Δευτέρα 27 Μαρτίου 2023

Ο λαθρεπιβάτης (Schwarzfahrer)

Ένας νεαρός μαύρος κάθεται στο τραμ δίπλα σε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Αυτή ενοχλείται έντονα και αρχίζει να βρίζει τους αλλοδαπούς. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται αφενός ο μονόλογος της γυναίκας που διακατέχεται από προκαταλήψεις και ξενοφοβία και αφετέρου η παθητικότητα και η αδιαφορία των άλλων επιβατών. Η απρόσμενη τιμωρία της γυναίκας στο τέλος κάνει την ταινία να μοιάζει με σάτιρα.

Οσία Μαρία η Αιγυπτία

Ἀπῆρε πνεῦμα, σάρξ ἀπερρύη πάλαι.
Τὸν ὅστινον γῆ κρύπτε νεκρὸν Μαρίας.
Πρώτῃ Ἀπριλίου Μαρίη θάνεν εὖχος ἐρήμου.

Τον βίο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας συνέγραψε ο Άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων (τιμάται 11 Μαρτίου), ο οποίος συνέγραψε διάφορα ασκητικά και υμνογραφικά κείμενα που διαποτίζονται από το πνεύμα της Ορθοδόξου θεολογίας και της ασκητικής παραδόσεως.

Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565 μ.Χ.). Από τα δώδεκα χρόνια της πέρασε στην Αίγυπτο μια ζωή ασωτίας, αφού από την μικρή αυτή ηλικία διέφθειρε την παρθενία της και είχε ασυγκράτητο και αχόρταγο το πάθος της σαρκικής μείξεως. Ζώντας αυτήν την ζωή δεν εισέπραττε χρήματα, αλλά απλώς ικανοποιούσε το πάθος της. Η ίδια ξαγορεύθηκε στον Αββά Ζωσιμά ότι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεως τινός, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδή το έργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Και όπως του απεκάλυψε, είχε ακόρεστη επιθυμία και ακατάσχετο έρωτα να κυλιέται στο βόρβορο που ήταν η ζωή της και σκεπτόταν έτσι ντροπιάζοντας την ανθρώπινη φύση.

Λόγω της άσωτης ζωής και της σαρκικής επιθυμίας που είχε, κάποια φορά ακολούθησε τους προσκυνητές που πήγαιναν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον Τίμιο Σταυρό. Και αυτό το έκανε, όχι για να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, αλλά για να έχει πολλούς εραστές που θα ήταν έτοιμοι να ικανοποιήσουν το πάθος της. Περιγράφει δε και η ίδια ρεαλιστικά και τον τρόπο που επιβιβάστηκε στο πλοιάριο. Και, όπως η ίδια αποκάλυψε, κατά την διάρκεια του ταξιδιού της δεν υπήρχε είδος ασέλγειας από όσα λέγονται και δεν λέγονται, του οποίου δεν έγινε διδάσκαλος σε εκείνους τους ταλαίπωρους ταξιδιώτες. Και η ίδια εξέφρασε την απορία της για το πώς η θάλασσα υπέφερε τις ασωτίες της και γιατί η γη δεν άνοιξε το στόμα της και δεν την κατέβασε στον άδη, επειδή είχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατά την διάρκεια του ταξιδιού αυτού δεν αρκέστηκε στο ότι διέφθειρε τους νέους, αλλά διέφθειρε και πολλούς άλλους από τους κατοίκους της πόλεως και τους ξένους επισκέπτες. Και στα Ιεροσόλυμα που πήγε κατά την εορτή του Τιμίου Σταυρού, περιφερόταν στους δρόμους «ψυχᾶς νέων ἀγρεύουσα».

Αισθάνθηκε όμως, βαθιά μετάνοια από ένα θαυματουργικό γεγονός. Ενώ εισερχόταν στο ναό για να προσκυνήσει το Ξύλο του Τιμίου Σταυρού, κάποια δύναμη την εμπόδισε να προχωρήσει. Στην συνέχεια στάθηκε μπροστά σε μία εικόνα της Παναγίας, έδειξε μεγάλη μετάνοια και ζήτησε την καθοδήγηση και βοήθεια της Παναγίας. Με την βοήθεια της Θεοτόκου εισήλθε ανεμπόδιστα αυτή την φορά στον ιερό ναό και προσκύνησε τον Τίμιο Σταυρό. Στην συνέχεια, αφού ευχαρίστησε την Παναγία, άκουσε φωνή που την προέτρεπε να πορευθεί στην έρημο, πέραν του Ιορδάνου. Αμέσως ζήτησε την συνδρομή και την προστασία της Θεοτόκου και ήρε τον δρόμο της προς την έρημο, αφού προηγουμένως πέρασε από την ιερά μονή του Βαπτιστού στον Ιορδάνη ποταμό και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Στην έρημο έζησε σαράντα επτά χρόνια, χωρίς ποτέ να συναντήσει άνθρωπο.

Κατά τα πρώτα δεκαεπτά χρόνια στην έρημο, πάλεψε πολύ σκληρά για να νικήσει τους λογισμούς και τις επιθυμίες της, ουσιαστικά για να νικήσει τον διάβολο που την πολεμούσε με τις αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής.

Η Οσία ζούσε δεκαεπτά χρόνια στην έρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταὶς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Είχε πολλές επιθυμίες φαγητών, ποτών και «πορνικῶν ᾀσμάτων» και πολλούς λογισμούς που την ωθούσαν προς την πορνεία. Όμως, όταν ερχόταν κάποιος λογισμός μέσα της, έπεφτε στην γη, την έβρεχε με δάκρυα και δεν σηκωνόταν από τη γη «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοὶ ἐδίωξεν». Συνεχώς προσευχόταν στην Παναγία, την οποία είχε εγγυήτρια της ζωής της μετανοίας που έκανε. Το ιμάτιό της σχίσθηκε και καταστράφηκε και έκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν από τον καύσωνα και έτρεμε από τον παγετό και «ὡς πολλάκις μὲ χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μείναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».

Ύστερα από σκληρό αγώνα, με τη Χάρη του Θεού και την συνεχή προστασία της Παναγίας, ελευθερώθηκε από τους λογισμούς και τις επιθυμίες, οπότε μεταμορφώθηκε το λογιστικό και παθητικό μέρος της ψυχής της, καθώς επίσης εθεώθηκε και το σώμα της.

Λόγω της μεγάλης πνευματικής της καταστάσεως στην οποία έφθασε η Οσία Μαρία, έλαβε από τον Θεό το διορατικό χάρισμα.

Ήταν γυμνή αλλά το σώμα της υπερέβη τις ανάγκες της φύσεως. Λέγει η ίδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Το σώμα τρεφόταν με τη Χάρη του Θεού: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ρήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στη περίπτωσή της, όπως και σε άλλες περιπτώσεις Αγίων, παρατηρούμε ότι αναστέλλονται οι ενέργειες του σώματος. Αυτή η αναστολή των σωματικών ενεργειών οφειλόταν στο ότι η ψυχή της δεχόταν την ενέργεια του Τριαδικού Θεού και αυτή η θεία ενέργεια διαπορθμευόταν και στο σώμα της: «Ἀρκεὶν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεὶν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».

Εκείνη την περίοδο ασκήτευε σε ένα μοναστήρι ο Ιερομόναχος Αββάς Ζωσιμάς (τιμάται 4 Απριλίου), που ήταν κεκοσμημένος με αγιότητα βίου. Έβλεπε θεία οράματα, καθώς του είχε δοθεί το χάρισμα των θείων ελλάμψεων, λόγω του ότι ζούσε μέχρι τα πενήντα τρία του χρόνια με μεγάλη άσκηση και ήταν φημισμένος στην περιοχή του. Τότε, όμως, εισήλθε μέσα του ένας λογισμός κάποιας πνευματικής υπεροψίας, για το αν δηλαδή υπήρχε άλλος μοναχός που θα μπορούσε να τον ωφελήσει ή να του διδάξει κάποιο καινούργιο είδος ασκήσεως. Ο Θεός, για να τον διδάξει και να τον διορθώσει, του αποκάλυψε ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φθάσει στην τελειότητα. Και στην συνέχεια του υπέδειξε να πορευθεί σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.

Ο Αββάς Ζωσιμάς υπάκουσε στην φωνή του Θεού και πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Βαπτιστού, που του υποδείχθηκε. Εκεί συνάντησε τον ηγούμενο και τους μοναχούς, και διέκρινε ότι ακτινοβολούσαν τη Χάρη και την αγάπη του Θεού, ζώντας έντονη μοναχική ζωή με ακτημοσύνη, με μεγάλη άσκηση και αδιάλειπτη προσευχή.

Στο μοναστήρι αυτό υπήρχε ένας κανόνας. Σύμφωνα με αυτόν, την Κυριακή της Τυρινής προ της ενάρξεως της Μεγάλης Σαρακοστής, αφού οι μοναχοί κοινωνούσαν των Αχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν και ασπάζονταν μεταξύ τους, και έπειτα ελάμβαναν ο καθένας τους μερικές τροφές και έφευγαν στην έρημο πέραν του Ιορδάνου, για να αγωνισθούν κατά την περίοδο της Τεσσαρακοστής τον αγώνα της ασκήσεως. Επέστρεφαν δε στο μοναστήρι την Κυριακή των Βαΐων, για να εορτάσουν τα Πάθη, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού. Είχαν ως κανόνα να μην συναντά κανείς τον άλλο αδελφό στην έρημο και να μην τον ερωτά, όταν επέστρεφαν, για το είδος της ασκήσεως που έκανε την περίοδο αυτή.

Αυτόν τον κανόνα εφάρμοσε και ο Αββάς Ζωσιμάς. Αφού έλαβε ελάχιστες τροφές, βγήκε από το μοναστήρι και πορεύθηκε στην έρημο, έχοντας την επιθυμία να εισέλθει όσο μπορούσε πιο βαθειά σε αυτή, με την ελπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ασκητή που θα τον βοηθούσε να φθάσει σε αυτό που ποθούσε. Πορευόταν προσευχόμενος και τρώγοντας ελάχιστα. Κοιμόταν δε όπου ευρισκόταν.

Είχε περπατήσει μία πορεία είκοσι ημερών όταν, κάποια στιγμή που κάθισε να ξεκουραστεί και έψελνε, είδε στο βάθος μια σκιά που έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα. Στην αρχή θεώρησε ότι ήταν δαιμονικό φάντασμα, αλλά έπειτα διαπίστωσε ότι ήταν άνθρωπος. Αυτό το ον που έβλεπε ήταν γυμνό, είχε μαύρο σώμα - το σώμα αυτό προερχόταν από τις ηλιακές ακτίνες - και είχε στο κεφάλι του λίγες άσπρες τρίχες, που δεν έφθαναν πιο κάτω από τον λαιμό. Ο Αββάς Ζωσιμάς έβλεπε την Οσία Μαρία, την ώρα που προσευχόταν. Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία ασκούσε την αδιάλειπτη προσευχή και μάλιστα ο Αββάς Ζωσιμάς την είδε όταν εκείνη ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και άπλωσε τα χέρια της και «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίσουσα, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Και σε κάποια στιγμή, ενώ εκείνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθείσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».

Ο Αββάς Ζωσιμάς προσπάθησε να πλησιάσει, για να διαπιστώσει τι ήταν αυτό που έβλεπε, αλλά το ανθρώπινο εκείνο ον απομακρυνόταν. Έτρεχε ο Αββάς Ζωσιμάς, έτρεχε και εκείνο. Και ο Αββάς κραύγαζε με δάκρυα προς αυτό ώστε να σταματήσει, για να λάβει την ευλογία του. Εκείνο όμως δεν ανταποκρινόταν. Μόλις έφθασε ο Αββάς σε κάποιο χείμαρρο και απόκαμε, εκείνο το ανθρώπινο ον αφού τον αποκάλεσε με το μικρό του όνομα, πράγμα που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στον Αββά, του είπε ότι δεν μπορεί να γυρίσει και να τον δει κατά πρόσωπο, γιατί είναι γυναίκα γυμνή και έχει ακάλυπτα τα μέλη του σώματός της. Τον παρακάλεσε, αν θέλει, να της δώσει την ευχή του και να της ρίξει ένα κουρέλι από τα ρούχα του, για να καλύψει το γυμνό σώμα της. Ο Αββάς έκανε ότι του είπε και τότε εκείνη στράφηκε προς αυτόν. Ο Αββάς αμέσως γονάτισε για να λάβει την ευχή της, ενώ το ίδιο έκανε και εκείνη. Και παρέμειναν και οι δύο γονατιστοί «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

Επειδή ο Αββάς αναρωτιόταν μήπως έβλεπε μπροστά του κάποιο άυλο πνεύμα, εκείνη διακρίνοντας τους λογισμούς του, του είπε ότι είναι αμαρτωλή, που έχει περιτειχισθεί από το άγιο Βάπτισμα και είναι χώμα και στάχτη και όχι άυλο πνεύμα.

Η Οσία Μαρία κατά την συνάντηση αυτή, αφού αποκάλυψε όλη την ζωή της, ζήτησε από τον Αββά Ζωσιμά να έλθει κατά την Μεγάλη Πέμπτη της επόμενης χρονιάς, σε έναν ορισμένο τόπο στην όχθη του Ιορδάνη ποταμού, κοντά σε μια κατοικημένη περιοχή, για να την κοινωνήσει, ύστερα από πολλά χρόνια μεγάλης μετάνοιας που μεταμόρφωσε την ύπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτω τῷ ἔρωτι», του είπε, δηλαδή είχε ακατάσχετο έρωτα να κοινωνήσει του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Ο Αββάς Ζωσιμάς επέστρεψε στο μοναστήρι χωρίς να πει σε κανένα τι ακριβώς συνάντησε, σύμφωνα άλλωστε και με τον κανόνα που υπήρχε σε εκείνη την ιερά μονή. Όμως, συνεχώς παρακαλούσε τον Θεό να τον αξιώσει να δει και πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» την επόμενη χρονιά και μάλιστα ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν περνούσε ο χρόνος, καθώς ήθελε όλος αυτός ο χρόνος να ήταν μία ημέρα.

Το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς από κάποια αρρώστια δεν μπόρεσε να βγει από το μοναστήρι στην έρημο, όπως έκαναν οι άλλοι πατέρες στην αρχή της Σαρακοστής και έτσι παρέμεινε στο μοναστήρι. Και την Κυριακή των Βαΐων, όταν είχαν επιστρέψει οι άλλοι πατέρες της Μονής, εκείνος ετοιμάσθηκε να πορευθεί στον τόπο που του είχε υποδείξει η Οσία, για να την κοινωνήσει.

Την Μεγάλη Πέμπτη πήρε μαζί του σε ένα μικρό ποτήρι το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, πήρε μερικά σύκα και χουρμάδες και λίγη βρεγμένη φακή και βγήκε από το μοναστήρι για να συναντήσει την Οσία Μαρία. Επειδή όμως εκείνη αργοπορούσε να έλθει στον καθορισμένο τόπο, ο Αββάς προσευχόταν στον Θεό με δάκρυα να μην του στερήσει λόγω των αμαρτιών του την ευκαιρία να τη δει εκ νέου.

Μετά την θερμή προσευχή την είδε από την άλλη πλευρά του Ιορδάνη ποταμού, να κάνει το σημείο του Σταυρού, να πατά πάνω στο νερό του ποταμού «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στην συνέχεια η Οσία τον παρακάλεσε να πει το Σύμβολο της Πίστεως και το «Πάτερ ἠμῶν». Ακολούθως ασπάσθηκε τον Αββά Ζωσιμά και κοινώνησε των ζωοποιών Μυστηρίων. Έπειτα ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα και είπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλη σου, ὢ Δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Στην συνέχεια, αφού τον παρακάλεσε να έλθει και το επόμενο έτος στο χείμαρρο που την είχε συναντήσει την πρώτη φορά, ζήτησε την προσευχή του. Ο Αββάς άγγιξε τα πόδια της Οσίας, ζήτησε και αυτός την προσευχή της και την άφησε να φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμούσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Εκείνη έφυγε κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ήλθε, πατώντας δηλαδή πάνω στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.

Το επόμενο έτος, σύμφωνα και με την παράκληση της Οσίας, ο Αββάς βιαζόταν να φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Αφού βάδισε πολλές ημέρες και έφθασε στον τόπο εκείνο, έψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» να δει «τὸ γλυκύτατο θήραμα», την Οσία του Θεού. Όμως δεν την έβλεπε πουθενά. Τότε άρχισε να προσεύχεται στον Θεό κατανυκτικά: «Δεῖξον μοί, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῆδε τὴ ἐρήμω κατέκρυψας, δεῖξον μοί, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὐ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Για τον Αββά Ζωσιμά η Οσία Μαρία ήταν άθικτος θησαυρός, άγγελος μέσα σε σώμα, που ο κόσμος δεν ήταν άξιος να τον έχει. Και προσευχόμενος με τα λόγια αυτά είδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τᾶς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολᾶς ὄρασαν κειμένην τὸ σχήματι». Βρήκε δε και δική της γραφή που έλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τὸ τόπω τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τὴ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Την βρήκε δηλαδή νεκρή, κείμενη στην γη, με τα χέρια σταυρωμένα και βλέποντας προς την ανατολή. Συγχρόνως βρήκε και γραφή που τον παρακαλούσε να την ενταφιάσει.

Η Οσία κοιμήθηκε την ίδια ημέρα που κοινώνησε, αφού είχε διασχίσει σε μία ώρα απόσταση την οποία διήνυσε το επόμενο έτος ο Αββάς Ζωσιμάς σε είκοσι ημέρες. Γράφει ο Άγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Το σώμα της είχε αποκτήσει άλλες ιδιότητες, είχε μεταμορφωθεί.

Στην συνέχεια ο Αββάς Ζωσιμάς, αφού έκλαψε πολύ και είπε ψαλμούς κατάλληλους για την περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Και μετά με μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοὶς δακρύσι» επιμελήθηκε τα της ταφής. Επειδή, όμως, η γη ήταν σκληρή και ο ίδιος ήταν προχωρημένης ηλικίας, γι' αυτό δεν μπορούσε να την σκάψει και βρισκόταν σε απορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστώτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδή είδε ένα λιοντάρι να στέκεται δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλείφει τα ίχνη της. Ο Αββάς τρόμαξε, αλλά το ίδιο το λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοὶς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδή το ίδιο το λιοντάρι καλόπιανε τον Αββά και τον παρακινούσε και με τις κινήσεις του και με τις προθέσεις του, να προχωρήσει στον ενταφιασμό της. Λαμβάνοντας ο Αββάς θάρρος από το ήμερο του λιονταριού, το παρακάλεσε να σκάψει αυτό το ίδιο τον λάκκο, για να ενταφιασθεί το ιερό λείψανο της Οσίας Μαρίας, επειδή εκείνος αδυνατούσε. Το λιοντάρι υπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδή με τα μπροστινά του πόδια έσκαψε το λάκκο, όσο έπρεπε, για να ενταφιασθεί το σκήνωμα της Οσίας Μαρίας.

Ο ενταφιασμός της Οσίας έγινε προσευχομένου του Αββά Ζωσιμά και του λιονταριού «παρεστῶτος». Μετά τον ενταφιασμό έφυγαν και οι δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἠμῶν».

Και ο Άγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ιεροσολύμων, καταλήγει ότι έγραψε αυτό το βίο «κατὰ δύναμιν» και «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».

Ο βίος της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, δείχνει πως μία πόρνη μπορεί να γίνει κατά Χάριν θεός, πως ο άνθρωπος μπορεί να γίνει άγγελος εν σώματι και πως η κατά Χριστόν ελπίδα μπορεί να αντικαταστήσει την υπό του διαβόλου προερχόμενη απόγνωση. Στο πρόσωπο της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας βλέπουμε τον άνθρωπο που αναζητά την ηδονή και κυνηγά τους ανθρώπους για την ικανοποίησή τους, αλλά όμως με τη Χάρη του Θεού μπορεί να εξαγιασθεί τόσο πολύ, ώστε να φθάσει στο σημείο να την κυνηγούν οι Άγιοι για να λάβουν την ευλογία της και να ασπασθούν το τετιμημένο της σώμα, καθώς επίσης να τη σέβονται και τα άγρια ζώα.

Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία με την μετάνοιά της, την βαθιά της ταπείνωση, την υπέρβαση εν Χάριτι του θνητού και παθητού σώματός της, αφ' ενός μεν προσφέρει μια παρηγοριά σε όλους τους ανθρώπους, αφ' ετέρου δε ταπεινώνει εκείνους που υπερηφανεύονται για τα ασκητικά τους κατορθώματα. Δεν ημέρωσε μόνο τα άγρια θηρία που υπήρχαν μέσα της, δηλαδή τα άλογα πάθη, αλλά υπερέβη όλα τα όρια της ανθρώπινη φύσεως και ημέρωσε ακόμη και τα άγρια θηρία της κτίσεως.

Αυτός είναι ο σκοπός και ο πλούτος της ενανθρωπίσεως του Χριστού, που φυλάσσεται μέσα στην Εκκλησία. Με την αποκαλυπτική θεολογία και την εν Χριστώ ζωή ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά.

Η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας και την Ε' Κυριακή των Νηστειών.



Λειτουργικά κείμενα
Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Φωτισθεῖσα ἐνθέως Σταυροῦ τὴ χάριτι, τῆς μετανοίας ἐδείχθης φωτοφανῆς λαμπηδών, τῶν παθῶν τὸν σκοτασμὸν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ὡς ἄγγελος Θεοῦ, Ζωσιμᾶ τῷ ἱερῷ, ὠράθης ἐν τὴ ἐρήμω, Μαρία «Ὅσιε Μῆτερ» μεθ' οὐ δυσώπει ὑπὲρ πάντων ἠμῶν.


ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΩΣΗΣ

Στο βάθος της εικόνας φαίνεται το τείχος της Ιερουσαλήμ, γιατί ο Χριστός “έξω της πύλης έπαθε” (Εβρ. ιγ΄ 12). Στο κέντρο της σύνθεσης ο Χριστός γυμνός πάνω στο Σταυρό, φέρει μόνο “περίζωμα περί την όσφυν”, δηλ. ένα άσπρο, συνήθως, πανί τυλιγμένο στη μέση Του. Νεκρός, με κλειστούς οφθαλμούς και γυρτό ελαφρά το κεφάλι προς τα δεξιά. Από τους αγιογράφους υπερτονίζεται το σώμα Του εντελώς σκελετωμένο από την κακοπάθεια, με τα χέρια απλωμένα και με ανοικτές τις παλάμες, “ως να προσεύχεται … και ωσάν να ανοίγη τας αγκάλας του προς όλους τους ανθρώπους” (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.174). “Οι δε πόδες σμικτοί, με τα γόνατα ολίγον διπλωμένα, πατούν επάνω εις εν σανίδιον ως υποπόδιον … Κάποιοι σημερινοί ζωγράφοι ζγραφίζουν τους άχραντους πόδας του Κυρίου τον ένα επί του άλλου, καρφωμένους με εν και μόνον καρφίον, και τούτο το πράττουν κακώς, κατά μιμησιν κάποιων ζωγράφων της Δύσεως” (Φ. Κόντογλου, οπ.π., σ.174). Από τα χέρια και τα πόδια του Χριστού τρέχουν αίματα, ενώ από την λογχισμένη πλευρά Του αίμα και ύδωρ. Η εντύπωση που δίνει ο Χριστός δεν είναι ότι πέθανε, αλλά ότι κοιμάται (“Εξηγέρθη ως ο υπνών Κύριος” – Κοινωνικό Μ. Σαββάτου). Είναι σαν βασιλιάς πάνω στο θρόνο Του (πρβλ. το εξαποστειλάριον του Πάσχα “Σαρκί υπνώσας ως θνητός, ο Βαιλεύς και Κύριος…”). Γι’ αυτό και ο καθηγητής Κ. Καλοκύρης παρατηρεί: “.. εις το πρόσωπον του Κυρίου πρυτανεύει το βασιλικόν μεγαλείον (το μεγαλείο του συγκρατημένου πάθους)” (Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας, σ.135). Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και η πινακίδα με την επιγραφή που υπάρχει πάνω από το κεφάλι του Χριστού γράφει: ΟΒΣΛΤΔΞΣ δηλ. Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΔΟΞΗΣ και όχι τα αρχιγράμματα Ι.Ν.Β.Ι. (Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων) τα οποία έγραψαν οι ασεβείς σταυρωτές του Κυρίου για να τον χλευάσουν. Οι δύο ληστές Κατά την διήγηση των ευαγγελιστών ο Χριστός σταυρώθηκεανάμεσα σε δύο ληστές. “Και ο μεν δίκαιος ληστής ευρίσκεται εκ δεξιών του Κυρίου, έχει την όψιν ήμερον και παρακαλεστικήν, βλέποντας προς τον Χριστόν, με μαύρα και ολίγα γένεια, όπως του Χριστού, και με φωτοστέφανον γύρω εις την κεφαλήν Του, όπως οι άγιοι, καθ’ όσον εσώθη με την μετάνοιαν, λέγοντας εις τον Χριστόν “Μνήσθητί μου, Κύριε όταν έλθης εν τη βασιλεία σου” (Λουκ. κγ΄ 42). Ο δε κακός ληστής, οπού είναι σταυρωμένος εξ αριστερών του Κυρίου, έχει την όψιν ηγριωμένην (αλλού όμως ο Κόντογλου παρατηρεί “ότι εις την Ορθόδοξον εικονογραφίαν … οι λησταί δεν έχουσι κακούργον όψιν … ο κακός ληστής εις την σταύρωσιν, παρίσταται νέος αμούστακος … τούτο φανερώνει το ανεξίκακον, αθεάτριστον και ξένον πάσης ανιέρου εμφάσεως πνεύμα της αγιογραφικής τέχνης” (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.411)), με μαλλιά ακατάστατα και με το σώμα συστερφόμενον, φαίνεται δε ωσαν να λέγη εις τον Χριστόν• “Ει συ ει ο Χριστός, σωσον σεαυτόν και ημάς” (Λουκ. κγ΄ 39). Εις πολλάς εικόνας οι λησταί δεν είναι καρφωμένοι εις τους σταυρούς, αλλά μόνον δεμένοι με σχοινιά από τας χείρας και τους πόδας, ο δε αμαρτωλός ληστής εικονίζεται γυρισμένος με την πλάτην” (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176)
Η Θεοτόκος Στα δεξιά του Χριστού στέκεται η Παναγία όρθια ατενίζοντας τον Υιόν της. Με το αριστερό χέρι στο μάγουλό της φαίνεται να συγκρατεί την εκδήλωση του πόνου που την κυριεύει, ενώ το δεξιό χέρι είναι ανοικτό σε σχήμα ικεσίας. Η μορφή της Παναγίας αποπνέει βαθιά πνευματικότητα. Κατά τον Γεώργιο Νικομηδείας (Θ΄ αι.) η Θεοτόκος “τω πάθει κοσμίως και ουκ αγενώς προσωμίλει” (Migne, P.G., τ.100, στ. 1485 D). “… θερμοτάτοις μεν κατέλουε δάκρυσιν” (το σώμα του Κυρίου) όμως “πραεία φωνή και συμπαθεστάτοις προσεφθέγγετο ρήμασιν …” (Γεώργιος Νικομηδείας, οπ.π., στ. 1488). Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη την οποία αποτυπώνει ο υμνογράφος της Μ. Παρασκευής σ’ ένα απόστιχο των αίνων. Η Παρθένος παρά τω σταυρώ “ανέκραζε γοερώς … οδυρόμενη μητρώα σπλάγχνα … παρειάς συν θριξί καταξαίνουσα … και το στήθος τύπτουσα” (Τριώδιο). Αυτή η εκδοχή, ιδιαίτερα προσφιλής στους λαϊκούς θρήνους της Μ. Παρασκευής, θα προσδώσει αργότερα -κυρίως στην Παλαιολόγεια εποχή- έναν αφηγηματικό χαρακτήρα, καθώς οι αγιογράφοι θα παριστάνουν την Παναγία να θρηνεί και στο τέλος να λιποθυμά. Όμως οι παραστάσεις αυτές “δεν έχουν τον χαρακτήρα δουλικής μιμήσεως της φυσικής πραγματικότητος -δηλ. αναπαραστάσεως των γεγονότων ον τρόπον εδίδαξεν η Αναγέννησις-, διότι οι ζωγράφοι κατώρθωσαν τον ρεαλισμόν αυτών όλως να εξευγενίσουν και να υποτάξουν εις το γενικώτερον υπερβατικόν κλίμα των συνθέσεών των …” (Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας, σ.139). Η Θεοτόκος πάντως, άσχετα από το μέγεθος της λύπης της, δεν παύει να πιστεύει στη θεότητα του Υιού της, ο οποίος της λέει κατά τον υμνωδό: “Μη εποδύρου μου Μήτερ … αναστήσομαι γαρ και δοξασθήσομαι” (θ΄ ωδή Κανόνος Μ. Σαββάτου). Ο Ιωάννης ο Θεολόγος Ο Ιωάννης, νέος αγένειος και σγουρομάλλης, που στέκεται αριστερά του Σταυρού, είναι μορφή πιο ανοιχτή, περισσότερο ανθρώπινη. Η στάση του εκφράζει φόβο και αγωνία, “με γυρτήν την κεφαλήν και με όψιν περιώδυνον, βαστώντας με το δεξιόν χερι το μάγουλόν του (σε κάποιες παραστάσεις το δεξί χέρι του Ιωάννου είναι στο στήθος του, ενώ σπάνια κρατεί ευαγγέλιο (βλ. την τοιχογραφία της S. Maria Antiqua στη Ρώμη, αλλά και ελεφαντοστό με τη Σταύρωση της Μονής Διονυσίου. Βλ. επίσης την Σταύρωση στον Αγ. Μάρκο της Βενετίας – περίκλειστο σμάλτο: Γ. Αντουράκη, Χριστιανική Ζωγραφική, σ. 271)), και το αριστερόν αφήνοντάς το να πέση κάτω” (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176). Ο Ιωάννης στέκει κοιτώντας μπροστά του και όχι τον Χριστό, όπως κάνει η Παναγία. “Διανοείται περισσότερο το Άγιο Πάθος, ενώ αντιθέτως η Παναγία το ζει, πονάει για το παιδί της και γι’ αυτό έχει τη διάθεση να κινηθεί προς αυτό, ενώ ο θεολόγος δεν την έχει. Δείχνει μόνο τη διάθεση να στρίψει προς τον Εσταυρωμένο και να αναβλέψει προς αυτόν” (Π.Α.Μιχέλη, Η αισθητική της Βυζ. Τέχνης, σ.201). Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ενώ στις παραστάσεις της Σταυρώσεως ο ευαγγελιστής Ιωάννης εικονίζεται συνήθως απέναντι στην Παναγία, σε μερικές περιπτώσεις ιστορείται μαζί με την Θεοτόκο αριστερά -ως προς τον θεατή- του Εσταυρωμένου. Ο εκατόνταρχος Πίσω από τον Ιωάννη εικονίζεται ο εκατόνταρχος (ο κατά την παράδοση μετέπειτα Άγιος Λογγίνος) με την στρατιωτική του πανοπλία. Ο εκατόνταρχος παριστάνεται σε ανδρική ηλικία με μαύρο στρογγυλό γένι, έχοντας το κεφάλι του σκεπασμένο μ’ ένα μαντήλι και γυρισμένο με πίστη προς τον Χριστό, σα να φωνάζει “Όντως ο άνθρωπος ούτος δίκαιος ήν” (Λουκ. 23,47). Το κεφάλι του φέρει φωτοστέφανο (βλ. Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.176). Γιατί εκτός από την αθωότητα του Χριστού, ο εκατόνταρχος ομολόγησε και την θεότητά Του: “αληθώς Θεού υιός ην ούτος” (Ματθ. κζ΄ 55). Αυτήν ακριβώς την ομολογία δηλώνει το υψωμένο σε θέση ευλογίας δεξί χέρι του εκατόνταρχου, στο ύψος του μετώπου του, σα να θέλει να το σταυρώσει. Ο Κρανίου τόπος Ο Χριστός σταυρώθηκε “εις τον λεγόμενον Κρανίου τόπος, ος λέγεται Εβραϊστί Γολγοθά” (Ιω. ιθ΄ 17). Στην εικόνα λοιπόν της Σταυρώσεως, κάτω από την βραχώδη κορυφή του Γολγοθά, που απεικονίζεται ως σπήλαιο πάνω στο οποίο είναι στημένος ο Σταυρός του Κυρίου, διακρίνεται, μέσα στο σπήλαιο, ένα κρανίο. Πάνω στο κρανίο αυτό στάζει το αίμα που πηγάζει από τα πόδια του Χριστού. Κατά μια αρχαία παράδοση που διασώζει πρώτος ο Ωριγένης, το κρανίο αυτό είναι το κρανίο του Αδάμ, ο οποίος πέθανε και θάφτηκε στον Γολγοθά (βλ. Ωριγένους, Εις το κατά Ματθαίον, ΒΕΠΕΣ 14, 390). Την εκδοχή αυτή υιοθετεί και ο ιερός Χρυσόστομος ο οποίος μάλιστα ερμηνεύει και θεολογικά την παράδοση αυτή: “Τινές φασιν εκεί τον Αδάμ τελευτηκέναι και κείσθαι, και τον Ιησούν εν τω τόπω, ένθα ο θάνατος εβασίλευσεν, εκεί και το τρόπαιον στήσαι. Και γαρ τρόπαιον εξήει βαστάζων τον σταυρόν κατά της του θανάτου τυραννίδος” (Ιω. Χρυσοστόμου, Εις το κατά Ιωάννην Ομιλία πε΄, στη σειρά Άπαντα των αγίων πατέρων, τ.75, σ.373). Έτσι το αίμα του Κυρίου καθαρίζει και εκπλύνει τις αμαρτίες του γένους των ανθρώπων, του οποίου γενάρχης υπήρξε ο Αδάμ. Εξ άλλου, κατά τον Ι. Αυγουστίνο, το όνομα του γενάρχη, έτσι όπως γράφεται με τα ελληνικά γράμματα ΑΔΑΜ, περιέχει τα αρχικά των σημείων του ορίζοντα (Α-νατολή, Δ-ύσις, Ά-ρκτος, Μ-εσημβρία), πράγμα που σημαίνει ως αυτός εκπροσωπεί όλο το ανθρώπινο γένος ανά τους αιώνες, και επομένως πρώτος δέχεται το λυτρωτικό αίμα του Χριστού που αφορά σε όλους τους ανθρώπους (βλ. Κ. Καλοκύρη, Εορταί δώδεκα, ΘΗΕ, τ.5, στ. 752). Την όλη παράσταση της Σταυρώσεως συμπληρώνουν ο ήλιος και η σελήνη που ζωγραφίζονται δεξιά και αριστερά του Σταυρού αντίστοιχα (στο πάνω μέρος της εικόνας), και αντιπροσωπεύουν τον ορατό κόσμο που έφριξε βλέποντας την Σταύρωση του Δημιουργού. Ζωγραφίζονται δε σε σχήμα ανθρωπίνων προσώπων, “ο μεν ήλιος με χρώμα κόκκινον αιματώδες, η δε σελήνη στακτόχρους, με τας ακτίνας γυρισμένας προς το μέρος του Χριστού, εις σημείον ότι εσκοτίσθησαν κατά την Σταύρωσιν. Εικονίζονται δε και άγγελοι κλαίοντες, πλην και ούτοι περιττεύουν” (Φ. Κόντογλου, Έκφρασις, τ.Α΄, σ.177). Η επιγραφή της εικόνας είναι: Η ΣΤΑΥΡΩΣΙΣ και ιστορείται στον δυτικό τοξωτό τοίχο του ναού, ή στο εικονοστάσι πάνω από το τέμπλο μαζί με το δωδεκάορτο.

Όσιος Ιάκωβος ο ασκητής, ο βιαστής και δολοφόνος άγιος


Συνήθως η παρουσίαση του βίου ενός αγίου, στο πνεύμα της απόδοσης τιμής στο πρόσωπό του, ακολουθεί μια γραμμή έξαρσης των προτερημάτων του και των αντοχών του, σε τέτοιο υπερθετικό βαθμό, που δημιουργείται ένα αίσθημα απόστασης στις ψυχές των πιστών: οι ικανότητες του αγίου μοιάζουν ασύλληπτες ή και υπερφυσικές, ώστε κάθε προσπάθεια μίμησής του να δείχνει αδύνατη και απραγματοποίητη. Παράλληλα, δημιουργείται ένα είδος τυποποίησης της πνευματικής ζωής, στο πλαίσιο του οποίου φαίνεται πως η αγιότητα – και συνάμα οι αποδεκτές μορφές διαβίωσης – να υπακούουν σε ορισμένες μόνο προδιαγραφές, έξω από τις οποίες δεν υπάρχει περιθώριο για την εν Χριστώ ελευθερία.




Εκτός από την εγγενή αντίφαση που προφανώς διαπιστώνεται εδώ, μοιάζει να λησμονείται σε αυτή τη γραμμή σκέψης το «σκάνδαλο» (για τον ιουδαϊκό και τον ελληνικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων) του Σταυρού, η επίσης «σκανδαλώδης» είσοδος του ληστή στη Βασιλεία, αλλά και ένα άλλο πλήθος παραδειγμάτων από το σύνολο της εκκλησιαστικής παράδοσης, όπου ανατρέπεται ο πνευματικός νομικισμός, ο ηθικός καθωσπρεπισμός και κάθε στενόχωρη και μικρόψυχη θεώρηση της ζωής του Πνεύματος.

Μια τέτοια ακριβώς περίπτωση, και ίσως γι’ αυτό και όχι και τόσο πολύ γνωστή, είναι αυτή του σήμερα τιμώμενου αγίου. Ο όσιος Ιάκωβος ήταν ένας αναχωρητής που ζούσε για 15 χρόνια ασκούμενος σκληρά σε μια σπηλιά κοντά σε μια κωμόπολη που ονομαζόταν Πορφυριώνη. Ήταν μάλιστα τόσο αυστηρός και ικανός, που κάποτε συνέβη το εξής: Μια ομάδα αναιδών ανθρώπων θέλησε να τον περιπαίξει και πλήρωσαν μια πόρνη για να τον επισκεφτεί. Εκείνη πράγματι μπήκε ορμητικά στη σπηλιά του, παρακινώντας τον να αμαρτήσει μαζί της. Ο όσιος έμεινε ψύχραιμος, τη δίδαξε και κατάφερε να την κάνει να μετανοήσει για τις πράξεις και το βίο της.

Κανένας άνθρωπος όμως δεν μπορεί να μείνει απρόσβλητος από τις επιθέσεις του πειρασμού και αυτό θα πρέπει να το θυμούνται διαρκώς, κυρίως εκείνοι που νομίζουν ότι είναι σταθερά ενάρετοι. Μόνο έτσι δεν θα απελπισθούν όταν έλθουν οι δύσκολες ώρες της δοκιμασίας, και θα καταφέρουν να μετανοήσουν, όπως επισημαίνει ο άγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, παραδίδοντας το βίο του εν λόγω αγίου.

Συνέβη λοιπόν το εξής: Ένας μεγάλος άρχοντας της περιοχής είχε μια κόρη που ταλαιπωρούνταν από δαιμόνιο και την πήγε στον όσιο να τη γιατρέψει. Ο ασκητής άγιος όντως την απάλλαξε από αυτό, αλλά ο πατέρας της ήθελε να την αφήσει στο σπήλαιο μαζί του, φοβούμενος μήπως το δαιμόνιο επιστρέψει. Μάλιστα, άφησε στον όσιο και το γιο του επίσης, θέλοντας από ευλάβεια να δώσει στα παιδιά του το καλύτερο δυνατό πρότυπο διαπαιδαγώγησης.

Κάποτε όμως, ο εγκρατής ασκητής, αυτός που μπόρεσε να αντισταθεί παλιότερα στον πειρασμό της πόρνης γυναικός, δεν κατάφερε να συγκρατηθεί και όρμησε στην κοπέλα και τη βίασε. Θολωμένος δε από το πάθος του και φοβούμενος το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε εναντίον του, σκότωσε το ίδιο το κορίτσι αλλά και τον αδελφό της, για να μην αποκαλύψουν την πράξη του. Στη συνέχεια πέταξε τα πτώματά τους σε έναν ποταμό του τόπου εκείνου. Πλήρως απελπισμένος, εγκατέλειψε τη σπηλιά του και αποφάσισε να επιστρέψει στον κόσμο.

Στο δρόμο όμως συνάντησε ένα μοναχό, ο οποίος τον συμβούλεψε να ασκηθεί ακόμη σκληρότερα για να εξιλεωθεί στα μάτια του Θεού. Κλείστηκε λοιπόν σε ένα τάφο και εκεί έμεινε προσευχόμενος και κακοπαθώντας. Ο Θεός δεν θέλησε να τον αφήσει χωρίς σημάδι αποδοχής της μετάνοιάς του και ακολούθησε το εξής γεγονός: Στην Πορφυριώνα έπεσε μεγάλη ξηρασία και ο Επίσκοπος πληροφορήθηκε ότι μόνο αν δεχόταν ο Ιάκωβος να προσευχηθεί, θα ξανάβρεχε και πάλι. Έτσι, ο Επίσκοπος μετέβη στον τόπο της άσκησης του Ιακώβου, επικεφαλής πλήθους λαού παρακαλώντας τον να προσευχηθεί. Εκείνος δέχθηκε, και οι ουρανοί έριξαν το πολύτιμο νερό τους και μαζί το εξίσου πολύτιμο σημάδι ότι ο Θεός δέχεται τη μετάνοια του αμαρτήσαντός, οσοδήποτε βαρύ και αν ήταν το παράπτωμά του!

Ο Ιάκωβος, μετά από το ευοίωνο σημείο, πρόσθεσε και άλλους κόπους στον εγκλεισμό του και παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, ζώντας για μια δεκαετία συνολικά στην κατάσταση αυτή της έσχατης κακοπάθειας.

Πηγή:https://www.pemptousia.gr/2016/01/osios-iakovos-o-askitis-o-viastis-ke-dolofonos-agios/#:~:text=%CE%9F%20%CF%8C%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82%20%CE%99%CE%AC%CE%BA%CF%89%CE%B2%CE%BF%CF%82%20%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD%20%CE%AD%CE%BD%CE%B1%CF%82,%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B7%20%CE%B3%CE%B9%CE%B1%20%CE%BD%CE%B1%20%CF%84%CE%BF%CE%BD%20%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%86%CF%84%CE%B5%CE%AF.

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Η ζωή είναι αλλού-π. Ν. Χατζηνικολάου

Συζήτηση με έναν Ιερέα και έναν Άθεο

Μπορούν ένας Ιεράς και ένας Άθεος να συμφωνήσουν, όταν η συζήτηση αφορά σε θέματα πίστης και θρησκείας; Η απάντηση είναι πως… δεν μπορούμε να απαντήσουμε. Ή τουλάχιστον, όχι τόσο εύκολα. Εξαρτάται. Εξαρτάται πόσο δογματικοί είναι, πόσο ανοικτοί είναι σε μια διαφορετική από τη δική τους άποψη ή/και κοσμοθεωρία, πόσο σέβεται ο ένας τον άλλο, ίσως και πόσο σέβονται τον ίδιο τους τον εαυτό. Η συζήτηση έγινε μεταξύ του Πάτερ Παρασκευά Παπαμιχαήλ, ο οποίος είναι Θεολόγος και Ιερέας στον Ναό του Αποστόλου Μάρκου στον Αρχάγγελο, και του Αντώνη Αλεξόπουλου, PhD, Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, ο οποίος δηλώνει άθρησκος, άπιστος (non believer), σκεπτόμενος homo sapiens, ενώ επίσης έχει συμμετάσχει αρκετές φορές σε ανθρώπινη βιβλιοθήκη (human library) με την «ταμπέλα» του άθεου.

''Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ'' -''ΟΙ ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ''

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2022

Πάτερ Χρήστος Μήτσιος (2)

πάτερ Χρήστος Μήτσιος

Φυγόκεντρος - Η ζωή του Άγιου Παΐσιου / Μέρος 1ο

Άγιο Όρος

Τι είναι ο ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΣΜΟΣ ; [ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΕΣ ή Διαμαρτυρόμενοι ] ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Τι είναι ο ΖΩΡΟΑΣΤΡΙΣΜΟΣ ;

Τι είναι οι ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ και η εταιρία ΣΚΟΠΙΑ ;

Τί είναι η ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Τι είναι ο ΤΖΑΪΝΙΣΜΟΣ ;

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ 3 ( Εικονομαχία Σχίσματα Σταυροφορίες Ιερά Εξέταση )

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ 2 [ Από τους ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ μέχρι το ΜΕΓΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ]

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ 1

Τι είναι ο ΤΑΟΪΣΜΟΣ (TAO - DAO) ;

Τι είναι ο ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ ;

Τι είναι το ΙΣΛΑΜ ; Τι ειναι το ΚΟΡΑΝΙ ; Τι είναι η ΣΑΡΙΑ και το ΤΖΙΧΑΝΤ ;

Τι είναι ο ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ; Ποιος είναι ο ΒΟΥΔΑΣ ; Τι είναι η ΝΙΡΒΑΝΑ ;

τι είναι ο Ινδουισμός;

Το μυστήριο του Βαπτίσματος

Η μετάβαση από την προοπτική του θανάτου στην προοπτική της αθανασίας. Στο δεύτερο − και τελευταίο − μέρος της συνομιλίας τους περί Βαπτίσματος, ο Άγγελος Βαλλιανάτος και ο Δημήτρης Μαυρόπουλος συνεχίζουν εντοπίζοντας τις λεπτές σημασίες και αναλύοντας τις επιμέρους εικονίσεις του Μυστηρίου. Ενός μυητικού, συγκεκριμένα, γεγονότος που (όπως υπενθυμίζουν οι δυο δεινοί θεολόγοι μας) τελεσιουργείται ανά πάσα στιγμή του εν ονόματι του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος: Εν ονόματι της Κοινωνίας! Δηλαδή, εν ονόματι της Αγάπης. Η συζήτηση διεξήχθη μέσα στα πλαίσια της εκπομπής «Σήμερα είναι Κυριακή» και μεταδόθηκε από την ΕΡΤ, το 1986.

Το μυστήριο του Βαπτίσματος

 Το Βάπτισμα ως απαρχή της νέας Ζωής. Η συστατική υπόσταση του Μυστηρίου. Η εισαγωγή στη μυστική εμπειρία της Εκκλησίας. Η ένταξη στην πραγματικότητα της Ευχαριστίας. Το δίπολο του θανάτου και της ελευθερίας. Ο σκοπός της βαπτιστικής πράξης. Ο «άλλος» τρόπος και τόπος μιας ανθρώπινης γέννησης. Οι συμβολισμοί, εν τέλει, της ιεροτελεστίας. Ο Δημήτρης Μαυρόπουλος απαντά στις ερωτήσεις του Άγγελου Βαλλιανάτου, μέσα στα πλαίσια της εκπομπής «Σήμερα είναι Κυριακή». ΕΡΤ, 1986.

<!-- more -->

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2020

2.2 Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

<br />

«Αγιογκράφιτι» στους τοίχους της Αθήνας. Τί είναι το Γκράφιτι;


της Σοφίας Ντρέκου

 Γκράφιτι αγιογραφίες στους τοίχους της Αθήνας 
με θρησκευτικά θέματα (Βίντεο, εικόνες)

Να το πούμε «Αγιογκράφιτι»; 
Τί είναι το Γκράφιτι; 

Καλλιτεχνική ζωγραφική με θρησκευτικά θέματα από έναν ιδιαίτερο ζωγράφο. Ένα «πάντρεμα» της βυζαντινής με την σύγχρονη τέχνη. Ευφυής σύλληψη η ανθρώπινη καρδιά στο γκράφιτι, που τόσο προστατευτικά κρατιέται από τα χέρια ενός άϋλου πνεύματος, πόσο εύκολα πληγώνεται και περιφρονείται, όταν πάλλεται στα στήθη του καλλιτέχνη!

Γκράφιτι αγιογραφίες στους τοίχους της Αθήνας 

«Αγιογραφίες σε γκράφιτι; Κι όμως όσο «ξένο» κι αν ακούγεται στους τοίχους της Αθήνας είναι γεγονός. Ο καλλιτέχνης που υπογράφει με το ψευδώνυμο «Φίκος» είναι ένας μοντέρνος ζωγράφος – αγιογράφος που όπως όλοι οι «street artists» ή «καλλιτέχνες του δρόμου» κατά το ελληνικότερον προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να βάλει κυριολεκτικά τις δικές του πινελιές στην εικόνα της πόλης.

Ακόμη κι όταν τα θέματα του δεν προέρχονται από την χριστιανική πίστη αλλά από την ελληνική ιστορία ή τη μυθολογία, ο τρόπος που τα απεικονίζει είναι… αγιογραφικός μιας και αυτός είναι ο δικός του τρόπος να περνά το δικό του χριστιανικό μήνυμα. Είναι ένα «πάντρεμα» της βυζαντινής με την σύγχρονη τέχνη.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΘΕΣΗ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ

Πριν λίγο καιρό δημιούργησε την σελίδα του στο διαδίκτυο www.fikos.gr όπου φιλοξενεί τα έργα του.

Σήμερα ξεκινά στο Λονδίνο η πρώτη του ατομική έκθεση εικόνων στην Sacred Space Gallery στο Notting Hill η οποία θα διαρκέσει μέχρι και τις 29 Δεκεμβρίου.


O Φίκος (Αντώνιος) γεννιέται το 1987 στην Αθήνα όπου και κατοικεί μέχρι σήμερα. Από μικρός ζωγραφίζει ό,τι βλέπει γύρω του, όπως κόμικ, τοπία, εικόνες κ.α.

Σε ηλικία 13 ετών ξεκινάει τις σπουδές του πάνω στη βυζαντινή ζωγραφική με δάσκαλο το Γιώργο Κόρδη(Βλ. εδώ) με τον οποίο και θα συνεργαστεί επαγγελματιικά 5 χρόνια στην εικονογράφηση ορθοδόξων ιερών ναών, ενώ παράλληλα εξελίσσει το προσωπικό ζωγραφικό του ιδίωμα.

Η θεματική της ζωγραφικής του, θρησκευτικής και κοσμικής, πηγάζει από τη χριστιανική ορθόδοξη παράδοση και την αρχαία ελληνική μυθολογία αντίστοιχα.

Τεχνικά, η ζωγραφική του παρουσιάζεται σε φορητά έργα (ιαπωνικό χειροποίητο χαρτί κολλημένο σε ξύλο) τα οποία ζωγραφίζονται με την τεχνική της αυγοτέμπερας και τοιχογραφίες στις οποίες χρησιμοποιεί ακρυλικά.

Έχοντας εργαστεί ως graffiti artist, αλλά και εικονογράφος ορθοδόξων χριστιανικών ναών, ο Φίκος συνεχίζει την εξελικτική του πορεία μέσω μεγάλων τοιχογραφιών σε δημοσίους χώρους. Η αξία αυτών των έργων είναι μοναδική, καθώς είναι η πρώτη φορά όπου η μνημειακή βυζαντινή τέχνη συναντά ένα σύγχρονο κίνημα όπως η street art.

Τα θέματα των τοιχογραφιών είναι σχετικά με τον τόπο στον οποίο ζωγραφίζονται, αλλά και διδακτικά. Η τοιχογραφική ζωγραφική του Φίκου δεν αποτελεί άλλη μια “αυτοέκφραση” του καλλιτέχνη, αλλά ένα κοινωνικό γεγονός, μια πραγματική “δημιουργία” (δήμος+έργο, έργο για το Δήμο-κοινωνία).

Δουλειά του, εκτός από την Ελλάδα, έχει παρουσιαστεί στη Γαλλία, Βουλγαρία, Αγγλία, Ιρλανδία, Λιθουανία, Νορβηγία και Μεξικό, σε εκθεσιακούς χώρους και μουσεία, τηλεόραση και ραδιόφωνο, ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους.

Όνειρο του Φίκου είναι η διάδοση και καταξίωση της σύγχρονης ελληνικής ζωγραφικής σε παγκόσμιο επίπεδο, όχι σαν ένα νοσταλγικό επίτευγμα του παρελθόντος, αλλά σαν ένα σύγχρονο οικουμενικό γεγονός.

Από το μυστικιστικό χαρακτήρα των κυκλαδικών ειδωλίων, την ουσιαστικότητα της γραμμής των αρχαιοελληνικών αγγείων και τη μνημειακότητα των βυζαντινών τοιχογραφιών, μέχρι τα επιτεύγματα των σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων όπως ο μοντερνισμός και η street art, ο Φίκος επαναπροσδιορίζει τη σχέση της βυζαντινής παράδοσης με τη σύγχρονη κοινωνία, δημιουργώντας αυτό που συμβατικά θα ονομάσει “Σύγχρονη Βυζαντινή Ζωγραφική”.»[1]


Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου του 2014, 
ο Φίκος ζωγραφίζει ένα τοίχο στο Κολωνό


Ο Χριστός με χωρία Αγίων

Το μαρτύριο του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης
Το μαρτύριο του Αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης

Αντώνιος ο Μεγας _ jan.17 & προφήτης Ηλιας
Αντώνιος ο Μέγας & προφήτης Ηλίας


Ο άγιος Φανούριος στην κάμινο.

Ένας τοίχος στην περιοχή του Κολωνού, στην Αθήνα,
όπου ο 27χρονος καλλιτέχνης, Φίκος, εμπνεύστηκε
από την Βυζαντινή τέχνη που έχει σπουδάσει


Ερ: Τι είναι για σένα ο Θεός; 

Απ: Ως ορθόδοξος χριστιανός πιστεύω στο Θεό που πρεσβεύει η πίστη μου οπότε δε μπορώ να πω πολλά και πρωτότυπα πράγματα πάνω σ' αυτό. Αν έπρεπε να πω με μια λέξη τι είναι Θεός για μένα, η λέξη αυτή θα ήταν σίγουρα "Αγάπη".

Γκράφιτι στους τοίχους της Αθήνας με θρησκευτικά θέματα (Να το πούμε «Αγιογκράφιτι;»)

Ερ: Ποιά είναι η γνώμη σου για τους άθεους;

Απ: Η αθεΐα είναι μια μόδα της εποχής η οποία αργά ή γρήγορα θα περάσει. Είναι η φάση της ανθρωπότητας τέτοια που προσομοιάζει με αυτή του έφηβου νέου. Αφού έχει μάθει 5 βασικά πράγματα από το δημοτικό (20ος αιώνας και άνοδος της γνώσης και της τεχνολογίας) νομίζει πως τα γνωρίζει όλα, αμφισβητώντας και αγνοώντας έτσι οτιδήποτε ανώτερο από αυτόν, δηλαδή καθηγητές, γονείς κτλ (δηλαδή το Θεό). Ίσως πάρει αιώνες μέχρι η ανθρωπότητα να ενηλικιωθεί και να παραδεχτεί πως ναι, υπάρχει κάτι ανώτερο από τον άνθρωπο, αν και πιστεύω πως θα γίνει πολύ νωρίτερα. Όντας λάτρης των ντοκιμαντέρ, έχω ακούσει πολλές φορές από στόματα επιστημόνων τη φράση: "Αυτό το φαινόμενο δεν εξηγείται επιστημονικά, αλλά αν δίναμε ένα όνομα στη δύναμη που το προκαλεί, αυτό θα ήταν "Θεός". Για να ολοκληρώσω, προσωπικά σέβομαι τις απόψεις όλων, ακόμα κι αν δε συμφωνώ μ' αυτές. Αυτό που δε μ' αρέσει είναι όταν κάποιος άθεος δε σέβεται την πίστη μου, και είτε την προσβάλει, με οποιοδήποτε τρόπο, είτε μου κάνει λεκτική επίθεση επειδή υποθέτει ότι αφού κάνω βυζαντινή ζωγραφική λογικά είμαι ο επίσημος εκπρόσωπος της ορθόδοξης εκκλησίας και μπορεί να μου ξεφουρνίσει όλα του τα απωθημένα για τα "κακά" που του έχει κάνει η εκκλησία. Όσον αφορά όμως καθαρά (το τονίζω) το θέμα της πίστης, λυπάμαι τους άθεους. Μου φαίνεται πολύ θλιβερό να αδυνατείς να πιστέψεις σε κάτι παραπάνω από μια χούφτα χώμα και νερό.[2]

Τί είναι το Γκράφιτι;

Γκράφιτι είναι η αναγραφή κειμένου όπως συνθημάτων ή η ζωγραφική σε επιφάνειες που συνήθως βρίσκονται σε δημόσιους χώρους (για παράδειγμα σε τοίχους). Πρωτοεμφανίστηκε την ίδια περίοδο και στα ίδια μέρη που αναπτύχθηκε το κίνημα του Χιπ χοπ, από τον ίδιο καταπιεσμένο κόσμο. Γι' αυτό πολλοί θεωρούν ότι αποτελεί μέρος της κουλτούρας Χιπ χοπ.
 
Η συνέχεια εδώ

Θρησκευτικά Α , Β και Γ Γυμνασίου (εμπλουτισμένα)

Θρησκευτικά Α Γυμνασίου (εμπλουτισμένο)

 Θρησκευτικά Β Γυμνασίου (εμπλουτισμένο)

  Θρησκευτικά Γ Γυμνασίου (εμπλουτισμένο)

2.2 ΘΕΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ: Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

iii. Ο Χριστιανισμός ως επίσημη θρησκεία της βυζαντινής αυτοκρατορίας

;

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2020

1.4 Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

<br />

Η παρεξηγημένη αγιότητα

H παρεξηγημένη αγιότητα

Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα

Του Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα

 Πηγή: Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία, αρ. φύλλου 187 - Νοέμβριος 2007 - σελ: 2-7. Από το βιβλίο: «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα», εκδ. Ακρίτας.

Αναδημοσίευση από το μπλογκ: Το μανιτάρι του βουνού

 

…H Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων», είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας του Θεού

Η λέξη «άγιος» ή «αγιότητα» παραπέμπει σε κάτι εντελώς άσχετο και ξένο προς την εποχή μας, προς τον πολιτισμό και τις αναζητήσεις του συγχρόνου ανθρώπου. Ποιος από τους γονείς της εποχής μας φιλοδοξεί να κάνει τα παιδιά του «άγιους»; Ποιο από τα σχολεία μας και τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα καλλιεργούν την αγιότητα ή την προβάλουν ως όραμα και πρότυπο; Ο «επιτυχημένος» άνθρωπος της εποχής μας, το ιδανικό της σύγχρονης παιδείας και του πολιτισμού μας, δεν είναι καν ο «καλός κι αγαθός» των κλασσικών χρόνων. Είναι εκείνος που εξασφαλίζει χρήματα, ανέσεις και κοινωνική προβολή - αυτό θέλουν οι γονείς από τα παιδιά τους, σ’ αυτό κυρίως αποβλέπουν τα εκπαιδευτικά μας συστήματα, αυτό καλλιεργούν τα μέσα επικοινωνίας, αυτό ονειρεύεται η πλειονότητα των νέων μας.

Πράγματι, σε μια κοινωνία, η οποία βιώνει ως το σοβαρότερο πρόβλημά της την ανεργία, και κυριαρχείται από το άγχος πώς να αυξήσει το κατά κεφαλήν εισόδημα, το να γίνεται λόγος για άγιους και αγιότητα αποτελεί πρόκληση, αν όχι πρόσκληση σε γέλωτα και χλευασμό. Ούτως, η αγιότητα αποτελεί ένα «λησμονημένο όραμα».

Λησμονημένο γιατί κάποτε υπήρχε, γιατί αυτό ενέπνεε τον πολιτισμό μας, διότι οι άνθρωποί μας άλλοτε ζούσαν με τους αγίους και αντλούσαν από αυτούς το μέτρο του πολιτισμού τους, αυτοί ήταν οι ήρωες, οι μεγάλοι πρωταθλητές, οι «διάσημοι ποδοσφαιριστές» και «σταρ» των χρόνων τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο τα ονόματα των αγίων μας, και αυτά «κουτσουρεμένα» και αλλοιωμένα επί το ξενικώτερον, ενώ οι άνθρωποι προτιμούν πλέον να γιορτάζουν, όχι τις μνήμες των αγίων τους, μα τα δικά τους προσωπικά γενέθλια. Σε μια τέτοια εποχή τι να πει κανείς για την αγιότητα; Ο λόγος του θα πέσει στο κενό.

Μα, από το άλλο μέρος, πώς να μη μιλήσει κανείς για κάτι τόσο κεντρικό και θεμελιώδες για τη ζωή του χριστιανού; Γιατί η πίστη μας χωρίς τους αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, η «εκκοσμίκευσή της» είναι πλέον αναπόφευκτη.

Αλλά η αγιότητα δεν είναι μόνο «λησμονημένη» στις μέρες μας, είναι όταν και όπως γίνεται λόγος γι’ αυτήν, και παρεξηγημένη. Τι σημαίνει αγιότητα, όταν τη δει κανείς ως εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, ως βίωμα και πρόγευση των εσχάτων;

 
Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΗ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την όποια άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.

Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.

Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:

1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών αρχών, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό - όπως και ο τελώνης τον εαυτό του - γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.

2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πώς συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεώς τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;

3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.

4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.

Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.

Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται ή Εκκλησία μας την αγιότητα.

 
Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum - αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.

Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα - κυρίως στη λατρεία - και τα αφιερώνει στον Θεό.

Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ο Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετό του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).

Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τού Προφήτη Ησαΐα. Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» - όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).

Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητά μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.

Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακάτικης προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου! ωσαννά εν τοις υψίστοις».

Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία - χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.

Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου τού Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού - αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.

Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε αγίους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.

Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.

Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός - εμείς είμαστε αμαρτωλοί - και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα τού Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.

Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί, όπως αναφέραμε στην αρχή της ομιλίας μας, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».

Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» (ένας δημοσιογράφος που είχε ως κύριο έργο του να προβάλλει σκάνδαλα επισκόπων, είχε καθιερώσει τη γραφή ο άγιος - εντός εισαγωγικών - δείνα. Πλήρης άγνοια της σημασίας του όρου άγιος). Ο επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού, δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.

Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.

Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.

Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».

Πηγή: http://oodegr.com/oode/dogma/agiotita1.htm

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2020

Θρησκευτικά (Α - Γ Γυμνασίου ) Λογισμικό




ΤΙΤΛΟΣ
Θρησκευτικά (Α' - Γ' Γυμνασίου)
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ
Η εφαρμογή τρέχει σε περιβάλλον φυλλομετρητή ιστού (Browser) και καλύπτει αρκετές πτυχές των Θρησκευτικών. Το κεντρικό μενού αποτελείται από τις ενότητες Βιβλιοθήκη- Πολιτιστικό κέντρο, Σχολείο-Μουσείο και Εκκλησία. Η ενότητα Βιβλιοθήκη-Πολιτιστικό κέντρο προσφέρει πληροφοριακό υλικό για την ιστορία του χριστιανισμού, βιογραφίες αγίων και χριστιανικά κείμενα. Η ενότητα Σχολείο-Μουσείο περιέχει διάφορες ασκήσεις και δραστηριότητες για το σχολείο. Η ενότητα «Εκκλησία», παρουσιάζει μια περιήγηση στο Ναό της εκκλησίας με συνδυασμό πληροφοριών σε σημεία τα οποία μπορούν να επιλεγούν με το πάτημα του ποντικιού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ

Το λογισμικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παρουσίαση ενοτήτων των Θρησκευτικών ενώπιον της τάξης, όπως το βίο κάποιου αγίου ή τον ορθόδοξο Ναό. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί ατομικά από τους μαθητές είτε ως πηγή πληροφοριών για τη δημιουργία κάποιας διερευνητικής εργασίας (project) είτε για την ενασχόληση με τις ασκήσεις που περιλαμβάνονται.

Από το Φωτόδεντρο

Όψεις της Θρησκείας (Λογισμικό)




ΤΙΤΛΟΣ
Όψεις της Θρησκείας
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Συγκριτικός τρόπος παρουσίασης στοιχείων των κύριων θρησκειών παγκοσμίως. Χαρακτηρίζεται από μια διάθεση ουδετερότητας ανάμεσα στις θρησκείες που παρουσιάζει. Αυτή η πηγή πληροφοριών παρέχει μια μοναδική ευκαιρία για μαθητές και καθηγητές να εξερευνήσουν τις εννέα μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου. Το υλικό του λογισμικού έχει δομηθεί προσεκτικά για χρήση είτε από μαθητές υπό την επίβλεψη καθηγητή είτε για ανεξάρτητη έρευνα. Οι μαθητές όλων των τάξεων του λυκείου θα βρουν ότι το λογισμικό Όψεις της Θρησκείας’ προσφέρει ανεκτίμητη βοήθεια κατά την έρευνα σε συγκεκριμένα ερωτήματα και στην ανάλυση θρησκευτικών πρακτικών, προσεγγίσεων και αντιδράσεων. Επιπλέον, οι μαθητές μπορούν να σχεδιάσουν τα δικά τους προσωπικά έργα, είτε στην μορφή γραπτών, είτε σε μορφή πολυμεσικών παρουσιάσεων.

Από το Φωτόδεντρο

Το Ισλάμ (Εκπαιδευτικό Λογισμικό)


ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΛΟΓΙΣΜΙΚΟ / ΠΑΚΕΤΟ

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΑ - ΤΟ ΙΣΛΑΜ


 

ΤΙΤΛΟΣ
Παγκόσμια Θρησκεύματα - Το Ισλάμ
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Λογισμικό για την υποστήριξη της διδασκαλίας του μαθήματος των Θρησκευτικών. Περιλαμβάνει πέντε θεματικές ενότητες: α) Εισαγωγή στο Ισλαμικό Θρήσκευμα, β) Το Ισλάμ στις μέρες μας, γ) Γένεση του Ισλαμισμού, δ) Βασικές αρχές του Ισλάμ, ε) Επίδραση του Ισλάμ στην Τέχνη και τον Πολιτισμό. Εκτός από το πληροφορικό υλικό, το λογισμικό περιλαμβάνει επίσης ασκήσεις και θέματα προς συζήτηση, καθώς και βιβλιοθήκη πολυμέσων.

Από το Φωτόδεντρο

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...