομάγευση του κόσμου οδήγησε στην αποϊεροποίησή του, ενώ η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών στην ποσοτικοποίηση και εργαλειοποίηση της φύσης. Ως προς την ανθρώπινη φύση, η νεωτερικότητα ακολούθησε και πάλι την ίδια θεώρηση της εργαλειοποίησης. Η βαθύτερη γνώση της ανθρώπινης φύσης, αντί να εμπνεύσει την καταξίωση της φυσικής ζωής και την κυριαρχία του ανθρώπου απέναντι στις παρορμήσεις και τα ένστικτα, φαίνεται να δικαιώνει την κυριαρχία της ανθρώπινης θέλησης πάνω στην ανθρώπινη φύση, την οποία, πολλές φορές, αισθάνεται ως εμπόδιο για την αυτοπραγμάτωση του νεωτερικού υποκειμένου.
Στο πλαίσιο αυτό, η σύγχρονη φιλοσοφία της τεχνικής προβληματίζεται γύρω από το περιεχόμενο της έννοιας άνθρωπος. Τι, τελικά, ορίζει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου; Η βιολογική του φύση ή ένα σύνολο ιδιοτήτων, όπως η λογική, η μνήμη, η κρίση, οι αρχές και οι αξίες, η ενσυναίσθηση, η επιλογή κ.ά.; Αν ισχύει το δεύτερο, τι εμποδίζει νοήμονες μηχανές με τα παραπάνω στοιχεία, να διεκδικήσουν προσωπικότητα, με σχετικά νομικά και κοινωνικά αποτελέσματα; Ήδη στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αναγνώριση της αξίας νοημόνων μηχανών στην εργασία, την επιστήμη, τις επιχειρήσεις, το τραπεζικό σύστημα κ.ά., αυξάνει ολοένα και περισσότερο, μαζί με τη συζήτηση για το νομικό τους status. Από την άλλη μεριά, σημαντικοί στοχαστές όπως οι Habermas και Francis Fukuyama θεωρούν την ανθρώπινη φύση ως το μοναδικό θεμέλιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με τον Fukuyama να αναγνωρίζει πως για τους χριστιανούς, η θεολογία του Κατ’ Εικόνα αποτελεί την απάντηση στον παραπάνω προβληματισμό.
Στον χριστιανικό κόσμο η ριζική διάκριση κτιστού και ακτίστου, ενώ συνιστά αγεφύρωτη οντολογική διαφορά, δεν απομακρύνει τον Θεό από τον κόσμο, ούτε απομειώνει τη σημασία του. Προϊόν της δημιουργικής ενέργειας του Θεού, ο κόσμος και ο άνθρωπος αντιμετωπίζουν τη φύση τους ως διαλογική πρόταση προόδου στη συνάντηση με τον Θεό, τη θέωση. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια λεπτή διαφοροποίηση. Το γεγονός της πτώσης, καταλυτικό για τη βιβλική και πατερική σκέψη αμαυρώνει το σύνολο της φυσικής πραγματικότητας και καθιστά τη φύση πεδίο δράσης των δαιμονικών δυνάμεων σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο.
Κατά συνέπεια, οι σύγχρονες εξελίξεις στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης αλλά και στις νευροεπιστήμες, τη γενετική, τη νανοτεχνολογία κ.ά., υποχρεώνουν τη χριστιανική θεολογία σε μια επανεξέταση των ανθρωπολογικών ζητημάτων, μακριά από τεχνοφοβικά σύνδρομα, με στόχο την έκφραση, σε κάθε συγκυρία, του σωτηριώδους μηνύματός της. Που, λοιπόν, τοποθετείται το υπαρξιακό βάθος της ανθρώπινης φύσης και πώς αυτή μπορεί να μείνει ανεξάρτητη από τις σύγχρονες βιοτεχνολογικές απειλές της ελευθερίας και του υπαρξιακού προσανατολισμού της;
Σύμφωνα με τη βιβλικοπατερική παράδοση, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε Κατ’ Εικόνα Θεού, προικισμένος με τη θεία πνοή, η οποία τον κατέστησε ζωντανή ψυχή. Πέρα από τα ειδικά, ερμηνευτικά προβλήματα της Παλαιάς Διαθήκης στο σημείο αυτό, το γεγονός ότι το Κατ’ Εικόνα και η ανθρώπινη ψυχή έχουν καθοριστική παρουσία στην ορθόδοξη θεολογία, είναι αναμφισβήτητο. Βέβαια, για την πατερική σκέψη το Κατ’ Εικόνα έχει μια αποφατική διάσταση. Η ενσάρκωση και η ανάσταση του Χριστού του προσθέτουν μια χριστολογική προοπτική, εντάσσοντας στη θεολογική αυτή αλήθεια και το ανθρώπινο σώμα. Ωστόσο, αυτή η αποφατικότητα περισσότερο αρνείται να εξαντλήσει το Κατ’ Εικόνα σε κάποιο στοιχείο της ανθρώπινης οντολογίας, παρά να το δει με όμοιο τρόπο, τόσο στο σώμα όσο και στην ψυχή. Αναζητώντας, λοιπόν, το περιεχόμενο του Κατ’ Εικόνα, είμαστε υποχρεωμένοι να το αποδώσουμε, όπως και οι Πατέρες, στο λογικό (ως ανάγκη γνώσης και ερμηνείας εκ μέρους του ανθρώπου του κόσμου και του εαυτού του), στο αυτεξούσιο (ως την αρχέγονη ελευθερία υπαρξιακού προσανατολισμού, που περιλαμβάνει τη θέληση) και στην ικανότητα του άρχειν (ως ικανότητα συμπερίληψης στο ανθρώπινο πρόσωπο όλης της δημιουργίας και αναφοράς της στον Θεό).
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά μαζί με άλλα ορίζουν την ψυχική περιοχή της ανθρώπινης οντολογίας, την ανθρώπινη ψυχή. Γνωρίζω ότι, για την κουλτούρα της εποχής μας, είναι πολύ δύσκολο να αναφερθεί κανείς θεολογικά στην ψυχή, έστω και με τρόπο ριζικά διαφορετικό από τις αρχαιοελληνικές ή τις χριστιανικές αντιλήψεις της προνεωτερικής περιόδου. Δυστυχώς, ακόμα και στον 21ο αιώνα, οι θεολόγοι ζούμε με το άγχος της κατηγορίας για χριστιανικό πλατωνισμό, ενώ, ακόμη και μια πρόχειρη ανάγνωση χριστιανικών και πλατωνικών κειμένων, φανερώνει την αβυσσαλέα διαφορά μεταξύ τους.
Στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, η ολοκληρωτική απόρριψη από την επιστήμη της ψυχής και της συνείδησης, ως διακριτών από την ανθρώπινη βιολογία στοιχείων της ανθρώπινης οντολογίας, αποτελεί, ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα της ορθόδοξης ανθρωπολογίας στον αιώνα που διανύουμε. Τόσο η βιολογία, όσο και οι νευροεπιστήμες αρνούνται κατηγορηματικά κάθε συζήτηση για την ψυχή, ενώ η ύπαρξη της ανθρώπινης συνείδησης παρουσιάζεται, πριν ακόμη οι νευροεπιστήμες κατανοήσουν πλήρως τη λειτουργία του εγκεφάλου, ως ένα πλέγμα νευρωνικών λειτουργιών, που μένει σε κάποιες δεκαετίες να ανακαλυφθεί.
Στο πλαίσιο αυτό, η ερμηνευτική της Παλαιάς Διαθήκης εντοπίζει, στην απόδοση του εβραϊκού «nephesh» με τον ελληνικό όρο «ψυχή», την απαρχή του εξελληνισμού της Βίβλου, εισάγοντας σ’ αυτή την πλατωνική ψυχολογία. Μια τέτοια κατηγορία παραγνωρίζει το γεγονός πως οι έννοιες, τόσο της «nephesh», όσο και της «ψυχής», υπάρχουν πριν αλλά και μετά τις πλατωνικές αντιλήψεις. Από τις 756 φορές που συναντάμε τη λέξη στο εβραϊκό κείμενο, με μια ποικιλία σημασιών, δεν είναι λίγες οι φορές που σημαίνει την έδρα των συναισθημάτων, των ψυχικών βιωμάτων, των επιθυμιών, της βουλήσεως, της νοήσεως, της κρίσεως, της σκέψεως αλλά και τον πυρήνα της συνειδήσεως, που αναφέρεται στον Θεό. Ανάλογες σημασίες συναντούμε και στον ελληνικό όρο «ψυχή», ο οποίος -σύμφωνα με την κλασική μελέτη του Erwin Rohde: Psyche -έλκει την καταγωγή του από την προ-ομηρική περίοδο και συνεχίζει την παρουσία του μέχρι και σήμερα. Επιπλέον, η παραδοχή τόσο του Άδη από τους Έλληνες, όσο και της Σεώλ για τους Εβραίους, υπονοεί ένα είδος -έστω και σκιώδους -μεταθανάτιας ύπαρξης για τους ανθρώπους. Την πραγματικότητα αυτή δεν αρνείται ούτε ο Oscar Cullmann, ο οποίος, απορρίπτοντας τη θέση του Karl Barth περί αναστάσεως και μεταμορφώσεως του σώματος του κάθε ανθρώπου ευθύς αμέσως μετά τον ατομικό του θάνατο, υιοθετεί ένα μεσοδιάστημα, ως μια υπαρξιακή κατάσταση των κεκοιμημένων που πίστεψαν στον Χριστό και, από αυτήν την ζωή, ενέταξαν τον εαυτό τους στην προοπτική της εν Χριστώ σωτηριώδους Οικονομίας. Το μεσοδιάστημα αυτό συνιστά μια κατάσταση μάλλον συνειδητή, κατά την οποία ο «εσώτερος άνθρωπος», ο οποίος έχει ήδη μεταμορφωθεί από το Πνεύμα, συνεχίζει να υπάρχει εν Χριστώ. Μόλις χρειάζεται να παρατηρήσουμε πως για τους Πατέρες της Εκκλησίας, η χρήση του όρου «ψυχή», παρά τις φραστικές ομοιότητες με την πλατωνική ορολογία, κατανοεί την τελευταία ως δημιουργημένη και δυνάμει θνητή, χωρίς φυσική συγγένεια με τον Θεό, η οποία δεν προϋπάρχει του σώματος και δεν μπορεί να κατανοηθεί ότι αντιπροσωπεύει τον άνθρωπο στην ολότητά του, χωρίς το σώμα αυτό. Η μεταθανάτια επιβίωσή της είναι αποτέλεσμα του θείου θελήματος, για ένα μεσοδιάστημα, μέχρι την τελική Ανάσταση.
Στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, η ολοκληρωτική απόρριψη από την επιστήμη της ψυχής και της συνείδησης, ως διακριτών από την ανθρώπινη βιολογία στοιχείων της ανθρώπινης οντολογίας, αποτελεί, ίσως το σημαντικότερο πρόβλημα της ορθόδοξης ανθρωπολογίας στον αιώνα που διανύουμε. Τόσο η βιολογία, όσο και οι νευροεπιστήμες αρνούνται κατηγορηματικά κάθε συζήτηση για την ψυχή, ενώ η ύπαρξη της ανθρώπινης συνείδησης παρουσιάζεται, πριν ακόμη οι νευροεπιστήμες κατανοήσουν πλήρως τη λειτουργία του εγκεφάλου, ως ένα πλέγμα νευρωνικών λειτουργιών, που μένει σε κάποιες δεκαετίες να ανακαλυφθεί. Στο πλαίσιο του εγκεφαλικού ντετερμινισμού της εποχής μας, ακόμη και η ελεύθερη βούληση, χρήσιμο εργαλείο της δημοκρατίας και του νομικού μας πολιτισμού, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Οι παραπάνω διαπιστώσεις καταντούν επικίνδυνες εν όψει της προσπάθειας της γενετικής, της νανοτεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, να παρέμβουν στην ανθρώπινη φυσιολογία, σχεδιάζοντας τον άνθρωπο του μέλλοντος. Απέναντι σε όλα αυτά, το θεολογικό ερώτημα που προκύπτει και που πρέπει να απασχολήσει άμεσα την ορθόδοξη ανθρωπολογία είναι: Κατά πόσο οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να αλλοιώσουν την Εικόνα του Θεού στον άνθρωπο, περιορίζοντας ή και ακυρώνοντας την ελευθερία του;
Πιστεύουμε ότι ο παραπάνω προβληματισμός οδηγεί αβίαστα σε μια θεολογική πρόταση, η οποία χρειάζεται να μελετηθεί σε βάθος από την ορθόδοξη ανθρωπολογία και να επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθεί. Την πρόταση αυτή θα εκθέσουμε σύντομα, αντί άλλου συμπεράσματος. Θα θέλαμε, λοιπόν, να υποστηρίξουμε ότι η ορθόδοξη ανθρωπολογία αναγνωρίζει στον άνθρωπο έναν οντολογικό πυρήνα, που ονομάζεται Εικόνα του Θεού, ο οποίος, ενώ είναι ελλειμματικός, ημιτελής, δυσλειτουργικός χωρίς το βιολογικό του υπόστρωμα, είναι, ταυτόχρονα, μη αναγώγιμος σ’ αυτό. Ένας τέτοιος ανθρωπολογικός πυρήνας μπορεί να παραμείνει ανυπότακτος στην αλγοριθμική δουλεία και τις, ενδεχόμενες, καταπιεστικές παρεμβάσεις της βιοτεχνολογίας στην ανθρώπινη υπόσταση. Με την πρότασή μας αυτή δεν εισάγουμε μια δεύτερη, «πνευματική» φύση στον άνθρωπο. Απλά αναγνωρίζουμε στη δημιουργική ενέργεια του Θεού, εκείνο το δώρο, που επιτρέπει στον άνθρωπο την υπέρβαση της πεπτωκυίας βιολογίας του, εδραιώνοντας μια σχέση με τον Θεό, η οποία θα αξιολογηθεί εσχατολογικά.
ΠηγήΤετάρτη 1 Οκτωβρίου 2025
Η χριστιανική θεώρηση της ηθικής.
Η χριστιανική ηθική
βασίζεται στην ανθρωπολογία του χριστιανισμού, με βάση την οποία η σχέση Θεού
και ανθρώπου είναι σχέση ζωής.Αυτό λέγεται ήθος: είναι ο τρόπος που ζούμε τη ζωή μας. Με αυτήν την έννοια το ήθος και η ζωή είναι σύμφυτα. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς ένα νόημα και δίχως κάποιο τρόπο εμβίωσης αυτού του νοήματος. Ίσα-ίσα μάλιστα, από τον τρόπο που ζούμε τη ζωή μας αποφαινόμαστε αν τη χαιρόμαστε ή όχι, αν ευτυχούμε ή δυστυχούμε, αν τελικά ο βίος μας είναι αβίωτος.
Ανάμεσα στην ηθική και στον ηθικισμό υπάρχει τεράστια διαφορά.
Αν η ηθική είναι σύμφυτη με τη ζωή, όπως τη περιγράψαμε προηγουμένως, η ηθικοκρατία είναι αντίθετη στη ζωή. Ο ηθικισμός είναι το καρκίνωμα της ηθικής. Το «γράμμα» της ηθικολογίας νεκρώνει το «πνεύμα» της ζωής. Έτσι ο ηθικισμός σκοτώνει το ήθος, επειδή απολιθώνει τη ζωή. Γι' αυτό τελικά η ηθικολογία αναιρεί την ηθική. Άλλο είναι το ηθικό και εντελώς άλλο είναι το ηθικιστικό ή ηθικολογικό.
Μάριος Μπέγζος, Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ.Ελληνικά Γράμματα,σσ 1-4 \
