Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

Η θανατική ποινή, οι θρησκείες και η ορθόδοξη θεολογία

 Η εισήγηση των μαθητριών του Λυκείου Γαζίου, όπως παρουσιάστηκε στο 2ο Μαθητικό Θεολογικό Συνέδριο στη Θεσσαλονίκη (27-28 Φεβρουαρίου 2016)

·       Γιατί σκοτώνουμε ανθρώπους που σκοτώνουν ανθρώπους, για να δείξουμε ότι είναι λάθος το να σκοτώνεις ανθρώπους;  
                                                                                                       (Διεθνής Αμνηστία)
   Εισαγωγικά – Γενικά στοιχεία
Οι ανθρώπινες κοινωνίες σε όλα τα στάδια της ιστορικής τους εξέλιξης, συνοδεύονται από την βία και το έγκλημα, ενώ η αντιμετώπισή τους καθώς και η τιμωρία των εγκληματιών αποτελούν ζητήματα προβληματισμού. Οι πρωτόγονες μάλιστα κοινωνίες στηρίζονται πάνω στην εκδίκηση και στην επικράτηση του ισχυρού. Η θανατική ποινή, ως εσχάτη των ποινών, έχει μακραίωνη ιστορία αφού υπάρχουν αναφορές από την ελληνική μυθολογία μέχρι τη σημερινή εποχή, όπου πλέον η ανθρώπινη ζωή είναι αναμφισβήτητο πανανθρώπινο δικαίωμα. Η εφαρμογή της θανατικής ποινής όμως διχάζει την κοινή γνώμη, πολιτικούς και επιστήμονες. Συχνά, όταν διαπράττονται ειδεχθή εγκλήματα, η συζήτηση για τη θανατική ποινή έρχεται στο προσκήνιο ακόμη και με μη πολιτισμένο τρόπο. Είναι επίσης ένα θέμα που κεντρίζει το ενδιαφέρον και φουντώνει τις συζητήσεις των νέων ανθρώπων και ειδικά των μαθητών. Στο σχολείο μας, το ζήτημα της θανατικής ποινής είναι από τα πλέον αμφιλεγόμενα και συζητιέται διεξοδικά στο μάθημα των Θρησκευτικών. Στα πλαίσια μάλιστα του μαθήματος καταγράφονται οι θέσεις των μαθητών με ανώνυμο ερωτηματολόγιο με πληθώρα χρήσιμων συμπερασμάτων και αφορμών για σκέψη και προβληματισμό.
Στις μέρες μας, 58 χώρες συνεχίζουν να χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη μέθοδο «απονομής δικαιοσύνης», ενώ 98 χώρες την έχουν καταργήσει και 35 χώρες δεν την έχουν εφαρμόσει την τελευταία δεκαετία. Στη χώρα μας ο τελευταίος Έλληνας πολίτης εκτελέστηκε το 1973 μετά από καταδίκη του για ποινικό αδίκημα, όμως η θανατική ποινή καταργήθηκε 20 χρόνια μετά από τον νόμο.
Έρευνες έχουν δείξει ότι η θανατική ποινή δεν προλαμβάνει κανένα έγκλημα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για καθ’ έξιν εγκληματίες ή για ψυχρούς φανατισμένους δολοφόνους, οι οποίοι δεν υπολογίζουν τη ζωή τους ή θεωρούν τη διαφυγή τους πιο πιθανή. Εξάλλου, στατιστικές έχουν δείξει ότι στις χώρες όπου εφαρμόζεται η θανατική ποινή δεν παρουσιάζεται χαμηλότερο ποσοστό εγκληματικότητας σε σχέση με τις χώρες όπου δεν εφαρμόζεται.
Στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες δεν μπορεί να εφαρμόζεται ως ποινή η ίδια η εγκληματική πράξη για την οποία καταδικάζεται ο δράστης, καθώς με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος βίας και ένα αντιφατικό κοινωνικό μήνυμα.
   
Η Θανατική ποινή στις θρησκείες
«An eye for an eye ends up making the whole world blind» συνήθιζε να λέει ο ηγέτης της σύγχρονης Ινδίας Μαχάτμα Γκάντι. Στην πράξη όμως δεν υπάρχει καμία επίσημη γραμμή των Ινδουιστών για τη θανατική ποινή. Ωστόσο, ο Ινδουισμός αντιτίθεται στη θανατική ποινή, στη βία και στην εκδίκηση, σύμφωνα με την αρχή της μη-βίας. Η συζήτηση για τη θανατική ποινή στην Ινδία αναβίωσε το 2004. Επί του παρόντος, περισσότερα από 100 άτομα έχουν καταδικαστεί σε θάνατο στην Ινδία, αν και ο αριθμός των εκτελέσεων στη χώρα αυτή είναι πολύ χαμηλός.
Η θανατική ποινή είναι σαφώς σε αντίθεση με την βουδιστική διδασκαλία. Οι Βουδιστές δίνουν μεγάλη έμφαση στην αποχή βίας και στην συμπόνια για όλη τους τη ζωή. Ο πρώτος Κανόνας απαιτεί από τους πολίτες να απέχουν από ό,τι τραυματίζει ή σκοτώνει κάποιο ζωντανό πλάσμα. Ο Βούδας δεν μίλησε ρητά για τη θανατική ποινή, αλλά οι διδασκαλίες του δεν δείχνουν να επικροτούν τη σωματική τιμωρία, όσο κακό και αν είναι το έγκλημα που διαπράχθηκε. Ο Βουδισμός πιστεύει ουσιαστικά στον κύκλο της γέννησης και της αναγέννησης (Samsara) και διδάσκει ότι αν η θανατική ποινή χρησιμοποιείται, θα έχει βλαβερές επιπτώσεις στις ψυχές και των δύο - δράστη και τιμωρού -στις μελλοντικές μετενσαρκώσεις. Παρά τη διδασκαλία του Βουδισμού όμως, αρκετές χώρες με σημαντικούς βουδιστικούς πληθυσμούς διατηρούν τη θανατική ποινή, όπως για παράδειγμα, η Ταϊλάνδη και η Κίνα.
Από το 1959, η Διάσκεψη των αμερικανικών ραβίνων (CCAR) και η Ένωση για την αναμόρφωση του Ιουδαϊσμού (URJ) αντιτάχθηκαν επισήμως στη θανατική ποινή. Οι ραβίνοι αποφάσισαν ότι «τόσο στην ιδέα όσο και στην πράξη, στην εβραϊκή παράδοση η θανατική ποινή βρέθηκε απεχθής» και ότι δεν υπάρχει καμία πειστική απόδειξη "ότι η θανατική ποινή λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας στο έγκλημα."
Η θανατική ποινή έχει τεθεί εκτός νόμου στην πλειοψηφία των εθνών του κόσμου, αλλά εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως στη Μέση Ανατολή. Ένας από τους κύριους λόγους για τη χρήση της θανατικής ποινής σε αυτήν την περιοχή είναι ότι επιτρέπεται ρητά από το Κοράνι, το ισλαμικό ιερό κείμενο. Ως εκ τούτου, τα περισσότερα έθνη που θεωρούν το Ισλάμ ως θρησκεία του κράτους επιτρέπουν και ενθαρρύνουν τη χρήση της θανατικής ποινής. Αρκετοί είναι οι στίχοι του Κορανίου που υποστηρίζουν τη χρήση της θανατικής ποινής, όταν χρησιμοποιείται ως νόμιμο μέσο για την αναζήτηση δικαιοσύνης. Μουσουλμάνοι που υποστηρίζουν τη θανατική ποινή πιστεύουν ότι η χρήση της προσφέρει ένα αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο κατά της εγκληματικότητας και ως εκ τούτου, συμβάλλει στην προαγωγή της δικαιοσύνης. Ο ισλαμικός νόμος επιτρέπει τη χρήση της θανατικής ποινής ως τιμωρία του εκ προθέσεως φόνου και άλλων εγκλημάτων όπως ο βιασμός, η μοιχεία, η προδοσία, η αποστασία, ο σοδομισμός και η ομοφυλοφιλική συμπεριφορά. Παρά το γεγονός ότι η θανατική ποινή εξακολουθεί να υποστηρίζεται ευρέως στα ισλαμικά κράτη, υπάρχουν αυξανόμενες ομάδες μουσουλμάνων που υποστηρίζουν την κατάργηση της θανατικής ποινής. Όσοι αντιτίθενται στη θανατική ποινή διαφωνούν με την επικρατούσα τάση ερμηνείας του Κορανίου.


Θανατική ποινή και ορθόδοξη θεολογία
Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, η θανατική ποινή επιβαλόταν ως τιμωρία για διάφορες πράξεις όπως φόνος, απαγωγή, μοιχεία. Ωστόσο, ο Θεός έδειξε έλεος όταν υπήρχε η μετάνοια. Παράδειγμα αποτελεί ο Δαβίδ, ο οποίος είχε διαπράξει μοιχεία και φόνο, αλλά παρόλα αυτά δεν θανατώθηκε και συγχωρέθηκε από το Θεό λόγω της μετάνοιάς του.
Στην Καινή Διαθήκη είναι διάχυτες οι έννοιες της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της μοιχαλίδας για την οποία με βάση το Μωσαϊκό νόμο προβλεπόταν θάνατος διά λιθοβολισμού.  Όταν όμως οι Φαρισαίοι ρώτησαν το Χριστό αν έπρεπε να τη λιθοβολήσουν, εκείνος απάντησε χαρακτηριστικά: « Όποιος από εσάς είναι αναμάρτητος, ας ρίξει πρώτος πέτρα πάνω της…».
Στη ζωή, στη λατρεία και στην πράξη της Εκκλησίας, η θανατική ποινή δεν έχει χώρο. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, ο Οποίος υπέστη άδικα τη χειρότερη και πιο ατιμωτική ποινή της εποχής, δεν συμφωνεί με αυτή τη μέθοδο … «απονομής δικαιοσύνης».
Επίσης, η Εκκλησία διδάσκει την αγάπη στον άνθρωπο ως πρόσωπο και όχι ως μαζοποιημένο άτομο. Με αυτή τη λογική, κάθε ανθρώπινη ζωή είναι δώρο Θεού και αυταξία. Η ορθόδοξη θεολογία στηλιτεύει την αφαίρεση ζωής από οποιονδήποτε θύτη, αλλά δεν φτάνει να ζητήσει την αφαίρεση της δικής του ζωής ως εκδίκηση ή ως μία κακώς εννοούμενη κοινωνική εξισορρόπηση.   Η Εκκλησία διδάσκει τη μετάνοια, η ευκαιρία της οποίας διαρκεί διά βίου. Η θανατική ποινή συντομεύει βίαια αυτή την ευκαιρία. Η ζωή του καθενός είναι ο χρονικός ορίζοντας στον οποίο ο καθένας καλείται να «τα βρει» με την ψυχή του και με το Θεό. Όλα είναι δυνατά και εφικτά, όπως έδειξε το παράδειγμα του κακούργου πάνω στο Σταυρό, εκ δεξιών του Χριστού. Άλλωστε, η Εκκλησία δεν χωρίζει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς ή αμαρτωλούς και αναμάρτητους. Απέναντι στο Θεό, η διάκριση όλων μας είναι ανάλογα με την καλλιέργεια της μετάνοιας και με την προοπτική της αιωνιότητας της ύπαρξής μας.
 Ένα από τα σημαντικότερα μειονεκτήματα της θανατικής ποινής είναι το μη αναστρέψιμο αυτής σε περίπτωση δικαστικής πλάνης. Στην περίπτωση αυτή ο άνθρωπος που θανατώθηκε ήταν τελικά αθώος, όποτε η δικαιοσύνη έχει πράξει άδικα. Το ζήτημα αυτό είναι μέγα ηθικό πρόβλημα για τη διδασκαλία του Χριστιανισμού και μάλιστα από ένα οργανωμένο κράτος που έχει ως βασικότερο καθήκον το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η θεολογία του προσώπου στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα δεν μπορεί να μην ενδιαφέρεται εκτός από το πρόσωπο του δράστη και για τα πρόσωπα των μελών της οικογένειάς του. Αντί άλλων επιχειρημάτων για ευαισθησία και σεβασμό στο δράμα των πονεμένων και συνήθως στιγματισμένων αυτών ανθρώπων, θα παραθέσουμε τα λόγια από συνέντευξη ενός Αμερικανού δημοσιογράφου: «Τα παιδιά των θανατοποινιτών υποφέρουν σιωπηλά. Ξέρω ένα 9χρονο κοριτσάκι που γράφει στο ημερολόγιό του: Ο μπαμπάς θα πεθάνει σήμερα, κάθε φορά που ανακοινώνεται νέα ημερομηνία εκτέλεσης του πατέρα της».
Το μίσος δεν μπορεί να ξεπεραστεί με τη βία, αλλά μόνο με την αγάπη. Κλείνουμε με τα συγκλονιστικά λόγια που ακούστηκαν σε δικαστήριο των Η.Π.Α. από συγγενή θύματος: «Η αγάπη δε ζητάει εκδίκηση. Δε ζητάμε μια ζωή για τη ζωή που χάθηκε. Η αγάπη θέλει γιατρειά και ειρήνη. Το μίσος δεν μπορεί να ξεπεράσει το μίσος και τη βία. Μόνο η αγάπη μπορεί. Η αγάπη είναι το φως, το κερί που δεν μπορεί να σβηστεί από όλο το σκοτάδι του κόσμου. Γι’ αυτό, δε ζητάμε τη θανατική ποινή».
Σας ευχαριστούμε…

Ευαγγελία Σπυριδάκη, Γ4
Ιωάννα Τσάκα, Β4
Μαρία Καούνη, Β6
Νίκη Μιχαλάκη, Β6

Πηγή/Αναδημοσίευση:http://theologosnaf.blogspot.gr/2016/03/blog-post.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...